ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΑΥΛΑΚΙ, ΕΝΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ

Ο λαϊκός θρύλος θέλει τον ξακουστό ήρωα Διγενή Ακρίτα όταν πέρασε από την Πάφο κυνηγώντας έναν προαιώνιο Σαρακηνό εχθρό του, στην πορεία του συνάντησε την πανέμορφη Ρήγαινα των Παλαιοκάστρων την οποία και ερωτεύτηκε παράφορα και αποφάσισε να την παντρευτεί
Η Ρήγαινα όμως που δεν τον ήθελε για άντρα της, αλλά ούτε για εχθρό της, με πονηρία του ζήτησε πως έπρεπε πρώτα να κάμει έναν άθλο, να κτίσει ένα  μακρύ αυλάκι που να φέρνει νερό από τα λουτρά του Άδωνη της Τάλας στους αγρούς της. Ο Διγενής δέχτηκε την πρόκληση, και προς δυσαρέσκεια της Ρήγαινας κατάφερε να αποπερατώσει το δύσκολο έργο και να κτίσει το αυλάκι.
Στη παραλιακή περιοχή της Χλώρακας, μέχρι τη δεκαετία του ΄60 υπήρχαν μεγάλα μέρη του αυλακιού αυτού, τα οποία όμως δυστυχώς χαλάστηκαν από τους ανθρώπους για να κάμουν αναδασμό στα χωράφια τους. Σήμερα, μικρό μέρος από το αυλάκι σώζεται και ευρίσκεται ακριβώς πίσω από την τελευταία στάση των λεωφορείων στην τέλειωση της λεωφόρου Χλώρακας που οδηγά στη Κάτω Πάφου, στα Κτιστά ή Παλιόκαστρα, ονοματολογία της περιοχής που προήρθε καθώς εκεί ήταν κτισμένο το παλάτι της Ρήγαινας.

Ένας άλλος λαϊκός μύθος όμως, ένα παραμύθι που το έλεγαν οι γιαγιάδες στα μικρά παιδιά, λέει πώς,

Ητανμια φορά στα παλιά χρόνια στην Πάφο τέσσερις φίλοι μικρούτσικα παιδιά, που έβλεπαν τους χωριανούς τους που έκλαιγαν και προσεύχονταν και παρακαλούσαν Χριστό και Παναγία. Μια γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά με ένα κοκαλιάρικο παιδακι στην αγκαλιά της ήταν γονατισμένη και μουρμούριζε.
-Σε παρακαλώ, Θεέ μου, στείλε μας γρήγορα βροχή για να μπορέσουμε να σπείρουμε, να δώσουμε λίγο ψωμί στα παιδιά μας.
Οι άνθρωποι υπέφεραν, είχε να βρέξει πάρα πολύ καιρό. Οι σοδειές είχαν μαραθεί, το χορτάρι και τα λιβάδια είχαν κιτρινίσει από τον καυτό ήλιο. Τα ζώα πέθαιναν και τα δένδρα δεν έδιναν καρπούς, γέμισε η πλάση με φίδια και τσακάλια.
-Πόσο φτωχοί είναι όλοι οι άνθρωποι, αν δεν βρέξει σύντομα, κινδυνεύουν να πεθάνουν από την πείνα,
είπαν τα παιδιά.
Αλλά πέρασε ο καιρός, δεν έβρεξε, και από την πολλη στενοχώρια πολλοί άνθρωποι ο ένας μετά τον άλλον αρρώσταιναν και πέθαιναν. Είδαν και τους γονιούς τους και αυτούς να μαραζώνουν γιατί δεν είχαν δουλειά ούτε φαγητό να θρέψουν τις οικογένειες τους, ώσπου αρρώστησαν και πέθαναν και αυτοί χωρίς να γεράσουν.
Και είπαν τα παιδιά ότι έπρεπε να μεγαλώσουν γρήγορα, να γίνουν πλούσιοι και να αποκτήσουν δύναμη για να μπορέσουν να βοηθήσουν τους ανθρώπους… 

Όταν μεγάλωσαν και η κατάσταση δεν άλλαζε, οι φίλοι μαράζωναν πολύ, έπρεπε να σκεφτούν πως να γλιτώσουν τους ανθρώπους από τα βάσανα τους.
Κοιτάζοντας μια μέρα την απέραντη θάλασσα, ο ένας δήλωσε στους άλλους
τρεις πως είχε μια ιδέα. Όταν οι άλλοι με αγωνία ζήτησαν να μάθουν, αυτός τους είπε:
-Δεν νομίζετε κι εσείς πως η θάλασσα έχει πάρα πολύ νερό; Για να το πάρουμε  στον ουρανό και αυτό να πέσει στη γη σαν βροχή και να σώσει τους ανθρώπους και τι σοδιές τους, δεν γίνεται, μπορούμε όμως να φέρουμε νερό από αλλού και να ποτίσουμε τη ξεραμένη γη.
-Καλή ιδέα, αλλά πως θα να γίνει αυτό;
είπαν οι άλλοι.
-Θα κάνουμε οτιδήποτε για να σώσουμε τους ανθρώπους, ας δώσουμε όρκο.
Είπε ο πρώτος αποφασιστικά. Και όλοι μαζί συμφώνησαν και αποφασισμένοι να σώσουν τους ανθρώπους, κίνησαν προς το λιμάνι της Πάφου, μπήκαν στο πρώτο καΐκι που βρήκαν και έφυγαν για τη ξενιτιά, και χάθηκαν και δεν φάνηκαν στον τόπο για πολύ καιρό.

Ύστερα από λίγα χρόνια ένα μεγάλο πλοίο φούνταρε στα ανοιχτά της Πάφου και με βάρκες είδαν οι ντόπιοι κάτοικοι να φτάνουν και να αποβιβάζονται κάμποσοι μαύροι άνθρωποι με μπροστάρηδες αρχηγούς τους τέσσερις φίλους.
Εγκαταστάθηκαν στα παράλια της θάλασσας, και άρχισαν να δουλεύουν και να κτίζουν ένα μεγάλο αυλάκι για να φέρουν νερό από την μακρινή Τάλα, από τον καταρράχτη στα λουτρά του Άδωνη.
Ήθελαν να φέρουν νερό από αλλού για να ποτίσουν τη ξερή γη, ήθελαν να βοηθήσουν τους ανθρώπους.
Σε λίγο καιρό το αυλάκι τέλειωσε και το γλυκό νερό άρχισε να ρέει σε όλη την γη από τα Πότημα μέχρι τα Παλιόκαστρα της Πάφου.
 -Νερό, νερό, οι σοδειές θα ξαναβλαστήσουν, φώναξαν οι άνθρωποι και άρχισαν να φωνάζουν και να κλαίνε από τη χαρά τους.
Το σιτάρι ξαναβλάστησε, η ξεραμένη γη ποτίστηκε και το χορτάρι άρχισε να πρασινίζει.
Από εκεί και ύστερα οι άνθρωποι είχαν τους τέσσερις φίλους σε μεγαλη υπόληψη και σεβασμό, τους τιμούσαν και τους αγαπούσαν. Οι τέσσερις φίλοι ευχαριστημένοι που κράτησαν τον όρκο τους, έβλεπαν τους συνανθρώπους τους που ήσαν χαρούμενοι, και μαζί τους χαίρονταν και αυτοί.

Καποια μέρα όμως, ο βασιλιάς διέταξε τα στρατεύματα του να συλλάβουν τους τέσσερις φίλους. Οι τέσσερις φίλοι που ήταν πολύ λίγοι να αντισταθούν απέναντι σε τόσο στρατό, αιχμαλωτίστηκαν και οδηγήθηκαν στο παλάτι και φυλακίστηκαν. Η κατηγορία ήταν ότι ήσαν μεγάλοι Πειρατές που κατά την διάρκεια της απουσίας τους από τον τόπο κούρσευαν τα πλοία του βασιλιά, ήταν έτσι που βρήκαν χρήματα πολλά και μαύρους δούλους και έκτισαν το μεγάλο αυλάκι που έφερε το νερό από τα λουτρά του Άδωνη στη χαμηλή παραλιακή περιοχή της Πάφου. 
Αλλά και μέσα στη φυλακή τους οι τέσσερις φίλοι ποτέ δεν μετάνιωσαν για τις πράξεις τους. Και επειδή ήταν αποφασισμένοι να φέρονται πάντα καλά στους ανθρώπους, μεταμορφώθηκαν σε τέσσερις αέρηδες που κατέβαιναν από τα ψηλά και έφερναν σύννεφα της βροχής για να μην έχουν πια ανάγκη οι άνθρωποι το πολύτιμο νερό.