Η ΦΥΛΛΑΔΑ ΤΟΥ ΜΕΓ’ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

ΛΑΪΚΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ  
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

Στον Μέγα Αλέξανδρο έχουν αποδοθεί ιδιότητες που αγγίζουν τα όρια του θρύλου. Θεϊκές δυνάμεις, μάχες με παράξενα πλάσματα, αναμετρήσεις με γίγαντες και τέρατα από τα οποία έβγαινε πάντα νικητής εξαιτίας της ρώμης και της εξυπνάδας του.
Γεννηθείς το 355 πρό Χριστού, εσπούδαξε την φιλοσοφίαν εις τον Αριστοτέλη, έκαμε τα πρώτα δείγματα της ανδρείας και της πολεμικής αξιότητός του εις την μάχην της Χαιρωνείας υπό την διοίκησιν του πατρός του, και διεδέχθη τον θρόνον της Μακεδωνίας 21 χρόνου, γνωρισθείς αρχηγός των Ελλήνων εις το 333, διεύθυνε τες δυνάμεις των κατά των Περσών, εχάλασε την αυτοκρατορίαν των εις την Ασίαν και Αφρικήν, και την ήνωσε με την εδικήν του. Πολλαί αξιόλογοι πόλεις, σχεδόν και την σήμερον ακόμη, του χρεωστούν την ύπαρξίν τους. Απέθανεν 32 χρόνων, βασιλεύσας 12 έτη.

Διήγησις εξαίρετος και όντως θαυμασία του κοσμοκράτορος Αλεξάνδρου του βασιλέως,
περί της γεννήσεως και της ζωής του, της ανατροφής του και της ανδρείας του. Ήτον από τον θεόν ορισμένος και ήτον φρόνιμος και έμορφος και χαροποιός εις τους αυθεντάδες και εις την στρατείαν και είχεν χέρι καλό να φιλοδωρή και να στέκη εις τον λόγον του, να μηδέν σφάλη τους όρκους του. Και μετά ταύτα εβασίλευσεν όλον τον κόσμον.

Η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου μια πεζή διασκευή της ιστορίας του μεγάλου ανδρός που κυκλοφορούσε σε φτηνές λαϊκές εκδόσεις από το 1680 και ως τις μέρες μας, είναι εξαιρετικά αγαπητό λαϊκό ανάγνωσμα όπου δια αυτού αποτυπώνεται η λαϊκή διασκευή της ιστορίας του ήρωος εν μέσω συνονθυλεύματος ελληνικών πολιτισμικών παραδόσεων από τη στιγμή της δημιουργίας του έως τους μεταβυζαντινούς χρόνους. Με συγχωνευμένα ειδωλολατρικά, ιστορικά και μυθικά στοιχεία, συναντά ο αναγνώστης τον Αλέξανδρο ως μέγα αρχαίο βασιλέα στρατηλάτη, καθώς και ως χριστιανό ιππότη υπέρμαχο της βυζαντινής αυτοκρατορικής ιδεολογίας

Η διήγηση ως ένα συνονθύλευμα πραγματικών ιστορικών γεγονότων, δοξασιών, μύθων, διαλόγων, θρήνων και άλλων απίστευτων ιστοριών, εξιστορεί πώς ο Θεός έστειλε τον μέγαν Αλέξανδρο να τιμωρήσει τους κακούς. Πώς οταν ενίκησε τον Βασιλέα Πώρο, τον έπιασε και τον εφυλάκισε μέσα στα σκοτεινά κοιλώματα μιας λοφοσειράς που έκλεινε τους σκυλοκέφαλους, και από εκεί ο Πώρος δεν ημπορεί να βγεί παρά στον κατοπινό καιρό. Πάνω από τους λόφους αυτούς ο Μέγας Αλέξανδρος έμπηξε ένα δίκρανο και του έβαλε μια καμπάνα που κτυπά μονάχη της με το φύσημα του αέρα. Οι σκυλοκέφαλοι όταν ακούνε την καμπάνα ξέρουν πως ο Αλέξανδρος είναι εκεί και τους φυλάει. Αυτοί θα βγουν στον κατοπινό καιρό και θα αρχίσουν τη δουλειά που γι’ αυτούς τους προώρισε ο θεός. Οι σκυλοκέφαλοι έχουν ένα μάτι στο μέτωπο κι ένα στον τράχηλο. Είναι βίαιοι και υπερβολικά κακοί. Η ομιλία τους είναι άσχημη. Πιάνουν τους ανθρώπους και αφού τους λιπαίνουν, τους ψήνουν στο φούρνο και τους τρώνε».
Στη φυλλάδα εξιστιρείται πώς ο Αλέξανδρος δεν καταλαμβάνει απλώς την Ασία, αλλά εκστρατεύει και στη δύση, φτάνει στη γη των μακάρων, συναντά Αμαζόνες, τέρατα, ποτάμια που αντί για νερό ρέει άμμος, χώρες δίχως φως ηλίου, φιλοσόφους σοφιστές, γίγαντες, σκυλοκέφαλους ανθρώπους με έξι πόδια και τρία μάτια, μονόποδα ανθρωπάκια με προβατένια ουρά, Ινδούς, Τούρκους, Αρμένιους  και μύριες άλλες φυλές, τον συναντοάμε ακόμα να πετά στους ουρανούς και να μπαίνει στα βάθη της θάλασσας με υποβρύχιο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ:

ΚΕΦΑΛΑΟΝ Α΄- ΠΕΡΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Η Μακεδονία είναι επαρχία μεγάλη της Ευρώπης, όπου συνορεύει από το μέρος του Βορέως με την Δαλματίαν, Σερβίαν, Βουλγαρίαν και Θράκην. Από της Ανατολής με το Αιγαίον πέλαγος. Από την Μεσημβρίαν με την Ήπειρον και Θεσσαλίαν. Από Δύσιν με το Ιόνιον Πέλαγος. Αυτή ποτέ καιρόν έφθασε εις άκρον βαθμόν της μεγαλειότητος διά πολλών βασιλέων, οπου έλαβε, και μάλιστα δια Φιλίππου, και Αλεξάνδρου πατρός και Υιού. Πρώτον μέν έλαβε την αρχήν της φήμης από τον Φίλιππον, δια τους πολλύς πολέμους, οπου έκαμε εναντίον των Ολυνθίων και άλλων Δημοκρατιών της Ελλάδος, ο οποίος εβασίλευσεν εις τους 5136 από κτίσεως κόσμου. Εις τον δέκατον έκτον χρόνον της αυτού βασιλείας, έδωκεν εις το φως η Ολυμπιάς η γυνή του τον μέγαν θαυμαστόν Αλέξανδρον, ο οποίος δεν ήτο σπέρμα του αυτού Φιλίππου, αλλά ήτον του Νεκτεναβού βασιλέως της Αιγύπτου, θαυμαστού αστρονόμου και Μάγου, ως θέλετε το αγροικήσει και καταλεπτώς εις την ακόλουθον διήγησιν.

ΚΕΦΑΛΑΟΝ Β΄- ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΝΕΚΤΕΝΑΒΟΥ
Ούτος ο θαυμαστός αστρονόμος και βασιλεύς Νεκταναβός, εβασίλευσεν εις όλην την Αίγυπτον με τα μαγικά του τεχνάσματα.Αυτός ήυρεν με τις μαγείες του τα όσα ήθελαν του συνέβει, και καμίαν φοράν δεν εξέβαινεν εις πόλεμον, αλλά εκάθητο εις το παλάτιν του και έκανεν τις μαγείες του. Όταν επήγαιναν κατά πάνω του, εγύριζαν κακώς έχοντες εις τους τόπους τους. Βλέποντες λοιπόν οι βασιλείς το κακό οπου τους έκανεν, εσυμφώνησαν κοινώς να έλθουν κατά πάνω του, να τον εξολοθρεύσουν. Αυτοί ήσαν ο Δαρείος Βασιλεύς της Περσίας, ο Βασιλεύς της Λενθίας και της Ιβερίας, και άλλοι πολλοί οπου εσύναξαν τα φουσάτα τους και εκίνησαν κατά πάνω του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ - Ο ΒΕΡΒΕΡΗΣ ΗΛΘΕΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΝΕΚΤΕΝΑΒΟΝ
 Ένας στρατιώτης ονόματι Βερβέρης, βλέπωντας τα φουσάτα οπου ήρχοντο καταπάνω του Νεκτεναβού του βασιλέως του, έτρεξε προς αυτόν και του είπεν,
-ήξευρε Βασιλεύ, ότι άπειρα φουσάτα έρχονται δια να σε πολεμίσουν, και κάμε την κυβέρνησιν δια να μην μας αφανίσουν.
Ως ήκουσε τους λόγους τούτους ο Νεκτεναβός, είπε του Βερβέρη γελώντας,
-σύρε αναπαύσου και εγώ με έναν λόγον θέλω τους κάμει όλους να επιστρέψουν εις τους τόπους τους χωρίς να μας βλάψουν τίποτε.
Εσηκώθει, εσέβει εις την οικίαν του, άρχισε να κάμει την τέχνην της μαντείας, και είδε πως χάνει το βασίλειον του και πως θέλει νικηθεί. Τότε εζαλίσθει πολύ, έκλαυσε πικρώς, και είπεν,
-Ώ κάστρον ωραιότατον της Αιγύπτου οπου σε ετίμησα με τόσα πλούτη, και τώρα σε στερίζομαι.
Εξύρισε ευθύς τα γένια του, άλλαξε την φορεσίαν του, επήρε δηνάρια κοντά του όσα ημπόρεσε, και έφυγεν από την Αίγυπτον αγνώριστος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ - ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΖΗΤΟΥΝ ΤΟΝ ΝΕΚΤΕΝΑΒΟΝ
Επήγαν το ταχύ οι άρχοντες της Αιγύπτου εις το παλάτι κατά τη συνήθειαν, δια να συμβουλευθούν με τον βασιλέα τους δια τα φουσάτα οπου ήρχοντο, και δεν τον ηύραν εκεί. Ηύραν όμως μίαν επιστολήν όπου έγραφεν ούτος.
-Αγαπημένοι μου άρχοντες και λοιποί, σας δίδω την είδησην ότι εγώ, με το να είδα ότι δεν ημπορώ να αντισταθώ εις τα φουσάτα όπου ήρχοντο κατά πάνω μου, φεύγω από την Αίγυπτο και μετα από εικοσιτέσσερις χρόνους, πάλιν θέλω γυρίσει. Τώρα μισσεύω γέρων, και τότε θέλω γυρίσει νέος. Σας παρακαλώ να μην βαρεθείτε εις το να στήσετε έναν στύλον εις τη μέσην της Αιγύπτου και να ζωγραφίσετε το πρόσωπον μου επάνω βάνωντας και το στεφάνι μου εις την κορυφήν του στύλου. Είτις έλθει να σταθεί εις την ρίζαν του στύλου και πέσει το στεφάνιν μου εις το κεφάλιν του επάνω, θέλετε τον προσκυνήσει, ότι θέλει είναι υιός μου εκείνος.
Ωσάν είδαν αυτήν την επιστολήν οι άρχοντες, τους εκακοφάνει δια τον μισεμόν του, και παρευθύς επρόσταξαν να γίνει ο στύλος κατά πως τους εδιέταξε και έβαλαν το στεφάνιν του εις την κορυφήν.

Ο Νεκτεναβός εδιάβει την Μακεδονίαν, εις τη χλωραν των Φιλίππων, ονομαζόμενην εις το παλαιόν, Πέλλα. Εκεί έκανε του λόγου τον μάγον και αστρονόμον περίφημον, και εις τα όσα τον ερωτούσαν, εις όλα αλήθευαν οι μαγίαις του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄- ΠΕΡΙ ΟΛΥΜΠΙΑΔΟΣ
Ο Βασιλεύς της Μακεδονίας Φίλιππος είχε γυναίκα ωραίαν ονόματι Ολυμπιάδα η οποία ήτον και πολλά πικραμμένη οπου δεν έκανε παιδίον και ήτον πάντα φοβισμένη μήπως και την αφήσει ο Φίλιππος δια την ατεκνίαν της. Εκείνες τις ημέρες εδιάβει ο Φίλιππος έξω δια να πολεμήσει με τους εχθρούς του. Πριν να μισσεύσει έκραξε την Ολυμπιάδα και της είπεν,
-Ιδού, εγώ θέλω υπάγει εις τον πόλεμον και όσον καιρόν ευρίσκομαι εδώ, κάμε ότι ημπορέσεις δια να εύρω παιδίν από λόγου μου όταν στραφώ από τον πόλεμον, ειδέ και μη δεν εύρω, πλέον τα μάτια μου δεν θέλουν σε μεταϊδεί.
Η Ολυμπιάς ως αγρόικησε το σκοπόν του Φιλίππου, εσέβη εις τον λογισμόν τι να κάμει, και εστέκετο συγχισμένη και πικραμμένη πολλά.
Μια από τες σκλάβες τις ωσάν την είδε πικραμμένην, της είπε,
-Ήξευρε βασίλισσα , πως εδώ εις το κάστρον ήλθεν ένας ξένος μάγος και αστρονόμος περίφημος, και ότι ειπεί όλα αληθεύουν και ψέματα δεν λέγει. Εκείνος ημπορεί να κάμει τίποτε δια να γεννήσεις παιδίον.
Ωσάν ήκουσεν η βασίλισσα τους λόγους της σκλάβας, ευθύς της είπε,
-σύρε ογλίγωρα να τον εύρεις και να μου τον φέρεις εδώ να τον ιδώ.

ΑΛΛΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
Μετά από πολλές περιπέτειες ο Αλέξανδρος φτάνει σε μέρη άγνωστα και παράξενα.
Από εκεί δε εσηκώθη και εισήλθεν εις ένα τόπον πετρώδη, εις τον οποίον εκατοικούσαν άνθρωποι μιαροί, δεκαεπτά φυλές. Και κάθε φυλή ομιλούσε την γλώσσαν της και ονομάζονταν αι Μιαραί Γλώσσαι των οποίων τα ονόματα είναι τοιαύτα: Γότθοι, Μαγγόθοι, Ανάγες, Αγώκοι, Εξαύθειοι, Ανθρωποφάγοι, Κυνοκέφαλοι, Φάρδειοι, Αλενέοι, Φυσονίκαιοι, Ασίνεοι, Δραραίοι, Δεφαρείς, Φυτηναίοι, Θελματαίοι, Μαρμύθαιοι και Αγριμανθέοι.
Και άλλα έθνη ήτανε, τους λγουν Τρωγλοδτας, και κατοικούν στα σπλαια κ' είχαν μακρς τας μτας. Λαν ηγριωμνοι ήτανε, άλλοι δασείς, τα πρσωπα δεικνντες ως λεντων, ήσαν δε και τα σματα παρμοια των τργων, θηρα τε παμποκιλα, διφορα πρς βλψιν.
Και ευρήκεν ανθρώπους παράξενους με χέρια εξ και ποδάρια εξ. Και ήλθαν να πολεμήσουν τον Αλέξανδρον. Και εσκότωσαν εξ αυτών πολλούς και επίασε και ζωντανούς πολλούς και ήθελε να τους εβγάλη εις τον κόσμον δια θαύμα. Και δια να μην ηξεύρη τι είναι το φαγητόν τους, απόθαναν όλοι από την πείναν.
Και απ’ αυτού εδιάβη ημέρας δέκα και ήλθεν εις ένα τόπον οπού ήτον οι Σκυλοκέφαλοι. Ανθρωποφγοι οι λεγμενοι Κυνοκφαλοι, Θαρβαίοι, Άλανες, Φισολονικαίοι, Αλκηναίοι, Σαλτριοι. Ήσανε κακά θεριά κ’ είχαν κακά τα ήθη, στόμα είχαν εις τα στήθη. Και το κορμί τους ήτον ανθρωπινόν και το κεφάλι τους ήτον σκύλινον και η φωνή τους ανθρωπινή και επεριπατούσαν ωσάν σκυλία. Και εσκότωσεν ο Αλέξανδρος πολλούς από εκείνους.
Και μετά βίας εδιάβη δια δέκα ημέρας από τον τόπον τους και επήγεν εις έναν τόπον κοντά εις την θάλασσαν. Και έπεσαν να κοιμηθούν και να αναπαυθούν εκεί. Και εκεί εψόφησεν ενός στρατιώτου το άλογον, και έσυράν το κοντά εις την θάλασσαν, και την νύκτα εκείνην εξέβη μία καραβίδα και το έφαγεν. Και έμαθαν και οι άλλες και εξέβησαν μίαν νύκτα και επήραν άλογα πολλά και ανθρώπους και εσέβασάν τους εις την θάλασσαν και εχάλασαν πολύ φουσάτον.
Και απ’ εκεί ήλθαν εις άλλην λίμνην και έπεσαν να αναπαυθούν. Και όταν εβραδίασεν, εξέβησαν από εκείνην την λίμνην γυναίκες και έλεγαν τραγούδια πολλά εύμορφα, εις τόσον οπού ο νους του ανθρώπου επαίρνετο. Και ως ομοιάζει, εκείνες ήτον αι αναράϊδες, οπού λέγουν την σήμερον.
Και ηύραν ανθρώπους μονοπόδαρους και είχαν ουράν ωσάν πρόβατα. Και επίασαν πολλούς απ’ αυτούς και ήφεράν τους εις τον Αλέξανδρον. Και ο Αλέξανδρος τους ερώτησε λέγων: Πώς είστε αυτού; Και αυτοί του είπαν: Αλέξανδρε βασιλεύ, ελεημονήσου και άφες μας, ότι δια αδυναμίαν μας ήλθαμεν εδώ και εκρύφθημεν. Και ακούοντας ταύτα τα λόγια ο Αλέξανδρος τους άφησε δια να πηγαίνουν. Και επηδούσαν από λιθάρι εις λιθάρι και άρχισαν να περιγελούν τον Αλέξανδρον και έλεγαν: Ο Αλέξανδρος όλον τον κόσμον επήρε τον με την φρονιμάδα του και ημείς τον εγελάσαμεν και μας άφηκεν, οπού το κρέας μας είναι νοστιμώτερον από όλα τα πετούμενα και τετράποδα και το κουφάρι μας γέμει πολύτιμα λιθαρόπουλα και χοντρό μαργαριτάρι και το πετσί μας σίδερον δεν το απερνά. Και ως ήκουσεν ο Αλέξανδρος, εγέλασεν και είπε: Ο άνθρωπος από την γλώσσαν του χάνει το κεφάλι του. Και ευθύς όρισε και αρματώθηκαν διακόσιες χιλιάδες καβαλλαραίοι… και τους έγδαραν και εστέγνωσαν τα πετσία τους και ευρήκαν εις το σκάφος τους πλούτον αναρίθμητον από πολύτιμα λιθαρόπουλα και μαργαριτάρια. Και όρισε τους Πέρσας και έφαγαν το κρέας τους. Και έλεγαν ότι να ήτον νοστιμώτερον από όλα τα πετεινά και τετράποδα.
  
Μισεύοντας δε από το νησί των Μακάρων επερπατούσαν ημέρες δέκα. Και ηύραν έναν κάμπον πλατύν και μέγαν και εις την μέσην του ήτον ένα χάος βαθύ και πλατύ, οπού εκρατούσεν από μίαν άκραν έως την άλλην, και δεν ημπορούσαν να απεράσουν. Και επρόσταξεν ο Αλέξανδρος και έκαμεν ένα γεφύρι πολλά μεγάλον και εδιάβηκεν με τα φουσάτα του, εις την μέσην δε του γεφυριού έγραψεν τα παρόντα γράμματα: «Διά προσταγής Αλεξάνδρου του βασιλέως εκτίσθη το παρόν, και εδιάβη με τα φουσάτα του, όντας εξήλθεν εκ της γης των Μακάρων».
 
Ύστερον δε από εκεί επεριπατούσαν ημέρες τέσσαρες και ήλθαν εις την σκοτεινήν γην. Και εκεί όρισεν ο Αλέξανδρος και ήφεραν φοράδες οπού είχαν πουλάρια μικρά. Και άφηκαν τα πουλάρια έξω και εσέβησαν εις το σκότος και επεριπάτησαν έως είκοσι τέσσαρες ώρες. Και εκεί εδιαλάλησαν εις όλον το φουσάτον ότι πας εις να πεζεύσει να πάρει από το χώμα της γης εκείνης. Και όσοι επήραν όταν εξέβησαν έξω, είδαν το χώμα και ήτον όλον χρυσάφι. Και επικράνθηκαν πως δεν επήραν περισσόν. Και απ' αυτού επεριπάτησεν ημέρας τεσσάρας. Και εσυναπάντησεν ο Αλέξανδρος δύο πουλία ανθρωποπρόσωπα, κατά πολλά εύμορφα, τα οποία του εμίλησαν με ανθρωπίνην φωνήν και είπαν: Αλέξανδρε, διατί πειράζεις τον Θεόν; Και θέλει σε οργισθεί εις τον έρημον τόπον να χαθείς και εσύ και το φουσάτον σου όλον. Μόνον κάμε ετούτο οπού σου λέγομεν και γύρισε οπίσω δεξιά και σύρε πάλιν να ακολουθήσεις τους συνηθισμένους σου πολέμους, ότι καρτερεί σε και ο βασιλεύς της Ινδίας να πολεμήσετε. Και εγύρισε δεξιά ο Αλέξανδρος και επεριπάτησεν ημέρας οκτώ. Και φθάνοντας εις μίαν λίμνην ετέντωσε να αναπαυθεί. Και οι μάγειροι άρχισαν διά να μαγειρεύσουν και επήραν και έβαλαν στεγνά οψάρια πολλά εις την λίμνην και άφηκάν τα ολίγον να βραχούν και αυτά ανέζησαν και έφυγαν εις την λίμνην.
Και ως ήκουσεν ο Αλέξανδρος πως ανέζησαν τα οψάρια, εθαύμασε και εξεπλάγη. Και όρισε και εκολύμβησαν όλα τα φουσάτα του με τα άλογα τους μέσα εις την λίμνην και εδυναμώθησαν από τον κόπον τον πολύν. Και απ' αυτού επεριπάτησεν ημέρας δύο και ήλθεν εις άλλην λίμνην, οπού είχε το νερόν γλυκύ ωσάν ζάχαρη. Και εσέβη ο Αλέξανδρος να κολυμβήσει και ήλθεν επάνω του ένα ψάρι μέγα. Και αυτός έφυγεν έξω και το οψάριον κυνηγώντας τον εξέβη έξω. Και αυτός το εκαβαλίκευσε και εσκότωσέ το. Και είπε και έσχισάν το και ευρήκεν μέσα του ένα λιθάρι πολύτιμον· και ήτον ωσάν χηνάριον αυγό και έλαμπεν ώσπερ τον ήλιον. Και όρισε και έβαλάν το εις το φλάμπουρόν του και εβαστούσαν το εις τον Αλέξανδρον ομπροστά ωσάν φανάρι.
 
Και απ' εκεί ήλθαν εις άλλην λίμνην και έπεσαν να αναπαυθούν. Και όταν εβραδίασεν  εξέβησαν απο εκείνην την λίμνην γυναίκες και έλεγαν τραγούδια πολλά εύμορφα, εις τόσον οπού ο νους του ανθρώπου επαίρνετο. Και ως ομοιάζει, εκείνες ήτον οι αναράιδες, οπού λέγουν την σήμερον. Και απ' αυτού επεριπάτησαν ημέρας εξ και ήλθον εις έναν τόπον οπού ήτον λόγκος μέγας. Και εκεί εξέβησαν αλογάνθρωποι πολλοί κατεπάνω του φουσάτου, οι οποίοι από την μέσην και απάνω ήτον άνθρωποι, από δε την μέσην και κάτω ήτον άλογα. Και ήτον όλοι τοξότες και το ξιφάρι της σαϊτας ήτον από λίθον αδαμάντινον. Και σίδερον δεν είχαν παντελώς και ήτον πολλά ογλήγοροι ωσάν πετούμενα. Και ως τους είδεν ο Αλέξανδρος, είπε των Μακεδόνων: Ας κάμομεν μίαν πονηρίαν, να πιάσομεν απ' αυτούς να τους πάρομεν εις την Μακεδονίαν δια θαύμα. Και επρόσταξε να κάμουν λάκκους, να τους σκεπάσουν με καλάμι χοντρό. Και απέστειλεν ανθρώπους να τους παρακινήσουν εις πόλεμον, και αυτοί μην ηξεύροντες την πονηρίαν των ανθρώπων έπεσαν εις τους λάκκους. Και εσκότωσαν δώδεκα χιλιάδες και επήραν και ζωντανούς και τους ημέρωσαν άλλες έξι χιλιάδες. Και ηθέλησαν να τους εβγάλουν εις τον κόσμον. Και τόσον ήτον ογλήγοροι, ότι δεν τους εγλίτωνε τίποτας. Και όπου και αν ετόξευαν, δεν αστοχούσαν. Και τους έδωκεν ολωνών άρματα ο Αλέξανδρος και τους ετοίμαζεν, διά να τους έχει βοηθούς εις τους ερχόμενους πολέμους. Οπόταν δε εξέβησαν εις τον κόσμον, κατά τύχην εφύσησεν άνεμος κρύος και απόθαναν όλοι.
 
Μετά δε εξήντα ημέρας ήλθαν εις την Ηλιούπολιν και εσέβηκαν εις ένα ναόν και επροσκύνησαν εις τον οποίον ευρήκεν ο Αλέξανδρος γράμματα οπού έδειχναν τον θάνατον του και ελυπήθη πολλά. Και απ' αυτού εσηκώθησαν και επεριπάτησαν ημέρας δέκα. Και ηύραν ανθρώπους μονοπόδαρους και είχαν ουράν ωσάν πρόβατα. Και επίασαν πολλούς απ' αυτούς και ήφεράν τους εις τον Αλέξανδρον. Και ο Αλέξανδρος τους ερώτησε λέγων: Πώς είστε αυτού; Και αυτοί του είπαν: Αλέξανδρε βασιλεύ, ελεημονήσου και άφες μας, ότι διά αδυναμίαν μας ήλθαμεν εδώ και εκρύφθημεν. Και ακούοντας ταύτα τα λόγια ο Αλέξανδρος τους άφησε διά να πηγαίνουν. Και επηδούσαν από λιθάρι εις λιθάρι και άρχισαν να περιγελούν τον Αλέξανδρον και έλεγαν: Ο Αλέξανδρος όλον τον κόσμον επήρε τον με την φρονιμάδα του και ημείς τον εγελάσαμεν και μας άφηκεν, οπού το κρέας μας είναι νοστιμότερον από όλα τα πετούμενα και τετράποδα και το κουφάρι μας γέμει πολύτιμα λιθαρόπουλα και χοντρό μαργαριτάρι και το πετζί μας σίδερον δεν το απερνά. Και ως ήκουσεν ο Αλέξανδρος, εγέλασεν και είπε: Ο άνθρωπος από την γλώσσαν του χάνει το κεφάλι του. Και ευθύς όρισε και αρματώθηκαν διακόσιες χιλιάδες καβαλαραίοι με λαγωνικά και πάρδους και ζαγάρια. Και ετριγύρισαν όλον το βουνί και απόλυσαν τα ζαγάρια και τους πάρδους και τα λαγωνικά και επίασάν τους και τους ήφεραν όλους εις τον Αλέξανδρον. Και όρισε και έσφαξαν τους. Και τους έγδαραν και εστέγνωσαν τα πετζία τους και ευρήκαν εις το σκάφος τους πλούτον αναρίθμητον από πολύτιμα λιθαρόπουλα και μαργαριτάρι. Και όρισε τους Πέρσας και έφαγαν το κρέας τους. Και έλεγαν ότι να ήτον νοστιμότερον από όλα τα πετεινά και τετράποδα.
 
Και απ' αυτού επεριπάτησεν ημέρας εξ και ήλθεν εις το σύνορον της Ινδίας και εξέβη εις τον κόσμον. Είχε δε μήνας εξ αφού είδεν τα γράμματα εις την Ηλιούπολιν οπού έδειχναν διά τον θάνατον του, και πάντοτε ήτον λυπημένος. Και εκεί εθυμήθη τους μονοποδάρους και εγέλασε. Και είδαν οι Μακεδόνες και εχάρησαν και εγέλασαν και αυτοί. Και την πίκραν οπού είχεν ο Αλέξανδρος δεν την ήξευραν. 'Εμαθεν δε ο Πώρος, ο βασιλεύς της Ινδίας, ότι ήλθεν ο Αλέξανδρος εις το σύνορόν του και του έγραψεν επιστολήν.

Ηθικόν της ιστορίας Αλεξάνδρου του Μακεδόνος.
Η ζωή ετούτη είναι ως περ το λουλούδι του λειβαδιού, οπού ή το δρεπάνι το κόπτει, ή ο Ήλιος το ξηραίνει και το φθείρει, και εις ολίγον διάστημα χάνεται. Ούτως είναι η ζωή μας, οπού σήμερον είμεσθεν εις τον Κόσμον με πλούτη, με δόξες και τιμές, αύριον δε είμεσθεν από το δρεπάνι του θανάτου θερισμένοι. 

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ