ΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΤΟΥ ΜΑΚΕΔΟΝΟΣ
(Λαϊκό Μυθιοστόρημα -  Επιμέλεια Κυριάκος Ταπακούδης)

Παρά ΚυριάκουΤαπακούδη, νέα εξήγησις και επιμελώς διορθωθείσα διήγησις περι Αλεξάνδρου του Μακεδόνος περιέχουσα τον βίον αυτού, τους πολέμους, τα κατορθώματα, τους τόπους οπου περιόδευσεν, ομού δε και τον θάνατον αυτού, και άλλα πλείστα περίεργα και ωραία.

Στον Μέγα Αλέξανδρο έχουν αποδοθεί ιδιότητες που αγγίζουν τα όρια του θρύλου. Θεϊκές δυνάμεις, μάχες με παράξενα πλάσματα, αναμετρήσεις με γίγαντες και τέρατα από τα οποία έβγαινε πάντα νικητής εξαιτίας της ρώμης και της εξυπνάδας του.
Γεννηθείς το 355 πρό Χριστού, εσπούδαξε την φιλοσοφίαν εις τον Αριστοτέλη, έκαμε τα πρώτα δείγματα της ανδρείας και της πολεμικής αξιότητός του εις την μάχην της Χαιρωνείας υπό την διοίκησιν του πατρός του, και διεδέχθη τον θρόνον της Μακεδωνίας 21 χρόνου, γνωρισθείς αρχηγός των Ελλήνων εις το 333, διεύθυνε τες δυνάμεις των κατά των Περσών, εχάλασε την αυτοκρατορίαν των εις την Ασίαν και Αφρικήν, και την ήνωσε με την εδικήν του. Πολλαί αξιόλογοι πόλεις, σχεδόν και την σήμερον ακόμη, του χρεωστούν την ύπαρξίν τους. Απέθανεν 32 χρόνων, βασιλεύσας 12 έτη.

Η Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου μια πεζή διασκευή της ιστορίας του μεγάλου ανδρός που κυκλοφορούσε σε φτηνές λαϊκές εκδόσεις από το 1680 και ως τις μέρες μας, είναι εξαιρετικά αγαπητό λαϊκό ανάγνωσμα όπου δια αυτού αποτυπώνεται η λαϊκή διασκευή της ιστορίας του ήρωος εν μέσω συνονθυλεύματος ελληνικών πολιτισμικών παραδόσεων από τη στιγμή της δημιουργίας του έως τους μεταβυζαντινούς χρόνους. Με συγχωνευμένα ειδωλολατρικά, ιστορικά και μυθικά στοιχεία, συναντά ο αναγνώστης τον Αλέξανδρο ως μέγα αρχαίο βασιλέα στρατηλάτη, καθώς και ως χριστιανό ιππότη υπέρμαχο της βυζαντινής αυτοκρατορικής ιδεολογίας
Η διήγηση ως ένα συνονθύλευμα πραγματικών ιστορικών γεγονότων, δοξασιών, μύθων, διαλόγων, θρήνων και άλλων απίστευτων ιστοριών, εξιστορεί πώς ο Θεός έστειλε τον μέγαν Αλέξανδρο να τιμωρήσει τους κακούς. Πώς οταν ενίκησε τον Βασιλέα Πώρο, τον έπιασε και τον εφυλάκισε μέσα στα σκοτεινά κοιλώματα μιας λοφοσειράς που έκλεινε τους σκυλοκέφαλους, και από εκεί ο Πώρος δεν ημπορεί να βγεί παρά στον κατοπινό καιρό. Πάνω από τους λόφους αυτούς ο Μέγας Αλέξανδρος έμπηξε ένα δίκρανο και του έβαλε μια καμπάνα που κτυπά μονάχη της με το φύσημα του αέρα. Οι σκυλοκέφαλοι όταν ακούνε την καμπάνα ξέρουν πως ο Αλέξανδρος είναι εκεί και τους φυλάει. Αυτοί θα βγουν στον κατοπινό καιρό και θα αρχίσουν τη δουλειά που γι’ αυτούς τους προώρισε ο θεός. Οι σκυλοκέφαλοι έχουν ένα μάτι στο μέτωπο κι ένα στον τράχηλο. Είναι βίαιοι και υπερβολικά κακοί. Η ομιλία τους είναι άσχημη. Πιάνουν τους ανθρώπους και αφού τους λιπαίνουν, τους ψήνουν στο φούρνο και τους τρώνε».
Στη φυλλάδα εξιστιρείται πώς ο Αλέξανδρος δεν καταλαμβάνει απλώς την Ασία, αλλά εκστρατεύει και στη δύση, φτάνει στη γη των μακάρων, συναντά Αμαζόνες, τέρατα, ποτάμια που αντί για νερό ρέει άμμος, χώρες δίχως φως ηλίου, φιλοσόφους σοφιστές, γίγαντες, σκυλοκέφαλους ανθρώπους με έξι πόδια και τρία μάτια, μονόποδα ανθρωπάκια με προβατένια ουρά, Ινδούς, Τούρκους, Αρμένιους  και μύριες άλλες φυλές, τον συναντοάμε ακόμα να πετά στους ουρανούς και να μπαίνει στα βάθη της θάλασσας με υποβρύχιο.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΥΛΛΑΔΑ
Διήγησις εξαίρετος και όντως θαυμασία του κοσμοκράτορος Αλεξάνδρου του βασιλέως,
περί της γεννήσεως και της ζωής του, της ανατροφής του και της ανδρείας του. Ήτον από τον θεόν ορισμένος και ήτον φρόνιμος και έμορφος και χαροποιός εις τους αυθεντάδες και εις την στρατείαν και είχεν χέρι καλό να φιλοδωρή και να στέκη εις τον λόγον του, να μηδέν σφάλη τους όρκους του. Και μετά ταύτα εβασίλευσεν όλον τον κόσμον.

ΚΕΦΑΛΑΟΝ Α΄- ΠΕΡΙ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ ΚΑΙ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Η Μακεδονία είναι επαρχία μεγάλη της Ευρώπης, όπου συνορεύει από το μέρος του Βορέως με την Δαλματίαν, Σερβίαν, Βουλγαρίαν και Θράκην. Από της Ανατολής με το Αιγαίον πέλαγος. Από την Μεσημβρίαν με την Ήπειρον και Θεσσαλίαν. Από Δύσιν με το Ιόνιον Πέλαγος. Αυτή ποτέ καιρόν έφθασε εις άκρον βαθμόν της μεγαλειότητος διά πολλών βασιλέων, οπου έλαβε, και μάλιστα δια Φιλίππου, και Αλεξάνδρου πατρός και Υιού. Πρώτον μέν έλαβε την αρχήν της φήμης από τον Φίλιππον, δια τους πολλύς πολέμους, οπου έκαμε εναντίον των Ολυνθίων και άλλων Δημοκρατιών της Ελλάδος, ο οποίος εβασίλευσεν εις τους 5136 από κτίσεως κόσμου. Εις τον δέκατον έκτον χρόνον της αυτού βασιλείας, έδωκεν εις το φως η Ολυμπιάς η γυνή του τον μέγαν θαυμαστόν Αλέξανδρον, ο οποίος δεν ήτο σπέρμα του αυτού Φιλίππου, αλλά ήτον του Νεκτεναβού βασιλέως της Αιγύπτου, θαυμαστού αστρονόμου και Μάγου, ως θέλετε το αγροικήσει και καταλεπτώς εις την ακόλουθον διήγησιν.

ΚΕΦΑΛΑΟΝ Β΄- ΠΕΡΙ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΝΕΚΤΕΝΑΒΟΥ
Ούτος ο θαυμαστός αστρονόμος και βασιλεύς Νεκταναβός, εβασίλευσεν εις όλην την Αίγυπτον με τα μαγικά του τεχνάσματα.Αυτός ήυρεν με τις μαγείες του τα όσα ήθελαν του συνέβει, και καμίαν φοράν δεν εξέβαινεν εις πόλεμον, αλλά εκάθητο εις το παλάτιν του και έκανεν τις μαγείες του. Όταν επήγαιναν κατά πάνω του, εγύριζαν κακώς έχοντες εις τους τόπους τους. Βλέποντες λοιπόν οι βασιλείς το κακό οπου τους έκανεν, εσυμφώνησαν κοινώς να έλθουν κατά πάνω του, να τον εξολοθρεύσουν. Αυτοί ήσαν ο Δαρείος Βασιλεύς της Περσίας, ο Βασιλεύς της Λενθίας και της Ιβερίας, και άλλοι πολλοί οπου εσύναξαν τα φουσάτα τους και εκίνησαν κατά πάνω του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Γ΄ - Ο ΒΕΡΒΕΡΗΣ ΗΛΘΕΝ ΕΙΣ ΤΟΝ ΝΕΚΤΕΝΑΒΟΝ
 Ένας στρατιώτης ονόματι Βερβέρης, βλέπωντας τα φουσάτα οπου ήρχοντο καταπάνω του Νεκτεναβού του βασιλέως του, έτρεξε προς αυτόν και του είπεν,
-ήξευρε Βασιλεύ, ότι άπειρα φουσάτα έρχονται δια να σε πολεμίσουν, και κάμε την κυβέρνησιν δια να μην μας αφανίσουν.
Ως ήκουσε τους λόγους τούτους ο Νεκτεναβός, είπε του Βερβέρη γελώντας,
-σύρε αναπαύσου και εγώ με έναν λόγον θέλω τους κάμει όλους να επιστρέψουν εις τους τόπους τους χωρίς να μας βλάψουν τίποτε.
Εσηκώθει, εσέβει εις την οικίαν του, άρχισε να κάμει την τέχνην της μαντείας, και είδε πως χάνει το βασίλειον του και πως θέλει νικηθεί. Τότε εζαλίσθει πολύ, έκλαυσε πικρώς, και είπεν,
-Ώ κάστρον ωραιότατον της Αιγύπτου οπου σε ετίμησα με τόσα πλούτη, και τώρα σε στερίζομαι.
Εξύρισε ευθύς τα γένια του, άλλαξε την φορεσίαν του, επήρε δηνάρια κοντά του όσα ημπόρεσε, και έφυγεν από την Αίγυπτον αγνώριστος.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Δ΄ - ΟΙ ΑΡΧΟΝΤΕΣ ΖΗΤΟΥΝ ΤΟΝ ΝΕΚΤΕΝΑΒΟΝ
Επήγαν το ταχύ οι άρχοντες της Αιγύπτου εις το παλάτι κατά τη συνήθειαν, δια να συμβουλευθούν με τον βασιλέα τους δια τα φουσάτα οπου ήρχοντο, και δεν τον ηύραν εκεί. Ηύραν όμως μίαν επιστολήν όπου έγραφεν ούτος.
-Αγαπημένοι μου άρχοντες και λοιποί, σας δίδω την είδησην ότι εγώ, με το να είδα ότι δεν ημπορώ να αντισταθώ εις τα φουσάτα όπου ήρχοντο κατά πάνω μου, φεύγω από την Αίγυπτο και μετα από εικοσιτέσσερις χρόνους, πάλιν θέλω γυρίσει. Τώρα μισσεύω γέρων, και τότε θέλω γυρίσει νέος. Σας παρακαλώ να μην βαρεθείτε εις το να στήσετε έναν στύλον εις τη μέσην της Αιγύπτου και να ζωγραφίσετε το πρόσωπον μου επάνω βάνωντας και το στεφάνι μου εις την κορυφήν του στύλου. Είτις έλθει να σταθεί εις την ρίζαν του στύλου και πέσει το στεφάνιν μου εις το κεφάλιν του επάνω, θέλετε τον προσκυνήσει, ότι θέλει είναι υιός μου εκείνος.
Ωσάν είδαν αυτήν την επιστολήν οι άρχοντες, τους εκακοφάνει δια τον μισεμόν του, και παρευθύς επρόσταξαν να γίνει ο στύλος κατά πως τους εδιέταξε και έβαλαν το στεφάνιν του εις την κορυφήν.

Ο Νεκτεναβός εδιάβει την Μακεδονίαν, εις τη χλωραν των Φιλίππων, ονομαζόμενην εις το παλαιόν, Πέλλα. Εκεί έκανε του λόγου τον μάγον και αστρονόμον περίφημον, και εις τα όσα τον ερωτούσαν, εις όλα αλήθευαν οι μαγίαις του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Ε΄- ΠΕΡΙ ΟΛΥΜΠΙΑΔΟΣ
Ο Βασιλεύς της Μακεδονίας Φίλιππος είχε γυναίκα ωραίαν ονόματι Ολυμπιάδα η οποία ήτον και πολλά πικραμμένη οπου δεν έκανε παιδίον και ήτον πάντα φοβισμένη μήπως και την αφήσει ο Φίλιππος δια την ατεκνίαν της. Εκείνες τις ημέρες εδιάβει ο Φίλιππος έξω δια να πολεμήσει με τους εχθρούς του. Πριν να μισσεύσει έκραξε την Ολυμπιάδα και της είπεν,
-Ιδού, εγώ θέλω υπάγει εις τον πόλεμον και όσον καιρόν ευρίσκομαι εδώ, κάμε ότι ημπορέσεις δια να εύρω παιδίν από λόγου μου όταν στραφώ από τον πόλεμον, ειδέ και μη δεν εύρω, πλέον τα μάτια μου δεν θέλουν σε μεταϊδεί.
Η Ολυμπιάς ως αγρόικησε το σκοπόν του Φιλίππου, εσέβη εις τον λογισμόν τι να κάμει, και εστέκετο συγχισμένη και πικραμμένη πολλά.
Μια από τες σκλάβες τις ωσάν την είδε πικραμμένην, της είπε,
-Ήξευρε βασίλισσα , πως εδώ εις το κάστρον ήλθεν ένας ξένος μάγος και αστρονόμος περίφημος, και ότι ειπεί όλα αληθεύουν και ψέματα δεν λέγει. Εκείνος ημπορεί να κάμει τίποτε δια να γεννήσεις παιδίον.
Ωσάν ήκουσεν η βασίλισσα τους λόγους της σκλάβας, ευθύς της είπε,
-σύρε ογλίγωρα να τον εύρεις και να μου τον φέρεις εδώ να τον ιδώ.

Η ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΟΜΙΛΕΙ ΜΕ ΤΟΝ ΝΕΚΤΕΝΑΒΟΝ
Επήγεν εκεί η σκλάβα και έφερεν τον νεκτεναβόν εις την βασίλισσαν. Η βασίλισσα τον ερώτησεν,
-είσε σύ εκείνος ο περίφημος εις τας μαγείας οπου ακούω;
Της απεκρίθει ο νεκτεναβός,
-ναι, εγώ είμαι κυρία μου, αν ορίζεις τίποτε ειπέ μου την υπόθεσην και άφε εμέναν να κάμω.
Η ολυμπιάς έβγαλεν έξω όλους, όσους και αν ήσαν εκεί, και εδιηγήθειν του Νεκτεναβού λέγουσα,
-Ο άνδρας μου βλέπωντας πως δεν κανω παιδί, μου είπεν ότι ανίσως και δεν εύρει κληρονόμον από λόγου μου όταν γυρίσει από το ταξίδιν του, πλέον δεν θέλουν με ειδεί τα μάτια του. Δια τούτο σε παρακαλώ, αν ίσως ηξεύρεις τίποτε να με διδάξεις δια να κάμω παιδί, θέλεις το ειπείν μίαν ώραν ομπροστήτερα, διατί σήμερον εδιάβειν ο βασιλεύς έξω, και αν ίσως πιασθεί παιδίον εις εμέ, κάνε να μην μου το ειπεί νόθον.
Ο Νεκτεναβός της ειπεν,
-Έχε θάρρος βασίλισσα μου, και εγώ θέλει κάμει τον θεόν τον Άμμωναν με τες μαγείες μου να έλθει να μείνει μετ εσένα δια να κάμεις παιδίν αρσενικόν οπου να λυθεί η πίκρα σου. Βράδυ θέλεις ειδεί εις τον ύπνον σου αυτόν τον θεόν τον Άμμωνα να έλθει εις εσέ, ο οποίος θέλει είναι η αφορμή της γεννήσεως του παιδίου. Οσάν τον ειδείς, τίποτα μην φοβηθείς, αλλά κάμε εκείνον που θέλει σου ειπεί. Ιδού, εγώ πηγαίνω δια να κάμω τες τέχνες μου δια να τον αναγκάσω να έλθει.
Επήγεν εις το σπίτιν του και έκαμεν τες μαγείες του, δια να φανερωθεί εις τον ύπνον της Ολυμπιάδος ωσάν ο θεός Άμμων.

Η ΟΛΥΜΠΙΑΣ ΒΛΕΠΕΙ ΟΝΕΙΡΟΝ
Το βράδυ εις το όνειρον της η Ολυμπιάς είδε πώς ήλθεν ο Θεός Άμμων εις το παλάτιον της, την αγκαλίασε και έλαβεν μεγάλην θεραπείαν από αυτόν. Της εφάνη πώς την επλάκωσεν επάνω εις ένα χρυσόν κρεββάτι και της είπε,
-σήμερον η μήτρα σου θα λάβει παιδίον.
Ευθύς εξύπνησεν η Ολυμπιάς και κράζει τον Νεκτεναβόν και του λέει,
-Απόψε είδα τον θεόν εκείνον εις τον ύπνον μου, και επιθυμώ πολλά να μείνω με αυτόν.
Ο Νεκτεναβός την ηρώτησεν τι λογής τον είδε, και εκείνη του είπεν,
Ώς έναν τράγον μεγαλοκέρατον, και κάμε την τέχνη σου δια να μεταέλθει βράδυν.
Ο Νεκτεναβός της είπεν,
-Εάν θέλεις να λάβεις το ποθούμενον σου, δώς μου άδειαν να μείνω εις το παλάτιν σου, δια να κάμω συντροφίαν του Θεού του Άμμωνος.
Αυτή του απηλογήθει και του είπε,
-Σου δίδω κάθε ελευθερίαν να έχεις, μόνον αυτόν τον Θεόν να κάμεις δια να τον έχω εις συντροφίαν μου.
Ο Νεκτεναβός της απεκρίθει,

-Βράδυ θέλω σου τον φέρει χωρίς άλλο, και μείνε ήσυχη.

Συνεχίζεται.....


Ηθικόν της ιστορίας Αλεξάνδρου του Μακεδόνος.
Η ζωή ετούτη είναι ως περ το λουλούδι του λειβαδιού, οπού ή το δρεπάνι το κόπτει, ή ο Ήλιος το ξηραίνει και το φθείρει, και εις ολίγον διάστημα χάνεται. Ούτως είναι η ζωή μας, οπού σήμερον είμεσθεν εις τον Κόσμον με πλούτη, με δόξες και τιμές, αύριον δε είμεσθεν από το δρεπάνι του θανάτου θερισμένοι. 


ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ