ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΑΛΗΠΑΤΟΥΣ

Τα τοπωνύμια είναι ονόματα τόπων, και είναι λέξεις ή ονόματα ικανά να χαρακτηρίσουν μια περιοχή και τους ανθρώπους της. Συνήθως είναι από τα ονόματα των ιδιοκτητών, έτσι και στην περίπτωση της διήγησης αυτής, έμεινε το τοπωνύμιο από το όνομα της ιδιοκτήτριας και τον άντρα της: Αλή-Πατού.

Hταν μια φορά στη Χλώρακα μια μικρή ορφανή κόρη που την έλεγαν Πατού και ζούσε μόνη σε ένα μικρό σπιτάκι που ήταν κτισμένο μέσα σ ένα μικρό χωραφάκι δίπλα στην παλιά βρύση του χωριού. Μέσα στην μικρή αυλή είχε βλαστημένες τρεμιθιές και τερατσιές. Δεκαπέντε χρονών η κορούλα, για να ζήσει μάζευε τα τεράτσια και έφτιαχνε τερατσόμυλο που το πουλούσε στις νοικοκυρές να φτιάχνουν γλυκά κουλουράκια για τα παιδιά τους. Μάζευε τα τρεμίθια και τα άλεθε στο μύλο και έφτιαχνε τρεμιχόλαο με το οποίο μαγείρευε τα φαγητά της, και αν κάποτε της περίσσευε το πουλούσε. Φύτευε ακόμα λίγα χόρτα και άλλα οπωρικά που τα πότιζεν από την βρύση του χωριού και τα πουλούσε εύκολα γιατί ήταν καλά οργωμένα και ποτισμένα .
Με αυτό τον φτωχικό τρόπο διαβιούσε με δυσκολία, αλλά παρόλα αυτά ήταν τίμια και καλή χριστιανή, χωρίς καμιά φορά να υποκύψει στον εύκολο τρόπο της έκθεσης της τιμιότητας της έναντι εύκολου χρηματισμού .
Ήταν όμορφη και σε όλους συμπαθητική, αλλά και αυτή είχε μεγάλο σεβασμό στους μεγαλύτερους της και με αγάπη τιμούσε όλους τους χωριανούς. Στον εύκαιρο της καιρό επισκεπτόταν τις νοικοκυρές στα σπίτια και με προθυμία τις βοηθούσε στις δουλειές τους. Και αυτές όμως την την αγαπούσαν σαν παιδί τους  και σαν μητέρες την συμβούλευαν. Επιθυμούσαν γι αυτήν να εύρισκε μια καλύτερη μοίρα, να βρισκόταν ένα καλό παλικάρι να την στεφανωθεί και να την αποκατήσει νυκοκυρά σε ένα καλύτερο σπίτι από τη μικρή ετοιμόρροπη καμαρούλα τη δική της.

Τους παλιούς καιρούς που οι κάτοικοι ήταν αραιοί, στα μικρά χωριά δεν μπορούσε ένα κατάστημα γενικού εμπορίου να διατηρηθεί, καθώς δεν υπήρχαν αρκετοί πελάτες. Γι αυτό διάφοροι πραματευτάδες με τις άμαξες, κατά καιρούς γύρναγαν τα διάφορα χωριά πουλώντας την πραμάτεια τους στους φτωχούς χωρικούς που δεν είχαν τρόπο μετάβασης στις διπλανές πόλεις για ψωνίσουν.
Ένας ναυτικός μια φορά εκείνους τους καιρούς, ήρθε με ένα καΐκι στο λιμάνι της Κάτω Πάφου, και έφερε μαζί του μεγάλη πραμάτεια από ψιλικά εμπορεύματα μεγάλης χρείας για τις νοικοκυρές.
Ήταν  ένα παλικάρι λίγο μαυριδερός και έμοιαζε με γύφτο ή Σαρακηνό. Τον έλεγαν Αλί Μανσούρ και έλεγαν πως ήρθε από την Αίγυπτο.
Νοίκιασε ένα σπιτάκι στην πολύ του Κτημάτου, αγόρασε μια άμαξα και ένα μουλάρι, και αποφάσισε να γίνει έμπορος γυρολόγος για ένα μεροκάματο, καθώς στη χώρα του ήταν κατατρεγμένος και αποδιωγμένος για κάποιο λόγο που κάνεις δεν γνώριζε.
Σιγά με τον καιρό κατάφερε να στρώσει μια καλή δουλίτσα, και οι γυναίκες στα χωριά τον περίμεναν με αδημονία κάθε τόσο καιρό που περνούσε για να ψωνίσουν τα χρειαζούμενα τους καθώς ήταν καλός πραματευτής και είχε εμπορεύματα όλων των ειδών, από βελόνια και κλωστές, μέχρι εργαλεία χρήσιμα για τους άνδρες.
Κέρδιζε λίγα χρήματα και σαν καλός νοικοκύρης τα φύλαγε και αγόραζε σε τιμή ευκαιρίας όταν εύρισκε μικρά χωραφάκια στη παραδιπλανή κοινότητα της Γεροσκήπους. Με τον καιρό κατάφερε να αποκτήσει πολλές εκτάσεις γης, και να δημιουργήσει ένα μεγάλο τσιφλίκι. Προσέλαβε παραγιούς και μισταρκούς που δουλεύουν καλλιεργώντας κυρίως φυτείες κανναβιού ένα είδος μεγάλης χρήσης που παράγωγα του είχαν μεγάλη ζήτηση στην ντόπια αγορά όλης της νήσου, αλλά και του εξωτερικού.
Εγινε με αυτό τον τρόπο ένας εύπορος άνθρωπος την εποχή εκείνη, και όταν γίνηκε πλούσιος σταμάτησε τα γυρολόγια, εγκαταστάθηκε στο τσιφλίκι του, και τα χρόνια πέρασαν …

Μια μέρα, μια Κυριακή πρωί που τέλειωσε η λειτουργία στην εκκλησιά της Χλώρακας και οι χωριανοί έπιναν το καφέ τους μες τον καφενέ, από αντίκρυ του δρόμου που τον έσκιαζε το καντούνι της παλιάς εκκλησιάς της Παναγίας, νάσου φανερώθηκε να έρχεται ένα θαυμαστό μαύρο άτι και πάνω του καμαρωτός ένας καλοφορεμένος καβαλάρης.
Πλησίασε και ξεπέζεψε, έδεσε το άλογο του και μπήκε μες τον καφενέ. Με ένα πλατύ και χαρούμενο χαμόγελο τους χαιρέτησε με μια δυνατή τόκκα. Οι φτωχοί χωρικοί με έκπληξη αναγνώρισαν τον Αλή Μανσούρ, τον παλιό γυρολόγο που τους πουλούσε ψιλικά όλων τον ειδών. Τώρα τον αντίκριζαν καλοφορεμένο άρχοντα με αγάπη να τους λέει πως τους πολύ τους πεθύμησε και πως ήταν μεγάλη χαρά του που τους συναντούσε.
Κάθισε μαζί τους και αφού τον κέρασαν, άρχις;αν να λένε για τα παλιά. Και κουβέντα στην κουβέντα πέρασε η ώρα, και στο τέλος της ώρας τους φανέρωσε τον πραγματικό λόγο της επίσκεψης του.
Τώρα που ήταν αφέντης με μεγάλη περιουσία και πολλούς εργάτες να δουλεύουν γι αυτόν, αποφάσισε να παντρευτεί και να βάλει κυρά και αφέντρα στο κονάκι του. Και άλλη δεν ήθελε να πάρει, παρα μόνο την όμορφη Πατού που από παλιά την είχε βάλει μές στην καρδιά του. Ζήτησε λοιπ’ον, από την καφετσιήνα να πάρει τα προξένια στην όμορφη ορφανή κόρη. Της εξήγησε πως πάντα την αγαπούσε και την πεθυμούσε, αλλά περίμενε να μεγαλώσει λίγο, και ύστερα να την γυρέψει. Τώρα οι καιροί ήταν κατάλληλοι, αυτός φτασμένος πλούσιος άρχοντας, και αυτή στα δεκαεπτά της πλέον όμορφη, προκομμένη και καλοσυνάτη. Δεν τον ενδιέφερε που δεν είχε στον ήλιο μοίρα, ούτε που ήταν ορφανή. Θα γινόταν αυτός άντρας της, προστάτης της, και κύρης της.

Μετα χαράς η προξενήτρα η καφετσιήνα πήρε τα καλά μαντάτα στην ορφανή κοπέλα, και όλοι οι χωριανοί χάρηκαν για την καλή της τύχη.
Η μικρή Πατού κλαίγοντας από χαρά, βεβαίως δέχτηκε τα προξενιά, και δόξασε το Θεό που της επιφύλαξε μια καλή τύχη, που θα την έβγαζε από τη φτώχεια και θα την έκανε μια κυρά αρχόντισσα.

Παντρεύτηκαν και έφυγαν για τα μέρη του καλού της άντρα, και έμεινε το χωραφάκι της έρημο και ακαλλιέργητο, ενώ τα τρεμίθια και τα τεράτσια έμεναν πλέον αβάκληστα και ασύναχτα πάνω στα κλαδιά των δένδρων να μαραίνονται και να ξεραίνονται. Το μόνο που έμεινε από τότε στο χωριό να θυμίζει την καλή Πατού, είναι το χωράφι της που έμεινε έως σήμερα με το όνομα αυτής και του άνδρα της ως το χωράφι της ΑληΠατούς.