ΠΑΡΑΞΕΝΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ

Κυριάκου Ταπακούδη, μια συλλογή απο παράξενες και ανατριχιαστικές ιστορίες, παραβολες,παλιες δημοσιευσεις στην εφημεριδα της Χλωρακας

Η νεκρανάσταση.
Την ιστορία αυτή μου την έλεγε η στετέ μου όταν ήμουν μικρός, ως θρύλο που και αυτή την ήξερε από τη δική της στετέ. Στις αρχές του 19ου  αιώνα στη Χλωρακα πέθανε μια νέα κοπέλα που την έλεγαν Στασού. Ήταν 17 χρονών, από φτωχή οικογένεια, και μοναχοκόρη. Στα καλά καθούμενα κει που μαγείρευε για τον κύρη της και την μάνα της που ήρθαν κουρασμένοι από τα χωράφια, ξαφνικά έπεσε κάτω πεθαμένη.
Οι γονείς και οι συγγενείς μαράζωσαν και έκλαιγαν, την άλλη μέρα δε, αφου της φόρεσαν την καλή της φορεσιά και ετοιμάζονταν για την κηδεία, αυτή σηκώθηκε ξαφνικά σαν να μην είχε συμβεί τίποτε, απλά ως να κοιμόταν. Όλοι χαρήκαν και όλοι κλαίανε από χαρά, και δοξάζαν τον Θεό για το θαύμα που είχε κάμει. Κι ενώ όλοι ήσαν μες την χαρά τους, αυτή τους σταμάτησε και τους είπε να μην χαίρονται. Τους είπε ότι είχε "πάει" σε ένα μέρος πολύ όμορφο όπου της άρεσε, και ήταν πολύ ωραία. Έμεινε λίγο διάστημα με κάποιον άγγελο, ώσπου ξαφνικά άκουσε μια φωνή θυμωμένη να λέει στον άγγελο που την συνόδευε ότι έκανε λάθος, δεν ήταν αυτή την Στασου που εννοούσε, αλλά την άλλη, στην άλλη γειτονιά. Σε λίγο έμαθαν ότι μια άλλη κοπέλα που την έλεγαν και αυτή Στασου, στην πάνω γειτονιά, πέθανε ξαφνικά.

Σύμπτωση;
Κάποιος ιδιοκτήτης εργοστασίου γλίτωσε ως εκ θαύματος απο βέβαιο θάνατο. Μια ισχυρή έκρηξη στην αποθήκη γκρέμισε όλο το εργοστάσιο εκτός απο τον διαχωριστικό τοίχο του γραφείου του. Μετά απο μέρες περίθαλψης, γύρισε στο γκρεμισμένο εργοστάσιο του και συγκεκριμένα πήγε εκεί που ήταν κάποτε το γραφείο του να ψάξει για πολύτιμα απομεινάρια, χρήματα, χρυσαφικά κτλ. Οπως έψαχνε όμως, κατέρρευσε εκείνο το μέχρι στιγμής μοναδικό όρθιο κομμάτι τοίχου και τον καταπλάκωσε σκοτώνοντας τον…

Κεφαλόβρυσο.
Ήταν ένας βοσκός που έπαιρνε τα πρόβατα του πολύ μακριά από τη μάντρα του για να τα βοσκήσει, ήταν τόποι μακρινοί αλλά τόποι με βοσκή. Έστρωνε κάτω από τα δένδρα και κοιμόταν, έκανε κάμποσες μέρες να γυρίσει στο σπίτι του, γιατί οι αποστάσεις των πλούσιων βοσκότοπων που επισκεπτόταν ήταν μεγάλες.
Μια φορά ενώ καθόταν σ ένα βράχο που περιστοιχιζόταν από πυκνή βλάστηση, και ενώ σφύριζε με τη φλογέρα του, αυτή του ξέφυγε και έπεσε στα θάμνα, και χάθηκε. Δεν πολυσκοτίστηκε γιατί ήξερε να φτιάχνει εύκολα φλογέρες, έτσι έφτιαξε μια άλλη.
Ύστερα που πέρασαν λίγες μέρες και επέστρεψε στο σπίτι του, είδε την γυναίκα του να κρατά στα χέρια του την φλογέρα που εχασε. Τη ρώτησε που την βρήκε, και αυτή του εξήγησε ότι την βρήκε στην πηγή που ανάβλυζε νερο από τη γη. Συνεννοήθηκε μαζί της, και όταν ξαναπήγε τα πρόβατα μακριά στο ίδιο μέρος για βοσκή, έψαξε και βρήκε την τρύπα που του έπεσε η φλογέρα, και όταν ήθελε να στέλνει της γυναίκας του πράγματα, τα έριχνε στην τρύπα και αυτά κατέληγαν στην πηγή του χωριού, αφού υπήρχε λαγούμι με νερό που κατέληγε στην βρύση.
Μια μέρα στα μακρινά εκείνα βοσκοτόπια, ληστές σκότωσαν τον βοσκό, του έκοψαν το κεφάλι και το έριξαν στην τρύπα. Σε λίγες μέρες η δυστυχής γυναίκα βρήκε στην πηγή το κεφάλι του άντρα της, έτσι λένε οι παλιοί, από τότες το χωριό ονομάστηκε Κεφαλόβρυσο.

Μεταφυσικά.
Μια φορά ήταν ένας καπετάνιος που ήταν μόνος στη ζωή του. Γυρνώντας μια μέρα απο τη θάλασσα και καθως καθόταν σε ένα παγκάκι και κοίταζε απέναντι την θέα ενός νεκροταφείου, βλέπει μια κοπέλα. Την είδε που κρύωνε, καθώς ήταν  καταχείμωνο, πήγε κοντά της και της έδωσε την ζακέτα που φορούσε.  Γνωριστήκανε, κουβεντιάσανε, με τα πολλά ερωτευτήκανε. Απο εκείνη την ημέρα ο καπετάνιος  συνεννοήθηκε με την κοπέλα οτι σαν επέστρεφε απο τα καράβια θα ξανασυναντιόντουσαν στο ίδιο παγκάκι. Ώσπου ήρθε εκεινη η μέρα, η κοπέλα δεν ήρθε στο ραντεβού τους.
Ο καπετάνιος φοβήθηκε μην επαθε κατι,  έψαξε να την βρεί,  μαθαίνει που μένει και πηγαίνει να τη δει. Μόλις έφτασε εκεί του άνοιξε μια γριούλα και τον ρώτησε τί συμβαίνει. Της εξήγησε ότι έψαχνε την κοπέλα του και τότε η γριά του απάντησε ''Η κόρη μου παλικάρι μου έχει πεθάνει εδώ και 5 χρόνια κι είναι θαμμένη στο νεκροταφείο του χωριού μας''. Τρελαμένος ο άντρας πάει στο νεκροταφείο και όντως βρίσκει τον τάφο της κοπέλας του και πάνω απο αυτόν ... την ζακέτα του! 

Ο Χάρος άλλαξε γνώμη. 
Είναι μια ιστορία που μου την έλεγε πριν πολλά χρόνια ένας γεροντότερος όταν νεαρότερος εγώ, εργαζόμουν στα πλοία. Κάναμε την βάρδια μας, εγώ δόκιμος μηχανικός, και αυτός θερμαστής. Οι ώρες πολλές, για να περάσουν, λέγαμε ιστορίες. Μια τέτοια θα σας διηγηθώ, που μου έκανε εντύπωση και την φέρω στο μυαλό μου. Ήταν λέει στο νησί του, στο χωριό του, στο σπίτι του. Ήταν Γενάρης απόγευμα, και λαγοκοιμόταν ξαπλούμενος στον καναπέ. Είχε μισοκοιμηθεί, όταν ξάφνου ακούει στην ξώπορτα θορύβους ως χτυπήματα, ή γρατσουνίσματα. Σηκώθηκε λέει, και πήγε εκει, έσκυψε στο μάτι της πόρτας, και αντίκρισε μια ανδρική φιγούρα που φορούσε πανωφόρι με κουκούλα ανεβασμένη στο κεφάλι. Στη θέση του πρόσωπου υπήρχε μια μαυρίλα. Μισοκοιμισμένος ως ήταν ρώτησε ποιος είναι, και αυτός απάντησε με σιγανή και ακαταλαβίστικη φωνή. Μια κρύα ανατριχίλα έλουσε τον φίλο μου, αλλά ασυναίσθητα το χέρι του πήγε να ανοίξει την πόρτα. Το πόμολο όμως δεν γύριζε, κατάλαβε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά αφου δεν μπορούσε να δει το πρόσωπο του επισκέπτη παρόλο που υπήρχε πολύ φως, οπότε πάλι ασυναίσθητα του ζήτησε να φύγει και πως δεν έχει καμία δουλειά στο σπίτι του, και αυτός έφυγε. Αργότερα σκέφτηκε ότι μπορεί να ήταν κάποιος πεθαμένος από το διπλανό νεκροταφείο,  γιατί άκουσε λέει, πως οι ψυχές παραμένουν για ένα διάστημα στη γη (περίπου σαράντα μέρες) πριν φύγουν. Εγώ όμως πιστεύω ότι τον επισκέφτηκε ο χάρος, και για κάποιο άγνωστο λόγο, μετάνιωσε και του χάρισε τη ζωή…

Ο ποντικός κι ο βάτραχος.
Μια φορά ένας ποντικός είπε σ’ ένα βάτραχο να κάμουνε φίλια. ‘Ο βάτραχος δέχτηκε, αλλά σκέφτηκε να γελάσει με τον ποντικό, και του ‘πε να δεθούνε κι οι δυο μ’ ένα βούρλο από τα ποδάρια. Δέχτηκε ο ποντικός και δεθήκανε. Περπατούσανε μαζί σα φίλοι, μα σε μια στιγμή, καθώς περνούσανε πάνω από μία λίμνη, ο βάτραχος πήδησε ξαφνικά στο νερό, για να συνεπάρει και τον ποντικό και να γελάσει με το πάθημα του. Ό ποντικός δεν ήξερε να κολυμπάει και πνίγηκε. Ετουμπάνιασε κι ανέβηκε στο νερό. Τον είδε από ψηλά ένα γεράκι που πέρναε, και βούτηξε να τον πάρει. Ό βάτραχος όμως, που ήταν δεμένος μαζί του, σηκώθηκε κι αυτός στον αέρα κι έγινε κι αυτός καλός μεζές στο γεράκι

Η εξαφάνιση της Αγιογραφίας.
Στο μοναστήρι του Μανταδάμου στη Λέσβο, μια Αγιογραφία του Αρχάγγελου Μιχαήλ εξαφανίστηκε τη μέρα που μπήκαν οι Τούρκοι στη Κύπρο το 1974, και εμφανίστηκε μια εβδομάδα αργότερα. Αυτό είναι γεγονός αναμφισβήτητο, διότι το είδαν να συμβαίνει χιλιάδες άτομα και είναι επιστημονικά ανεξήγητο πως από τον τοίχο εξαφανίστηκε μια Αγιογραφία, έμεινε ο τοίχος γυμνός που ήταν Αγιογραφημένη, και ύστερα να επανεμφανίστηκε.

Η Βίβλος.
Ήταν ένας άνθρωπος από ένα μακρινό χωριό της Πάφου, μια φορά είχε παει μαζί με τη γυναίκα του παρέα ταξίδι στην μακρινή Αυστραλία για να επισκεφτούν τον αδελφό του που ζούσε μόνιμα εκεί. Ήταν θρήσκος άνθρωπος, ήταν ψάλτης της εκκλησίας του χωριού του, είχε μια Αγία Γραφή που την μελετούσε κάθε βράδυ πριν τον ύπνο του, και την πρόσεχε πολύ σαν τα μάτια του, γιατί την αγαπούσε.
Αφου έβαλαν τα ρούχα στη βαλίτσα για το μακρινό ταξίδι, έβαλαν τελευταία τη βίβλο πανω από αυτά, και κίνησαν για το μακρινό ταξίδι.
Αφου έφτασαν,  τους έδωκε ο αδελφός του να μένουν ένα δωμάτιο στο ανώγι που έβλεπε αντίκρυ μιας ορθόδοξης εκκλησιάς. Σαν καλός χριστιανός κάθε βράδυ, γυρνούσε κατ κει, έκανε τον σταυρό του και ξάπλωναν με τη γυναίκα του για ύπνο. Είχε πάντα συνήθειο έτσι ξαπλούμενος, κάθε βράδυ, να διαβάζει ένα χωρίο από την βίβλο, ύστερα να την εναποθέτει κάτω στο πάτωμα δίπλα στο κρεβάτι, και ύστερα να αποκοιμούνται. Πέρασε μια εβδομάδα, όλα ήταν καλά, κάθε βράδυ εσύμβαινε το ίδιο, μια μέρα, ένα πρωί σαν ξύπνησαν, σηκώθηκαν και έσκυψαν να μαζέψουν την βίβλο, δεν την βρήκαν εκεί που την αφήκαν. Παραξενεμένοι, ρώτησαν τους οικοδεσπότες τους, αυτοί δεν την πήραν, είχε χαθεί από μόνη της. Οσο κι αν έψαξαν, δεν βρέθηκε. Στεναχωρήθηκε πάρα πολύ ο καλός άνθρωπος, τι να κάνει, το χώνεψε. Πέρασε άλλη μια εβδομάδα, τέλεψε η επίσκεψη, ετοιμάστηκαν μπήκαν στο αεροπλάνο και γύρισαν πίσω. Το σπίτι τους ήταν στην άκρη του χωριού, μακριά από τους άλλους χωριανούς, σπάνια είχαν επισκέψεις. Ξεκλείδωσαν και άνοιξαν την πόρτα, μπήκαν μέσα, πανω στο τραπέζι του ηλιακού, αντίκρισαν την βίβλο που έχασαν στη μακρινή Αυστραλία. 

Η νεκρή γριά.  Σε ένα χωριό στην Ελλάδα πριν από αρκετά χρόνια πέθανε μία γριά. Στην επαρχεία συνηθίζεται ο νεκρός να παραμένει στο σπίτι το τελευταίο βράδυ, ώστε φίλοι και συγγενείς να τον αποχαιρετήσουν. Μοιρολόγια πολλά δεν είχε, αφού η νεκρή ήταν σε πολύ μεγάλη ηλικία, ωστόσο συνέβη ένα γεγονός που κυριολεκτικά αναστάτωσε όλους τους καλεσμένους. Οι δύο εγγονοί της, έβγαλαν τη νεκρή από το φέρετρο για να την ντύσουν με τα καλά της ρούχα, και τη τοποθέτησαν σε όρθια στάση στηρίζοντας τη σε μία ντουλάπα που υπήρχε στο δωμάτιο, και βρήκαν από το δωμάτιο για να ψάξουν για τη μαντίλα της που δεν την εύρισκαν. Μια φίλη της νεκρής που κατέφθασε εκείνη την ώρα πήγε στο δωμάτιο για να δει και να αποχαιρετήσει τη μακαρίτισσα. Ανοίγοντας την πόρτα αντίκρισε το φέρετρο κενό και την μαυροντυμένη νεκρή όρθια με σταυρωμένα τα χέρια. Όπως ήταν φυσικό την κυρίευσε τρόμος, και παρ ολίγο να μείνει στον τόπο. Η άτυχη γυναίκα έκανε δυο ώρες να συνέλθει. Το περιστατικό είναι αληθινό, το δε σώμα της νεκρής δεν σωριάστηκε στο πάτωμα λόγω της νεκρικής ακαμψίας.

 

Η ψυχή. Σε μια κλινική της Αθήνας πέθανε ένας άνθρωπος, και η γυναίκα του που του παραστεκόταν ως τη τελευταία στιγμή, πήρε τηλέφωνο στη μακρινή επαρχία  όπου ζούσε ο αδερφός του νεκρού για να τον ενημερώσει. Όταν αυτός σήκωσε το τηλέφωνο, του είπε ότι ο αδερφός του έφυγε. Και ο αδερφός απαντάει:
-Έλα ρε Ελένη, με δουλεύεις; Αφού τον είδα πριν από λίγο στο δρόμο, δεν μπόρεσα να σταματήσω, ήμουν σε αυτοκίνητο. Να σας περιμένω για φαγητό το μεσημέρι;
Λένε πως όταν πεθαίνει κάποιος, η ψυχή του "χωρίζει" από το σώμα του και εμφανίζεται σε κάποιο αγαπημένο πρόσωπο…

Η επιστροφή του στρατιώτη.
Μια γνωστή ιστορία υπάρχει με έναν στρατιώτη που γύρισε από τον πόλεμο του Βιετνάμ. Τηλεφώνησε στους γονείς του από το Σαν Φρανσίσκο.
-Μαμά, μπαμπά, γυρίζω στο σπίτι, αλλά θέλω να ζητήσω μια χάρη, έχω ένα φίλο και θέλω να έρθει κι αυτός.
-Φυσικά, χαρά μας να μας τον γνωρίσεις.
-Πρέπει να ξέρετε κάτι όμως, πάτησε μια νάρκη και έμεινε ανάπηρος, έχασε το ένα του χέρι και ένα πόδι. Δεν έχει πού να μείνει τώρα και θα ήθελα να μείνει μαζί μας.
-Πολύ άσχημο αυτό παιδία μου, ίσως του βρούμε κάποιο μέρος για να μείνει.
-Όχι, θέλω να ζήσει μαζί μας…
-Γιέ μου, μίλησε ο πατέρας στο τηλέφωνο, δε καταλαβαίνεις τί ζητάς, ένας άνθρωπος με τέτοια αναπηρία θα ήταν μεγάλο βάρος για εμάς. Έχουμε τις δικιές μας ζωές, δε μπορούμε να αφήσουμε αυτόν να μας ανακατέψει. Καλύτερα να ξεχάσεις τον φίλο σου, έλα σπίτι σου, και αυτός θα βρει το δρόμο του. Σε αυτό το σημείο έκλεισε το τηλέφωνο, και οι γονείς δεν ξανάκουσαν τον γιο τους. Σε λίγες μέρες όμως είχαν μια κλήση από την αστυνομία του Σαν Φρανσίσκο, και έμαθαν ότι ο γιός τους έπεσε από μια πολυκατοικία. Η αστυνομία υπέθεσε ότι ήταν αυτοκτονία. Οι γονείς του νεκρού στρατιώτη πήγαν αμέσως στο νοσοκομείο για αναγνώριση. Εκεί έμαθαν κάτι νέο: ο γιος τους είχε χάσει ένα χέρι κι ένα πόδι στο Βιετνάμ.

Η επιστροφή στο σπίτι της.
Ένα βράδυ οδηγούσε ένας νεαρός σε έναν απομονωμένο δρόμο και είδε μια κοπέλα να του κάνει οτοστόπ. Σταμάτησε και την πήρε στο αυτοκίνητο του. Του είπε η κοπέλα που να την αφήσει, μόλις έφτασαν έξω απο το σπίτι της, γυρνά προς το μέρος της, αλλά αυτή δεν ήταν μέσα στο αυτοκίνητο, ήταν εξαφανισμένη. Ο οδηγός παραξενεύτηκε, αλλά χωρίς να χάσει την ψυχραιμία του, κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, παει και κτυπάει το κουδούνι στο σπίτι. Του ανοίγει ένας ηλικιωμένος και τον ερωτάει τι θέλει τέτοια ωρα. Ο νεαρός του διηγείται την ιστορία και του περιγράφει την κοπέλα, ότι ήταν ψηλή, ξανθή, όμορφη, γαλανομάτα κλπ. Ο γέρος του απαντάει ότι δεν μένει καμία κοπέλα πια εδώ, και η περιγραφή μοιάζεε με αυτήν της κόρης του, η οποία όμως είχε πεθάνει πριν σαράντα μέρες.
   
Η σκιά.
Σε ένα Δρομο που οδηγει σε μια κατασκηνωση λέγεται ότι πλαναται σαν ισκιος ένα φάντασμα,  το οποίο όλοι αποκαλούν "η σκιά". Πρίν απο αρκετα χρόνια είχε συμβέι ένα ατύχημα με παιδιά που επέστρεφαν απο την καλοκαιρινή τους κατασκήνωση. Το λεωφορείο ανετράπη σε μία χαράδρα διπλα στην κατασκηνωση και τα παιδιά εγκλωβίστικαν. Οι διασώστες έσωσαν τα περισσότερα παιδιά αλλα άφησαν ένα το οποίο νόμισαν σά νεκρό και επειδή έβαλαν ώς πρωτεραιότητα την ασφάλεια των επιζόντων έβγαλαν πρώτα τα παιδιά που ήταν ζωντανά. Όμως το παιδί που άφησαν πίσω τους ήταν ζωντανό και συνήλθε λίγα δευτερόλεπτα πρίν πεθάνει. Λένε λοιπόν πως πρίν πεθάνει  καταράστηκε την κατασκήνωση

Η προειδοποίηση του νεκρού.
Σε ένα μικρό χωριό της Δράμας πριν αρκετά χρόνια πέθανε ένας ηλικιωμένος άνδρας. Ο μεγαλύτερος γιος του ήταν μετανάστης στην Γερμανία. Τον ειδοποίησαν τα αδέλφια του για το συμβάν και τους είπε ότι θα έρθει στην κηδεία και να τον περιμένουν. Την επόμενη μέρα (που θα γινόταν η κηδεία), οι συγγενείς του τον περίμεναν μέχρι αργά το απόγευμα, ελπίζοντας ότι θα καταφέρει να έρθει εγκαίρως, όταν όμως άρχισε να βασιλεύει ο ήλιος, αποφάσισαν ότι δεν ήταν δυνατό να περιμένουν άλλο, αφού ως γνωστόν σύμφωνα με το τυπικό της εκκλησίας μας οι ταφές των νεκρών πρέπει να γίνονται πριν την δύση του ηλίου κι έτσι λοιπόν ξεκίνησαν για το νεκροταφείο. Την στιγμή ακριβώς που το φέρετρο έβγαινε από το σπίτι του θανόντα κατέφθασε επιτέλους και ο μεγαλύτερος γιος. Έγινε η νεκρώσιμη ακολουθία στην εκκλησία του χωριού και κατόπιν η νεκρική πομπή πήγε στο νεκροταφείο. Πριν κλείσουν το φέρετρο του νεκρού, ο μεγαλύτερος γιος του τοποθέτησε δύο νομίσματα στα μάτια του (τα “ναύλα” για τον “Χάροντα”) και αφού τον ασπάστηκε για τελευταία φορά, του σκέπασε το πρόσωπο με ένα μαντίλι, όπως συνηθίζεται σε πολλά χωριά της Μακεδονίας. Όπως όμως είχε σκύψει πάνω από το φέρετρο του νεκρού, γλίστρησε το πορτοφόλι του από το σακάκι κι έπεσε μέσα στο φέρετρο, χωρίς να το αντιληφθεί κανείς από τους παρευρισκομένους. Την άλλη μέρα όταν ο γιος ανακάλυψε την απώλεια, άρχισε να ψάχνει παντού, χωρίς αποτέλεσμα. Στενοχωρήθηκε ιδιαίτερα, αφενός μεν γιατί είχε αρκετά χρήματα μέσα στο πορτοφόλι του, αφετέρου γιατί μέσα ήταν και το διαβατήριο του και δεν μπορούσε να επιστρέψει στην Γερμανία μέχρι να εκδοθεί καινούργιο. Ξεκίνησε λοιπόν την διαδικασία για την έκδοση νέου διαβατηρίου και μέχρι να συμβεί αυτό, θα παρέμενε αναγκαστικά στο χωριό του. Το επόμενο βράδυ όμως, είδε στο όνειρο του τον πατέρα του ο οποίος τον ενημέρωσε για το τι είχε συμβεί και τον συμβούλεψε να προβεί στην εκταφή του προκειμένου να πάρει το πορτοφόλι του, τον προειδοποίησε όμως να μην σηκώσει το μαντίλι που σκέπαζε το πρόσωπο του. Ο γιος αρχικά δεν έδωσε σημασία σε αυτό το όνειρο και το απέδωσε στην συγκινησιακή φόρτιση της προηγούμενης μέρας, επειδή όμως το συγκεκριμένο όνειρο επαναλήφθηκε και τις επόμενες 4-5 ημέρες, αποφάσισε τελικά να προβεί στην εκταφή του νεκρού. Πράγματι, την επόμενη ημέρα έγινε η εκταφή και ο γιος βρήκε το χαμένο πορτοφόλι του. Πριν όμως επανατοποθετήσουν το φέρετρο στο χώμα, θυμήθηκε την προειδοποίηση του πατέρα του και του δημιουργήθηκε μια ακατανίκητη περιέργεια να σηκώσει το μαντίλι για να δει μια τελευταία φορά το πρόσωπο του πατέρα του. Όταν σήκωσε το μαντίλι είδε έντρομος ότι τα χαρακτηριστικά του είχαν σημάδια τρόμου και αγωνιάς σημάδι ότι θάφτηκε ζωντανός και πέθανε από ασφυξία.

Η επιθυμία του Τοκογλύφου.
Ένας τοκογλύφος σε ένα μακρινό χωριό  με το όνομα Ιανέτης μετάνιωσε για ότι κακό είχε κάνει στη ζωή του και ζήτησε λίγο πριν πεθάνει από την γυναίκα του να χαρίσει τα υπόλοιπα χρήματα που όφειλαν οι οφειλέτες του. Οι γυναίκα του όμως δεν πραγματοποίησε την επιθυμία του.
Τότε ο Ιανέτης άρχισε να στοιχειώνει τον τόπο… Τραβούσε απότομα τα σκεπάσματα από τους ανθρώπους που κοιμόντουσαν, άδειαζε τα βαρέλια τις κανάτες με το κρασί και πείραζε και τρομοκρατούσε τον κόσμο. Επισκεπτόταν τα μοναστήρια και ενοχλούσε τους Καλόγηρους, τους περιγελούσε στην ωρα της προσευχής, και τους έκλεβε τα υποδήματα. Το σώμα του τελικά ξεθάφτηκε και όταν εξετάστηκε αναφέρθηκε πως δεν βρέθηκε τίποτα παράξενο πέρα από το ότι ήταν πολύ αποσυντεθημένο. Το λείψανο εξορκίστηκε για μια ολόκληρη μέρα και κατόπιν διαμελίστηκε αλλά η παράξενη δραστηριότητα παρέμεινε, και σταμάτησε μόνο όταν η γυναίκα του πεθαμένου εκπλήρωσε την επιθυμία του...  
  
Η νύφη το σκασε
Ένα νεαρό ζευγάρι αποφασίζει να παντρευτεί και στήνει το γαμήλιο γλέντι στην παλιά αγροικία όπου μεγάλωσε η νύφη. Μετά το μυστήριο και το γλέντι, η παρέα του γαμπρού και της νύφης έχει μια πρωτότυπη ιδέα: Να παίξουν όλοι μαζί… κρυφτό. Όλοι δέχονται και τρέχουν να βρουν κρυψώνες. Στο τέλος του παιχνιδιού, όλοι έχουν βρεθεί, αλλά ένα πρόσωπο δεν αποκαλύφθηκε ποτέ. Ήταν η νύφη, που κανείς δεν μπορεί να τη βρει. Οι ώρες περνούν, και ακόμη δεν υπάρχει κανένα σημάδι της.
Περνούν οι μέρες και ο γαμπρός τρομοκρατημένος καταφεύγει στην αστυνομία να δηλώσει την εξαφάνιση. Ωστόσο ακόμη και η αστυνομία δεν την βρίσκει ποτέ. Αρκετά χρόνια αργότερα, η μητέρα της νύφης πεθαίνει. Ο άντρας της, αποφασίζει να ψάξει στα παλιά της πράγματα για να βρει ενθύμια της. Ανεβαίνει λοιπόν στην επί χρόνια αχρησιμοποίητη σοφίτα της αγροικίας και πίσω από αρκετή σαβούρα, βρίσκει ένα παλιό μπαούλο. Το ανοίγει και βρίσκει μέσα… το σε πλήρη αποσύνθεση πτώμα της κόρης του. Αυτό που είχε συμβεί ήταν πως η νύφη είχε σπεύσει να κρυφτεί στο μπαούλο, αλλά όταν το καπάκι του έπεσε, οι παλιές κλειδαριές του μπλόκαραν και παγιδεύτηκε εκεί. Κανείς δεν σκέφτηκε να ψάξει στο μπαούλο και η κοπέλα έμεινε εκεί, βρίσκοντας τραγικό θάνατο.

Οι Ανεράδες.
Ήταν ένας ενωμοτάρχης από το Διαβολίτσι Μεσσηνίας . Ήταν γύρω στο 1930 καλοκαίρι την εποχή που είχε τελειώσει το θέρισμα και αλώνιζαν. Οι οικογένειες συνήθιζαν να παίρνουν λίγη τροφή μαζί τους και να περνάνε όλη τη μέρα στο αλώνι μέχρι που κοιμόντουσαν το βράδυ εκεί για να γλιτώσουν χρόνο και δρόμο μήπως βρέξει και τους χαλάσει η σοδειά.
Ένα βράδυ εκεί που κοιμόντουσαν όλοι κάτω από ένα δένδρο στο αλώνι καμιά δεκαριά νομάτοι, ακούσανε γυναικεία γέλια να έρχονται από τη ρεματιά που ήταν κοντά. Μια γριά φοβισμένη είπε ότι ήταν νεράιδες που λουζόντουσαν και που δεν έπρεπε να τις διακόψουν γιατί ήταν επικίνδυνες…
Άνθρωπος τραχύς και άφοβος ο Ενωμοτάρχης, όμως δεν τα πίστευε αυτά και πήγε να δει τι γινόταν. Οι άλλοι που έμειναν πίσω τον άκουσαν ξαφνικά να φωνάζει και όταν έτρεξαν σε βοήθεια τον είδαν μαυρισμένο στο ξύλο.
Κάποιοι είπαν ότι  λόγω της δουλειάς του είχε κάνει πολλούς εχθρούς και είχε κάνει πολλά κακά σε πολλούς και ότι κατά πάσα πιθανότητα του την είχαν στημένη, ενώ άλλοι είπαν ότι τον έδειραν οι Ανεράδες…

Οι ιερόσυλοι.
Ήταν μια φορά μια οικογένεια πολύ πλούσια. Όταν η γεροντότερη της οικογένειας πέθανε, η οικογένειά της για να την τιμήσει της φόρεσε ένα πολύ ακριβό δακτυλίδι, γιατί το είχε επιθυμία η γριά και το άφησε παρακαταθήκη.. Αυτό διαδόθηκε, έτσι που μερικές μέρες μετά την κηδεία, 2 ληστές που ακούσανε για το πανάκριβο δακτυλίδι, επήγανε να το κλέψουν. Σκάβουν τον τάφο, ανοίγουν την κάσσα και προσπαθούν να πάρουν το δακτυλίδι από το δάκτυλό της. Ήταν πολύ σφιχτά βαλμένο όμως και δεν έβγαινε. Τότε ο ένας από αυτούς έβγαλε ένα μαχαίρι και έκοψε το δάκτυλο για να μπορέσουν να το πάρουν.
Μετά από έναν χρόνο, μια βροχερή νύχτα, στο σπίτι που έμεναν οι ληστές χτυπάει η πόρτα. Πάει ο ένας να δει ποιος είναι και βλέπει μια γριά ντυμένη στα μαύρα να κάθεται έξω στη βροχή. Αμέσως πάει έξω και της λέει,
-τί κάνεις εδώ στη βροχή; έλα μέσα να μην βρέχεσαι.
Πάνε μέσα..
-Κάτσε να σου βάλω λίγο τσάι να πιεις,
της λέει ο άλλος
Η γριά δεν μιλούσε.. Της βάζει το τσάι.. όταν όμως πάει να πάρει το φλιτζάνι... βλέπουν πως της έλειπε ένα δάκτυλο, την ρωτάει ο ένας
- ποιος σου έκοψε το δάκτυλό σου;
-Εσύ…
του λέει η γριά.

Ως την πόρτα της εκκλησίας.
Παλιά συνήθιζαν να αφήνουν τους νεκρούς μέσα στην εκκλησία το βράδυ πριν από τη ταφή. Έτσι λοιπόν συνέβη και με μια γυναίκα που είχε πεθάνει. Όμως το σχέδιο του Θεού άλλαξε, και η γυναίκα άρχισε ξανά να αναπνέει κανονικά και να ανακτά τις αισθήσεις της. Ανοίγει τα μάτια της και βρίσκεται σε ένα φέρετρο με λουλούδια. Προσπαθεί να σηκωθεί και, σοκαρισμένη από το φρικιαστικό θέαμα του εσωτερικού μιας έρημης εκκλησίας το βράδυ, ορμάει προς την πόρτα που ήταν κλειδωμένη και προσπαθεί μάταια να την ανοίξει. Το πρωί τη βρήκαν στην πόρτα με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Η καρδιά της δεν άντεξε... Κάποιος είπε πως άκουσε φωνές από την εκκλησία καθώς γυρνούσε από τη βραδινή του βάρδια, αλλά το χρέωσε στην κούραση... Από τότε, τους νεκρούς τους κρατάνε στο σπίτι την τελευταία αυτή νύχτα.

Δεν είχε είδωλο.
Κάποια νύκτα αργά, ένας νεαρός ταξιτζής γύριζε στο σπίτι του. Οδηγούσε μόνος και η ώρα είχε πάει 3 το πρωί. Στο δρόμο βλέπει κάποιον να του γνέφει να σταματήσει. Σταματά και αυτός ανοίγει την πόρτα πίσω, και χωρίς να μιλήσει, κάθεται στο πίσω κάθισμα. Ο νεαρός ταξιτζής σηκώνει το βλέμμα στο καθρεφτάκι του αυτοκινήτου για να δει τον πελάτη, και να τον ρωτήσει που να τον πάρει. Δεν βλέπει όμως τίποτα στο καθρεφτάκι και έντρομος γυρνά και κοιτά πίσω, τον βλέπει, ήταν εκεί. Σκέφτηκε ότι είναι ο έξω απ εδώ αφου δεν είχε είδωλο, σταματά και του ζητά να κατέβει. Κατεβαίνοντας ο πελάτης γυρνάει και του λέει:
-Έχε χάρη που ήταν οι άλλοι τρεις πίσω αλλιώς θα σε κανόνιζα.
Φεύγει ο νεαρός απορημένος. Μετά από 2 μέρες αποφασίζει να καθαρίσει το αυτοκίνητο. Ενώ καθάριζε το πίσω κάθισμα βρήκε μια εικόνα των τριών ιεραρχών την οποία είχε τοποθετήσει η μητέρα του για να τον προστατεύουν επειδή συνήθιζε να τρέχει πολύ. Τότε κατάλαβε για ποιους τρεις λέγε ο πελάτης που κατέβασε από το αυτοκίνητο.

Σεξ πανω στις γραμμές του τραίνου.
Ένα ζευγάρι στη Νότιο Αφρική αποφάσισε να δοκιμάσει κάτι πολύ extreme: να κάνει σεξ πάνω στις ράγες του τρένου.
Μόνο που οι ενδείξεις αγάπης κατέληξαν σε… δράμα. Παρόλο που ο οδηγός του τρένου κόρνανε και τους φώναζε, το ζευγάρι δεν κατάλαβε ότι ένα τρένο ερχόταν καταπάνω τους, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν και οι δύο!

Το άγαλμα-κλόουν
Μια νεαρή babysitter που φροντίζει τα παιδιά ενός ζευγαριού τα έχει βάλει για ύπνο και κάθεται στο σαλόνι. Κάτι όμως… δεν την αφήνει να ησυχάσει. Τηλεφωνεί στο ζευγάρι και τους ζητά την άδειά τους να σκεπάσει το άγαλμα-κλόουν που έχουν στο δωμάτιο. «Απλώς με κάνει να ανατριχιάζω κάπως, μιας και είμαι μόνη μου», τους λέει. Το ζευγάρι παγώνει: «Ποιο άγαλμα;», την ρωτά ο πατέρας. «Δεν έχουμε κανένα άγαλμα στο σαλόνι. Πάρε τα παιδιά, πηγαίνετε στην γειτόνισσα και καλέστε την αστυνομία αμέσως», της φωνάζει.
Εκείνη, αφού τα κάνει όλα αυτά, ξανακαλεί τον πατέρα της οικογένειας και τον ρωτά τι συμβαίνει. Εκείνος της εξηγεί ότι δεν έχουν στο σπίτι κανένα άγαλμα-κλόουν, και πως τα παιδιά τις τελευταίες μέρες παραπονιούνται πως ένας κλόουν τους παρακολουθεί όσο κοιμούνται. Φυσικά οι γονείς τους πίστεψαν πως απλώς πρόκειται για παιδικές φαντασιώσεις.
Τι είχε όμως συμβεί στ” αλήθεια; Στην πραγματικότητα, το «άγαλμα» ήταν ένας άστεγος νάνος, ο οποίος είχε μεταμφιεστεί σε κλόουν και μην έχοντας πού να μείνει, μπήκε στο συγκεκριμένο σπίτι, το οποίο ήταν τόσο μεγάλο ώστε να μπορεί να αποφεύγει εύκολα «ανεπιθύμητες συναντήσεις». Όταν τον έπιασε η αστυνομία, μάλιστα, τους αποκάλυψε πως έμενε στο σπίτι επί δύο εβδομάδες. Τα βράδια πήγαινε στο παιδικό δωμάτιο, ενώ τις υπόλοιπες ώρες κρυβόταν σε άλλα δωμάτια. Την ώρα που η babysitter μπήκε στο σαλόνι, εκείνος δεν το περίμενε και για να μην τον αντιληφθεί «πέτρωσε» επιτόπου και παρίστανε το άγαλμα.

Το πηγάδι της Κόλασης
Το 1989, Ρώσοι επιστήμονες αποφάσισαν να διανοίξουν μια τρύπα στον εξωτερικό φλοιό της Γης, στην περιοχή της Σιβηρίας, που έφτανε τα 14,5 χιλιόμετρα. Το γεωτρύπανο, κατά την διάνοιξη, έφτασε σε ένα μεγάλο «κούφωμα», μια κοιλότητα στην οποία η θερμοκρασία ξεπερνούσε τους 1.000 βαθμούς Κελσίου. Η μόνη επιλογή που είχαν οι επιστήμονες ήταν να κατεβάσουν μηχανικό εξοπλισμό μέχρι εκεί, τα οποία θα κατέγραφαν σήματα για όσο άντεχαν σε τέτοια θερμοκρασία.
Το πρώτο σοκ ήρθε όταν το μικρόφωνο που έστειλαν, στα 17 ηχητικά δευτερόλεπτα που κατάφερε να ηχογραφήσει και να μεταδώσει στους επιστήμονες, λίγο πριν λιώσει, κατέγραψε απόκοσμες κραυγές, τις οποίες απέδωσαν στους καταδικασμένους της Κολάσεως. Αρκετά μέλη από την ερευνητική ομάδα παραιτήθηκαν επιτόπου και έσπευσαν να φύγουν από την περιοχή. Όσοι έμειναν, βίωσαν και δεύτερο σοκ: Την νύχτα, σύμφωνα με τον θρύλο, από την τρύπα στη Γη εκλύθηκε φωτεινό αέριο, το οποίο σχημάτισε την εικόνα ενός φτερωτού δαίμονα, ενώ μέσα από φλόγες ξεπρόβαλε η πύρινη φράση «Σας έχω κατακτήσει» στα ρωσικά. Σήμερα, δεν υπάρχουν αμφιβολίες ότι πρόκειται για φαντασιοπληξίες, αλλά ο μύθος παραμένει ζωντανός ακόμη.

Τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν. Ήταν κάποτε δύο άγγελοι που ταξίδευαν και σταμάτησαν για να περάσουν τη νύχτα τους στο σπίτι μιας πλούσιας οικογένειας. Η οικογένεια ήταν αγενείς και δεν ήθελαν να τους φιλοξενήσουν σε κάποιο από τα δωμάτια του αρχοντικού τους και τους εβαλαν στο υπόγειο του σπιτιού.
Πάνω στο κρύο πάτωμα ο γηραιότερος άγγελος είδε μια τρύπα στον τοίχο και την επισκεύασε, καλύπτοντάς την. Όταν ο νεαρότερος άγγελος τον ρώτησε γιατί το έκανε αυτό, ο άλλος του απάντησε ότι «Τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν». Την επόμενη νύχτα, οι δύο άγγελοι θέλησαν να ξεκουραστούν στο σπίτι μιας πολύ φτωχής, αλλά φιλόξενης οικογένειας αγροτών. Αφού μοιράστηκαν με την οικογένεια το φτωχικό φαγητό τους, το ζευγάρι των αγροτών τους παραχώρησε το κρεβάτι τους για να ξαπλώσουν και να ξεκουραστούν. Μόλις βγήκε ο ήλιος το άλλο πρωί, οι άγγελοι είδαν τον αγρότη και τη γυναίκα του να κλαίνε γιατί η μοναδική τους αγελάδα είχε ψοφήσει κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ο νεαρός άγγελος θύμωσε πολύ και ρώτησε το γηραιότερο γιατί να συμβαίνει αυτή η αδικία στους καλούς και φτωχούς αυτούς ανθρώπους. «Η πρώτη οικογένεια είχε τα πάντα και τη βοήθησες», τον κατηγόρησε. «Η δεύτερη οικογένεια είχε τόσα λίγα και ήταν τόσο πρόθυμη να τα μοιραστεί και εσύ άφησες την αγελάδα τους να ψοφήσει». «Τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν», του απάντησε ο γηραιότερος άγγελος.
«Όταν μείναμε στο υπόγειο του πλούσιου αρχοντικού, παρατήρησα ότι υπήρχε χρυσάφι μέσα σ΄εκείνη την τρύπα που είχε ανοίξει στον τοίχο. Επειδή όμως, ο ιδιοκτήτης ήταν τόσο φιλάργυρος, άπληστος και δεν ήθελε να μοιραστεί την καλοτυχία του με άλλους, εγώ σφράγισα τον τοίχο για να μη μπορεί να ανακαλύψει το χρυσάφι. Τη χτεσινή νύχτα που κοιμηθήκαμε στο κρεβάτι των φτωχών αγροτών, ήρθε ο άγγελος του θανάτου για να πάρει τη γυναίκα. Εγώ του έδωσα την αγελάδα για αντάλλαγμα. Τα πράγματα δεν είναι πάντα έτσι όπως δείχνουν».

Τα τηγανισμένα ψάρια.
Τον καιρό που είχαν ζώσει την Πόλη οι τούρκοι, ένας καλόγερος ετηγάνιζε εφτά ψάρια στο τηγάνι. Τα είχε τηγανίσει από τη μια μεριά, κι ό,τι ήταν να τα γυρίσει από την άλλη, έρχεται ένας και του λέει πως πήραν οι τούρκοι την Πόλη. “Ποτέ δεν θα πατήσουν την Πόλη οι τούρκοι” λέγει ο καλόγερος. “Τότε θα το πιστέψω αυτό, αν αυτά τα ψάρια τα τηγανισμένα ζωντανέψουν!” Δεν απόσωσε στο λόγο, και τα ψάρια πήδησαν από το τηγάνι ζωντανά κι πέσαν σ' ένα νερό εκεί κοντά. Και είναι ώς τα σήμερα τα ζωντανεμένα εκείνα ψάρια στο Μπαλουκλί, και θα βρίσκονται εκεί μισοτηγανισμένα και ζωντανά, ως να έρθει η ώρα να πάρομε την Πόλη. Τότε λεν πως θα 'ρθει ένας άλλος καλόγερος να τ' αποτηγανίσει.

Την έθαψαν ζωντανή.
Ένα ζευγάρι παντρεμένο για πάνω από πενήντα χρόνια ήταν τόσο αγαπημένο που κανείς νόμιζε ότι μπορούσαν να καταλάβουν ο ένας τον άλλο μόνο με τη σκέψη. Η ηλικιωμένη πλέον γυναίκα άρρωστησε και πέθανε. Για δυο εβδομάδες ο ηλικιωμένος έβλεπε στον ύπνο του τη γυναίκα του να προσπαθεί να βγει από τη κάσα. Τελικά μετά από πολλές πιέσεις έπεισε το γιατρό να δώσει εντολή να ξεθάψουν τη γυναίκα. Όταν την ξέθαψαν είδαν τα νύχια της ηλικιωμένης γυρισμένα προς τα πίσω και φανερές γρατσουνιές στο εσωτερικό της κάσας.

Το τελευταίο τσιγάρο.
Ένα νεαρό ζευγάρι ταξίδευε με το τραίνο. Το αγόρι αν και καπνιστής δέχτηκε να κάνει το χατίρι της κοπέλας του να ταξιδέψει σε βαγόνι μη καπνιστών. Μετά από μια ώρα όμως είχε την ανάγκη να ανάψει ένα. Έτσι, βγήκε από τη καμπίνα και άνοιξε το παράθυρο του διαδρόμου για να μην ενοχλεί ο καπνός του. Η κοπέλα του έμεινε μέσα και άνοιξε ένα περιοδικό. Καμιά φορά κοιτούσε στα πλάγια και έβλεπε τα πόδια του αγοριού για να σιγουρευτεί ότι είναι εκεί. Αρκετά λεπτά πέρασαν και αυτός βρίσκονταν ακόμη μπροστά στο παράθυρο. Τελικά η κοπέλα σηκώθηκε να δει καλύτερα. Η θέα του φίλου της την έκανε να ξεσπάσει σε ουρλιαχτά. Καθώς ο φίλος της είχε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο για να καπνίζει, ένα τραίνο που πήγαινε αντίθετα το έσπασε και το σώμα του κρέμονταν για ώρα από το παράθυρο ακέφαλο.

Το καταραμένο πάζλ.
Μια γεροντοκόρη ένα απόγευμα δεν είχε τίποτε άλλο να κάνει και βγήκε έξω για να αγοράσει ένα καινουργιο παζλ, καθώς τα παζλ ήταν η μοναδική της ασχολία. Όταν αγόρασε το παζλ δεν κοίταξε την σκηνή που απεικόνιζε μιας και το αγόρασε στην τύχη. Όταν έφτασε στο σπίτι της άρχισε να φτιάχνει το παζλ. Καθώς πήγε να ενώσει τα πρώτα δύο κομμάτια χτύπησε το κουδούνι της πόρτας. Πήγε, άνοιξε, αλλά δεν ήταν κανείς. Οπότε συνέχισε να φτιάχνει το παζλ ώσπου έφτασε στη μέση είδε σε έναν καθρέφτη που ήταν απέναντί της μία σκια να πλησιάζει προς το μέρος της. Γυρνώντας να δει ποιός ήταν από πίσω της δεν είδε κανένα. Τρομοκρατημένη, συνέχισε να φτιάχνει το παζλ και όταν ήταν έτοιμη να βάλει και το τελευταίο κομμάτι για να δει επιτέλους την εικόνα, το κουδούνι της ξαναχτύπησε και εκείνη έντρομη άνοιξε...Μετά από 15 μέρες οι γείτονές της ανησύχισαν και κάλεσαν τις αρχές. Όταν μπήκαν στο σπίτι της σπάζοντας την πόρτα την είδαν σωριασμένη στο πάτωμα με καμμένα τα μάτια, χαρακιές από μαχαίρι, και στο στήθος της γραμμένο "Να βλέπεις τί αγοράζεις". Και πράγματι, όταν οι αρχές ερεύνησαν το σπίτι βρήκαν ένα μισοτελειωμένο παζλ το οποίο έδειχνε την κοπέλα τρομαγμένη και από πίσω της μία σκια... 

Το κορίτσι που έπαιζε πιάνο.
Κάποτε σε ένα παλιό αρχοντικό έμενε ένα ανδρόγυνο με την μικρη τους κόρη που ήξερε να παίζει πιάνο, και κάθε μέρα το απόγευμα, καθόταν και έπαιζε μουσική, ενώ η μητέρα της δίπλα στην κουζίνα ασχολιόταν με τις οικιακές δουλειές. Ο πατέρας συνήθως έλειπε, γιατί εργαζόταν και τα δειλινά.
Μια μέρα, η μητέρα έπρεπε να παει σε καποια επίσκεψη, ζήτησε από την κόρη της όταν σχολάσει να κάνει τις δουλειές του σπιτιού.
Όταν επέστρεψε, βρήκε την κόρη της να παίζει πιάνο, χωρίς να έχει κάνει τις δουλειές. Άρχισε να τις κάνει παρατηρήσεις, λογόφεραν μάλωσαν, και η κόρη έφυγε τρέχοντας χωρίς να ακούει τη μάνα της που φώναζε.
Η μάνα νευριασμένη που δεν την άκουγε, έτρεξε να την προλάβει να την σταματήσει και να την υποχρεώσει να ακούσει. Την έφτασε στο τέλος της μεγάλη ξύλινης σκάλας που οδηγούσε στο υπνοδωμάτιο στον πανω όροφο, και την άρπαξε και την τράβηξε για να την σταματήσει. Η κόρη παραπάτησε και έπεσε από την σκάλα, χτύπησε στο πίσω μέρος του κεφαλιού της και πέθανε.
Μετά από το συμβάν οι γονείς της από την στενοχώρια άφησαν το σπίτι και μετακόμισαν αλλού πολύ μακριά. Το σπίτι έμεινε έρημο και κάνεις άλλος δεν ήθελε να κατοικήσει εκεί ύστερα από το επεισόδιο. Λέγεται όμως ότι όποιος περάσει έξω από το σπίτι μια συγκεκριμένη ώρα, εάν στήσει αυτί, θα καταλάβει ότι ο αέρας που σφυρίζει είναι μουσική από πιάνο, είναι ένα συγκεκριμένο τραγούδι, που άρεσε πολύ στο μικρό κοριτσάκι και το έπαιζε κάθε μέρα στο πιάνο.

Θεία Δίκη.
Ένας νεαρός στο Τέξας, παράτησε την φιλενάδα του μια μέρα του 1893. Ο αδελφός της κοπέλας ως προστάτης της οικογενείας, μια μέρα που βρήκε τον «ένοχο» στο χωράφι του,  έκανε το «καθήκον» του και τον πυροβόλησε. Όμως η σφαίρα που του έριξε, ισα που τον γρατζούνισε και του άφησε ένα ελαφρύ τραύμα (αρκετό όμως για να λιποθυμήσει απο το σοκ) και στη συνέχεια πήγε και καρφώθηκε στον κορμό ενός δέντρου που βρισκόταν πίσω του.
Ο αδελφός της κοπέλας, έχοντας κάνει το καθήκον του, και νομίζοντας ότι τον σκότωσε, αυτοκτόνησε με το ίδιο όπλο.
Είκοσι χρόνια μετά, το 1913, ο ένοχος νέος, αποφάσισε να μετακινήσει το δέντρο απο το χωράφι του. Δε μπορούσε να το σπρώξει και να το πετάξει, γι’ αυτό χρησιμοποίησε δυναμίτη. Με τη δύναμη της έκρηξης όμως, απεγκλωβίστηκε με τόση ορμή η καρφωμένη σφαίρα, και τον πέτυχε θανάσιμα στο κεφάλι.
Ήταν η σφαίρα που προοριζόταν γι’ αυτόν εξ’ αρχής...

Θεία δικαιοσύνη.
Στην Τσεχία και συγκεκριμένα στην Πράγα, μια γυναίκα πήδηξε να αυτοκτονήσει απο τον 3ο όροφο της πολυκατοικίας που διεμενε. Μόλις είχε μάθει ότι ο άντρας της την απατούσε.
Εκείνη τη στιγμή της πτώσης όμως, περνούσε ο σύζυγος κάτω απο το σπίτι. Η γυναίκα έπεσε πανω του και τελικά με την ανακοπή αυτή της πτώσης επέζησε, όχι όμως και ο σύζυγος που του ήρθε ουρανοκατέβατα η Θεια Δική…
   

Μια αληθινή ιστορία.

Θα μπορούσε να είναι ένα διήγημα. O πρωταγωνιστής από εκείνους τους απόκληρους. H μοίρα, η ζωή, οι επιλογές του, η κοινωνία η άδικη, τον έριξαν στην ανέχεια και από εκεί οδηγήθηκε στο κρίμα. Άρχισε να κάνει διαρρήξεις για να ζήσει. Πιθανόν να έμπλεξε και με ναρκωτικά, ώστε οι διαρρήξεις έγιναν ο μόνος τρόπος να εξασφαλίσει τη δόση.
Εντόπισε τον στόχο. Στο διαμέρισμα έμενε ένας γέρος, φαινόταν ματσωμένος, ήταν μόνος, δεν δεχόταν επισκέψεις. Σχεδίασε τον τρόπο που θα μπει, έκανε κάποιες πρόβες. Όταν δόθηκε η ευκαιρία σάλταρε στην πολυκατοικία, σκοτάδι απόλυτο, ησυχία απόλυτη.
Επιτήδειος και αποφασισμένος δεν έχασε καιρό, ούτε καμιά τύψη τον βασάνιζε.
Αναρριχήθηκε από τους σωλήνες του φωταγωγού, άνοιξε το παράθυρο και γλίστρησε μέσα στο διαμέρισμα.
Εκεί δεν ακουγόταν τίποτα. Νεκρική σιγή. Στην κυριολεξία. Και εκεί στη δέσμη του φωτός που έριξε ο φακός φάνηκε ο γέροντας πεσμένος στο έδαφος νεκρός από ώρες.
Aιφνιδιασμένος ο διαρρήκτης έκανε μεταβολή και χάθηκε όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Δεν τον κράταγε όμως ο τόπος. Mπορεί να μην είχε τύψεις για τη διάρρηξη, αλλά ένας νεκρός που παραμένει άταφος, σαν αιώνιο ελληνικό χρέος, δεν αντέχεται.
Δυο μήνες γύριζε το τριβέλι μέσα του. Aυτό πια ξεπέρναγε την πώρωσή του. Δεν το άντεχε τόσο βάρος. Oι νύχτες γίνονταν εφιάλτης. Στα ταξίδια της μέθης του ένας άταφος νεκρός γύριζε μπροστά στα μάτια του και τον εκλιπαρούσε για έλεος.
Ύστερα από μέρες, καταβεβλημένος παρουσιάστηκε στο αστυνομικό τμήμα και περιέγραψε τα συμβάντα.


Από μια εκπομπή του Χαρδαβέλα.
Ένας στρατιώτης εξ Ελλάδος που υπηρετούσε στην Κύπρο, ένα βράδυ γυρνώντας στη μονάδα του από άδεια, βλέπει μία κοπέλα στο δρόμο να του κάνει ωτοστόπ, στην "άκρη του πουθενά". Σταματάει και τη ρωτάει που πάει. Εκείνη του λέει, "πηγαίνω σπίτι μου, είναι λίγο πιο κάτω".
Μπαίνει στ' αυτοκίνητο, χαρούμενη, ευδιάθετη και αρχίζει να δημιουργείται μία ρομαντική ατμόσφαιρα ανάμεσά τους.
Δεν την πήγε αμέσως σπίτι. Πήγανε μία βόλτα σε κάποιο κέντρο, χορέψανε και γενικά περάσανε μια όμορφη βραδιά. Στο τέλος την άφησε σπίτι της και εκείνη του υποσχέθηκε ότι θα ξαναβρεθούνε. "Ξέρεις", του λέει "που μένω, όποτε θέλεις έλα να με βρεις". Ο φαντάρος γύρισε στη μονάδα του και ήταν πολύ ενθουσιασμένος. Στην επόμενη άδειά του έτρεξε αμέσως στο σπίτι της κοπέλας. Χτυπάει το κουδούνι και του ανοίγει μία μαυροφορεμένη γυναίκα. Της εξηγεί ότι ψάχνει την κοπέλλα που συναμτησε πριν λιγες μερες κ.λ.π. Η γυναίκα μένει άφωνη. "Μα δεν το ξέρεις, παιδί μου, ότι έχει πρόσφατα πεθάνει" του λέει κλαίγοντας... "Δεν το πιστεύω", της απαντάει, "θέλω να δω μία φωτογραφία της". Η γυναίκα μπαίνει στο σπίτι και γυρνάει με ένα άλμπουμ. "Εδώ είναι οι τελευταίες της φωτογραφίες" του λέει. Εκείνος ανοίγει το άλμπουμ και μένει με τη σειρά του άφωνος. Ήταν η κοπέλα που συνάντησε εκείνο το βράδυ ενώ αυτή ήταν ήδη πεθαμένη...

Παναγία η Εσφαγμένη.
Κάποτε ήταν ένας Ιεροδιάκονος Εκκλησιάρχης νεωκόρος της Ιεράς Μονής Βατοπαιδίου που πήγαινε να γευματίσει στην κοινή τράπεζα πάντοτε καθυστερημένα και έβρισκε δικαιολογία ότι ήταν οι πολλές εργασίες που είχε να κάνει στο Ναό. 
Κάποια μέρα που αργοπόρησε ως συνήθως, ο τραπεζάρης αγανακτισμένος αρνήθηκε να του δώσει λέγοντάς του ότι δεν μπορεί ο καθένας να τρώει ότι ώρα θέλει. Ο Εκκλησιάρχης με έντονους λογισμούς ενάντια στον τραπεζάρη και με αγανάκτηση, επέστρεψε στον Ναό. Με όλη την ταραχή και την ζάλη του πνεύματός του, πλησίασε προς την Εικόνα της Θεομήτορος και στεκόμενος ενώπιόν της, άρχισε θυμωμένα να φωνάζει ενώ αυτός με κόπο την υπηρετεί, αυτή δεν φροντίζει να του δίνεται ούτε ένα κομμάτι ψωμί για να δυναμώσει το κουρασμένο σώμα μου. Και με τα πολλά νευρά που είχε, βγάζει το μαχαίρι με το οποίο πριν καθάριζε τα μανουάλια, το καρφώνει με δύναμη στο μάγουλο της Εικόνας της Παναγίας και την πλήγωσε. Αμέσως άρχισε να τρέχει αίμα από την πληγή και το πρόσωπο της Παναγίας χλώμιασε. Ο Εκκλησιάρχης κυριεύτηκε από τρόμο, τυφλώθηκε και έπεσε κάτω κι έγινε σαν τρελός από τον έλεγχο της συνείδησής του, μένοντας στην κατάσταση αυτή τρία χρόνια. 
Μετά από τρία χρόνια εμφανίστηκε η Παναγία στον Ηγούμενο και του είπε ότι με τις προσευχές του, συγχωρεί τον παραβάτη Εκκλησιάρχη και του χαρίζει την υγεία του. Ο Εκκλησιάρχης Μοναχός θεραπεύθηκε και από τότε έκλαιγε πικρά για την παραφροσύνη του και ονόμαζε τον εαυτό του φονιά. Καθόταν σε στασίδι απέναντι από την Εσφαγμένη Εικόνα και με ειλικρινή μετάνοια, κατηγορώντας και επιπλήττοντας τον εαυτό του, πέρασε την υπόλοιπη ζωή του.  
Λίγο πριν τον θάνατό του, του εμφανίστηκε η Παναγία και του ανήγγειλε ότι τον συγχωρεί, αλλά το βλάσφημο χέρι του θα δοκίμαζε παραδειγματική τιμωρία μετά θάνατον. Μετά από τρία χρόνια, στην ανακομιδή των οστών του, όλα του τα οστά ήταν καθαρά δείχνοντας το Θείο Έλεος, το χέρι του όμως παρέμενε άλιωτο και κατάμαυρο. Φυλάσσεται μέχρι σήμερα, για να θυμίζει την αγαθότητα και την αγάπη της Παναγίας, που είναι έτοιμη να μας συγχωρεί για τα λάθη μας.  
Η Εικόνα ονομάστηκε Εσφαγμένη και βρίσκεται στο Παρεκκλήσι του Αγίου Δημητρίου της Μονής, και φέρει τα σημεία της πληγής και του ρεύσαντος αίματος. Πριν λίγα χρόνια, ένας ξένος Ιερέας που ως φαίνεται είχε βαριές αμαρτίες, ασπαζόμενος την Αγία αυτή Εικόνα, άγγιξε την πληγή της Θεοτόκου, και τότε το καταξηραμένο αίμα έπεσε πάνω του με αποτέλεσμα τον αιφνίδιο θάνατό του, μόλις βγήκε από τον Ναό.

Ήταν κόρη του
Ένας επιχειρηματίας του Λος Άντζελες  έμαθε ότι ήταν αρραβωνιασμένος με την… κόρη του. Την αρραβωνιαστηκε χωρις να το γνωριζει. Το εμαθε από τον πατέρα της αρραβωνιαστικιάς του όταν αυτος παραδέχτηκε ότι η γυναίκα του είχε συλλάβει με τεχνητή γονιμοποίηση. Ο άτυχος άντρας ανέτρεξε στο παρελθόν και θυμήθηκε ότι στο πανεπιστήμιο ήταν συχνός δότης σπέρματος. Αφού διασταύρωσε τα στοιχεία, αποκαλύφθηκε ότι η μέλλουσα γυναίκα του ήταν στην πραγματικότητα κόρη του!

Ήταν ένας νέος πολύ φιλόδοξος.
Ήταν ένας νέος πολύ φιλόδοξος, θα έκανε τα πάντα για να αποκτήσει αυτό που ήθελε, δηλαδή πλούτο, δόξα και αναγνώριση. Γι αυτό το σκοπό αγόρασε το βιβλίο της Σολομωνικής, με σκοπό να καλέσει έναν δαίμονα που θα του προσέφερε όλα αυτά. Ξεκίνησε να μελετά το βιβλίο, ακολούθησε βήμα με βήμα τις οδηγίες, μέχρι που εμφανίζεται μπροστά του ένας δαίμονας ίδιος ο διάβολος, και τον ρωτά τι θέλει. Του εξηγεί ο νέος τι ζητά, και ο δαίμονας του απαντά πως θα του χαρίσει ευχαρίστως όλα αυτά, με αντάλλαγμα ο νέος να του δώσει ότι ευρίσκεται πίσω από την πόρτα του σπιτιού του. Δέχτηκε ο νέος τη συμφωνία, ήταν αποφασισμένος να κάνει οτιδήποτε ώστε να αποκτήσει αυτό που αποζητούσε. Ο διάβολος γέλασε, του είπε ευχαριστώ και εξαφανίστηκε. Περίεργος ο νέος τι να υπήρχε πίσω από την πόρτα που ήθελε ο δαίμονας, παει με πολλη περιέργεια, ανοίγει την πόρτα και βλέπει τη μάνα του νεκρή… Έχασε τα λογικά του, παραληρούσε, τον κλείσαμε σε ψυχιατρείο.
Υ.Γ. Η Σολομωνική έχει λάβει τον τίτλο του Σατανικού βιβλίου, αλλά αυτό είναι λάθος μιας και ο Σολομώντας καταδικάζει ευθέως τις σατανικές πρακτικές, τις θυσίες, τις προσφορές αίματος και γενικότερα την χρήση της Γνώσης για κακό. Η διδασκαλία του και τα γραπτά του είναι διάχυτα από σεβασμό και αγάπη προς τον Θεό και τους Νόμους Του…

Ήξερα ότι θα έρθεις.
– Κύριε συνταγματάρχα, ο φίλος μου δεν επέστρεψε από την πρώτη γραμμή των χαρακωμάτων, σας παρακαλώ να μου επιτρέψετε να τον πάρω απ’ εκεί.
– Σου απαγορεύω! αυστηρά είπε ο αξιωματικός, δε θα ρισκάρω τη ζωή σου για εκείνον που μάλλον είναι νεκρός.
Ο στρατιώτης παραβίασε τη διαταγή και έφτασε στην πρώτη γραμμή και μια ώρα αργότερα θανάσιμα πληγωμένος έφερε το πτώμα του φίλου του.
Ο συνταγματάρχης ήταν οργισμένος.
– Δε σου είπα πως είναι νεκρός; Τώρα χάνω και εσένα, για πες μου είχε νόημα για να ρισκάρεις τη ζωή σου για ένα πτώμα;
Ο ετοιμοθάνατος στρατιώτης απάντησε:
– Είχε κύριε. Όταν έφτασα σ’ αυτόν ήταν ακόμη ζωντανός και όταν με είδε χαμογέλασε: «ήξερα ότι θα ‘ρθεις για μένα», μου ειπε.

Φωνες από το υπόγειο, μια πραγματική ιστορία.
Στο νοσοκομείο της Καβάλας το 1960, εργαζόταν μια γυναίκα ως βοηθός νοσοκόμου. Μετά τα μεσάνυχτα άκουγε ομιλίες και παράξενες φωνές στο υπόγειο νόμισε ότι γιατροί ή νοσοκόμες ήταν κάτω στο υπόγειο και δεν έδωσε σημασία. Μια μέρα, μια συνάδελφος της είπε να πάνε στο υπόγειο να πάρουν κάτι πράγματα.
Η ώρα 01:00 μεσάνυχτα. Κατεβαίνοντας τις σκάλες προς το υπόγειο, οι απόμακρες φωνές ακούστηκαν  σαν δυνατά μουρμουρητά.
Παραξενεύτηκε αλλά δεν τρόμαξε. Με την άκρη του ματιού της, κοίταξε τις αντιδράσεις της άλλης νοσοκόμας αλλά εκείνη δεν εκδήλωσε καμιά αντίδραση. Κάνοντας να ξεκλειδώσει την πόρτα η συνάδελφος, άκουσε κάτι να σπάει από τη μέσα μεριά της πόρτας, κάτι σα πήλινη κανάτα. Κοντοστάθηκε, κοίταξε και πάλι την συνάδελφο νοσοκόμα αλλά και πάλι εκείνη έδειχνε σα να μην συνέβαινε τίποτα, παρα μονο παρατηρώντας την αντίδραση της την ρώτησε αν συμβαίνει κάτι.
Η βοηθός νοσοκόμα απάντησε πως της φάνηκε πως κάτι άκουσε… Η συνάδελφος τη ρώτησε, από που;, οπότε τότε κατάλαβε πως κάτι παράξενο συμβαίνει. Η συνάδελφος νοσοκόμα, ξεκλείδωσε την πόρτα και μπήκε πρώτη. Στην είσοδο της συναδέλφου στο χώρο, η βοηθός πρόσεξε μια διάφανη-αέρινη μορφή να την κοιτά στα μάτια για 5 δευτερόλεπτα και σε απόσταση κάπου 5 μέτρων. Έπειτα η μορφή ξεγλίστρησε ήσυχα φεύγοντας από το κλειστό παράθυρο. Έπειτα κοίταξε στο πάτωμα αλλά δεν είδε τίποτα κομμάτια από κάτι που έσπασε. Πάγωσε αλλά δε πανικοβλήθηκε. Η συνάδελφος νοσοκόμα δε τη πρόσεχε που βρισκόταν πίσω της, πήρε τα πράγματα που ήθελε, κλείδωσαν και ανέβηκαν σιωπηλές τις σκάλες.
Πέρασαν κάπου 3-4 μέρες και μια νύχτα πάλι, η βοηθός νοσοκόμα άκουσε πάλι φωνές να έρχονται από κάτω. Κάπου μισή ώρα μάζευε κουράγιο και τελικά πήρε την απόφαση να πάει μόνη της στην αποθήκη. Και πάλι, πριν ξεκλειδώσει, άκουγε φωνές, κάτι σα μουρμουρητά. Ξεκλειδώνει, οι φωνές σταματούν. Προχωρά αργά προς το κέντρο του δωματίου, κοντοστέκεται, τίποτα. Έπειτα κατευθύνεται προς το παράθυρο. Λίγο πριν φτάσει, ακούει μια φωνή σαν να ήταν 10 μέτρα πίσω της να τη ρωτάει σε απλό τόνο “η γυναίκα μου πως είναι;”.
Γύρισε αλλά δεν είδε τίποτε. Άναψε όλα τα φώτα στο υπόγειο, έψαξε παντού αλλά δε βρήκε κανένα άλλο ίχνος. Αυτή η ερώτηση την παραξένεψε πολύ. Έπειτα από 15 μέρες περίπου, ήτανε νυχτερινή βάρδια. Έσβηνε τα φώτα σε ένα θάλαμο ασθενών και ακούστηκε μια φωνή. “Κορίτσι μου, έρχεσαι λίγο σε παρακαλώ;”.
Ήταν η φωνή μιας πολύ ευγενικής ηλικιωμένης γυναίκας η οποία ήταν βαριά άρρωστη. Κουβέντιασαν για πολλή ώρα για διάφορα θέματα και σε μια στιγμή η άρρωστη γυναίκα της λέει, “είσαι πολύ καλός άνθρωπος… γι’ αυτό τον είδες”.
Η βοηθός τη ρώτησε για ποιό πράγμα μιλάει. Η ηλικιωμένη της είπε τότε ότι συχνά, πολλά βράδια την επισκεπτόταν ο άνδρας της που είχε πνιγεί πριν δυο χρόνια στο καράβι που δούλευε. “Αρχικά” λέει “τον έβλεπα πολύ μακριά στο διάδρομο” δεν ήθελε να με τρομάξει. “Όσο πλησίαζε σε άλλες εμφανίσεις του, σιγά άρχισε να μου μιλά. Μου έλεγε ότι δε πρέπει να ανησυχώ και να μη στενοχωριέμαι. Πολλές φορές τον έβλεπα μόνο για 10 δευτερόλεπτά, άλλοτε λίγο περισσότερο. Τελευταία μου είπε για σένα, όχι με το όνομά σου, σε περιέγραψε. Κορίτσι μου το νοιώθω πως δε θα ζήσω πολύ. Αλλά ήθελα πριν φύγω να το ξέρεις για να ηρεμήσεις κι εσύ”. Η βοηθός νοσοκόμα συγκινήθηκε και έκλαιγε με αναφιλητά. Την καληνύχτισε. Στη δουλειά πήγε τη μεθεπόμενη μέρα γιατί την προηγούμενη είχε ρεπό. Περνώντας από το δωμάτιο της ηλικιωμένης γυναίκας το είδε άδειο και καλά στρωμένο. Ρώτησε μια συνάδελφο και της είπε πως η γυναίκα αυτή, πέθανε την προηγούμενη μέρα. Από εκείνη την ημέρα δεν ξανάκουσε φωνες από το υπόγειο.

Πανελλήνιες εξετάσεις.
Η Ντίνα με κάτι φίλες της είχαν μαζευτεί ένα βράδυ πριν ξεκινήσουν οι πανελλήνιες εξετάσεις στο σχολείο, να κάνουν μια τελευταία επανάληψη στα μαθηματικά κατεύθυνσης. Καποια στιγμή, κτυπάει η πόρτα και μόλις ανοίγει η Ντίνα βλέπει μια κοπέλα που δεν την είχε ξαναδεί. Της λέει
-Γεια σου Ντινα, μένω εδω πιο πανω.
-Δεν σε έχω ξαναδει.. Απο το σχολείο είσαι ;
-Όχι, της απαντά η άλλη.
-Έχω τελειώσει αλλά θα ξαναδώσω.
Τέλος πάντων, κάθεται μαζί τους να κάνουν επανάληψη και τους είπε να διαβάσουν πολύ καλά 2 προβλήματα λυμένα που τους έδωσε. Αφου έκατσαν κάποιες ώρες και έκαναν επανάληψη, η άγνωστη κοπέλα έφυγε.
Την επόμενη μέρα πήγαν να δώσουν και είδαν έκπληκτες, ότι τα 2 προβλήματα που τους έδωσε, ήταν το 3ο και 4ο θέμα... Έψαξαν να βρουν την κοπέλα αυτή, αλλά τίποτα. Ρώτησαν έναν καθηγητή τους αν την είδε και αφου του την περίγραψαν, τους είπε ότι η κοπέλα αυτή είχε πεθάνει πριν 3 χρόνια σε τροχαίο, μια μέρα πρίν τις πανελλήνιες.......

Συνέβη στην Ελλάδα.
Εποχή χειμώνας, ώρα περίπου δύο τα ξημερώματα. Η βροχή δυσκολεύει τον οδηγό του αυτοκινήτου που ταξιδεύει για ένα ορεινό χωριό. Μετά από ένα μικρό εκκλησάκι ακουλουθεί ένα γεφύρι με το ποτάμι που λόγω των καιρικών συνθηκών έχει φουσκώσει. Ο οδηγός περνώντας βλέπει στην άκρη του δρόμου μια νεαρή κοπέλα με γαλήνιο βλέμμα και ντυμένη με ένα λευκό λεπτό φόρεμα ενώ δεν φοράει παπούτσια.
Με το που τη βλέπει αρχίζει να ελαττώνει ταχύτητα για να σταματήσει να την βοηθήσει αφού νόμισε ότι μπορεί να έχει κάποιο ψυχολογικό πρόβλημα. Σταματάει λίγα μέτρα πιο πέρα από την κοπέλα, κοιτάζει πίσω από τον καθρέπτη αλλά πουθενά αυτή. Σαστίζει λίγο και εκείνη την ώρα ακούει έναν δυνατό θόρυβο, κοιτάζει μπροστά και βλέπει το γεφύρι να έχει γκρεμιστεί ενώ το ποτάμι έχει πραγματικά φουσκώσει πολύ. Αν δεν είχε καθυστερήσει με την κοπέλα θα είχε πέσει μέσα. Σοκαρισμένος το επόμενο πρωί πήγε στον παπά της εκκλησίας που βρισκόταν κοντά στο σημείο εκείνο λέγοντάς του τι έγινε. Ο παπάς τον ενημέρωσε ότι πριν χρόνια είχε πνιγεί μια κοπέλα σε αυτό το ποτάμι. Πηγαίνοντας στο σπίτι της κοπέλας τον υποδέχτηκε η ηλικιωμένη μητέρα της όπου και όταν άκουσε αυτά που της είπε του έφερε να δει μια φωτογραφία της κόρη της. Αυτή είναι...Μετά απο αυτό πήγε στον τάφο της όπου και της άναψε το καντήλι...

Πίστευε και μη ερεύνα.
Ήταν ένας ορειβάτης ξιπασμένος και εγωιστής, ήθελε να ανέβει σε μια ψηλή κορυφή μοναχός του, δίχως άλλου ανθρώπου βοήθεια, ήθελε να δρέψει τις δάφνες μονάχος του. Ξεκίνησε, η μέρα πέρασε, ήρθε η νύχτα βαριά και ο ορειβάτης δεν έβλεπε τίποτα. Όλα ήταν μαύρα. Μηδενική ορατότητα. Το φεγγάρι και τα άστρα είχαν καλυφθεί από σύννεφα. Καθώς ο άνδρας ανέβαινε και απείχε λίγα μόνο μέτρα από την κορυφή του βουνού, γλίστρησε και έπεσε στο κενό με μεγάλη ταχύτητα. Ο ορειβάτης πού το μόνο πού έβλεπε καθώς έπεφτε ήταν μαύρες κουκίδες, είχε την τρομερή αίσθηση της βαρύτητας να τον τραβά. Συνέχισε να πέφτει... και σε εκείνες τις στιγμές του μεγάλου φόβου ήρθαν στο μυαλό του όλα τα καλά και τα άσχημα επεισόδια της ζωής του.
Σκεφτόταν, τώρα, το πόσο κοντά στο θάνατο ήταν, όταν ξαφνικά ένιωσε το σκοινί πού ήταν δεμένο στη μέση του να τον τραβά δυνατά. Το σώμα του ορειβάτη κρεμόταν πλέον στον αέρα. Μόνο το σκοινί τον κρατούσε ζωντανό. Εκείνη τη στιγμή της αμηχανίας και καμιάς άλλης επιλογής, φώναξε:
- Θεέ μου, βοήθησε με!
Ξαφνικά, μια βαθειά φωνή προερχόμενη από τον ουρανό απάντησε:
- Τί θέλεις να κάνω;
- Σώσε με, Θεέ μου!
- Αληθινά, νομίζεις ότι μπορώ να σε σώσω;
- Βέβαια, πιστεύω ότι Εσύ μπορείς!
- Τότε κόψε το σχοινί που είναι δεμένο στη μεση σου…
Η ομάδα διάσωσης, την άλλη μέρα, είπε ότι ένας ορειβάτης βρέθηκε πεθαμένος, παγωμένος και το σώμα του κρεμόταν από ένα σκοινί. Τα χέρια του κρατούσαν σφιχτά το σκοινί μονο 2 μέτρα μακριά από τη γη...
  
Θεωρείται νεκρή. 
Είναι ζωντανή, κινείται ανάμεσά μας, αλλά οι αρμόδιες υπηρεσίες τη θεωρούν νεκρή γιατί το νοσοκομείο Σωτηρία είχε εκδώσει πριν από δύο χρόνια πιστοποιητικό θανάτου της... Θύμα, η 65χρονη Ελένη Κοραή, η οποία προ διετίας είχε εισαχθεί στο νοσοκομείο Σωτηρία για σειρά εξετάσεων και εγχειρήσεων. Υποβλήθηκε σε εννέα εγχειρήσεις. Στην τελευταία έπαθε νεκροφάνεια κατά τη διάρκεια της παραμονής της στο χειρουργείο. Οι γιατροί που την εξέτασαν διαπίστωσαν ότι ήταν νεκρή, τη μετέφεραν στον νεκροθάλαμο, μέχρις ότου την παραλάβουν οι συγγενείς της, ενώ εκδόθηκε από το νοσοκομείο το σχετικό πιστοποιητικό θανάτου. Επειδή το ψυγείο του νοσοκομείου  ήταν γεμάτο, την άφησαν σε ένα κρεβάτι έξω από αυτό. Περίπου 18 ώρες αργότερα από τότε που οι γιατροί είχαν διαγνώσει τον θάνατό της, ένας υπάλληλος γραφείου κηδειών που είχε αναλάβει την ταφή μαζί με νοσοκόμο που είχε βάρδια στο νοσοκομείο πήγαν στον χώρο όπου φυλάσσονται οι νεκροί, για να την παραλάβουν και να τη μεταφέρουν στο νεκροταφείο. Την ώρα που ο υπάλληλος του γραφείου κηδειών και ο νοσοκόμος την τοποθετούσαν στο φέρετρο, εκείνη, που εξακολουθούσε να έχει υποστεί νεκροφάνεια, ξύπνησε και σήκωσε με το χέρι της το καπάκι του φέρετρου.
Όπως η ίδια αφηγήθηκε στους δημοσιογράφους αργοτερα, ο νοσοκόμος που κρατούσε από τη μία πλευρά το φέρετρο, βλέποντάς την να σηκώνει το καπάκι, λιποθύμησε και μεταφέρθηκε στη μονάδα εντατικής θεραπείας του νοσοκομείου, έχοντας υποστεί καρδιακή προσβολή. Όταν αποκαλύφθηκε ότι η γυναίκα είχε πάθει νεκροφάνεια, όλο το νοσοκομείο αναστατώθηκε. Μεταφέρθηκε πάλι στο χειρουργείο, όπου την εξέτασαν οι γιατροί και διαπίστωσαν ότι έπρεπε απλώς να υποβληθεί σε μία ακόμη επέμβαση και θα γινόταν καλά. Αυτά συνέβησαν πριν από περίπου δύο χρόνια. Η Ελένη Κοραή, μιλώντας στους δημοσιογράφους, ανέφερε ότι, παρά το γεγονός ότι ζει και είναι μάλιστα πολύ καλά στην υγεία της, όλες οι δημόσιες υπηρεσίες τη θεωρούν νεκρή, γιατί από το νοσοκομείο είχε πιστοποιηθεί ότι πέθανε. Η νομαρχία Αττικής, η κοινότητα του χωριού της στην Κρήτη και η αστυνομία δεν μπορούν να της εκδώσουν κανένα χαρτί, διότι από όλες τις δημόσιες υπηρεσίες θεωρείται ως άτομο που έχει πεθάνει. Μετά την αποκάλυψη της πρωτοφανούς αυτής υπόθεσης, αναμένεται να ευαισθητοποιηθεί και να επέμβει το υπουργείο Εσωτερικών, ώστε να λυθεί η τόσο μακάβρια αυτή παρεξήγηση. Η 65χρονη αντιλήφθηκε ότι ήταν νεκρή όταν από τον ασφαλιστικό της φορέα της ζήτησαν τα απαραίτητα έγγραφα για να συνταξιοδοτηθεί. Τότε οι αρμόδιοι υπάλληλοι είδαν στις καταστάσεις τους ότι είχε πεθάνει προ διετίας.