ΠΑΡΑΔΟΞΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Οι Ανεράδες.
Ήταν ένας ενωμοτάρχης από το Διαβολίτσι Μεσσηνίας . Ήταν γύρω στο 1930 καλοκαίρι την εποχή που είχε τελειώσει το θέρισμα και αλώνιζαν. Οι οικογένειες συνήθιζαν να παίρνουν λίγη τροφή μαζί τους και να περνάνε όλη τη μέρα στο αλώνι μέχρι που κοιμόντουσαν το βράδυ εκεί για να γλιτώσουν χρόνο και δρόμο μήπως βρέξει και τους χαλάσει η σοδειά.
Ένα βράδυ εκεί που κοιμόντουσαν όλοι κάτω από ένα δένδρο στο αλώνι καμιά δεκαριά νομάτοι, ακούσανε γυναικεία γέλια να έρχονται από τη ρεματιά που ήταν κοντά. Μια γριά φοβισμένη είπε ότι ήταν νεράιδες που λουζόντουσαν και που δεν έπρεπε να τις διακόψουν γιατί ήταν επικίνδυνες…
Άνθρωπος τραχύς και άφοβος ο Ενωμοτάρχης, όμως δεν τα πίστευε αυτά και πήγε να δει τι γινόταν. Οι άλλοι που έμειναν πίσω τον άκουσαν ξαφνικά να φωνάζει και όταν έτρεξαν σε βοήθεια τον είδαν μαυρισμένο στο ξύλο.
Κάποιοι είπαν ότι  λόγω της δουλειάς του είχε κάνει πολλούς εχθρούς και είχε κάνει πολλά κακά σε πολλούς και ότι κατά πάσα πιθανότητα του την είχαν στημένη, ενώ άλλοι είπαν ότι τον έδειραν οι Ανεράδες…

Δεν είχε είδωλο.
Κάποια νύκτα αργά, ένας νεαρός ταξιτζής γύριζε στο σπίτι του. Οδηγούσε μόνος και η ώρα είχε πάει 3 το πρωί. Στο δρόμο βλέπει κάποιον να του γνέφει να σταματήσει. Σταματά και αυτός ανοίγει την πόρτα πίσω, και χωρίς να μιλήσει, κάθεται στο πίσω κάθισμα. Ο νεαρός ταξιτζής σηκώνει το βλέμμα στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου για να δει τον πελάτη, και να τον ρωτήσει που να τον πάρει. Δεν βλέπει όμως τίποτα στο καθρεφτάκι και έντρομος γυρνά και κοιτά πίσω, τον βλέπει, ήταν εκεί. Σκέφτηκε ότι είναι ο έξω απ εδώ αφου δεν είχε είδωλο, σταματά και του ζητά να κατέβει. Κατεβαίνοντας ο πελάτης γυρνάει και του λέει:
-Έχε χάρη που ήταν οι άλλοι τρεις πίσω αλλιώς θα σε κανόνιζα.
Φεύγει ο νεαρός απορημένος. Μετά από 2 μέρες αποφασίζει να καθαρίσει το αυτοκίνητο. Ενώ καθάριζε το πίσω κάθισμα βρήκε μια εικόνα των τριών ιεραρχών την οποία είχε τοποθετήσει η μητέρα του για να τον προστατεύουν επειδή συνήθιζε να τρέχει πολύ. Τότε κατάλαβε για ποιους τρεις λέγε ο πελάτης που κατέβασε από το αυτοκίνητο.

Αρραβωνιάστηκε την κόρη του.
Ένας επιχειρηματίας του Λος Άντζελες  έμαθε ότι ήταν αρραβωνιασμένος με την… κόρη του. Την αρραβωνιαστηκε χωρις να το γνωριζει. Το εμαθε από τον πατέρα της αρραβωνιαστικιάς του όταν αυτος παραδέχτηκε ότι η γυναίκα του είχε συλλάβει με τεχνητή γονιμοποίηση. Ο άτυχος άντρας ανέτρεξε στο παρελθόν και θυμήθηκε ότι στο πανεπιστήμιο ήταν συχνός δότης σπέρματος. Αφού διασταύρωσε τα στοιχεία, αποκαλύφθηκε ότι η μέλλουσα γυναίκα του ήταν στην πραγματικότητα κόρη του!
  
Παναγία η Εσφαγμένη.
Κάποτε ήταν ένας Ιεροδιάκονος Εκκλησιάρχης νεωκόρος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου που πήγαινε να γευματίσει στην κοινή τράπεζα πάντοτε καθυστερημένα και έβρισκε δικαιολογία ότι ήταν οι πολλές εργασίες που είχε να κάνει στο Ναό. 
Κάποια μέρα που αργοπόρησε ως συνήθως, ο τραπεζάρης αγανακτισμένος αρνήθηκε να του δώσει λέγοντάς του ότι δεν μπορεί ο καθένας να τρώει ότι ώρα θέλει. Ο Εκκλησιάρχης με έντονους λογισμούς ενάντια στον τραπεζάρη και με αγανάκτηση, επέστρεψε στον Ναό. Με όλη την ταραχή και την ζάλη του πνεύματός του, πλησίασε προς την Εικόνα της Θεομήτορος και στεκόμενος ενώπιόν της, άρχισε θυμωμένα να φωνάζει ενώ αυτός με κόπο την υπηρετεί, αυτή δεν φροντίζει να του δίνεται ούτε ένα κομμάτι ψωμί για να δυναμώσει το κουρασμένο σώμα μου. Και με τα πολλά νευρά που είχε, βγάζει το μαχαίρι με το οποίο πριν καθάριζε τα μανουάλια, το καρφώνει με δύναμη στο μάγουλο της Εικόνας της Παναγίας και την πλήγωσε. Αμέσως άρχισε να τρέχει αίμα από την πληγή και το πρόσωπο της Παναγίας χλώμιασε. Ο Εκκλησιάρχης κυριεύτηκε από τρόμο, τυφλώθηκε και έπεσε κάτω κι έγινε σαν τρελός από τον έλεγχο της συνείδησής του, μένοντας στην κατάσταση αυτή τρία χρόνια. 
Μετά από τρία χρόνια εμφανίστηκε η Παναγία στον Ηγούμενο και του είπε ότι με τις προσευχές του, συγχωρεί τον παραβάτη Εκκλησιάρχη και του χαρίζει την υγεία του. Ο Εκκλησιάρχης Μοναχός θεραπεύθηκε και από τότε έκλαιγε πικρά για την παραφροσύνη του και ονόμαζε τον εαυτό του φονιά. Καθόταν σε στασίδι απέναντι από την Εσφαγμένη Εικόνα και με ειλικρινή μετάνοια, κατηγορώντας και επιπλήττοντας τον εαυτό του, πέρασε την υπόλοιπη ζωή του.  
Λίγο πριν τον θάνατό του, του εμφανίστηκε η Παναγία και του ανήγγειλε ότι τον συγχωρεί, αλλά το βλάσφημο χέρι του θα δοκίμαζε παραδειγματική τιμωρία μετά θάνατον. Μετά από τρία χρόνια, στην ανακομιδή των οστών του, όλα του τα οστά ήταν καθαρά δείχνοντας το Θείο Έλεος, το χέρι του όμως παρέμενε άλιωτο και κατάμαυρο. Φυλάσσεται μέχρι σήμερα, για να θυμίζει την αγαθότητα και την αγάπη της Παναγίας, που είναι έτοιμη να μας συγχωρεί για τα λάθη μας.  
Η Εικόνα ονομάστηκε Εσφαγμένη και βρίσκεται στο Παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου της Μονής, και φέρει τα σημεία της πληγής και του ρεύσαντος αίματος. Πριν λίγα χρόνια, ένας ξένος Ιερέας που ως φαίνεται είχε βαριές αμαρτίες, ασπαζόμενος την Αγία αυτή Εικόνα, άγγιξε την πληγή της Θεοτόκου, και τότε το καταξηραμένο αίμα έπεσε πάνω του με αποτέλεσμα τον αιφνίδιο θάνατό του, μόλις βγήκε από τον Ναό.

Υπάρχουν άγγελοι; ( μια αληθινλη ιστορία).
Η εικόνα ενός αγγέλου να κατεβαίνει από τον ουρανό, να επισκέπτεται το σπίτι ενός ετοιμοθάνατου, να παίρνει την ψυχή του και να εγκαταλείπουν μαζί τα εγκόσμια είναι μια εικόνα που μέχρι χθες συναντούσαμε σε εκκλησιαστικά κείμενα, αλλά από σήμερα βλέπουμε και σε βίντεο που προκαλεί σοκ και δέος σε όποιον το παρακολουθεί.
Αναφερόμαστε σ’ ένα περίεργο και συγχρόνως ανερμήνευτο και αξιοθαύμαστο γεγονός που συνέβη στο Βελιγράδι και έχει αποτυπωθεί σε βίντεο. Κυκλοφορεί μέσα από το Διαδίκτυο, έχει κάνει μεγάλη εντύπωση σε όσους το βλέπουν και φυσικά προκαλεί σοκ. Κάποιος Σέρβος πολίτης...
Την ώρα που ο ήλιος δύει, μαγεμένος από την όμορφη εικόνα των χρωμάτων, καταγράφει το δειλινό με την κάμερα που έχει το κινητό του τηλέφωνο. Αθελά του καταγράφει το θάνατο ενός συνανθρώπου του. Τι έχει συμβεί; Στο βίντεο-μυστήριο έχει καταγράψει τις σκιές ενός αγγέλου κι ενός ανθρώπου που μόλις παρέδωσε την ψυχή του! Το σχετικό βίντεο δείχνει καθαρά τον άγγελο να κατεβαίνει από τον ουρανό, να εισέρχεται σε μια πολυκατοικία από τη στέγη της και σε δευτερόλεπτα να αρχίζει πάλι να ανεβαίνει, να φθάνει στην οροφή, να εξέρχεται και να ανέρχεται προς τον ουρανό. Μόνο που στην έξοδο ή καλύτερα στην άνοδο οι φωτεινές σκιές που έχουν καταγραφεί είναι δύο! Ολο περιέργεια ο Σέρβος πολίτης επισκέφθηκε την πολυκατοικία για να πληροφορηθεί τι είχε συμβεί και έκπληκτος έμαθε ότι πριν από λίγο ένας άνθρωπος εκεί μέσα είχε πεθάνει!
Τη ερμηνεία αυτή ασπάζεται ο μητροπολίτης Καλαβρύτων και Αιγιαλείας κ. Αμβρόσιος, ο οποίος και φιλοξένησε το βίντεο στο διαδικτυακό ημερολόγιό του: «Τα μεγαλεία του Θεού μόνον απλοϊκές ψυχές μπορούν να τα αποδεχθούν», αναφέρει ο σεβασμιότατος και συνεχίζει: «Ο Πανοικτίρμων και Φιλάνθρωπος Θεός σε κάθε εποχή και με πολλούς κάθε φορά τρόπους αποκαλύπτει κάτι από το μεγαλείο του, ώστε οι “καθαροί τη καρδία” να ωφελούνται. Δηλαδή, να βεβαιώνουν την πίστη τους και να υποτάσσωνται με μεγαλύτερη προθυμία στον Ουράνιο Πατέρα μας.

Φωνες από το υπόγειο, μια πραγματική ιστορία.
Στο νοσοκομείο της Καβάλας το 1960, εργαζόταν μια γυναίκα ως βοηθός νοσοκόμου. Μετά τα μεσάνυχτα άκουγε ομιλίες και παράξενες φωνές στο υπόγειο νόμισε ότι γιατροί ή νοσοκόμες ήταν κάτω στο υπόγειο και δεν έδωσε σημασία. Μια μέρα, μια συνάδελφος της είπε να πάνε στο υπόγειο να πάρουν κάτι πράγματα.
Η ώρα 01:00 μεσάνυχτα. Κατεβαίνοντας τις σκάλες προς το υπόγειο, οι απόμακρες φωνές ακούστηκαν  σαν δυνατά μουρμουρητά.
Παραξενεύτηκε αλλά δεν τρόμαξε. Με την άκρη του ματιού της, κοίταξε τις αντιδράσεις της άλλης νοσοκόμας αλλά εκείνη δεν εκδήλωσε καμιά αντίδραση. Κάνοντας να ξεκλειδώσει την πόρτα η συνάδελφος, άκουσε κάτι να σπάει από τη μέσα μεριά της πόρτας, κάτι σα πήλινη κανάτα. Κοντοστάθηκε, κοίταξε και πάλι την συνάδελφο νοσοκόμα αλλά και πάλι εκείνη έδειχνε σα να μην συνέβαινε τίποτα, παρα μονο παρατηρώντας την αντίδραση της την ρώτησε αν συμβαίνει κάτι.
Η βοηθός νοσοκόμα απάντησε πως της φάνηκε πως κάτι άκουσε… Η συνάδελφος τη ρώτησε, από που;, οπότε τότε κατάλαβε πως κάτι παράξενο συμβαίνει. Η συνάδελφος νοσοκόμα, ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε πρώτη. Στην είσοδο της συναδέλφου στο χώρο, η βοηθός πρόσεξε μια διάφανη-αέρινη μορφή να την κοιτά στα μάτια για 5 δευτερόλεπτα και σε απόσταση κάπου 5 μέτρων. Έπειτα η μορφή ξεγλίστρησε ήσυχα φεύγοντας από το κλειστό παράθυρο. Έπειτα κοίταξε στο πάτωμα αλλά δεν είδε τίποτα κομμάτια από κάτι που έσπασε. Πάγωσε αλλά δε πανικοβλήθηκε. Η συνάδελφος νοσοκόμα δε τη πρόσεχε που βρισκόταν πίσω της, πήρε τα πράγματα που ήθελε, κλείδωσαν και ανέβηκαν σιωπηλές τις σκάλες.
Πέρασαν κάπου 3-4 μέρες και μια νύχτα πάλι, η βοηθός νοσοκόμα άκουσε πάλι φωνές να έρχονται από κάτω. Κάπου μισή ώρα μάζευε κουράγιο και τελικά πήρε την απόφαση να πάει μόνη της στην αποθήκη. Και πάλι, πριν ξεκλειδώσει, άκουγε φωνές, κάτι σα μουρμουρητά. Ξεκλειδώνει, οι φωνές σταματούν. Προχωρά αργά προς το κέντρο του δωματίου, κοντοστέκεται, τίποτα. Έπειτα κατευθύνεται προς το παράθυρο. Λίγο πριν φτάσει, ακούει μια φωνή σαν να ήταν 10 μέτρα πίσω της να τη ρωτάει σε απλό τόνο “η γυναίκα μου πως είναι;”.
Γύρισε αλλά δεν είδε τίποτε. Άναψε όλα τα φώτα στο υπόγειο, έψαξε παντού αλλά δε βρήκε κανένα άλλο ίχνος. Αυτή η ερώτηση την παραξένεψε πολύ. Έπειτα από 15 μέρες περίπου, ήτανε νυχτερινή βάρδια. Έσβηνε τα φώτα σε ένα θάλαμο ασθενών και ακούστηκε μια φωνή. “Κορίτσι μου, έρχεσαι λίγο σε παρακαλώ;”.
Ήταν η φωνή μιας πολύ ευγενικής ηλικιωμένης γυναίκας η οποία ήταν βαριά άρρωστη. Κουβέντιασαν για πολλή ώρα για διάφορα θέματα και σε μια στιγμή η άρρωστη γυναίκα της λέει, “είσαι πολύ καλός άνθρωπος… γι’ αυτό τον είδες”.
Η βοηθός τη ρώτησε για ποιό πράγμα μιλάει. Η ηλικιωμένη της είπε τότε ότι συχνά, πολλά βράδια την επισκεπτόταν ο άνδρας της που είχε πνιγεί πριν δυο χρόνια στο καράβι που δούλευε. “Αρχικά” λέει “τον έβλεπα πολύ μακριά στο διάδρομο” δεν ήθελε να με τρομάξει. “Όσο πλησίαζε σε άλλες εμφανίσεις του, σιγά άρχισε να μου μιλά. Μου έλεγε ότι δε πρέπει να ανησυχώ και να μη στενοχωριέμαι. Πολλές φορές τον έβλεπα μόνο για 10 δευτερόλεπτά, άλλοτε λίγο περισσότερο. Τελευταία μου είπε για σένα, όχι με το όνομά σου, σε περιέγραψε. Κορίτσι μου το νοιώθω πως δε θα ζήσω πολύ. Αλλά ήθελα πριν φύγω να το ξέρεις για να ηρεμήσεις κι εσύ”. Η βοηθός νοσοκόμα συγκινήθηκε και έκλαιγε με αναφιλητά. Την καληνύχτισε. Στη δουλειά πήγε τη μεθεπόμενη μέρα γιατί την προηγούμενη είχε ρεπό. Περνώντας από το δωμάτιο της ηλικιωμένης γυναίκας το είδε άδειο και καλά στρωμένο. Ρώτησε μια συνάδελφο και της είπε πως η γυναίκα αυτή, πέθανε την προηγούμενη μέρα. Από εκείνη την ημέρα δεν ξανάκουσε φωνες από το υπόγειο.

Ο ποντικός κι ο βάτραχος.
Μια φορά ένας ποντικός είπε σ’ ένα βάτραχο να κάμουνε φίλια. ‘Ο βάτραχος δέχτηκε, αλλά σκέφτηκε να γελάσει με τον ποντικό, και του ‘πε να δεθούνε κι οι δυο μ’ ένα βούρλο από τα ποδάρια. Δέχτηκε ο ποντικός και δεθήκανε. Περπατούσανε μαζί σα φίλοι, μα σε μια στιγμή, καθώς περνούσανε πάνω από μία λίμνη, ο βάτραχος πήδησε ξαφνικά στο νερό, για να συνεπάρει και τον ποντικό και να γελάσει με το πάθημα του. Ό ποντικός δεν ήξερε να κολυμπάει και πνίγηκε. Ετουμπάνιασε κι ανέβηκε στο νερό. Τον είδε από ψηλά ένα γεράκι που πέρναε, και βούτηξε να τον πάρει. Ό βάτραχος όμως, που ήταν δεμένος μαζί του, σηκώθηκε κι αυτός στον αέρα κι έγινε κι αυτός καλός μεζές στο γεράκι

Πανελλήνιες εξετάσεις.
Η Ντίνα με κάτι φίλες της είχαν μαζευτεί ένα βράδυ πριν ξεκινήσουν οι πανελλήνιες εξετάσεις στο σχολείο, να κάνουν μια τελευταία επανάληψη στα μαθηματικά κατεύθυνσης. Καποια στιγμή, κτυπάει η πόρτα και μόλις ανοίγει η Ντίνα βλέπει μια κοπέλα που δεν την είχε ξαναδεί. Της λέει
-Γεια σου Ντινα, μένω εδω πιο πανω.
-Δεν σε έχω ξαναδει.. Απο το σχολείο είσαι ;
-Όχι, της απαντά η άλλη.
-Έχω τελειώσει αλλά θα ξαναδώσω.
Τέλος πάντων, κάθεται μαζί τους να κάνουν επανάληψη και τους είπε να διαβάσουν πολύ καλά 2 προβλήματα λυμένα που τους έδωσε. Αφου έκατσαν κάποιες ώρες και έκαναν επανάληψη, η άγνωστη κοπέλα έφυγε.
Την επόμενη μέρα πήγαν να δώσουν και είδαν έκπληκτες, ότι τα 2 προβλήματα που τους έδωσε, ήταν το 3ο και 4ο θέμα... Έψαξαν να βρουν την κοπέλα αυτή, αλλά τίποτα. Ρώτησαν έναν καθηγητή τους αν την είδε και αφου του την περίγραψαν, τους είπε ότι η κοπέλα αυτή είχε πεθάνει πριν 3 χρόνια σε τροχαίο, μια μέρα πρίν τις πανελλήνιες.......

Η εξαφάνιση της Αγιογραφίας.
Στο μοναστήρι του Μανταδάμου στη Λέσβο, μια Αγιογραφία του Αρχάγγελου Μιχαήλ εξαφανίστηκε τη μέρα που μπήκαν οι Τούρκοι στη Κύπρο το 1974, και εμφανίστηκε μια εβδομάδα αργότερα. Αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, διότι το είδαν να συμβαίνει χιλιάδες άτομα και είναι επιστημονικά ανεξήγητο πως από τον τοίχο εξαφανίστηκε μια Αγιογραφία, έμεινε ο τοίχος γυμνός που ήταν Αγιογραφημένη, και ύστερα να επανεμφανίστηκε.

Τα τηγανισμένα ψάρια.
Τον καιρό που είχαν ζώσει την Πόλη οι τούρκοι, ένας καλόγερος ετηγάνιζε εφτά ψάρια στο τηγάνι. Τα είχε τηγανίσει από τη μια μεριά, κι ό,τι ήταν να τα γυρίσει από την άλλη, έρχεται ένας και του λέει πως πήραν οι τούρκοι την Πόλη. “Ποτέ δεν θα πατήσουν την Πόλη οι τούρκοι” λέγει ο καλόγερος. “Τότε θα το πιστέψω αυτό, αν αυτά τα ψάρια τα τηγανισμένα ζωντανέψουν!” Δεν απόσωσε στο λόγο, και τα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι ζωντανά κι πέσαν σ' ένα νερό εκεί κοντά. Και είναι ώς τα σήμερα τα ζωντανεμένα εκείνα ψάρια στο Μπαλουκλί, και θα βρίσκονται εκεί μισοτηγανισμένα και ζωντανά, ως να έρθει η ώρα να πάρομε την Πόλη. Τότε λεν πως θα 'ρθει ένας άλλος καλόγερος να τ' αποτηγανίσει.

Η σκιά.
Σε ένα Δρομο που οδηγει σε μια κατασκηνωση λέγεται ότι πλαναται σαν ισκιος ένα φάντασμα,  το οποίο όλοι αποκαλούν "η σκιά". Πρίν απο αρκετα χρόνια είχε συμβέι ένα ατύχημα με παιδιά που επέστρεφαν απο την καλοκαιρινή τους κατασκήνωση. Το λεωφορείο ανετράπη σε μία χαράδρα διπλα στην κατασκηνωση και τα παιδιά εγκλωβίστικαν. Οι διασώστες έσωσαν τα περισσότερα παιδιά αλλα άφησαν ένα το οποίο νόμισαν σά νεκρό και επειδή έβαλαν ώς πρωτεραιότητα την ασφάλεια των επιζόντων έβγαλαν πρώτα τα παιδιά που ήταν ζωντανά. Όμως το παιδί που άφησαν πίσω τους ήταν ζωντανό και συνήλθε λίγα δευτερόλεπτα πρίν πεθάνει. Λένε λοιπόν πως πρίν πεθάνει  καταράστηκε την κατασκήνωση

Τοπωνύμια, το ψηλό λιθάρι.
Τρεις ανδρειωμένοι ρίχνανε το λιθάρι στο Καμάρι. Λέει ο ένας στους αλλουνούς:
- Θέλτε να ρίξουμε το λιθάρι; Ελάτε να πετάξουμε το λιθάρι και να ιδούμε ποιος θα προσπεράσει τον άλλονε…
Εδεχτήκανε οι άλλοι αντρειωμένοι. Πιάνει ο πρώτος το Ψηλό Λιθάρι και το ρίχνει και με την πρώτη το πέταξε ως του Ζούγρα. Ο δεύτερος το πέταξε ως την Τσούκα και ο άλλος ως εκεί που είναι τώρα. Ηθέλανε να το πάνε ως την κορφή του Γέρου. Μα οι αντρειωμένοι αποστάσανε και δεν είχανε ανάκαρα να το ξαναρίξουνε. Κι έτσι τ' αφήκανε εκεί που ναι τώρα. Το Ψηλό Λιθάρι βρίσκεται βορινά από τα Τρίκαλα, δεξιά στο δρόμο καθώς πάμε από τα Τρίκαλα στην Καρυά. Είναι ένας βράχος θεόρατος, πάνου από είκοσι μέτρα ψηλός και καμία δεκαπενταριά μέτρα χοντρός και φαίνεται από τρεις ώρες μακριά. Από το καμάρι που το ‘ριχναν ως εκεί που βρίσκεται τώρα, είναι ωρών δρόμος.

Ήξερα ότι θα έρθεις.
– Κύριε συνταγματάρχα, ο φίλος μου δεν επέστρεψε από την πρώτη γραμμή των χαρακωμάτων, σας παρακαλώ να μου επιτρέψετε να τον πάρω απ’ εκεί.
– Σου απαγορεύω! αυστηρά είπε ο αξιωματικός, δε θα ρισκάρω τη ζωή σου για εκείνον που μάλλον είναι νεκρός.
Ο στρατιώτης παραβίασε τη διαταγή και έφτασε στην πρώτη γραμμή και μια ώρα αργότερα θανάσιμα πληγωμένος έφερε το πτώμα του φίλου του.
Ο συνταγματάρχης ήταν οργισμένος.
– Δε σου είπα πως είναι νεκρός; Τώρα χάνω και εσένα, για πες μου είχε νόημα για να ρισκάρεις τη ζωή σου για ένα πτώμα;
Ο ετοιμοθάνατος στρατιώτης απάντησε:
– Είχε κύριε. Όταν έφτασα σ’ αυτόν ήταν ακόμη ζωντανός και όταν με είδε χαμογέλασε: «ήξερα ότι θα ‘ρθεις για μένα», μου ειπε.

Σεξ πανω στις γραμμές του τραίνου.
Ένα ζευγάρι στη Νότιο Αφρική αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι πολύ extreme: να κάνει σεξ πάνω στις ράγες του τρένου. Μόνο που οι ενδείξεις αγάπης κατέληξαν σε… δράμα. Παρόλο που ο οδηγός του τρένου κόρνανε και τους φώναζε, το ζευγάρι δεν κατάλαβε ότι ένα τρένο ερχόταν καταπάνω τους, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι δύο!
Φωνές απο την Κόλαση.
Πριν  χρόνια, λίγο μετά το 1960 επί Σοβιετικής Ένωσης, γινόταν στη Σιβηρία μια έρευνα από γεωλόγους. Χρησιμοποίησαν γεωτρύπανο που μπορούσε να μπει στη γη πολύ βαθειά. Οι Ρώσοι διαθέτουν τέτοια γεωτρύπανα που μπορούν να φτάσουν σε περίπου 20 km βάθος, και τα πουλάνε σε χώρες όπως η Ινδία και η Κορέα, που έχουν πετρέλαιο σε κοιτάσματα με πολύ μεγάλο βάθος, για να μπορούν να το εξορύξουν.
Τότε όμως έγινε κάτι πολύ εντυπωσιακό και απρόβλεπτο, που μαθεύτηκε πρώτα στη Μόσχα και μετά στη Φινλανδία, από την οποία κυρίως μέσω της έγκυρης εφημερίδας Ammenusastia η είδηση έφτασε και στη Δύση. Συγκεκριμένα, όταν το γεωτρύπανο έφτασε τα 14,4 χιλιόμετρα βάθος, ξαφνικά άρχισε να μην βρίσκει αντίσταση και γυρνούσε τρελά, ενώ καταγράφηκε μια εκπληκτική θερμοκρασία 1100 βαθμών Κελσίου. Κατάλαβαν ότι είχαν πέσει σε κενό δηλ. κάτι σαν σπήλαιο μέσα στη γη. Είχαν μαζί τους ένα μικρόφωνο για να καταγράφουν τον ήχο από τις μετατοπίσεις των πλακών που γίνονται σε αυτά τα βάθη. Τους ξάφνιασε πρώτα κάτι σαν τεράστια νυχτερίδα που βγήκε από την τρύπα, μαζί με ένα ρεύμα αερίου και χάθηκε στον ουρανό. Όταν έβαλαν το μικρόφωνο στην τρύπα άκουσαν τρομακτικές ανθρώπινες κραυγές.
Γεγονός είναι ότι οι μισοί επιστήμονες εγκατέλειψαν στη μέση το πείραμα.
Επικεφαλής στο πείραμα ήταν ο Δρ. Ασσάκωφ. Αυτός δήλωσε: "Σαν κομμουνιστής δεν πιστεύω στον Ουρανό ή τη Βίβλο, αλλά σαν επιστήμονας τώρα πιστεύω στην Κόλαση. Είναι περιττό να πω ότι είμαστε σοκαρισμένοι που κάναμε μια τέτοια ανακάλυψη. Αλλά ξέρω τι είδαμε, και ξέρω τι ακούσαμε. Και είμαστε απόλυτα πεπεισμένοι ότι τρυπήσαμε μέχρι τις Πύλες της Κολάσεως.
Αντί για μετακινήσεις πλακών ακούσαμε ανθρώπινες φωνες που ούρλιαζαν από πόνο. Στην αρχή νομίζαμε ότι οι φωνες έρχονταν από τα σύνεργά μας, αλλά όταν προσδιορίσθηκε η προέλευσή τους, οι χειρότερες υποψίες μας επιβεβαιώθηκαν. Δεν ήταν κραυγές από λίγους, αλλά από χιλιάδες ή και εκατομμύρια ανθρώπους. Το όλο θέμα μας δημιουργεί τα ερωτήματα,
 Είναι η Κόλαση (ή ο Άδης) κάτω από τη Γη; Οι φωνές ήταν πράγματι από τους κολασμένους;"

Κεφαλόβρυσο.
Ήταν ένας βοσκός που έπαιρνε τα πρόβατα του πολύ μακριά από τη μάντρα του για να τα βοσκήσει, ήταν τόποι μακρινοί αλλά τόποι με βοσκή. Έστρωνε κάτω από τα δένδρα και κοιμόταν, έκανε κάμποσες μέρες να γυρίσει στο σπίτι του, γιατί οι αποστάσεις των πλούσιων βοσκότοπων που επισκεπτόταν ήταν μεγάλες.
Μια φορά ενώ καθόταν σ ένα βράχο που περιστοιχιζόταν από πυκνή βλάστηση, και ενώ σφύριζε με τη φλογέρα του, αυτή του ξέφυγε και έπεσε στα θάμνα, και χάθηκε. Δεν πολυσκοτίστηκε γιατί ήξερε να φτιάχνει εύκολα φλογέρες, έτσι έφτιαξε μια άλλη.
Ύστερα που πέρασαν λίγες μέρες και επέστρεψε στο σπίτι του, είδε την γυναίκα του να κρατά στα χέρια του την φλογέρα που εχασε. Τη ρώτησε που την βρήκε, και αυτή του εξήγησε ότι την βρήκε στην πηγή που ανάβλυζε νερο από τη γη. Συνεννοήθηκε μαζί της, και όταν ξαναπήγε τα πρόβατα μακριά στο ίδιο μέρος για βοσκή, έψαξε και βρήκε την τρύπα που του έπεσε η φλογέρα, και όταν ήθελε να στέλνει της γυναίκας του πράγματα, τα έριχνε στην τρύπα και αυτά κατέληγαν στην πηγή του χωριού, αφού υπήρχε λαγούμι με νερό που κατέληγε στην βρύση.
Μια μέρα στα μακρινά εκείνα βοσκοτόπια, ληστές σκότωσαν τον βοσκό, του έκοψαν το κεφάλι και το έριξαν στην τρύπα. Σε λίγες μέρες η δυστυχής γυναίκα βρήκε στην πηγή το κεφάλι του άντρα της, έτσι λένε οι παλιοί, από τότες το χωριό ονομάστηκε Κεφαλόβρυσο.

Μια αληθινή ιστορία.
Θα μπορούσε να είναι ένα διήγημα. O πρωταγωνιστής από εκείνους τους απόκληρους. H μοίρα, η ζωή, οι επιλογές του, η κοινωνία η άδικη, τον έριξαν στην ανέχεια και από εκεί οδηγήθηκε στο κρίμα. Άρχισε να κάνει διαρρήξεις για να ζήσει. Πιθανόν να έμπλεξε και με ναρκωτικά, ώστε οι διαρρήξεις έγιναν ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσει τη δόση.
Εντόπισε τον στόχο. Στο διαμέρισμα έμενε ένας γέρος, φαινόταν ματσωμένος, ήταν μόνος, δεν δεχόταν επισκέψεις. Σχεδίασε τον τρόπο που θα μπει, έκανε κάποιες πρόβες. Όταν δόθηκε η ευκαιρία σάλταρε στην πολυκατοικία, σκοτάδι απόλυτο, ησυχία απόλυτη.
Επιτήδειος και αποφασισμένος δεν έχασε καιρό, ούτε καμιά τύψη τον βασάνιζε.
Αναρριχήθηκε από τους σωλήνες του φωταγωγού, άνοιξε το παράθυρο και γλίστρησε μέσα στο διαμέρισμα.
Εκεί δεν ακουγόταν τίποτα. Νεκρική σιγή. Στην κυριολεξία. Και εκεί στη δέσμη του φωτός που έριξε ο φακός φάνηκε ο γέροντας πεσμένος στο έδαφος νεκρός από ώρες.
Aιφνιδιασμένος ο διαρρήκτης έκανε μεταβολή και χάθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.
Δεν τον κράταγε όμως ο τόπος. Mπορεί να μην είχε τύψεις για τη διάρρηξη, αλλά ένας νεκρός που παραμένει άταφος, σαν αιώνιο ελληνικό χρέος, δεν αντέχεται.
Δυο μήνες γύριζε το τριβέλι μέσα του. Aυτό πια ξεπέρναγε την πώρωσή του. Δεν το άντεχε τόσο βάρος. Oι νύχτες γίνονταν εφιάλτης. Στα ταξίδια της μέθης του ένας άταφος νεκρός γύριζε μπροστά στα μάτια του και τον εκλιπαρούσε για έλεος.
Ύστερα από μέρες, καταβεβλημένος παρουσιάστηκε στο αστυνομικό τμήμα και περιέγραψε τα συμβάντα.

Οι ιερόσυλοι.
Ήταν μια φορά μια οικογένεια πολύ πλούσια. Όταν η γεροντότερη της οικογένειας πέθανε, η οικογένειά της για να την τιμήσει της φόρεσε ένα πολύ ακριβό δακτυλίδι, γιατί το είχε επιθυμία η γριά και το άφησε παρακαταθήκη.. Αυτό διαδόθηκε, έτσι που μερικές μέρες μετά την κηδεία, 2 ληστές που ακούσανε για το πανάκριβο δακτυλίδι, επήγανε να το κλέψουν. Σκάβουν τον τάφο, ανοίγουν την κάσσα και προσπαθούν να πάρουν το δακτυλίδι από το δάκτυλό της. Ήταν πολύ σφιχτά βαλμένο όμως και δεν έβγαινε. Τότε ο ένας από αυτούς έβγαλε ένα μαχαίρι και έκοψε το δάκτυλο για να μπορέσουν να το πάρουν.
Μετά από έναν χρόνο, μια βροχερή νύχτα, στο σπίτι που έμεναν οι ληστές χτυπάει η πόρτα. Πάει ο ένας να δει ποιος είναι και βλέπει μια γριά ντυμένη στα μαύρα να κάθεται έξω στη βροχή. Αμέσως πάει έξω και της λέει,
-τί κάνεις εδώ στη βροχή; έλα μέσα να μην βρέχεσαι.
Πάνε μέσα..
-Κάτσε να σου βάλω λίγο τσάι να πιεις,
της λέει ο άλλος
Η γριά δεν μιλούσε.. Της βάζει το τσάι.. όταν όμως πάει να πάρει το φλιτζάνι... βλέπουν πως της έλειπε ένα δάκτυλο, την ρωτάει ο ένας
- ποιος σου έκοψε το δάκτυλό σου;
-Εσύ…
του λέει η γριά.

Η επιστροφή στο σπίτι της.
Ένα βράδυ οδηγούσε ένας νεαρός σε έναν απομονωμένο δρόμο και είδε μια κοπέλα να του κάνει οτοστόπ. Σταμάτησε και την πήρε στο αυτοκίνητο του. Του είπε η κοπέλα που να την αφήσει, μόλις έφτασαν έξω απο το σπίτι της, γυρνά προς το μέρος της, αλλά αυτή δεν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, ήταν εξαφανισμένη. Ο οδηγός παραξενεύτηκε, αλλά χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, παει και κτυπάει το κουδούνι στο σπίτι. Του ανοίγει ένας ηλικιωμένος και τον ερωτάει τι θέλει τέτοια ωρα. Ο νεαρός του διηγείται την ιστορία και του περιγράφει την κοπέλα, ότι ήταν ψηλή, ξανθή, όμορφη, γαλανομάτα κλπ. Ο γέρος του απαντάει ότι δεν μένει καμία κοπέλα πια εδώ, και η περιγραφή μοιάζεε με αυτήν της κόρης του, η οποία όμως είχε πεθάνει πριν σαράντα μέρες.

Το καταραμένο πάζλ.
Μια γεροντοκόρη ένα απόγευμα δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει και βγήκε έξω για να αγοράσει ένα καινουργιο παζλ, καθώς τα παζλ ήταν η μοναδική της ασχολία. Όταν αγόρασε το παζλ δεν κοίταξε την σκηνή που απεικόνιζε μιας και το αγόρασε στην τύχη. Όταν έφτασε στο σπίτι της άρχισε να φτιάχνει το παζλ. Καθώς πήγε να ενώσει τα πρώτα δύο κομμάτια χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Πήγε, άνοιξε, αλλά δεν ήταν κανείς. Οπότε συνέχισε να φτιάχνει το παζλ ώσπου έφτασε στη μέση είδε σε έναν καθρέφτη που ήταν απέναντί της μία σκια να πλησιάζει προς το μέρος της. Γυρνώντας να δει ποιός ήταν από πίσω της δεν είδε κανένα. Τρομοκρατημένη, συνέχισε να φτιάχνει το παζλ και όταν ήταν έτοιμη να βάλει και το τελευταίο κομμάτι για να δει επιτέλους την εικόνα, το κουδούνι της ξαναχτύπησε και εκείνη έντρομη άνοιξε...Μετά από 15 μέρες οι γείτονές της ανησύχισαν και κάλεσαν τις αρχές. Όταν μπήκαν στο σπίτι της σπάζοντας την πόρτα την είδαν σωριασμένη στο πάτωμα με καμμένα τα μάτια, χαρακιές από μαχαίρι, και στο στήθος της γραμμένο "Να βλέπεις τί αγοράζεις". Και πράγματι, όταν οι αρχές ερεύνησαν το σπίτι βρήκαν ένα μισοτελειωμένο παζλ το οποίο έδειχνε την κοπέλα τρομαγμένη και από πίσω της μία σκια...

Ήταν ένας νέος πολύ φιλόδοξος.
Ήταν ένας νέος πολύ φιλόδοξος, θα έκανε τα πάντα για να αποκτήσει αυτό που ήθελε, δηλαδή πλούτο, δόξα και αναγνώριση. Γι αυτό το σκοπό αγόρασε το βιβλίο της Σολομωνικής, με σκοπό να καλέσει έναν δαίμονα που θα του προσέφερε όλα αυτά. Ξεκίνησε να μελετά το βιβλίο, ακολούθησε βήμα με βήμα τις οδηγίες, μέχρι που εμφανίζεται μπροστά του ένας δαίμονας ίδιος ο διάβολος, και τον ρωτά τι θέλει. Του εξηγεί ο νέος τι ζητά, και ο δαίμονας του απαντά πως θα του χαρίσει ευχαρίστως όλα αυτά, με αντάλλαγμα ο νέος να του δώσει ότι ευρίσκεται πίσω από την πόρτα του σπιτιού του. Δέχτηκε ο νέος τη συμφωνία, ήταν αποφασισμένος να κάνει οτιδήποτε ώστε να αποκτήσει αυτό που αποζητούσε. Ο διάβολος γέλασε, του είπε ευχαριστώ και εξαφανίστηκε. Περίεργος ο νέος τι να υπήρχε πίσω από την πόρτα που ήθελε ο δαίμονας, παει με πολλη περιέργεια, ανοίγει την πόρτα και βλέπει τη μάνα του νεκρή… Έχασε τα λογικά του, παραληρούσε, τον κλείσαμε σε ψυχιατρείο.
Υ.Γ. Η Σολομωνική έχει λάβει τον τίτλο του Σατανικού βιβλίου, αλλά αυτό είναι λάθος μιας και ο Σολομώντας καταδικάζει ευθέως τις σατανικές πρακτικές, τις θυσίες, τις προσφορές αίματος και γενικότερα την χρήση της Γνώσης για κακό. Η διδασκαλία του και τα γραπτά του είναι διάχυτα από σεβασμό και αγάπη προς τον Θεό και τους Νόμους Του…

Η νεκρανάσταση.
Την ιστορία αυτή μου την έλεγε η στετέ μου όταν ήμουν μικρός, ως θρύλο που και αυτή την ήξερε από τη δική της στετέ. Στις αρχές του 19ου  αιώνα πέθανε μια νέα κοπέλα που την έλεγαν Στασού. Ήταν 17 χρονών, από φτωχή οικογένεια, και μοναχοκόρη. Στα καλά καθούμενα κει που μαγείρευε για τον κύρη της και την μάνα της που ήρθαν κουρασμένοι από τα χωράφια, ξαφνικά έπεσε κάτω πεθαμένη.
Οι γονείς και οι συγγενείς μαράζωσαν και έκλαιγαν, την άλλη μέρα δε, αφου της φόρεσαν την καλή της φορεσιά και ετοιμάζονταν για την κηδεία, αυτή σηκώθηκε ξαφνικά σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, απλά ως να κοιμόταν. Όλοι χαρήκαν και όλοι κλαίανε από χαρά, και δοξάζαν τον Θεό για το θαύμα που είχε κάμει. Κι ενώ όλοι ήσαν μες την χαρά τους, αυτή τους σταμάτησε και τους είπε να μην χαίρονται. Τους είπε ότι είχε "πάει" σε ένα μέρος πολύ όμορφο όπου της άρεσε, και ήταν πολύ ωραία. Έμεινε λίγο διάστημα με κάποιον άγγελο, ώσπου ξαφνικά άκουσε μια φωνή θυμωμένη να λέει στον άγγελο που την συνόδευε ότι έκανε λάθος, δεν ήταν αυτή την Στασου που εννοούσε, αλλά την άλλη, στην άλλη γειτονιά. Σε λίγο έμαθαν ότι μια άλλη κοπέλα που την έλεγαν και αυτή Στασου, στην πάνω γειτονιά, πέθανε ξαφνικά.

Η Βίβλος.
Ήταν ένας άνθρωπος από ένα μακρινό χωριό της Πάφου, μια φορά είχε παει μαζί με τη γυναίκα του παρέα ταξίδι στην μακρινή Αυστραλία για να επισκεφτούν τον αδελφό του που ζούσε μόνιμα εκεί. Ήταν θρήσκος άνθρωπος, ήταν ψάλτης της εκκλησίας του χωριού του, είχε μια Αγία Γραφή που την μελετούσε κάθε βράδυ πριν τον ύπνο του, και την πρόσεχε πολύ σαν τα μάτια του, γιατί την αγαπούσε.
Αφου έβαλαν τα ρούχα στη βαλίτσα για το μακρινό ταξίδι, έβαλαν τελευταία τη βίβλο πανω από αυτά, και κίνησαν για το μακρινό ταξίδι.
Αφου έφτασαν,  τους έδωκε ο αδελφός του να μένουν ένα δωμάτιο στο ανώγι που έβλεπε αντίκρυ μιας ορθόδοξης εκκλησιάς. Σαν καλός χριστιανός κάθε βράδυ, γυρνούσε κατ κει, έκανε τον σταυρό του και ξάπλωναν με τη γυναίκα του για ύπνο. Είχε πάντα συνήθειο έτσι ξαπλούμενος, κάθε βράδυ, να διαβάζει ένα χωρίο από την βίβλο, ύστερα να την εναποθέτει κάτω στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι, και ύστερα να αποκοιμούνται. Πέρασε μια εβδομάδα, όλα ήταν καλά, κάθε βράδυ εσύμβαινε το ίδιο, μια μέρα, ένα πρωί σαν ξύπνησαν, σηκώθηκαν και έσκυψαν να μαζέψουν την βίβλο, δεν την βρήκαν εκεί που την αφήκαν. Παραξενεμένοι, ρώτησαν τους οικοδεσπότες τους, αυτοί δεν την πήραν, είχε χαθεί από μόνη της. Οσο κι αν έψαξαν, δεν βρέθηκε. Στεναχωρήθηκε πάρα πολύ ο καλός άνθρωπος, τι να κάνει, το χώνεψε. Πέρασε άλλη μια εβδομάδα, τέλεψε η επίσκεψη, ετοιμάστηκαν μπήκαν στο αεροπλάνο και γύρισαν πίσω. Το σπίτι τους ήταν στην άκρη του χωριού, μακριά από τους άλλους χωριανούς, σπάνια είχαν επισκέψεις. Ξεκλείδωσαν και άνοιξαν την πόρτα, μπήκαν μέσα, πανω στο τραπέζι του ηλιακού, αντίκρισαν την βίβλο που έχασαν στη μακρινή Αυστραλία. 
    
Από μια εκπομπή του Χαρδαβέλα.
Ένας στρατιώτης εξ Ελλάδος που υπηρετούσε στην Κύπρο, ένα βράδυ γυρνώντας στη μονάδα του από άδεια, βλέπει μία κοπέλα στο δρόμο να του κάνει ωτοστόπ, στην "άκρη του πουθενά". Σταματάει και τη ρωτάει που πάει. Εκείνη του λέει, "πηγαίνω σπίτι μου, είναι λίγο πιο κάτω".
Μπαίνει στ' αυτοκίνητο, χαρούμενη, ευδιάθετη και αρχίζει να δημιουργείται μία ρομαντική ατμόσφαιρα ανάμεσά τους.
Δεν την πήγε αμέσως σπίτι. Πήγανε μία βόλτα σε κάποιο κέντρο, χορέψανε και γενικά περάσανε μια όμορφη βραδιά. Στο τέλος την άφησε σπίτι της και εκείνη του υποσχέθηκε ότι θα ξαναβρεθούνε. "Ξέρεις", του λέει "που μένω, όποτε θέλεις έλα να με βρεις". Ο φαντάρος γύρισε στη μονάδα του και ήταν πολύ ενθουσιασμένος. Στην επόμενη άδειά του έτρεξε αμέσως στο σπίτι της κοπέλας. Χτυπάει το κουδούνι και του ανοίγει μία μαυροφορεμένη γυναίκα. Της εξηγεί ότι ψάχνει την κοπέλλα που συναμτησε πριν λιγες μερες κ.λ.π. Η γυναίκα μένει άφωνη. "Μα δεν το ξέρεις, παιδί μου, ότι έχει πρόσφατα πεθάνει" του λέει κλαίγοντας... "Δεν το πιστεύω", της απαντάει, "θέλω να δω μία φωτογραφία της". Η γυναίκα μπαίνει στο σπίτι και γυρνάει με ένα άλμπουμ. "Εδώ είναι οι τελευταίες της φωτογραφίες" του λέει. Εκείνος ανοίγει το άλμπουμ και μένει με τη σειρά του άφωνος. Ήταν η κοπέλα που συνάντησε εκείνο το βράδυ ενώ αυτή ήταν ήδη πεθαμένη...

Μεταφυσικά.
Μια φορά ήταν ένας καπετάνιος που ήταν μόνος στη ζωή του. Γυρνώντας μια μέρα απο τη θάλασσα και καθως καθόταν σε ένα παγκάκι και κοίταζε απέναντι την θέα ενός νεκροταφείου, βλέπει μια κοπέλα. Την είδε που κρύωνε, καθώς ήταν  καταχείμωνο, πήγε κοντά της και της έδωσε την ζακέτα που φορούσε.  Γνωριστήκανε, κουβεντιάσανε, με τα πολλά ερωτευτήκανε. Απο εκείνη την ημέρα ο καπετάνιος  συνεννοήθηκε με την κοπέλα οτι σαν επέστρεφε απο τα καράβια θα ξανασυναντιόντουσαν στο ίδιο παγκάκι. Ώσπου ήρθε εκεινη η μέρα, η κοπέλα δεν ήρθε στο ραντεβού τους.
Ο καπετάνιος φοβήθηκε μην επαθε κατι,  έψαξε να την βρεί,  μαθαίνει που μένει και πηγαίνει να τη δει. Μόλις έφτασε εκεί του άνοιξε μια γριούλα και τον ρώτησε τί συμβαίνει. Της εξήγησε ότι έψαχνε την κοπέλα του και τότε η γριά του απάντησε ''Η κόρη μου παλικάρι μου έχει πεθάνει εδώ και 5 χρόνια κι είναι θαμμένη στο νεκροταφείο του χωριού μας''. Τρελαμένος ο άντρας πάει στο νεκροταφείο και όντως βρίσκει τον τάφο της κοπέλας του και πάνω απο αυτόν ... την ζακέτα του! 

Ο Χάρος άλλαξε γνώμη. 
Είναι μια ιστορία που μου την έλεγε πριν πολλά χρόνια ένας γεροντότερος όταν νεαρότερος εγώ, εργαζόμουν στα πλοία. Κάναμε την βάρδια μας, εγώ δόκιμος μηχανικός, και αυτός θερμαστής. Οι ώρες πολλές, για να περάσουν, λέγαμε ιστορίες. Μια τέτοια θα σας διηγηθώ, που μου έκανε εντύπωση και την φέρω στο μυαλό μου. Ήταν λέει στο νησί του, στο χωριό του, στο σπίτι του. Ήταν Γενάρης απόγευμα, και λαγοκοιμόταν ξαπλούμενος στον καναπέ. Είχε μισοκοιμηθεί, όταν ξάφνου ακούει στην ξώπορτα θορύβους ως χτυπήματα, ή γρατσουνίσματα. Σηκώθηκε λέει, και πήγε εκει, έσκυψε στο μάτι της πόρτας, και αντίκρισε μια ανδρική φιγούρα που φορούσε πανωφόρι με κουκούλα ανεβασμένη στο κεφάλι. Στη θέση του πρόσωπου υπήρχε μια μαυρίλα. Μισοκοιμισμένος ως ήταν ρώτησε ποιος είναι, και αυτός απάντησε με σιγανή και ακαταλαβίστικη φωνή. Μια κρύα ανατριχίλα έλουσε τον φίλο μου, αλλά ασυναίσθητα το χέρι του πήγε να ανοίξει την πόρτα. Το πόμολο όμως δεν γύριζε, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αφου δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο του επισκέπτη παρόλο που υπήρχε πολύ φως, οπότε πάλι ασυναίσθητα του ζήτησε να φύγει και πως δεν έχει καμία δουλειά στο σπίτι του, και αυτός έφυγε. Αργότερα σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν κάποιος πεθαμένος από το διπλανό νεκροταφείο,  γιατί άκουσε λέει, πως οι ψυχές παραμένουν για ένα διάστημα στη γη (περίπου σαράντα μέρες) πριν φύγουν. Εγώ όμως πιστεύω ότι τον επισκέφτηκε ο χάρος, και για κάποιο άγνωστο λόγο, μετάνιωσε και του χάρισε τη ζωή…

Η επιθυμία του Τοκογλύφου.
Ένας τοκογλύφος σε ένα μακρινό χωριό  με το όνομα Ιανέτης μετάνιωσε για ότι κακό είχε κάνει στη ζωή του και ζήτησε λίγο πριν πεθάνει από την γυναίκα του να χαρίσει τα υπόλοιπα χρήματα που όφειλαν οι οφειλέτες του. Οι γυναίκα του όμως δεν πραγματοποίησε την επιθυμία του.
Τότε ο Ιανέτης άρχισε να στοιχειώνει τον τόπο… Τραβούσε απότομα τα σκεπάσματα από τους ανθρώπους που κοιμόντουσαν, άδειαζε τα βαρέλια τις κανάτες με το κρασί και πείραζε και τρομοκρατούσε τον κόσμο. Επισκεπτόταν τα μοναστήρια και ενοχλούσε τους Καλόγηρους, τους περιγελούσε στην ωρα της προσευχής, και τους έκλεβε τα υποδήματα. Το σώμα του τελικά ξεθάφτηκε και όταν εξετάστηκε αναφέρθηκε πως δεν βρέθηκε τίποτα παράξενο πέρα από το ότι ήταν πολύ αποσυντεθημένο. Το λείψανο εξορκίστηκε για μια ολόκληρη μέρα και κατόπιν διαμελίστηκε αλλά η παράξενη δραστηριότητα παρέμεινε, και σταμάτησε μόνο όταν η γυναίκα του πεθαμένου εκπλήρωσε την επιθυμία του...  

Συνέβη στην Ελλάδα.
Εποχή χειμώνας, ώρα περίπου δύο τα ξημερώματα. Η βροχή δυσκολεύει τον οδηγό του αυτοκινήτου που ταξιδεύει για ένα ορεινό χωριό. Μετά από ένα μικρό εκκλησάκι ακουλουθεί ένα γεφύρι με το ποτάμι που λόγω των καιρικών συνθηκών έχει φουσκώσει. Ο οδηγός περνώντας βλέπει στην άκρη του δρόμου μια νεαρή κοπέλα με γαλήνιο βλέμμα και ντυμένη με ένα λευκό λεπτό φόρεμα ενώ δεν φοράει παπούτσια.
Με το που τη βλέπει αρχίζει να ελαττώνει ταχύτητα για να σταματήσει να την βοηθήσει αφού νόμισε ότι μπορεί να έχει κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα. Σταματάει λίγα μέτρα πιο πέρα από την κοπέλα, κοιτάζει πίσω από τον καθρέπτη αλλά πουθενά αυτή. Σαστίζει λίγο και εκείνη την ώρα ακούει έναν δυνατό θόρυβο, κοιτάζει μπροστά και βλέπει το γεφύρι να έχει γκρεμιστεί ενώ το ποτάμι έχει πραγματικά φουσκώσει πολύ. Αν δεν είχε καθυστερήσει με την κοπέλα θα είχε πέσει μέσα. Σοκαρισμένος το επόμενο πρωί πήγε στον παπά της εκκλησίας που βρισκόταν κοντά στο σημείο εκείνο λέγοντάς του τι έγινε. Ο παπάς τον ενημέρωσε ότι πριν χρόνια είχε πνιγεί μια κοπέλα σε αυτό το ποτάμι. Πηγαίνοντας στο σπίτι της κοπέλας τον υποδέχτηκε η ηλικιωμένη μητέρα της όπου και όταν άκουσε αυτά που της είπε του έφερε να δει μια φωτογραφία της κόρη της. Αυτή είναι...Μετά απο αυτό πήγε στον τάφο της όπου και της άναψε το καντήλι...

Πίστευε και μη ερεύνα.
Ήταν ένας ορειβάτης ξιπασμένος και εγωιστής, ήθελε να ανέβει σε μια ψηλή κορυφή μοναχός του, δίχως άλλου ανθρώπου βοήθεια, ήθελε να δρέψει τις δάφνες μονάχος του. Ξεκίνησε, η μέρα πέρασε, ήρθε η νύχτα βαριά και ο ορειβάτης δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν μαύρα. Μηδενική ορατότητα. Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα. Καθώς ο άνδρας ανέβαινε και απείχε λίγα μόνο μέτρα από την κορυφή του βουνού, γλίστρησε και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα. Ο ορειβάτης πού το μόνο πού έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά. Συνέχισε να πέφτει... και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του.
Σκεφτόταν, τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σκοινί πού ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά. Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα. Μόνο το σκοινί τον κρατούσε ζωντανό. Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησε με!
Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
- Τί θέλεις να κάνω;
- Σώσε με, Θεέ μου!
- Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω;
- Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς!
- Τότε κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μεση σου…
Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σκοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σκοινί μονο 2 μέτρα μακριά από τη γη...

Το κορίτσι που έπαιζε πιάνο.
Κάποτε σε ένα παλιό αρχοντικό έμενε ένα ανδρόγυνο με την μικρη τους κόρη που ήξερε να παίζει πιάνο, και κάθε μέρα το απόγευμα, καθόταν και έπαιζε μουσική, ενώ η μητέρα της δίπλα στην κουζίνα ασχολιόταν με τις οικιακές δουλειές. Ο πατέρας συνήθως έλειπε, γιατί εργαζόταν και τα δειλινά.
Μια μέρα, η μητέρα έπρεπε να παει σε καποια επίσκεψη, ζήτησε από την κόρη της όταν σχολάσει να κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
Όταν επέστρεψε, βρήκε την κόρη της να παίζει πιάνο, χωρίς να έχει κάνει τις δουλειές. Άρχισε να τις κάνει παρατηρήσεις, λογόφεραν μάλωσαν, και η κόρη έφυγε τρέχοντας χωρίς να ακούει τη μάνα της που φώναζε.
Η μάνα νευριασμένη που δεν την άκουγε, έτρεξε να την προλάβει να την σταματήσει και να την υποχρεώσει να ακούσει. Την έφτασε στο τέλος της μεγάλη ξύλινης σκάλας που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο στον πανω όροφο, και την άρπαξε και την τράβηξε για να την σταματήσει. Η κόρη παραπάτησε και έπεσε από την σκάλα, χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και πέθανε.
Μετά από το συμβάν οι γονείς της από την στενοχώρια άφησαν το σπίτι και μετακόμισαν αλλού πολύ μακριά. Το σπίτι έμεινε έρημο και κάνεις άλλος δεν ήθελε να κατοικήσει εκεί ύστερα από το επεισόδιο. Λέγεται όμως ότι όποιος περάσει έξω από το σπίτι μια συγκεκριμένη ώρα, εάν στήσει αυτί, θα καταλάβει ότι ο αέρας που σφυρίζει είναι μουσική από πιάνο, είναι ένα συγκεκριμένο τραγούδι, που άρεσε πολύ στο μικρό κοριτσάκι και το έπαιζε κάθε μέρα στο πιάνο.

Σύμπτωση;
Κάποιος ιδιοκτήτης εργοστασίου γλίτωσε ως εκ θαύματος απο βέβαιο θάνατο. Μια ισχυρή έκρηξη στην αποθήκη γκρέμισε όλο το εργοστάσιο εκτός απο τον διαχωριστικό τοίχο του γραφείου του. Μετά απο μέρες περίθαλψης, γύρισε στο γκρεμισμένο εργοστάσιο του και συγκεκριμένα πήγε εκεί που ήταν κάποτε το γραφείο του να ψάξει για πολύτιμα απομεινάρια, χρήματα, χρυσαφικά κτλ. Οπως έψαχνε όμως, κατέρρευσε εκείνο το μέχρι στιγμής μοναδικό όρθιο κομμάτι τοίχου και τον καταπλάκωσε σκοτώνοντας τον…

Θεωρείται νεκρή. 
Είναι ζωντανή, κινείται ανάμεσά μας, αλλά οι αρμόδιες υπηρεσίες τη θεωρούν νεκρή γιατί το νοσοκομείο Σωτηρία είχε εκδώσει πριν από δύο χρόνια πιστοποιητικό θανάτου της... Θύμα, η 65χρονη Ελένη Κοραή, η οποία προ διετίας είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο Σωτηρία για σειρά εξετάσεων και εγχειρήσεων. Υποβλήθηκε σε εννέα εγχειρήσεις. Στην τελευταία έπαθε νεκροφάνεια κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο χειρουργείο. Οι γιατροί που την εξέτασαν διαπίστωσαν ότι ήταν νεκρή, τη μετέφεραν στον νεκροθάλαμο, μέχρις ότου την παραλάβουν οι συγγενείς της, ενώ εκδόθηκε από το νοσοκομείο το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου. Επειδή το ψυγείο του νοσοκομείου  ήταν γεμάτο, την άφησαν σε ένα κρεβάτι έξω από αυτό. Περίπου 18 ώρες αργότερα από τότε που οι γιατροί είχαν διαγνώσει τον θάνατό της, ένας υπάλληλος γραφείου κηδειών που είχε αναλάβει την ταφή μαζί με νοσοκόμο που είχε βάρδια στο νοσοκομείο πήγαν στον χώρο όπου φυλάσσονται οι νεκροί, για να την παραλάβουν και να τη μεταφέρουν στο νεκροταφείο. Την ώρα που ο υπάλληλος του γραφείου κηδειών και ο νοσοκόμος την τοποθετούσαν στο φέρετρο, εκείνη, που εξακολουθούσε να έχει υποστεί νεκροφάνεια, ξύπνησε και σήκωσε με το χέρι της το καπάκι του φέρετρου.
Όπως η ίδια αφηγήθηκε στους δημοσιογράφους αργοτερα, ο νοσοκόμος που κρατούσε από τη μία πλευρά το φέρετρο, βλέποντάς την να σηκώνει το καπάκι, λιποθύμησε και μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου, έχοντας υποστεί καρδιακή προσβολή. Όταν αποκαλύφθηκε ότι η γυναίκα είχε πάθει νεκροφάνεια, όλο το νοσοκομείο αναστατώθηκε. Μεταφέρθηκε πάλι στο χειρουργείο, όπου την εξέτασαν οι γιατροί και διαπίστωσαν ότι έπρεπε απλώς να υποβληθεί σε μία ακόμη επέμβαση και θα γινόταν καλά. Αυτά συνέβησαν πριν από περίπου δύο χρόνια. Η Ελένη Κοραή, μιλώντας στους δημοσιογράφους, ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι ζει και είναι μάλιστα πολύ καλά στην υγεία της, όλες οι δημόσιες υπηρεσίες τη θεωρούν νεκρή, γιατί από το νοσοκομείο είχε πιστοποιηθεί ότι πέθανε. Η νομαρχία Αττικής, η κοινότητα του χωριού της στην Κρήτη και η αστυνομία δεν μπορούν να της εκδώσουν κανένα χαρτί, διότι από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες θεωρείται ως άτομο που έχει πεθάνει. Μετά την αποκάλυψη της πρωτοφανούς αυτής υπόθεσης, αναμένεται να ευαισθητοποιηθεί και να επέμβει το υπουργείο Εσωτερικών, ώστε να λυθεί η τόσο μακάβρια αυτή παρεξήγηση. Η 65χρονη αντιλήφθηκε ότι ήταν νεκρή όταν από τον ασφαλιστικό της φορέα της ζήτησαν τα απαραίτητα έγγραφα για να συνταξιοδοτηθεί. Τότε οι αρμόδιοι υπάλληλοι είδαν στις καταστάσεις τους ότι είχε πεθάνει προ διετίας
 
Θεια Δίκη.
Ένας νεαρός στο Τέξας, παράτησε την φιλενάδα του μια μέρα του 1893. Ο αδελφός της κοπέλας ως προστάτης της οικογενείας, μια μέρα που βρήκε τον «ένοχο» στο χωράφι του,  έκανε το «καθήκον» του και τον πυροβόλησε. Όμως η σφαίρα που του έριξε, ισα που τον γρατζούνισε και του άφησε ένα ελαφρύ τραύμα (αρκετό όμως για να λιποθυμήσει απο το σοκ) και στη συνέχεια πήγε και καρφώθηκε στον κορμό ενός δέντρου που βρισκόταν πίσω του.
Ο αδελφός της κοπέλας, έχοντας κάνει το καθήκον του, και νομίζοντας ότι τον σκότωσε, αυτοκτόνησε με το ίδιο όπλο.
Είκοσι χρόνια μετά, το 1913, ο ένοχος νέος, αποφάσισε να μετακινήσει το δέντρο απο το χωράφι του. Δε μπορούσε να το σπρώξει και να το πετάξει, γι’ αυτό χρησιμοποίησε δυναμίτη. Με τη δύναμη της έκρηξης όμως, απεγκλωβίστηκε με τόση ορμή η καρφωμένη σφαίρα, και τον πέτυχε θανάσιμα στο κεφάλι.
Ήταν η σφαίρα που προοριζόταν γι’ αυτόν εξ’ αρχής...

Θεια Δική.
Στην Τσεχία και συγκεκριμένα στην Πράγα, μια γυναίκα πήδηξε να αυτοκτονήσει απο τον 3ο όροφο της πολυκατοικίας που διεμενε. Μόλις είχε μάθει ότι ο άντρας της την απατούσε.
Εκείνη τη στιγμή της πτώσης όμως, περνούσε ο σύζυγος κάτω απο το σπίτι. Η γυναίκα έπεσε πανω του και τελικά με την ανακοπή αυτή της πτώσης επέζησε, όχι όμως και ο σύζυγος που του ήρθε ουρανοκατέβατα η Θεια Δική…

Το πείραμα της Φιλαδέλφειας. Τον Οκτώβριο του 1943 γινοταν ένα πειραμα από το πολεμικο ναυτικο των ΗΠΑ, και ενας αυτοπτης μαρτυς που υπηρετουσε σε άλλο πλοιο, ειδε στην περιοχή του Νόρφολκ, ένα πλοίο αντιτορπιλικό μέσα σε ένα σφαιρικό πέπλο ομίχλης. Το πλοίο εμφανίστηκε για μερικά λεπτά και στη συνέχεια εξαφανίστηκε ξανά. Καποιοι αλλοι παρατηρητές στην εκεί Ναυτική βάση είχαν δει ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ένα πλοίο να τυλίγεται σε ομίχλη, να εξαφανίζεται και να επανεμφανίζεται μετά από λίγο. Αυτό που συνεβη ηταν ότι το πλοίο μεταφέρθηκε από τη Φιλαδέλφεια στο Νόρφολκ και πίσω, σε ένα διάστημα μερικών λεπτών (ο κανονικός πλους θα απαιτούσε περίπου 24 ώρες).
Η ιστορία αυτή συνεχίστηκε με μια σειρά από αναφορές σε περίεργα περιστατικά, αποτέλεσμα των επιπτώσεων που είχε το πείραμα στη υγεία των μελών του πληρώματος. Ένας από αυτούς εξαφανίστηκε μπροστά στα μάτια της οικογένειας του καθώς «μπήκε» σε ένα τοίχο σα να μην έχει υλική υπόσταση, κάποιο άλλοι επίσης εξαφανίστηκαν κατά τη διάρκεια ενός καυγά σε ένα μπαρ ενώ οι περισσότεροι επιζήσαντες υπέφεραν από σοβαρές ψυχοσωματικές διαταραχές. Κατά τη διάρκεια του πειράματος αρκετά μέλη του πληρώματος εξαϋλώθηκαν ή κάηκαν ζωντανοί. Το συμπέρασμα του αυτοπτη μαρτυρος, είναι ότι το πείραμα δεν είχε εξελιχθεί όπως περίμενε το Ναυτικό με αποτέλεσμα να εγκαταλειφθούν οι σχετικές προσπάθειες 3 χρόνια αργότερα.

Θάφτηκε ζωντανός.
Πριν από πολλές δεκαετίες, ένας ποδοσφαιριστής στην Καβάλα θάφτηκε ζωντανός. Ο άτυχος άνθρωπος βρέθηκε μπρούμυτα στο φέρετρό του, με το στόμα γεμάτο αίματα. Το περιστατικό συγκλόνισε την τοπική κοινωνία της περιοχής. 

Νεκρανάσταση.
 Ένας άνδρας ξύπνησε την ώρα της κηδείας του και άκουγε τα κλάματα και τα μοιρολόγια φίλων και συγγενών. Καθώς σηκώθηκε, όλοι πάγωσαν από τον τρόμο, εκείνος είπε
-Εγώ θα σας θάψω όλους
και συνέχισε κανονικά τη ζωή του”.
Το πλοίο φάντασμα, μια αληθινή ιστορία.
Τη χρονιά 1872 ένα πλοίο,το Mary Celeste, δηλώθηκε εξαφανισμένο καθώς δεν είχε δώσει σημεία ζωής για αρκετό διάστημα και ούτε είχε καλέσει σε βοήθεια. Έτσι λοιπόν ανατέθηκε σε ένα καπετάνιο μαζί με το πλήρωμα του να βρει το χαμένο πλοίο και να το επιστρέψουνε στο κοντινότερο λιμάνι.
Το πλοίο τελικά βρέθηκε κοντά στο Γιβραλτάρ να πλέει ακανόνιστα και σε χαμηλή ταχύτητα κοντά στο πλοίο του καπετάνιου. Με διαταγές του το πλήρωμα το πλεύρισε και αφού δεν πήρανε απάντηση στους χαιρετισμούς,ο κυβερνήτης όρισε μια ομάδα να επιβιβαστεί στο ακυβέρνητο σκάφος. Αυτό που είδανε στο Mary Celeste τους τρόμαξε πιο πολύ από οτιδήποτε θα μπορούσαν να είχαν προκαλέσει πειρατές.
Το σκάφος ήταν άθικτο,τα κρεβάτια ήταν στρωμένα και η καμπίνα του καπετάνιου ήταν γεμάτη με παιδικά παιχνίδια τα οποία πρέπει να ανήκαν σε κάποιο κοριτσάκι. Στην τραπεζαρία το φαγητό ήταν στρωμένο και ζεστό και οι κούπες γεμάτες. Ούτε σημεία κλοπής υπήρχαν, αφού και το φορτίο ήταν άθικτο,ούτε σημεία πάλης,ούτε τίποτα που να δηλώνει προσβολή του σκάφους. Το μόνο που φαινόταν αντικανονικό πάνω στο Mary Celeste ήταν η ανεξήγητη απουσία του πληρώματος κ η παράξενη νεκρική σιωπή που απλωνόταν γύρω τους.
  
Ως την πόρτα της εκκλησίας.
Παλιά συνήθιζαν να αφήνουν τους νεκρούς μέσα στην εκκλησία το βράδυ πριν από τη ταφή. Έτσι λοιπόν συνέβη και με μια γυναίκα που είχε πεθάνει. Όμως το σχέδιο του Θεού άλλαξε, και η γυναίκα άρχισε ξανά να αναπνέει κανονικά και να ανακτά τις αισθήσεις της. Ανοίγει τα μάτια της και βρίσκεται σε ένα φέρετρο με λουλούδια. Προσπαθεί να σηκωθεί και, σοκαρισμένη από το φρικιαστικό θέαμα του εσωτερικού μιας έρημης εκκλησίας το βράδυ, ορμάει προς την πόρτα που ήταν κλειδωμένη και προσπαθεί μάταια να την ανοίξει. Το πρωί τη βρήκαν στην πόρτα με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Η καρδιά της δεν άντεξε... Κάποιος είπε πως άκουσε φωνές από την εκκλησία καθώς γυρνούσε από τη βραδινή του βάρδια, αλλά το χρέωσε στην κούραση... Από τότε, τους νεκρούς τους κρατάνε στο σπίτι την τελευταία αυτή νύχτα.

Η νεκρή περιφερόταν στο μπαλκόνι.
 Στην Αθήνα, στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, μια μητέρα με την κόρη της αναφέρουν πως είδαν τη νεκρή γιαγιά που έθαψαν σε κοιμητήριο της περιοχής πριν από μερικά 24ωρα να περιφέρεται στο μπαλκόνι του σπιτιού κοιτάζοντάς τες από το τζάμι. Σύμφωνα με την ίδια μαρτυρία, η εμφάνιση της νεκρής γυναίκας έγινε το Ψυχοσάββατο”.

Καρδιακή προσβολή.
 Όπως η ίδια αφηγήθηκε στους δημοσιογράφους, ο νοσοκόμος που κρατούσε από τη μία πλευρά το φέρετρο, βλέποντάς την να σηκώνει το καπάκι, λιποθύμησε και μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου, έχοντας υποστεί καρδιακή προσβολή. Όταν αποκαλύφθηκε ότι η γυναίκα είχε πάθει νεκροφάνεια, όλο το νοσοκομείο αναστατώθηκε. Μεταφέρθηκε πάλι στο χειρουργείο, όπου την εξέτασαν οι γιατροί και διαπίστωσαν ότι έπρεπε απλώς να υποβληθεί σε μία ακόμη επέμβαση και θα γινόταν καλά. Αυτά συνέβησαν πριν από περίπου δύο χρόνια. Η Ελένη Κοραή, μιλώντας στους δημοσιογράφους, ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι ζει και είναι μάλιστα πολύ καλά στην υγεία της, όλες οι δημόσιες υπηρεσίες τη θεωρούν νεκρή, γιατί από το νοσοκομείο είχε πιστοποιηθεί ότι πέθανε. Η νομαρχία Αττικής, η κοινότητα του χωριού της στην Κρήτη και η αστυνομία δεν μπορούν να της εκδώσουν κανένα χαρτί, διότι από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες θεωρείται ως άτομο που έχει πεθάνει. Μετά την αποκάλυψη της πρωτοφανούς αυτής υπόθεσης, αναμένεται να ευαισθητοποιηθεί και να επέμβει το υπουργείο Εσωτερικών, ώστε να λυθεί η τόσο μακάβρια αυτή παρεξήγηση. Η 65χρονη αντιλήφθηκε ότι ήταν νεκρή όταν από τον ασφαλιστικό της φορέα της ζήτησαν τα απαραίτητα έγγραφα για να συνταξιοδοτηθεί. Τότε οι αρμόδιοι υπάλληλοι είδαν στις καταστάσεις τους ότι είχε πεθάνει προ διετίας...”.
  
Μια αληθινή ιστορία.
Κάποιος στην Αμερική είχε τρομερά οικονομικά προβλήματα, ενώ οι γονείς του παρά την περιουσία που διέθεταν, είχαν σκοπό να τον αποκληρώσουν. Έτσι σκέφτηκε ένα σχέδιο. Γνωρίζοντας τον καθημερινό καβγά των γονιών του όπου ο πατέρας απειλούσε με καραμπίνα τη μητέρα του, έβαλε μια σφαίρα στο όπλο. Έτσι, όταν ο πατέρας του όταν θα πατούσε τη σκανδάλη, θα σκότωνε τη γυναίκα του. Με μητέρα νεκρή και πατέρα στη φυλακή, θα μπορούσε να διαχειριστεί την περιουσία τους. Μια ώρα αργότερα όμως σκουντούφλησε και έπεσε στο κενό από την ταράτσα του σπιτιού τους. Ταυτόχρονα, οι γονείς του είχαν έναν από τους καυγάδες τους. Ο πατέρας του τελικά πάτησε τη σκανδάλη, η σφαίρα όμως δε βρήκε την γυναίκα του αλλά το κεφάλι του γιού του ο οποίος εκείνη τη στιγμή βρισκόταν σε πτώση και το κορμί του περνούσε έξω από το παράθυρο. Η υπόθεση θεωρήθηκε αυτοκτονία και οτι ο ίδιος είχε προκαλέσει το θάνατό του. Η ιστορία πουλήθηκε στη σειρά Law and Order για την τηλεόραση, αλλά δεν παίχτηκε γιατί θεωρήθηκε ότι κανένας θεατής δεν θα πίστευε ότι είναι αληθινή.

Την έθαψαν ζωντανή.
Ένα ζευγάρι παντρεμένο για πάνω από πενήντα χρόνια ήταν τόσο αγαπημένο που κανείς νόμιζε ότι μπορούσαν να καταλάβουν ο ένας τον άλλο μόνο με τη σκέψη. Η ηλικιωμένη πλέον γυναίκα άρρωστησε και πέθανε. Για δυο εβδομάδες ο ηλικιωμένος έβλεπε στον ύπνο του τη γυναίκα του να προσπαθεί να βγει από τη κάσα. Τελικά μετά από πολλές πιέσεις έπεισε το γιατρό να δώσει εντολή να ξεθάψουν τη γυναίκα. Όταν την ξέθαψαν είδαν τα νύχια της ηλικιωμένης γυρισμένα προς τα πίσω και φανερές γρατσουνιές στο εσωτερικό της κάσας.

Η νεκρή γριά.
Σε ένα χωριό στην Ελλάδα πριν από αρκετά χρόνια πέθανε μία γριά. Στην επαρχεία συνηθίζεται ο νεκρός να παραμένει στο σπίτι το τελευταίο βράδυ, ώστε φίλοι και συγγενείς να τον αποχαιρετήσουν. Μοιρολόγια πολλά δεν είχε, αφού η νεκρή ήταν σε πολύ μεγάλη ηλικία, ωστόσο συνέβη ένα γεγονός που κυριολεκτικά αναστάτωσε όλους τους καλεσμένους. Οι δύο εγγονοί της, έβγαλαν τη νεκρή από το φέρετρο για να την ντύσουν με τα καλά της ρούχα, και τη τοποθέτησαν σε όρθια στάση στηρίζοντας τη σε μία ντουλάπα που υπήρχε στο δωμάτιο, και βρήκαν από το δωμάτιο για να ψάξουν για τη μαντίλα της που δεν την εύρισκαν. Μια φίλη της νεκρής που κατέφθασε εκείνη την ώρα πήγε στο δωμάτιο για να δει και να αποχαιρετήσει τη μακαρίτισσα. Ανοίγοντας την πόρτα αντίκρισε το φέρετρο κενό και την μαυροντυμένη νεκρή όρθια με σταυρωμένα τα χέρια. Όπως ήταν φυσικό την κυρίευσε τρόμος, και παρ ολίγο να μείνει στον τόπο. Η άτυχη γυναίκα έκανε δυο ώρες να συνέλθει. Το περιστατικό είναι αληθινό, το δε σώμα της νεκρής δεν σωριάστηκε στο πάτωμα λόγω της νεκρικής ακαμψίας.

Η ψυχή. Σε μια κλινική της Αθήνας πέθανε ένας άνθρωπος, και η γυναίκα του που του παραστεκόταν ως τη τελευταία στιγμή, πήρε τηλέφωνο στη μακρινή επαρχία  όπου ζούσε ο αδερφός του νεκρού για να τον ενημερώσει. Όταν αυτός σήκωσε το τηλέφωνο, του είπε ότι ο αδερφός του έφυγε. Και ο αδερφός απαντάει:
-Έλα ρε Ελένη, με δουλεύεις; Αφού τον είδα πριν από λίγο στο δρόμο, δεν μπόρεσα να σταματήσω, ήμουν σε αυτοκίνητο. Να σας περιμένω για φαγητό το μεσημέρι;
Λένε πως όταν πεθαίνει κάποιος, η ψυχή του "χωρίζει" από το σώμα του και εμφανίζεται σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο…

Η επιστροφή του στρατιώτη.
Μια γνωστή ιστορία υπάρχει με έναν στρατιώτη που γύρισε από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Τηλεφώνησε στους γονείς του από το Σαν Φρανσίσκο.
-Μαμά, μπαμπά, γυρίζω στο σπίτι, αλλά θέλω να ζητήσω μια χάρη, έχω ένα φίλο και θέλω να έρθει κι αυτός.
-Φυσικά, χαρά μας να μας τον γνωρίσεις.
-Πρέπει να ξέρετε κάτι όμως, πάτησε μια νάρκη και έμεινε ανάπηρος, έχασε το ένα του χέρι και ένα πόδι. Δεν έχει πού να μείνει τώρα και θα ήθελα να μείνει μαζί μας.
-Πολύ άσχημο αυτό παιδία μου, ίσως του βρούμε κάποιο μέρος για να μείνει.
-Όχι, θέλω να ζήσει μαζί μας…
-Γιέ μου, μίλησε ο πατέρας στο τηλέφωνο, δε καταλαβαίνεις τί ζητάς, ένας άνθρωπος με τέτοια αναπηρία θα ήταν μεγάλο βάρος για εμάς. Έχουμε τις δικιές μας ζωές, δε μπορούμε να αφήσουμε αυτόν να μας ανακατέψει. Καλύτερα να ξεχάσεις τον φίλο σου, έλα σπίτι σου, και αυτός θα βρει το δρόμο του. Σε αυτό το σημείο έκλεισε το τηλέφωνο, και οι γονείς δεν ξανάκουσαν τον γιο τους. Σε λίγες μέρες όμως είχαν μια κλήση από την αστυνομία του Σαν Φρανσίσκο, και έμαθαν ότι ο γιός τους έπεσε από μια πολυκατοικία. Η αστυνομία υπέθεσε ότι ήταν αυτοκτονία. Οι γονείς του νεκρού στρατιώτη πήγαν αμέσως στο νοσοκομείο για αναγνώριση. Εκεί έμαθαν κάτι νέο: ο γιος τους είχε χάσει ένα χέρι κι ένα πόδι στο Βιετνάμ.

Το τελευταίο τσιγάρο.
Ένα νεαρό ζευγάρι ταξίδευε με το τραίνο. Το αγόρι αν και καπνιστής δέχτηκε να κάνει το χατίρι της κοπέλας του να ταξιδέψει σε βαγόνι μη καπνιστών. Μετά από μια ώρα όμως είχε την ανάγκη να ανάψει ένα. Έτσι, βγήκε από τη καμπίνα και άνοιξε το παράθυρο του διαδρόμου για να μην ενοχλεί ο καπνός του. Η κοπέλα του έμεινε μέσα και άνοιξε ένα περιοδικό. Καμιά φορά κοιτούσε στα πλάγια και έβλεπε τα πόδια του αγοριού για να σιγουρευτεί ότι είναι εκεί. Αρκετά λεπτά πέρασαν και αυτός βρίσκονταν ακόμη μπροστά στο παράθυρο. Τελικά η κοπέλα σηκώθηκε να δει καλύτερα. Η θέα του φίλου της την έκανε να ξεσπάσει σε ουρλιαχτά. Καθώς ο φίλος της είχε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο για να καπνίζει, ένα τραίνο που πήγαινε αντίθετα το έσπασε και το σώμα του κρέμονταν για ώρα από το παράθυρο ακέφαλο.

Οι ιερόσυλοι.
Ήταν μια φορά μια οικογένεια πολύ πλούσια. Όταν η γεροντότερη της οικογένειας πέθανε, η οικογένειά της για να την τιμήσει της φόρεσε ένα πολύ ακριβό δακτυλίδι, γιατί το είχε επιθυμία η γριά και το άφησε παρακαταθήκη.. Αυτό διαδόθηκε, έτσι που μερικές μέρες μετά την κηδεία, 2 ληστές που ακούσανε για το πανάκριβο δακτυλίδι, επήγανε να το κλέψουν. Σκάβουν τον τάφο, ανοίγουν την κάσσα και προσπαθούν να πάρουν το δακτυλίδι από το δάκτυλό της. Ήταν πολύ σφιχτά βαλμένο όμως και δεν έβγαινε. Τότε ο ένας από αυτούς έβγαλε ένα μαχαίρι και έκοψε το δάκτυλο για να μπορέσουν να το πάρουν.
Μετά από έναν χρόνο, μια βροχερή νύχτα, στο σπίτι που έμεναν οι ληστές χτυπάει η πόρτα. Πάει ο ένας να δει ποιος είναι και βλέπει μια γριά ντυμένη στα μαύρα να κάθεται έξω στη βροχή. Αμέσως πάει έξω και της λέει,
-τί κάνεις εδώ στη βροχή; έλα μέσα να μην βρέχεσαι.
Πάνε μέσα..
-Κάτσε να σου βάλω λίγο τσάι να πιεις,
της λέει ο άλλος
Η γριά δεν μιλούσε.. Της βάζει το τσάι.. όταν όμως πάει να πάρει το φλιτζάνι... βλέπουν πως της έλειπε ένα δάκτυλο, την ρωτάει ο ένας
- ποιος σου έκοψε το δάκτυλό σου;
-Εσύ…
του λέει η γριά.

Η επιστροφή στο σπίτι της.
Ένα βράδυ οδηγούσε ένας νεαρός σε έναν απομονωμένο δρόμο και είδε μια κοπέλα να του κάνει οτοστόπ. Σταμάτησε και την πήρε στο αυτοκίνητο του. Του είπε η κοπέλα που να την αφήσει, μόλις έφτασαν έξω απο το σπίτι της, γυρνά προς το μέρος της, αλλά αυτή δεν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, ήταν εξαφανισμένη. Ο οδηγός παραξενεύτηκε, αλλά χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, παει και κτυπάει το κουδούνι στο σπίτι. Του ανοίγει ένας ηλικιωμένος και τον ερωτάει τι θέλει τέτοια ωρα. Ο νεαρός του διηγείται την ιστορία και του περιγράφει την κοπέλα, ότι ήταν ψηλή, ξανθή, όμορφη, γαλανομάτα κλπ. Ο γέρος του απαντάει ότι δεν μένει καμία κοπέλα πια εδώ, και η περιγραφή μοιάζεε με αυτήν της κόρης του, η οποία όμως είχε πεθάνει πριν σαράντα μέρες.

Η γίδα και διάβολος
Τη γίδα την έφτιασε ο διάβολος, αλλ' επειδή δεν ελύγαγαν τα πόδια της, εστέκετο όλο ορθή, και εψοφούσαν όλα τα γίδια. Μια ημέρα την έδειξε του Χριστού και του είπε, “Έφτιασα ένα πράμα, αλλά δεν μπορώ να το κάμω να κάτσει, και μου ψοφάει”. Τότε ο Χριστός έβγαλε τη βούλα του κι την εβούλωσε εις τα γόνατα, και αμέσως εκάθισε. Για τούτο τα γίδια έχουν εις τα δύο μπροστινά ποδάρια δύο βούλες εις τα γόνατα.

Τα ξωκκλήσια του Αϊ Νικόλα, του Αϊ Λιά και του Αϊ Αντώνη
Ταξίδευαν μια φορά σένα καΐκι μαζί ο Άι-Νικόλας, ο προφήτης Ηλίας και ο Άις Αντώνης, και τους έπιασε μια φουρτούνα, που πήγανε να πνιγούν. Δεήθηκαν κι είπαν: «Παναγία μου, να βγούμε στη στεριά, κι ό,τι θες!» Λέει ο Άι Νικόλας. «Ας βγούμε στη στεριά κι ας μείνω και κοντά στη θάλασσα, αλλά ίσα ίσα να μη με χτυπά το κύμα.» Κι έγινε εκεί το εκκλησάκι του. «Εγώ», λέει ο προφήτης Ηλίας, «μόνο από μακριά θέλω να τη βλέπω τη θάλασσα!» Και του έκαναν εκκλησάκι στην κορυφή του βουνού. «Μα εγώ», είπε ο Άις Αντώνης, «καθόλου δε θέλω να τη βλέπω πια!». Κι έγινε το εκκλησάκι του βαθιά στη λαγκαδιά.

Η Θαυματουργή Εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας.
Το καλύτερο Κειμήλιο στη Μονή Φιλοθέου, για το οποίο ιδιαίτερα σεμνύνεται είναι η αξιόλογη και Θαυματουργική Εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας που βρίσκεται στο αριστερό προσκυνητάρι του Καθολικού.
Τον καιρό της εικονομαχίας υπήρχε μια γυναίκα ευσεβής και ενάρετη, η Βικτωρία, που προσκυνούσε κρυφά τις Αγίες Εικόνες, παρά την απαγόρευση του βασιλιά Θεόφιλου του Εικονομάχου. Στο σπίτι της φύλαγε την Εικόνα της Γλυκοφιλούσας και κάποια μέρα που οι εικονομάχοι έκαναν έρευνα για να βρουν κρυμμένες Εικόνες, η Βικτωρία πήρε την Εικόνα και κατέβηκε στη θάλασσα. Παρακάλεσε την Παναγία να διαφυλάξει την Εικόνα και την έβαλε στη θάλασσα ελπίζοντας μετά από την μανία της εικονομαχίας να την ξαναπάρει.
Η Αγία Εικόνα άρχισε να πλέει πάνω στα νερά και θαυματουργικά διέπλευσε το πέλαγος του Μαρμαρά, τον Ελλήσποντο και το Αιγαίο και σταμάτησε στο Άγιο Όρος, στο λιμάνι της Μονής Φιλοθέου. Μετά από αποκάλυψη στον Ηγούμενο της Μονής για να υποδεχτούν την εικόνα, κατέβηκε στο λιμάνι με τους Μοναχούς και αντίκρισαν την Εικόνα που ακτινοβολούσε Θείο Φως. 
Μόλις ο Ηγούμενος βγήκε από τη θάλασσα με την Αγία Εικόνα, εκεί που την ακούμπησε ανέβλυσε Αγίασμα ιαματικό για κάθε νόσο. Με ψαλμούς και ύμνους, με φώτα και θυμιάματα, ανέβασαν την Εικόνα στο Ιερό Μοναστήρι και την τοποθέτησαν εκεί που ως σήμερα βρίσκεται. Από τότε και κάθε χρόνο την Δευτέρα της Διακαινησίμου ως ανάμνηση του Θαύματος, τελείται εκεί στο Αγίασμα λιτανεία και Αγιασμός. Η Εικόνα είναι μια από τις 73 που ιστόρησε ο Ευαγγελιστής Λουκάς κι έχει τέτοια Χάρη, που όποιος την κοιτά κατάματα τον κυριεύει ρίγος. Τα Θαύματά της είναι πολλά. Είναι αμφιπρόσωπη με τη Σταύρωση του Χριστού στο πίσω μέρος.

Του Καγιάφα το μνήμα.
Απ’ όξω στην αρχαία Κνωσό ήταν ένα κτίριο που το χάλασαν όταν έφτιαχναν το δημόσιο δρόμο από το Ηράκλειο στις Αρχάνες και την Πεδιάδα. Το έλεγαν Του Καγιάφα το Μνήμα. Γιατί ο Καγιάφας όταν τον εκάλεσαν στη Ρώμη ν’ απολογηθεί για το θάνατο του Χριστού, εναυάγησε απ’ όξω στην Κρήτη και βγήκε στο νησί και αρρώστησε και πέθανε. Τον έθαψαν, μα για το μεγάλο κακό που έκαμε, που καταδίκασε το Χριστό, η γης τον ανεξέρνα άλιωστο και μαύρο σαν τον Κάη. Εφτά φορές τον έθαψαν και πάλι κάθε πρωί τον έβρισκαν όξω από τη γης. Όσο που μαζεύτη όλος ο λαός και με κατάρες και βλαστήμιες έριξαν λιθάρια απάνω του και τον κατάχωσαν. Και έτσι έγινε το μνήμα του.

Η νεράιδα και το μαντήλι της.
Ήταν μια φορά ένας πολύ ωραίος νέος και πολλά κορίτσια ήθελαν να τον πάρουν άντρα, μα αυτός δεν ήθελε να πάρει καμία από τις γυναίκες του κόσμου, μόνο ήθελε να πάρει νεράιδα. Και οι νεράιδες τον ενοστιμεύονταν και πολλές φορές έρχονταν και το επείραζαν. Εδοκίμασε πολλές φορές να πλησιάσει καμία από δαύτες, αλλά ποτέ δεν το κατόρθωσε. Το λοιπόν, μια μέρα ρώτησε μια γριά μπαμπόγρια, τι πρέπει να κάνει για να πάρει μια απ’ τις νεράιδες γυναίκα. Και η γριά του είπε: «σαν έρθουν οι νεράιδες να σε πειράξουν και θα σου μιλούν, συ κοίταξε πως θα πάρεις μιανής το μαντήλι. Κι α’ θέλεις να μένει πάντα μαζί σου και να μη σου φύγει ποτέ, πρέπει να βάλεις το μαντήλι στο φούρνο και να το κάψεις. Αλλά μπορεί όμως και να πεθάνει από τη λύπη της αν το κάμεις αυτό. Για τούτο, το καλύτερο είναι να το κρύψεις. Μα να προσέχεις μη σε γελάσει και σου ξαναπάρει το μανήλι. Έτσι θα σ’ ακολουθήσει όπου κι αν πας».
Όταν λοιπόν ήρθαν πάλι οι νεράιδες και τον πείραζαν, εκεί που του μιλούσαν, εχύθει αυτός απάνω σε μία και τη στιγμή που πήγε αυτή να πετάξει στον αέρα, της έπεσε το μαντήλι της και τ' άρπαξε εκείνος και το ‘χωσε στον κόρφο του. Η νεράιδα τον παρακαλούσε να της το δώσει πίσω και του λέγε: «Δώσ’ μου Γιάννη το μαντήλι! Δώσ’ μου το καημένε και γω να κάμω ότι θέλεις». Ο νέος όμως δεν της έκαμε τη χάρη και της είπε μονάχα πως θέλει να την πάρει γυναίκα. Οι άλλες νεράιδες πέταξαν στον αέρα και εχάθηκαν. Αυτή δεν μπορούσε πλιό να πετάξει κι έμεινε με το Γιάννη. Την επήγε λοιπόν αυτός στο σπίτι του, την παντρεύτη κι έκαμε παιδιά με δαύτη.
Εκείνη όμως ήταν πάντα πικραμένη και στενοχωρημένη, και σε καμιά γιορτή και σε κανένα πανηγύρι δεν ήθελε ν’ αλλάξει φορέματα και να στολιστεί και να κάμει ότι κάνουν οι άλλες γυναίκες. Ο Γιάννης που έβλεπε το μαράζι της γυναίκας του, ελυπότανε πολύ. Και μια μέρα που ήταν γιορτή και πήγαιναν όλοι στο χορό όξω από το χωριό, και η νεράιδα ζητούσε με τα κλάιματα το μαντήλι από τον άντρα της, τη συμπόνεσε εκείνος και ήθελε να της το δώσει. Μόνο εφοβόταν μην του φύγει όταν θα το πάρει και γι’ αυτό της είπε: «Σ’ το δίνω να πας στο χορό, μόνο πρέπει να μου τάξεις πως θα γυρίσεις στο σπίτι και δεν θα φύγεις, αλλιώς δεν θα σ’ το δώσω». Του το έταξε και του είπε μάλιστα: «Τώρα πλιό να σ’ αφήσω, ύστερα από τόσα χρόνια, και που έχω καμωμένα παιδιά με σένα;». Έτσι της το ‘δωσε το μαντήλι και αυτή άλλαξε τα φορέματά της και στολίστηκε. Και με μιας έλαμψε το σπίτι από την ομορφιά της γιατί σα νεράιδα που ήταν, ξεπερνούσε όλες τις γυναίκες στην ομορφιά. Πήγε λοιπόν στο χορό και άστραψε ο τόπος και όλοι όσοι ήσαν εκεί να κοιτάζουν και ν’ αφήνουν το θάμα τους. Και αυτή πήγε μπρουστέλα στο χορό και με μια ψιλή και γλυκιά φωνή άρχισε να λέει ένα τραγούδι πο’ ‘σκιζε την πέτρα και μάραινε καρδιές. Και σαν έκαμε τρεις γύρους στο χορό, σείστηκε, λυγίστηκε, κούνησε το μαντήλι της κι έκαμε μια «Ι, ι, ι!» και πέταξε στον αέρα για ν’ ανταμώσει τις συντρόφισσές της κι εχάθηκε. Κι έτσι ο Γιάννης έχασε τη γυναίκα του.
Ποιος του ‘πε να σκεφτεί κακό για το σύντροφό του;

Το κρασί.
Σαν ήκαμεν ο Θεός τον κόσμο, εδιαλογηθήκε να ρωτήξει την άλλη μέρα όλα τα πλάσματα πώς τόνε φαίνεται, κι αν έχει κανένα κουσούρι, να το σιάξει. Το ‘μαθεν ο Διάβολος και βρίσκει μονομιάς τον πετεινό και το γουρούνι και τα ρωτά: «Πώς σας φαίνεται ο κόσμος;». Λέει: «Καλός». «Ένα πράμα, καμένα, του λείβγεται: μια ρίζα χαμηλή, που κάνει πολλές απολλές ρώ’ες, κολλημένες σ’ ένα τσάμπουρο, γλυκές – σταφύλι τσι λένε. Πίνεται και ζουλιστό κι είν’ ακόμη πιο γλυκό. Μον’ αύριο, σα σας ρωτήξει ο Θεός, να του το πείτε». Την άλλη μέρα συγκαλεί ο Θεός όλα τα ζα και τα ρωτά για τον κόσμο. Όλα από μικρά ως με’άλα, λέει: «Καλός». Λέ': «Αμέ σεις, πετεινέ και γουρούνι, που κάθεστε χώρια, σαν από μια επαρχία, δεν μιλείτε, μόνου κάθεστε συλλοϊστά;». «Ίντα α σου πούμενε, δημιουργέ; Όλα καλά και άξια. Έναν ντεντρουλάκι μικρό λείβγεται, που κάνει στρόγγυλες ρώ’ες και τσι στύβουνε και γίνεται το κρασί.». Ο Θεός αμέσως είπενε: «Γενηθήτω άμπελος και κλήμα, όποιος δεν πιει καθόλου, να’ χει την κατάρα μου, όποιος παραπιεί, να κάνει του πετεινού τα μυαλά και του γουρουνιού τη μούρη».

Γιατί ο γάιδαρος κατουρεί όπου βρει νερό.
Οι γάιδαροι έκαμαν παράπονα στο Θεό, γιατί να είναι τόσο περιφρονημένοι από τους ανθρώπους και να μη τους δίνουν παρά μόνο κλήματα για φαγί. Τότες ο Θεός τους είπε ότι θα τους δώσει πολλά καλά, και τη μιλιά ακόμα, άμα με το κάτουρο τους κάνουν ποτάμι. Για τούτο, όπου ιδούν νερό τρεχούμενο, νομίζουν ότι είναι από τα άλλα γαϊδούρια, και κατουρούν για να αβγατίσει και να γίνει ποτάμι.
Τα 3 μικρά δένδρα. (Από το βιβλίο του Άκη Αγγελάκη, «Ιστορίες που δυναμώνουν την ψυχή»)
Κάποτε στην κορφή ενός λόφου στέκονταν τρία μικρά δέντρα και ονειρεύονταν τι ήθελαν να γίνουν όταν μεγαλώσουν. Το πρώτο κοίταξε ψηλά τα αστέρια και είπε: «Θέλω να φυλάω ένα θησαυρό. Θέλω να είμαι καλυμμένο με χρυσάφι και γεμάτο πολύτιμους λίθους. Θα είμαι το πιο όμορφο θησαυροφυλάκιο στον κόσμο!» Το δεύτερο κοίταξε μακριά ένα μικρό ποταμάκι που αργοκυλούσε στο δρόμο του για τη θάλασσα. «Εγώ θέλω να ταξιδεύω τις μεγάλες θάλασσες και να μεταφέρω δυνατούς βασιλιάδες. Θα είμαι το πιο δυνατό καράβι στον κόσμο!» Το τρίτο δέντρο κοίταξε χαμηλά στη κοιλάδα από κάτω, όπου δραστήριοι άντρες και γυναίκες δούλευαν σε μια πόλη γεμάτη ζωντάνια. «Εγώ δε θέλω να αφήσω την κορφή του βουνού. Θέλω να γίνω τόσο ψηλό που, όταν σταματούν οι άνθρωποι για να με κοιτάξουν, θα σηκώνουν τα μάτια τους στον ουρανό και θα σκέφτονται το Θεό. Θα είμαι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο.»
Τα χρόνια πέρασαν. Ήρθε η βροχή, βγήκε ο ήλιος και τα μικρά δέντρα ψήλωσαν. Μια μέρα τρεις ξυλοκόποι ανέβηκαν στο βουνό. Ο πρώτος κοίταξε το πρώτο δέντρο και είπε: «Αυτό το δέντρο είναι όμορφο. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω», είπε, και με μια κίνηση του αστραφτερού τσεκουριού του το δέντρο έπεσε.
«Τώρα θα με κάνουν ένα όμορφο μπαούλο και θα φυλάω θαυμάσιους θησαυρούς!», είπε το πρώτο δέντρο...
Ο δεύτερο ξυλοκόπος κοίταξε το δεύτερο δέντρο και είπε: «Αυτό το δέντρο είναι δυνατό. Είναι ακριβώς αυτό που θέλω», είπε, και με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε το δεύτερο δέντρο. «Τώρα θα ταξιδέψω τις μεγάλες θάλασσες!» σκέφτηκε εκείνο, «Θα γίνω δυνατό καράβι για δυνατούς βασιλιάδες!»... Το τρίτο δέντρο απογοητεύτηκε, όταν ο τελευταίος ξυλοκόπος κοίταξε κατά το μέρος του. Στεκόταν ευθύ και ψηλό και σημάδευε γενναία τον ουρανό. Ο ξυλοκόπος κοίταξε ψηλά και μουρμούρισε «Οποιοδήποτε δέντρο μου κάνει». Με μια κίνηση του αστραφτερού του τσεκουριού έπεσε και το τρίτο δέντρο... Το πρώτο δέντρο χάρηκε, όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στον ξυλουργό. Αλλά εκείνος το έκανε παχνί για τα ζώα. Το άλλοτε όμορφο δέντρο δεν καλύφθηκε με χρυσό ούτε με θησαυρό. Το επένδυσαν με πριονίδια και το γέμισαν σανό για να τρώνε τα πεινασμένα ζώα μέσα σε ένα στάβλο. Το δεύτερο δέντρο χαμογέλασε, όταν ο ξυλοκόπος το πήγε στο ναυπηγείο, όμως κανένα δυνατό καράβι δε φτιάχτηκε εκείνη τη μέρα. Αντί γι' αυτό, το άλλο δυνατό δέντρο με το σφυρί και το πριόνι έγινε μια βάρκα για ψάρεμα. Παραήταν μικρή και αδύναμη για να περάσει τους ωκεανούς ή ακόμα και ένα ποτάμι. Παρά μονάχα το πήγαν σε μια μικρή λίμνη. Το τρίτο δέντρο μπερδεύτηκε, όταν ο ξυλοκόπος το έκοψε σε δυνατά δοκάρια και το άφησε στο ξυλουργείο. «Τι έγινε;» αναρωτήθηκε το ψηλό αυτό δέντρο, «Αυτό που ήθελα πάντα ήταν να στέκομαι στην κορφή του βουνού και να δείχνω τον Θεό...».
Πολλές μέρες και νύχτες πέρασαν. Τα τρία δέντρα σχεδόν ξέχασαν τα όνειρά τους. Αλλά μια νύχτα, χρυσό φεγγαρόφως ξεχύθηκε πάνω στο πρώτο δέντρο καθώς μια νεαρή γυναίκα απόθεσε το νεογέννητο μωρό της μέσα στη φάτνη. «Μακάρι να μπορούσα να του φτιάξω μια κούνια», ψιθύρισε ο άντρας της. Η μητέρα έσφιξε το χέρι του και χαμογέλασε καθώς το φεγγαρόφωτο έλαμψε πάνω στο λείο και στιβαρό ξύλο. «Αυτή η φάτνη είναι όμορφη», είπε. Και ξαφνικά το πρώτο δέντρο κατάλαβε ότι κρατούσε τον μεγαλύτερο θησαυρό του κόσμου...
Ένα βράδυ, ένας κουρασμένος ταξιδιώτης και οι φίλοι του μπήκαν σε μια παλιά ψαρόβαρκα. Ο ταξιδιώτης αποκοιμήθηκε, καθώς το δεύτερο δέντρο άνοιξε ήσυχα τα πανιά του μέσα στη λίμνη. Γρήγορα σηκώθηκε σφοδρή καταιγίδα γεμάτη κεραυνούς. Το μικρό δέντρο λύγισε απ' το φόβο. Ήξερε ότι δεν είχε τη δύναμη να μεταφέρει τόσους πολλούς επιβάτες με ασφάλεια μες στον αέρα και τη βροχή. Ο κουρασμένος άντρας ξύπνησε. Σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι του και είπε: «Ησύχασε..!». Η καταιγίδα σταμάτησε τόσο γρήγορα όσο είχε ξεκινήσει. Και ξαφνικά το δεύτερο δέντρο κατάλαβε ότι μετέφερε το βασιλιά του ουρανού και της γης... Μια Παρασκευή πρωί το τρίτο δέντρο ξαφνιάστηκε όταν τράβηξαν το δοκάρι του από τον ξεχασμένο σωρό με τα ξύλα. Δείλιασε καθώς το μετέφεραν μέσα από τους χλευασμούς του αγριεμένου πλήθους. Τρόμαξε, όταν οι στρατιώτες κάρφωσαν τα χέρια ενός άντρα πάνω του. Ένιωσε άσχημο, τραχύ και σκληρόκαρδο. Αλλά την Κυριακή το πρωί, όταν ανέτειλε ο ήλιος και η γη κάτω απ' το δέντρο άρχισε να τρέμει με χαρά, το τρίτο δέντρο ήξερε ότι η αγάπη του Θεού είχε αλλάξει τα πάντα. Είχε κάνει το τρίτο δέντρο δυνατό. Και κάθε φορά που οι άνθρωποι σκέφτονταν το τρίτο δέντρο, σκέφτονταν τον Θεό. Αυτό ήταν καλύτερο από το να είναι το ψηλότερο δέντρο στον κόσμο...

Απόστολος Ανδρέας.
 Ένα άλλο θαυμαστό γεγονός που συνέβηκε και συγκλόνισε τους κατοίκους της Κύπρου και αύξησε το σεβασμό και την αγάπη τους προς τον Απόστολο Ανδρέα και το μοναστήρι του ήταν το εξής: Το 1896 οι Τούρκοι είχαν απαγάγει στην πόλη Αλλαγιά της Μικράς Ασίας το μοναχογιό μιας Ελληνίδας και τον οδήγησαν στις Τουρκικές στρατιωτικές σχολές ωστε μετά την αποφοίτησή του να υπηρετήσει το Σουλτάνο. Η μητέρα του με συνεχείς προσευχές ικέτευε το θεό να την ελεήσει. Αρκετά χρόνια αργότερα το 1912, είδε στον ύπνο της κάποιον Ανδρέα που της ανακοίνωσε ότι σύντομα θα συναντούσε το χαμένο γιο της. Πεπεισμένη ότι ήταν ο πρωτόκλητος μαθητής του Χριστού, αναχώρησε με ατμόπλοιο για προσκύνημα στο μοναστήρι του Αγίου, στην Κύπρο. Στο καράβι υπήρχε επίσης και μια μικρή ομάδα από Δερβίσηδες που επισκέπτονταν την Κύπρο για να διευθετήσουν διάφορες οικονομικές εκκρεμότητες των τεκκέδων του νησιού. Σε κάποια στιγμή η γριά πλέον μάνα, διηγήθηκε τα συμβάντα στις άλλες γυναίκες που συνταξίδευαν μαζί της. Τη διήγησή άκουσε ένας από τους Δερβίσηδες ο οποίος και παρατηρούσε προσεχτικά τη γυναίκα. Τελικά την πλησίασε και της απηύθηνε το λόγο, διαπιστώνοντας ότι ήταν η μητέρα του, αφού όπως φαίνεται, παρά την πολύχρονη παραμονή του στα τουρκικά ιεροδιδασκαλεία, εξακολουθούσε να διατηρεί ενθυμήσεις από την παιδική του ζωή. Ύστερα από αυτό, αφαίρεσε το κάλυμμα της κεφαλής και αφού ντύθηκε με ελληνικά ρούχα, ομολόγησε την χριστιανική του πίστη.  

Δωροθέου Μονεμβασίας, Βίβλος χρονική 1781.
Οι Ενετοί την υπερθαύμαστον και εξάκουστον Αγίαν Τράπεζαν της Αγίας Σοφίας, την πολύτιμον και ωραιότατην, έβγαλαν από τον Ναό και έβαλαν εις το καράβι, και καθώς έκαναν άρμενα και επήγαιναν προς Βενετία, ω, του θαύματος! Πλησίον της νήσου του Μαρμαρά άνοιξε το καράβι και έπεσεν εις την θάλασσαν η Αγία Τράπεζα και εβούλησε και είναι εκεί ως σήμερον, και τούτο είναι φανερόν και το μαρτυρούν οι πάντες, διότι όλον το μέρος εκείνο, όταν κάμνει φουρτούνα, η θάλασσα όλη κάμνει κύματα φοβερά, εις δε τον τόπο όπου είναι η Αγία Τράπεζα είναι γαλήνη και δεν ταράσσεται η θάλασσα. Και υπαγαίνουν τινές εκεί με περάματα, και λαμβάνουν από την θάλασσαν εκείνην, όπου είναι η Αγία Τράπεζα, και μυρίζει θαυμασιώματα μυρωδίαν, από το άγιον μύρον όπου έχει και των άλλων αρωμάτων

Ο Μαρμαρωμένος Βασιλιάς.
Όταν ήρθε η ωρα να τουρκέψει η πόλη και μπήκαν οι Τούρκοι, έτρεξε ο βασιλιάς μας καβάλα στ άλογο του να τους εμποδισει. Ήταν πλήθος αρίφνητο η Τουρκιά, χιλιάδες τον έβαλαν στη μεση, κι εκείνος χτυπούσε κι έκοβε αδιάκοπα με το σπαθί του. Τότε εσκοτώθη το άλογο του κι έπεσε και αυτος. Κι εκεί που ένας αράπης σήκωσε το σπαθί του να χτυπήσει τον βασιλιά, ήρθε ο άγγελος Κυρίου και τον άρπαξε και τον πήγε σε μια σπηλιά κάτω στη γη, κοντά στην χρυσόπορτα.
Εκεί μένει μαρμαρωμένος ο βασιλιάς και καρτερεί την ωρα να έρθει πάλι ο άγγελος να τον σηκώσει. Οι Τούρκοι το ξέρουν αυτο, μα δεν μπορούν να βρούν τη σπηλιά που είναι ο βασιλιάς, γι αυτό έχτισαν την πόρτα που ξέρουν πώς από αυτή θα μπεί ο βασιλιάς για να τους πάρει πίσω την πόλη. Μα όταν είναι θέλημα θεού, θα κατέβει ο άγγελος και θα του δώσει πάλι το σπαθί που είχε στη μάχη. Και θα σηκωθεί ο βασιλιάς και θα μπει στην Πόλη απο την χρυσόπορτα και κυνηγώντας με τα φουσάτα του τους Τούρκους, θα τους διώξει ως την Κόκκινη Μηλιά...
Και θα γίνει μεγάλος σκοτωμός που θα κολυμπήσει το μουσκάρι στο αίμα.

Αμαρυλλίδα.
Κανένα άλλο λουλούδι δεν μπορεί να σαγηνεύσει ή να ξελογιάσει, όσο τα εντυπωσιακά λαμπερά και μεγαλειώδη άνθη της αμαρυλλίδας, που ανοίγουν επάνω στους μακριούς μίσχους τους με μεγαλοπρέπεια και αιχμαλωτίζουν το βλέμμα. Ενώ τα χρώματά τους λευκά, με κόκκινες ραβδώσεις, με σκιές σε διάφορους τόνους του κόκκινο, του πορτοκαλί και μερικές φορές του κίτρινου, προκαλούν τη φαντασία.
Κατά πως ιστορει ο Οβιδδιος, η Αμαρυλλίδα ήταν μια βοσκοπούλα, μια παρθένα νύμφη συνεσταλμένη και ντροπαλή, αλλά σκληροτράχηλη. Ερωτεύτηκε τον Αλταίονα, ένα βοσκό με παγωμένη καρδιά, αλλά τόσο όμορφο όσο ο Απόλλωνας και τόσο δυνατό όσο ο Ηρακλής, που είχε μοναδική επιθυμία να του προσφερόταν ένα λουλούδι που να μην υπήρχε ποτέ στον κόσμο. Ηταν τοσο το μερακι του γι αυτό, ώστε δεν ειχε άλλες σκεψεις, ετσι που εμενε ασυγκίνητος από τη γοητεία της. Η Αμαρυλλίδα συμβουλεύτηκε το μαντείο των Δελφών και της είπαν να τρυπήσει την καρδιά της με ένα χρυσό τόξο μπροστά στην πόρτα του Αλταίονα. Το έκανε αυτό φορώντας ένα κατάλευκο φόρεμα, για τριάντα συνεχόμενα βράδια, ρίχνοντας το αίμα της, ωσπου εγινε λουλλουδι. Ο βοσκός τελικά άνοιξε την πόρτα του και είδε ένα λουλούδι με βαθυκόκιννα πέταλα, που είχε βαφτεί από το αίμα της καρδιάς της Αμαρυλλίδας.