ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΚΟΥΔΗΣ
ΑΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ISBN 978-9925-7840-2-8
Γ΄ έκδοση
--------------
Α΄ ΜΕΡΟΣ – Ο ΤΟΠΟΣ
Η ΧΛΩΡΑΚΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ
ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΑ ΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΤΑ ΥΔΑΤΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΜΕΡΙΚΗ ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ
ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Β΄ ΜΕΡΟΣ – Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΤΟΠΟΥ
ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ
ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ
ΜΝΗΜΕΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Γ΄
ΜΕΡΟΣ – ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΚΟΙΝΟΤΑΡΧΕΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
ΑΚΡΙΤΑΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΚΑΤΟΙΚΟΙ
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
Δ΄
ΜΕΡΟΣ – Η ΧΛΩΡΑΚΑ ΣΤΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ
ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ
ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΕΟΚΑ
1974 – ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΚΑΙ ΕΙΣΒΟΛΗ: ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΜΝΗΜΕΙΑ ΑΓΩΝΩΝ
Ε΄
ΜΕΡΟΣ – Η ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ
ΗΘΗ ΚΑΙ ΕΘΙΜΑ
ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ\
ΠΡΩΤΙΝΕΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΣΚΑΝΙΑ
ΠΑΛΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ
------------------------------------------------
Η ΧΛΩΡΑΚΑ
Η Χλώρακα είναι κωμόπολη της επαρχίας Πάφου, ένα προάστιο που με το πέρασμα του χρόνου ενώθηκε σχεδόν με την παλιά πόλη του Κτήματος. Είναι ένας τόπος προικισμένος με φυσικές ομορφιές, τόσο στα παράλιά του όσο και στα ενδότερα, ένας τόπος ιδανικός για μόνιμη διαμονή αλλά και για παραθερισμό, αφού διαθέτει ξενοδοχεία, τουριστικά διαμερίσματα και όλες τις σύγχρονες ανέσεις.
Η πρόσβαση από την πόλη της Πάφου
είναι εύκολη, είτε με τα πόδια μέσα από τον παραλιακό δρόμο είτε με τακτικά
δρομολόγια λεωφορείων. Ο επισκέπτης που φτάνει στη Χλώρακα συναντά έναν τόπο
όπου η θάλασσα, η ιστορία και η παράδοση συνυπάρχουν.
Σημαντικοί σταθμοί περιήγησης
είναι οι καθαρές παραλίες της, οι αρχαιότητες και τα μνημεία που μαρτυρούν τη
μακραίωνη παρουσία ανθρώπων στην περιοχή. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν οι δύο
τοιχογραφημένες εκκλησίες του δωδέκατου αιώνα, οι δύο Ελληνόσπηλιοι με τους
αρχαίους λαξευτούς τάφους της Ελληνιστικής εποχής, τα υπολείμματα του αυλακιού
της Ρήγαινας, που η παράδοση συνδέει με τον Διγενή, καθώς και οι τρεις παλιές
βρύσες του χωριού.
Μια από αυτές τις βρύσες
διατηρείται μέχρι σήμερα σχεδόν όπως κτίστηκε, αποτελώντας ένα ζωντανό δείγμα
της παλιάς αρχιτεκτονικής τεχνοτροπίας και της σχέσης των ανθρώπων με το νερό,
που πάντοτε αποτελούσε πηγή ζωής για τους τόπους της Κύπρου.
Ο παραλιακός πεζόδρομος της
Χλώρακας απλώνεται κατά μήκος της ακτής και οδηγεί μέχρι την Κάτω Πάφο. Εκεί,
ιδιαίτερα την ώρα του δειλινού, όταν ο ήλιος κατεβαίνει προς τη θάλασσα και
βάφει τα νερά με χρυσαφένιες αποχρώσεις, το τοπίο μοιάζει με ζωγραφιά φτιαγμένη
από το ίδιο το χέρι της φύσης.
Στη Χλώρακα υπάρχει επίσης
θεματικό πάρκο, μια μεγάλη έκταση διαμορφωμένη μέσα στο φυσικό περιβάλλον, όπου
διατηρείται η ιθαγενής βλάστηση της περιοχής. Ο χώρος διαθέτει σημεία για
μικρές παραστάσεις, κήπους, παιδικές χαρές, χώρους υγιεινής, καντίνα και
δημόσιο χώρο στάθμευσης, προσφέροντας έναν χώρο ξεκούρασης και αναψυχής για
κατοίκους και επισκέπτες.
Η κοινότητα διατηρεί επίσης
μνήμες της νεότερης ιστορίας μέσα από δύο μουσεία ιδιαίτερης σημασίας. Το
Μουσείο του Αγίου Γεωργίου υπενθυμίζει τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ του
1955–1959 και τη συμβολή της Χλώρακας στον αγώνα εναντίον της αγγλικής
αποικιοκρατίας. Το Μουσείο Χριστόδουλου Αντωνίου Πάφιου είναι αφιερωμένο στην
ιστορία του Καραγκιόζη και στους Χλωρακιώτες καραγκιοζοπαίχτες Χριστόδουλο
Πάφιο, παππού και εγγονό, που κράτησαν ζωντανή αυτή τη λαϊκή τέχνη.
Στη νότια πλευρά του χωριού
βρίσκεται ένα μικρό αμφιθέατρο τετρακοσίων καθισμάτων, κτισμένο σε μια περιοχή
γεμάτη άγρια βλάστηση, με απεριόριστη θέα προς τη θάλασσα που αγκαλιάζει τη
Χλώρακα από τη δύση μέχρι τον νότο.
Από την παραλία, οι δρόμοι
ανηφορίζουν προς την καρδιά της κοινότητας, εκεί όπου βρίσκεται η κεντρική
πλατεία με τα πετρόκτιστα καφενεία και την παραδοσιακή ατμόσφαιρα. Εκεί
δεσπόζει ο μεγαλοπρεπής καθεδρικός ναός της Παναγίας της Χρυσοαιματούσας, που
σύμφωνα με την πίστη των κατοίκων συνδέεται με θαυματουργές θεραπείες γυναικών
που αντιμετωπίζουν προβλήματα αιμορραγίας.
Δίπλα στην ιστορία των ανθρώπων
στέκει και η παλαιότερη εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελαιούσας, ένα ακόμη
μνημείο που μαρτυρεί τη βαθιά θρησκευτική και πολιτιστική παράδοση της
Χλώρακας.
Έτσι παρουσιάζεται η Χλώρακα στον επισκέπτη: ένας τόπος όπου η θάλασσα συναντά τη μνήμη, όπου οι παλιές πέτρες συνομιλούν με τη σύγχρονη ζωή και όπου κάθε γωνιά κρύβει μια ιστορία.
ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΕΙΣ ΤΟ ΕΡΓΟΝ
Η Χλώρακα είναι κτισμένη στα δυτικά της πόλης της Πάφου, πάνω σε ένα οροπέδιο που βρίσκεται περίπου πενήντα μέτρα πάνω από τον γιαλό. Η θέση της είναι μοναδική. Μοιάζει σαν ένα φυσικό μπαλκόνι που ανοίγεται προς τη Μεσόγειο, με το βλέμμα να ταξιδεύει ελεύθερα στον ορίζοντα, εκεί όπου η θάλασσα χάνεται στα βάθη του πελάγου.Κάθε δείλι, όταν ο ήλιος γέρνει
προς τη δύση και οι χρυσές ακτίνες του απλώνονται πάνω στα γαλανά νερά, η
εικόνα της Χλώρακας αποκτά μια ξεχωριστή ομορφιά. Είναι μια στιγμή όπου η φύση
δημιουργεί τη δική της ζωγραφιά και ο άνθρωπος αισθάνεται τη βαθιά σχέση του
τόπου με τη θάλασσα.
Στην άλλη πλευρά του οροπεδίου απλώνεται η βουνοσειρά, στις παρυφές της οποίας είναι κτισμένη η Έμπα. Προς τα βόρεια, η Χλώρακα συνορεύει σε όλο σχεδόν το μήκος της με τη Λέμπα, η οποία απλώνεται ανάμεσα στη Χλώρακα και την Έμπα και φθάνει μέχρι τη θάλασσα, στα δυτικά. Έτσι, οι τρεις οικισμοί —Χλώρακα, Λέμπα και Έμπα— σχηματίζουν μια συνεχόμενη ζώνη κατοίκησης, από τους πρόποδες των λόφων μέχρι την ακτή.
Από την παλιά πλατεία της
Χλώρακας, ανάμεσα στο πράσινο, στα γραφικά καφενεία και στις φωνές των
ανθρώπων, το βλέμμα φτάνει μέχρι τα καράβια που ταξιδεύουν μακριά στη γραμμή
του ορίζοντα.
Η Χλώρακα απλώνεται πάνω στο οροπέδιο, ανάμεσα στη θάλασσα και στους λόφους που υψώνονται προς την ενδοχώρα. Προς τα βόρεια συνορεύει με τη Λέμπα, η οποία εκτείνεται σε όλο το μήκος της βόρειας πλευράς της Χλώρακας και φθάνει μέχρι τη θάλασσα στα δυτικά. Προς την ανατολική πλευρά, το τοπίο ανηφορίζει και συναντά τη βουνοσειρά, στις παρυφές της οποίας είναι κτισμένη η Έμπα.
Προς τα νότια και νοτιοδυτικά, τα όρια της Χλώρακας συναντούν την Πάφο: την Κάτω Πάφο, τον Μούτταλο και, ψηλότερα, την Πάνω Πόλη, το παλαιό Κτήμα. Το Κτήμα, με τη σειρά του, συνορεύει και με την Έμπα, σχηματίζοντας μαζί με τους γύρω οικισμούς ένα συνεχές γεωγραφικό τόξο γύρω από τη Χλώρακα.
Έτσι, η Χλώρακα βρίσκεται σε έναν τόπο που μοιάζει να αγκαλιάζεται από τη θάλασσα, τους λόφους και τους γειτονικούς οικισμούς: τη Λέμπα στα βόρεια, την Έμπα προς την ενδοχώρα και την Πάφο με τα παλαιά της προάστια προς τα νότια.
Χαρακτηριστικά της είναι οι
απόκρημνοι βράχοι των ακτών της, τα καταγάλανα νερά, οι χρυσές αμμουδιές, οι
βραχώδεις πλαγιές, οι τρεμιθιές, οι δρύες και οι καταπράσινες λαγκαδιές που
κάποτε έδιναν στον τόπο μια ξεχωριστή φυσιογνωμία.
Κουρνιασμένη στη δυτική γωνιά της
Κύπρου, η Χλώρακα υπήρξε πάντοτε ένα στολίδι με μεγάλη ιστορία και ανθρώπους
που άφησαν το σημάδι τους στην τοπική και ευρύτερη κοινωνία.
Όμως ο χρόνος αλλάζει τους τόπους
και μαζί του αλλάζει και η εικόνα τους. Η σημερινή Χλώρακα δεν είναι η Χλώρακα
των παλαιότερων γενεών. Εκεί όπου κάποτε απλώνονταν αγροί, χωράφια και
περιβόλια, σήμερα υψώθηκαν κτίρια, ξενοδοχεία και σύγχρονες κατασκευές.
Η ανάπτυξη έφερε νέες δυνατότητες
και μια διαφορετική ζωή, όμως μαζί της χάθηκαν πολλές από τις παλιές εικόνες
του τόπου. Η άγρια βλάστηση λιγόστεψε, τα φυσικά τοπία περιορίστηκαν και η
παλιά σχέση του ανθρώπου με τη γη άρχισε σταδιακά να απομακρύνεται.
Οι γενιές που ακολούθησαν μετά το
1974 παρέλαβαν από τους προγόνους τους μια γη σχεδόν ανέγγιχτη, γεμάτη φυσική
ομορφιά και μνήμες αιώνων. Η δική τους εποχή όμως καλείται να παραδώσει στις
επόμενες γενιές έναν τόπο διαφορετικό, όπου το φυσικό τοπίο και η πολιτιστική
κληρονομιά χρειάζονται προστασία και σεβασμό.
Από αυτή την ανάγκη γεννήθηκαν τα
«ΑΠΑΝΤΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ». Από την επιθυμία να διασωθούν οι μνήμες ενός τόπου που
δεν αποτελείται μόνο από σπίτια και δρόμους, αλλά από ανθρώπους, ιστορίες,
αγώνες, παραδόσεις και βιώματα.
Οι ρίζες των κατοίκων της
Χλώρακας χάνονται μέσα στον χρόνο. Οι πληροφορίες για την καταγωγή των παλαιών
οικογενειών οδηγούν μέχρι τα μέσα του 18ου αιώνα και μαρτυρούν ότι η σημερινή
κοινότητα δημιουργήθηκε από παλιές οικογένειες που, μέσα από συγγένειες και
γάμους, αποτέλεσαν τον κορμό του πληθυσμού της.
Ανάμεσα στις οικογένειες που
αποτέλεσαν τη βάση του αρχικού γενεαλογικού δέντρου της Χλώρακας αναφέρονται:
- Χ’
Τσιυρκακός Σιαμμάς (1840)
- Κωνσταντής
Πενταράς (1850), του οποίου οι πρόγονοι ζούσαν στη Χλώρακα ήδη από το 1800
- Γιωρκής
Κόμπος Ταπακούδης (1860)
- Χριστόδουλος
Αζίνας (1873)
- Χριστόδουλος
Λαούρης και Ευστάθιος Κυρηνέας, αδέλφια (1890)
Από αυτές και άλλες οικογένειες
ξεκίνησε η αλυσίδα των γενεών που κράτησαν ζωντανή τη Χλώρακα. Άνθρωποι απλοί,
εργατικοί και δημιουργικοί, οι οποίοι με τον ιδρώτα τους καλλιέργησαν τη γη,
αγάπησαν τη θάλασσα, έκτισαν τα σπίτια τους και άφησαν πίσω τους μια κληρονομιά
που αξίζει να διασωθεί.
Αυτό είναι το χρέος των «ΑΠΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ»: να κρατήσουν ζωντανή τη μνήμη ενός τόπου και των ανθρώπων του.
Η ΓΕΩΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Η Χλώρακα, όπως κάθε τόπος με ιστορία, δεν είναι μόνο οι δρόμοι και τα σπίτια που φαίνονται σήμερα. Είναι η γη που την περιβάλλει, οι τοποθεσίες της, τα παλιά της όρια και οι μνήμες των ανθρώπων που έζησαν πάνω σε αυτή.Η πληθυσμιακή εξέλιξη της
κοινότητας φανερώνει την πορεία της μέσα στον χρόνο:
1946: 877 κάτοικοι
2011: 5340 κάτοικοι
Από ένα μικρό γεωργικό χωριό
εξελίχθηκε σε μια σύγχρονη κωμόπολη, χωρίς όμως να χάσει τη βαθιά σχέση της με
το παρελθόν.
Το όνομα της Χλώρακας συναντάται
σε βενετικούς χάρτες του 1400 με την ονομασία FLORAKAS, όπως αναφέρει ο
Χρίστος Μαυρέσης στο βιβλίο του για την ιστορία και τη λαογραφία της
κοινότητας.
Παράλληλα, η προφορική παράδοση
που μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά αναφέρει ότι παλαιότερα ο τόπος ονομαζόταν Πραστιόριζο
ή Πρασκίουρο, ονομασία που συνδέθηκε με την εικόνα της περιοχής.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση,
τα πρώτα σπίτια ήταν κτισμένα κατά μήκος της άκρης του οροπεδίου, σχηματίζοντας
μια πράσινη ουρά. Στους πρόποδες του οροπεδίου απλώνονταν εύφορες εκτάσεις, όπου
φύτρωναν θεόρατες δρύες, βελανιδιές και τρεμιθιές, δημιουργώντας ένα μακρύ
πράσινο τοπίο, μια πράσινη ουρά, που έδωσε την παλαιότερη αυτή ονομασία.
Οι πρώτοι κάτοικοι της Χλώρακας
ήταν κυρίως βοσκοί και γεωργοί. Η θέση του οικισμού στις παρυφές του οροπεδίου
δεν ήταν τυχαία. Από εκεί μπορούσαν να επιβλέπουν τη θάλασσα και να
αντιλαμβάνονται έγκαιρα πιθανούς κινδύνους από επιδρομές πειρατών και
Σαρακηνών, ώστε να προστατεύουν τις οικογένειες και τα υπάρχοντά τους.
Οι πρώτες κατοικημένες περιοχές εκτείνονταν
από τα υψώματα μετά τη σημερινή οδό Χατζηφιλίππου και έφθαναν μέχρι τα υψώματα
της Λέμπας, στην περιοχή του προϊστορικού συνοικισμού.
Καθώς η κοινότητα μεγάλωνε και
αυξανόταν ο πληθυσμός, οι κάτοικοι απέφευγαν να κτίζουν πάνω στην εύφορη γη που
καλλιεργούσαν στις χαμηλότερες περιοχές. Έτσι άρχισαν σταδιακά να μετακινούνται
προς το εσωτερικό του οροπεδίου, όπου η γη ήταν πιο πετρώδης και καλυπτόταν από
άγρια βλάστηση, κυρίως σχοινιές και αρκόσσιηλλες, που παρέμεναν πράσινες όλο
τον χρόνο.
Από αυτή τη χλωρή γη, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, προήλθε και το όνομα Χλώρακα.
ΤΑ ΠΑΛΑΙΑ ΣΥΝΟΡΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Η σημερινή διοικητική έκταση της Χλώρακας δεν αντιπροσωπεύει την παλαιότερη σχέση των κατοίκων με τη γη. Σε παλαιότερες εποχές, οι περιουσίες των Χλωρακιωτών εκτείνονταν σε πολύ μεγαλύτερη περιοχή.
Οι εκτάσεις που συνδέονταν με
κατοίκους της Χλώρακας έφθαναν μέχρι τον φάρο της Κάτω Πάφου, ανέβαιναν προς
τις παρυφές της πόλης του Κτήματος, στα σημερινά Κάτω Περιβόλια, άγγιζαν τις
παρυφές του οροπεδίου του Μουττάλλου και έφθαναν μέχρι τα σημερινά
Διπλαρκάτσια.
Από εκεί ακολουθούσαν την περιοχή
προς την Έμπα, μέχρι το σημερινό δημοτικό σχολείο, και στη συνέχεια προς την
Κισσόνεργα, όπου λίγο πριν από την περιοχή Ζιλιχός ολοκληρώνονταν τα παλιά όρια
της Χλώρακας.
Μέσα σε αυτή την ευρύτερη περιοχή
βρισκόταν και η σημερινή περιοχή της Λέμπας, η οποία κατά παλαιότερους χρόνους
είχε στενή σχέση με τη Χλώρακα, κυρίως όσον αφορά τις ιδιοκτησίες και τη
γεωργική εκμετάλλευση της γης.
Τη σχέση αυτή μαρτυρούν διάφορα
γεγονότα και παραδόσεις.
Ολόκληρες οι
περιουσίες της περιοχής
πάνω από τη σημερινή λεωφόρο Μακαρίου και μέχρι την
Έμπα και τη Ζυλιχό,
βρίσκονται μέχρι σήμερα σε ιδιοκτησία κατοίκων της
Χλώρακας.
Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό
συνέβη το 1920, επί κοινοταρχίας Γιωρκάτζιη, γνωστού και ως Γιωρκακούιν
(1913–1923). Μεγάλη πυρκαγιά κατέκαυσε αυή τη γη. Μετά από έρευνες της αποικιακής
κυβέρνησης, η φωτιά αποδόθηκε σε κακόβουλη ενέργεια. Σύμφωνα με τους τότε κανονισμούς,
όταν ο υπεύθυνος δεν εντοπιζόταν, η ζημιά επιβαλλόταν να πληρωθεί από την
κοινότητα. Η αποικιακή κυβέρνηση απαίτησε το ποσό των οκτώ λιρών από την
κοινότητα της Χλώρακας, επειδή οι περισσότερες εκτάσεις της περιοχής ανήκαν σε
Χλωρακιώτες.
Ο κοινοτάρχης της Χλώρακας
Γιωρκάτζιης αρνήθηκε να πληρώσει, υποστηρίζοντας ότι η περιοχή δεν ανήκε
διοικητικά στη Χλώρακα αλλά στην Έμπα. Η κοινότητα της Έμπας αποδέχθηκε την
κατάσταση και κατέβαλε το πρόστιμο.
Χρόνια αργότερα, όταν τέθηκε θέμα
χαρτογράφησης της περιοχής, ο Έπαρχος Πάφου ενημέρωσε τον κοινοτάρχη Χλώρακας
Ιωάννη Λιασίδη ότι μπορούσε να υποβληθεί αίτηση ώστε η περιοχή αυτή, μαζί με
τις εκτάσεις της Κάτω Πάφου και των Κάτω Περιβολιών, να ενταχθεί στη Χλώρακα,
αφού οι περισσότερες περιουσίες ανήκαν σε κατοίκους της κοινότητας.
Η προσπάθεια όμως δεν προχώρησε
και έτσι οι περιοχές αυτές παρέμειναν διοικητικά στις γειτονικές κοινότητες.
Όμως η γεωγραφία ενός τόπου δεν καθορίζεται μόνο από τις γραμμές που χαράσσονται στους χάρτες. Καθορίζεται και από τους ανθρώπους που έζησαν πάνω στη γη του, καλλιέργησαν τα χωράφια του, έκτισαν τα σπίτια τους και άφησαν πίσω τους τις μνήμες τους.
Η ΙΣΤΟΡΙΑ
ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Η ιστορία της Χλώρακας δεν είναι εύκολο να γραφτεί με απόλυτη πληρότητα, γιατί για πολλούς αιώνες οι άνθρωποι που έζησαν σε αυτό τον τόπο δεν άφησαν πίσω τους γραπτά κείμενα. Οι περισσότερες πληροφορίες που έφτασαν μέχρι τις μέρες μας μεταφέρθηκαν από στόμα σε στόμα, από τους παλαιότερους στους νεότερους, μέσα από τις διηγήσεις των γερόντων που κληρονόμησαν τις μνήμες των προγόνων τους.
Η ιστορία ενός μικρού τόπου όμως
δεν βρίσκεται μόνο στα γραπτά βιβλία. Βρίσκεται στις πέτρες των παλιών
κτισμάτων, στους αρχαίους τάφους, στις εκκλησιές, στις τοποθεσίες, στα
τοπωνύμια και στις ιστορίες που διασώθηκαν μέσα στον χρόνο.
Η πρώτη ολοκληρωμένη καταγραφή
της ιστορίας και της λαογραφίας της Χλώρακας έγινε το 2003 από τον συγγραφέα
Χρίστο Μαυρέση, μέσα από το βιβλίο του «Χλώρακα – Ιστορική και Λαογραφική
Μελέτη», το οποίο αποτέλεσε την πρώτη τεκμηριωμένη προσπάθεια συγκέντρωσης
και παρουσίασης της ιστορικής πορείας της κοινότητας.
Στην ιστορική του επισκόπηση για
τη Χλώρακα αναφέρει:
«Το χωριό Χλώρακα είναι
συνεχιστής παλαιότερων συνοικισμών, ενώ τα διάφορα αρχαιολογικά αντικείμενα που
ανακαλύφθηκαν κατά καιρούς, μαρτυρούν πολύ παλαιό συνοικισμό από τα μέσα της
4ης χιλιετηρίδας. Είναι σχεδόν βέβαιο ότι η εύφορη περιοχή του χωριού υπαγόταν
διοικητικά κατά την αρχαιότητα στο Βασίλειο της Πάφου. Βρέθηκαν επίσης ίχνη και
κατάλοιπα των Βυζαντινών και των Μεσαιωνικών χρόνων. Κατά την περίοδο της
Φραγκοκρατίας η Χλώρακα ήταν φέουδο».
Η ιστορία της Χλώρακας ξεκινά
επομένως από πολύ παλιά, από τα χρόνια της λίθινης εποχής. Οι αρχαιολογικές
μαρτυρίες φανερώνουν ότι η περιοχή κατοικήθηκε από ανθρώπους που επέλεξαν τον
τόπο αυτό λόγω της εύφορης γης, της παρουσίας νερού και της προνομιακής θέσης
του πάνω από τη θάλασσα.
Ίσως για αιώνες η Χλώρακα να
παρέμεινε ένας μικρός αγροτικός συνοικισμός, χωρίς να προσελκύσει ιδιαίτερα το
ενδιαφέρον των ιστορικών. Όμως μέσα από τα λίγα στοιχεία που διασώθηκαν,
μπορούμε σήμερα να ανασυνθέσουμε ένα μέρος της πορείας της.
Μια από τις παλαιότερες γραπτές
αναφορές που συνδέονται με την περιοχή αφορά ένα τραγικό θαλασσινό περιστατικό
που συνέβη το 1810 στα ανοιχτά της Χλώρακας.
Σύμφωνα με καταγραφή του
ηγουμένου Μαχαιρά Γρηγορίου το 1945, ένα πλοίο που ταξίδευε προς τους Αγίους
Τόπους, φορτωμένο με πλούσιους επιβάτες, έπεσε εξαιτίας μεγάλης θαλασσοταραχής
στις ξέρες του Φουρφουρή. Το πλοίο καταστράφηκε και όλοι οι επιβάτες
πνίγηκαν, ανάμεσά τους και η σύζυγος με το μικρό παιδί του δραγουμάνου της
Κύπρου, Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου.
Ο Φουρφουρής, η ξέρα που
βρίσκεται περίπου ένα χιλιόμετρο από την ακτή της περιοχής Δήμμα, παρέμεινε για
αιώνες σημείο αναφοράς για τους ναυτικούς και τους κατοίκους της Χλώρακας. Πάνω
σε αυτή βρίσκεται σφηνωμένο το ναυάγιο του πλοίου «Άγιος Δημήτριος», το
οποίο έγινε ένα από τα χαρακτηριστικά σημάδια της παραθαλάσσιας εικόνας του
χωριού.
Για την ονομασία του Φουρφουρή
όμως υπάρχει και άλλη λαϊκή παράδοση. Στην περιοχή της Βρέξης υπάρχει ένα μικρό
ακρωτήριο με
θαλάσσια σπηλιά. Όταν η θάλασσα αγριεύει, τα κύματα μπαίνουν μέσα στη σπηλιά
και πιέζουν τον αέρα, δημιουργώντας έναν χαρακτηριστικό ήχο, σαν φύσημα: «φφφ».
Από αυτόν τον ήχο, σύμφωνα με την παράδοση, πήρε το όνομά του ο Φουρφουρής.
Οι παλιοί κάτοικοι παρατηρούσαν επίσης
τα σημάδια της φύσης και τα συνέδεαν με τον καιρό. Έλεγαν:
«Άμαν χτυπά το Φερφουρίν, για
τρεις ώρες για τρεις ημέρες έσιει νερά».
Η λαϊκή αυτή πρόβλεψη, που
καταγράφηκε στο περιοδικό «Πάφος» το 1942 από τον Χρ. Λίβα, φανερώνει τη
στενή σχέση των ανθρώπων με τη θάλασσα και τα φυσικά φαινόμενα.
Μια άλλη σημαντική αναφορά για
την παλιά Χλώρακα βρίσκεται στο έργο του Ιερώνυμου Περιστιάνη «Ιστορία των
Ελληνικών Γραμμάτων». Από αυτή μαθαίνουμε ότι πριν από την Αγγλική Κατοχή
δεν υπήρχε οργανωμένο κοινοτικό σχολείο στη Χλώρακα, επειδή η κοινότητα ήταν
μικρή.
Ο Σοφοκλής Χατζηγεωργίου, σύμφωνα
με την καταγραφή, έμαθε τα πρώτα γράμματα το 1877 από τον αδελφό του
Χριστόδουλο, μέσα στο σπίτι τους. Η μόρφωση εκείνων των χρόνων δεν γινόταν
πάντοτε σε σχολικά κτίρια, αλλά μέσα στα σπίτια και πολλές φορές ακόμη και
στους αγρούς, όπου ο δάσκαλος και ο μαθητής συνδύαζαν τη γνώση με την
καθημερινή εργασία.
Ο λαογράφος Νέαρχος Κληρίδης, στο
έργο του «Πόλεις και χωριά της Κύπρου», περιγράφει τη Χλώρακα ως έναν
τόπο συνεχιστή παλαιότερων συνοικισμών, με αρχαιολογικά κατάλοιπα,
Ελληνόσπηλιους, λίθινα εργαλεία και αντικείμενα που μαρτυρούν κατοίκηση από τα
μέσα της 4ης χιλιετηρίδας π.Χ.
Για την ονομασία της Χλώρακας ο
ίδιος σημειώνει ότι παραμένει ένα από τα άλυτα μυστήρια του τόπου. Η σύνδεσή
της με την πλούσια βλάστηση αποτελεί μια πιθανή ερμηνεία, όμως δεν θεωρείται
απόλυτα βέβαιη, αφού η γλωσσική εξέλιξη της κυπριακής διαλέκτου αφήνει ανοιχτές
και άλλες πιθανότητες.
Έτσι η ιστορία της Χλώρακας
παραμένει ένα μεγάλο μωσαϊκό. Ένα μωσαϊκό που αποτελείται από αρχαιολογικά
ευρήματα, γραπτές μαρτυρίες, τοπωνύμια και κυρίως από τις μνήμες των ανθρώπων
της.
Και μέσα από αυτές τις μνήμες
συνεχίζει να ζει ο τόπος.
ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Η ΒΡΕΞΗ
Η Χλώρακα διαθέτει παραλίες επικίνδυνες και απόκρημνες, με βαθιά νερά, αλλά και ήμερες, με ήρεμα νερά και πεντακάθαρη ξανθή άμμο.
Η Βρέξη
είναι μια παραθαλάσσια περιοχή στα νότια, εκεί όπου τελειώνει η Χλώρακα. Έχει
μια μικρή έκταση με άμμο και, περίπου στη μέση, μια μικρή βραχώδη χερσόνησο που
προχωρεί αρκετά μέτρα μέσα στη θάλασσα.
Στην άκρη αυτής της χερσονήσου υπάρχει μια τρύπα σαν
σπηλιά, την οποία σκεπάζει το νερό. Όταν έχει τρικυμία και τα κύματα χτυπούν
μέσα στη σπηλιά, συμπιέζεται ο αέρας που βρίσκεται στο εσωτερικό της και
δημιουργείται ένας χαρακτηριστικός ήχος, ένα «φφ», σαν να φουρφουρίζει. Έτσι,
το μικρό αυτό ακρωτήρι έμεινε
γνωστό στους παλιούς ως ο Φουρφουρής.
Οι παλιοί
κάτοικοι παρατηρούσαν πως, όταν ακουγόταν ο χαρακτηριστικός αυτός ήχος και
ταυτόχρονα προς τα νότια η θάλασσα «γέμιζε» και κατέβαινε ο καιρός, σύντομα
ερχόταν βροχή. Για τον λόγο αυτό, πιστεύεται ότι πήρε η περιοχή την ονομασία
«Βρέξη».
Στους
κυβερνητικούς χάρτες, «Φουρφουρής» δηλώνεται επίσης ως η ονομασία της ξέρας που
βρίσκεται μέσα στη θάλασσα, μερικές εκατοντάδες μέτρα από την περιοχή του Δήμμα και της Βρέξης.
Για την
ονομασία «Φουρφουρής» βρίσκουμε μια ενδιαφέρουσα λαογραφική μαρτυρία σε
δημοσίευμα του περιοδικού «Πάφος», έκδοσης του 1942, από τον αρθρογράφο Χρ.
Λίβα:
«Άμα
χτυπά το Φερφουρίν για τρεις ώρες για τρεις ημέρες εσιει νερά».
Η λέξη
«Φερφουρίν» είναι η ονομασία ενός άλλου νησιού που βρίσκεται προς την παραλία
του χωριού Χλώρακας. Η λέξη «χτυπά» αναφέρεται στον υπόκωφο κρότο που κάνει η
θάλασσα όταν χτυπά πάνω στον Φερφουρίν. Η παρατήρηση αυτή γινόταν συνήθως το
φθινόπωρο προς τον χειμώνα, κυρίως τη νύχτα.
Οι
κάτοικοι της Χλώρακας πίστευαν ότι, όταν αστράψει από τη διεύθυνση εκείνου του
νησιού, θα έρθει βροχή, το πολύ σε τρεις ημέρες. Η ορθότητα της παρατήρησης
αυτής, όπως αναφέρει ο αρθρογράφος, διαφαίνεται και από την ακόλουθη λαϊκή
πρόγνωση:
«Άμα
αστράφτει συχνά το Φερφουρίν, σε τρεις ώρες έχουμε νερά. Άμα αστράφτει αργά, σε
τρεις ημέρες. Α’μμα στράψει του Τσιύκκου, αννίει ο τζιαιρός».
Η φράση
«του Τσιύκκου» αναφέρεται στη διεύθυνση προς τη βουνοκορφή της Μονής Κύκκου.
Η θάλασσα
της Βρέξης παλιά κατακλυζόταν από κόσμο από όλες τις γύρω περιοχές, καθώς
βρισκόταν στην άκρη του χωριού, στα σύνορα με την πόλη της Πάφου. Δυστυχώς,
πριν από αρκετά χρόνια, η άμμος που σκέπαζε την περιοχή υποχώρησε και η θάλασσα
πήρε μαζί της μεγάλο μέρος της, αφήνοντας το τοπίο γυμνό και αποκρουστικό.
Ήταν, κατά κάποιον τρόπο, μια εκδίκηση της φύσης, που προήλθε από την
ανεξέλεγκτη εκμετάλλευση των παράκτιων ακτών από τον άνθρωπο.
Το
καλοκαίρι 2026 όμως, η
φύση ίσως ημέρεψε. Σκέπασε και πάλι μεγάλο μέρος της παραλίας με ξανθή άμμο και
έδωσε στα ήρεμα, διάφανα νερά ένα γαλαζοπράσινο χρώμα. Η χρυσαφένια άμμος της
ακτής ενώθηκε με τα ήρεμα νερά του ποταμού της «Βρέξης», που ολοχρονίς τρέχουν,
ποτίζοντας τις πικροδάφνες πάνω στην παραλία.
Στην
παραλία της Βρέξης δεν υπάρχουν έντονα ρεύματα, ενώ τα νερά της είναι ομαλά και
ρηχά. Η άμμος προχωρεί αρκετά μέσα στη θάλασσα και οι κολυμβητές μπορούν,
κολυμπώντας ή ακόμη και περπατώντας, να φτάσουν στα βαθιά χωρίς ιδιαίτερο
κίνδυνο.
Η Βρέξη
απέχει λίγα μέτρα από την κύρια παραλιακή αρτηρία της Πάφου που οδηγεί προς
δυσμάς και βρίσκεται μέσα σε έναν μικρό ορμίσκο. Το πράσινο της περιοχής, η
άγρια ομορφιά, τα ολόλευκα βότσαλα και τα κρυστάλλινα νερά συνθέτουν ένα τοπίο
μαγευτικό, όμορφο και ειδυλλιακό.
Είναι
ένας σπουδαίος τόπος, όπου, αν ο επισκέπτης ξεχαστεί, μπορεί να απολαύσει ένα
από τα ωραιότερα ηλιοβασιλέματα. Στο βάθος του ορίζοντα σχηματίζεται μια εικόνα
σαν ζωγραφιά, καθώς ο ήλιος γέρνει πίσω από το όμορφο πλοίο που στέκει προσαραγμένο
στις ξέρες του «Φουρφουρή», στη μέση του πελάγου της Χλώρακας.
ΤΑ ΜΕΛΑΝΟΥΘΚΙΑ
Μετά τη Βρέξη, προς τα νότια, βρίσκεται ένας μικρός και ήσυχος κολπίσκος που οι παλιοί ονόμαζαν «Μελανούθκια». Είναι μια μικρή παραθαλάσσια αγκαλιά, όπου το πέτρωμα του βυθού έχει σκούρο, μελανό χρώμα. Από αυτό το πέτρωμα αποτελείται και η στεριά που υψώνεται πάνω από τη θάλασσα, σχηματίζοντας τον μεγάλο τόπο που οι Χλωρακιώτες γνωρίζουν ως «Μέλανο».
Η ονομασία «Μελανούθκια»
φαίνεται, λοιπόν, να είναι δεμένη με τον «Μέλανο». Η ίδια η γη, ο βράχος και η
θάλασσα μοιάζουν να αποτελούν ένα ενιαίο τοπίο, που πήρε το όνομά του από το
σκούρο χρώμα των πετρωμάτων του.
Όμως, όπως συμβαίνει με πολλά
τοπωνύμια της Χλώρακας, πίσω από το όνομα κρύβεται και μια παλιά ιστορία που
πέρασε από στόμα σε στόμα μέσα στους αιώνες.
Λέγεται πως στα πολύ παλιά
χρόνια, όταν η δουλεία ήταν θεσμός και οι άνθρωποι μπορούσαν να αποτελούν
ιδιοκτησία άλλων ανθρώπων, στην Πάφο υπήρχαν μεγάλοι αριθμοί σκλάβων. Άλλοι
εργάζονταν στα χωράφια και άλλοι στα μεταλλεία και στα λατομεία, κάτω από
σκληρές και απάνθρωπες συνθήκες.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση,
κάποτε ένας από τους σκλάβους, μη αντέχοντας άλλο τα βασανιστήρια και την
καταπίεση, κατάφερε να σκοτώσει τον φύλακά του, να πάρει τα κλειδιά και να
ελευθερώσει τους υπόλοιπους. Όλοι μαζί έφυγαν και συγκεντρώθηκαν στο οροπέδιο
του Μελάνου.
Εκεί, όμως, τους περικύκλωσαν οι
στρατιώτες του αφέντη τους.
Η παράδοση λέει πως δόθηκε
διαταγή να μη μείνει κανένας ζωντανός. Και τότε άρχισε η σφαγή. Άντρες,
γυναίκες, γέροι και παιδιά έπεσαν νεκροί πάνω στη γη του Μελάνου.
Λέγεται πως το αίμα των
σκοτωμένων έτρεξε από το ύψωμα προς τη θάλασσα, και το νερό του μικρού όρμου
βάφτηκε μελανό.
Από αυτή την τραγική παράδοση,
σύμφωνα με τους παλιούς, πήρε ο τόπος το όνομα «Μέλανος» και η θάλασσα κάτω από
αυτόν το όνομα «Μελανούθκια».
Δεν γνωρίζουμε αν η ιστορία αυτή
αποτελεί πραγματικό ιστορικό γεγονός ή αν, μέσα στο πέρασμα των αιώνων, η λαϊκή
μνήμη έπλασε γύρω από το παράξενο, σκούρο χρώμα των πετρωμάτων μια δραματική
ιστορία. Οι θρύλοι, άλλωστε, πολλές φορές γεννιούνται ακριβώς έτσι: από ένα
τοπίο που ξεχωρίζει και από ένα όνομα που οι άνθρωποι θέλησαν να εξηγήσουν.
Κι εδώ, η εξήγηση ήταν σκληρή και
μακάβρια: η γη του Μελάνου και η θάλασσα των Μελανουθκιών πήραν το όνομά τους, όπως έλεγαν οι παλιοί, από το αίμα
εκείνων που σφαγιάστηκαν πάνω από την ακτή.
Σήμερα, ο μικρός κολπίσκος των
Μελανούθκιων έχει σχεδόν την ίδια όψη. Τα νερά του αγγίζουν τα σκούρα πετρώματα
της ακτής και το μελανό χρώμα του βυθού αντανακλάται μέσα στο διάφανο θαλασσινό
νερό. Πάνω από τη θάλασσα, όμως, ο Μέλανος έχει αλλάξει. Εκεί όπου κάποτε
απλωνόταν ένας άγριος και σχεδόν έρημος τόπος, με το μελανί χρώμα των
πετρωμάτων να κυριαρχεί στο τοπίο, σήμερα υψώνονται λευκές οικοδομές και
κατοικίες, με θέα προς την Κάτω Πάφο και το ανοιχτό πέλαγος.
Αλλά τα ονόματα έμειναν.
Ο Μέλανος στη στεριά.
Τα Μελανούθκια στη θάλασσα.
Δυο τοπωνύμια που, ακόμη και σήμερα, κρατούν μέσα τους τη μνήμη ενός τόπου όπου η γη και η θάλασσα ενώνονται όχι μόνο γεωγραφικά, αλλά και μέσα από τις ιστορίες που διηγούνταν οι παλιοί.
Η
ΘΑΛΑΣΣΙΝΗ ΛΙΜΝΗ ΤΩΝ ΡΟΔΑΦΙΝΙΩΝ
Στην άκρη της Χλώρακας, εκεί όπου η στεριά συναντούσε τη θάλασσα, υπήρχε κάποτε ένα από τα πιο εντυπωσιακά φυσικά αξιοθέατα του τόπου. Ήταν η θαλασσινή λίμνη των Ροαφινιών, μια βαθιά, αλμυρή λίμνη που επικοινωνούσε υπόγεια με τη θάλασσα.
Όταν η θάλασσα αγρίευε και
ερχόταν τρικυμία, η ορμή των κυμάτων που εισχωρούσαν μέσα από τα υπόγεια
περάσματα δημιουργούσε έναν υπόκωφο, δυνατό θόρυβο, ένα βαθύ και υποχθόνιο
βρυχηθμό. Οι παλιοί τον άκουγαν σαν προειδοποίηση πως από τον νότο πλησίαζε η
χειμωνιάτικη βροχή.
Ήταν το μπουμπουνητό της θάλασσας
όταν θύμωνε και χτυπούσε αδυσώπητα τα τοιχώματα της λίμνης, σκάβοντάς τα όλο και
βαθύτερα μέσα στο πέρασμα των αιώνων. Και κάθε τόσο, η δύναμη των κυμάτων
δημιουργούσε ένα εντυπωσιακό θέαμα: νερό εκτοξευόταν ψηλά σαν πυκνό σύννεφο,
θυμίζοντας ηφαίστειο που ξερνά καπνό.
Για χιλιάδες χρόνια η λίμνη
υπήρχε εκεί, ανάμεσα στα θεόρατα βράχια της ακτής της Χλώρακας. Γύρω της
γεννήθηκαν ιστορίες και παραδόσεις, γεγονότα που με το πέρασμα του χρόνου πήραν
τη μορφή παραμυθιών. Ήταν ένας φυσικός πλούτος της κοινότητας, ένα ξεχωριστό
αξιοθέατο και ένα σημείο αναφοράς για όλες τις γενιές.
Τα παιδιά της Χλώρακας μεγάλωσαν
δίπλα της. Εκεί έμαθαν να κολυμπούν και εκεί έπαιζαν τους πειρατές. Οι ψαράδες
μάζευαν φτίρα για να ζημώσουν πασμό, ενώ οι νεαροί, τις νύχτες με το πιροφάνι,
έμπαιναν στα νερά της και έβγαζαν αστακούς, που κάποτε υπήρχαν σε αφθονία μέσα
στη θαλασσινή λίμνη.
Η λίμνη δεν ήταν απλώς ένας
γεωγραφικός τόπος. Ήταν μέρος της παιδικής ηλικίας, της ζωής και της μνήμης των
ανθρώπων της Χλώρακας.
Και ίσως γι’ αυτό γεννήθηκε ένας
από τους πιο τρυφερούς μύθους του τόπου.
Μια φορά κι έναν καιρό, στην άκρη
της Χλώρακας, μέσα στη μικρή θαλασσινή λίμνη των Ροαφινιών, ζούσε μια μικρή και
όμορφη γοργόνα. Αγαπούσε τους ανθρώπους και δεν τους φοβόταν. Όταν τα νερά ήταν
ήσυχα, ξεπρόβαλλε από τη λίμνη και συνομιλούσε μαζί τους.
Είχε, λέει, το μικρό χωριό της
Χλώρακας υπό την προστασία της. Δεν άφηνε κανένα κακό ξόρκι να επηρεάσει την
ηρεμία των κατοίκων και έτσι εκείνοι ζούσαν ευτυχισμένοι, καλλιεργώντας την
όμορφη γη που τους είχε χαρίσει η φύση.
Κάποτε, πριν από εκατοντάδες
χρόνια, ένας νέος αγάπησε παράφορα τη γοργόνα. Ήθελε να την κάνει δική του, μα
αυτό ήταν αδύνατο, γιατί εκείνη ήταν γοργόνα και νεράιδα, πλάσμα διαφορετικό
από τους ανθρώπους. Η μεγάλη του θλίψη την έκανε να τον λυπηθεί.
Του πρότεινε τότε μια συμφωνία.
Να αγαπιούνται πλατωνικά και να
αρκεστούν μόνο σε αυτό.
Ο νέος, μη έχοντας άλλη επιλογή,
δέχτηκε.
Και τα χρόνια περνούσαν. Κάθε
μέρα, δίπλα στη μικρή λιμνοθάλασσα, ο νέος καθόταν με τις ώρες και συνομιλούσε
με τη γοργόνα. Με τον καιρό, εκείνη αγάπησε και αυτή το παλικάρι. Έτσι, οι δυο
τους έζησαν αγαπημένοι, ο καθένας στον δικό του κόσμο.
Πέρασαν πολλά χρόνια και ο νέος
έγινε μεσήλικας. Μια μέρα, γεμάτος ανησυχία, τη ρώτησε τι θα απογινόταν αν
κάποτε έπαυε να τον αγαπά, αφού οι γοργόνες δεν γερνούν όπως οι άνθρωποι.
Η γοργόνα τού απάντησε πως θα τον
αγαπούσε για πάντα, ακόμη και μετά τον θάνατό του. Η αγάπη της γι’ αυτόν, είπε,
θα έπαυε μόνο όταν θα έπαυε να υπάρχει η μικρή θαλασσινή λίμνη των Ροαφινιών.
Κάποτε το παλικάρι πέθανε. Το
πνεύμα του, όμως, σύμφωνα με τον μύθο, έμεινε ζωντανό. Πλανιόταν πάνω από το
χωριό, προστάτευε τους ανθρώπους και έκανε παρέα στην αγαπημένη του γοργόνα.
Έτσι πέρασαν εκατοντάδες χρόνια.
Ώσπου ήρθε η «πρόοδος» και η
ανάπτυξη.
Με τον καιρό, η λίμνη άρχισε να
καταστρέφεται. Μπάζα και πέτρες έπεσαν μέσα της, ενώ, σύμφωνα με την τοπική αφήγηση,
αποχετεύσεις και απόνερα ξενοδοχειακών μονάδων επιβάρυναν τα νερά της. Η φυσική
της μορφή αλλοιώθηκε και η λίμνη, που για αιώνες αποτελούσε μέρος της ζωής της
Χλώρακας, άρχισε σιγά σιγά να χάνεται.
Και τότε, λέει ο μύθος, χάθηκε και η γοργόνα.
Η υπόσχεσή της είχε εκπληρωθεί.
Μαζί της έσβησε και το πνεύμα του
παλικαριού που για εκατοντάδες χρόνια προστάτευε το χωριό.
Από τότε, σύμφωνα με τον μύθο,
όλα άλλαξαν.
Οι άνθρωποι έγιναν πιο άπληστοι
και, με μοναδική έγνοια τον πλουτισμό και την «πρόοδο», άρχισαν να τσιμεντώνουν
τη γη και να υψώνουν πολυώροφα κτίρια. Εκεί όπου κάποτε υπήρχαν πράσινα
χωράφια, καλλιέργειες και παρθένες καυκάλλες με άγρια βλάστηση και πανίδα,
απλώθηκε το μπετόν. Δημιουργήθηκαν όμορφα πεζοδρόμια και ακόμη ομορφότερες
πλατείες, στρωμένες με τουβλάκια, για να μη λερώνουν τα παπούτσια τους οι
επισκέπτες.
Και κάπου μέσα σε όλη αυτή την
«πρόοδο», ο άνθρωπος ξέχασε κάτι σημαντικό.
Ξέχασε τη φύση.
Δεν φρόντισε να αξιοποιήσει τον
τόπο του με τρόπο ώστε η ανάπτυξη να συνυπάρχει με το φυσικό περιβάλλον.
Σκέφτηκε περισσότερο τον υλικό πλούτο και λιγότερο τον φυσικό πλούτο που
κληρονόμησε.
Η θαλασσινή λίμνη των Ροαφινιών
ήταν κάποτε ένας ζωντανός τόπος. Είχε νερό, βράχια, ψάρια, αστακούς, παιδιά που
κολυμπούσαν, ψαράδες που εργάζονταν και ανθρώπους που μεγάλωναν μαζί της. Είχε
ακόμη και τη δική της γοργόνα.
Σήμερα, μπορεί η γοργόνα να
υπάρχει μόνο μέσα στον μύθο.
Όμως ίσως ο μύθος της να έμεινε
για να μας θυμίζει κάτι που η φύση δεν μπορεί να μας πει με λόγια:
πως όταν χαθεί ο τόπος, χάνεται μαζί του και ένα κομμάτι από την ψυχή των ανθρώπων που έζησαν κοντά του.
ΡΟΔΑΦΙΝΙΑ
Τα Ροδαφίνια είναι ένας από τους πιο γνωστούς παραθαλάσσιους τόπους της Χλώρακας. Η θάλασσα και η θαλασσινή λίμνη των Ροδαφινιών, που εφάπτονται μεταξύ τους και φέρουν το ίδιο όνομα, αποτελούν ουσιαστικά ένα ενιαίο φυσικό τοπίο, δεμένο με τη γεωγραφία, τη φύση, αλλά και την ιστορία του τόπου.
Η περιοχή των
Ροδαφινιών συνδέεται με τα Αρκάτζια, μια περιοχή κοντά στο γήπεδο και στον Άγιο
Νικόλαο. Εκεί υπάρχει ένα μικρό αργάκι με τρεχούμενο νερό, το οποίο
κατευθύνεται προς τη θάλασσα και ενώνεται με άλλο αργάκι που έρχεται από την
περιοχή των Ορμανιών. Τα νερά τους, μαζί με το νερό που ολοχρονίς τρέχει από τη
βρύση Καμαρούι, ενώνονται και συνεχίζουν την πορεία τους προς τη θάλασσα.
Κατά μήκος των νερών αυτών
φύτρωναν πολλές ροδαφινιές, δηλαδή πικροδάφνες, που έφταναν μέχρι την ακτή. Οι
ροδαφινιές έδιναν στο τοπίο τη δική τους ξεχωριστή όψη και από αυτές πήρε ο τόπος το όνομά
του: Ροδαφίνια.
Η θάλασσα των Ροδαφινιών είναι
μικρή και συνήθως ήρεμη, χωρίς έντονα ρεύματα, με χοντρή και καθαρή άμμο
στρωμένη στην παραλία. Είναι ένας ιδανικός τόπος για κολύμπι, τον οποίο οι
κάτοικοι της Χλώρακας χρησιμοποιούσαν από παλιά για τα θαλασσινά τους μπάνια.
Μα ακριβώς δίπλα της βρίσκεται
και η παλιά θαλασσινή λίμνη των Ροδαφινιών, ένας φυσικός σχηματισμός
που για αιώνες αποτελούσε ξεχωριστό σημείο αναφοράς για τους κατοίκους. Εκεί
μεγάλωσαν γενιές παιδιών, εκεί έμαθαν να κολυμπούν και εκεί έζησαν ιστορίες και
παραδόσεις που πέρασαν από στόμα σε στόμα.
Έτσι, τα Ροδαφίνια δεν είναι μόνο
ένας τόπος με ήρεμα νερά και καθαρή άμμο. Είναι ένα τοπίο όπου η φύση, η μνήμη
και η ιστορία συναντώνται.
Και η ιστορία τους είναι μεγάλη.
Σήμερα, η ακτή των Ροδαφινιών
είναι μια πολυσύχναστη τουριστική περιοχή. Την περίοδο όμως του Κυπριακού
Απελευθερωτικού Αγώνα του 1955–1959 ήταν ένας απόμακρος και ερημικός τόπος. Η
ησυχία και η απομόνωσή της την έκαναν ιδανική για μια αποστολή που έπρεπε να
μείνει κρυφή.
Εκεί, στην ακτή των Ροδαφινιών,
έφτασε το πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος», μεταφέροντας τα πρώτα φορτία οπλισμού για
τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ. Η μυστική παραλαβή, όμως, έγινε αντιληπτή
από τους Άγγλους και το πλοιάριο συνελήφθη μαζί με το πλήρωμά του και τους
Χλωρακιώτες αγωνιστές που είχαν μεταβεί στην ακτή για να παραλάβουν τον
οπλισμό.
Η σύλληψη του «Αγίου Γεωργίου»
αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα που συνδέουν τη Χλώρακα με την
έναρξη του ένοπλου απελευθερωτικού αγώνα. Η μικρή και τότε ερημική ακτή των
Ροδαφινιών έγινε έτσι ένας από τους τόπους όπου η τοπική ιστορία συναντήθηκε με
τη μεγάλη ιστορία της Κύπρου.
Στην ακτή υπάρχει σήμερα μια
μικρή και απέριττη πέτρινη πλάκα, που κρατά ζωντανή τη μνήμη εκείνου του
γεγονότος. Αναγράφονται τα ονόματα του καπετάνιου Ευάγγελου Λουκά Κουταλιανού,
του πλοιοκτήτη Ανάργυρου Μέλιου και των ναυτών Μιχάλη Χριστοδουλάκη και Μιχάλη
Αλιφραγκή, καθώς και των επτά Χλωρακιωτών αγωνιστών που είχαν μεταβεί στην ακτή
για την παραλαβή του οπλισμού:
Κώστας Λεωνίδα, Χριστάκης
Εύζωνας, Κυριάκος Μαυρονικόλας, Νικόλας Μαυρονικόλας, Μιχαλάκης Παπαντωνίου,
Νικόλας Πενταράς και Χριστόδουλος Πενταράς.
Πέρασαν τα χρόνια.
Η άλλοτε απόμερη ακτή έγινε
τουριστική παραλία. Τα μονοπάτια έγιναν δρόμοι, οι ερημιές γέμισαν σπίτια και
ξενοδοχεία και οι άνθρωποι που κάποτε έφταναν κρυφά στην ακτή, με την αγωνία
μιας μυστικής αποστολής, αντικαταστάθηκαν από λουόμενους που έρχονται για να
χαρούν τα ήρεμα νερά της.
Όμως η θάλασσα κράτησε τη μνήμη.
Οι ροδαφινιές έδωσαν το όνομα
στον τόπο.
Η λίμνη και η θάλασσα κράτησαν το
ίδιο όνομα.
Και η ίδια ακτή έγινε μάρτυρας
ενός γεγονότος που έμεινε χαραγμένο στην ιστορία της Χλώρακας.
Τα Ροδαφίνια δεν είναι μόνο μια
μικρή όμορφη θάλασσα.
Είναι ένας τόπος όπου η φύση και
η ιστορία ακουμπούν η μία την άλλη, όπως ακουμπούν η θάλασσα και η λίμνη.
Εκεί όπου κάποτε άνθιζαν οι
ροδαφινιές, εκεί όπου τα παιδιά της Χλώρακας μάθαιναν να κολυμπούν και όπου η
θάλασσα επικοινωνούσε με τη βαθιά λίμνη των Ροδαφινιών, κάποτε έφτασε κρυφά ένα
μικρό πλοιάριο φορτωμένο με οπλισμό.
Και σήμερα, κάτω από τον ίδιο
ουρανό, η θάλασσα συνεχίζει να απλώνεται ήρεμη.
Μόνο που τώρα, όποιος κοιτάζει τα νερά της, μπορεί να δει μέσα τους όχι μόνο την ομορφιά ενός παραθαλάσσιου τόπου, αλλά και τη μνήμη μιας Χλώρακας που έζησε, αγωνίστηκε και άλλαξε.
ΜΟΥΤΤΗ
ΤΩΝ ΡΟΑΦΙΝΙΩΝ
Η Μούττη των Ροαφινιών είναι η φυσική συνέχεια των Ροδαφινιών και βρίσκεται ανάμεσα στα Ροδαφίνια και στο Δήμμα. Είναι ένα μικρό, χαμηλό ακρωτήριο, σχεδόν στο ύψος της θάλασσας, όπου η στεριά προχωρεί λίγο μέσα στο πέλαγος.
Όταν η θάλασσα έχει τρικυμία, τα
κύματα σκεπάζουν τον χαμηλό αυτό τόπο και αφήνουν πίσω τους μικρές λεκάνες με
θαλασσινό νερό. Όταν ύστερα ο καιρός γαληνεύει και το νερό εξατμίζεται από τον
ήλιο, μένει πίσω καθαρό, λευκό αλάτι.
Έτσι, στη Μούττη των Ροαφινιών
υπήρχε μια μικρή φυσική αλυκή, η δεύτερη στη Χλώρακα, όπου οι κάτοικοι
προσέτρεχαν παλιότερα για να μαζέψουν αλάτι. Ήταν ένα από τα μικρά δώρα που
έδινε η θάλασσα στους ανθρώπους του τόπου.
Τους χρόνους της Αγγλοκρατίας,
όμως, η συλλογή αλατιού από τέτοιους φυσικούς χώρους απαγορευόταν. Οι
αποικιακές αρχές ήθελαν να διατηρούν τα έσοδα από την παραγωγή και την πώληση
του αλατιού, το οποίο εξορυσσόταν κυρίως από την Αλυκή της Λάρνακας.
Για την εφαρμογή της απαγόρευσης
υπήρχαν διορισμένοι φύλακες των αλυκών, οι γνωστοί στους ντόπιους ως
«αλικάτωρες», οι οποίοι περιπολούσαν στις ακτές και κατήγγελλαν όσους μάζευαν
παράνομα αλάτι. Τα πρόστιμα ήταν βαριά αλλά το αλάτι απαραίτητο για την
καθημερινή ζωή. Έτσι, οι κάτοικοι, όταν πήγαιναν να το μαζέψουν, προσπαθούσαν
με κάθε τρόπο να μην τους αντιληφθούν.
Από εκείνα τα χρόνια έμεινε και
μια ιστορία που οι παλιοί διηγούνταν στη Χλώρακα.
Λέγεται πως μια φορά η Μαρίκα,
κόρη του Χριστόδουλου Αζίνα, πιάστηκε επ’ αυτοφώρω από έναν αλικάτωρα, τον
Σαβαώ, που καταγόταν από την Τσάδα.
Η Μαρίκα, θέλοντας να γλιτώσει τη
σύλληψη, σκέφτηκε έναν παράξενο τρόπο να τον αποτρέψει από το να την πλησιάσει.
Έβγαλε τα εξωτερικά της ρούχα και, φορώντας μόνο το μακρύ υποκάμισο, το
μισοφόρι, ξάπλωσε μέσα σε μια μεγάλη λάντα με θαλασσινό νερό.
Εκείνους τους καιρούς η ηθική
τιμή θεωρούνταν άγραφος και απαραβίαστος νόμος. Η Μαρίκα πίστευε πως ο
αλικάτωρας δεν θα τολμούσε να πλησιάσει μια γυναίκα που βρισκόταν σε τέτοια
κατάσταση.
Ο Σαβαώς, όμως, δεν υποχώρησε.
Πλησίασε και της ζήτησε τα στοιχεία της, για να την καταγγείλει. Η γυναίκα,
φοβισμένη, του έδωσε ψεύτικο όνομα, ελπίζοντας πως θα κατάφερνε να τον
ξεγελάσει.
Εκείνος, όμως, υποψιασμένος, της
είπε πως το δειλινό θα ανέβαινε στο χωριό για να εξακριβώσει την αλήθεια, καθώς
η Χλώρακα ήταν τότε μικρός τόπος και η ταυτότητα οποιουδήποτε κατοίκου μπορούσε
εύκολα να διαπιστωθεί.
Η Μαρίκα έφυγε φοβισμένη και
απελπισμένη. Στον δρόμο προς το χωριό συνάντησε τον Συμεών Λιασίδη, στενό
συγγενή της, και του διηγήθηκε όσα είχαν συμβεί.
Ο Συμεών ήταν ένας πονηρός και σιεϊττάνης
νεαρός. Της είπε να μην ανησυχεί και πως θα φρόντιζε ο ίδιος να διορθώσει το
κακό.
Ροβόλησε προς τη θάλασσα και βρήκε
τον Σαβαώ.
Ο Συμεών είχε μεγάλη σωματική
δύναμη και, σύμφωνα με την ιστορία, άρπαξε τον αλικάτωρα και τον έδειρε άγρια,
κατηγορώντας τον ότι είχε ενοχλήσει μια συγγένισσά του, η οποία έκανε μπάνιο
στη θάλασσα.
Ο Σαβαώς, φοβισμένος από όσα
συνέβησαν, δεν τόλμησε τελικά να καταγγείλει τη Μαρίκα. Η ιστορία λέει πως, αν
το έκανε, θα ήταν δύσκολο να πείσει τους δικαστές για την εκδοχή του, καθώς η
συμπεριφορά του απέναντι στη γυναίκα μπορούσε να θεωρηθεί πολύ σοβαρή παράβαση.
Η ιστορία, όμως, δεν τελείωσε εκεί.
Λίγο καιρό αργότερα, σύμφωνα
πάντα με την τοπική παράδοση, ο Σαβαώς βρέθηκε νεκρός σε μια παραλία της
Πέγειας.
Η παράδοση διηγείται πως τρία
αδέλφια, βοσκοί που είχαν μεγάλη ανάγκη από αλάτι για την παρασκευή των
χαλουμιών τους και τα οποία ο Σαβαώς κυνηγούσε επειδή το μάζευαν παράνομα, του
έστησαν καρτέρι. Με μανίκια από υποκάμισα γεμάτα άμμο, λέγεται πως τον χτύπησαν
στο στομάχι μέχρι θανάτου, χωρίς να αφήσουν εμφανή σημάδια στο σώμα του.
Έτσι, κατά την αφήγηση των
παλιών, ο θάνατός του φάνηκε σαν φυσικός.
Δεν γνωρίζουμε πόση αλήθεια κρύβεται
πίσω από αυτή την ιστορία και πόση προστέθηκε με τα χρόνια από τη λαϊκή φαντασία.
Όμως τέτοιες ιστορίες αποτελούν μέρος της μνήμης ενός τόπου. Και η Μούττη των
Ροαφινιών δεν ήταν μόνο ένα μικρό ακρωτήριο που προχωρούσε μέσα στη θάλασσα.
Ήταν ένας τόπος όπου η θάλασσα έδινε αλάτι στους
ανθρώπους, όπου οι κάτοικοι αγωνίζονταν να το μαζέψουν κρυφά και όπου μια μικρή
φυσική αλυκή έγινε μέρος της καθημερινής ζωής και των ιστοριών της Χλώρακας.
Σήμερα, η Μούττη των Ροδαφινιών εξακολουθεί να βρίσκεται
εκεί, στη συνέχεια των Ροδαφινιών, ανάμεσα στη στεριά και στο πέλαγος.
Η αλυκή μπορεί να έχει χαθεί ή να
έχει αλλάξει μορφή.
Το αλάτι μπορεί να μην το μαζεύει
πια κανένας.
Όμως το όνομα έμεινε.
Και μαζί του έμειναν οι ιστορίες των ανθρώπων που κάποτε έσκυβαν πάνω από τα βράχια της θάλασσας για να μαζέψουν το πολύτιμο αλάτι που τους άφηνε ο ήλιος.
ΟΙ ΞΕΡΕΣ
ΤΟΥ ΦΟΥΡΦΟΥΡΗ
Η θαλάσσια περιοχή της Κύπρου, όπως και ολόκληρη η Μεσόγειος, είναι διάσπαρτη με ίχνη αρχαίων ναυαγίων. Η θάλασσα της Χλώρακας, ένας φυσικός δρόμος πλοίων από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα, κρατά και αυτή τα δικά της μυστικά στον βυθό της.
Στην ακτογραμμή της Χλώρακας, ανάμεσα στην περιοχή
«Δήμμα» και στη Μούττη των Ροδαφινιών, περίπου πεντακόσια μέτρα από τη στεριά, βρίσκονται
οι ξέρες του Φουρφουρή.Είναι ένα
επικίνδυνο θαλάσσιο σημείο, πάνω στο οποίο, σύμφωνα με τις μαρτυρίες των παλιών
και τα ευρήματα που έχουν εντοπιστεί στον βυθό, τσακίστηκαν πολλά πλοία στο
πέρασμα των αιώνων.
Σπασμένοι αμφορείς και άλλα
αντικείμενα που βρίσκονται διάσπαρτα γύρω από τις ξέρες μαρτυρούν πως η περιοχή
γνώρισε πολλά ναυάγια. Οι ισχυροί άνεμοι που συχνά πνέουν στη θάλασσα της
Χλώρακας, σε συνδυασμό με το ανοικτό πέλαγος, δημιουργούσαν μεγάλες
θαλασσοταραχές που παρέσυραν τα πλοία και τα οδηγούσαν πάνω στους επικίνδυνους
βράχους.
Δεν υπάρχουν γραπτές αναφορές για
τα περισσότερα από αυτά τα ναυάγια. Η θάλασσα όμως κρατά τις δικές της
μαρτυρίες. Δύτες που γνώρισαν τον βυθό της
περιοχής αναφέρουν πως ακόμη και σήμερα υπάρχουν υπολείμματα φορτίων και
αντικείμενα από πλοία που χάθηκαν στα νερά του Φουρφουρή.
Για δύο, όμως, πλοία υπάρχουν
συγκεκριμένες αναφορές. Το ένα είναι το θρυλικό «Χρυσοκάραβο» του Χακή
Αλεξανδρή, όπως έμεινε γνωστό στην τοπική παράδοση, το οποίο χάθηκε με τραγικό
τρόπο στις ξέρες του Φουρφουρή, αφήνοντας πίσω του νεκρούς που η θάλασσα
ξέβρασε στην ακτή. Το άλλο είναι το «Δημήτριος ΙΙ», το οποίο έμεινε σφηνωμένο
πάνω στις ξέρες και έγινε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημεία αναφοράς της
Χλώρακας.
Ανάμεσα στις παλιές ιστορίες που
συνδέθηκαν με τον Φουρφουρή ξεχωρίζει ο θρύλος του «Χρυσοκάραβου».
Από προφορικές μαρτυρίες παλαιών κατοίκων και από λαϊκό
ποίημα που κατέγραψε ο ηγούμενος Μαχαιρά Γρηγόριος το 1945 στα «Κυπριακά
Χρονικά», μαθαίνουμε για το
τραγικό ναυάγιο που, σύμφωνα με την παράδοση, συνέβη γύρω στη δεκαετία του
1810.
Ήταν ένα επιβατικό πλοίο που οι
άνθρωποι ονόμασαν «Χρυσοκάραβο», επειδή, όπως έλεγαν, μετέφερε πλούσιους
επιβάτες που ταξίδευαν προς τους Αγίους Τόπους. Το πλοίο, σύμφωνα με την
παράδοση, βούλιαξε στις ξέρες του «Φερφουρή» και όλοι οι επιβάτες χάθηκαν.
Το λαϊκό τσιαττιστό αποτελεί έναν
θρήνο για τις δύσκολες ώρες που πέρασαν οι άνθρωποι εκείνοι και για το τραγικό
τέλος τους. Ανάμεσα στους επιβάτες, όπως αναφέρεται στην παράδοση, βρίσκονταν
και μέλη σημαντικών κυπριακών οικογενειών, όπως η οικογένεια του δραγουμάνου
Χατζηγεωργάκη.
Γύρω από το ναυάγιο
δημιουργήθηκαν με τα χρόνια πολλοί θρύλοι. Οι άνθρωποι μιλούσαν για θησαυρούς
που ξέβραζε η θάλασσα της Χλώρακας, για παράξενα περιστατικά και για μυστήρια
που έκρυβε ο βυθός του Φουρφουρή. Όπως συμβαίνει με πολλές παλιές ιστορίες της
θάλασσας, η πραγματικότητα και η φαντασία ενώθηκαν και δημιούργησαν έναν κόσμο
γεμάτο μυστήριο.
Πολλά χρόνια αργότερα, ένα άλλο
πλοίο έμελλε να συνδέσει το όνομά του με τις ξέρες του Φουρφουρή.
Ένα χειμωνιάτικο βράδυ του
Μαρτίου του 1998, το ελληνικό φορτηγό πλοίο «Δημήτριος ΙΙ», υπό σημαία
Ονδούρας, το οποίο μετέφερε ξυλεία από τη Χαλκίδα με προορισμό τη Λεμεσό και τη
Βηρυτό, βρέθηκε αντιμέτωπο με σφοδρή θαλασσοταραχή.
Οι δυνατοί άνεμοι και τα μεγάλα
κύματα το παρέσυραν και το πλοίο προσάραξε πεντακόσια μέτρα περίπου από την
ακτή της Χλώρακας, πάνω στις ξέρες του Φουρφουρή.
Εκεί έμεινε.
Με το πέρασμα του χρόνου, το
ναυαγισμένο πλοίο δεν θεωρήθηκε μόνο ένα απομεινάρι μιας θαλάσσιας περιπέτειας.
Έγινε μέρος του τοπίου και της ταυτότητας της Χλώρακας.
Στέκει ακόμη μέσα στη γαλανή
θάλασσα, σαν ένα μοναχικό καράβι που αρνήθηκε να χαθεί. Φαίνεται από τα
παράλια, από τα υψώματα της στεριάς, από τα πλοία και τα αεροπλάνα που περνούν
από πάνω του. Έγινε εικόνα που ταξίδεψε μέσα από φωτογραφίες, ιστοσελίδες και
αφηγήσεις.
Σήμερα το «Δημήτριος ΙΙ»
θεωρείται ένα από τα χαρακτηριστικά σύμβολα της Χλώρακας. Ένα πλοίο προσαραγμένο
στις ξέρες του Φουρφουρή, που από ατύχημα της θάλασσας μετατράπηκε σε στολίδι
του τοπίου.
Μια ζωγραφιά μέσα στο πέλαγος.
Ένα σημείο όπου η θάλασσα κρατά ακόμη τις ιστορίες των πλοίων που χάθηκαν και εκείνων που έμειναν για πάντα δεμένα μαζί της.
ΤΟ ΔΗΜΜΑ
Η παραθαλάσσια περιοχή Δήμμα βρίσκεται στα νότια της Χλώρακας και είναι ένας μικρός, απάνεμος κολπίσκος, όπου οι παλιοί ψαράδες έδεναν τις βάρκες τους για προστασία από τις τρικυμίες.
Η ονομασία «Δήμμα», σύμφωνα με
την τοπική παράδοση, προέρχεται από τη λέξη «δένω». Η ονομασία συνδέθηκε με
έναν τρόπο δεσίματος των ψαρόβαρκων, που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί κάτοικοι.
Λέγεται πως στις αρχές του 19ου αιώνα ο Πιστέντης Χατζηχαραλάμπους, ένας
ξακουστός ψαράς της Χλώρακας, είχε ανοίξει μια τρύπα σε βράχο κοντά στην
επιφάνεια της θάλασσας, όπου έδενε τη βάρκα του.
Οι ακτές της Χλώρακας
χαρακτηρίζονται από απόκρημνους βράχους, μικρούς ορμίσκους και παραλίες με
ξανθή άμμο που λαμπυρίζει κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Το χειμώνα, οι
τρικυμίες παίρνουν την άμμο μέσα στη θάλασσα, για να την επιστρέψουν ξανά
αργότερα, όταν οι καιροί ηρεμήσουν, ξεπλυμένη και καθαρή πάνω στις πέτρινες
ακρογιαλιές.
Οι θάλασσες της Χλώρακας, άλλοτε
ρηχές και άλλοτε βαθιές, με τα γαλαζοπράσινα νερά τους, όταν σμίγουν με τη
χρυσή άμμο δημιουργούν ένα σκηνικό μοναδικής ομορφιάς. Το απαλό πάφλασμα των
κυμάτων μοιάζει με ήρεμη μουσική που ταξιδεύει τον περαστικό, σαν τις σειρήνες
του Οδυσσέα.
Το Δήμμα είναι ένας μικρός
θαλασσινός ορμίσκος, ένα φυσικό απάνεμο λιμανάκι κλεισμένο ανάμεσα σε χαμηλούς
και άγριους βράχους. Το γκρίζο χρώμα της πέτρας ενώνεται με το βαθύ μπλε του
γιαλού και δημιουργεί μια άγρια ομορφιά που γαληνεύει τον νου.
Είναι ένας τόπος που γεννά
ιστορίες. Ο άνεμος που περνά πάνω από τη θάλασσα μοιάζει να φέρνει ψιθύρους από
άλλες εποχές, ιστορίες του Ποσειδώνα και του Οδυσσέα, του Μεγαλέξανδρου και των
γοργόνων, μνήμες και θρύλους που ταξίδεψαν μέσα στους αιώνες.
Ένας τόπος με μακρά ιστορία και
ξεχωριστό φυσικό περιβάλλον.
Κύρταμα και αθάνατα λουλούδια
σκεπάζουν τους βράχους, ενώ ανάμεσά τους στέκουν οι παλιές καζουλάρκες, θάμνοι
που άντεξαν για εκατοντάδες χρόνια την αρμύρα της θάλασσας και τους δυνατούς
ανέμους. Τα φύλλα τους καίγονται από το αλάτι του πελάγους, όμως αυτά
παραμένουν εκεί, πεισματικά ζωντανά.
Το Δήμμα είναι ένας τόπος χαϊδεμένος
από τον γαρμπή και αγκαλιασμένος από το φως του ήλιου. Τα σπίτια γύρω του
ακουμπούν σχεδόν στη θάλασσα, ενώ οι αυλές τους γεμίζουν με λιόδεντρα και
ροδοδάφνες.
Δίπλα στην πέτρινη ακτή, κάτω από
την ξανθή άμμο και ανάμεσα στα άγρια χόρτα, αναβλύζει υπόγειο γλυκό νερό που
ταξιδεύει αθόρυβα μέχρι να συναντήσει τη θάλασσα.
Στην παράκτια γη, ανάμεσα στις
σχισμές των βράχων όπου φυτρώνουν κυκλάμινα, οι αλκυόνες βρίσκουν καταφύγιο και
κάθε Γεννάρη γεννούν τα αυγά τους.
Από το χωριό, που στέκει ψηλά στο
οροπέδιο σαν μπαλκόνι πάνω από τη θάλασσα, το Δήμμα ξεχωρίζει ανάμεσα στις
ακτές της Χλώρακας. Το μικρό λιμανάκι με τις ψαρόβαρκες των κατοίκων παραμένει
ένα από τα πιο γραφικά σημεία της περιοχής.
Λίγες βάρκες μόνο, γιατί ο μικρός
κόλπος χωρά λίγες. Όμως μέσα στη μικρή του κλίμακα βρίσκεται όλη η ομορφιά ενός
παλιού ψαροχωριού.
Και τα βράδια, όταν το φως του φεγγαριού σμίγει με τα χαμηλά φώτα του πεζόδρομου δίπλα στην παραλία, το βλέμμα χάνεται στη θάλασσα που άλλοτε φεγγοβολεί και άλλοτε σκοτεινιάζει, κρατώντας μέσα της τις δικές της σιωπηλές ιστορίες.
ΤΑ ΜΕΡΣΥΝΟΥΘΚΙΑ
Τα παλαιότερα χρόνια, πριν η γη στερέψει από τα τρεχούμενα νερά που τη διαπερνούσαν, η περιοχή ήταν κατάφυτη από μυρσίνια. Η απέραντη αυτή βλάστηση έδωσε και το όνομα στον τόπο, που μέχρι σήμερα παραμένει γνωστός ως Μερσυνούθκια.
Για τη μυρσίνη, το δέντρο που από
τα αρχαία χρόνια συνδέθηκε με την ομορφιά, την αγνότητα και τη νεότητα, οι
παλιοί διηγούνταν ένα παραμύθι.
Λέγεται πως κάποτε ήταν τρεις
αδελφές, οι οποίες μια μέρα θέλησαν να μάθουν ποια από τις τρεις ήταν η πιο
όμορφη. Όταν πλησίαζε το βασίλεμα του ήλιου, στάθηκαν η μια δίπλα στην άλλη και
ρώτησαν τον ήλιο:
— Ήλιε μου, ποια από τις τρεις
μας είναι η καλύτερη;
Και ο ήλιος απάντησε:
— Και η μια καλή κι η άλλη καλή,
μα η τρίτη, η μικρότερη, είναι ακόμη καλύτερη.
Σαν το άκουσαν αυτό οι
μεγαλύτερες αδελφές, στεναχωρήθηκαν. Την άλλη μέρα φόρεσαν τα καλύτερά τους
ρούχα, στολίστηκαν και στη μικρή αδελφή τους, τη Μυρσίνη, έβαλαν τα πιο παλιά
και λερωμένα φορέματα.
Πήγαν ξανά στον ήλιο και τον
ρώτησαν:
— Ήλιε μου, ποια από τις τρεις
μας είναι η καλύτερη;
Και ο ήλιος απάντησε ξανά:
— Και η μια καλή κι η άλλη καλή,
μα η τρίτη, η μικρότερη, είναι ακόμη καλύτερη.
Έτσι και τα Μερσυνούθκια της
Χλώρακας, αν και μια μικρή και ήσυχη παραλία, δεν υστερούν σε ομορφιά από τις
μεγαλύτερες και πιο γνωστές ακρογιαλιές.
Βρίσκονται στα νοτιοδυτικά της
Χλώρακας και είναι ένας τόπος που διατηρεί ακόμη την ηρεμία και την απλότητα
των παλιών καιρών. Με γαλήνια θάλασσα ή με τρικυμία, το τοπίο παραμένει
εντυπωσιακό, ενώ τα νερά της προσφέρονται για κολύμπι χωρίς επικίνδυνα ρεύματα.
Είναι μια παραλία μακριά από την
πολυκοσμία, ένας μικρός κρυμμένος θησαυρός της Χλώρακας. Η δυσκολία πρόσβασης,
που με τα χρόνια περιορίστηκε από την ανάπτυξη της γης και τις αλλαγές που
έγιναν στην περιοχή, κράτησε τον τόπο πιο ήσυχο και ανέγγιχτο.
Ίσως γι’ αυτό τα Μερσυνούθκια
διατηρούν ακόμη κάτι από την παλιά τους γοητεία.
Όπως η μικρή Μυρσίνη του παραμυθιού, που παρά τα φτωχά της ρούχα ξεχώριζε για την ομορφιά της, έτσι και αυτή η μικρή ακτή, χωρίς μεγάλες υποσχέσεις και χωρίς θόρυβο, παραμένει μια από τις ξεχωριστές γωνιές της θάλασσας της Χλώρακας.
Ο ΠΗΛΟΣ
Ο Πηλός είναι η παραθαλάσσια περιοχή στα νοτιοδυτικά της Χλώρακας, ένας τόπος όπου η στεριά και η θάλασσα συναντιούνται καθημερινά.
Η ονομασία του προέρχεται από τη
λέξη «πηλός», που σημαίνει λάσπη. Τα χωράφια της περιοχής φτάνουν μέχρι τη
θάλασσα και, όταν οι βαριές χειμωνιάτικες βροχές μαλακώνουν το χώμα, τα νερά
παρασύρουν τη γη προς την ακτή. Όταν ακολουθούν τρικυμίες, η θάλασσα εισχωρεί
και σκάβει τα χωμάτινα σημεία της ακτής, ανακατεύοντας νερό και χώμα.
Από αυτή τη
διαρκή συνάντηση της γης με τη θάλασσα, όπου το χώμα ανακατεύεται με το νερό
και γεννιέται ο πηλός, πήρε ο τόπος την ονομασία «Πηλός».
Είναι μια περιοχή όπου η φύση
δείχνει συνεχώς τη δύναμή της. Η θάλασσα παίρνει και επιστρέφει τη γη,
αλλάζοντας το τοπίο με το πέρασμα του χρόνου.
Και όπως πολλοί παλιοί τόποι της
Χλώρακας, έτσι και ο Πηλός απέκτησε τη δική του ιστορία.
Πριν από μερικές δεκαετίες, ένας
γεωργός στενοχωριόταν βλέποντας τον γιο του να αποφεύγει τη δουλειά και να μην
ενδιαφέρεται για την καλλιέργεια της γης. Κάθε μέρα προσευχόταν να βρει έναν
τρόπο να τον αλλάξει.
Μια μέρα, στο καφενείο, άκουσε
μια ιστορία από έναν ηλικιωμένο και, όπως έλεγε αργότερα, σαν να φωτίστηκε το
μυαλό του.
Γύρισε στο σπίτι και κάλεσε τον
γιο του.
— Γιε μου, του είπε, θα σου πω
ένα μεγάλο μυστικό που γνωρίζω. Όμως επειδή γέρασα και χρειάζομαι βοήθεια, θα
το μοιραστώ μαζί σου.
Και του διηγήθηκε πως, σύμφωνα με
τα λόγια που είχε ακούσει, ότι στα χρόνια του Παγκοσμίου Πολέμου
ένα πλοίο, μέσα σε μεγάλη θαλασσοταραχή, είχε τσακιστεί στα βράχια της περιοχής
του Πηλού.
Ο παππούς του, όπως του είπε,
ήταν ο πρώτος που έφτασε στο σημείο και βρήκε ένα σεντούκι με χρυσάφι που είχε
ξεβραστεί και σφηνωθεί ανάμεσα στους βράχους. Το πήρε και το έκρυψε σε έναν
λάκκο που άνοιξε στη γη, λίγο πιο πέρα από τη θάλασσα, σκοπεύοντας να το
μεταφέρει αργότερα στο σπίτι.
Όμως η μοίρα δεν τον βοήθησε.
Αρρώστησε βαριά και, πριν πεθάνει, αποκάλυψε το μυστικό στον γιο του. Εκείνος
έψαξε, αλλά όσο και αν προσπάθησε, δεν κατάφερε να βρει τον κρυμμένο θησαυρό.
Γι’ αυτό, όπως του είπε, τώρα
χρειαζόταν τη βοήθειά του για να τον αναζητήσουν μαζί.
Ο νεαρός, κυριευμένος από την
ιδέα του χρυσού, άρχισε αμέσως να σκάβει. Από το πρωί μέχρι το βράδυ αναζητούσε
το κρυμμένο σεντούκι στη γη δίπλα στη θάλασσα.
Ο χρυσός όμως δεν βρέθηκε ποτέ.
Βρέθηκε όμως κάτι άλλο.
Η γη που είχε σκαφτεί και
δουλευτεί άρχισε να δίνει καρπούς. Τα φρεσκοσκαμμένα χωράφια έγιναν πιο
παραγωγικά και τα γεωργικά προϊόντα που έβγαζαν άρχισαν να πωλούνται στην
αγορά, φέρνοντας χρήματα στην οικογένεια.
Έτσι, ο άνθρωπος που έψαχνε έναν
κρυμμένο θησαυρό στη γη, ανακάλυψε τελικά τον πραγματικό θησαυρό: την αξία της
εργασίας.
Η ιστορία αυτή δεν γράφτηκε σε
βιβλία. Μεταφέρθηκε από στόμα σε στόμα και μου την διηγήθηκε ο Κυριάκος
Μαυρονικόλας, σήμερα 84 ετών, εγγονός του πρώτου και γιος του δεύτερου
πρωταγωνιστή της αφήγησης.
Και ίσως αυτός να είναι ο
μεγαλύτερος θησαυρός του Πηλού.
Όχι το χρυσάφι που κάποιοι έψαξαν στη γη, αλλά οι ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν και εργάστηκαν πάνω σε αυτήν.
Η ΑΛΙΚΗ
ΤΟΥ ΚΟΥΛΛΟΥΡΟΥ
Η Αλική του Κούλλουρου βρίσκεται μετά τον Πηλό, σε έναν τόπο όπου η ζωή του ανθρώπου ήταν πάντοτε δεμένη με τη θάλασσα και τα δώρα που απλόχερα του πρόσφερε η φύση.
Η ονομασία της προέρχεται από το
αλάτι που σχηματιζόταν εκεί. Στα βραχώδη σημεία της ακτής υπήρχαν μικρές
φυσικές κοιλότητες, όπου κατά τις τρικυμίες εισχωρούσε το θαλασσινό νερό. Όταν
αργότερα ο ήλιος του καλοκαιριού εξατμιζε το νερό, έμενε πίσω το καθαρό αλάτι,
το οποίο οι κάτοικοι μάζευαν για τις ανάγκες των σπιτιών τους.
Το αλάτι αυτό ήταν πολύτιμο για
την καθημερινή ζωή. Οι νοικοκυρές το χρησιμοποιούσαν για την παρασκευή
χαλουμιών, για τρεμίθια τσακιστά, αλλά και για τα παστά κρέατα από τους χοίρους
που έσφαζαν τα Χριστούγεννα.
Για τα παιδιά της παλιάς Χλώρακας
όμως, η Αλική του Κούλλουρου ήταν κάτι περισσότερο από ένας τόπος όπου μάζευαν
αλάτι. Ήταν τόπος χαράς, παιχνιδιού και καλοκαιρινών αναμνήσεων.
Τις καλοκαιρινές ημέρες περνούσε
καθημερινά από το στενό δρομάκι έξω από την αυλή μας ένα μικρό φορτηγάκι. Με
την πίσω πόρτα ανοιχτή, αγκομαχούσε στον δρόμο με πρώτη και δεύτερη ταχύτητα,
κατηφορίζοντας αργά προς τη θάλασσα.
Μόλις το βλέπαμε, όλα τα παιδιά
της γειτονιάς τρέχαμε να σκαρφαλώσουμε πάνω του. Ο οδηγός του, ο Κακός τ’
Αλέξη, ένας καλοκάγαθος άνθρωπος που υπέφερε από ρευματισμούς, πήγαινε
καθημερινά στην Αλική για να χωθεί στη ζεστή άμμο και να ανακουφίσει τους
πόνους του.
Ποτέ δεν μας έδιωχνε. Μας έπαιρνε
μαζί του με χαμόγελο και το μόνο που ζητούσε ήταν λίγη βοήθεια. Να τον θάψουμε
μέχρι τον λαιμό στην άμμο, μέσα σε έναν λάκκο που ανοίγαμε στην ακτή.
Και όσο εκείνος έμενε μέσα στη ζεστή άμμο, εμείς
κολυμπούσαμε και παίζαμε στα νερά της Αλικής, άλλοτε γαλήνια και γαλανά κάτω
από τον καλοκαιρινό ήλιο και άλλοτε αφρισμένα από τη δύναμη της τρικυμίας. Δεν
γνωρίζαμε τότε πως εκείνες οι απλές στιγμές θα γίνονταν αργότερα πολύτιμες
αναμνήσεις μιας εποχής που χάθηκε.
Η θάλασσα της Αλικής ήταν αρχικά βραχώδης. Με το
πέρασμα των χρόνων, η δύναμη των κυμάτων και τα θαλάσσια ρεύματα μετέφεραν
μεγάλες ποσότητες άμμου, που σκέπασαν τα βράχια και έπλασαν έναν μικρό φυσικό
ορμίσκο με αμμώδη βυθό, μια ήσυχη αγκαλιά της θάλασσας μέσα στην άγρια
ακτογραμμή της Χλώρακας.
Στην ίδια ακτή βρίσκονται σήμερα
σημαντικά σημεία αναφοράς της Χλώρακας. Εκεί βρίσκεται το μνημείο του Γεωργίου
Γρίβα Διγενή, αρχηγού της ΕΟΚΑ, καθώς και το μουσείο με το ιστορικό καΐκι
«Άγιος Γεώργιος», που συνδέεται με την παραλαβή του πρώτου οπλισμού του
απελευθερωτικού αγώνα του 1955-1959.
Στην περιοχή βρίσκεται επίσης το παρεκκλήσιο
του Αγίου Γεωργίου, το οποίο κτίστηκε με δωρεά της μεγάλης ευεργέτιδας Ζήνας
Κάνθερ.
Με τα χρόνια όμως η ακτή άλλαξε.
Η ανάπτυξη και οι ανθρώπινες επεμβάσεις αλλοίωσαν τη φυσική μορφή του τοπίου.
Μεγάλοι όγκοι πέτρας αφαιρέθηκαν και η άγρια ομορφιά που χαρακτήριζε την
περιοχή περιορίστηκε.
Κι όμως, πίσω από τις αλλαγές, η
Αλική του Κούλλουρου συνεχίζει να ζει μέσα στη μνήμη όσων μεγάλωσαν εκεί.
Είναι η ακτή με το αλάτι και τα
βράχια, με τα παιδιά που έτρεχαν πίσω από ένα μικρό φορτηγάκι, με τους
ανθρώπους που γνώριζαν τα μυστικά της θάλασσας και της γης.
Ένας μικρός τόπος, αλλά γεμάτος ιστορίες.
Ο ΠΑΡΑΚΑΣ
Ο Πάρακας είναι ένας από τους πιο επιβλητικούς βράχους της ακτογραμμής της Χλώρακας. Ένας θεόρατος βράχος, ένας απότομος κρημνός που υψώνεται πάνω από τη θάλασσα και κατεβαίνει βαθιά μέσα στα καθαρά νερά.
Εκεί όπου η στεριά τελειώνει
απότομα και η θάλασσα αρχίζει με το βαθύ της γαλάζιο, ο τόπος έχει μια άγρια
ομορφιά. Τα νερά κάτω από τους βράχους είναι πεντακάθαρα και βαθιά, κρύβοντας
στα σπλάχνα τους τον πλούτο της θάλασσας.
Παλαιότερα, εκεί στέκονταν οι
ψαράδες και παρατηρούσαν το πέλαγος. Όταν αντίκριζαν μεγάλα κοπάδια ψαριών, τα
λεγόμενα «αλάγια»,
έριχναν δυναμίτη στη θάλασσα για να τα χτυπήσουν και να εξασφαλίσουν την ψαριά
τους. Ήταν ένας τρόπος ψαρέματος μιας άλλης εποχής, όταν οι άνθρωποι προσπαθούσαν
με κάθε μέσο να πάρουν από τη θάλασσα όσα χρειάζονταν για να ζήσουν.
Όπως πολλοί τόποι της Χλώρακας,
έτσι και ο Πάρακας έχει τη δική του παράδοση για την προέλευσή του ονόματός
του.
Ένα παλιό παραμύθι λέει πως κάποτε ένα πριγκιπόπουλο
από τη Βενετία, που ονομαζόταν Πάρακας, ταξίδευε με το καράβι του προς τους
Αγίους Τόπους. Στον δρόμο του, το πλοίο του παρασύρθηκε από τους ανέμους και
παρέκκλινε της πορείας του, ώσπου έφτασε στα βαθιά νερά μπροστά από τον μεγάλο
βράχο της Χλώρακας, που από τότε, σύμφωνα με την παράδοση, φέρει το όνομά του.
Εκεί, μαγεμένος από την ομορφιά
του τόπου και από την ομορφιά μιας χωριατοπούλας, αποφάσισε να σταματήσει το
ταξίδι του και να ζητήσει την αγαπημένη του σε γάμο.
Από τότε, λέει η παράδοση, ο
τόπος κράτησε το όνομα του ξένου πριγκιπόπουλου και ο μεγάλος βράχος ονομάστηκε
«Πάρακας».
Μπορεί η ιστορία να ανήκει στον κόσμο των θρύλων, όμως τέτοιες αφηγήσεις είναι που δίνουν ζωή στους τόπους. Γιατί κάθε βράχος, κάθε ακτή και κάθε μικρός όρμος της Χλώρακας δεν είναι μόνο πέτρα και θάλασσα· είναι μνήμη, φαντασία και ιστορίες που πέρασαν από γενιά σε γενιά.
Ο ΚΟΤΤΣΙΑΣ
Ο Κοτσιάς είναι η μεγαλύτερη αμμουδιά της Χλώρακας, ένας μεγάλος κόλπος όπου η θάλασσα, αιώνες τώρα, απλώνει συνεχώς τα δώρα της. Οι τόνοι της άμμου που ξεβράζονται στην ακτή αλλάζουν κάθε χρόνο τη μορφή του τοπίου, σαν η θάλασσα να δημιουργεί και πάλι από την αρχή τη δική της παραλία.
Λέγεται πως από αυτή την ιδιότητα
της θάλασσας πήρε και το όνομά του. Η παλιά λέξη «κοτσιώ» σήμαινε σπέρνω, και
οι παλιοί κάτοικοι έλεγαν πως η θάλασσα «έσπερνε» άμμο στην ακτή, γι’ αυτό και
ο τόπος ονομάστηκε Κοτσιάς.
Οι παλιοί χωριανοί παρατηρούσαν τη θάλασσα και
διάβαζαν τα σημάδια της. Έλεγαν πως όταν, ύστερα από μεγάλη τρικυμία, η άμμος
δεν έβγαινε στην ακτή, ήταν γιατί τα δυνατά θαλάσσια ρεύματα την παρέσερναν στα
βαθιά. Τότε, καθώς οι «τσιακκίλες», οι μικρές και μεγάλες πέτρες που ήταν
σκορπισμένες κατά χιλιάδες στην ακρογιαλιά, χτυπούσαν μεταξύ τους από την ορμή
των κυμάτων, ακουγόταν ένας βαθύς υπόκωφος ήχος που έφτανε μέχρι ψηλά στο
χωριό. Για τους παλιούς αυτό ήταν σημάδι πως η θάλασσα θα γαλήνευε, ο καιρός θα
άνοιγε και θα ερχόταν καλοκαρία.
Στην παραλία του Κοτσιά φυτρώνουν
επίσης τα κρίνα του γιαλού, ένα σπάνιο άγριο λουλούδι που κινδυνεύει να
εξαφανιστεί. Είναι προστατευόμενο είδος, καθώς χρειάζονται αρκετά χρόνια μέχρι
ένα νέο φυτό να ανθίσει. Στη Χλώρακα σώζονται λίγα μόνο φυτά, ενώ τα συναντούμε
επίσης στον Ακάμα και στον Πύργο Τηλλυρίας.
Τα θαλασσινά κρίνα μοιάζουν σαν
μικρό θαύμα της φύσης. Μέσα στην ξηρή άμμο της ακτής ξεπροβάλλουν μεγάλα λευκά
άνθη, με λεπτή ομορφιά και ένα ξεχωριστό άρωμα που γίνεται πιο έντονο όταν
πέφτει η νύχτα. Για πολλούς ανθρώπους έγιναν σύμβολο της δημιουργίας, της
καθαρότητας και της αιώνιας προσπάθειας της φύσης να γεννά ζωή ακόμη και στα
πιο δύσκολα μέρη.
Και όπως κάθε τόπος της Χλώρακας,
έτσι και ο Κοτσιάς απέκτησε τη δική του ιστορία.
Λέγεται πως κάποτε ένας νεαρός
ψαράς ξανοιγόταν τα βράδια με τη βάρκα του στα βαθιά νερά της Χλώρακας για να
ρίξει τα δίχτυα του. Τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο, όταν οι νύχτες ήταν
σκοτεινές, πολλές φορές έβλεπε από μακριά ένα παράξενο φως να λαμπυρίζει στην
ακτή του Κοτσιά.
Το φως αυτό τον μαγνήτιζε και τον
καλούσε. Αρκετές φορές τράβηξε τα κουπιά του και πλησίασε τη στεριά, όμως κάθε
φορά, μόλις έφτανε κοντά, το φως χανόταν μέσα στο σκοτάδι.
Αποφάσισε λοιπόν μια μέρα να πάει
από νωρίς στην ακτή και να περιμένει κρυμμένος, για να ανακαλύψει το μυστικό
εκείνου του παράξενου λαμπυρίσματος.
Όταν ο ήλιος βασίλεψε και η νύχτα
απλώθηκε πάνω από τη θάλασσα, είδε μια όμορφη κοπέλα να περπατά στην ακρογιαλιά
κρατώντας ένα φανάρι. Με το βάδισμά της το φως κινούνταν ανάμεσα στα κρίνα του
γιαλού και από μακριά έμοιαζε σαν μικρή λάμψη που χόρευε μέσα στο σκοτάδι.
Ήταν μια χωριατοπούλα που
κατέβαινε τα βράδια στην παραλία για να απολαύσει το άρωμα των θαλασσινών
κρίνων, που όταν έπεφτε η νύχτα γέμιζαν τον αέρα με τη μοναδική τους ευωδιά.
Έτσι γνώρισε ο ψαράς την όμορφη
κοπέλα. Και όπως λέει η παράδοση, ήταν γραφτό τους να αγαπηθούν, να παντρευτούν
και η παράξενη γνωριμία τους, κάτω από το φως ενός φαναριού και το άρωμα των
κρίνων της θάλασσας, να μείνει σαν παραμύθι που περνά από γενιά σε γενιά.
ΘΑΛΑΣΣΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οι θάλασσες της Χλώρακας δεν
είναι μόνο νερό, άμμος και βράχια. Είναι ένα μεγάλο βιβλίο γραμμένο από τη φύση
και τους ανθρώπους που έζησαν κοντά τους.
Κάθε ακτή έχει το δικό της
πρόσωπο και τη δική της ιστορία. Η Βρέξη με τον Φουρφουρή, τα Μελανούθκια με
τον Μέλανο, τα Ροδαφίνια, η Μούττη, το Δήμμα, τα Μερσυνούθκια, ο Πηλός, η Αλική
του Κούλλουρου, ο Πάρακας και ο Κοτσιάς, δεν είναι απλώς ονομασίες πάνω σε έναν
χάρτη. Είναι τόποι που κράτησαν μέσα τους ήχους της θάλασσας, βήματα ανθρώπων,
χαρές παιδιών, κόπους ψαράδων και ιστορίες που πέρασαν από στόμα σε στόμα.
Οι παλιοί κάτοικοι της Χλώρακας
έμαθαν να διαβάζουν τη θάλασσα. Από τον ήχο των κυμάτων, το χρώμα του ουρανού,
το πέταγμα των πουλιών και την κίνηση των νερών, καταλάβαιναν τον καιρό και τις
διαθέσεις της φύσης. Η θάλασσα ήταν σύντροφος, τροφή, δρόμος και μνήμη.
Σήμερα πολλά έχουν αλλάξει.
Κάποιες ακτές άλλαξαν μορφή, άλλες σκεπάστηκαν από την ανάπτυξη και άλλες
κράτησαν ακόμη την παλιά τους ομορφιά. Όμως τα ονόματα έμειναν. Και μαζί με
αυτά έμειναν οι ιστορίες που θυμίζουν πως κάθε τόπος έχει ψυχή.
Γιατί η Χλώρακα δεν είναι μόνο το χωριό πάνω στο οροπέδιο. Είναι και η θάλασσά της. Μια θάλασσα που αιώνες τώρα αγκαλιάζει τη γη της, φυλάγοντας μέσα στα κύματά της τις μνήμες, τους θρύλους και τις φωνές των ανθρώπων της.
ΤΟΠΟΙ
ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΟΙ
ΤΡΕΜΙΘΚΙΕΣ ΤΗΣ ΖΗΝΑΣ
Στην άκρη της Χλώρακας, εκεί όπου άλλοτε η γη ήταν γεμάτη από δέντρα και άγρια βλάστηση, υπήρχε ένας τόπος ξεχωριστός, γνωστός στους παλιούς ως οι Τρεμιθκιές της Ζήνας.
Το όνομά του το πήρε από τις πολλές τρεμιθιές που
φύτρωναν στην περιοχή, δέντρα ανθεκτικά στον χρόνο, με βαθιές ρίζες μέσα στην
κυπριακή γη, που για αιώνες έστεκαν εκεί σαν σιωπηλοί φύλακες των ανθρώπων και
των ιστοριών τους. Αργότερα, η μεγάλη ευεργέτιδα της Χλώρακας, Ζήνα Κάνθερ,
αγόρασε την περιοχή για να διανοίξει δρόμο προς τη θάλασσα.
Οι παλιές τρεμιθιές δεν ήταν
απλώς δέντρα. Ήταν κομμάτι της ζωής των χωριανών. Κάτω από τη σκιά τους
ξεκουράζονταν οι γεωργοί, εκεί περνούσαν οι δρόμοι των παιδιών, εκεί γεννιόνταν
ιστορίες που από στόμα σε στόμα έφταναν μέχρι τις νεότερες γενιές.
Μια από αυτές τις ιστορίες
μιλούσε για έναν καλικάντζαρο που, όπως έλεγαν οι γιαγιάδες στα παιδιά, βγήκε
κάποτε από τα σκοτεινά βάθη της γης τις μέρες των Χριστουγέννων.
Οι καλικάντζαροι, σύμφωνα με την
παράδοση, κάθε Χριστούγεννα άφηναν τα σκοτεινά τους καταφύγια και τριγυρνούσαν
στα σπίτια των ανθρώπων, αναζητώντας κυρίως χοιρινό κρέας, που τόσο αγαπούσαν.
Λέγεται πως μια φορά ένας από αυτούς, μη βρίσκοντας τίποτε να φάει, πήρε τη
μορφή ανθρώπου και κτύπησε την πόρτα ενός χωριανού ζητώντας επίμονα φαγητό.
Ο χωριανός όμως ήταν άνθρωπος
δυνατός και σκληροτράχηλος. Δεν λύγισε στις παρακλήσεις του καλικάντζαρου και,
θυμωμένος από την επιμονή του, τον άρπαξε και τον έκανε «τουλούμι στο ξύλο».
Ο καλικάντζαρος, θέλοντας να
εκδικηθεί, τον ρώτησε πώς τον έλεγαν, για να επιστρέψει αργότερα με τους
συντρόφους του και να τον τιμωρήσουν. Ο πονηρός χωριανός όμως του απάντησε:
— Με λένε Κανένα.
Ο καλικάντζαρος γύρισε πίσω στους
άλλους και τους είπε πως τον είχε δείρει ο «Κανένας». Εκείνοι γέλασαν μαζί του,
νομίζοντας πως τρελάθηκε ή πως ήπιε πολύ κρασί. Τόσο πολύ όμως επέμενε, που στο
τέλος θύμωσαν μαζί του και, για να τον κάνουν να σωπάσει, τον έδεσαν σε μια
μεγάλη τρεμιθιά κοντά στο εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Πέρασαν οι μέρες των Φώτων, οι
καλικάντζαροι έφυγαν, μα ξέχασαν πίσω τον σύντροφό τους. Και έτσι, όπως έλεγαν
οι παλιοί, έμεινε εκεί δεμένος για αιώνες, να τον βλέπουν τα παιδιά, να τον
περιγελούν και να τον παίρνουν οι νοικοκυρές για να τους κάνει τις δύσκολες
δουλειές.
Τέτοιες ιστορίες έλεγαν οι
γιαγιάδες μας τα παλιά βράδια, όταν η φωτιά έκαιγε στο τζάκι και τα παιδιά
άκουγαν με φόβο και περιέργεια τα παράξενα παθήματα των πλασμάτων που ζούσαν
ανάμεσα στον κόσμο των ανθρώπων και των θρύλων.
Τα αιωνόβια δέντρα των τρεμιθιών έδιναν ζωή και
ομορφιά στον τόπο. Αργότερα, όταν η γη πέρασε στην κατοχή της μεγάλης
ευεργέτιδας της Χλώρακας, Ζήνας Κάνθερ, εκείνη τη δώρισε σε κατοίκους του
χωριού. Όμως με το πέρασμα των χρόνων οι ανάγκες της ανάπτυξης άλλαξαν τη μορφή
του τοπίου. Οι περισσότερες τρεμιθιές κόπηκαν για να ανεγερθούν οικοδομές,
αφήνοντας πίσω τους μόνο τη μνήμη ενός τόπου που κάποτε ήταν γεμάτος ζωή και
πράσινο.
Μια όμως μεγάλη τρεμιθιά έμεινε
όρθια.
Στέκει ακόμη εκεί σαν ζωντανή
μαρτυρία ενός κόσμου που χάθηκε. Θυμίζει τις εποχές που τα δέντρα είχαν
ονόματα, οι τόποι είχαν ιστορίες και κάθε γωνιά της Χλώρακας κρατούσε μέσα της
ένα παραμύθι.
Και έτσι ο τόπος έμεινε γνωστός μέχρι σήμερα ως οι Τρεμιθκιές της Ζήνας.
ΤΑ ΜΗΛΑ
Τα Μήλα είναι ένας τόπος που
απλώνεται μέχρι την περιοχή με την ονομασία Καπηρός. Είναι μια βαθιά λαξιά,
σκαμμένη από τα νερά του χειμώνα, που ξεκινά από τις παρυφές του οροπεδίου της
Χλώρακας και κατεβαίνει αργά προς τη θάλασσα.
Τους χειμωνιάτικους μήνες, όταν οι
βροχές ήταν δυνατές, μεγάλες ποσότητες όμβριων υδάτων συγκεντρώνονταν ψηλά και,
πέφτοντας από τον γκρεμό σαν φυσικός καταρράκτης, παρέσερναν τα μαλακά χώματα.
Με το πέρασμα των χρόνων τα νερά χάραξαν το δικό τους μονοπάτι και δημιούργησαν
ένα μικρό φυσικό ποτάμι που οδηγούσε στη θάλασσα.
Η ονομασία Μήλα, σύμφωνα με την
τοπική παράδοση, προήλθε από παραφθορά της λέξης, καθώς στην περιοχή φύτρωναν
πολλές κουρτουνιές, οι οποίες έδιναν στρογγυλούς καρπούς που έμοιαζαν με μικρά
μήλα.
Ήταν ένας τόπος ανοιχτός προς τη
θάλασσα, αλλά και γεμάτος μυστήριο. Οι παλιοί κάτοικοι διηγούνταν ιστορίες για
αερικά περάσματα, για σκιές και ψυχές που, όπως πίστευαν, περνούσαν από εκεί
τις νύχτες.
Έλεγαν πως τα παλιά χρόνια, μέχρι πριν από περίπου έναν
αιώνα, τα Μήλα ήταν ένας τόπος που τον φοβούνταν. Τις σκοτεινές νύχτες, όταν η
σιωπή σκέπαζε τη γη, ακούγονταν, όπως έλεγαν, τα κογκήματα των πεθαμένων και
παράξενοι ήχοι που τρόμαζαν τους περαστικούς. Μέχρι που, σύμφωνα με την
παράδοση, ένας καλόγερος που πέρασε από το χωριό έλυσε τα μάγια και ημέρεψε τον
τόπο.
Ο ΚΑΠΥΡΟΣ
Ο Καπυρός βρίσκεται νοτιοδυτικά
της Χλώρακας, μετά τις Τρεμιθκιές της Ζήνας, στα ριζά των υψωμάτων που
συνορεύουν με τα Μήλα. Μαζί με τα χωράφια του Χρυσοχού και την Παλιά Βρύση,
αποτελεί έναν τόπο που οι παλιοί θεωρούσαν ξεχωριστό, γεμάτο μυστήριο και
ιστορίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά.
Το τοπίο του Καπυρού είχε μια
ιδιαίτερη ομορφιά. Παλιά, όταν ακόμα τα νερά έτρεχαν άφθονα και η γη ήταν πιο
πλούσια σε βλάστηση, μια πηγή που ανάβλυζε ολοχρονίς πότιζε τον τόπο και δημιουργούσε
ένα μικρό φυσικό παράδεισο. Στην άκρη του υψωνόταν ένας ψηλός γκρεμός με
πετρώματα που, όταν ο ήλιος έγερνε προς τη δύση, αντανακλούσαν τις ακτίνες του
και σκορπούσαν μια δυνατή ζέστη. Από αυτή την πυρά του ήλιου, λέγεται πως πήρε
το όνομά του ο τόπος, από τη λέξη «πυρά»: Καπυρός.
Ήταν όμως και ένας τόπος που
γεννούσε φόβους και φαντασίες. Οι παλιοί γονείς, θέλοντας άλλοτε να φοβίσουν τα
παιδιά τους για να μην απομακρύνονται και άλλοτε για να τα κρατούν φρόνιμα,
έπλαθαν ιστορίες για παράξενα πλάσματα που κατοικούσαν εκεί. Οι σκοτεινές
νύχτες, όταν το φεγγάρι χανόταν και ο αγέρας περνούσε ανάμεσα από τους βράχους,
έκαναν τον τόπο να μοιάζει αλλιώτικος, σαν να έκρυβε μέσα του μυστικά από
άλλους καιρούς.
Η στετέ μου η Δεσποινού μου
διηγόταν πως στον Καπυρό κατοικούσαν οι πάουλλοι, που έπαιρναν τα άτακτα
παιδιά, καθώς και μια λόττα με τα κούνια, ένα μεγάλο φοβερό πλάσμα που έβγαινε
τις σκοτεινές χειμωνιάτικες νύχτες για να βρει τροφή για τα μικρά της.
Όταν τα μωρά δεν κοιμόντουσαν και
ο αγέρας σφύριζε ανάμεσα στα δέντρα και στους βράχους, οι μανάδες και οι
γιαγιάδες έλεγαν πως εκείνοι οι παράξενοι ήχοι ήταν οι κουδούνες που κρέμονταν
στον λαιμό της λόττας και ακούγονταν κάθε φορά που έβγαινε να περιπλανηθεί.
Έτσι τα παιδιά σκεπάζονταν καλά με το πάπλωμα και έμεναν ήσυχα, προσπαθώντας να
αποκοιμηθούν γρήγορα, μήπως και τα ανακαλύψει το μεγάλο θεριό.
Σήμερα ο Καπυρός είναι ένας τόπος
που κρατά περισσότερο τη μνήμη παρά τον φόβο. Οι ιστορίες των παλιών δεν ήταν
μόνο παραμύθια, ήταν
ένας τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι έδιναν ψυχή στους τόπους τους και
μετέφεραν στα παιδιά τους τη φαντασία, τις αγωνίες και τα μυστικά μιας άλλης
εποχής.
ΤΟ
ΠΕΡΒΟΛΙ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΧΟΥ
Ο Χρυσοχός είναι ένας μικρός
τόπος πάνω από την Παλιά Βρύση, στη βορειοδυτική πλευρά της Χλώρακας. Είναι ένα
μικρό χωραφάκι, ίσα με μια βραχτή γης, που όμως η παράδοση το έντυσε με
ιστορίες για χρυσάφι, μυστικά και ανθρώπους που αναζήτησαν την τύχη τους μέσα
στα χώματα του.
Λέγεται πως τα παλιά χρόνια εκεί
είχε το εργαστήρι του ένας τεχνίτης χρυσοχόος. Παρόλο που η Χλώρακα ήταν τότε
ένα μικρό χωριό, εκείνος διάλεξε αυτό τον τόπο για να εγκατασταθεί, γιατί,
σύμφωνα με την παράδοση, μέσα στα χώματα της περιοχής υπήρχαν μικρά ψήγματα
χρυσού. Όταν οι γεωργοί όργωναν τα χωράφια τους, χώματα κολλούσαν πάνω στα ηνία
των αρότρων και ανάμεσα τους βρίσκονταν μικρά κομμάτια χρυσού, τα οποία έδιναν
στον χρυσοχόο για επεξεργασία.
Η παράδοση λέει πως στον μεγάλο
σεισμό του 1443 το εργαστήρι καταστράφηκε και ένας τεράστιος βράχος κύλησε από
τη θέση του και στάθηκε εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου
Υπατίου. Πάνω σε εκείνο τον βράχο οι κάτοικοι τοποθέτησαν ένα μικρό σιδερένιο
κουτί, μέσα στο οποίο άναβαν καντήλι και τιμούσαν τον Άγιο Υπάτιο, τον
θεραπευτή των μικρών παιδιών που αργούσαν να περπατήσουν.
Παλιά οι γονείς έφερναν εκεί τα παιδιά
τους και έδεναν στα πόδια τους ένα λεπτό νήμα. Κρατώντας τα από τα χέρια τα
βοηθούσαν να περπατήσουν γύρω από τον βράχο, μέχρι που η κλωστή κοβόταν.
Πίστευαν πως τότε ο Άγιος θα έκανε το θαύμα του και το παιδί θα έβρισκε τη
δύναμη να περπατήσει.
Οι παλιοί κάτοικοι διηγούνταν
ακόμη πως μέσα στον μεγάλο βράχο υπήρχε ένα κρυφό άνοιγμα, κλεισμένο με μια
πέτρινη θύρα τόσο καλά προσαρμοσμένη, που έμοιαζε σαν φυσικό σκάλισμα του
βράχου. Πίσω από εκείνη τη μυστική πόρτα, έλεγαν πως ο χρυσοχόος φύλαγε τα χρυσάφια
του, τα οποία έμειναν κρυμμένα μετά τον θάνατό του.
Η ίδια παράδοση λέει πως, όταν ο
βράχος μετακινήθηκε από τον σεισμό και στάθηκε κοντά στην Παλιά Βρύση, ο
Χατζηφίλιππος ο Τοκογλύφος, τότε ακόμη νεαρός, ανακάλυψε τυχαία το κρυφό
άνοιγμα και βρήκε τα χρυσάφια. Με αυτό τον τρόπο απέκτησε μεγάλη περιουσία και
αργότερα έγινε ένας από τους πιο εύπορους ανθρώπους του χωριού.
Μια άλλη ιστορία που έμεινε
ζωντανή στη μνήμη των παλιών, μιλά για έναν Κύπριο αλχημιστή που ζούσε στη
Βενετία και κάποτε επισκέφθηκε το μικρό εργαστήρι του Χρυσοχού. Ο χρυσοχόος τού
παραχώρησε τον χώρο για λίγες μέρες και εκείνος κλείστηκε μέσα, ζητώντας μόνο
από τους ζευγολάτες να του φέρνουν τα χώματα που κολλούσαν πάνω στα ηνία των
αρότρων όταν όργωναν την περιοχή.
Ύστερα από μέρες, όταν ο
αλχημιστής σταμάτησε να δίνει σημεία ζωής, οι χωριανοί άνοιξαν δειλά την πόρτα
για να δουν τι είχε συμβεί. Το εργαστήρι ήταν άδειο. Πάνω όμως στο τραπέζι
βρήκαν αφημένο ένα ψωμί φτιαγμένο από χρυσάφι.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ γιατί ο
μυστηριώδης εκείνος άνθρωπος άφησε πίσω του το χρυσό ψωμί. Άλλοι είπαν πως ήταν
ένα σημάδι της τέχνης του, άλλοι πως ήθελε να αφήσει μια παρακαταθήκη στους
ανθρώπους του τόπου. Γιατί, σύμφωνα με τον θρύλο, ο μεγάλος αλχημιστής μπορούσε
να μετατρέπει τον πηλό της γης σε χρυσάφι.
Έτσι έμεινε ο Χρυσοχός στη μνήμη
των Χλωρακιωτών, ένας μικρός τόπος όπου η γη, η πίστη και η φαντασία ενώθηκαν
και δημιούργησαν ιστορίες που ταξίδεψαν μέσα στον χρόνο.
ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ
ΤΗΣ ΦΙΛΟΞΕΝΗΣ
Τα παλιά χρόνια όταν η Χλώρακα ήταν ακόμη ένα μικρό χωριό κτισμένο στα ψηλώματα, μακριά από την εύφορη παραλιακή πεδιάδα, οι άνθρωποι ζούσαν πιο κοντά στη γη και στα νερά της.
Τα καλοκαίρια, όταν οι δουλειές
στα χωράφια ήταν πολλές και η ζέστη του πρωινού έκανε δύσκολη την εργασία, οι
γεωργοί κατέβαιναν στον κάμπο. Έστηναν πρόχειρα καταλύματα κάτω από τα δέντρα,
έστρωναν πάνω στη γη και περνούσαν εκεί τις νύχτες, ώστε με το πρώτο φως της
ημέρας να ποτίζουν και να περιποιούνται τα χωράφια τους πριν ανέβει ο ήλιος
ψηλά.
Λίγο πριν τη
θάλασσα, εκεί όπου
άρχιζε ο δρόμος προς την Κάτω Πάφο, βρισκόταν ένα χωράφι που έμεινε γνωστό ως το
χωράφι της Φιλόξενης. Εκεί, μια γυναίκα που την έλεγαν Φιλόξενη έστηνε το
πρόχειρο υποστατικό της και καλλιεργούσε τη γη της.
Δίπλα στο χωράφι της βρισκόταν το
Καμαρούι, μια παλιά βρύση με κρυστάλλινο νερό, που για αιώνες δρόσιζε τους
ανθρώπους και πότιζε τα χωράφια του κάμπου. Μπροστά από τη βρύση περνούσε το μονοπάτι που οδηγούσε προς την Κάτω Πάφο.
Όλοι οι περαστικοί από τα γύρω χωριά σταματούσαν εκεί για να ξεδιψάσουν, να
ξεκουραστούν και να πάρουν λίγη ανάσα από τον δρόμο.
Η Φιλόξενη ήταν άνθρωπος
καλόκαρδος. Άνοιγε την καρδιά και το σπίτι της στους περαστικούς, τους πρόσφερε
νερό, καφέ και γλυκό, και τους έκανε να αισθάνονται σαν να βρίσκονταν στο δικό
τους σπίτι. Γι’ αυτό και οι άνθρωποι της έδωσαν το όνομα που ταίριαζε στον
χαρακτήρα της: Φιλόξενη.
Μια μέρα ένα μικρό καραβάνι
σταμάτησε στη βρύση. Η Φιλόξενη τους καλωσόρισε, τους φιλοξένησε και τους
πρόσφερε ό,τι είχε. Οι διαβάτες ξαπόστασαν, ξεκουράστηκαν και ύστερα συνέχισαν
τον δρόμο τους.
Μαζί με τα άλλα ζώα της είχε και
ένα μικρό μουλούι, ένα ζώο που προερχόταν από διασταύρωση αλόγου και γαϊδάρου.
Μετά από ώρα, η Φιλόξενη κατάλαβε πως το ζώο της έλειπε. Νόμισε πως ίσως είχε
ακολουθήσει το καραβάνι και έτρεξε πίσω τους να το βρει.
Όταν τους πρόλαβε και ρώτησε για
το μουλούι της, εκείνοι της είπαν πως δεν ήταν μαζί τους. Ένας από τους
διαβάτες, βλέποντάς την στενοχωρημένη, προσπάθησε να την παρηγορήσει:
— Μην απελπίζεσαι. Γύρισε πίσω
και ψάξε στα φωτιστικά της περιοχής. Ίσως να έπεσε σε κάποιο λάκκο και να το
προλάβεις ζωντανό.
Η Φιλόξενη, ακούγοντας αυτά τα
λόγια, πήρε θάρρος.
— Μα πώς είναι δυνατόν να έπεσε
σε φωτιστικό και να είναι ακόμη ζωντανό; — αναρωτήθηκε.
Όμως η ελπίδα πως θα το έβρισκε
ζωντανό την έκανε να γυρίσει γρήγορα πίσω. Έτρεξε και έφτασε ξανά στη βρύση,
κουρασμένη όμως και
διψασμένη.
Ήταν τόσο ποσταμένη και διψασμένη, που έσκυψε πάνω από τη βρύση και ήπιε βιαστικά, χωρίς να πάρει ανάσα. Μα η μεγάλη της λαχτάρα για νερό στάθηκε μοιραία. Το σώμα της δεν άντεξε την απότομη πόση μετά την τόση κούραση. Εκεί, δίπλα στη βρύση που τόσα χρόνια δρόσιζε τους ανθρώπους και τα χωράφια, έσκασε, έπεσε και πέθανε.
Το μικρό μουλούι είχε πέσει σε ένα φωτιστικό, έναν
βαθύ λάκκο του λαγουμιού της βρύσης, και είχε πνιγεί χωρίς κανείς να γνωρίζει
τι είχε απογίνει. Πολλά χρόνια αργότερα, ο Μαυρονικόλας κατέβηκε στο φωτιστικό
για να το καθαρίσει και εκεί, μέσα στο νερό που τόσα χρόνια έκρυβε το μυστικό, βρήκε
τα απομεινάρια του μικρού ζώου και αποκάλυψε, ύστερα από δεκαετίες, το μυστικό
που έκρυβε το Καμαρούι.
Η παράδοση λέει πως ακόμη ήταν άλιωτο, αφού το νερό του λαγουμιού τα είχε κρατήσει
αναλλοίωτα μέσα στο πέρασμα του χρόνου.Έτσι έμεινε το όνομα «Το χωράφι της Φιλόξενης»,
ένας τόπος που θυμίζει μια εποχή όπου οι βρύσες δεν ήταν μόνο πηγές νερού, αλλά
τόποι συνάντησης, ξεκούρασης και ανθρώπινης καλοσύνης.
ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ
ΤΗΣ ΑΛΗΠΑΤΟΥΣ
Ήταν κάποτε μια μικρή ορφανή
κοπέλα που την έλεγαν Πατού. Ζούσε μόνη της σε ένα μικρό σπιτάκι, κτισμένο μέσα
σε ένα μικρό χωραφάκι, όπου φύτρωναν τρεμιθιές, τερατσιές και βελανιδιές.
Ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών και,
για να μπορέσει να ζήσει, πάλευε καθημερινά με τη γη. Μάζευε τεράτσια και
έφτιαχνε τερατσόμελο, μάζευε τρεμίθια και έφτιαχνε τρεμιθόλαδο, ενώ τα
βελανίδια τα χρησιμοποιούσε ως τροφή για τα ζώα. Καλλιεργούσε ακόμη λίγα χόρτα
και οπωρικά, τα οποία πότιζε από την παλιά βρύση του χωριού, και τα πουλούσε
στις νοικοκυρές της Χλώρακας.
Οι γυναίκες του χωριού την
αγαπούσαν και τη βοηθούσαν όσο μπορούσαν. Ήταν ένα φτωχό κορίτσι, όμως τίμιο,
εργατικό και καλόκαρδο. Στον ελεύθερο χρόνο της επισκεπτόταν τις χωριανές και
πρόθυμα βοηθούσε στις δουλειές του σπιτιού. Εκείνες τη συμβούλευαν και της
εύχονταν μια καλύτερη ζωή, να βρει έναν καλό άνθρωπο και να φτιάξει το δικό της
σπιτικό.
Την ίδια εποχή περνούσε από τη
Χλώρακα ένας μικρέμπορας που τον έλεγαν Αλή. Είχε έρθει στην Κύπρο από τα
παράλια της Ανατολής και είχε εγκατασταθεί στην πόλη του Κτήματος. Κρατώντας
μαζί του διάφορα εμπορεύματα, εργαζόταν ως γυρολόγος και γύριζε τα χωριά πουλώντας
την πραμάτεια του.
Με τα χρόνια, με την εργατικότητα
και τη νοικοκυροσύνη του, κατάφερε να προκόψει. Αγόρασε γη στη Γεροσκήπου,
δημιούργησε το δικό του κτήμα, φύτεψε καλλιέργειες και έγινε ένας εύπορος
άνθρωπος.
Όμως μέσα στην καρδιά του είχε
κρατήσει μια παλιά ανάμνηση. Από τότε που, φτωχός ακόμη πραματευτής, περνούσε
από τη Χλώρακα, είχε προσέξει την όμορφη και σεμνή Πατού. Δεν τόλμησε όμως ποτέ
να της μιλήσει για την αγάπη του, γιατί τότε δεν είχε τίποτε να της προσφέρει.
Πέρασαν τα χρόνια. Και μια
Κυριακή, μετά τη λειτουργία, ενώ οι χωριανοί κάθονταν στον καφενέ, φάνηκε από
μακριά ένας καβαλάρης πάνω σε ένα ψηλό άλογο. Φορούσε αρχοντική φορεσιά και
έδειχνε άνθρωπος που είχε γνωρίσει την προκοπή.
Οι χωριανοί τον κοίταξαν με
απορία, μέχρι που τον αναγνώρισαν. Ήταν ο παλιός πραματευτής Αλής, που τώρα
επέστρεφε στη Χλώρακα ως άρχοντας.
Δεν είχε έρθει όμως για να
επισκεφθεί το χωριό. Είχε έρθει για να ζητήσει σε γάμο την Πατού.
Ο γάμος έγινε με χαρές και
πανηγύρια. Οι χωριανοί χάρηκαν για την καλή τύχη της ορφανής κοπέλας που, μέσα
από τις δυσκολίες της ζωής, βρήκε τον δρόμο της.
Ύστερα η Πατού έφυγε από το μικρό
της χωράφι και ακολούθησε τον άντρα της. Η γη έμεινε σιγά-σιγά έρημη, τα
τρεμίθια και τα τεράτσια συνέχισαν να φυτρώνουν χωρίς ανθρώπινο χέρι να τα
φροντίζει, όμως το όνομα έμεινε ζωντανό μέχρι σήμερα:
«Το χωράφι της Αληπατούς».
Ένας τόπος που κρατά στη μνήμη
του την ιστορία μιας φτωχής ορφανής κοπέλας και ενός ανθρώπου που, μέσα από
τους δρόμους της ζωής, γύρισε πίσω για να εκπληρώσει μια παλιά αγάπη.
Το χωράφι της Αληπατούς βρίσκεται
στη Χλώρακα, στην περιοχή της οδού Νικόλα Πενταρά και Αντώνη Χ΄Αχχιλλέα,
περίπου διακόσια μέτρα από την παλιά βρύση του χωριού.
Ο ΜΕΛΑΝΟΣ
Ο Μέλανος είναι ένας υπερυψωμένος
τόπος στα νότια σύνορα της Χλώρακας, προς τη μεριά της Κάτω Πάφου. Τα πετρώματα
της περιοχής έχουν σκούρο, μελανό χρώμα, και από αυτή τη φυσική ιδιαιτερότητα
πήρε το όνομά του ο τόπος.
Όμως οι παλιοί άνθρωποι της
Χλώρακας διηγούνταν και μια άλλη ιστορία, μια ιστορία σκοτεινή που χάθηκε μέσα
στα βάθη του χρόνου.
Έλεγαν πως σε παλιές εποχές, τότε
που η δουλεία υπήρχε σε πολλούς τόπους του κόσμου και οι άνθρωποι που
στερούνταν την ελευθερία τους θεωρούνταν ιδιοκτησία των αφεντικών τους, δεν
είχε μείνει ανεπηρέαστη ούτε η Κύπρος. Σε διάφορες περιόδους της ιστορίας,
άνθρωποι γνώρισαν τη σκλαβιά και την απάνθρωπη μεταχείριση, δουλεύοντας σε
δύσκολες συνθήκες στη γη και στα έργα των ισχυρών.
Η παλιά αυτή παράδοση συνδέει την
περιοχή της Πάφου με τα χρόνια των Φράγκων, όταν μεγάλα κτήματα πέρασαν στα
χέρια φεουδαρχών και η καλλιέργεια της γης αναπτύχθηκε σε μεγάλη κλίμακα.
Λέγεται πως τότε οι πεδιάδες της Πάφου, από τη Μάα μέχρι την Πέτρα του Ρωμιού,
καλλιεργούνταν εκτεταμένα, ενώ τα νερά που έρχονταν από τα αυλάκια της Ρήγαινας
βοηθούσαν στην άρδευση της γης μέχρι την περιοχή της Πάφου.
Μέσα σε αυτά τα παλιά χρόνια, μια
διήγηση λέει πως στη Χλώρακα μια ομάδα σκλάβων, μη αντέχοντας άλλο τη σκληρή
ζωή και την απάνθρωπη μεταχείριση από τον αφέντη τους, αποφάσισε να
δραπετεύσει. Γνώριζαν πως η απόπειρά τους ήταν επικίνδυνη και πως ίσως πλήρωναν
με τη ζωή τους την προσπάθεια για ελευθερία, όμως προτίμησαν να αγωνιστούν παρά
να συνεχίσουν τη σκλαβιά.
Ο αφέντης τους τούς καταδίωξε
μέχρι το ύψωμα που δεσπόζει πάνω από τον κάμπο της Χλώρακας. Εκεί, σύμφωνα με
την παράδοση, τους πρόλαβε και τους σκότωσε, θέλοντας να παραδειγματίσει όσους
θα τολμούσαν να αντισταθούν.
Οι παλιοί έλεγαν πως το αίμα
εκείνων των ανθρώπων πότισε τη γη και κατέβηκε μέχρι τη θάλασσα, δίνοντας στο
τοπίο το σκούρο χρώμα του. Έτσι, ο τόπος ονομάστηκε Μέλανος, ενώ η
κοντινή θαλάσσια περιοχή Μελανούθκια, σαν να κράτησαν μέσα στα χώματα
και στα νερά το αίμα των σφαγιασθέντων σκλάβων της παλιάς τραγωδίας.
Και αν η ιστορία αυτή είναι
θρύλος ή ανάμνηση από γεγονότα που χάθηκαν στον χρόνο, ένα πράγμα παραμένει: οι
τόποι δεν κρατούν μόνο πέτρες και χώματα. Κρατούν μέσα τους τις φωνές, τους
φόβους, τους αγώνες και τις ελπίδες των ανθρώπων που πέρασαν από πάνω τους.
ΤΟΠΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Οι τόποι της Χλώρακας δεν είναι
μόνο ονόματα γραμμένα σε χάρτες. Είναι κομμάτια μιας γης που έζησε, πόνεσε,
αγάπησε και κράτησε μέσα της τις φωνές των ανθρώπων της.
Από τις ακρογιαλιές της, όπου η
θάλασσα αιώνες τώρα σμιλεύει τους βράχους και αφήνει την άμμο της να ταξιδεύει
με τα κύματα, μέχρι τους λόφους και τις λαξιές της στεριάς, κάθε τόπος κρύβει
μια ιστορία. Άλλοτε μια πραγματική ανάμνηση που πέρασε από στόμα σε στόμα,
άλλοτε ένας θρύλος που γεννήθηκε μέσα στη φαντασία των ανθρώπων, αλλά πάντοτε
δεμένος με τη ζωή του χωριού.
Το ΔΗΜΜΑ, ο Κοτσιάς, η Αλική, ο
Πηλός, τα Μερσυνούθκια και ο Πάρακας κρατούν μέσα τους τη φωνή της θάλασσας και
των ψαράδων που πάλευαν με τα κύματα. Οι παλιές βάρκες, οι μικροί ορμίσκοι, τα
αλάτια, τα κρίνα του γιαλού και οι ιστορίες των ανθρώπων έγιναν μέρος της
μνήμης του τόπου.
Η στεριά, όμως, έκρυβε κι αυτή τα
δικά της μυστικά. Οι Τρεμιθκιές της Ζήνας, τα Μήλα, ο Καπυρός, το Περβόλι του
Χρυσοχού, το χωράφι της Φιλόξενης, το χωράφι της Αληπατούς και ο Μέλανος δεν
ήταν απλά χωράφια και τοπωνύμια. Ήταν τόποι όπου γεννήθηκαν ιστορίες για
καλικάντζαρους, αερικά, παλιούς τεχνίτες, φτωχούς ανθρώπους, αγάπες, πλούτη,
δυσκολίες και αγώνες.
Κάποτε οι άνθρωποι της Χλώρακας
γνώριζαν κάθε πέτρα, κάθε δέντρο, κάθε βρύση και κάθε μονοπάτι. Ήξεραν πού
φύτρωνε ένα λουλούδι, πού κρυβόταν μια πηγή, πού περνούσε το νερό του χειμώνα
και πού γεννιόταν μια ιστορία. Η φύση και ο άνθρωπος ήταν δεμένοι με μια σχέση
που σήμερα σιγά-σιγά χάνεται.
Πολλά άλλαξαν με τα χρόνια. Οι
δρόμοι άνοιξαν, τα σπίτια πλήθυναν, η γη άλλαξε μορφή και πολλές παλιές εικόνες
χάθηκαν. Όμως τα ονόματα έμειναν. Και μέσα στα ονόματα αυτά ζει η μνήμη ενός
κόσμου που δεν υπάρχει πια όπως παλιά.
Γιατί ένας τόπος δεν είναι μόνο η
πέτρα και το χώμα του. Είναι οι άνθρωποι που περπάτησαν πάνω του, τα χέρια που
τον καλλιέργησαν, οι φωνές που ακούστηκαν στις αυλές, οι ψαράδες που ταξίδεψαν
στα νερά του, οι μανάδες που διηγούνταν ιστορίες στα παιδιά τους και οι
παππούδες που φύλαξαν τις παραδόσεις.
Αυτοί είναι οι τόποι της Χλώρακας. Τόποι μικροί σε μέγεθος, αλλά μεγάλοι σε μνήμη. Τόποι που κουβαλούν μέσα τους αιώνες ζωής, θρύλους και αλήθειες, και περιμένουν να τους ξαναθυμηθούν οι άνθρωποι που τους αγαπούν.
ΤΑ ΥΔΑΤΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ
Το νερό, από τα πανάρχαια χρόνια,
υπήρξε για τον άνθρωπο πηγή ζωής, αλλά και πηγή μνήμης, θρύλων και πολιτισμού.
Η σημασία του υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε οι λαοί το τίμησαν μέσα από τους μύθους
τους, το ανέδειξαν σε στοιχείο ιερό και δημιούργησαν γύρω από τις πηγές, τα
ποτάμια και τα τρεχούμενα νερά ιστορίες, δοξασίες και παραδόσεις.
Το νερό έγινε έτσι στοιχείο
έμπνευσης και δημιουργίας. Εκεί όπου υπήρχε τρεχούμενο νερό, οι άνθρωποι
έκτιζαν βρύσες, συνήθως δημόσιες, για να μπορούν να τις χρησιμοποιούν όλοι,
πλούσιοι και φτωχοί. Οι παλιές αυτές βρύσες δεν ήταν μόνο τόποι άντλησης του νερού·
έγιναν σημεία συνάντησης, κοινωνικής ζωής και επικοινωνίας, αλλά και δείγματα
της αρχιτεκτονικής παράδοσης και της λαϊκής τέχνης κάθε τόπου.
Στη Χλώρακα σώζονται τρεις παλιές
βρύσες: ο «Πύρκος», νοτιοανατολικά του παρεκκλησίου του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, το
«Καμαρούϊ», στη λεωφόρο Χλώρακας προς την Κάτω Πάφο, και η παλιά «Βρύση», κοντά
στο κέντρο της κοινότητας.
ΗΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ ΤΟΥ ΠΥΡΚΟΥ
Η βρύση του Πύρκου βρισκόταν περίπου πεντακόσια μέτρα νότια της εκκλησίας του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Ήταν κτισμένη σε ύψωμα, από όπου ο άνθρωπος μπορούσε να κατοπτεύει μεγάλο μέρος του κάμπου και της ακτογραμμής της Χλώρακας. Ίσως από αυτή τη θέση, από την οποία ο τόπος φαινόταν σαν να απλωνόταν μπροστά στα μάτια του παρατηρητή, να προήλθε και η ονομασία της.
Η βρύση βρισκόταν σε χωράφι
ιδιοκτησίας της οικογένειας του Λεωνή Χριστοδούλου Σιαμμά. Όταν το χωράφι
πουλήθηκε, οι νέοι ιδιοκτήτες κατεδάφισαν τη βρύση. Αργότερα ξανακτίστηκε λίγα
μέτρα πιο πέρα, όμως το νέο κτίσμα δεν διατηρεί ούτε το αρχικό σχήμα ούτε την
παλιά μορφή της.
Η ΠΑΛΙΑ ΒΡΥΣΗ ΔΙΠΛΑ ΣΤΟΝ ΑΓΙΟ ΥΠΑΤΙΟ
Από τις τρεις παλιές βρύσες της Χλώρακας, εκείνη που βρίσκεται κοντά στον Άγιο Υπάτιο είναι η μόνη που σώζεται σχεδόν όπως κτίστηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια.
Βρίσκεται λίγα μέτρα από την
κεντρική πλατεία της κοινότητας, στην πλευρά ενός χειμάρρου, σε τόπο που άλλοτε
ήταν καταπράσινος. Θεόρατες δρύες και άλλα δέντρα, άγρια βλάστηση, καλαμιώνες
και πλούσια πανίδα δημιουργούσαν τότε ένα τοπίο γεμάτο ζωή. Από τους καλαμιώνες
οι κάτοικοι έφτιαχναν ψαθαρκές, τις οποίες κρεμούσαν στα βολίκια των σπιτιών
και πάνω τους τοποθετούσαν τα ψωμιά τους.
Σήμερα πολλά από εκείνα έχουν
χαθεί. Η γη ξεχερσώθηκε, η φυσική βλάστηση υποχώρησε και στη θέση παλιών
φυσικών χώρων κτίστηκαν θέατρα, εκκλησίες και άλλα οικοδομήματα. Ανάμεσα σε
όλες αυτές τις αλλαγές, η παλιά Βρύση παρέμεινε όρθια, περιποιημένη και
συντηρημένη, σαν ένα μικρό απομεινάρι ενός κόσμου που έφυγε.
Όπως σε πολλά μέρη της Κύπρου,
έτσι και στη Χλώρακα, το νερό συνδέθηκε με παλιές δοξασίες. Οι άνθρωποι
πίστευαν πως στις πηγές κατοικούσαν καλές νεράιδες αλλά και κακές ανεράδες και
προσπαθούσαν να τις καλοπιάσουν με προσφορές, όπως βασιλόπιττες και
μελομακάρουνα, για να γλυκάνουν εκείνες και μαζί τους τα νερά.
Οι γεροντότεροι κάτοικοι
θυμούνται ακόμη πως, τα παλιά χρόνια, το πρωί της Πρωτοχρονιάς, μετά την
εκκλησία, οι κάτοικοι πήγαιναν στην παλιά Βρύση του χωριού για να γεμίσουν τις
στάμνες τους με το καινούριο, αγιασμένο νερό. Προηγουμένως γινόταν δέηση από
τον ιερέα, ο οποίος ευλογούσε το νερό στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του
Αγίου Πνεύματος και ύστερα ράντιζε την κεφαλή των ανθρώπων με ένα κλωνί
δεντρολίβανου ή βασιλιτσιάς.
Έτσι το νερό της Βρύσης δεν ήταν
μόνο νερό. Ήταν ευλογία, έθιμο και μνήμη. Ήταν ένας μικρός τελετουργικός δεσμός
ανάμεσα στον άνθρωπο, στη φύση και στην πίστη.
ΤΡΕΞΙΜΙΑ ΝΕΡΑ
Εκτός από τις βρύσες, η Χλώρακα
είχε και τα τρεξιμιά νερά της. Χείμαρροι κατέβαιναν από διάφορες περιοχές και
ακολουθούσαν τις φυσικές χαράξεις της γης. Ένας από αυτούς βρισκόταν στα
Διπλαρκάτσια, στα σύνορα με την πόλη της Πάφου, άλλος στην περιοχή του Αγίου
Νικολάου και άλλος στην περιοχή των Κλούνων. Υπήρχε ακόμη χείμαρρος στα σύνορα
με τη Λέμπα.
Στην περιοχή των Διπλαρκατσιών ο
χείμαρρος πήρε το όνομά του από τη συνάντησή του με έναν διπλανό χείμαρρο,
σχηματίζοντας έτσι ένα διπλό αργάκι. Από αυτή την ιδιομορφία του τοπίου,
σύμφωνα με την τοπική παράδοση, προήλθε και η ονομασία «Διπλαρκάτσια».
Στον Άη Νικόλα υπήρχε μεγάλο
λαγούμι που προχωρούσε προς τα ενδότερα της κοινότητας. Από εκεί ανάβλυζε νερό,
το οποίο κατευθυνόταν προς το ρυάκι κάτω από το γήπεδο της Χλώρακας και από
εκεί συνέχιζε την πορεία του προς τη θάλασσα των Ροδαφινιών. Το στόμιο του
λαγουμιού βρισκόταν δίπλα στο εκκλησάκι του Αγίου Νικολάου, όμως αργότερα
επιχωματώθηκε και έκλεισε. Λίγα μέτρα πιο πέρα σώζεται ένα από τα «φωτιστικά»
του λαγουμιού, δηλαδή άνοιγμα προς την επιφάνεια της γης, από το οποίο
μπορούσαν να επιθεωρούν το εσωτερικό του και να ελέγχουν για τυχόν
κατολισθήσεις.
Στα στάσιμα νερά των τρεξιμιών
νερών φύτρωνε παλαιότερα ένα υλικό που έμοιαζε με σχοινί. Οι κάτοικοι το
χρησιμοποιούσαν για να δένουν τις πατροπαράδοτες κυπριακές καρέκλες.
Η Χλώρακα ήταν κτισμένη πάνω σε
πετρώδες οροπέδιο, με λιγοστά αλλά εύφορα χώματα. Σ' αυτά οι γεωργοί
καλλιεργούσαν αγγουριές και άλλα κηπευτικά. Τα αγγούρια της Χλώρακας απέκτησαν
με τα χρόνια μεγάλη φήμη και έγιναν γνωστά πέρα από τα όρια της κοινότητας.
Για να ποτίσουν τις αγγουριές και
τις άλλες ρέντες, οι γεωργοί έσκαβαν βαθιούς λάκκους, από τους οποίους ανέβαζαν
το νερό με αλακάτια. Όταν όμως τα νερά στέρευαν, έφερναν νερό από τη γειτονική
Έμπα μέσα από πρόχειρα αυλάκια που κατασκεύαζαν οι ίδιοι. Τα τρεξιμιά νερά,
άλλωστε, δεν ήταν πάντοτε σταθερά, αφού η Κύπρος γνώριζε κατά διαστήματα
μεγάλες ανομβρίες.
ΜΩΡΟΖΟΣ
Τα πηγάδια ήταν ορύγματα μέσα στη
γη, τα οποία επικοινωνούσαν με τα υπόγεια νερά. Το νερό μπορούσε να αντληθεί
είτε με αντλία είτε με δοχεία που ανυψώνονταν μηχανικά ή με το χέρι.
Τα παλιά χρόνια, σχεδόν σε κάθε
αυλή και χωράφι υπήρχαν λάκκοι που οι ιδιοκτήτες έσκαβαν με μεγάλο κόπο, γιατί
το νερό ήταν απαραίτητο για κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής. Στις αυλές
χρησιμοποιούσαν μικρά αλακάτια, τα οποία γύριζαν με το χέρι, αφού το νερό
προοριζόταν κυρίως για οικιακή χρήση. Για την άρδευση των αγρών, όμως,
χρησιμοποιούσαν μεγαλύτερα αλακάτια, τα οποία κινούσαν τα γαϊδούρια, επειδή
απαιτούνταν πολύ μεγαλύτερες ποσότητες νερού.
Κατά τις δεκαετίες του
Μεσοπολέμου, καθώς η τεχνολογία προόδευε, άρχισαν να χρησιμοποιούνται ευρέως
μηχανές εσωτερικής καύσεως, με τις οποίες η άντληση του νερού από μεγάλα βάθη
έγινε πολύ ευκολότερη.
Μια περιοχή της Χλώρακας, όπου
σχεδόν κάθε αγρός διέθετε πηγάδι και μηχανή, ονομαζόταν «Μωροζός». Πολλοί
διερωτώνται ακόμη πώς προήλθε η ονομασία.
Ύστερα από μικρή έρευνα, κατέληξα
στην υπόθεση ότι η ονομασία ίσως σχετίζεται με το νερό των πηγαδιών, το οποίο
ήταν υφάλμυρο, επειδή η περιοχή γειτνίαζε με τη θάλασσα. Έτσι, σύμφωνα με αυτή
την ερμηνεία, «Μωροζός» θα μπορούσε να συνδέεται με την έννοια του «πελλού»
νερού, δηλαδή του νερού που δεν ήταν γλυκό αλλά υφάλμυρο. Πρόκειται, ωστόσο,
για ερμηνεία της τοπικής ονομασίας και όχι για βέβαιη ετυμολογία.
ΑΛΑΚΑΤΙΑ
Το αλακάτιν ήταν ένας παλιός
μηχανισμός άντλησης νερού από τα πηγάδια. Οι χωρικοί το χρησιμοποιούσαν για να
ποτίζουν τα περβόλια, να δίνουν νερό στα ζώα, να πλένουν τα ρούχα τους, να
παίρνουν νερό για να πιουν και να μαγειρέψουν.
Το αλακάτι λειτουργούσε με τη
δύναμη ενός γαϊδουριού. Το ζώο περπατούσε πάνω στην τραπεζιά, περιστρεφόμενο
γύρω από το πηγάδι, και με την κίνησή του έθετε σε λειτουργία τον μεγάλο τροχό
του μηχανισμού. Πάνω στον τροχό ήταν στερεωμένη μια αλυσίδα από κάους, δηλαδή
μικρούς κάδους, οι οποίοι ήταν ενωμένοι μεταξύ τους με πύρους, ώστε να μπορούν
να κινούνται και να σχηματίζουν έναν ελλειψοειδή κύκλο.
Η μία πλευρά της αλυσίδας
κατέβαινε μέσα στο νερό του πηγαδιού. Καθώς το αλακάτι γύριζε, οι κάοι γέμιζαν
νερό και ανέβαιναν προς την επιφάνεια. Όταν έφταναν στο πάνω μέρος, το νερό
χυνόταν μέσα στο στεγανό σώμα του αλακατιού και από ειδικό άνοιγμα διοχετευόταν
σε μια λεκάνη και ύστερα στο πετραύλακο, απ' όπου κατέληγε στον χώρο άρδευσης.
Στην κορυφή του άξονα που έδινε
την κίνηση στο αλακάτι ήταν στερεωμένο ένα χοντρό και δυνατό ξύλο, ο «σύρτης».
Εκεί έζεγναν το γαϊδούρι για να τραβά και να περιστρέφει τον μηχανισμό. Σε μια
ακτίνα περίπου ενός ογδόου του κύκλου, στο ίδιο σημείο όπου ήταν στερεωμένος ο
σύρτης, υπήρχε και το «μουττοκόνταρο», ένα λεπτότερο ξύλο, στο οποίο έδεναν τα
γκέμια του ζώου, ώστε αυτό να ακολουθεί σταθερά την κυκλική πορεία πάνω στην
τραπεζιά.
Το αλακάτι δεν ήταν απλώς ένα
γεωργικό εργαλείο. Ήταν ένας ολόκληρος τρόπος ζωής. Γύρω από το πηγάδι, τον
τροχό, το γαϊδούρι και το νερό οργανωνόταν καθημερινά η ζωή του γεωργού. Ήταν η
εποχή που το νερό δεν έβγαινε με το πάτημα ενός διακόπτη, αλλά με κόπο, υπομονή
και ιδρώτα.
ΟΙ ΚΛΟΥΝΟΙ
Οι Κλούνοι ήταν ένα απότομο φαράγγι, ένα μικρό κομμάτι γης που η φύση είχε πλάσει με μοναδική ομορφιά. Βρισκόταν στα ριζά των αβαθών γκρεμών, στις παρυφές του χωριού, και ήταν γεμάτο άγρια βλάστηση: καλαμιώνες, βάτα, σχοινιά και μυρσίνια. Θεόρατες δρύες και βελανιδιές ξεπρόβαλλαν πάνω από το βαθύ πράσινο, ενώ μέσα στην πυκνή και σχεδόν αδιαπέραστη βλάστηση είχαν τις φωλιές τους αμέτρητες αλεπούδες και άλλα άγρια ζώα. Εκεί υπήρχε σχεδόν ολόκληρη η μεσογειακή χλωρίδα.
Ήταν ένας τόπος σαν να τον είχε
κατασκευάσει το ίδιο το χέρι του Θεού. Τα άγρια βάτα και η πυκνή βλάστηση τον
προστάτευαν από τη βόσκηση και την ανθρώπινη επέμβαση. Για εκατοντάδες χρόνια
παρέμενε σχεδόν απρόσβλητος, ένας μικρός φυσικός παράδεισος στις παρυφές της
Χλώρακας.
Μέσα από τη γη ανάβλυζε νερό και
σχημάτιζε μικρά ρυάκια, που κυλούσαν ανάμεσα στους καλαμιώνες. Το νερό έτρεχε
χειμώνα και καλοκαίρι, ποτίζοντας τη χλωρίδα που φύτρωνε εκεί πλούσια και
ποικιλόμορφη.
Ήταν ένας πράσινος τόπος
απαράμιλλου κάλλους, ένας τόπος άγριας χλωρίδας και πανίδας.
Ύστερα όμως ήρθαν οι άνθρωποι και
τα άλλαξαν όλα.
Η φυσική βλάστηση καταστράφηκε
και τα άγρια ζώα που για αιώνες ζούσαν εκεί εκδιώχθηκαν. Ό,τι δεν μπορούσαν να
καταστρέψουν τα ανθρώπινα χέρια, το ανέλαβαν οι μηχανές και οι μπουλντόζες.
Ξεριζώθηκε η βλάστηση, ισοπεδώθηκε η γη και τα τρεχούμενα νερά θάφτηκαν βαθιά
μέσα στο χώμα.
Τα έκαψαν όλα, τα ισοπέδωσαν όλα,
χάραξαν οικόπεδα και έκτισαν σπίτια και πολυκατοικίες. Η γη μετατράπηκε σε
εμπόρευμα και η φύση υποχώρησε μπροστά στην ασταμάτητη εκμετάλλευσή της.
Σήμερα, στην περιοχή των Κλούνων,
αντί για τα θεόρατα δέντρα ξεφυτρώνουν πανύψηλα κτίρια, που σκιάζουν την πεδινή
παράκτια περιοχή και περιορίζουν τη θέα προς τη θάλασσα. Ένας πνεύμονας
πρασίνου και οξυγόνου χάθηκε. Μαζί του χάθηκε και ένα μέρος από τον θαλασσινό
αέρα που άλλοτε περνούσε ελεύθερα μέσα από το φαράγγι.
Οι παλιοί χώροι γέμισαν
πολυκατοικίες, δρόμους και σκαλοπάτια. Εκεί όπου άλλοτε υπήρχαν φωλιές άγριων
πτηνών και ζώων, σήμερα σταθμεύουν αυτοκίνητα.
Και για άλλη μια φορά η ανθρώπινη
καταστροφή ολοκληρώθηκε. Η λεγόμενη πρόοδος δεν μπόρεσε να συλλάβει τον όλεθρο
που μπορεί να φέρει όταν αποκοπεί από το μέτρο και τον σεβασμό προς τη φύση.
Προχώρησε χωρίς ευαισθησία, με μοναδικό γνώμονα το πρόσκαιρο κέρδος.
Κι έτσι, μαζί με τα δέντρα και τα
νερά, χάθηκε και ένα κομμάτι της παλιάς Χλώρακας.
ΤΟ ΑΥΛΑΚΙ ΤΗΣ ΡΗΓΑΙΝΑΣ
Στα παράλια της Χλώρακας σώζονται
ακόμη τα απομεινάρια ενός πέτρινου αυλακιού, το οποίο, σύμφωνα με την τοπική
παράδοση, έφερνε νερό από την Τάλα προς το παλάτι της Ρήγαινας στα Παλιόκαστρα.
Στα σύνορα Χλώρακας και Λέμπας σώζεται επίσης ο πύργος πάνω στον οποίο
στηριζόταν το αυλάκι.
Η Ρήγαινα, αν και θεωρείται
πρόσωπο που συνδέεται με την πραγματική ιστορία της Κύπρου, πέρασε μέσα από τη
λαϊκή παράδοση και έγινε μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές των θρύλων του
νησιού. Οι παραδόσεις τη συνδέουν με τον Διγενή Ακρίτα και της αποδίδουν
κάστρα, φρούρια και χωριά σε διάφορα μέρη της Κύπρου.
Στους θρύλους εμφανίζεται ως
πανέμορφη κυρά και δυνατή πολεμίστρια. Άλλοτε παρουσιάζεται καλή και
συμπονετική και άλλοτε αυστηρή και αδίστακτη. Μα πάντοτε είναι δυνατή, έξυπνη
και δύσκολο να νικηθεί, καθώς κατοικεί σε οχυρωμένους πύργους.
Η Ρήγαινα της Πάφου, σύμφωνα με
την παράδοση, κατοικούσε στα σημερινά Παλιόκαστρα, ανάμεσα στην Κάτω Πάφο και
τη Χλώρακα. Εκεί είχε το κάστρο της, μέσα στην απέραντη πεδιάδα που εκτεινόταν
από τον φάρο της Πάφου μέχρι την Κισσόνεργα, και από εκεί διαφέντευε ολόκληρη
την παράκτια περιοχή.
Η ομορφιά της ήταν ξακουστή, αλλά
εξίσου ξακουστή ήταν και η εξυπνάδα και η πονηριά της.
Ο λαϊκός θρύλος θέλει τον
ξακουστό Διγενή Ακρίτα να φτάνει μέχρι την Πάφο κυνηγώντας έναν Σαρακηνό εχθρό
του. Όταν εκείνος προσπάθησε να δραπετεύσει διά θαλάσσης, ο Διγενής τού έριξε
μια τεράστια πέτρα, την «Πέτρα του Ρωμιού», και βύθισε το πλοίο του.
Στο πέρασμά του από την Πάφο, ο
Διγενής συνάντησε τη Ρήγαινα και την ερωτεύτηκε παράφορα. Αποφάσισε να την
παντρευτεί. Η Ρήγαινα, όμως, δεν τον ήθελε ούτε για άντρα της ούτε για εχθρό
της. Έτσι, με τη γνωστή πονηριά της, του έθεσε έναν όρο: αν ήθελε να την
παντρευτεί, έπρεπε πρώτα να πραγματοποιήσει έναν άθλο. Να κτίσει ένα μακρύ
αυλάκι και να φέρει νερό από την Τάλα στους αγρούς της.
Ο Διγενής δέχτηκε την πρόκληση.
Και, προς μεγάλη απογοήτευση της Ρήγαινας, κατόρθωσε να ολοκληρώσει το δύσκολο
έργο και να φέρει το νερό στους αγρούς της μέχρι τη Χλώρακα.
Η Ρήγαινα, όμως, εξακολουθούσε να
μη θέλει να τον παντρευτεί. Φοβούμενη την οργή του, προσπάθησε να φύγει από την
Πάφο. Οργισμένος ο Διγενής άρπαξε μια μεγάλη πέτρα και της την έριξε. Η πέτρα,
σύμφωνα με μια από τις παραδόσεις, βρίσκεται μέχρι σήμερα δίπλα στη δυτική
πλευρά του αρχαίου θεάτρου της Κάτω Πάφου και είναι γνωστή ως «Πέτρα του
Διγενή». Άλλοι τη συνδέουν με την Πέτρα του Ρωμιού και άλλοι με το νησί του
Διγενή στην Πόλη Χρυσοχούς.
Η Ρήγαινα, αντιδρώντας στην οργή
του, καθώς ήταν κι αυτή δεινή και δυνατή πολεμίστρια, του έριξε το αδράχτι της.
Ήταν ένας μεγάλος πέτρινος κίονας από τσιόνι, ύψους περίπου τεσσάρων μέτρων και
διαμέτρου σχεδόν ενός μέτρου. Ο κίονας έπεσε, σύμφωνα με την παράδοση, σε
χωράφι της Χλώρακας, κάτω από τη συνοικία του Μουττάλλου. Αργότερα μεταφέρθηκε
από Τουρκοκυπρίους και τοποθετήθηκε στην αυλή του σχολείου τους, όπου, σύμφωνα
με την αφήγηση, βρίσκεται ακόμη.
Στην παραλιακή περιοχή της
Χλώρακας υπήρχαν μέχρι τη δεκαετία του 1960 μεγάλα τμήματα του αυλακιού της
Ρήγαινας. Με τα χρόνια, όμως, πολλά από αυτά καταστράφηκαν από τους ανθρώπους,
όταν έγιναν αναδασμοί και άλλαξαν οι χρήσεις των χωραφιών.
Σήμερα σώζεται μόνο ένα μικρό
τμήμα του. Βρίσκεται πίσω από την τελευταία στάση των λεωφορείων, στο τέλος της
λεωφόρου Χλώρακας προς την Κάτω Πάφο, πριν από την περιοχή που ονομάζεται
Κτιστά ή Παλιόκαστρα. Η ονομασία «Παλιόκαστρα» συνδέεται με την παράδοση ότι
εκεί βρισκόταν κάποτε το παλάτι της Ρήγαινας.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο όμορφο που άφησε πίσω της η παλιά Χλώρακα: όχι μόνο τα νερά που έτρεχαν άλλοτε στη γη της, αλλά και οι ιστορίες που έτρεχαν από στόμα σε στόμα. Οι βρύσες, τα πηγάδια, τα τρεξιμιά νερά, τα αλακάτια, οι Κλούνοι και το αυλάκι της Ρήγαινας δεν είναι απλώς στοιχεία του τοπίου. Είναι κομμάτια μιας ζωής που πέρασε και μιας μνήμης που, όσο ακόμη υπάρχει κάποιος να τη διηγείται, δεν έχει στερέψει.
ΜΕΡΙΚΗ ΧΛΩΡΙΔΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Αρχαιολογικά ευρήματα μαρτυρούν πως η Χλώρακα κατοικείται από αρχαιοτάτων χρόνων. Κι όμως, μέχρι πριν από λίγες μόλις δεκαετίες, παρέμενε ένας τόπος αραιοκατοικημένος, με λίγους ανθρώπους και με γη δύσκολη, πετρώδη και σε πολλά σημεία άγονη. Ίσως γι’ αυτό η φύση είχε τον πρώτο λόγο. Εκεί όπου σήμερα υψώνονται σπίτια, πολυκατοικίες και δρόμοι, άλλοτε φύτρωνε ελεύθερη και ανενόχλητη η άγρια χλωρίδα της κυπριακής γης.
Ήταν ένας τόπος γεμάτος φυτά,
θάμνους, δέντρα και αγριολούλουδα, πολλά από τα οποία σήμερα έχουν χαθεί. Καθώς
όμως προς το τέλος του περασμένου αιώνα η κοινότητα άρχισε να αναπτύσσεται με
γρήγορους ρυθμούς, η γη άλλαξε πρόσωπο. Ντόπιοι και ξένοι επιχειρηματίες
ξεχέρσωσαν μεγάλες εκτάσεις, η οικοδομή προχώρησε και η μικρή κοινότητα
μεταμορφώθηκε σταδιακά σε έναν πυκνοδομημένο τόπο.
Μαζί με τη γη χάθηκε και ένα
μεγάλο μέρος της άγριας χλωρίδας και πανίδας. Δρόμοι και κτίρια σκέπασαν χώρους
όπου άλλοτε φύτρωναν αμέτρητα είδη φυτών. Η ιθαγενής βλάστηση περιορίστηκε και
στις αυλές των νέων οικοδομών φυτεύτηκαν, ως επί το πλείστον, ξενόφερτα δέντρα
και λουλούδια.
Στη διάρκεια της δικής μου γενιάς
έλαχε να συμβεί αυτή η μεγάλη αλλαγή. Και επειδή αισθάνομαι πως ανήκω κι εγώ
στη γενιά που παρακολούθησε αυτή την καταστροφή της παλιάς φύσης, θέλησα να
διασώσω έστω λίγα από όσα θυμάμαι. Να γράψω για μερικά από τα φυτά που κάποτε
φύτρωναν στη Χλώρακα, ώστε, μέσα από αυτές τις γραμμές, οι νεότεροι να
μπορέσουν να γνωρίσουν έναν κόσμο που δεν πρόλαβαν να δουν.
Δεν είναι πλήρης καταγραφή. Είναι
μόνο ένα μικρό μέρος της χλωρίδας που θυμάμαι και γνώρισα. Είναι, περισσότερο,
μια περιήγηση στη φύση των παιδικών μου χρόνων.
ΡΙΖΑΡΙ
Στη Χλώρακα το ριζάρι, ή αλιζάρι,
φύτρωνε άφθονο στις ακτές του κόλπου του Πηλού, όπου τα εδάφη ήταν κοννώδη,
δηλαδή αργιλώδη.
Το ριζάρι είναι θάμνος που
αυτοφύεται σε αργιλώδη εδάφη. Από τη ρίζα του παραγόταν παλαιότερα μια κόκκινη
χρωστική, κατάλληλη για τη βαφή νημάτων. Στην Κύπρο χρησιμοποιήθηκε για πολλά
χρόνια και για το βάψιμο των πασχαλινών αυγών. Τα αυγά που βάφονταν με ριζάρι
αποκτούσαν ένα βαθύ, όμορφο κόκκινο χρώμα και η βαφή ήταν ανεξίτηλη.
Στη Χλώρακα, τα παιδιά περίμεναν
με χαρά τη Μεγάλη Τετάρτη. Μαζεύονταν σε ομάδες και κατέβαιναν στον κόλπο του
Πηλού για να μαζέψουν το ριζάρι. Ύστερα το παρέδιδαν στις γιαγιάδες και στις
μητέρες τους, γιατί την επόμενη ημέρα, τη Μεγάλη Πέμπτη, μετά την εκκλησία, θα
έβαφαν τα πασχαλινά αυγά.
Το ριζάρι μπορούσε να φτάσει σε
ύψος μέχρι και ενάμισι μέτρο, ενώ η ρίζα του ήταν μακριά και αρκετά παχιά. Από
αυτήν προερχόταν η αλιζαρίνη, η ουσία που έδινε το χαρακτηριστικό κόκκινο
χρώμα.
Η χρήση του περιορίστηκε όταν
εμφανίστηκαν οι χημικές βαφές.
Η διαδικασία του βαψίματος ήταν
απλή. Οι ρίζες του ριζαριού κοπανίζονταν στο χτοσιέρι, το παλιό γουδί, για να
ελευθερωθεί ευκολότερα το χρώμα. Έπειτα βράζονταν σε νερό για περίπου δέκα
λεπτά και αφήνονταν να σταθούν για μερικές ώρες ή και ολόκληρη τη νύχτα. Το
πρωί το υγρό σουρωνόταν και μέσα σε αυτό έμπαιναν τα αυγά. Προσέθεταν λίγο ξύδι
και νερό όσο χρειαζόταν για να τα σκεπάζει και τα έβραζαν μέχρι να πάρουν το επιθυμητό
χρώμα.
Για άλλα χρώματα χρησιμοποιούνταν
και άλλα φυτικά υλικά: σπανάκι για πράσινο, παντζάρι για ροζ, πάπρικα για
πορτοκαλί, κόκκινο λάχανο για μπλε και μωβ και κουρκουμάς για κίτρινο.
Ήταν ένας παλιός τρόπος βαφής,
γεννημένος από την ανάγκη, αλλά και από τη γνώση που περνούσε από τη μια γενιά
στην άλλη.
ΣΚΟΥΡΟΥΠΑΘΚΙΑ
– ΓΑΖΙΑ
Σκούρουπαθοι, πανέμορφοι και
ευωδιαστοί.
Είχαμε μια σκουρουπαθκιά στην
άκρη της αυλής, μοναδική σε ολόκληρο το χωριό. Άπλωνε τα κλαδιά της έξω στον
δρόμο και τα πρωινά μοσχομύριζε ολόκληρη η γειτονιά.
Οι χωριανοί έρχονταν να κόψουν
και να μυρίσουν τα ευωδιαστά άνθη της, προσεκτικά όμως, γιατί πίσω από την
ομορφιά των λουλουδιών κρύβονταν τα αγκάθια των κλαδιών της. Όσο υπέροχο ήταν
το άρωμα των κατακίτρινων, στρογγυλών λουλουδιών της, άλλο τόσο επικίνδυνα ήταν
τα αγκάθια της.
Εγώ, μικρό παιδί τότε, έβλεπα τη
μάνα μου να μαζεύει τα λουλουδάκια και να τα βάζει στο ερμάρι, για να
ευωδιάζουν τα ρούχα και να διώχνουν τον σκόρο. Έβλεπα και τους μεγάλους να τα
κόβουν προσεκτικά για να τα μυριστούν και έκανα κι εγώ το ίδιο.
Καμιά φορά όμως τραυματιζόμουν.
Έβλεπα το αίμα να τρέχει από τα χέρια μου και πήγαινα στη μάνα μου κλαίγοντας.
Στην αρχή με συμβούλευε να προσέχω. Ύστερα, όταν οι ίδιες ιστορίες
επαναλαμβάνονταν, με μάλωνε γιατί ήμουν απρόσεκτος.
Είναι μια από τις γλυκές μου
θύμησες από τη μάνα μου, που έφυγε από τη ζωή πολύ νέα.
Η σκουρουπαθκιά είναι ημιαειθαλές
δέντρο ή θάμνος, που σε ήπιους χειμώνες δεν ρίχνει όλα τα φύλλα του. Μπορεί να
φτάσει σε ύψος δύο έως τριών μέτρων. Τα κλαδιά της είναι αγκαθωτά και τα φύλλα
της σύνθετα. Ανθίζει κυρίως από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Μάρτιο και τα
χρυσοκίτρινα άνθη της είναι ιδιαίτερα αρωματικά. Είναι ανθεκτική στην ξηρασία
και συναντάται κυρίως σε παραθαλάσσιες περιοχές.
ΤΡΕΜΙΘΚΙΑ
– ΤΡΕΜΙΘΟΣ
Η τρεμιθκιά είναι μεγάλο,
φυλλοβόλο και μακρόβιο δέντρο, με πλατιά κόμη. Μπορεί να φτάσει σε μεγάλο ύψος
και ο κορμός της να γίνει τεράστιος με το πέρασμα των αιώνων. Υπήρχαν, όπως
λέγεται, τρεμιθκιές που έφταναν σε ηλικία ακόμη και δύο χιλιάδων χρόνων.
Οι τρυφεροί βλαστοί της τρώγονταν
ωμοί ή διατηρούνταν σε αλατόνερο και ξίδι. Οι καρποί της, τα τρεμίθκια, όταν
ωρίμαζαν τρώγονταν ωμοί ή αποξηραίνονταν και διατηρούνταν σε αλατόνερο. Έτσι
γίνονταν τα γνωστά τρεμύθκια τσακιστά.
Από τα τσακιστά τρεμίθκια οι νοικοκυρές
έφτιαχναν και τις εύγευστες, τραγανές τρεμιθόπιτες.
Από τον τρέμιθο παραγόταν επίσης
η γνωστή παφίτικη πίσσα.
Όταν ήμουν μικρό παιδί, μαθητής
του δημοτικού, θυμάμαι ολόκληρη τη διαδικασία παραγωγής της παφίτικης πίσσας.
Την παρακολουθούσα, αλλά και συμμετείχα σ’ αυτήν, γιατί η στετέ μου η Δεσποινού
την παρήγαγε επαγγελματικά.
Εκείνα τα παλιά, πέτρινα χρόνια,
πριν από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Μεσοπόλεμο και μέχρι τα πρώτα χρόνια
της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι χωρικοί ασχολούνταν με πολλές δουλειές για να
εξασφαλίσουν έναν φτωχικό επιούσιο και να θρέψουν τις οικογένειές τους.
Θυμάμαι που μικρά παιδιά, μαζί με
τα ξαδέλφια μου, μαζευόμασταν στο σπίτι της στετές μας. Εκείνη, για να μας
απασχολεί αλλά και για να βοηθούμε την οικογένεια, μας έβαζε να κάνουμε
διάφορες δουλειές.
Μαζεύαμε τρεμίθια για την
παραγωγή τρεμιθόλαου ή, αν ήταν καλοτσάκιστα, τα αλατίζαμε κάτω από την
καθοδήγησή της και τα απλώναμε στην ταράτσα για να ξεραθούν στον ήλιο.
Βακλούσαμε τεράτσια και
βελανίδια, μαζεύαμε αλάτι από τις Αλυκές του χωριού, προσέχαμε τα πρόβατα, τα
λούζαμε στη θάλασσα, τα κουρεύαμε και τα γαλεύαμε.
Και τα καλοκαίρια, κάθε πρωί, με
τη δροσιά, μαζεύαμε την πίσσα από τις τρεμιθιές, που τότε φύτρωναν κατά
εκατοντάδες σε ολόκληρη τη Χλώρακα.
Με ένα ξινάρι η στετέ μου η
Δεσποινού χτυπούσε τους χοντρούς κορμούς των αιωνόβιων δέντρων και τους
κόντρωνε, δηλαδή τους δημιουργούσε μικρές πληγές. Τα δέντρα, στην προσπάθειά
τους να θεραπεύσουν τις πληγές, έκκριναν μια παχύρρευστη, ασπροειδή έως
κιτρινωπή ουσία, την πίσσα, που κάλυπτε τις πληγές του κορμού.
Ένα μέρος της έπεφτε στη γη. Γι’
αυτό το χώμα κάτω από τα δέντρα έπρεπε να είναι καθαρό από φύλλα και
ακαθαρσίες. Κάθε πρωί, με ένα μικρό κομμάτι ξύλο, μαζεύαμε την πίσσα από το
χώμα και από τις πληγές των κορμών. Η δουλειά γινόταν καθημερινά, ώστε η πίσσα
να παραμένει μαλακή και να μαζεύεται εύκολα.
Την τοποθετούσαμε σε ένα
μαστράπι, ένα μικρό κουβαδάκι από κονσέρβα, συνήθως από βούτυρο ή γάλα. Το
παραδίδαμε στη στετέ μας, η οποία την φύλαγε μέχρι να συγκεντρωθεί αρκετή
ποσότητα.
Τότε άρχιζε η δεύτερη φάση.
Η στετέ μου έβαζε την πίσσα σε
μια μαϊρίσσα και την έβραζε σε χαμηλή φωτιά. Την ανακάτευε συνεχώς για να μην
κολλήσει. Με το βράσιμο απομακρύνονταν τα ξένα έλαια και η πίσσα έπαιρνε ένα
κιτρινωπό, γαλακτώδες χρώμα.
Όταν έβραζε καλά, την έριχνε σε
μια μικρή σκάφη γεμάτη νερό. Εκεί, αφού στερεοποιούνταν, την τραβούσε, την
τέντωνε και την ζύμωνε ξανά και ξανά. Όσο περισσότερο δούλευε η πίσσα, τόσο το
κιτρινωπό της χρώμα γινόταν λευκό, μέχρι που έπαιρνε ένα καθαρό, κάτασπρο
χρώμα.
Τότε, όσο ήταν ακόμη μαλακή, την
έκοβε σε κομμάτια και την τύλιγε σε κατσιαρόκολλα, έτοιμη για πώληση.
Ο παππούς μας, ο Λεωνής, την
πουλούσε μαζί με άλλα οικογενειακής παραγωγής προϊόντα στα διάφορα πανηγύρια.
Με τον γάιδαρό του, τον Σιερκά, ταξίδευε για ώρες, έφτανε μέχρι την Τσάδα και
ακόμη πιο πέρα και πουλούσε την πραμάτεια του, την οποία μετέφερε πάνω στο ζώο.
Έτσι ήταν τότε η ζωή. Ένα δέντρο,
ένα κομμάτι γης, ένας γάιδαρος και δυο χέρια μπορούσαν να γίνουν ολόκληρο
επάγγελμα.
ΠΑΛΛΟΥΡΕΣ
Η παλλούρα είναι αυτοφυής,
ακανθώδης θάμνος που φυτρώνει σε πεδινές και ημιορεινές περιοχές, σε πετρώδη
εδάφη, στις παραλίες και στα αργάκια, σχεδόν σε ολόκληρη την Κύπρο.
Τα φύλλα της είναι μικρά και ο
καρπός της αποτελεί τροφή για τα πουλιά. Μπορεί να αναπτυχθεί αρκετά, φτάνοντας
σε ύψος μέχρι και τέσσερα μέτρα.
Σε κάθε τόπο όπου φύτρωναν πολλές
παλλούρες, οι άνθρωποι συνήθιζαν να δίνουν τοπωνύμια που σχετίζονταν με αυτές.
Τα παλιά χρόνια οι Χλωρακιώτες
γεωργοί χρησιμοποιούσαν τις παλλούρες για φραμό. Όταν έσπερναν λασάνια με
σπόρους για να παράγουν φυτά που αργότερα θα μεταφύτευαν στα χωράφια, έπρεπε να
προστατεύσουν τους σπόρους από τις όρνιθες. Καθώς σχεδόν κάθε αυλή είχε
γουμάδες, έφρασσαν τα λασάνια με παλλούρες. Οι πυκνοί και ακανθώδεις φραμοί δεν
επέτρεπαν στις όρνιθες να περάσουν.
Η ζήτηση ήταν μεγάλη, επειδή όλοι
σχεδόν οι κάτοικοι ασχολούνταν με τη γεωργία. Από τη μακρινή Πέγεια έρχονταν
έμποροι με γαϊδούρια φορτωμένα με δεμάτια παλλούρες και τα πουλούσαν στους
Χλωρακιώτες γεωργούς.
Όταν ήμουν μικρός, θυμάμαι δυο
μαυροφορεμένες γυναίκες από την Πέγεια, τη Σιεφκού και την κόρη της Κατερίνα,
φίλες της στετές μου. Καβαλικεμένες σε δυο γαϊδουράκια, έσερναν μαζί τους ένα
ολόκληρο κομβόι από πέντε-έξι άλλα γαϊδούρια, φορτωμένα με παλλούρες τόσο ψηλά,
ώστε μόλις να μη γέρνουν.
Έρχονταν στην αυλή μας, που ήταν
τόπος συνάθροισης των ενδιαφερομένων αγοραστών. Πάνω στα γαϊδουράκια που
καβαλίκευαν είχαν και δισάκια γεμάτα σιουσιούκκο, κιοφτέρκα, όψιμο και
ππαλουζέ, προϊόντα δικής τους παρασκευής που επίσης πουλούσαν.
Απέναντι από την αυλή μας είχε
χωράφια ο γείτονάς μας ο Οξείας, ο οποίος φύτευε πολλά λασάνια και ήταν ο
καλύτερος πελάτης των δυο γριούλων.
Όταν το δείλι έπεφτε και δεν
είχαν ακόμη ξεπουλήσει, η στετέ μου τις φιλοξενούσε τη νύχτα.
Κι εγώ τις περίμενα με αδημονία
να έρθουν, γιατί πάντα μας έφερναν δώρα από τις ωραίες λιχουδιές τους.
ΜΕΡΣΙΝΙΕΣ
ΣΤΟΥΣ ΚΛΟΥΝΟΥΣ
Οι Κλούνοι στη Χλώρακα ήταν ένας
σημαντικός υγρότοπος, με τρεχούμενα και στάσιμα νερά και μεγάλη οικολογική
σημασία. Η πανίδα και η χλωρίδα της περιοχής ήταν πλούσια, ποικίλη και σε πολλά
σημεία σπάνια.
Ανάμεσα στα πολλά είδη θάμνων που
φύτρωναν εκεί ήταν και οι μερσινιές, που έδιναν τους γλυκούς μερσινόκοκκους.
Η μερσινιά, ή μυρτιά, είναι
αρωματικός αυτοφυής θάμνος με μικρά, λογχοειδή και ευωδιαστά φύλλα. Ευδοκιμεί
σε υγρούς τόπους, έχει λευκά άνθη και ο καρπός της είναι μια μικρή ράγα,
συνήθως μαύρη ή λευκή.
Οι αρχαίοι Έλληνες την ονόμαζαν
μύρτο και την είχαν αφιερωμένη στην Πάφια Αφροδίτη. Σύμφωνα με την παράδοση, η
Αφροδίτη, όταν γεννήθηκε από τη θάλασσα, σκέπασε το γυμνό κορμί της με κλαδιά
μυρτιάς.
Για τους αρχαίους η μυρτιά ήταν
επίσης σύμβολο της παρθενίας και του έρωτα. Κατά τις γαμήλιες τελετές οι
μελλόνυμφοι φορούσαν στεφάνια από μυρτιά, παράδοση που σε διάφορες μορφές
διατηρήθηκε μέχρι τα νεότερα χρόνια.
Όταν κάποιος κρατήσει ένα φύλλο
μυρτιάς απέναντι στο φως, μπορεί να διακρίνει μικρές, διάφανες κηλίδες. Είναι
οι αδένες που περιέχουν το αρωματικό αιθέριο έλαιο του φυτού. Οι αρχαίοι όμως
έπλασαν γύρω από αυτές τις μικρές κηλίδες έναν δικό τους μύθο, συνδέοντάς τες
με την τραγική ιστορία του Ιππόλυτου και της Φαίδρας.
Από τα φύλλα, τα κλαδιά και τα
άνθη της παράγεται μυρτέλαιο, ενώ το ξύλο της θεωρείται κατάλληλο για διάφορες
χειροτεχνικές χρήσεις.
Στη Χλώρακα οι μερσινιές φύτρωναν
στους Κλούνους. Ο υγρότοπος όμως χάθηκε κάτω από την οικοδομική ανάπτυξη. Εκεί
όπου κάποτε υπήρχαν νερά, φυτά και άγρια ζωή, σήμερα υψώνονται πολυκατοικίες.
ΤΑ
ΑΓΓΟΥΡΙΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Η Χλώρακα έχει συνδέσει το όνομά
της με την παραγωγή των αγγουριών, που έγιναν ξακουστά σε ολόκληρη την Κύπρο
και πέρα από αυτήν. Ήταν γνωστά για την πρωιμότητα, το μεγάλο τους μέγεθος και,
πάνω απ’ όλα, για τη γεύση και το άρωμά τους.
Το αγγούρι, από μόνο του, είναι
ένα απλό ζαρζαβατικό και ένας φυσιοδίφης ίσως να μην είχε πολλά να γράψει γι’
αυτό. Αν όμως ένας ιστορικός ασχοληθεί με τα αγγούρια της Χλώρακας, μπορεί να
γράψει πολλές σελίδες.
Εγώ αποφάσισα να γράψω λίγη από
αυτή την ιστορία ύστερα από μια ευγενική παράκληση του φίλτατου προέδρου του
Ακρίτα, Λουκά Γιουκκά, στην οποία δεν μπορούσα να αρνηθώ.
Δεν ξέρω ακριβώς με ποια ιδιότητα
μου ζητήθηκε να γράψω. Ίσως επειδή για δεκαετίες ήμουν φθαρτέμπορος, ίσως
επειδή αργότερα ασχολήθηκα με τη συγγραφή και την έκδοση της εφημερίδας της
Χλώρακας. Όπως και να έχει, γνώριζα το αντικείμενο από πρώτο χέρι.
Και έτσι αποφάσισα να ιστορήσω
και να καταγράψω την ιστορία του αγγουριού της Χλώρακας.
Στις αρχές του περασμένου αιώνα
οι κάτοικοι της κοινότητας ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία. Υπήρχαν εδάφη
κατάλληλα για την καλλιέργεια αγγουριών και το κλίμα ήταν ευνοϊκό. Το μεγάλο
πρόβλημα ήταν το νερό, που ήταν λιγοστό.
Οι κάτοικοι καλλιεργούσαν κυρίως
σιτηρά. Στις ψηλότερες περιοχές όμως, όπου υπήρχαν φτανοχώραφα και καυκάλλες,
έφερναν με γαϊδούρια ξένα χώματα και τα έριχναν πάνω στη σκληρή γη,
δημιουργώντας σταδιακά κατάλληλο έδαφος για τις αγγουριές.
Έφερναν ακόμη νερό από την Έμπα
με αυλάκια, ένα δύσκολο και κοπιαστικό εγχείρημα. Έτσι, από τα παλιά χρόνια, η
Χλώρακα έγινε τόπος μεγάλης παραγωγής αγγουριών.
Η φήμη τους μεγάλωσε ιδιαίτερα τη
δεκαετία του 1960, όταν πρωτοπόροι Χλωρακιώτες γεωργοί κατασκεύασαν γυάλινα
θερμοκήπια και κατάφεραν να παράγουν αγγούρια ακόμη και μέσα στον χειμώνα.
Ήταν τα μεγάλα αγγούρια της
αυλακιάς.
Κάποτε, την εποχή εκείνη, η τιμή
τους έφτασε στην αστρονομική για τα δεδομένα της εποχής τιμή των δυόμισι λιρών
την οκά. Η είδηση γράφτηκε πρωτοσέλιδα με μεγάλα γράμματα στην εφημερίδα
«Τελευταία Ώρα».
Τα παλιά αγγούρια της Χλώρακας
ήταν μεγάλα και συχνά στραβά. Από αυτό, αλλά και από την υψηλή τους τιμή,
έμεινε στη λαϊκή γλώσσα η γνωστή φράση «αγγούρκα της Χλώρακας».
Τα ίσια αγγούρια ήταν περισσότερο
εμπορεύσιμα. Για να τα κάνουν ίσια, οι γεωργοί φρόντιζαν να καλλιεργούν τις
αγγουριές σε μαλακό και καλά προετοιμασμένο χώμα, χωρίς σβώλους και άλλα
εμπόδια που θα εμπόδιζαν την ανάπτυξή τους.
Αργότερα, με την εξέλιξη των
καλλιεργητικών μεθόδων και την εμφάνιση νέων υβριδίων, τα παλιά αγγούρια
αντικαταστάθηκαν από νέες ποικιλίες, μεγαλύτερης παραγωγής και πιο ομοιόμορφου
σχήματος. Αργότερα ήρθαν τα σημερινά κοντά αγγουράκια.
Όμως οι παλιοί Χλωρακιώτες
εξακολουθούν να θυμούνται τη διαφορετική γεύση και το άρωμα των αγγουριών των
παιδικών τους χρόνων.
Μέχρι περίπου το 2000 η παραγωγή
αγγουριού αποτελούσε μια από τις κύριες ασχολίες των κατοίκων της Χλώρακας. Οι
ποσότητες ήταν τόσο μεγάλες ώστε η κυπριακή αγορά δεν μπορούσε να τις
απορροφήσει και πολλοί έμποροι στράφηκαν στις εξαγωγές.
Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της
γεωργίας διαδραμάτισε, σύμφωνα με τη μνήμη της εποχής, ο Χλωρακιώτης Ανδρέας
Αζίνας, ο οποίος μετά την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας ανέλαβε
κυβερνητικές και συνεργατικές θέσεις και προώθησε την ανάπτυξη της γεωργικής
παραγωγής και των εξαγωγών.
Με την οικονομική στήριξη, τα
δάνεια, τις νέες ποικιλίες και τη δημιουργία σύγχρονων θερμοκηπίων, η Χλώρακα
μετατράπηκε σε έναν απέραντο χώρο παραγωγής αγγουριών και άλλων φθαρτών
προϊόντων.
Η φήμη των αγγουριών της έφτασε
μέχρι την Ευρώπη.
Το 1971, όταν η γνωστή ηθοποιός
Ράκελ Γουέλς επισκέφτηκε την Κύπρο για τα γυρίσματα της ταινίας
«Πολυαγαπημένη», όταν ρωτήθηκε από δημοσιογράφους τι άλλο της άρεσε στην Κύπρο,
λέγεται πως απάντησε αναφερόμενη στα αγγούρια της Χλώρακας.
Σήμερα η Χλώρακα έχει το όνομα,
αλλά δεν έχει πια τη χάρη εκείνης της εποχής.
Κατά τη δεκαετία 2000–2010 η αξία
της γης αυξήθηκε απότομα εξαιτίας της οικοδομικής ανάπτυξης. Πολλά χωράφια
πουλήθηκαν ή οικοδομήθηκαν. Τα θερμοκήπια άρχισαν να εξαφανίζονται και μαζί
τους έσβησε σταδιακά και η μεγάλη, ξακουστή παραγωγή του αγγουριού της
Χλώρακας.
Έμεινε όμως το όνομα.
Και μαζί του έμεινε μια ολόκληρη
εποχή.
ΚΡΙΝΑ ΤΗΣ
ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Στην παραλία του Κοτσιά, λίγο πιο
πάνω από εκεί όπου σκάει το κύμα, συναντάς μέσα στον καυτό Αύγουστο ένα
ολόλευκο, μοναχικό λουλούδι.
Είναι το κρίνο της θάλασσας.
Μέσα στην καυτή και στεγνή άμμο
προβάλλει δυνατό και ανθεκτικό, σαν ένα μικρό θαύμα της φύσης. Ένα δώρο του
γιαλού.
Είναι ο κρίνος της άμμου, ο ανθός
της θάλασσας, που μοιάζει με ένα ταπεινό «χαίρε» της φύσης μέσα στην κάψα του
καλοκαιριού.
Η παραθαλάσσια περιοχή του Κοτσιά
είναι ένας μεγάλος κόλπος, με μια μακριά παραλία σκεπασμένη από τόνους καθαρής
άμμου που ξεβράζει συνεχώς η θάλασσα.
Σύμφωνα με την παλιά τοπική
αντίληψη, τα δυνατά και αντίθετα θαλάσσια ρεύματα που συναντιούνται στην
περιοχή δημιουργούν κόντρα κύματα, τα οποία μεταφέρουν και αποθέτουν άμμο στην
ακτή.
Στην παλιά κυπριακή λαϊκή γλώσσα,
όταν ήθελαν να πουν πως ο Θεός στέλνει αγαθά, χρησιμοποιούσαν τη φράση «Κοτσιά
ο Θεός». Η λέξη «κοτσιώ» σήμαινε σπέρνω και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση,
από αυτή τη σημασία συνδέθηκε η περιοχή με το όνομα Κοτσιάς, σαν να «κοτσιά» η
θάλασσα την άμμο στην ακτή.
Οι παλιοί παρατηρούσαν ακόμη τη
θάλασσα και έβγαζαν τα δικά τους σημάδια για τον καιρό. Όταν είχε μεγάλη
τρικυμία και η θάλασσα δεν έβγαζε άμμο, έλεγαν πως τα δυνατά ρεύματα την
παρέσερναν στα βαθιά. Τότε στην ακτή έμεναν σωροί από πέτρες. Όταν οι πέτρες
χτυπούσαν μεταξύ τους από τη δύναμη των κυμάτων και ο θόρυβός τους ακουγόταν
μέχρι το χωριό, οι παλιοί το θεωρούσαν σημάδι επερχόμενης καλοκαιρίας.
Η παραλία του Κοτσιά ήταν
ιδανικός τόπος για λουόμενους όταν η θάλασσα ήταν ήρεμη. Όταν όμως υπήρχαν
ισχυρά ρεύματα, γινόταν επικίνδυνη και δεν ήταν λίγα τα περιστατικά πνιγμών.
Και πάνω στην κατάλευκη αμμουδιά
φύτρωνε το κρίνο του γιαλού, ένα πανέμορφο και ευωδιαστό φυτό των αμμωδών
ακτών.
Είναι φυτό που χρειάζεται
προστασία. Φυτρώνει σε αμμώδεις παραλίες και αμμόλοφους, ακόμη και σε απόσταση
από τη θάλασσα. Ανθίζει από το καλοκαίρι προς το φθινόπωρο. Τα άνθη και τα
φύλλα του ξεπροβάλλουν μέσα από την καυτή άμμο.
Τα άνθη του αρχίζουν να ανοίγουν
προς το τέλος της ημέρας και προχωρούν στο πλήρες άνοιγμά τους καθώς πέφτει η
νύχτα. Τα φύλλα του είναι σαρκώδη, γκριζοπράσινα και μακριά. Οι καρποί του
περιέχουν μεγάλους, σκούρους σπόρους, μέσα στους οποίους βρίσκεται ο μικρός
βολβός από τον οποίο θα αρχίσει ένας νέος κύκλος ζωής.
Κάθε χρόνο το λουλούδι επιστρέφει
στην ίδια άμμο, σαν να γνωρίζει πως εκεί ανήκει.
ΑΘΑΝΑΤΑ
ΛΟΥΛΟΥΔΙΑ ΣΤΙΣ ΠΑΡΑΛΙΕΣ
Ο παλιός μύθος λέει πως ο
Αθάνατος ήταν ένας ήρωας. Όταν ήταν ακόμη μικρό παιδί, οι Μοίρες προείπαν στη
μητέρα του πως θα πέθαινε αν καιγόταν ολόκληρος ο δαυλός που έκαιγε πάνω στην
εστία του σπιτιού.
Η μάνα έσβησε αμέσως τον δαυλό
και τον έκρυψε μέσα στην κουφάλα μιας αιωνόβιας βελανιδιάς, ώστε να μην τον δει
ανθρώπου μάτι και να μην μπορέσει κανείς να τον ανάψει.
Τα χρόνια πέρασαν και ο Αθάνατος
έγινε ξακουστός ήρωας.
Μια βαρυχειμωνιά, ένας κεραυνός
χτύπησε τη βελανιδιά. Το δέντρο κάηκε, κάηκε και ο δαυλός και μαζί του πέθανε
και το παλληκάρι.
Η μάνα του έκλαψε απαρηγόρητα για
μέρες και νύχτες. Ο Δίας τη λυπήθηκε και, σύμφωνα με τον μύθο, μετέτρεψε τον
αγαπημένο της γιο σε πανέμορφα αθάνατα λουλούδια, για να μη μαραθούν ποτέ και
να την συντροφεύουν παντοτινά.
Τα αθάνατα, ή αμάραντα, είναι
πολυετή φυτά που συναντώνται την άνοιξη και σε παραθαλάσσιες περιοχές. Στην
κυπριακή ορολογία ονομάζονται αθάνατα και φυτρώνουν στις άγονες, βραχώδεις
ακτές, ακόμη και πάνω στην άμμο.
Τα άνθη τους διατηρούν για πολύ
καιρό το χρώμα τους ακόμη και μετά την αποξήρανση. Γι’ αυτό και ονομάστηκαν
αθάνατα ή αμάραντα.
Οι παλαιότεροι τα χρησιμοποιούσαν
ακόμη και για το στόλισμα του Επιταφίου του Χριστού.
Τα τρυφερά φύλλα τους έχουν όξινη
γεύση και οι παλιοί τα μαγείρευαν όταν ήθελαν να δώσουν ξινή γεύση στα φαγητά
τους.
ΚΥΡΤΑΜΑ
Σύμφωνα με τη μυθολογία, ο Δίας
θύμωσε με τον Προμηθέα, επειδή εκείνος είχε το θράσος να του προσφέρει ένα
πιάτο γεμάτο κόκαλα και λίπος αντί για ένα καλό κομμάτι κρέας. Για τιμωρία
αφαίρεσε από τους ανθρώπους το προνόμιο της φωτιάς.
Ο Προμηθέας όμως, που αγαπούσε
τους ανθρώπους, κατάφερε να κλέψει τη φωτιά και να την κρύψει μέσα σε μια
σχισμή ενός κύρταμου. Αργότερα την παρέδωσε ξανά στην ανθρωπότητα.
Για την πράξη του αυτή τιμωρήθηκε
από τον Δία, ο οποίος τον έδεσε σε έναν βράχο και έστειλε έναν αετό να τρώει
καθημερινά το συκώτι του.
Στη Χλώρακα τα κύρταμα τα
συναντούσαμε στις παραθαλάσσιες περιοχές, από τα Ροδαφίνια και το Δήμμα μέχρι
τον Πηλό.
Τα αναγνωρίζαμε εύκολα από τα
ασπροπράσινα, λεία και σαρκώδη φύλλα τους. Είναι απλωμένα πυκνά στις σχισμές
των βράχων και στις πετρώδεις ακτές, δημιουργώντας μικρά πράσινα λιβάδια μέσα
στο βραχώδες τοπίο.
Το κύρταμο είναι μικρό, πολυετές
παχύφυτο, με παχείς και λείους βλαστούς και φύλλα. Τα κιτρινοπράσινα άνθη του
εμφανίζονται το καλοκαίρι.
Οι σπόροι του μοιάζουν με το
κριθάρι και γι’ αυτό οι αρχαίοι Έλληνες το ονόμαζαν «κρίθμον».
Από την αρχαιότητα ήταν γνωστό ως
φυτό με ιδιαίτερες ιδιότητες και χρησιμοποιούνταν και ως έδεσμα. Ο Διοσκουρίδης
και ο Πλίνιος το αναφέρουν στα έργα τους.
Ο Διοσκουρίδης το περιγράφει ως
παραθαλάσσιο φυτό με στιλπνά φύλλα και αλμυρή γεύση, σημειώνοντας ότι μπορούσε
να καταναλωθεί ωμό ή να διατηρηθεί σε άλμη.
Έτσι το κύρταμο, ένα μικρό φυτό
των βράχων, συνδέει ακόμη και σήμερα τη Χλώρακα με μια πολύ παλιά γνώση της
Μεσογείου.
ΤΡΙΒΟΛΙ
Το τριβόλι είναι ένα από τα πιο
συνηθισμένα φυτά της κυπριακής φύσης. Φυτρώνει εύκολα σχεδόν παντού, στα
χωράφια, στις αυλές και στους ανοιχτούς χώρους.
Στην παραδοσιακή βοτανολογία το
φυτό έχει συνδεθεί με διάφορες ιδιότητες, μεταξύ των οποίων και αφροδισιακές
και τονωτικές. Στις παλιότερες αντιλήψεις αποδιδόταν ακόμη η ικανότητα να
ενισχύει τη σεξουαλική δύναμη και την αντοχή.
Ανθίζει από τον Μάιο μέχρι τον
Οκτώβριο και φέρει μικρά κίτρινα άνθη. Ο καρπός του είναι στρογγυλός και
επίπεδος και αποτελείται από πέντε τμήματα, καθένα από τα οποία φέρει σκληρά
αγκάθια.
Αυτά τα αγκάθια είναι και εκείνα
που κάνουν το τριβόλι τόσο χαρακτηριστικό. Όποιος περπάτησε ξυπόλυτος στα
χωράφια της παλιάς Χλώρακας δύσκολα τα ξεχνά.
ΚΑΝΝΑΒΗ
Όσοι γεννήθηκαν στη Χλώρακα πριν
από το 1955, αλλά και όσοι έζησαν εδώ στα παλιότερα χρόνια, θυμούνται τις
απέραντες εκτάσεις κάνναβης που φύτρωναν στα χωράφια της κοινότητας.
Η κάνναβη αποτελούσε μια από τις
πηγές εισοδήματος των κατοίκων και πολλοί ασχολούνταν με την καλλιέργεια και
την επεξεργασία της.
Από διήγηση του Κώστα Λιασίδη,
ηλικίας τότε ογδόντα τεσσάρων ετών, καταγράφεται η ακόλουθη περιγραφή της
παλιάς καλλιέργειας.
Η κάνναβη είναι φυτό με οδοντωτά
φύλλα και ραβδωτά στελέχη, προσαρμοσμένο σε διαφορετικές κλιματολογικές
συνθήκες. Βλαστάνει εύκολα και, σύμφωνα με την παλιά εμπειρία των γεωργών, δεν
απαιτούσε ιδιαίτερη φροντίδα πέρα από το πότισμα.
Η καλλιέργειά της άρχιζε τον
Απρίλιο. Τα χωράφια πλημμύριζαν με νερό και, όταν το χώμα γινόταν αφράτο και
στεγνό αλλά διατηρούσε την υγρασία του, οργώνονταν και σαρακλίζονταν.
Ύστερα κατασκεύαζαν τα λασάνια,
μικρές επίπεδες περιοχές όπου το χώμα ήταν ανασηκωμένο στις άκρες, ώστε να
συγκρατεί το νερό. Εκεί έσπερναν το κανναβούρι και πότιζαν περίπου κάθε οκτώ
ημέρες.
Σε δυο περίπου μήνες τα φυτά
μεγάλωναν και άνθιζαν. Στα μέσα του καλοκαιριού, κατά τον Αύγουστο, ήταν έτοιμα
για ξερίζωμα.
Τα έδεναν σε λεπτά δεμάτια και τα
τοποθετούσαν όρθια σε μεγάλες σωρούς, τις «σκουλιές», ώστε να μαραθούν και να
ξεραθούν στον ήλιο.
Ύστερα τα αντίνασσαν, δηλαδή τα
χτυπούσαν πάνω σε κανναβάτσους απλωμένους στο έδαφος, για να αποκολληθεί το
κανναβούρι από τις φούντες.
Οι κορμοί που έμεναν μούλιαζαν σε
λίμνες με νερό για αρκετές ημέρες. Με τον τρόπο αυτό μαλάκωναν και γίνονταν
ευλύγιστοι. Έπειτα τους ξέπλεναν, τους άπλωναν στον ήλιο και, όταν στέγνωναν,
τους έβαζαν στη «μελιτσιά» και τους κοπανούσαν ώστε να διαχωριστούν οι ίνες.
Οι ίνες αποθηκεύονταν σε σακούλες
και αποτελούσαν εμπόρευμα προς πώληση.
Μεγάλος έμπορος της εποχής ήταν ο
Κωνσταντής Πενταράς, ο οποίος τις μεταπωλούσε στη Λεμεσό και στη Λευκωσία.
Υπήρχε επίσης βιοτεχνία στη Μεσόγη που κατασκεύαζε σχοινιά και άλλα προϊόντα
και προμηθευόταν την πρώτη ύλη από Χλωρακιώτες παραγωγούς.
Οι γεωργοί που χρειάζονταν
σχοινιά για τα ζώα τους συχνά τα κατασκεύαζαν μόνοι τους. Το κανναβόξυλο
χτυπιόταν με τις «μελιτσιές», ξύλινα εργαλεία που βοηθούσαν στον διαχωρισμό των
ινών από το ξύλο. Στη συνέχεια οι ίνες επεξεργάζονταν με την «ανέμη» και το
«δουλάπι» και έτσι γίνονταν τα σχοινιά.
Η κάνναβη είχε πολλές χρήσεις και
αποτέλεσε για αιώνες σημαντική πρώτη ύλη για σχοινιά, υφάσματα και άλλα
προϊόντα. Αργότερα η καλλιέργειά της περιορίστηκε και απαγορεύτηκε.
Μέχρι περίπου τη δεκαετία του
1960, στις χαμηλές περιοχές της Πάφου, πολλοί κάτοικοι ασχολούνταν συστηματικά
με την καλλιέργειά της ως πηγή εισοδήματος.
Στη μνήμη των παλαιότερων
Χλωρακιωτών όμως η κάνναβη δεν είναι μόνο ένα φυτό. Είναι εικόνα των παλιών
χωραφιών, της γεωργικής ζωής και μιας εποχής κατά την οποία ο άνθρωπος ήξερε να
αξιοποιεί σχεδόν καθετί που του πρόσφερε η γη.
ΜΑΝΔΡΑΓΟΡΑΣ
– Ο ΜΟΥΣΚΟΣ
Στη Χλώρακα τον ονόμαζαν Μούσκο ή
Αρκάδρωπο.
Μούσκο τον έλεγαν επειδή, όταν ο
καρπός του ωρίμαζε, ανέδιδε ευχάριστη μυρωδιά. Αρκάδρωπο τον ονόμαζαν επειδή η
ρίζα του, που χωρίζεται στα δύο, έμοιαζε με ανθρώπινο σώμα.
Ο μανδραγόρας ήταν ένα φυτό που
από τα παλιά χρόνια περιβαλλόταν από θρύλους, φόβους και παράξενες παραδόσεις.
Έχει μεγάλα φύλλα και
χαρακτηριστική διχαλωτή ρίζα, που μπορεί να θυμίσει ανοιχτά ανθρώπινα πόδια.
Οι παλιές παραδόσεις έλεγαν πως
όταν κάποιος επιχειρούσε να ξεριζώσει τον μανδραγόρα, ακουγόταν ένας υπόκωφος
έως εκκωφαντικός ήχος, σαν στριγκλιά, που μπορούσε να σκοτώσει ή να τρελάνει
εκείνον που θα τολμούσε να τον ξεριζώσει.
Γι’ αυτό και οι άνθρωποι πίστευαν
πως η ρίζα του είχε υπερφυσικές δυνάμεις.
Για να τον ξεριζώσουν, σύμφωνα με
τις παλιές δοξασίες, έπρεπε να το κάνουν τα μεσάνυχτα, στη χάση του φεγγαριού,
ύστερα από προσευχές και τελετουργίες. Κάποιος χάραζε τρεις κύκλους γύρω από το
φυτό με ένα μυτερό κλαδί ιτιάς και έπειτα έδεναν έναν μαύρο σκύλο πάνω του,
ώστε το ζώο να τραβήξει τη ρίζα και να την ξεριζώσει χωρίς να την αγγίξουν
ανθρώπινα χέρια.
Ο μανδραγόρας συνδέθηκε έτσι με
τις σκοτεινές δυνάμεις της γης, με μάγισσες, φίλτρα και ξόρκια.
Οι παλιοί μάγιστροι του απέδιδαν
αφροδισιακές και γονιμοποιητικές ιδιότητες και προειδοποιούσαν πως κανείς δεν
έπρεπε να πλησιάζει το φυτό απρόσεκτα.
Πίσω από τους θρύλους υπήρχε όμως
και μια πραγματική ιδιότητα του φυτού: σε μεγάλες ποσότητες είναι τοξικό και
μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιδράσεις στον ανθρώπινο οργανισμό. Για τον λόγο
αυτό ο μανδραγόρας δεν ήταν ποτέ ένα συνηθισμένο βότανο.
Στην αρχαιότητα και στον Μεσαίωνα
χρησιμοποιήθηκαν παρασκευάσματα του φυτού για διάφορους σκοπούς και του
αποδόθηκαν θεραπευτικές και αναισθητικές ιδιότητες.
Ο καρπός του είναι σφαιρικός,
λείος και γίνεται κίτρινος όταν ωριμάσει, ενώ η σάρκα του έχει έντονο άρωμα.
Ο μανδραγόρας συνδέθηκε ακόμη με
την Αφροδίτη, τον έρωτα και τη γονιμότητα. Οι αρχαίοι τον ονόμαζαν «μήλο του
έρωτα», ενώ σε άλλες παραδόσεις πήρε ακόμη πιο σκοτεινές ονομασίες, όπως «μήλο
του διαβόλου».
Στη βιβλική παράδοση αναφέρεται
επίσης ως φυτό που συνδεόταν με την τεκνοποιία.
Έτσι, γύρω από έναν μικρό θάμνο
με μια παράξενη ρίζα δημιουργήθηκε ένας ολόκληρος κόσμος μύθων. Και ίσως αυτό
είναι που κάνει τον μανδραγόρα διαφορετικό από τα άλλα φυτά της παλιάς
Χλώρακας.
Τα περισσότερα τα θυμόμαστε για
το άρωμα, τον καρπό, τη χρησιμότητα ή την ομορφιά τους.
Τον μανδραγόρα τον θυμόμαστε για
τον φόβο που προκαλούσε.
Και έτσι, μέσα στην παλιά φύση
της Χλώρακας, η πραγματικότητα και ο μύθος πορεύονταν κάποτε μαζί.
Η καταγραφή αυτών των φυτών δεν
είναι απλώς βοτανική.
Είναι μια προσπάθεια να διασωθεί
ένας ολόκληρος κόσμος που έφυγε μαζί με τα χωράφια, τα αργάκια, τις αυλές και
τις παλιές γειτονιές.
Γιατί η Χλώρακα που γνωρίζουμε
σήμερα δεν είναι η ίδια Χλώρακα που γνώρισαν οι παππούδες μας.
Κάτω από τους δρόμους και τα
κτίρια κοιμάται ακόμη η παλιά γη.
Και μέσα στις μνήμες των ανθρώπων
εξακολουθούν να ανθίζουν, έστω και για λίγο, τα φυτά που κάποτε τη σκέπαζαν.
ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΕΣ
Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΥΜΝΟΣ
Στις περισσότερες αγιογραφήσεις της Βάπτισης του Χριστού, ο
Κύριος παριστάνεται μέσα στον Ιορδάνη, συνήθως με ένα λευκό ύφασμα γύρω από τη
μέση, ενώ το δεξί ή και τα δύο χέρια Του βρίσκονται ανατεταμένα σε στάση
ευλογίας.
Στην Εκκλησία, κατά το μυστήριο του Βαπτίσματος, συνηθίζεται
οι νεοφώτιστοι να φορούν λευκά ενδύματα, συμβολίζοντας την πνευματική
καθαρότητα και την καινούργια ζωή που αρχίζει με το βάπτισμα. Ο συμβολισμός
συνδέεται με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε,
Χριστὸν ἐνεδύσασθε».
Ενώ, λοιπόν, στους συνηθέστερους εικονογραφικούς τύπους ο
Χριστός απεικονίζεται κατά τη Βάπτισή Του με ένα λευκό ύφασμα γύρω από τη μέση,
σε παλαιότερα εικονογραφικά πρότυπα συναντάται και η εντελώς γυμνή μορφή Του.
Μια τέτοια σπάνια παράσταση, σύμφωνα με την τοπική παράδοση,
σώζεται στον μικρό και παλαιό ναό της Παναγίας της Χρυσελεούσης στη Χλώρακα.
Ο ναός βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της κοινότητας και
ανήκει στην παλαιά εκκλησιαστική παράδοση της Χλώρακας. Στο εσωτερικό του
σώζονται τμήματα παλαιών τοιχογραφιών, ανάμεσα στις οποίες ξεχωρίζει η
παράσταση της Βάπτισης.
Στην τοιχογραφία αυτή ο Χριστός βρίσκεται μέσα στον Ιορδάνη
ποταμό, γυμνός, με τα πόδια ελαφρώς διασταυρωμένα. Η στάση του σώματος είναι
τέτοια ώστε, χωρίς να χάνεται η φυσικότητα της παράστασης, η γύμνια Του να
αποδίδεται με διακριτικότητα.
Η παράσταση ξεχωρίζει όχι μόνο για τη σπανιότητά της, αλλά
και για τον συμβολισμό της. Η γύμνια του Χριστού δεν παρουσιάζεται ως στοιχείο
πρόκλησης ή ως απλή απόδοση του ανθρώπινου σώματος. Αντίθετα, παραπέμπει στην αδαμική
γυμνότητα, στην κατάσταση του ανθρώπου πριν από την Πτώση, όταν ακόμη δεν
υπήρχε η αίσθηση της ντροπής.
Ο Χριστός, ο νέος Αδάμ, εισέρχεται στα νερά του Ιορδάνη
γυμνός. Η εικόνα αυτή μπορεί να διαβαστεί ως συμβολική επιστροφή στην αρχέγονη
αθωότητα του ανθρώπου και, ταυτόχρονα, ως προαναγγελία της πνευματικής
αναγέννησης που συντελείται μέσα από το Βάπτισμα.
Το ένα Του πόδι προβάλλει ελαφρώς προς τα εμπρός, ενώ
ολόκληρη η στάση του σώματος δηλώνει την εκούσια προσέλευσή Του στον Ιωάννη τον
Πρόδρομο. Ο Χριστός δεν οδηγείται στον Ιορδάνη από ανάγκη· προσέρχεται ο ίδιος,
με τη δική Του θέληση, για να βαπτιστεί και να αγιάσει τα ύδατα.
Η γυμνότητα, επομένως, αποκτά εδώ ιδιαίτερο θεολογικό
συμβολισμό. Δεν είναι η γύμνια ενός απλού ανθρώπου, αλλά η γύμνια του Θεανθρώπου,
ο οποίος παρουσιάζεται απαλλαγμένος από κάθε ανθρώπινο κάλυμμα, ως ο νέος Αδάμ.
Στην Παναγία τη Χρυσελεούσα της Χλώρακας ο Χριστός είναι
γυμνός — εντελώς γυμνός. Και ακριβώς αυτή η ασυνήθιστη επιλογή του
παλαιού ζωγράφου είναι εκείνη που κάνει την παράσταση τόσο ξεχωριστή.
Ενώ σε άλλες αγιογραφίες η μορφή Του καλύπτεται με λευκό
ύφασμα, εδώ ο ζωγράφος αποδίδει το ανθρώπινο σώμα χωρίς φόβο και χωρίς
υπερβολή, μετατρέποντας τη γυμνότητα σε σύμβολο πνευματικής καθαρότητας.
Δεν πρόκειται για μια προκλητική απεικόνιση του σώματος.
Είναι μια βαθιά θρησκευτική παράσταση, μέσα στην οποία η ανθρώπινη γύμνια
αποκτά πνευματικό νόημα. Παραπέμπει στον Αδάμ πριν από την Πτώση, στην αθωότητα
που χάθηκε και στην αναγέννηση που προσφέρει το Βάπτισμα.
Έτσι, η μορφή του γυμνού Χριστού μέσα στα νερά του Ιορδάνη
δεν προκαλεί τον θεατή. Τον καλεί να συλλογιστεί.
Το σώμα γίνεται σύμβολο.
Το νερό γίνεται αναγέννηση.
Η γυμνότητα γίνεται αθωότητα.
Και η Βάπτιση γίνεται η αρχή μιας καινούργιας ζωής.
Ίσως γι’ αυτό η παλιά αυτή τοιχογραφία, παρότι σήμερα
σώζεται φθαρμένη από τον χρόνο, εξακολουθεί να έχει μια ιδιαίτερη δύναμη. Μέσα
στις λιτές γραμμές του άγνωστου ζωγράφου δεν αποτυπώνεται μόνο μια σκηνή από τη
ζωή του Χριστού, αλλά και μια ολόκληρη αντίληψη για τον άνθρωπο: τον άνθρωπο
που γυμνώνεται από το παλιό και αναγεννιέται μέσα στο νερό του Βαπτίσματος.
Και ίσως αυτή να είναι η βαθύτερη αξία της παράστασης που
σώζεται στη μικρή παλιά εκκλησία της Χλώρακας: ότι μέσα από μια εικόνα σπάνια
και ασυνήθιστη, ένας άγνωστος αγιογράφος, πριν από πολλούς αιώνες, προσπάθησε
να μιλήσει όχι μόνο για τη Βάπτιση του Χριστού, αλλά και για την αναγέννηση
ολόκληρου του ανθρώπου.
ΕΛΛΗΝΟΣΠΗΛΙΟΙ
Η ιστορία της Κύπρου είναι πανάρχαιη και οι ρίζες της
χάνονται βαθιά μέσα στους αιώνες. Το νησί γνώρισε διαδοχικούς πολιτισμούς και
λαούς, οι οποίοι άφησαν πίσω τους μνημεία, ιερά, τάφους και άλλα κατάλοιπα που
μαρτυρούν τη μακραίωνη ιστορική του πορεία.
Ιδιαίτερη σημασία για την περιοχή της Πάφου έχουν οι
λαξευτοί τάφοι των ελληνιστικών και των πρώτων ρωμαϊκών χρόνων. Πρόκειται για
ταφικά μνημεία που λαξεύτηκαν μέσα στον φυσικό βράχο και, σε αρκετές
περιπτώσεις, είναι τόσο μεγάλων διαστάσεων και τόσο περίτεχνα κατασκευασμένα,
ώστε θυμίζουν πραγματικές κατοικίες.
Ορισμένοι διαθέτουν αίθρια, περιστύλια, αυλές και ταφικούς
θαλάμους που ανοίγουν γύρω από τον κεντρικό χώρο. Η μορφή τους μαρτυρεί όχι
μόνο τη σημασία που έδιναν οι άνθρωποι της εποχής στους νεκρούς, αλλά και την
κοινωνική θέση εκείνων για τους οποίους κατασκευάστηκαν.
Παρόμοια ταφικά μνημεία συναντώνται και σε άλλες περιοχές
του ελληνιστικού κόσμου, γεγονός που αντανακλά τις πολιτιστικές και οικονομικές
σχέσεις της Πάφου με τα μεγάλα κέντρα της Ανατολικής Μεσογείου.
Στην Πάφο το πιο γνωστό συγκρότημα τέτοιων τάφων είναι οι
περίφημοι «Τάφοι των Βασιλέων». Η ονομασία τους δεν σημαίνει ότι εκεί
ενταφιάστηκαν βασιλιάδες. Πρόκειται για μεταγενέστερη ονομασία, η οποία
οφείλεται κυρίως στο μέγεθος, την επιβλητικότητα και την πολυτέλεια ορισμένων
από τα ταφικά μνημεία. Οι τάφοι συνδέονται με την ανώτερη κοινωνική τάξη της
αρχαίας Πάφου.
Παρόμοιοι λαξευτοί τάφοι υπήρχαν και σε άλλες περιοχές της
επαρχίας Πάφου. Ανάμεσά τους αναφέρονται και οι λεγόμενοι «Ελληνόσπηλιοι»,
όπως τους αποκαλούσαν οι παλαιότεροι κάτοικοι της Χλώρακας.
Ο Ελληνόσπηλιος στα Ροδαφίνια
Στη Χλώρακα, στην περιοχή Ροδαφίνια, προς την πλευρά
της λεωφόρου Χλώρακας και του χωριού, υπάρχει ένας παλαιός λαξευτός τάφος,
γνωστός στην τοπική παράδοση ως Ελληνόσπηλιος.
Δεν έχει τη μεγαλοπρέπεια και τις διαστάσεις των περίφημων
τάφων της Κάτω Πάφου, αποτελεί όμως αξιόλογο κατάλοιπο της αρχαιότητας.
Διαθέτει χώρο εισόδου και θαλάμους λαξευμένους μέσα στη σκληρή και συμπαγή
πέτρα.
Στον χώρο αυτό, σύμφωνα με πληροφορίες που διασώθηκαν, είχαν
βρεθεί κατά το παρελθόν αρχαία αντικείμενα. Ανάμεσά τους αναφέρεται και μία ρωμαϊκή
μαρμάρινη σαρκοφάγος με το κάλυμμά της, η οποία, σύμφωνα με τη μαρτυρία που
μου παραδόθηκε, βρίσκεται σήμερα στο προαύλιο του Μουσείου Πάφου.
Η παρουσία τέτοιων ευρημάτων στην περιοχή αποκτά ιδιαίτερη
σημασία, γιατί μας υπενθυμίζει ότι η σημερινή Χλώρακα βρίσκεται επάνω σε έναν
χώρο με βαθιές ιστορικές ρίζες, ο οποίος συνδεόταν με την ευρύτερη περιοχή της
αρχαίας Πάφου.
Ο Ελληνόσπηλιος της παλιάς Χλώρακας
Υπάρχει όμως και ένας ακόμη Ελληνόσπηλιος, πολύ πιο κοντά
στον παλιό πυρήνα της Χλώρακας, σε μικρή απόσταση από την κεντρική πλατεία.
Βρίσκεται μέσα στο έδαφος και η είσοδός του έχει σήμερα
καλυφθεί από χώματα. Πρόκειται, σύμφωνα με την περιγραφή που μου έγινε, για
φυσικό κοίλωμα ή σπήλαιο, στα τοιχώματα του οποίου λαξεύτηκαν νεκρικοί θάλαμοι.
Εκεί, όπως εικάζεται, χρησιμοποιήθηκαν κατά την αρχαιότητα για ταφές ανθρώπων
που ανήκαν στην ανώτερη κοινωνική τάξη της περιοχής.
Για τον Ελληνόσπηλιο αυτό έχουν διασωθεί αρκετές προφορικές
μαρτυρίες παλαιών κατοίκων της Χλώρακας. Οι μαρτυρίες αυτές μιλούν για ευρήματα
που αποκαλύφθηκαν στο εσωτερικό των θαλάμων και αργότερα χάθηκαν.
Σε έναν από τους θαλάμους, σύμφωνα με μαρτυρία παλαιού
κατοίκου, βρέθηκε μαρμάρινη σαρκοφάγος με κάλυμμα, πάνω στο οποίο υπήρχε
ανάγλυφη μορφή γυναίκας εξαιρετικού κάλλους. Η σαρκοφάγος, σύμφωνα με την ίδια
μαρτυρία, δεν παρέμεινε στον τόπο αλλά πουλήθηκε σε αρχαιοκάπηλους.
Η τοπική παράδοση αναφέρει ακόμη ότι η σαρκοφάγος βρίσκεται
σήμερα σε ιδιωτική συλλογή ή μουσείο της Νέας Υόρκης. Δεν έχω, όμως, στη
διάθεσή μου τεκμηριωμένο αρχαιολογικό ή μουσειακό στοιχείο που να επιβεβαιώνει
τον σημερινό τόπο όπου βρίσκεται. Για τον λόγο αυτό καταγράφω την
πληροφορία ως προφορική μαρτυρία και όχι ως βεβαιωμένο γεγονός.
Σε άλλον θάλαμο, σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, βρέθηκε χρυσή
ζώνη πολεμιστή, η οποία επίσης φέρεται να πουλήθηκε σε αρχαιοκάπηλους,
περίπου κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, για το ποσό των πέντε λιρών.
Αναφέρεται ακόμη ότι σε τρίτο θάλαμο βρέθηκαν λαμπιόνια,
αρχαία αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν πιθανότατα για φωτισμό. Για την τύχη
τους δεν υπάρχει σήμερα σαφής πληροφορία.
Όλα αυτά δεν τα καταγράφω ως αρχαιολογικά δεδομένα που έχουν
επισήμως τεκμηριωθεί. Τα καταγράφω όπως μου παραδόθηκαν από ανθρώπους της
παλιάς Χλώρακας, οι οποίοι έζησαν στον τόπο, γνώριζαν τις περιοχές και, σύμφωνα
με τις δικές τους διηγήσεις, πληροφορήθηκαν τα γεγονότα από ανθρώπους που είχαν
δει ή ακούσει για τα ευρήματα.
Η προφορική μαρτυρία δεν είναι πάντοτε αρκετή για να
αποδείξει ένα αρχαιολογικό γεγονός. Είναι όμως και αυτή μέρος της ιστορίας ενός
τόπου. Και όταν οι μαρτυρίες
επαναλαμβάνονται από περισσότερους ανθρώπους και συνδέονται με υπαρκτά αρχαία
κατάλοιπα, αξίζει να καταγράφονται, έστω και με τη σαφή επισήμανση ότι
παραμένουν υπόθεση ή τοπική παράδοση.
Τα απομεινάρια μιας αρχαίας εποχής
Η περιοχή της Χλώρακας ανήκε κατά την αρχαιότητα στην
ευρύτερη επικράτεια της Πάφου και βρισκόταν μέσα σε έναν χώρο με έντονη
ανθρώπινη δραστηριότητα. Οι τάφοι, τα σπήλαια και τα άλλα αρχαιολογικά
κατάλοιπα που έχουν εντοπιστεί στην περιοχή αποτελούν μικρά παράθυρα προς
εκείνον τον μακρινό κόσμο.
Σήμερα, όμως, ελάχιστα είναι τα ορατά σημάδια εκείνης της
εποχής. Οι αιώνες πέρασαν, η γη καλλιεργήθηκε, οι οικισμοί μετακινήθηκαν και
μεγάλωσαν, ενώ πολλά από τα αρχαία μνημεία χάθηκαν, καταστράφηκαν ή σκεπάστηκαν
από το χώμα.
Κι όμως, κάτω από το σύγχρονο τοπίο της Χλώρακας εξακολουθεί
να υπάρχει η παλιά ιστορία.
Οι δύο Ελληνόσπηλιοι που διασώζονται στην περιοχή, ακόμη και
αν σήμερα βρίσκονται μέσα σε ιδιωτικές περιουσίες και δεν είναι εύκολα ορατοί,
αποτελούν σιωπηλούς μάρτυρες μιας εποχής που απέχει από εμάς περισσότερο από
δύο χιλιάδες χρόνια.
Δεν έχουν τη μεγαλοπρέπεια των «Τάφων των Βασιλέων». Δεν
είναι μεγάλα μνημεία που προσελκύουν επισκέπτες. Είναι όμως κομμάτια της
αρχαίας Χλώρακας — θαμμένα μέσα στη γη, όπως είναι θαμμένες και οι περισσότερες
από τις ιστορίες των ανθρώπων που έζησαν εδώ πριν από εμάς.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο σημαντικό: η αρχαιότητα της
Χλώρακας δεν βρίσκεται μόνο σε όσα βλέπουμε, αλλά και σε όσα έχουν χαθεί και
περιμένουν ακόμη να αποκαλυφθούν.
ΤΟ ΑΥΛΑΚΙ ΤΗΣ ΡΗΓΑΙΝΑΣ
Στα παράλια της Χλώρακας σώζονται ακόμη απομεινάρια ενός
παλιού πέτρινου αυλακιού, το οποίο, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, μετέφερε
νερό από την Τάλα προς το παλάτι της Ρήγαινας, στα Παλιόκαστρα.
Στα σύνορα Χλώρακας και Λέμπας σώζεται ακόμη ο πύργος πάνω
στον οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν κτισμένο και στηριγμένο το αυλάκι. Οι
πέτρες του, σιωπηλές και φθαρμένες από τον χρόνο, μοιάζουν να κρατούν ακόμη
μέσα τους την ανάμνηση ενός έργου που οι παλαιότεροι συνέδεαν με τη μυστηριώδη
μορφή της Ρήγαινας.
Όμως η παράδοση της Ρήγαινας δεν περιορίζεται μόνο στο
αυλάκι.
Στη συνοικία του Μουττάλου, μέσα στην αυλή του παλιού
τουρκικού σχολείου, βρίσκεται το λεγόμενο «Αδράχτι της Ρήγαινας», ένας
μεγάλος πέτρινος όγκος που η λαϊκή φαντασία συνέδεσε με τη μυθική βασίλισσα.
Και στην Κάτω Πάφο, κοντά στους Αγίους Αγαπητικό και
Μισητικό, βρίσκεται η θεόρατη πέτρα που η παράδοση αποδίδει στον Διγενή
Ακρίτα.
Έτσι, η μορφή της Ρήγαινας και του Διγενή δεν έμεινε μόνο
μέσα στα παλιά τραγούδια και στις διηγήσεις των ανθρώπων. Πέρασε μέσα στο ίδιο
το τοπίο. Έγινε πέτρα, νερό, αυλάκι, πύργος και βράχος. Οι άνθρωποι έδωσαν
ονόματα στα σημάδια που αντίκριζαν γύρω τους και, μέσα από αυτά, δημιούργησαν
έναν ολόκληρο κόσμο θρύλων.
Πέτρα με πέτρα, νερό με νερό και θρύλος με θρύλο, η Χλώρακα κρατά ακόμη μέσα στο τοπίο της ίχνη μιας εποχής που χάνεται βαθιά μέσα στους αιώνες.
ΟΙ ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Η Κύπρος είναι διάσπαρτη από παλαιούς ναούς, στους οποίους
σώζονται πολύτιμα δείγματα της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ζωγραφικής. Οι
τοιχογραφίες που διασώθηκαν στους αιώνες αποτελούν μαρτυρίες όχι μόνο της
θρησκευτικής πίστης, αλλά και της καλλιτεχνικής παράδοσης του τόπου.
Και στη Χλώρακα σώζονται κατάλοιπα παλαιού τοιχογραφικού
διακόσμου, κυρίως στους δύο ιστορικούς ναούς της Παναγίας της Χρυσελεούσας
και του Αγίου Νικολάου.
Στην Παναγία τη Χρυσελεούσα σώζονται δύο στηθαίες
μορφές Αγίων. Η μία παριστάνει την Αγία Κυριακή, ενώ η δεύτερη έχει
υποστεί σημαντικές φθορές και σήμερα δεν αναγνωρίζεται με την ίδια καθαρότητα.
Σε άλλη παράσταση εικονίζεται ο Άγιος Γεώργιος έφιππος να
φονεύει τον δράκοντα, ένα από τα πλέον αγαπητά θέματα της ορθόδοξης
εικονογραφίας.
Στον τρούλο δεσπόζει η μορφή του Παντοκράτορα, ενώ
γύρω από αυτήν αναπτύσσεται ο εικονογραφικός διάκοσμος του ναού. Στη βάση του
τρούλου σώζεται παλαιά επιγραφή:
«ΣΤΕΡΕΩΣΟΝ ΚΥΡΙΕ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΗΝ ΕΚΤΙΣΩ ΤΩ ΤΙΜΙΩ ΣΟΥ ΑΙΜΑΤΙ·
ΟΥΡΑΝΟΣ ΠΟΛΥΦΩΤΟΣ ΑΝΕΔΕΙΧΘΗ ΑΠΑΝΤΑ ΦΩΤΑΓΩΓΟΥΣ ΤΟΥΣ ΠΙΣΤΟΥΣ, ΕΝ Ω ΕΣΤΩΤΕΣ
ΚΑΤΑΥΓΑΖΟΜΕΝ ΤΟΥΤΟΝ ΤΟΝ ΟΙΚΟΝ».
Κάτω από τον τρούλο αναπτύσσονται παραστάσεις των Χερουβείμ,
των Δώδεκα Αποστόλων, των Τεσσάρων Ευαγγελιστών και του Ιωάννη
του Θεολόγου.
Στον υπόλοιπο ναό αναφέρονται παραστάσεις με ιδιαίτερο
θεολογικό περιεχόμενο, ανάμεσά τους η Δευτέρα Παρουσία, ο Χριστός ως
Δίκαιος Κριτής και ο Άγιος Μηνάς έφιππος.
Ιδιαίτερα πλούσιος παρουσιάζεται ο εικονογραφικός διάκοσμος
του ιερού, όπου σώζονται ή αναφέρονται παραστάσεις του Ευαγγελισμού, της
Γέννησης του Χριστού, της Σταύρωσης, του Επιτάφιου Θρήνου,
της Θυσίας του Αβραάμ, της Βάπτισης του Χριστού και της Παναγίας
της Πλατυτέρας.
Ξεχωριστή θέση ανάμεσα στις παραστάσεις αυτές κατέχει η Βάπτιση
του Χριστού. Η παράσταση παρουσιάζει ιδιαίτερο εικονογραφικό ενδιαφέρον,
καθώς ο Χριστός αποδίδεται γυμνός μέσα στον Ιορδάνη, με τα πόδια ελαφρώς
διασταυρωμένα, κατά τρόπο που περιορίζει την ανατομική έκθεση της μορφής.
Στον Άγιο Νικόλαο σώζονται επίσης ίχνη παλαιών τοιχογραφιών,
ιδιαίτερα στον βόρειο τοίχο. Οι παραστάσεις έχουν υποστεί σημαντικές φθορές,
μαρτυρούν όμως ότι και ο μικρός αυτός ναός υπήρξε κάποτε εικονογραφημένος.
Οι τοιχογραφίες της Χλώρακας δεν αποτελούν απλώς απομεινάρια
μιας παλαιότερης ζωγραφικής τέχνης. Είναι θραύσματα της μνήμης του τόπου.
Πίσω από τα ξεθωριασμένα πρόσωπα των Αγίων, τον Παντοκράτορα
του τρούλου, τους Αποστόλους και τις σκηνές από τη ζωή του Χριστού, διακρίνεται
ένας κόσμος ανθρώπων που έζησαν αιώνες πριν από εμάς.
Άνθρωποι απλοί, που μπήκαν κάποτε σε αυτούς τους μικρούς
ναούς, άναψαν το κερί τους, γονάτισαν μπροστά στις ιερές μορφές και
προσευχήθηκαν κάτω από τις ίδιες παραστάσεις που, έστω αποσπασματικά,
αντικρίζουμε σήμερα.
Γι’ αυτό και κάθε σωζόμενο κομμάτι τοιχογραφίας έχει αξία
πολύ μεγαλύτερη από την καλλιτεχνική του υπόσταση. Είναι ένας σύνδεσμος
ανάμεσα στη σημερινή Χλώρακα και στην παλαιότερη ιστορία της.
Και οι τοιχογραφίες αυτές, όσο λίγες κι αν είναι, εξακολουθούν να μιλούν. Μιλούν για την πίστη, την τέχνη και τη ζωή των ανθρώπων που πέρασαν από αυτόν τον τόπο και άφησαν στους τοίχους των μικρών εκκλησιών τους ένα μέρος από την ψυχή τους.
ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΑΓΙΟΣ ΕΦΡΑΙΜ
ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Ο ναΐσκος του Αγίου Εφραίμ βρίσκεται στον χώρο του νέου
κοιμητηρίου της Χλώρακας και, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, είναι ο μοναδικός
ναός αφιερωμένος στον Άγιο Εφραίμ σε ολόκληρη την επαρχία της Πάφου. Η μνήμη
του Αγίου εορτάζεται στις 5 Μαΐου.
Η ιδέα για την ανέγερση του μικρού αυτού ναού γεννήθηκε το 1998,
όταν ο Ανδρέας Μαυρέσης και η σύζυγός του Γιωργούλα, κατά τη διάρκεια ενός
θρησκευτικού ταξιδιού τους στη Νέα Μάκρη, επισκέφθηκαν το ιστορικό μοναστήρι
που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Εφραίμ και συνδέεται με τον τόπο του μαρτυρίου
του.
Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, το 1426, Αγαρηνοί
πειρατές εισέβαλαν στη μονή, τη λεηλάτησαν, κατέσφαξαν τους μοναχούς και
υπέβαλαν σε φρικτά βασανιστήρια τον Άγιο Εφραίμ, ο οποίος ήταν ηγούμενος της
μονής, οδηγώντας τον τελικά στο μαρτύριο.
Η επίσκεψη αυτή συγκίνησε βαθιά το ζευγάρι και γεννήθηκε
μέσα τους η επιθυμία να ανεγείρουν στη Χλώρακα ένα μικρό παρεκκλήσι προς τιμήν
του Αγίου.
Οι σκέψεις και οι συζητήσεις συνεχίστηκαν για αρκετό καιρό.
Το 2001 ανέθεσαν τον σχεδιασμό του ναού στον αρχιτέκτονα Τεύκρο
Κουλούντη, ο οποίος, με μεγάλη προθυμία, προσφέρθηκε να εκπονήσει τα σχέδια
χωρίς αμοιβή.
Η Γιωργούλα Μαυρέση πρόλαβε να δει το παρεκκλήσι να παίρνει
μορφή, έστω ακόμη μόνο πάνω στο χαρτί. Έπασχε όμως από ανίατη ασθένεια και λίγο
αργότερα έφυγε από τη ζωή.
Ο σύζυγός της, θέλοντας να εκπληρώσει το τάμα που είχαν
κάνει μαζί, αποφάσισε να συνεχίσει μόνος την προσπάθεια. Με επιμονή και πίστη
φρόντισε για την ανέγερση του ναού και, όπως ο ίδιος πίστευε, με τη βοήθεια του
Αγίου Εφραίμ κατάφερε μέσα σε έναν χρόνο να ολοκληρώσει το μικρό παρεκκλήσι στη
μορφή που έχει σήμερα.
Το εκκλησάκι είναι απέριττο και όμορφο, βασιλικού ρυθμού,
και βρίσκεται δίπλα στον αρχαίο ναΐσκο του Αγίου Νικολάου. Με την πάροδο των
χρόνων έγινε τόπος προσκυνήματος όχι μόνο για τους κατοίκους της Χλώρακας, αλλά
και για ανθρώπους από άλλες κοινότητες και επαρχίες.
Μπροστά στο σεβάσμιο εικόνισμα του Αγίου καίει αδιάκοπα ένα
καντήλι. Καθημερινά άνθρωποι περνούν το κατώφλι του μικρού ναού, άλλοι για να προσευχηθούν,
άλλοι για να ανάψουν ένα κερί και άλλοι για να ζητήσουν τη βοήθεια και την
παρηγοριά του Αγίου.
Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η παρουσία ανθρώπων που
δοκιμάζονται από ασθένειες. Στέκονται μπροστά στην εικόνα, σιωπηλοί, και
καταθέτουν την προσευχή τους, αναζητώντας μέσα από την πίστη την ελπίδα, το
έλεος και τη φιλανθρωπία του Αγίου.
Με τα χρόνια δημιουργήθηκαν γύρω από το εκκλησάκι πολλές
αφηγήσεις για θεραπείες και θαυμαστά περιστατικά, τα οποία οι πιστοί αποδίδουν
στη χάρη του Αγίου Εφραίμ. Πρόκειται για μαρτυρίες και θρησκευτικές
παραδόσεις των πιστών, που αποτελούν πλέον μέρος της νεότερης προφορικής
ιστορίας της Χλώρακας.
Κάθε χρόνο, στις 5 Μαΐου, η μικρή εκκλησία γεμίζει
από κόσμο. Πλήθη πιστών συγκεντρώνονται για να τιμήσουν τη μνήμη του Αγίου και
να προσκυνήσουν την εικόνα του. Η φήμη του μικρού ναού έχει πλέον ξεπεράσει τα
όρια της Χλώρακας και της επαρχίας Πάφου.
Έτσι, ένας ναός που γεννήθηκε από την επιθυμία δύο ανθρώπων να εκπληρώσουν ένα τάμα έγινε, μέσα στα χρόνια, ένας ήσυχος τόπος προσευχής και παρηγοριάς. Και δίπλα στον παλιό Άγιο Νικόλαο, οι δύο μικροί ναοί στέκουν σήμερα ο ένας κοντά στον άλλο, σαν δύο διαφορετικές εποχές της Χλώρακας που συναντιούνται στον ίδιο χώρο.
ΑΓΙΟΣ ΥΠΑΤΙΟΣ, Ο ΠΕΡΠΑΤΗΤΗΣ ΤΗΣ
ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Ο Άγιος Υπάτιος, γνωστός στη Χλώρακα και ως Περπατητής,
τιμάται σε ένα περικαλλές εκκλησάκι, το οποίο κτίστηκε με δαπάνη του ευεργέτη
Γιαννάκη Αριστοδήμου, κοντά στο θέατρο της Χλώρακας και δίπλα στην παλιά βρύση
του χωριού.
Παλαιότερα δεν υπήρχε εκεί εκκλησάκι. Υπήρχε μόνο μια μεγάλη
πελεκητή πέτρα, ριγμένη στο έδαφος κάτω από έναν θεόρατο δρυ. Εκεί οι πρόγονοί
μας έφερναν τα παιδιά τους όταν αργούσαν να περπατήσουν και τα περιέφεραν γύρω
από την πέτρα, σε μια ιδιότυπη λιτανεία, πιστεύοντας πως ο Άγιος μπορούσε να τα
βοηθήσει να ξεπεράσουν το πρόβλημά τους.
Έδεναν στα πόδια του παιδιού ένα λεπτό και μικρού μήκους
νήμα και, κρατώντας το από τα χέρια, το βοηθούσαν να περπατά γύρω από την
πέτρα, ώσπου η κλωστή να κοπεί. Τότε πίστευαν πως το παιδί θα άρχιζε να περπατά
κανονικά. Έτσι ο Άγιος Υπάτιος απέκτησε στη λαϊκή συνείδηση την προσωνυμία Περπατητής
της Χλώρακας.
Η πέτρα αυτή, σύμφωνα με την παράδοση, ήταν ένας μεγάλος
βράχος που κύλησε από το ύψωμα πάνω από την παλιά βρύση ύστερα από έναν μεγάλο
σεισμό. Λέγεται πως αποτελούσε τμήμα τοίχου μιας μικρής κάμαρης, την οποία
χρησιμοποιούσε κάποτε ένας χρυσοχόος.
Μέσα στον μεγάλο βράχο υπήρχε σκαμμένο ένα κούφωμα, το οποίο
έκλεινε με εφαρμοστή πέτρινη θύρα, χωρίς εξωτερικά να αφήνει κανένα σημάδι ότι
μέσα υπήρχε κρυμμένος χώρος. Πίσω από τη θύρα, μέσα στο κούφωμα, ο χρυσοχόος
φύλαγε τα χρυσάφια του. Όταν πέθανε, το μυστικό έμεινε κρυμμένο και κανείς δεν
γνώριζε πού βρίσκονταν τα πλούτη του.
Κάποιος θα μπορούσε να αναρωτηθεί τι γύρευε ένας τεχνίτης
χρυσού στη Χλώρακα, ένα μικρό χωριό. Οι παλιοί κάτοικοι, όμως, έλεγαν πως στην
περιοχή που ονομάζεται «Χρυσός», όταν οι ζευγολάτες όργωναν τα χωράφια,
έβρισκαν πάνω στα υνιά τους μικρά ψήγματα χρυσού. Αυτά, σύμφωνα με την
παράδοση, τα αγόραζε ο χρυσοχόος και τα επεξεργαζόταν.
Όταν, λοιπόν, ύστερα από έναν μεγάλο σεισμό, το καμαράκι
καταστράφηκε και ο μεγάλος βράχος κύλησε και στάθηκε δίπλα στην παλιά βρύση, οι
κάτοικοι της Χλώρακας άρχισαν να κάνουν γύρω του λιτανείες και να τιμούν τον
Άγιο Υπάτιο.
Κάποτε, ο Χατζηφίλιπος ο Τοκογλύφος, νεαρός ακόμη, ανακάλυψε
τυχαία τη μυστική θύρα και τα χρυσάφια που βρίσκονταν κρυμμένα μέσα. Έτσι,
σύμφωνα με την αφήγηση, απέκτησε πλούτο και αργότερα έγινε ακόμη πλουσιότερος,
χρησιμοποιώντας τα χρήματα αυτά και τις οικονομικές του δυνατότητες για να
γίνει ο τοκογλύφος του χωριού.
Την ιστορία αυτή μου τη διηγήθηκε ο Κυριάκος Μαυρονικόλας.
Γύρω στο 2000, ο Χαράλαμπος, καλός και πιστός Χριστιανός και
ιεροψάλτης της Παναγίας της Θεοσκέπαστης, άκουσε από τον ανιψιό του μια
παράξενη διήγηση, την οποία εξέλαβε ως επιθυμία του Αγίου Υπατίου να αποκτήσει
ο τόπος ένα εκκλησάκι αφιερωμένο στο όνομά του.
Ο ανιψιός του, κυνηγώντας μια μέρα στη δύσβατη εκείνη
περιοχή, συνάντησε κάτω από μια μεγάλη τρεμιθιά έναν γέροντα καθισμένο πάνω
στην πέτρα του Αγίου. Τον χαιρέτησε φιλικά και τον ρώτησε τι έκανε εκεί έξω,
μέσα στο κρύο.
Ο γέροντας τού απάντησε πως όλοι οι άνθρωποι έχουν μια στέγη
πάνω από το κεφάλι τους για να τους προστατεύει, ενώ εκείνος βρισκόταν εκεί,
εκτεθειμένος στον ήλιο και στο κρύο, χωρίς καμιά σκεπή να τον προφυλάσσει.
Και λέγοντας αυτά, εξαφανίστηκε σαν να τον κατάπιε η
ομίχλη.
Ο νεαρός πίστεψε πως ο γέροντας ήταν ο ίδιος ο Άγιος
Υπάτιος. Επιστρέφοντας, διηγήθηκε το περιστατικό στον θείο του. Εκείνος το
μετέφερε στον Ανδρέα Μαυρέση, ο οποίος με τη σειρά του το ανέφερε στις τοπικές
αρχές.
Δυστυχώς, τότε οι κοινοτικές αρχές δεν επέτρεψαν την
ανέγερση παρεκκλησίου, με τη δικαιολογία ότι δεν υπήρχε διαθέσιμος χώρος.
Τα χρόνια πέρασαν. Ο Ανδρέας Μαυρέσης αναδείχθηκε
κοινοτάρχης Χλώρακας. Ανάμεσα στο πολυσχιδές έργο που προσέφερε στην κοινότητά
του κατά τη διάρκεια της θητείας του ήταν και η αγορά της γης όπου από παλιά
λατρευόταν ο Άγιος Υπάτιος.
Στη συνέχεια, με τη βοήθεια του επιχειρηματία Γιαννάκη
Αριστοδήμου, κτίστηκε το εκκλησάκι που σήμερα στέκει εκεί, όμορφο και ήσυχο,
δίπλα στην παλιά βρύση, αγναντεύοντας το πέλαγος.
Έτσι, εκεί όπου κάποτε υπήρχε μόνο μια μεγάλη πέτρα κάτω από έναν δρυ, όπου οι παλιοί έφερναν τα παιδιά τους για να περπατήσουν, υψώνεται σήμερα ένας μικρός ναός. Η πέτρα, η παλιά βρύση, οι λιτανείες, οι διηγήσεις των παλαιών και το εκκλησάκι του Αγίου Υπατίου αποτελούν πλέον ένα ενιαίο κομμάτι της λαϊκής μνήμης της Χλώρακας.
ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ – 1961
Διακόσια περίπου μέτρα από τη θάλασσα, στην τοποθεσία «Αλυκή»,
εκεί όπου στις 10 Νοεμβρίου 1954 αποβιβάστηκε ο Αρχηγός Διγενής,
υψώνεται το μικρό παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου.
Το παρεκκλήσιο ανεγέρθηκε το 1961 από τη Ζήνα Κάνθερ,
με δικές της δαπάνες, ύστερα από εισήγηση του Παπακώστα Λεωνίδα. Κτίστηκε προς
τιμήν του στρατιωτικού αρχηγού του Αγώνα και ως μνημείο της ιστορικής εκείνης
στιγμής που συνέδεσε για πάντα την ακτή της Χλώρακας με τον Απελευθερωτικό
Αγώνα του 1955–1959.
Αργότερα το παρεκκλήσιο εικονογραφήθηκε από τους Γεώργιο και
Αλέξανδρο Κωνσταντινίδη, με τη φροντίδα της Μητρόπολης Πάφου και με δωρεές
Χριστιανών.
Σήμερα αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του μνημειακού χώρου
της ακτής της Χλώρακας. Μαζί με τα υπόλοιπα μνημεία της περιοχής, διατηρεί
ζωντανή τη μνήμη εκείνων των χρόνων και θυμίζει πως η θρησκευτική πίστη υπήρξε
βαθιά δεμένη με τον αγώνα των ανθρώπων για την ελευθερία της πατρίδας.
Ο μικρός Άγιος Γεώργιος στέκει έτσι κοντά στη θάλασσα, στον ίδιο τόπο όπου άρχισε μια από τις σημαντικότερες σελίδες της νεότερης ιστορίας της Χλώρακας. Η εκκλησία, η θάλασσα και η ιστορική μνήμη συναντώνται στον ίδιο τόπο.
ΑΡΧΑΓΓΕΛΟΣ ΜΙΧΑΗΛ
Βασιλικού ρυθμού, χωρίς τρούλο
Ο μικρός ναός του Αρχαγγέλου Μιχαήλ είναι βασιλικού ρυθμού,
χωρίς τρούλο.
Ο Γιώρκος του Λεωνή κληρονόμησε από τους γονείς του, τον
Λεωνή και τη Δεσποινού, ένα κομμάτι πετρώδους γης, μια καυκάλλα, μέσα στην
οποία ήταν κτισμένο το μικρό εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Πάνω στην καυκάλλα φύτρωναν σχοινιές και βελανιδιές. Τα
καλοκαίρια ο Γιώρκος έστηνε εκεί πρόχειρες μάντρες για το κοπάδι του. Για να
προστατεύει τα αιγοπρόβατά του από τις αλεπούδες και άλλους κινδύνους, τα
βράδια κοιμόταν μέσα στο μικρό ξωκκλήσι.
Με τον τρόπο αυτό, αλλά και επειδή ήταν βαθιά πιστός
Χριστιανός, δέθηκε περισσότερο με τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και τον θεωρούσε Άγιο
και προστάτη του.
Κάποτε, ενώ βρισκόταν μαζί με τον γιο του στη βάρκα τους,
σηκώθηκε ανεμοστρόβιλος στη θάλασσα και κινδύνεψαν σοβαρά. Ο Γιώρκος πίστεψε
πως η σωτηρία τους οφειλόταν στη θαυματουργή προστασία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Από τότε, θέλοντας να εκφράσει την ευγνωμοσύνη και τη βαθιά
πίστη του, δώρισε το οικόπεδο μαζί με το εκκλησάκι στην Εκκλησία της Χλώρακας,
ώστε όλοι οι κάτοικοι να μπορούν να προσκυνούν και να ανάβουν το καντήλι στον
Άγιο.
Οι υπερήλικες του χωριού θυμούνται ακόμη τα ερείπια του
παλαιότερου, μεσαιωνικού ναού, ο οποίος ήταν επίσης μικρός, όπως και ο
σημερινός. Μας ανέφεραν ακόμη πως στα παλιά χρόνια γινόταν πανηγύρι στο
προαύλιο του ναού και συγκεντρωνόταν εκεί σχεδόν ολόκληρο το χωριό.
Έτσι, το μικρό εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ δεν αποτελεί
μόνο έναν τόπο λατρείας. Είναι και ένας μικρός κρίκος που συνδέει το σήμερα με
μια παλαιότερη Χλώρακα, όταν οι άνθρωποι ζούσαν πιο κοντά στη γη, στα κοπάδια
τους και στα μικρά ξωκκλήσια του τόπου.
Ο ναός λειτουργείται συνήθως δύο φορές τον χρόνο: στις 6 Σεπτεμβρίου, ημέρα του εν Χώναις θαύματος του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, και στις 8 Νοεμβρίου, ημέρα της Σύναξης των Αρχαγγέλων.
ΑΓΙΟΣ
ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Ο μικρός ναός του Αγίου Νικολάου βρίσκεται σε ύψωμα
κοντά στη θάλασσα, στη δυτική πλευρά της Χλώρακας, από όπου αγναντεύει
απρόσκοπτα το πέλαγος. Είναι ένας από τους παλαιότερους ναούς της κοινότητας
και αποτελεί πολύτιμο κατάλοιπο της βυζαντινής και μεταβυζαντινής ιστορίας του
τόπου.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο ναός ανάγεται στον 12ο
αιώνα. Το μικρό του μέγεθος και η ιδιόμορφη, κάπως ασύμμετρη μορφή του
μαρτυρούν έναν ναό που δημιουργήθηκε μέσα σε διαφορετικές εποχές και υπέστη,
πιθανότατα, μεταβολές και επεμβάσεις στο πέρασμα των αιώνων.
Η θέση του είναι ξεχωριστή. Κτισμένος ψηλά, πάνω από τη
θάλασσα, μοιάζει να βρίσκεται σε διαρκή διάλογο με το πέλαγος. Τα παλιά χρόνια
οι κάτοικοι, φοβούμενοι μήπως κάποιο παιδί πλησιάσει επικίνδυνα στην άκρη του
κρημνού, έκτιζαν μπροστά από τον ναό προστατευτικό τοίχο.
Σύμφωνα όμως με την τοπική παράδοση, ο τοίχος κατέρρεε κάθε
φορά. Όσες φορές και αν τον ξανάκτιζαν, έπεφτε πάλι.
Οι κάτοικοι ερμήνευσαν το γεγονός ως θέλημα του Αγίου.
Πίστεψαν πως ο Άγιος Νικόλαος ήθελε να έχει ελεύθερη τη θέα προς τη θάλασσα και
δεν επιθυμούσε να υψώνεται μπροστά του τοίχος. Έτσι, αντί για τοίχο,
τοποθέτησαν κάγκελα, ώστε να προστατεύονται τα παιδιά χωρίς να εμποδίζεται η
θέα προς το πέλαγος.
Κατά την τοπική παράδοση, ο ναός κτίστηκε από ντόπιους
βοσκούς, οι οποίοι δεν διέθεταν ιδιαίτερες γνώσεις αρχιτεκτονικής. Για την
οικοδόμησή του χρησιμοποιήθηκαν πελεκημένες πέτρες, οι οποίες, σύμφωνα με την
παράδοση, μεταφέρθηκαν από παλαιότερα κτίσματα της Κάτω Πάφου.
Ιδιαίτερα σημαντική είναι η μαρτυρία του Ιωάννη Π.
Τσικνόπουλλου, στο έργο του Ιστορία της Εκκλησίας της Πάφου. Ο
συγγραφέας αναφέρει τον ναό ως «Μονή Αϊ Νικολούδιν Χλώρακας» και τον
χαρακτηρίζει «γοητευτικό πολύ μικρό Μοναστηριακό Ναό».
Η αναφορά αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι
δείχνει ότι ο Άγιος Νικόλαος δεν θεωρούνταν απλώς ένα μικρό εξωκκλήσι.
Συνδεόταν με μοναστηριακή παράδοση και, σύμφωνα με την ίδια πηγή, διέθετε
περιουσία.
Στο εσωτερικό του ναού σώζονται ίχνη παλαιών τοιχογραφιών,
ιδιαίτερα στον βόρειο τοίχο. Οι φθαρμένες παραστάσεις αποτελούν σήμερα σιωπηλές
μαρτυρίες του παλαιού εικονογραφικού διακόσμου του ναού. Για τις τοιχογραφίες
αυτές γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στην ενότητα «Οι Τοιχογραφίες της Χλώρακας».
Ο Άγιος Νικόλαος, μικρός σε μέγεθος αλλά μεγάλος σε ιστορία,
στέκει μέχρι σήμερα πάνω από τη θάλασσα σαν ένας παλιός φρουρός της Χλώρακας. Η
θέση του, η αρχιτεκτονική του, οι τοιχογραφίες του και οι παραδόσεις που τον
συνοδεύουν τον καθιστούν ένα από τα σημαντικότερα παλαιά εκκλησιαστικά μνημεία
της κοινότητας.
ΠΑΝΑΓΙΑ
ΧΡΥΣΕΛΕΟΥΣΑ
Στην καρδιά της παλιάς Χλώρακας, στην κεντρική πλατεία της
κοινότητας, βρίσκεται ο μικρός ναός της Παναγίας της Χρυσελεούσας. Είναι
ένας από τους αρχαιότερους ναούς της Χλώρακας και, σύμφωνα με την τοπική
παράδοση, ανάγεται στον 13ο αιώνα.
Παρά το μικρό του μέγεθος, ο ναός παρουσιάζει ιδιαίτερο
ιστορικό και καλλιτεχνικό ενδιαφέρον. Στο εσωτερικό του σώζονται αποσπασματικά
κατάλοιπα παλαιών τοιχογραφιών, τα οποία μαρτυρούν ότι άλλοτε οι τοίχοι του
ήταν καλυμμένοι από πλούσιο εικονογραφικό διάκοσμο.
Ανάμεσα στις σωζόμενες παραστάσεις ξεχωρίζει η Βάπτιση
του Χριστού, ενώ σώζονται επίσης μορφές Αγίων και άλλα τμήματα του παλαιού
ζωγραφικού προγράμματος. Οι τοιχογραφίες αυτές, παρά τις φθορές που υπέστησαν
από τον χρόνο, αποτελούν σημαντικό κομμάτι της καλλιτεχνικής κληρονομιάς της
Χλώρακας.
Για την εικονογραφική παράδοση του ναού γίνεται ιδιαίτερη
αναφορά στην ενότητα «Οι Τοιχογραφίες της Χλώρακας».
Η εικόνα της Παναγίας
Με την Παναγία τη Χρυσελεούσα συνδέεται μια από τις πιο
γνωστές παραδόσεις της Χλώρακας.
Λέγεται πως, πριν από πολλά χρόνια, μια ευσεβής και εύπορη
οικογένεια είχε εικόνα της Παναγίας στο ιδιόκτητο εκκλησάκι του τσιφλικιού της.
Κατά τον μήνα Αύγουστο, η εικόνα εξαφανίστηκε και, ύστερα από αναζήτηση,
βρέθηκε αρκετά μακριά, πάνω σε έναν βράχο και στραμμένη προς τη δύση.
Η εικόνα μεταφέρθηκε πίσω στο εκκλησάκι, όμως λίγες ημέρες
αργότερα, στις 8 Σεπτεμβρίου, ημέρα της Γεννήσεως της Θεοτόκου,
εξαφανίστηκε και πάλι. Βρέθηκε ξανά στον ίδιο τόπο και πάνω στον ίδιο βράχο.
Οι άνθρωποι θεώρησαν τότε πως η Παναγία υπέδειξε η ίδια τον
τόπο όπου επιθυμούσε να τιμάται.
Έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, κτίστηκε εκεί ο ναός και
ονομάστηκε Παναγία Χρυσελεούσα. Η εικόνα τοποθετήθηκε στο τέμπλο και
παρέμεινε εκεί για πολλές γενιές.
Η μεταφορά της εικόνας το 1928
Το 1928, όταν ολοκληρώθηκε η μεγάλη εκκλησία της
Παναγίας της Χρυσοαιματούσας, αποφασίστηκε να μεταφερθεί εκεί η εικόνα από τη
μικρή Χρυσελεούσα.
Στην πομπή συμμετείχαν οι ιερείς της Χλώρακας, μεταξύ των
οποίων ο Παπάγιωρκης, ο Παπάκλεοβουλος και ο Παπαχαρίδημος, καθώς και ο
Μητροπολίτης Πάφου Ιάκωβος.
Όταν επιχείρησαν να μετακινήσουν την εικόνα, αυτή, σύμφωνα
με την παράδοση, δεν μετακινούνταν. Έμοιαζε σαν να είχε κολλήσει πάνω στο
παλαιό ξύλινο τέμπλο.
Με τις ευλογίες του Μητροπολίτη, ο Παπάγιωρκης χρησιμοποίησε
ένα σκεπάρνι ως μοχλό και τελικά κατάφερε να την αποσπάσει. Κατά την προσπάθεια
έσπασε ένα μικρό τμήμα από το λουλουδένιο σκάλισμα του τέμπλου. Το σημάδι,
σύμφωνα με την παράδοση, διακρίνεται ακόμη.
Η εικόνα μεταφέρθηκε τελικά στην Παναγία τη Χρυσοαιματούσα,
όπου τοποθετήθηκε στο νέο τέμπλο.
Η μικρή Παναγία Χρυσελεούσα δεν είναι, επομένως, μόνο ένα
παλαιό εκκλησιαστικό κτίσμα. Είναι ένας τόπος όπου συναντώνται η πίστη, η
παράδοση, η αγιογραφία και η ιστορική μνήμη της Χλώρακας.
ΠΑΝΑΓΙΑ
ΧΡΥΣΟΑΙΜΑΤΟΥΣΑ
Επειδή ο μικρός ναός της Παναγίας της Χρυσελεούσας δεν
μπορούσε πλέον να χωρέσει τους πιστούς, ιδιαίτερα κατά τις μεγάλες θρησκευτικές
εορτές, οι κάτοικοι της Χλώρακας αποφάσισαν να ανεγείρουν έναν μεγαλύτερο ναό,
ακριβώς δίπλα στην παλαιά εκκλησία, στην ίδια πλατεία.
Το κτίσιμο άρχισε το 1924 και ολοκληρώθηκε το 1928.
Τα εγκαίνια έγιναν από τον Μητροπολίτη Πάφου Ιάκωβο.
Ο νέος ναός ήταν μεγαλόπρεπος και επιβλητικός, κτισμένος με
πελεκητή πέτρα εξαιρετικής ποιότητας από τους καλύτερους πρωτομάστορες της
εποχής. Για την ανέγερσή του χρειάστηκε να πουληθεί μεγάλο μέρος της
εκκλησιαστικής περιουσίας, γεγονός που δείχνει πόσο μεγάλη ήταν η επιθυμία των
κατοίκων να αποκτήσει η Χλώρακα έναν ναό αντάξιο της κοινότητας και των αναγκών
των πιστών της.
Η πέτρα που χρησιμοποιήθηκε για την οικοδομή λατομεύτηκε στη
Χλώρακα. Ήταν ένα από τα δύο καλύτερα και ανθεκτικότερα είδη πέτρας της
περιοχής. Παρόμοια πέτρα, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, χρησιμοποιήθηκε και
για την ανέγερση της περίφημης εκκλησίας της Θεοσκέπαστης στην Κάτω Πάφο.
Ο νέος ναός αποτέλεσε τον καθεδρικό ναό της Χλώρακας
και για πολλές δεκαετίες υπήρξε το σημαντικότερο θρησκευτικό κέντρο της
κοινότητας.
Ο σεισμός του 1953
Το 1953 η Χλώρακα δοκιμάστηκε από τον μεγάλο σεισμό
που έπληξε την Κύπρο. Η εκκλησία της Παναγίας της Χρυσοαιματούσας υπέστη
σοβαρές ζημιές και η στέγη της κατέρρευσε.
Για την αποκατάσταση του ναού χρειάστηκαν αρκετά χρόνια. Οι
κάτοικοι, όμως, δεν εγκατέλειψαν την προσπάθεια. Με δωρεές πιστών, εράνους που
έγιναν σε ολόκληρη την Κύπρο, αλλά και με την εθελοντική εργασία εργατών και
μαστόρων, κατάφεραν να ανοικοδομήσουν τον ναό.
Μέχρι το 1959 το έργο είχε ολοκληρωθεί και η Παναγία
της Χρυσοαιματούσας είχε ξαναβρεί τη θέση της μέσα στη ζωή της Χλώρακας.
Η Χρυσοαιματούσα και η θαυματουργή
εικόνα
Η ιστορία του μεγάλου ναού είναι άρρηκτα δεμένη με την
παλαιότερη εικόνα της Παναγίας, που βρισκόταν στην Παναγία τη Χρυσελεούσα.
Η εικόνα ήταν της Παναγίας της Οδηγήτριας και
θεωρούνταν θαυματουργή. Ξεχώριζε, σύμφωνα με την παράδοση, για την τεχνοτροπία
και την καλλιτεχνική της αξία.
Ιδιαίτερα συνδέθηκε με την πίστη των κατοίκων ότι μπορούσε
να βοηθήσει γυναίκες που υπέφεραν από αιμορραγίες. Από αυτή την παράδοση, όπως
διηγούνταν οι παλαιότεροι, προήλθε και η ονομασία Χρυσοαιματούσα.
Πίσω από την εικόνα κρεμόταν μια κόκκινη κορδέλα. Γυναίκες
που προσέρχονταν για να ζητήσουν τη βοήθεια της Παναγίας έπαιρναν την κορδέλα,
την αντάλλασσαν με άλλη και τη ζώνονταν για τρεις ημέρες, έχοντας την πεποίθηση
πως, με πραγματική πίστη και προσευχή, θα λάμβαναν τη βοήθεια της Παναγίας.
Πρόκειται για παλιά λαϊκή θρησκευτική παράδοση, που δεν
μπορεί να αποδειχθεί ως ιατρική θεραπεία, αποτελεί όμως σημαντικό μέρος της
θρησκευτικής και λαογραφικής μνήμης της Χλώρακας.
Η εικόνα που επέστρεψε
Με την εικόνα συνδέθηκε και ένας ακόμη θρύλος.
Οι παλαιότεροι διηγούνταν πως, όταν κάποιος προσπαθούσε να
απομακρύνει την εικόνα από την Παναγία τη Χρυσελεούσα, εκείνη επέστρεφε με
τρόπο θαυμαστό στη θέση της.
Όταν το 1928 ολοκληρώθηκε η μεγάλη εκκλησία της Παναγίας της
Χρυσοαιματούσας, οι κάτοικοι αποφάσισαν να μεταφέρουν την εικόνα στο νέο ναό.
Όπως αναφέρεται στην παράδοση, όταν επιχείρησαν να την αποσπάσουν από το παλαιό
τέμπλο, αυτή δεν μετακινούνταν.
Τελικά, με τη χρήση σκεπαρνιού ως μοχλού, ο ιερέας κατάφερε
να την αποσπάσει. Κατά την προσπάθεια έσπασε ένα τμήμα από το περίτεχνο
ξυλόγλυπτο τέμπλο.
Η επιστροφή μετά τον σεισμό
Ακόμη πιο έντονα συνδέθηκε η εικόνα με τον μεγάλο σεισμό του
1953.
Η λαϊκή παράδοση διηγείται πως, μετά την καταστροφή της
εκκλησίας, η εικόνα τοποθετήθηκε προσωρινά σε μια πρόχειρη παράγκα.
Κάποιο βράδυ, μέσα στο καλοκαίρι, ξέσπασε ξαφνικά μεγάλη
κακοκαιρία, με δυνατούς ανέμους και ανεμοστρόβιλους.
Μέσα στη νύχτα, σύμφωνα με τη διήγηση, η εικόνα εξαφανίστηκε
από την πρόχειρη θέση της.
Το επόμενο πρωί οι κάτοικοι τη βρήκαν πάνω στο τέμπλο της
παλιάς εκκλησίας της Παναγίας της Χρυσελεούσας.
Το γεγονός θεωρήθηκε νέο θαύμα. Για τους ανθρώπους της
εποχής δεν ήταν απλώς μια παράξενη ιστορία, αλλά ένα σημάδι πως η Παναγία
παρέμενε συνδεδεμένη με τον παλαιό της ναό.
Μετά την ολοκλήρωση της ανοικοδόμησης της Χρυσοαιματούσας,
οι κάτοικοι μετέφεραν και πάλι την εικόνα στον μεγάλο ναό, όπου, σύμφωνα με την
παράδοση, βρίσκεται μέχρι σήμερα.
Για τους ανθρώπους της Χλώρακας, η Παναγία της
Χρυσοαιματούσας δεν είναι μόνο ένα θρησκευτικό οικοδόμημα. Είναι ένας τόπος
δεμένος με την ιστορία της κοινότητας, με τις χαρές και τις δοκιμασίες της, με
τον σεισμό του 1953, την ανοικοδόμηση και, πάνω απ’ όλα, με την πίστη που
πέρασε από τους παλαιότερους στις νεότερες γενιές.
ΑΓΙΟΣ ΝΕΚΤΑΡΙΟΣ
Ο ναός του Αγίου Νεκταρίου βρίσκεται γεωγραφικά στην περιοχή
της Έμπας, εκκλησιαστικά όμως υπάγεται στη Χλώρακα.
Η ανέγερση του ναού άρχισε το 1985, σε κυβερνητική
γη. Αρχικά κτίστηκε ένα μικρό παρεκκλήσι, με δαπάνη της πρεσβυτέρας Ελλάδας
Νικολαΐδου, για να εξυπηρετεί τις θρησκευτικές ανάγκες των ενοίκων του
ιδρύματος που βρισκόταν στην περιοχή. Τα εγκαίνιά του έγιναν στις 25 Μαΐου
1986.
Καθώς με την πάροδο του χρόνου οι ανάγκες αυξήθηκαν, το 1996
πραγματοποιήθηκε επέκταση και το μικρό παρεκκλήσι πήρε τη σημερινή του μορφή.
Ο ναός είναι ρυθμού βασιλικής με τρούλο. Στο
εσωτερικό του δεσπόζει ξυλόγλυπτο τέμπλο, αποτελούμενο από δεκατέσσερις φορητές
εικόνες και μια στενότερη ζώνη με δεκατέσσερις μικρογραφίες.
Στο προαύλιο του ναού λειτουργεί, από το 1998, ένα
μικρό παρεκκλήσι αφιερωμένο στον Άγιο Εφραίμ.
Έτσι, ο ναός του Αγίου Νεκταρίου, αν και νεότερος σε σχέση με τις παλαιές εκκλησίες της Χλώρακας, αποτελεί σήμερα έναν ακόμη χώρο λατρείας που συνδέεται εκκλησιαστικά με την κοινότητα και συμπληρώνει τη θρησκευτική της ζωή.
ΑΓΙΟΣ
ΣΤΕΦΑΝΟΣ
Ο ναός του Αγίου Στεφάνου στη Λέμπα έχει μια ιδιαίτερη
ιστορία, που αρχίζει από ένα απλό υπόστεγο και φθάνει μέχρι τον σημερινό
μεγαλόπρεπο ναό. Η ιστορία του είναι δεμένη με την πίστη των ανθρώπων της
περιοχής, αλλά και με την προσφορά εκείνων που εργάστηκαν για να διατηρηθεί και
να αναδειχθεί ο χώρος λατρείας του Πρωτομάρτυρα Αγίου Στεφάνου.
Μεταξύ των ετών 1850 και 1880, ο μεγάλος τσιφλικάς
της περιοχής Σάββας Νικολαΐδης διέθετε μεγάλη περιουσία στη Λέμπα. Μέσα
στην περιουσία του υπήρχε ένα μικρό υπόστεγο, το οποίο χρησιμοποιούσε ως
αποθήκη.
Ο χώρος αυτός, όμως, είχε ήδη αρχίσει να χρησιμοποιείται από
περαστικούς και ντόπιους πιστούς ως τόπος προσευχής και λατρείας του Αγίου
Στεφάνου. Ο Σάββας Νικολαΐδης, βλέποντας την ευλάβεια των ανθρώπων, αποφάσισε
να μετατρέψει το υπόστεγο σε μικρό εκκλησάκι και να το δωρίσει στην Εκκλησία
και στους πιστούς.
Έτσι, ένας χώρος που προοριζόταν αρχικά για αποθήκη απέκτησε
ιερό χαρακτήρα και έγινε τόπος συγκέντρωσης και προσευχής.
Με την πάροδο των χρόνων, και ιδιαίτερα μετά την εγκατάλειψη
της Λέμπας από τους Τουρκοκύπριους και την εγκατάσταση Ελληνοκυπρίων κατοίκων,
το μικρό εκκλησάκι άρχισε να λειτουργεί κανονικά ως χώρος λατρείας.
Ο Σάββας Νικολαΐδης θεωρείται έτσι ο πρώτος κτήτορας και
μεγάλος δωρητής του ναού. Η προσφορά του, σύμφωνα με την παράδοση, έγινε
προς όφελος όχι μόνο των κατοίκων της περιοχής και των Ορθοδόξων Χριστιανών,
αλλά και κάθε ανθρώπου που επιθυμούσε να προσέρχεται και να τιμά τον Άγιο.
Από το μικρό εκκλησάκι στον νέο ναό
Κατά τους νεότερους χρόνους, καθώς αυξήθηκε ο αριθμός των
πιστών που προσέρχονταν στον Άγιο Στέφανο, το μικρό εκκλησάκι δεν μπορούσε
πλέον να εξυπηρετήσει τις ανάγκες της κοινότητας.
Μερικοί δραστήριοι κάτοικοι της Λέμπας, πρόσφυγες και
επίτροποι της εκκλησίας, αποφάσισαν τότε να αναλάβουν ένα δύσκολο εγχείρημα: να
ανοικοδομήσουν τον ναό εκ βάθρων και να δημιουργήσουν έναν μεγαλύτερο και πιο
ευρύχωρο χώρο λατρείας.
Στην προσπάθεια αυτή συμμετείχαν ο Παπαχαράλαμπος
Παπαντωνίου (Παπάχαμπης) από τη Χλώρακα, ο Ανδρέας Λ. Καμπανέλα, ο Λοΐζος
Λοΐζου, ο Μωυσής Σεραφείμ, αμφότεροι από το Πατρίκι Αμμοχώστου, ο Νεκτάριος
Σιδηρόπουλος από την Ελλάδα και ο Βαρνάβας Α. Βαρνάβα από τα Κάτω
Βαρώσια.
Η προσπάθεια δεν ήταν εύκολη. Οι οικονομικές δυνατότητες
ήταν περιορισμένες και οι καιροί δύσκολοι. Η τότε εκκλησιαστική επιτροπή,
αποτελούμενη από τους Παπασταύρου Λεωνίδα, Λοΐζο Λοΐζου, Μωυσή Σεραφείμ,
Νίκο και Κούλλα Όψιμου και Νεόφυτο Χαραλάμπους, κατόρθωσε να συγκεντρώσει
σημαντικό μέρος των χρημάτων που απαιτούνταν για την ανέγερση.
Για την ολοκλήρωση του έργου χρειάστηκε ακόμη και η σύναψη
δανείου.
Έτσι, με επιμονή, προσωπική εργασία, οικονομικές θυσίες και
τη βοήθεια πολλών ανθρώπων, το παλιό υπόστεγο έδωσε τη θέση του σε έναν νέο και
επιβλητικό ναό.
Τον Ιούνιο του 2011 ολοκληρώθηκε η ανέγερση της
σημερινής εκκλησίας του Αγίου Στεφάνου.
Η νέα εκκλησία είναι αφιερωμένη στον Πρωτομάρτυρα Άγιο
Στέφανο και αποτελεί σήμερα σημείο αναφοράς και πίστης για τους κατοίκους
της περιοχής.
Η αφιέρωση στον Πρωτομάρτυρα συνδέεται και με την τοπική
παράδοση για τα δεινά και τα μαρτύρια που, σύμφωνα με τις αφηγήσεις των
παλαιοτέρων, υπέφεραν οι Έλληνες Χριστιανοί κατά τους δύσκολους χρόνους της
Τουρκοκρατίας.
Σύμφωνα με την τοπική γνώση, εκτός από ένα μικρό παρεκκλήσι
στην περιοχή της Πάχνας, ο ναός του Αγίου Στεφάνου στη Λέμπα θεωρείται η
μοναδική ορθόδοξη εκκλησία στην Κύπρο αφιερωμένη στον Πρωτομάρτυρα με αυτή τη
μορφή.
Από ένα ταπεινό υπόστεγο, λοιπόν, που κάποτε χρησίμευε ως αποθήκη,
δημιουργήθηκε ένας μεγάλος ναός. Η πορεία αυτή δεν είναι μόνο η ιστορία ενός
κτιρίου. Είναι η ιστορία της πίστης ανθρώπων που, μέσα από δύσκολες εποχές,
κράτησαν ζωντανό έναν μικρό τόπο λατρείας και τον παρέδωσαν στις επόμενες
γενιές ως έναν μεγάλο και επιβλητικό ναό.
ΙΕΡΕΙΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
ΠΑΠΑΣΣΑΒΑΣ / (περίπου 1850)
Στην εκκλησία της Χλώρακας
σώζεται ένας παλιός ασημένιος σταυρός, τον οποίο ακόμη και σήμερα χρησιμοποιούν
οι ιερείς. Είναι σπασμένος και επιδιορθωμένος, με εμφανή τα σημάδια μιας
παλιάς, πρόχειρης επισκευής. Ο σταυρός αυτός συνδέεται με μια ιστορία που έμεινε
ζωντανή στη μνήμη των παλαιότερων κατοίκων και αφορά έναν από τους παλαιούς
ιερείς του χωριού, τον Παπασσάβα.
Τα παλιά χρόνια επικρατούσε ένα
σκληρό έθιμο, το οποίο, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, οι Τούρκοι διατηρούσαν
τεχνηέντως ανάμεσα στις τάξεις των Χριστιανών. Αν ο γαμπρός ήταν από άλλο
χωριό, την ημέρα του γάμου εισερχόταν στο χωριό καβαλικεμένος στο άλογό του,
θέλοντας να δείξει τη δύναμη και την υπεροχή του απέναντι στα πεθερικά και στη
νύφη.
Οι χωριανοί της νύφης έπρεπε,
σύμφωνα με το έθιμο, να τον αναγκάσουν να ξεκαβαλικέψει. Αν το κατάφερναν, ο
γαμπρός γινόταν «σώγαμπρος», δηλαδή εγκαθίστατο στο χωριό της γυναίκας του. Αν,
όμως, κατάφερνε να παραμείνει πάνω στο άλογό του, τότε η νύφη ήταν υποχρεωμένη
να τον ακολουθήσει και να ζήσει μαζί του στο δικό του χωριό.
Με την είσοδό του στο χωριό τον
περίμεναν οι συγγενείς της νύφης για να τον αναγκάσουν να κατέβει από το άλογο.
Εκείνος, όμως, συνοδευόταν από δικούς του ανθρώπους, οι οποίοι ήταν έτοιμοι να
τον υποστηρίξουν.
Έτσι άρχιζαν οι συμπλοκές.
Πιάνονταν στα χέρια και χρησιμοποιούσαν ξύλα, μαγκούρες, μαχαίρια και, κάποιες
φορές, ακόμη και όπλα. Πολλές φορές υπήρχαν τραυματισμοί και, σύμφωνα με τις
παλιές διηγήσεις, ακόμη και θάνατοι. Δεν ήταν λίγες οι περιπτώσεις που εξαιτίας
αυτών των συγκρούσεων διαλυόταν ο γάμος και το συνοικέσιο.
Το έθιμο, σύμφωνα με την
παράδοση, συνεχίστηκε σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας και σταμάτησε κατά
τα χρόνια της Αγγλοκρατίας, όταν τα δικαστήρια άρχισαν να επιβάλλουν αυστηρές
ποινές και μεγάλα πρόστιμα σε όσους προκαλούσαν τέτοιες συμπλοκές.
Κάποτε, λοιπόν, είχε κανονιστεί
ένα συνοικέσιο ανάμεσα σε δύο μεγάλες οικογένειες. Θα παντρευόταν ένας νέος από
την Έμπα, ο Σπύρος, απόγονος της παλιάς και μεγάλης οικογένειας των Ελλήνων, με
μια νέα από τη Χλώρακα, την Ελεγγού, κόρη του Τσιυπρή, επίσης από μεγάλο και
τρανό σόι του χωριού.
Ο Παπασσάβας, θέλοντας να
αποφευχθούν οι συγκρούσεις, είχε φροντίσει και συμφωνήσει με τον γαμπρό να μην
έρθει καβαλικεμένος στο χωριό. Την ημέρα όμως του γάμου πληροφορήθηκε ότι ο
Σπύρος ερχόταν στη ράχη του αλόγου του.
Ο Παπασσάβας άρπαξε τότε τον
μεγάλο ασημένιο σταυρό της εκκλησίας, καβαλίκεψε το δικό του άλογο και όρμησε
να συναντήσει την πομπή.
Όταν έφτασε κοντά στον γαμπρό,
μέσα στον θυμό του για την παραβίαση της συμφωνίας τους, πέταξε εναντίον του
τον ασημένιο σταυρό, φωνάζοντάς του πως δεν τήρησε τον λόγο του. Ο σταυρός τον
βρήκε ξώφαλτσα στο κεφάλι και λίγο έλειψε να τον σκοτώσει.
Φοβισμένος ο γαμπρός, κατέβηκε
από το άλογό του και μπήκε στο χωριό πεζός.
Η ιστορία έμεινε στη μνήμη των
Χλωρακιτών ως μια από τις τελευταίες φορές που επιχειρήθηκε από ξένο γαμπρό να
τηρηθεί αυτό το παλιό έθιμο.
Ο Παπασσάβας πέθανε σε νεαρή
ηλικία. Απόγονός του ήταν ο Αλέξανδρος, πατέρας της παπαδιάς Ελένης Παπακώστα.
Η γυναίκα του, μετά τον θάνατό του, ξαναπαντρεύτηκε τον Κυριάκο Σιαμμά και
απέκτησε μαζί του τον Λεωνή τον Λιόνταρο, το γνωστό γεροντοπαλίκαρο της
Χλώρακας, και την Ελεγγού του Ρωτόκλειτου.
Και ο παλιός ασημένιος σταυρός,
σπασμένος και επιδιορθωμένος, έμεινε στην εκκλησία. Ένα αντικείμενο λατρείας,
αλλά και ένας σιωπηλός μάρτυρας μιας άλλης εποχής.
ΠΑΠΑΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ Χ΄ ΠΑΠΑΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ / 1910
Χειροτονήθηκε ιερέας το 1910.
Γεννήθηκε το 1885 και απεβίωσε το 1956.
ΠΑΠΑΧΑΡΙΔΗΜΟΣ Χ΄ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ / 1912
Χειροτονήθηκε ιερέας το 1912 και
απεβίωσε το 1952.
ΠΑΠΑΓΙΩΡΚΗΣ ΝΙΚΟΛΑ / 1922
Χειροτονήθηκε ιερέας το 1922.
Γεννήθηκε το 1885 και απεβίωσε το 1957.
ΠΑΠΑΝΤΩΝΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΑΣΙΔΗΣ / 1945
Χειροτονήθηκε ιερέας το 1945.
Γεννήθηκε το 1902 και απεβίωσε το 1974.
Προερχόταν από πολυμελή και φτωχή
οικογένεια και δεν κατάφερε να φοιτήσει στο Γυμνάσιο. Είχε όμως μεγάλο
ενδιαφέρον για τα γράμματα και, μόνος του, μέσα από τα εκκλησιαστικά βιβλία,
κατάφερε να μορφωθεί σε μεγάλο βαθμό.
Αγαπούσε ιδιαίτερα τη βυζαντινή
μουσική και ήταν διορισμένος ψάλτης στην Εκκλησία της Θεοσκέπαστης της Κάτω
Πάφου. Γνώριζε πολύ καλά την τέχνη της και τη δίδασκε σε πολλούς άλλους. Έγραψε
και εξέδωσε, επίσης, «Εγκόλπιο Βυζαντινής Μουσικής», το οποίο αποτέλεσε
σημαντικό βοήθημα για τους μαθητές και τους ιεροψάλτες.
Κατά την εποχή της Δεκατίας, ενός
είδους φόρου που επέβαλλε η Αγγλική Αποικιακή Κυβέρνηση, διετέλεσε «Μεμούρης»,
δηλαδή πιστοποιών υπάλληλος για τις σοδειές των γεωργών, ώστε να υπολογίζεται
το ένα δέκατο που έπρεπε να αποδίδεται στην Κυβέρνηση. Από τη θέση αυτή μπόρεσε
να βοηθήσει και να διευκολύνει πολλούς φτωχούς συγχωριανούς του.
Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές
θρησκευτικού συλλόγου και αργότερα της ΑΤΕ ΠΕΚ Χλώρακας. Υπήρξε, επίσης, μέλος
και αγωνιστής της ΕΟΚΑ.
ΠΑΠΑΝΕΟΚΛΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΑΣΙΔΗΣ / 1956
Χειροτονήθηκε ιερέας το 1956.
Γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1911 στη Χλώρακα.
Ενεπλάκη στον αγώνα της ΕΟΚΑ από
το 1954 ως αγγελιαφόρος, αφού μυήθηκε στην οργάνωση από τον πρώτο του εξάδελφο
και συνάμα μυρωδικό του κουμπάρο, Κώστα Λεωνίδα – Παπάκωστα.
Μετέφερε στον Αρχιεπίσκοπο
Μακάριο Γ΄ και στον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα, γραπτώς ή προφορικώς, πληροφορίες
σχετικά με το πώς και πότε θα μεταφέρονταν τα όπλα στη Λευκωσία.
Ακόμη και μετά τη χειροτονία του,
συνέχισε να έχει ενεργό ανάμειξη στον αγώνα. Συμμετείχε στην πρώτη ομάδα που
δημιουργήθηκε στην Έμπα, φιλοξενώντας καταζητούμενους αγωνιστές της ΕΟΚΑ και
φυλάσσοντας οπλισμό στο σπίτι του.
Το 1933 νυμφεύθηκε την Αικατερίνη
Γ. Παπαντωνίου από την Έμπα.
Το 1956 χειροτονήθηκε διάκονος
από τον Μητροπολίτη Φώτιο. Την ίδια χρονιά η γενέτειρά του, η Χλώρακα,
χρειάστηκε ιερέα και χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον Μητροπολίτη Κιτίου
Άνθιμο, στον ναό του Αγίου Λαζάρου.
Κατά τις επισκέψεις του στις
Κεντρικές Φυλακές, όπου κρατείτο και δικαζόταν ο μεγαλύτερος γιος του και
αγωνιστής της ΕΟΚΑ, Γεώργιος Ι. Παπανεοκλέους, γνωστός ως Κάρκας, συναντούσε
τον εξάδελφο και κουμπάρο του Κώστα Λεωνίδα και τον έπεισε να τον
αντικαταστήσει ως ιερέας στη γενέτειρά του, τη Χλώρακα.
Εκοιμήθη εν ειρήνη, πλήρης
ημερών, σε ηλικία 92 ετών.
ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ ΛΕΩΝΙΔΑ / 1958
Χειροτονήθηκε το 1958. Γεννήθηκε
το 1915 και απεβίωσε το 1971.
Ο Κώστας Λεωνίδα, που αργότερα
έγινε ο Π/Κώστας, υπήρξε ο πρώτος ομαδάρχης της ΕΟΚΑ. Η πρώτη ομάδα
δημιουργήθηκε στη Χλώρακα το 1954 και αποτέλεσε τον πυρήνα της οργάνωσης, με
κύριες δραστηριότητες την εισαγωγή, μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού, καθώς και
την παραλαβή στελεχών της οργάνωσης.
Υπήρξε ένας από τους ιδρυτές της
Παναγροτικής Ένωσης Κύπρου (ΠΕΚ) και ανώτατος σύμβουλος στο Παγκύπριο Συμβούλιο
της οργάνωσης.
Ήταν, επίσης, μέλος της
εφορευτικής επιτροπής της κοινότητας Χλώρακας, η οποία διεξήγαγε το Ενωτικό
Δημοψήφισμα του 1950.
Στις 25 Ιανουαρίου 1955 συνελήφθη
μαζί με άλλους δώδεκα στην περιοχή «Ροδαφίνια», την ώρα που παραλάμβαναν
οπλισμό και πυρομαχικά τα οποία μετέφερε το πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος».
Καταδικάστηκε σε φυλάκιση.
Όταν αποφυλακίστηκε, το 1958,
χειροτονήθηκε διάκονος και, λίγες ημέρες αργότερα, πρεσβύτερος.
Ως ιερέας ανέπτυξε πλούσια
κοινωνική και θρησκευτική δραστηριότητα. Πρωτοστάτησε στην ανοικοδόμηση της
εκκλησίας της Χρυσοαιματούσης, η οποία είχε καταστραφεί από τον σεισμό του
1953, οργανώνοντας εθελοντική εργασία και εράνους σε ολόκληρη την Κύπρο.
Ήταν ένας από τους κύριους
συντελεστές στην προσπάθεια να μεταφερθούν νερό και ηλεκτρικό ρεύμα στην
κοινότητα, καθώς και στη διάνοιξη και ανακατασκευή σχεδόν όλων των δρόμων του
χωριού.
Το 1961, με προσωπικές ενέργειες
προς τη Ζήνα Κάνθερ, κατάφερε να την καταστήσει μεγάλη ευεργέτιδα της Χλώρακας.
Μεταξύ άλλων, συνέβαλε στη διάνοιξη και κατασκευή του δρόμου που οδηγεί στον
χώρο αποβίβασης του Διγενή, στην ανέγερση του παρεκκλησίου του Αγίου Γεωργίου, στη
μεταφορά του πλοιαρίου, στην ανέγερση εστιατορίου, καθώς και στη μεταβίβαση 33
στρεμμάτων γης στην Εκκλησία της Χλώρακας, τα οποία είχε αγοράσει η Ζήνα
Κάνθερ.
Κατά τη διάρκεια της ιεροσύνης
του υπήρξε Θρονικός Επίτροπος της Ιεράς Μητροπόλεως Πάφου.
Πέθανε από σύντομη ασθένεια στις
23 Ιουλίου 1971, σε ηλικία μόλις 56 ετών.
ΠΑΠΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ / 1971
Ο Παπανδρέας Παπακώστας γεννήθηκε
στη Χλώρακα στις 6 Νοεμβρίου 1941.
Κατάφερε να φοιτήσει μέχρι την
τέταρτη τάξη του Γυμνασίου με πολύ κόπο, καθώς οι καιροί ήταν δύσκολοι και η
φτώχεια μεγάλη. Παράλληλα, ήταν η εποχή του αγώνα της ΕΟΚΑ εναντίον των Άγγλων
αποικιοκρατών.
Ως μαθητής συμμετείχε σε
διαδηλώσεις και εκδηλώσεις διαμαρτυρίας εναντίον των αποικιοκρατών, με
αποτέλεσμα να συλληφθεί δύο φορές.
Την πρώτη φορά συνελήφθη σε
διαδήλωση και κρατήθηκε για τρεις ημέρες. Τη δεύτερη, ύστερα από προδοσία,
οδηγήθηκε στα γνωστά κρατητήρια του «Ευθυβούλου», όπου υπέστη βασανιστήρια.
Εξαιτίας αυτής της σύλληψης διέκοψε τη φοίτησή του στο Γυμνάσιο.
Ο πατέρας του, ο γνωστός
Παπάκωστας Λεωνίδας, άνθρωπος με υψηλά ιδανικά και ηθικές αρχές, τον ενέγραψε
το 1960 στην Ιερατική Σχολή της Κύπρου, από την οποία αποφοίτησε το 1963.
Το 1965 νυμφεύθηκε τη Ρεβέκκα
Πολεμίτη και απέκτησαν τρία παιδιά, την Έλλη, τον Γιώργο και τον Κώστα.
Το 1971, βλέποντας τον πατέρα του
βαριά άρρωστο, αποφάσισε να χειροτονηθεί ιερέας, ώστε να τον βοηθήσει. Ο
πατέρας του, όμως, πέθανε την ίδια χρονιά.
Ακολούθησαν δύσκολα χρόνια.
Επήλθε εθνικός διχασμός, ο κόσμος χωρίστηκε σε δύο παρατάξεις και η ίδια η
Εκκλησία βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες του διχασμού.
Ο Παπανδρέας εγκατέλειψε την
Κύπρο και μετέβη στην Ελλάδα για να εργαστεί. Εγκαταστάθηκε στην Κρύα Βρύση
Γιαννιτσών, όπου διορίστηκε ιερέας.
Εκεί, με πολλή υπομονή,
εγκαρτέρηση, όρεξη και πείσμα, κατάφερε, παράλληλα με την εργασία του, να
εγγραφεί και να ολοκληρώσει το Γυμνάσιο. Ακολούθως εγγράφηκε στο Ποιμαντικό
Τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, από όπου πήρε πτυχίο Θεολογίας.
Το 1987 επέστρεψε στην Κύπρο και
ανέλαβε την ενορία της Χλώρακας. Παράλληλα διορίστηκε καθηγητής Θεολογίας και
δίδαξε σε διάφορα Γυμνάσια.
Από τότε μέχρι και το 2010
υπηρετούσε με περηφάνια και αφοσίωση, προσφέροντας τις ποιμαντικές του
υπηρεσίες στην κοινότητα της Χλώρακας.
ΠΑΠΑΧΑΜΠΗΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ / 1973
Χειροτονήθηκε το 1973. Γεννήθηκε
το 1928 και απεβίωσε το 2007.
Ήταν υιός του επίσης ιερέως
Παπαντώνη Λιασίδη. Μεγάλωσε με ελληνοχριστιανικές αρχές και έλαβε μέρος στον
αγώνα της ΕΟΚΑ, όπου προσέφερε με προθυμία τις υπηρεσίες του.
Από νεαρή ηλικία υπήρξε ψάλτης
στην εκκλησία της Χλώρακας για πολλά χρόνια. Όταν του ζητήθηκε από τον
Αρχιεπίσκοπο Μακάριο να ενδυθεί τα ράσα, δεν αρνήθηκε.
Έτσι, το 1973 χειροτονήθηκε
ιερέας και συνέχισε την προσφορά του στην Εκκλησία και στην κοινότητα της
Χλώρακας.
ΠΑΠΑΣΤΑΥΡΟΣ Κ. ΛΕΩΝΙΔΑ / 2006
Ο Παπάσταυρος Κ. Λεωνίδα
γεννήθηκε το 1956 και από μικρός ήταν λάτρης της Εκκλησίας.
Του είχε προταθεί από τον τότε
Μητροπολίτη Πάφου Γεννάδιο να σπουδάσει ως θεολόγος, όμως, λόγω ιδιαίτερων
συνθηκών, αυτό δεν κατέστη δυνατό.
Στην ηλικία των πενήντα ετών,
ύστερα από παρότρυνση του ετοιμοθάνατου ιερέα της Χλώρακας, Παπάχαμπη,
αποφάσισε να πραγματοποιήσει τόσο την επιθυμία εκείνου όσο και το δικό του
παλιό όνειρο.
Σπούδασε στην Ιερατική Σχολή της
Εκκλησίας της Κύπρου, όπου διακρίθηκε και κατατάχθηκε δεύτερος στη βαθμολογία.
Κατά τη διάρκεια της φοίτησής του λειτουργούσε στις εκκλησίες της Χλώρακας και
του Αγίου Στεφάνου Λέμπας.
Υπήρξε ο τελευταίος διάκονος που
χειροτονήθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Χρυσόστομο Β΄ πριν από την εκλογή του στο
ανώτατο αξίωμα της Εκκλησίας της Κύπρου. Υπήρξε, επίσης, ο πρώτος ιερέας που
χειροτονήθηκε από τον Μητροπολίτη Πάφου Γεώργιο, αμέσως μετά την ανάληψη των
καθηκόντων του ως Μητροπολίτη Πάφου.
Κατά τη διακονία του ως ιερέας
του Αγίου Στεφάνου της Λέμπας, μαζί με τους Λοΐζο Λοΐζου, Μωυσή Σεραφείμ,
Νικόλαο Όψιμο, Νεόφυτο Χαραλάμπους και Ανδρέα Καμπανέλα, που αποτελούσαν την
εκκλησιαστική επιτροπή, συνέβαλε αποφασιστικά στην ανοικοδόμηση του μικρού
παρεκκλησίου και στην ανέγερση στη θέση του της σημερινής μεγαλόπρεπης
εκκλησίας.
Ως ιερέας, θέλοντας να προβάλει
την εκκλησιαστική και πολιτιστική κληρονομιά της επαρχίας Πάφου, σκηνοθέτησε
και γύρισε σειρά ντοκιμαντέρ με την επωνυμία «Η Πάφος και ο κόσμος της», στα
οποία παρουσιάζονται η πολιτιστική και λαογραφική κληρονομιά των χωριών της
Πάφου.
Με τη βοήθεια του Υπουργείου
Παιδείας, τα ντοκιμαντέρ αυτά προωθήθηκαν σε ολόκληρη την Κύπρο, αλλά και σε
χώρες όπου ζουν Απόδημοι Έλληνες.
Οι ιερείς της Χλώρακας δεν
υπήρξαν μόνο λειτουργοί της Εκκλησίας. Σε διαφορετικές εποχές, υπήρξαν δάσκαλοι,
ψάλτες, αγωνιστές, κοινωνικοί εργάτες, άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα στους
φτωχούς και στους αδύνατους και συμμετείχαν ενεργά στη ζωή της κοινότητας.
Μέσα από τη ζωή τους περνά ένα
μεγάλο μέρος της ιστορίας της Χλώρακας. Από τον παλιό ασημένιο σταυρό του Παπασσάβα
μέχρι τους αγώνες της ΕΟΚΑ, την ανοικοδόμηση των εκκλησιών, την ύδρευση και τον
ηλεκτρισμό του χωριού, τους δρόμους, τα σχολεία και τη σύγχρονη κοινωνική
προσφορά, οι ιερείς της δεν υπήρξαν απλώς πρόσωπα της λατρείας.
Υπήρξαν, ο καθένας στην εποχή
του, κομμάτι της ίδιας της ζωής του χωριού.
ΑΞΙΟΘΕΑΤΑ
ΜΟΥΣΕΙΟ
ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Η ακτή της Αλυκής στη Χλώρακα,
κατά την περίοδο του Κυπριακού απελευθερωτικού αγώνα 1955-1959, επιλέγηκε ως ο
τόπος της μυστικής άφιξης από την Ελλάδα του Αρχηγού της ΕΟΚΑ, Γεωργίου Γρίβα
Διγενή, καθώς και της παραλαβής των πρώτων φορτίων οπλισμού για τον Αγώνα.
Για τον λόγο αυτό, ο χώρος
αποτελεί σήμερα σημαντικό ιστορικό και μνημειακό τόπο. Εκεί εκτίθεται το
πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος», το οποίο μετέφερε πυρίτιδα και πολεμοφόδια
για τις ανάγκες του αγώνα, σε ειδικά διαμορφωμένο υπόστεγο-μουσείο.
Το μικρό αυτό σκάφος, σιωπηλός
μάρτυρας μιας εποχής γεμάτης αγωνίες, θυσίες και προσδοκίες, θυμίζει στις
νεότερες γενιές τη σημασία της Χλωρακίτικης ακτής στην ιστορία του Κυπριακού
Ελληνισμού.
Η
ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΠΛΑΤΕΙΑ
Η κεντρική πλατεία της εκκλησίας
της Χλώρακας αποτελεί έναν από τους πιο όμορφους και ζωντανούς χώρους της
κοινότητας. Είναι ένας ευρύχωρος τόπος, που απλώνεται γύρω από τον ναό και
περιβάλλεται από μεγάλα, πανώρια δέντρα, τα οποία προσφέρουν απλόχερα τη σκιά
και τη δροσιά τους στους κατοίκους και στους επισκέπτες.
Ο χώρος διαθέτει όλες τις
υποδομές για τη διοργάνωση συναθροίσεων, φεστιβάλ και πανηγυριών. Περιλαμβάνει
μεγάλη αίθουσα για μικρές εκδηλώσεις, καθώς και υπερυψωμένη εξέδρα για
θεατρικές παραστάσεις, συναυλίες και πολιτιστικές δραστηριότητες.
Στην ανατολική πλευρά της
πλατείας δεσπόζουν θεώρατα δέντρα, ενώ ανδριάντες και στήλες αφιερωμένες στους
ήρωες της κοινότητας κοσμούν τον χώρο, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη των αγώνων
του παρελθόντος, στους οποίους νέοι της Χλώρακας αγωνίστηκαν με γενναιότητα.
Με τις όμορφες εκκλησίες της, τα
παραδοσιακά πετρόκτιστα κτίρια και τα παλιά καφενεδάκια που αναδίδουν άρωμα
μιας άλλης εποχής, η πλατεία παραμένει μέχρι σήμερα σημείο συνάντησης των
κατοίκων. Είναι ένας χώρος δεμένος με την κοινωνική ζωή της κοινότητας, ένας
τόπος όπου η ιστορία συναντά την καθημερινότητα.
ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ
ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Κατά τα έτη 2007-2008, το
Κοινοτικό Συμβούλιο Χλώρακας, σε συνεργασία με ανθρώπους των γραμμάτων και του
πολιτισμού, προώθησε την κατασκευή ενός μικρού υπαίθριου θεάτρου χωρητικότητας
περίπου τετρακοσίων θεατών.
Τη μελέτη και τον σχεδιασμό
ανέλαβε το Αρχιτεκτονικό Εργαστήρι Αγησιλάου & Καλαβάς και το έργο
παραδόθηκε στο κοινό το 2011. Από τότε φιλοξένησε πολλές αξιόλογες θεατρικές
παραστάσεις, μουσικές εκδηλώσεις και πολιτιστικές δράσεις.
Το θέατρο είναι εμπνευσμένο από
την αρχιτεκτονική των αρχαίων ελληνικών ωδείων και αποτελεί μια μικρότερη
εκδοχή του αρχαίου Ωδείου της Πάφου. Πρόκειται για μια υπαίθρια αμφιθεατρική
κατασκευή ημικυκλικής μορφής, γύρω από μια κυκλική πλατεία, η οποία
χρησιμοποιείται για θεατρικές, μουσικές και ποιητικές παραστάσεις, καθώς και
για άλλες τελετές.
Βρίσκεται λίγα μέτρα από την
κεντρική πλατεία και τον καθεδρικό ναό της κοινότητας, δίπλα στην παλιά Βρύση,
σε μια προνομιακή τοποθεσία με πανοραμική θέα προς τον κάμπο και τη θάλασσα που
απλώνεται από τη δύση μέχρι τον νότο.
Ο επισκέπτης μένει
εντυπωσιασμένος από το φυσικό περιβάλλον που περιβάλλει τον χώρο και από την
απόλυτη ηρεμία που διακόπτεται μόνο από το κελάηδημα των πουλιών, τα οποία
φτερουγίζουν ανάμεσα στην πυκνή άγρια βλάστηση της ρεματιάς κάτω από το θέατρο.
Στον ίδιο χώρο συνυπάρχουν
αρμονικά η παλιά Βρύση και το μικρό εκκλησάκι του Αγίου Υπατίου, του
θαυματουργού Αγίου θεραπευτή των μικρών παιδιών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες
στο περπάτημα.
ΤΟ ΠΑΛΙΟ
ΣΧΟΛΕΙΟ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Πριν από την Αγγλική κατοχή, στη
Χλώρακα δεν υπήρχε οργανωμένο σχολείο και οι μαθητές για τη φοίτησή τους
χρησιμοποιούσαν ως αίθουσες διδασκαλίας τα καφενεία της κοινότητας, καθώς και
την εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελεούσας.
Μέχρι το 1930 το σχολείο
λειτουργούσε ως μονοδιδάσκαλο, ενώ ιδιαίτερη σημασία έχει η λειτουργία του
Παρθεναγωγείου από το 1926 μέχρι το 1934, το οποίο στεγαζόταν στο σπίτι του
ομοχώριου δασκάλου Χριστόδουλου Αζίνα.
Το 1931 αποφασίστηκε η ανέγερση
νέου σχολικού κτιρίου. Κοντά στο ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου, αξιόλογοι ντόπιοι
τεχνίτες, γνώστες της λαϊκής αρχιτεκτονικής, έκτισαν ένα οικοδόμημα υψηλής
αισθητικής και τεχνικής αξίας, χρησιμοποιώντας πελεκητή πέτρα, τσιμέντο και
καλοδουλεμένα αρχιτεκτονικά στοιχεία.
Η είσοδός του κοσμήθηκε με
κολώνες, ενώ το εσωτερικό του δάπεδο κατασκευάστηκε από ανθεκτικό ξύλο, το
οποίο άντεξε στον χρόνο για πολλές δεκαετίες. Μέχρι σήμερα παραμένει ένα
κτίριο-στολίδι, ένας χώρος ιερός, μέσα στον οποίο διδάχθηκαν γράμματα χιλιάδες
παιδιά της Χλώρακας και συνεχίζουν να μορφώνονται νέες γενιές.
Πρωτομάστορας κτίστης της πέτρας
και σχεδιαστής του έργου ήταν ο λαϊκός τεχνίτης Γεώργιος Χατζιούδης από τη
Χλώρακα. Ένας άνθρωπος που είχε διδαχθεί την τέχνη της αρχιτεκτονικής από
παλαιότερους ξακουστούς μαστόρους, στους οποίους μαθήτευσε από μικρή ηλικία. Με
τη γνώση, το μεράκι και την τέχνη του δημιούργησε ένα κτίριο που στέκει μέχρι
σήμερα αγέρωχο στην είσοδο της κοινότητας.
Το παλιό σχολείο της Χλώρακας
αποτελείται από τρεις αίθουσες διδασκαλίας, ένα μικρό γραφείο δασκάλου και έναν
ηλιακό χώρο εισόδου, τον οποίο εξωτερικά κοσμεί περιστύλιο με δωρικές
κιονοστοιχίες. Το εξωτερικό δάπεδο είναι στρωμένο με περίτεχνα μάρμαρα, ενώ η
πρόσβαση σε όλες τις πλευρές του περιστυλίου γίνεται από μαρμάρινα σκαλοπάτια.
Το παλιό Δημοτικό Σχολείο της
Χλώρακας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δημόσια κτίρια της κοινότητας. Δεν
είναι μόνο ένα όμορφο αρχιτεκτονικό δημιούργημα, αλλά ένας ζωντανός φορέας
μνήμης και ιστορίας.
Στις αίθουσές του πέρασαν πολλές
γενιές μαθητών, ενώ κατά την περίοδο της Τουρκοκυπριακής ανταρσίας το 1963
χρησιμοποιήθηκε ως χώρος στρατιωτικής εκπαίδευσης των νέων της κοινότητας.
Παράλληλα, υπήρξε ο τόπος διεξαγωγής των τοπικών εκλογικών αναμετρήσεων από την
ίδρυσή του μέχρι και σήμερα, αλλά και χώρος όπου διδάσκονταν εθνικοί και
παραδοσιακοί χοροί, καθώς και πραγματοποιούνταν επιμορφωτικά σεμινάρια.
Το κτίριο αυτό παραμένει μέχρι
τις μέρες μας ένα πολύτιμο μνημείο του παρελθόντος. Κτισμένο σε ψηλό σημείο, με
απρόσκοπτη θέα προς τη θάλασσα που απλώνεται κάτω από τον λόφο, αποτελεί ίσως
ένα από τα ομορφότερα σημεία της Χλώρακας, ένα κτίσμα που συνδέει το παρελθόν
με το παρόν.
Ο ΠΑΡΚΟ ΤΟΥ ΚΟΤΣΙΑ
Στην περιοχή του Κοτσιά η τοπική
αρχή, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιούργησε ένα θεματικό πάρκο σε
μια μεγάλη έκταση γης που παραχωρήθηκε στην κοινότητα από το Τμήμα
Τουρκοκυπριακής Διαχείρισης Γης.
Το πάρκο περιλαμβάνει πολλά είδη
άγριων φυτών, θάμνων και δέντρων που ευδοκιμούν στη χαμηλή παραθαλάσσια περιοχή
της Χλώρακας, δημιουργώντας έναν χώρο όπου η φύση συνυπάρχει αρμονικά με την
ανθρώπινη παρέμβαση.
Διαθέτει ειδικά διαμορφωμένο χώρο
για μικρές παραστάσεις, κήπους, παιδικές χαρές, χώρους υγιεινής, καντίνα και
δημόσιο χώρο στάθμευσης.
Πρόκειται για ένα σημαντικό έργο,
το οποίο πραγματοποιήθηκε και ολοκληρώθηκε μεταξύ των ετών 2010 και 2012. Η
μελέτη και ο σχεδιασμός του ανήκουν στον Νεόφυτο Ζαβρίδη και αποτελεί συνέχεια
της ευρύτερης ανάπτυξης της περιοχής, η οποία περιλαμβάνει τμήμα του δημόσιου
τουριστικού δρόμου και συνδέει τις παραλιακές ξενοδοχειακές μονάδες.
Πάνω απ’ όλα, όμως, το πάρκο αυτό
κατορθώνει να ενώσει αρμονικά το σύγχρονο διαμορφωμένο περιβάλλον με το
αυθεντικό φυσικό τοπίο της θαλάσσιας ακτογραμμής.
Βρίσκεται στην καρδιά της
τουριστικής περιοχής και αναβαθμίζει την ποιότητα ζωής όχι μόνο των κατοίκων
της Χλώρακας, αλλά και των γειτονικών κοινοτήτων Λέμπας, Έμπας και Κισσόνεργας.
Καθημερινά εκατοντάδες επισκέπτες απολαμβάνουν τον περίπατό τους, ιδιαίτερα
κατά τις απογευματινές και βραδινές ώρες.
Το πάρκο καλύπτει έκταση περίπου
17 εκταρίων και βρίσκεται λίγα μέτρα από τη θάλασσα του Κοτσιά. Από εκεί ο
επισκέπτης απολαμβάνει μια μοναδική θέα προς το απέραντο γαλάζιο της Μεσογείου
και τον ανοιχτό ορίζοντα.
Κάθε δειλινό, όταν ο ήλιος
χάνεται μέσα στη θάλασσα, ο χώρος μετατρέπεται σε ένα φυσικό παρατηρητήριο ενός
μαγευτικού θεάματος, όπου ο ουρανός και η θάλασσα ενώνονται σε μια μοναδική
εικόνα.
ΜΟΥΣΕΙΟ
ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ
Μουσείο Θεάτρου Σκιών
Χριστόδουλου Πάφιου
Ο πολυμήχανος Καραγκιόζης, μέσα
από την πορεία των χρόνων, πλάστηκε από πολλούς καραγκιοζοπαίχτες σύμφωνα με τα
ήθη, τις ανάγκες και τα προβλήματα κάθε εποχής. Έτσι δημιουργήθηκε ένα λαϊκό
θέατρο αγαπητό και δημοφιλές, που κατάφερε να ταξιδέψει στις καρδιές μικρών και
μεγάλων.
Στην Κύπρο, το έργο αυτό
υπηρέτησε πρώτος ο προγονός Χριστόδουλος Πάφιος και αργότερα ο εγγονός του,
επίσης Χριστόδουλος Πάφιος, ο οποίος συνεχίζοντας την οικογενειακή παράδοση
περιόδευσε σε ολόκληρη την Κύπρο αλλά και στο εξωτερικό, παρουσιάζοντας
παραστάσεις θεάτρου σκιών.
Θέλοντας να συμβάλει ακόμη
περισσότερο στη διάσωση και τη διάδοση αυτής της σημαντικής μορφής λαϊκής
τέχνης, ο Χριστόδουλος Πάφιος δημιούργησε το δικό του Μουσείο Θεάτρου Σκιών.
Σκοπός του ήταν να διαφυλάξει, να προστατεύσει και να προβάλλει έναν πολύτιμο
θησαυρό της πολιτιστικής μας κληρονομιάς, τον κυπριακό Καραγκιόζη.
Το Μουσείο Θεάτρου Σκιών της Χλώρακας
στεγάζεται σε ένα παλιό ιδιόκτητο οίκημα δίπλα στην κεντρική πλατεία της
κοινότητας. Είναι ο ίδιος χώρος όπου ο πρώτος Χριστόδουλος Πάφιος
χρησιμοποιούσε για τις παραστάσεις του, μεταφέροντας άλλοτε μικρούς και
μεγάλους σε έναν κόσμο φαντασίας, γέλιου και λαϊκής σοφίας.
Το παλιό αυτό μαγαζάκι,
κληρονομιά πλέον στον εγγονό του, μετατράπηκε σε μουσείο, όπου φυλάσσονται οι
παλιές φιγούρες και τα αντικείμενα που συνδέονται με την ιστορία του θεάτρου
σκιών στην Κύπρο.
Ο επισκέπτης, μπαίνοντας στον
χώρο, μαγεύεται από τα έντονα χρώματα των φιγούρων, τις ιδιαίτερες εκφράσεις
των προσώπων των ηρώων και τον μεγάλο αριθμό χειροποίητων δημιουργιών των δύο
καλλιτεχνών, του προγόνου και του επιγόνου Χριστόδουλου Πάφιου.
Μέσα από τις χάρτινες φιγούρες
ξεδιπλώνεται η ιστορία του θεάτρου σκιών και του κυπριακού Καραγκιόζη, από τις
αρχές του 20ού αιώνα μέχρι σήμερα.
Στις αίθουσες του μουσείου
εκτίθενται:
- Περίτεχνες
φιγούρες από χαρτόνι, αυθεντικά δείγματα της τέχνης του κυπριακού θεάτρου
σκιών.
- Σκηνικά
και παραστάσεις με ιδιόχειρες ζωγραφιές των δύο δημιουργών.
- Εργαλεία
και υλικά κατασκευής φιγούρων θεάτρου σκιών.
- Ειδικά
εφέ για τη δημιουργία ήχων, θορύβων, μουσικής και γενικά της
οπτικοακουστικής ατμόσφαιρας των παραστάσεων.
- Πίνακες
ζωγραφικής που δημιούργησε ο προγονός Χριστόδουλος Πάφιος.
Το μουσείο αποτελεί έναν μικρό αλλά πολύτιμο χώρο πολιτισμού, όπου η παράδοση συνεχίζει να ζει μέσα από το χαρτί, το φως και τη σκιά.
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΓΗΠΕΔΟ GOLF ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ
Η δημιουργία γηπέδων γκολφ
αποτελεί μια σύγχρονη τάση στον τουρισμό και στην ανάπτυξη της γης, η οποία
εφαρμόζεται σε πολλές χώρες του κόσμου. Το άθλημα αυτό προσφέρει ήπια σωματική
άσκηση, παίζεται σε φυσικό και ειδυλλιακό περιβάλλον και αποτελεί έναν
ευχάριστο τρόπο συνδυασμού ψυχαγωγίας, χαλάρωσης και βελτίωσης της φυσικής
κατάστασης.
Στη Χλώρακα δημιουργήθηκε ειδικός
χώρος εκμάθησης του αθλήματος για όσους επιθυμούν να γνωρίσουν το γκολφ, είτε
ατομικά είτε με την παρέα τους, είτε μέσα από την καθοδήγηση εκπαιδευτών.
Πρόκειται για το PAFOS GOLF
DRIVING RANGE, το οποίο βρίσκεται ανάμεσα στα ξενοδοχεία Λάουρα και Ήλιος,
δίπλα στη μεγάλη λεωφόρο που οδηγεί προς τον κόλπο των Κοραλλίων και πολύ κοντά
στην πόλη της Πάφου.
Κατασκευασμένο με διεθνείς
προδιαγραφές, σε ένα ήσυχο και προνομιακό περιβάλλον δίπλα στη θάλασσα,
προσφέρει στους επισκέπτες μια μοναδική εμπειρία άθλησης με θέα το απέραντο
γαλάζιο της Μεσογείου.
Ο συνδυασμός του πράσινου τοπίου,
της ηρεμίας της περιοχής και της θέας προς τη θάλασσα δημιουργεί έναν χώρο διαφορετικό
από τους συνηθισμένους αθλητικούς χώρους, όπου ο επισκέπτης μπορεί να γνωρίσει
ένα άθλημα που συνδέει την τεχνική, τη συγκέντρωση και την επαφή με τη φύση.
ΜΝΗΜΕΙΑ ΜΝΗΜΗΣ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΙΑΣ
Τα μνημεία ενός τόπου δεν είναι
μόνο πέτρα, μέταλλο και γλυπτές μορφές. Είναι σημάδια μνήμης, τόποι όπου η
ιστορία συναντά τη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων. Στη Χλώρακα, κάθε μνημείο
θυμίζει πρόσωπα, αγώνες και γεγονότα που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην
πορεία της κοινότητας και της Κύπρου.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΖΙΝΑΣ (Έπεσε στον Γράμμο κατά τον Ελληνικό Εμφύλιο Πόλεμο 1946-1949)
Ο Γεώργιος Αζίνας από τη Χλώρακα
σκοτώθηκε στον Γράμμο της Ελλάδας, σε ηλικία μόλις 23 ετών, κατά τη διάρκεια
του Ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου.
Ο ορειχάλκινος ανδριάντας του
βρίσκεται στο προαύλιο της μεγάλης εκκλησίας της Χλώρακας, της Παναγίας
Χρυσοαιματούσης, ως ένδειξη μνήμης και τιμής προς τον νέο που χάθηκε μακριά από
την πατρίδα του.
Η ανέγερση της προτομής ανατέθηκε
από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ και χρηματοδοτήθηκε κυρίως από την Ελληνική
Πρεσβεία. Τα αποκαλυπτήρια πραγματοποιήθηκαν στις 7 Απριλίου 1963.
Το μνημείο παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς για την κοινότητα, κρατώντας ζωντανή τη μνήμη ενός ανθρώπου που έφυγε πρόωρα από τη ζωή σε μια δύσκολη και ταραγμένη περίοδο της ελληνικής ιστορίας.
ΑΓΑΛΜΑ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΡΙΒΑ ΔΙΓΕΝΗ
Το μπρούτζινο άγαλμα του Γεωργίου
Γρίβα Διγενή σχεδιάστηκε και φιλοτεχνήθηκε από τον καλλιτέχνη Νίκο Κουρούσιη
και την αρχιτέκτονα Μαργαρίτα Δανού, έπειτα από εντολή του Συμβουλίου Ιστορικής
Μνήμης Αγώνα ΕΟΚΑ 1955-1959 και των Συνδέσμων Αγωνιστών ΕΟΚΑ.
Το μνημείο βρίσκεται στην περιοχή
της Αλυκής στη Χλώρακα, στο σημείο όπου, σύμφωνα με την ιστορική μνήμη της
κοινότητας, αποβιβάστηκε ο Γεώργιος Γρίβας Διγενής το 1955, λίγο πριν την
έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ εναντίον της βρετανικής αποικιακής
διοίκησης.
Το άγαλμα συνδέεται άμεσα με το
Μουσείο Μνήμης του πλοιαρίου «Άγιος Γεώργιος», που βρίσκεται λίγα μέτρα
πιο πέρα, δημιουργώντας έναν ενιαίο ιστορικό χώρο αφιερωμένο στα γεγονότα της
περιόδου 1955-1959.
ΑΝΔΡΙΑΝΤΑΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ΛΕΩΝΙΔΑ ΠΡΩΤΟΥ ΟΜΑΔΑΡΧΗ ΤΗΣ ΕΟΚΑ
Ο Λεωνίδας Παπακώστας υπήρξε ο
πρώτος ομαδάρχης της ΕΟΚΑ στη Χλώρακα.
Η πρώτη ομάδα δημιουργήθηκε στη
Χλώρακα το 1954 και αποτέλεσε τον αρχικό πυρήνα της οργάνωσης, αναλαμβάνοντας
σημαντικές αποστολές όπως την εισαγωγή, μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού, καθώς
και την παραλαβή στελεχών της οργάνωσης.
Ο Λεωνίδας Παπακώστας υπήρξε
επίσης ένας από τους ιδρυτές της Παναγροτικής Ένωσης Κύπρου (ΠΕΚ) και ανώτατος
σύμβουλος στο Παγκύπριο Συμβούλιο της οργάνωσης.
Ο ανδριάντας του αποτελεί φόρο
τιμής στη συμβολή του στον αγώνα της ΕΟΚΑ και στη συμμετοχή της Χλώρακας στα
γεγονότα εκείνης της περιόδου.
ΣΤΗΛΗ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΤΗΣ ΕΟΚΑ
Το Μνημείο Αγωνιστών της ΕΟΚΑ
βρίσκεται στην κεντρική πλατεία της εκκλησίας της Παναγίας Χρυσελεούσας και
ανεγέρθηκε προς τιμήν των Χλωρακιωτών πατριωτών και αγωνιστών για τη σημαντική
τους συμβολή στον αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-1959.
Ο δημιουργός του έργου, ο καλλιτέχνης
Χρίστος Συμεωνίδης, ανέφερε πως στόχος του ήταν να δημιουργήσει ένα μνημείο που
να βρίσκεται στο όριο της ολοκλήρωσης, χωρίς υπερβολές, αλλά να αποδίδει την
αγωνιστικότητα, την καταξίωση και την αισιοδοξία για το μέλλον.
Το έργο αποτελείται από υλικά
δεμένα με τη γη της Χλώρακας και της Κύπρου: πέτρα της Πάχνας, πέτρα από τη
θάλασσα της Χλώρακας και ανοξείδωτο μέταλλο.
Η κατασκευή του ξεκινά από τη γη
και το παλιό κοιμητήριο της κοινότητας, σαν να αναδύεται μέσα από τα ίδια τα
χώματα που φιλοξενούν τη μνήμη των ανθρώπων της Χλώρακας. Η πέτρα, ως σύμβολο
αντοχής και διάρκειας, στηρίζει το μνημείο και μεταφέρει στον χρόνο την ιστορία
των αγώνων και των θυσιών.
ΑΓΑΛΜΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ
Ο Χριστόδουλος Πολυδώρου
γεννήθηκε στη Χλώρακα στις 27 Δεκεμβρίου 1955 και έπεσε κατά τη διάρκεια της
τουρκικής εισβολής του 1974.
Στις 22 Ιουλίου 1974, το τάγμα
της Χαλεύκας, στο οποίο υπηρετούσε, διατάχθηκε να μεταβεί στο Τζιάος της
επαρχίας Αμμοχώστου για αντιμετώπιση των τουρκικών δυνάμεων εισβολής.
Κατά τη διάρκεια της μάχης, πυρά
Τούρκων ελεύθερων σκοπευτών έκοψαν το νήμα της ζωής του, αφήνοντας πίσω του τη
μνήμη ενός νέου ανθρώπου που χάθηκε σε μια από τις πιο δραματικές στιγμές της
σύγχρονης κυπριακής ιστορίας.
Ο ανδριάντας του στη Χλώρακα
αποτελεί σύμβολο μνήμης και τιμής προς όλους όσοι έδωσαν τη ζωή τους κατά τα
γεγονότα του 1974.
ΜΝΗΜΕΙΟ ΑΝΤΙΣΤΑΣΙΑΚΩΝ 1974
Το μνημείο είναι αφιερωμένο στους
ανθρώπους της Χλώρακας που έχασαν τη ζωή τους κατά τα γεγονότα του 1974.
Σε αυτό αναφέρονται:
- Λεωνίδας
Θεοχάρους, αγνοούμενος του 1974.
- Ανδρέας
Έλληνας Σπύρου.
- Δημήτρης
Ζηνιέρης.
- Πάμπος
Κυρίλλου.
- Θεόδωρος
Πέτρου.
Οι άνθρωποι αυτοί σκοτώθηκαν κατά
τη διάρκεια του πραξικοπήματος του 1974.
Το μνημείο αποτελεί έναν χώρο σιωπηλής μνήμης και περισυλλογής, όπου η κοινότητα τιμά τα πρόσωπα που συνδέθηκαν με τις δύσκολες και τραγικές ημέρες εκείνης της περιόδου.
ΚΟΙΝΟΤΑΡΧΕΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Οι κοινοτάρχες της Χλώρακας
υπήρξαν, σε κάθε εποχή, πρόσωπα συνδεδεμένα με την πορεία και την εξέλιξη της
κοινότητας. Από την εποχή της Αγγλοκρατίας, όταν ο μουχτάρης ήταν ο βασικός
εκπρόσωπος της διοίκησης του χωριού, μέχρι τη σύγχρονη εποχή των αιρετών
κοινοτικών αρχών, οι άνθρωποι που ανέλαβαν το αξίωμα αυτό κλήθηκαν να
αντιμετωπίσουν τις ανάγκες, τις δυσκολίες και τις προκλήσεις του τόπου.
Μέσα από τη δράση τους
αποτυπώνεται η ιστορία της Χλώρακας: η ανάπτυξη των υποδομών, η κοινωνική ζωή,
οι αγώνες, οι αλλαγές στην οικονομία και η μετάβαση από το παραδοσιακό χωριό
στη σύγχρονη κοινότητα.
ΓΙΩΡΚΑΤΣΙΗΣ
ΓΙΩΡΚΑΚΟΥΪΝ ΕΩΣ ΤΟ 1923
Το όνομά του ήταν Γιωρκάτσιης
Γιωρκακούιν και ήταν γεωργός. Σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες, υπηρέτησε ως
κοινοτάρχης της Χλώρακας μέχρι περίπου το 1923, χωρίς όμως να υπάρχουν σήμερα
ακριβείς γραπτές πηγές που να επιβεβαιώνουν την ακριβή περίοδο της θητείας του.
Τα χρόνια εκείνα, κατά την
περίοδο της Αγγλοκρατίας, τα όρια μεταξύ των χωριών και των πόλεων δεν ήταν
πάντοτε επίσημα χαρτογραφημένα. Οι περιοχές καθορίζονταν πολλές φορές σύμφωνα
με την παράδοση, τη χρήση της γης και την αντίληψη των κατοίκων.
Η περιοχή που θεωρούνταν ότι
ανήκε στη Χλώρακα ήταν πολύ μεγαλύτερη από τη σημερινή. Προς τα δυτικά έφτανε
πέρα από την περιοχή των Τάφων των Βασιλέων, ανέβαινε προς τα Πάνω Περβόλια,
περιλάμβανε τις παρυφές του Μουττάλλου μέχρι τα Διπλαρκάτζια και προς βορρά
έφτανε μέχρι τον δρόμο προς την Έμπα και την περιοχή του Δημοτικού Σχολείου.
Στη συνέχεια εκτεινόταν προς τα δυτικά μέχρι τη Ζιλιχό, εκεί όπου βρίσκεται το
γεφύρι της Κισσόνεργας.
Στις εκτάσεις αυτές υπήρχαν
χωράφια και περιουσίες που ανήκαν σε Χλωρακιώτες κατοίκους, γεγονός που ενίσχυε
την αντίληψη ότι αποτελούσαν μέρος της κοινότητας.
Γύρω στο 1920, μεγάλη πυρκαγιά
κατέστρεψε την περιοχή προς την πλευρά της Έμπας, πάνω από τη σημερινή λεωφόρο
Μακαρίου. Σύμφωνα με τις τότε έρευνες, η φωτιά αποδόθηκε σε κακόβουλη ενέργεια.
Κατά την περίοδο εκείνη, όταν
προκαλούνταν ζημιά από κακόβουλη πράξη και ο υπεύθυνος δεν εντοπιζόταν, η
αποζημίωση ή το πρόστιμο επιβαλλόταν στην κοινότητα. Επειδή ο δράστης δεν
βρέθηκε, η αποικιακή διοίκηση απαίτησε από την κοινότητα της Χλώρακας να
καταβάλει πρόστιμο οκτώ λιρών, θεωρώντας ότι η περιοχή ανήκε στη Χλώρακα, αφού
οι περισσότερες περιουσίες ανήκαν σε κατοίκους της.
Ο κοινοτάρχης Γιωρκάτσιης
αρνήθηκε να πληρώσει, υποστηρίζοντας ότι η περιοχή δεν ανήκε στη Χλώρακα αλλά
στην Έμπα. Η κοινότητα της Έμπας αποδέχθηκε τελικά την ευθύνη, κατέβαλε το
πρόστιμο και από τότε άρχισε να θεωρεί την περιοχή ως δική της.
Αργότερα, όταν κοινοτάρχης της
Έμπας ήταν ο Έλληνας, υποβλήθηκε αίτημα προς την κυβέρνηση για επίσημη
χαρτογράφηση της περιοχής ως μέρος της Έμπας.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο
Έπαρχος Πάφου παρότρυνε τότε τον κοινοτάρχη Χλώρακας Γιάννη Λιασίδη να
διεκδικήσει την περιοχή, θεωρώντας ότι αυτό θα ήταν το ορθότερο. Ωστόσο,
εκείνος δεν προχώρησε στη διαδικασία, καθώς, όπως αναφέρεται στις προφορικές
μαρτυρίες, δεν επιθυμούσε να εμπλακεί σε μια δύσκολη γραφειοκρατική διαδικασία
και θεωρούσε την περιοχή άγονη και χωρίς ιδιαίτερη αξία.
Έτσι, η περιοχή χαρτογραφήθηκε
τελικά ως μέρος της κοινότητας Έμπας.
Η αδράνεια αυτή είχε ως
αποτέλεσμα να χαθούν με τον χρόνο και άλλες περιοχές που παραδοσιακά συνδέονταν
με τη Χλώρακα, όπως οι εκτάσεις προς τους Τάφους των Βασιλέων, τα Κάτω Περβόλια
και την περιοχή γύρω από τον Μούτταλο, οι οποίες εντάχθηκαν στα διοικητικά όρια
της Πάφου.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ
ΑΖΙΝΑΣ / 1923 - 1932
Ο Χριστόδουλος Αζίνας καταγόταν
από την Κισσόνεργα. Το προσωνύμιο «Αζίνας» συνδέθηκε, σύμφωνα με τις τοπικές
διηγήσεις, με τον αυστηρό χαρακτήρα του κατά την περίοδο που υπηρέτησε ως
κοινοτάρχης.
Την εποχή εκείνη οι κοινοτάρχες,
εκτός από διοικητικά καθήκοντα, είχαν και το δικαίωμα επιβολής ποινών για
διάφορα παραπτώματα. Ο Χριστόδουλος Αζίνας ήταν ιδιαίτερα αυστηρός στην
εφαρμογή των κανόνων, γεγονός που, σύμφωνα με την παράδοση, οδήγησε στη
δημιουργία του παρατσουκλιού του.
Κατά άλλη εκδοχή, το όνομα
συνδέθηκε με τον τρόπο που ολοκλήρωνε γρήγορα και αποφασιστικά τις εργασίες και
τις υποχρεώσεις του.
ΑΝΤΩΝΑΣ
ΛΙΑΣΙΔΗΣ / 1932 - 1940
Κατά την περίοδο της
Αγγλοκρατίας, οι κάτοικοι της Κύπρου ήταν υποχρεωμένοι να καταβάλλουν φόρους
στην αποικιακή διοίκηση. Όταν οι γεωργοί δεν διέθεταν χρήματα, η φορολογία
γινόταν σε είδος, με την παραχώρηση μέρους της γεωργικής παραγωγής τους.
Ο φόρος αυτός ήταν γνωστός ως «δεκατία»,
επειδή αντιστοιχούσε στο ένα δέκατο της παραγωγής. Οι εισπράκτορες της διοίκησης
περιφέρονταν τότε στην ύπαιθρο, συνήθως έφιπποι, και κατέγραφαν την παραγωγή
των γεωργών. Πριν ο παραγωγός μεταφέρει τη σοδειά του στο σπίτι, έπρεπε πρώτα
να παραδώσει το μερίδιο που αναλογούσε στην αποικιακή κυβέρνηση.
Μέσα στις υποχρεώσεις του μουχτάρη
ήταν να συνεργάζεται με τους εισπράκτορες, να τους διευκολύνει στο έργο τους
και πολλές φορές να τους φιλοξενεί.
Ο Αντωνάς Λιασίδης, ως
κοινοτάρχης της Χλώρακας, ήταν γνωστός για τη φιλοξενία και την προθυμία του να
εξυπηρετεί τις ανάγκες της διοίκησης. Κατά την περίοδο εκείνη, όταν οι θέσεις
αυτές άρχισαν να ανατίθενται και σε νεότερους βοηθούς, τους λεγόμενους «μαμούρηδες»
(ονομασία που προερχόταν από τη λέξη «μαμούρι», που σήμαινε τον νεαρό βοηθό ή
υπηρέτη), ο Αντωνάς Λιασίδης ανέθεσε τη θέση σε συγγενικά του πρόσωπα.
Ανάμεσά τους ήταν ο αδελφός του
Γιάννης Λιασίδης Πουρνέλλος, ο γιος του Αντώνης Πούρνελλος, ο οποίος αργότερα
έγινε γνωστός ως Πάτερ Αντώνης, καθώς και ο ετεροθαλής αδελφός του Πιστέντης
Χατζηχαραλάμπους.
Ο τελευταίος έμεινε στη μνήμη των
παλαιότερων κατοίκων ως ένας άνθρωπος με εντυπωσιακή σωματική δύναμη, ίσως ο
πιο δυνατός άντρας της Χλώρακας στην εποχή του.
Ήταν ο τελευταίος «μαμούρης», καθώς αργγίας της κοινοτικής διοίκησης.
Όταν ο Αντωνάς Λιασίδης έφτασε σότερα η φορολογία της δεκατίας καταργήθηκε και άλλαξε ο τρόπος λειτουρε βαθιά γεράματα και δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει τα καθήκοντά του, χρειάστηκε να αντικατασταθεί.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΡ. ΛΑΟΥΡΗΣ / 1940 - 1956
Την εποχή εκείνη οι κοινοτάρχες
δεν εκλέγονταν από τον λαό, αλλά διορίζονταν από τον Έπαρχο. Ο μουχτάρης ήταν
πρόσωπο με σημαντική επιρροή στην κοινότητα και συχνά διαδραμάτιζε καθοριστικό
ρόλο στις τοπικές αποφάσεις.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο
Αντωνάς Λιασίδης επιθυμούσε να διαδεχθεί τον ίδιο ο γιος του Ιωάννης Λιασίδης.
Για τον σκοπό αυτό επιχείρησε να χρησιμοποιήσει την επιρροή του, προσφέροντας
ως δώρο στον τότε βοηθό διοικητή Μενοικέα μια γουρουνιά γαλατερή, όπως
συνηθιζόταν την εποχή εκείνη ως «κανίσσιη» (δώρο τιμής).
Ο διοικητικός όμως αξιωματούχος
τού εξήγησε πως, σύμφωνα με την πρακτική της εποχής, όποιος επρόκειτο να γίνει
κοινοτάρχης έπρεπε προηγουμένως να έχει υπηρετήσει ως αζάς, δηλαδή βοηθός
κοινοτάρχη. Έτσι, ο Ιωάννης Λιασίδης διορίστηκε πρώτα αζάς, ενώ στη θέση του
κοινοτάρχη διορίστηκε ο Γεώργιος Λαούρης.
Ο Γεώργιος Χριστοδούλου Λαούρης
γεννήθηκε το 1895. Παντρεύτηκε τη Βαρβαρού Χατζητσιήπρη και απέκτησε εννέα
παιδιά, από τα οποία τρία έφυγαν από τη ζωή σε μικρή ηλικία.
Από τα έξι παιδιά που επέζησαν,
δύο, όπως και ο ίδιος, διακρίθηκαν ως εξαίρετοι ιεροψάλτες.
Από νεαρή ηλικία συμμετείχε
ενεργά στα κοινά. Το 1932 ανέλαβε καθήκοντα αζά και υπηρέτησε για οκτώ χρόνια,
μέχρι τον διορισμό του ως κοινοτάρχη το 1940. Το 1935 ανέλαβε επίτροπος της
εκκλησίας, ενώ το 1939 υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Συνεργατικής
Πιστωτικής Εταιρείας Χλώρακας.
Το 1950 πρωτοστάτησε στις
προσπάθειες για την πραγματοποίηση του Ενωτικού Δημοψηφίσματος με την Ελλάδα,
που πραγματοποιήθηκε τον Ιανουάριο του ίδιου έτους.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του συνέβαλε
στην ανάπτυξη της Χλώρακας μέσα στα δύσκολα μεταπολεμικά χρόνια, όταν η
κοινότητα άρχισε σταδιακά να αλλάζει μορφή και να προχωρά προς τη νεότερη
εποχή.
Το 1956 υπέβαλε την παραίτησή του
από το αξίωμα του κοινοτάρχη, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τη βρετανική πολιτική
και τη μη παραχώρηση από την αποικιακή κυβέρνηση του δικαιώματος αυτοδιάθεσης
στον κυπριακό λαό.
Απεβίωσε το 1987, αφήνοντας πίσω
του τη μνήμη ενός ανθρώπου που υπηρέτησε την κοινότητα σε μια από τις πιο
κρίσιμες περιόδους της ιστορίας της.
ΙΩΑΝΝΗΣ
(ΜΑΥΡΟΓΙΑΝΝΟΣ) ΛΙΑΣΙΔΗΣ / 1956 -
1974
Ο Ιωάννης Λιασίδης, γνωστός ως Μαυρόγιαννος,
διαδέχθηκε τον Γεώργιο Λαούρη και ανέλαβε κοινοτάρχης το 1956. Το 1960
επαναδιορίστηκε από τον υπουργό Εσωτερικών της νεοσύστατης Κυπριακής
Δημοκρατίας, Πολύκαρπο Γιωρκάτζη.
Γεννήθηκε το 1902 και υπήρξε
άνθρωπος άμεσα συνδεδεμένος με την κοινωνική ζωή της Χλώρακας. Διατηρούσε
γνωστό καφενείο στην κεντρική πλατεία της κοινότητας, το οποίο αποτελούσε χώρο
συνάντησης των κατοίκων και κέντρο ενημέρωσης και συζήτησης.
Παράλληλα ασχολήθηκε με το
εμπόριο γεωργικών προϊόντων. Ήταν πράτης και μεσιτέμπορος, λειτουργώντας ως
σύνδεσμος ανάμεσα στους παραγωγούς της Χλώρακας και τους εμπόρους φθαρτών, ώστε
τα προϊόντα να διατίθενται σε συμφωνημένες τιμές.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του
πραγματοποιήθηκαν σημαντικά έργα υποδομής. Η κοινότητα συνδέθηκε με το υδατικό
δίκτυο, με τη μεταφορά νερού από την περιοχή του Σταυρού στην Τσάδα. Το νερό
έφθασε στο χωριό μέσω σωληνώσεων και κατασκευάστηκαν δημόσιες βρύσες σε διάφορα
σημεία, στις οποίες οι κάτοικοι προμηθεύονταν νερό πριν αυτό φτάσει αργότερα σε
κάθε σπίτι.
Την περίοδο αυτή πραγματοποιήθηκε
επίσης ο αναδασμός στη Χλώρακα, ενώ δημιουργήθηκαν το κοιμητήριο και το γήπεδο
στην περιοχή του Αγίου Νικολάου, στη μορφή που είχε τότε.
Ιδιαίτερη μνεία γίνεται από τους
παλαιότερους κατοίκους στον τρόπο με τον οποίο αντιμετώπιζε τους ανθρώπους που
είχαν ανάγκη. Την εποχή εκείνη, για να μεταβεί κάποιος στο νοσοκομείο,
χρειαζόταν βεβαίωση από τον κοινοτάρχη. Υπήρχαν δύο είδη πιστοποιητικών: το
λευκό, που εξασφάλιζε δωρεάν εξέταση και θεραπεία για τους άπορους, και το
κόκκινο, που αφορούσε όσους μπορούσαν να πληρώσουν.
Ο Ιωάννης Λιασίδης, σύμφωνα με
μαρτυρίες κατοίκων, συχνά χορηγούσε λευτές βεβαιώσεις σε όλους όσοι είχαν
ανάγκη, ακόμη και όταν αυτό προκαλούσε τις παρατηρήσεις της διοίκησης.
Έφυγε από τη ζωή ξαφνικά το 1974,
ενώ ακόμη υπηρετούσε ως κοινοτάρχης.
ΙΩΑΝΝΗΣ
Χ΄ ΟΙΚΟΝΟΜΟΥ / 1974 - 1984
Μετά τον ξαφνικό θάνατο του
Ιωάννη Λιασίδη το 1974, στη θέση του κοινοτάρχη διορίστηκε ο Ιωάννης
Χατζηοικονόμου.
Υπηρέτησε για δύο θητείες. Κατά
την πρώτη περίοδο ανέλαβε το αξίωμα ως διορισμένος κοινοτάρχης, ενώ στη
δεύτερη, μετά την αλλαγή της νομοθεσίας, κατήλθε ως υποψήφιος στις εκλογές.
Μετά την εκλογή των πέντε αζάδων, η ανάδειξη του κοινοτάρχη γινόταν με μεταξύ
τους ψηφοφορία, μέσα από την οποία εξελέγη και πάλι στο αξίωμα.
Γεννήθηκε το 1916 και αποφοίτησε
από την έκτη τάξη του Δημοτικού Σχολείου Χλώρακας. Ήταν άνθρωπος με ιδιαίτερη
αγάπη για τη μόρφωση και τη γνώση. Παρόλο που δεν είχε τη δυνατότητα ανώτερων
σπουδών, συνέχισε σε όλη του τη ζωή την αυτομόρφωσή του, με ιδιαίτερο
ενδιαφέρον για την ιστορία και τη λαογραφία.
Το 1931, σε νεαρή ηλικία,
συμμετείχε στα Οκτωβριανά γεγονότα, παίρνοντας μέρος στις κινητοποιήσεις της
εποχής. Αργότερα συμμετείχε και στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-1959.
Διετέλεσε επαρχιακός γραμματέας
της Παναγροτικής Ένωσης Κύπρου (ΠΕΚ), ενώ από τη θέση αυτή συνέβαλε, σύμφωνα με
τις μαρτυρίες της εποχής, στην ανάδειξη του Κλεόπα ως ηγουμένου της Ιεράς Μονής
Κύκκου.
Το 1958 υπηρέτησε ως ταμίας της
Εκκλησιαστικής Επιτροπής κατά τον παγκύπριο έρανο για την ανοικοδόμηση της
εκκλησίας μετά τον καταστροφικό σεισμό του 1953. Παράλληλα διετέλεσε πρόεδρος
του εποπτικού συμβουλίου της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Χλώρακας και
μέλος της Χωρητικής Αρχής.
Κατά τη διάρκεια της θητείας του
ως κοινοτάρχη, συνέβαλε στην προώθηση σημαντικών έργων για την κοινότητα.
Μεταξύ άλλων:
- επιτεύχθηκε
η ένταξη της Χλώρακας στο σχέδιο υδατοπρομήθειας των χαμηλών περιοχών,
- συνέβαλε
στην αγορά σκυβαλοφόρου οχήματος,
- προωθήθηκε
η διαπλάτυνση δρόμων,
- ιδρύθηκε
κοινοτικό νηπιαγωγείο,
- προχώρησαν
οι διαδικασίες για την κατασκευή του γηπέδου.
Ο Ιωάννης Χ΄ Οικονόμου υπήρξε
άνθρωπος με έντονη συμμετοχή στα κοινά, συνδυάζοντας την αγάπη του για την
παράδοση με την προσπάθεια για την ανάπτυξη της Χλώρακας.
Απεβίωσε το 2008.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ / 1984 - 2001
Μετά την τροποποίηση της
νομοθεσίας για την τοπική διοίκηση, το σύστημα λειτουργίας των κοινοτήτων
άλλαξε σημαντικά. Οι αρμοδιότητες της παλιάς χωρητικής αρχής περιορίστηκαν και
δημιουργήθηκε ένα νέο πλαίσιο διοίκησης, με ξεχωριστές εκλογικές διαδικασίες
για την ανάδειξη των κοινοτικών οργάνων.
Στις εκλογές που ακολούθησαν
αναδείχθηκε κοινοτάρχης Χλώρακας ο Χαράλαμπος Κυπριανού.
Στη συνέχεια, με νέα αλλαγή της
νομοθεσίας, ο κοινοτάρχης άρχισε να εκλέγεται απευθείας από τους κατοίκους. Ο
Χαράλαμπος Κυπριανού διεκδίκησε ξανά το αξίωμα και εξελέγη από τον λαό.
Ακολούθησε και τρίτη θητεία, κατά την οποία η χωρητική αρχή καταργήθηκε.
Κατά τη διάρκεια της μακράς
θητείας του πραγματοποιήθηκαν σημαντικά έργα που συνέβαλαν στη σύγχρονη
ανάπτυξη της κοινότητας.
Αρχικά φρόντισε για την επέκταση
των εγκαταστάσεων του Δημοτικού Σχολείου Χλώρακας, ώστε να καλυφθούν οι
αυξανόμενες ανάγκες του μαθητικού πληθυσμού. Αργότερα, σε συνεργασία με άλλους
φορείς, συνέβαλε στην ανέγερση του Β΄ Δημοτικού Σχολείου και του Κοινοτικού
Νηπιαγωγείου.
Ένα από τα σημαντικότερα έργα της
περιόδου του ήταν η αντιμετώπιση του προβλήματος της ύδρευσης. Αγοράστηκε
τεμάχιο γης εννέα σκαλών στην περιοχή Τρεμιθούσα, όπου ανορύχθηκαν διατρήσεις,
τοποθετήθηκαν σωληνώσεις και κατασκευάστηκαν δύο νέες δεξαμενές στα Πετρίδια.
Με τον τρόπο αυτό εξασφαλίστηκε σημαντική ενίσχυση της υδατοπρομήθειας της
κοινότητας.
Παράλληλα, μεταφέρθηκε νερό και
ηλεκτρικό ρεύμα προς την παραλιακή περιοχή, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη των
τουριστικών μονάδων.
Κατά τη θητεία του διανοίχθηκε
επίσης η λεωφόρος Χλώρακας προς την Κάτω Πάφο, ένα έργο μεγάλης σημασίας για
την επικοινωνία της κοινότητας με την πόλη και την παραλιακή ζώνη.
Ένα ακόμη έργο που συνδέθηκε με
την περίοδο αυτή ήταν η αποκατάσταση του παλιού Δημοτικού Σχολείου της
«Παιδικής Στέγης», ώστε να στεγαστεί εκεί το Κοινοτικό Συμβούλιο.
Η εποχή του Χαράλαμπου Κυπριανού χαρακτηρίστηκε από σημαντικές αλλαγές, καθώς η Χλώρακα άρχισε να μεταμορφώνεται από παραδοσιακή αγροτική κοινότητα σε μια σύγχρονη περιοχή με αυξανόμενη οικιστική και τουριστική ανάπτυξη.
ΑΝΔΡΕΑΣ
ΜΑΥΡΕΣΗΣ /
Ο Ανδρέας Μαυρέσης γεννήθηκε το
1941 στη Χλώρακα και προερχόταν από αγροτική οικογένεια.
Φοίτησε στο Δημοτικό Σχολείο της
κοινότητας και αποφοίτησε από το Ελληνικό Γυμνάσιο Πάφου το 1960. Στη συνέχεια
φοίτησε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου, από όπου το 1962 απέκτησε το πτυχίο
του δασκάλου.
Υπηρέτησε ως εκπαιδευτικός στη
Δημοτική Εκπαίδευση, περνώντας από όλες σχεδόν τις βαθμίδες της υπηρεσίας:
πέντε χρόνια ως δάσκαλος, τρία χρόνια ως βοηθός διευθυντής και πέντε χρόνια ως
διευθυντής του Δημοτικού Σχολείου Χλώρακας.
Το 1980 εξελέγη μέλος της
Εκκλησιαστικής Επιτροπής Χλώρακας, θέση την οποία συνέχισε να υπηρετεί για
πολλά χρόνια. Κατά τη διάρκεια της παρουσίας του στην επιτροπή πραγματοποιήθηκε
η ανέγερση της μεγάλης αίθουσας εκδηλώσεων της εκκλησίας, ενώ το 1987, σε
συνεργασία με άλλους επιτρόπους, κατασκευάστηκε η κεντρική πλατεία της
εκκλησίας.
Με την αφυπηρέτησή του από τη
δημόσια υπηρεσία συνέπεσαν οι κοινοτικές εκλογές του 2001. Διεκδίκησε το αξίωμα
του κοινοτάρχη, κέρδισε τις εκλογές και εξελέγη στη θέση αυτή. Το 2007
επανεκλέγηκε για δεύτερη θητεία.
Κατά την περίοδο της διοίκησής
του προωθήθηκαν ή ολοκληρώθηκαν σημαντικά έργα υποδομής:
- το
αποχετευτικό σύστημα,
- η
αλλαγή του υδρευτικού δικτύου,
- η
κατασκευή του παραλιακού πεζόδρομου,
- η
δημιουργία κοινοτικού πάρκου,
- η
δημιουργία νέου κοιμητηρίου,
- η
ανέγερση του παρεκκλησίου του Αγίου Υπατίου, με δωρεά του Γιαννάκη
Αριστοδήμου.
Κορυφαίο έργο της θητείας του θεωρείται η κατασκευή του αμφιθεάτρου της Βρύσης, ενός χώρου πολιτισμού που συνδέθηκε με την ιστορία και την αισθητική της παλιάς Χλώρακας.
ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΣ ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ / ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΣ 2012 - 2017
Στις κοινοτικές εκλογές του
Δεκεμβρίου 2012, νέος κοινοτάρχης Χλώρακας εξελέγη ο Κλεόβουλος Παπακώστας.
Γεννήθηκε το 1952 και είναι
κάτοχος πτυχίου στη Διοίκηση Επιχειρήσεων από την Ανώτατη Σχολή Οικονομικών και
Εμπορικών Επιστημών Αθηνών.
Από το 1984 έως το 1992 διετέλεσε
μέλος της Εκκλησιαστικής Επιτροπής Χλώρακας, προσφέροντας από τη θέση αυτή στις
ανάγκες της εκκλησίας και της κοινότητας. Από το 1989 μέχρι το 1994 υπηρέτησε ως
μέλος του Κοινοτικού Συμβουλίου Χλώρακας.
Από το 1995 έως το 1996 διετέλεσε
μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ξενοδοχείου «Άγιος Γεώργιος», ενώ
παράλληλα υπηρέτησε ως διευθυντικό στέλεχος του ίδιου ξενοδοχείου.
Η εμπειρία του στον χώρο της
διοίκησης και της οργάνωσης αποτέλεσε σημαντικό εφόδιο κατά την περίοδο που
ανέλαβε τη διοίκηση της κοινότητας, σε μια εποχή κατά την οποία η Χλώρακα
συνέχιζε τη ραγδαία ανάπτυξή της και αντιμετώπιζε νέες ανάγκες που δημιουργούσε
η αύξηση του πληθυσμού και η τουριστική δραστηριότητα.
ΝΙΚΟΛΑΣ
ΛΙΑΣΙΔΗΣ / 2017
Τον Δεκέμβριο του 2017 εξελέγη
για πρώτη φορά κοινοτάρχης Χλώρακας ο Νικόλας Λιασίδης, σε ηλικία 33 ετών.
Με την εκλογή του αποτέλεσε τον
τρίτο εκπρόσωπο της οικογένειας Λιασίδη που ανέλαβε το αξίωμα του κοινοτάρχη
Χλώρακας, μετά τον Γιάννη Λιασίδη και τον Ιωάννη (Μαυρόγιαννο) Λιασίδη.
Η πρώτη του θητεία παρατάθηκε
κατά δυόμισι χρόνια, όπως συνέβη με όλους τους κοινοτάρχες, εξαιτίας της
μεταρρύθμισης της τοπικής αυτοδιοίκησης και της μετάθεσης των κοινοτικών
εκλογών.
Στις επόμενες κοινοτικές εκλογές επανεξελέγη για
δεύτερη θητεία και συνεχίζει μέχρι σήμερα να υπηρετεί την κοινότητα της
Χλώρακας από τη θέση του κοινοτάρχη.
Η παρουσία του αποτελεί μέρος της
σύγχρονης ιστορίας της Χλώρακας, σε μια εποχή κατά την οποία η κοινότητα
συνεχίζει να αναπτύσσεται και να αντιμετωπίζει τις νέες
ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ – ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΚΑΤΟΙΚΟΙ
Η ιστορία της Χλώρακας, μέχρι
πριν από μερικές δεκαετίες, ήταν ελάχιστα καταγραμμένη. Οι περισσότερες γνώσεις
που υπήρχαν μεταδίδονταν προφορικά από τους γεροντότερους κατοίκους, ανθρώπους
που κουβαλούσαν στη μνήμη τους μόνο την εποχή που είχαν ζήσει. Έτσι, μεγάλο
μέρος της τοπικής ιστορίας έφθανε μέχρι τον προηγούμενο αιώνα, ενώ οι
παλαιότερες εποχές παρέμεναν σιωπηλές και άγνωστες.
Από τα αρχαιολογικά ευρήματα
γνωρίζουμε πως η περιοχή της Χλώρακας κατοικείται από τα Ελληνιστικά χρόνια,
από την εποχή δηλαδή που ακολούθησε τις κατακτήσεις του Μεγάλου Αλεξάνδρου.
Όμως η ιστορία της Χλώρακας με τη σημερινή της ονομασία, και κυρίως η πορεία
των ανθρώπων που αποτέλεσαν τον σύγχρονο πληθυσμό της, χάνεται μόλις πριν από
εκατόν πενήντα έως διακόσια περίπου χρόνια.
Οι λιγοστές γραπτές αναφορές
βρίσκονται διάσπαρτες σε παλιά περιοδικά, εφημερίδες και μικρές σημειώσεις, ενώ
σημαντική πηγή αποτελεί το έργο του συγχωριανού μας Χρίστου Μαυρέση «Χλώρακα –
Ιστορική και Λαογραφική Μελέτη». Με την αξιόλογη αυτή προσπάθεια καταγράφηκαν
στοιχεία που προήλθαν τόσο από μαρτυρίες παλαιοτέρων κατοίκων όσο και από τα
ελάχιστα αρχεία και συγγράμματα που διασώθηκαν.
Μέσα από αυτές τις σκόρπιες
ψηφίδες μπορούμε σήμερα να ανασυνθέσουμε την εικόνα ενός τόπου που, αν και
μικρός σε μέγεθος, έκρυβε ανθρώπους με δημιουργικότητα, πνευματικές ανησυχίες
και διάθεση προσφοράς.
Ο λόγιος Ιερώνυμος Περιστιάνης
(1870-1931), ένας από τους σημαντικούς μελετητές της κυπριακής ιστορίας και των
ελληνικών γραμμάτων, κατέγραψε πολύτιμες πληροφορίες για την πνευματική
κατάσταση της Χλώρακας στα τέλη του 19ου αιώνα.
Στο έργο του «Ιστορία των
Ελληνικών Γραμμάτων» αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Προ της Αγγλικής Κατοχής δεν
ελειτούργησε Κοινοτικόν Σχολείον, αλλ’ ούτε και ιδιωτικόν κοινοτικόν τοιούτον,
και ο λόγος είναι διότι η κοινότης προ της Κατοχής ήτο πολύ μικρά».
Ο Περιστιάνης, καταγράφοντας
μαρτυρία του Σοφοκλή Χατζηγεωργίου, αναφέρει πως τα πρώτα γράμματα στη Χλώρακα
διδάσκονταν με έναν τρόπο διαφορετικό από τα σημερινά δεδομένα. Ο μαθητής δεν
καθόταν σε οργανωμένη σχολική αίθουσα, αλλά μάθαινε δίπλα στον δάσκαλο, ακόμη
και μέσα στους αγρούς, την ώρα που εκείνος ασχολείτο με τις γεωργικές του
εργασίες.
Ο Σοφοκλής Χατζηγεωργίου, σε
ηλικία δώδεκα ετών, γύρω στο 1877, διδάχθηκε τα βασικά γράμματα, τον Απόστολο
και την Οκτώηχο από τον αδελφό του Χριστόδουλο Χατζηγεωργίου. Για τέσσερα έως
πέντε χρόνια μαθήτευσε με αυτόν τον τρόπο, μέχρι που μπορούσε να διαβάζει τον
Απόστολο στην εκκλησία με το εκκλησιαστικό ύφος.
Η μαρτυρία αυτή φανερώνει την
κατάσταση της παιδείας στη Χλώρακα, αλλά και γενικότερα στην κυπριακή ύπαιθρο
εκείνης της εποχής. Η μόρφωση ήταν περιορισμένη και αποτελούσε προνόμιο λίγων
ανθρώπων που είχαν την τύχη να βρεθούν κοντά σε κάποιον γνώστη των γραμμάτων.
Στις αρχές του 20ού αιώνα, όπως
προκύπτει από παλαιότερες μαρτυρίες, οι μαθητές της Χλώρακας και της Έμπας
φοιτούσαν στο ίδιο σχολείο, το οποίο λειτουργούσε πότε στη μια κοινότητα και
πότε στην άλλη. Στη Χλώρακα, ως αίθουσες διδασκαλίας χρησιμοποιήθηκαν αρχικά
καφενεία, όπως το καφενείο του Κώστα Ταπακούδη και του Χαρή του Γιωρκά, αλλά
και χώροι της εκκλησίας της Παναγίας Χρυσοελεούσης.
Σε δημοσίευμα της εφημερίδας
«Πάφος» στις 15 Σεπτεμβρίου 1921, αποτυπώνεται με δραματικό τρόπο η κατάσταση
της εποχής:
«Η αμάθεια είναι εξαπλωμένη εις
βαθμόν απίστευτον. Το 84% του πληθυσμού αγνοούσιν ανάγνωσιν και γραφήν και κατά
φυσικήν συνέπειαν και το έγκλημα ολοέν αυξάνει, ενώ η οικονομική καχεξία του
τόπου έφτασεν εις το απροχώρητον».
Μέσα όμως από αυτή τη δύσκολη
πραγματικότητα γεννήθηκαν άνθρωποι που εργάστηκαν για την πνευματική αφύπνιση
της κοινότητας. Οι ιερείς αρχικά και αργότερα οι δάσκαλοι αποτέλεσαν τους
πρώτους φορείς παιδείας. Δημιούργησαν κατηχητικά, συλλόγους και σχολεία,
δίνοντας στους νέους όχι μόνο γνώσεις, αλλά και την αίσθηση ότι ο άνθρωπος
μπορεί να προοδεύσει μέσα από τα γράμματα και τον πολιτισμό.
Η πνευματική αυτή αφύπνιση δεν
άργησε να πάρει πιο οργανωμένη μορφή. Άνθρωποι με ανησυχίες και αγάπη για τα
γράμματα άρχισαν να δημιουργούν συλλόγους και σωματεία, με σκοπό να μεταδώσουν
γνώσεις, να καλλιεργήσουν την κοινωνική συνείδηση και να ανοίξουν νέους δρόμους
στους κατοίκους της κοινότητας.
Από τους πρώτους οργανωμένους
πυρήνες πολιτιστικής δράσης υπήρξαν ο γυναικείος σύλλογος ΟΧΕΝ και ο
«Επιμορφωτικός Σύλλογος Χλώρακας», που δημιουργήθηκαν σε μια εποχή όπου η
μόρφωση δεν ήταν αυτονόητο δικαίωμα, αλλά αποτέλεσμα αγώνα και προσωπικής
προσπάθειας.
Ιδιαίτερη ήταν η συμβολή της οικογένειας
Μαχητή. Ο Μιχάλης Μαχητής, καταγόμενος από το Πολέμι, εγκαταστάθηκε στη Χλώρακα
μετά τον γάμο του και κατοίκησε στη γνωστή γειτονιά της οδού Σταύρου Μιχαήλ.
Εκεί άνοιξε καφενείο, το οποίο έγινε σημείο συνάντησης των κατοίκων και χώρος
ανταλλαγής ιδεών.
Από τα παιδιά του ξεχώρισαν οι
Σταύρος, Γιώργος και Ευρύς, οι οποίοι μορφώθηκαν και έγιναν δάσκαλοι. Βλέποντας
την ανάγκη για πνευματική καλλιέργεια του χωριού, αποφάσισαν μαζί με άλλους
προοδευτικούς ανθρώπους να δημιουργήσουν έναν φορέα που θα προσέφερε μόρφωση
και πολιτισμό.
Έτσι, το 1938 ιδρύθηκε ο
«Επιμορφωτικός Σύλλογος Χλώρακας». Στην προσπάθεια αυτή συνέβαλαν, εκτός από
τους αδελφούς Μαχητή, οι Πετρής Γιωρκάτζης, Νικόλαος Αδάμου, Αντώνης
Μαυράντωνος, Ευστάθιος Ερωτοκρίτου και τα αδέλφια Νικόλαος και Γεώργιος Λαππάς.
Ο σκοπός του συλλόγου ήταν
πρωτοποριακός για την εποχή: να βοηθήσει τους κατοίκους να αποκτήσουν γνώσεις,
να καλλιεργήσει το ενδιαφέρον για τα γράμματα και να δημιουργήσει ένα
πνευματικό κέντρο μέσα στην κοινότητα.
Η ΠΑΙΔΕΙΑ
ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΔΗΜΟΤΙΚΟ ΣΧΟΛΕΙΟ
Πριν από την Αγγλική Κατοχή του
1878, στη Χλώρακα δεν υπήρχε οργανωμένο σχολείο. Τα πρώτα γράμματα διδάσκονταν
από ιερείς και μορφωμένους ανθρώπους του χωριού, συχνά μέσα στους αγρούς ή σε
ιδιωτικούς χώρους.
Αργότερα, τα καφενεία και οι
εκκλησίες μετατράπηκαν προσωρινά σε αίθουσες διδασκαλίας, μέχρι που η κοινότητα
απέκτησε το δικό της σχολικό κτίριο.
Μέχρι το 1930 το σχολείο ήταν
μονοδιδάσκαλο. Αξιοσημείωτη ήταν επίσης η λειτουργία παρθεναγωγείου από το 1926
έως το 1934, το οποίο στεγαζόταν στην οικία του Χαράλαμπου Αζίνα, ενός
σημαντικού δασκάλου της εποχής, ο οποίος αργότερα υπηρέτησε και ως πρώτος
γραμματέας της Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Χλώρακας.
Το 1931 αποφασίστηκε η ανέγερση
του πρώτου πραγματικού δημοτικού σχολείου της κοινότητας. Η θέση που επιλέχθηκε
ήταν κοντά στο ξωκλήσι του Αγίου Νικολάου. Εκεί, με τη μαστοριά των ντόπιων
τεχνιτών, δημιουργήθηκε ένα κτίριο που μέχρι σήμερα αποτελεί ένα από τα
σημαντικότερα αρχιτεκτονικά μνημεία της Χλώρακας.
Κτίστηκε με πελεκητή πέτρα και
τσιμέντο, με ιδιαίτερη φροντίδα στις λεπτομέρειες. Οι κολώνες της εισόδου, τα
πέτρινα διακοσμητικά στοιχεία, τα μαρμάρινα σκαλοπάτια και ο περίτεχνος ηλιακός
μαρτυρούν την αισθητική μιας εποχής όπου τα δημόσια κτίρια δεν ήταν απλώς
λειτουργικοί χώροι, αλλά έργα που έπρεπε να τιμούν την κοινότητα.
Πρωτομάστορας και σχεδιαστής του
έργου ήταν ο Γεώργιος Χατζιούδης από τη Χλώρακα, ένας λαϊκός τεχνίτης που είχε
διδαχθεί την τέχνη της πέτρας κοντά σε παλαιότερους ξακουστούς μαστόρους. Με
τις γνώσεις και το μεράκι του δημιούργησε ένα σχολείο που άντεξε στον χρόνο.
Σημαντική ήταν επίσης η συμβολή
του λιθοξόου Ευστάθιου Σταθκιά, ο οποίος με το μαρτέλλι του λάξευσε τις πέτρες
που κοσμούν μέχρι σήμερα τις πόρτες, τα παράθυρα, τα περιστύλια και τις κολώνες
του κτιρίου.
Το αρχικό σχολείο αποτελούνταν
από δύο αίθουσες διδασκαλίας, ένα μικρό γραφείο δασκάλου και τον ηλιακό χώρο
της εισόδου. Καθώς όμως η κοινότητα μεγάλωνε, προστέθηκε κατά τα έτη 1952-1953
και τρίτη αίθουσα.
Το παλιό δημοτικό σχολείο της
Χλώρακας δεν υπήρξε απλώς ένας χώρος εκπαίδευσης. Υπήρξε το φυτώριο μέσα στο
οποίο μεγάλωσαν γενεές Χλωρακιωτών, άνθρωποι που αργότερα υπηρέτησαν την
κοινωνία, τα γράμματα, την πολιτική, την τέχνη και τον πολιτισμό.
Από τις αίθουσές του πέρασαν
μαθητές και δάσκαλοι που άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στην ιστορία της
κοινότητας, όπως οι Σταύρος Μιχαήλ, Χαράλαμπος Αζίνας, Γεώργιος Ιωάννου,
Γιώρκος Ταπακούδης, Χριστόδουλος Γ. Λαούρης, Ζαχαρίας Μιχαήλ, Χριστόδουλος
Λεωνίδα, Ανδρέας Μαυρέσης, Αφρούλα Χ΄ Οικονόμου, Σταυρούλα Παύλου και ο ποιητής
και λογοτέχνης Νίκος Πενταράς.
ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ
Ανάμεσα στους ανθρώπους που
άφησαν ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους στην πνευματική ζωή της Χλώρακας ήταν ο
δάσκαλος Σταύρος Μιχαήλ.
Γεννήθηκε στη Χλώρακα το 1888 και
υπηρέτησε ως δάσκαλος στο δημοτικό σχολείο της κοινότητας από το 1914 μέχρι το
1923. Ο ετήσιος μισθός του ανερχόταν στις τριάντα λίρες, ποσό σημαντικό για την
εποχή εκείνη. Όμως η προσφορά του δεν περιορίστηκε μόνο στη διδασκαλία των
παιδιών.
Υπήρξε άνθρωπος με πνευματικές
ανησυχίες, αρθρογράφος σε εφημερίδες της εποχής με το ψευδώνυμο «Στάμης», αλλά
και ποιητής. Τα γραπτά του, δυστυχώς, δεν έχουν συγκεντρωθεί σε κάποιο ενιαίο
αρχείο, αλλά παραμένουν διάσπαρτα σε παλιά έντυπα που γλίτωσαν από τη φθορά του
χρόνου.
Μια από τις αναφορές που
συνδέονται με το όνομά του αφορά το γνωστό κυπριακό τραγούδι «Η Βρύση των
Πεγειώτισσων». Σύμφωνα με αναφορά της τότε επίσημης ιστοσελίδας του Κοινοτικού
Συμβουλίου Πέγειας, οι στίχοι του τραγουδιού αποδίδονται στον Σταύρο Μιχαήλ, όταν
υπηρετούσε ως δάσκαλος στην Πέγεια, όπου γνώρισε και ερωτεύτηκε τη μετέπειτα
σύζυγό του, εμπνεόμενος το γνωστό αυτό τραγούδι.
Η μορφή του δασκάλου εκείνης της
εποχής δεν ήταν απλώς ενός εκπαιδευτικού. Ο δάσκαλος ήταν πνευματικός οδηγός
της κοινότητας, άνθρωπος που συμβούλευε, καθοδηγούσε και πολλές φορές
αποτελούσε τον συνδετικό κρίκο ανάμεσα στους κατοίκους και τον έξω κόσμο.
ΑΚΡΙΤΑΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ – Η ΟΜΑΔΑ ΠΟΥ ΕΝΩΣΕ ΕΝΑ ΧΩΡΙΟ
Το ποδόσφαιρο στη Χλώρακα δεν ήταν ποτέ μόνο ένα άθλημα. Ήταν μια συνάντηση ανθρώπων, μια αφορμή για χαρές και συγκινήσεις, ένας τρόπος να νιώθει ο καθένας πως ανήκει σε μια κοινότητα. Στις γειτονιές του χωριού, στα χωράφια και στις αλάνες, οι νέοι μεγάλωναν με μια μπάλα στα πόδια και με το όνειρο να φορέσουν κάποτε τη φανέλα της δικής τους ομάδας.
Το 1971, μια ομάδα προοδευτικών ανθρώπων και φιλάθλων της Χλώρακας πήρε μια σημαντική πρωτοβουλία: να ενώσει το ποδοσφαιρικό δυναμικό του χωριού και να δημιουργήσει ένα σωματείο με μεγαλύτερες προοπτικές. Εκείνη την εποχή υπήρχαν δύο ποδοσφαιρικές ομάδες, ο Αστέρας, που εξέφραζε την αριστερή παράταξη, και τα εθνικόφρονα σωματεία της δεξιάς παράταξης.
Πέρα όμως από κομματικές διαφορές και πολιτικές αντιθέσεις, οι άνθρωποι αυτοί έβαλαν πάνω απ’ όλα την αγάπη τους για τη Χλώρακα και τον αθλητισμό. Με πνεύμα συνεργασίας και ενότητας, δημιούργησαν μια ανεξάρτητη ποδοσφαιρική ομάδα με το όνομα ΑΚΡΙΤΑΣ.
Οι άνθρωποι που πρωτοστάτησαν στην ίδρυση του σωματείου ήταν ο Ευθύβουλος Χριστοδούλου, ο Ανδρέας Χατζηκλεοβούλου και ο Κώστας Πενταράς. Μαζί έδωσαν την υπόσχεση να κρατήσουν τον Ακρίτα μακριά από κομματικές επιρροές και να τον υπηρετήσουν ως μια ομάδα που θα ανήκε σε ολόκληρη τη Χλώρακα.
Για πρόεδρο του νέου σωματείου επέλεξαν τον Κυριάκο Λεωνίδα, γραμματέα της ΣΠΕ Χλώρακας, έναν άνθρωπο με κύρος και οργανωτικές ικανότητες. Με την αφοσίωσή του, την εργατικότητα και την αγάπη του για τον αθλητισμό, συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάπτυξη του Ακρίτα και στην ανάδειξή του σε μια από τις σημαντικές ποδοσφαιρικές ομάδες της Κύπρου.
Η πρώτη ομάδα του Ακρίτα αποτελούνταν από τους:
Χριστόδουλο Ευσταθίου, Κλεόβουλο Χατζηοικονόμου, Γεώργιο Θεοδώρου (Ττούμπα), Ανδρέα Αλεξίου (Πράδιανο), Ανδρέα Κλεάνθους (Λοσάντα), Ανδρέα Χατζηκλεοβούλου (Σκλερό), Αντωνάκη Νικολάου, Γεώργιο Χωραττά, Ανδρέα Αριστοδήμου (Μαλακτό), Γεώργιο Κυριάκου (Κοβή) και Λάκη Χριστοδούλου.
Οι άνθρωποι πίσω από τη δημιουργία του Ακρίτα
Ευθύβουλος Χριστοδούλου
Νοσοκόμος στο Νοσοκομείο Πάφου, προερχόταν από πολυμελή οικογένεια με μεγάλη αγάπη για το ποδόσφαιρο. Από μικρός έζησε το πάθος του αθλητισμού και γι’ αυτό αφιέρωσε χρόνο και δυνάμεις στην ίδρυση του Ακρίτα. Υπήρξε όχι μόνο ένας από τους δημιουργούς του σωματείου, αλλά και ποδοσφαιριστής και προπονητής της ομάδας.
Ανδρέας Χατζηκλεοβούλου
Άνθρωπος μορφωμένος, δημοκρατικός και με ιδιαίτερη αγάπη για τον πολιτισμό και τον αθλητισμό. Σπούδασε μουσική και εργάστηκε ως καθηγητής στα γυμνάσια και λύκεια της Πάφου. Υπήρξε ένας από τους βασικούς ιδρυτές του Ακρίτα και παρέμεινε ενεργός στην πορεία του σωματείου μέχρι τον θάνατό του.
Κώστας Πενταράς
Εργαζόταν στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου και υπήρξε αγωνιστής της ΕΟΚΑ. Με το ήθος, την προσωπικότητα και την επιρροή του, συνέβαλε ώστε ο Ακρίτας να διατηρήσει τον ανεξάρτητο χαρακτήρα του και να παραμείνει ένα σωματείο που ένωνε τους ανθρώπους της Χλώρακας.
Κυριάκος Λεωνίδα
Ως πρώτος πρόεδρος του Ακρίτα και παράλληλα γραμματέας της ΣΠΕ Χλώρακας, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στο σωματείο. Με ακούραστη προσπάθεια και αφοσίωση εργάστηκε για την πρόοδο της ομάδας και συνέδεσε το όνομά του με τα πρώτα και σημαντικά βήματα της ιστορίας της.
Ο Ακρίτας Χλώρακας γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη των ανθρώπων ενός τόπου να ενωθούν. Πέρα από νίκες και ήττες, έμεινε ως μια ζωντανή ανάμνηση μιας εποχής όπου τα σωματεία δεν ήταν μόνο χώροι αθλητισμού, αλλά σχολεία χαρακτήρα, φιλίες και συλλογικής δημιουργίας.
ΕΠΙΦΑΝΕΙΣ ΚΑΤΟΙΚΟΙ
Ο
ΑΓΗΣΙΛΑΟΣ ΧΑΤΖΗΓΙΑΝΝΗΣ – Ο ΛΑΪΚΟΣ ΘΕΡΑΠΕΥΤΗΣ
Μια ξεχωριστή φυσιογνωμία της
Χλώρακας υπήρξε ο Αγησίλαος Χατζηγιάννης (1903-1987), ένας άνθρωπος που για
πολλές δεκαετίες αποτέλεσε σημείο αναφοράς για τους κατοίκους της κοινότητας.
Ήταν χειροπράκτης γιατρός, μια
μορφή λαϊκού θεραπευτή που συνδύαζε την εμπειρική γνώση με τη βαθιά μελέτη του
ανθρώπινου σώματος. Την τέχνη αυτή την έμαθε από τον πατέρα του, ο οποίος σε
νεαρή ηλικία είχε ταξιδέψει στη Μικρά Ασία και εκεί γνώρισε την πρακτική
ορθοπεδική ιατρική.
Ο Αγησίλαος παρακολουθούσε από
μικρός τις πρακτικές του πατέρα του, μελέτησε την ανατομία του ανθρώπου και
κατόρθωσε να εξελίξει την τέχνη αυτή σε τέτοιο βαθμό, ώστε άνθρωποι από
ολόκληρη την επαρχία Πάφου να καταφεύγουν κοντά του για θεραπεία.
Παρόλο που δεν είχε ολοκληρώσει
ανώτερες σπουδές, η προσωπική του μελέτη και η εμπειρία δεκαετιών τον
κατέστησαν έναν άνθρωπο με σημαντικές γνώσεις. Δεν θεράπευε μόνο ανθρώπους,
αλλά και ζώα, καθώς γνώριζε την ανατομία και των δύο.
Σε μια εποχή που η ιατρική
περίθαλψη ήταν δύσκολη και πολλές φορές απρόσιτη για τους απλούς ανθρώπους,
μορφές όπως ο Αγησίλαος Χατζηγιάννης κάλυπταν ένα μεγάλο κοινωνικό κενό και
έμειναν στη μνήμη των κατοίκων ως άνθρωποι προσφοράς.
ΚΩΣΤΑΣ
ΛΕΩΝΙΔΑ / ΠΑΠΑΚΩΣΤΑΣ
Τη σκυτάλη της κοινωνικής
προσφοράς πήρε αργότερα ο Κώστας Λεωνίδα, γνωστός επίσης ως Παπακώστας, μια
δραστήρια και ανήσυχη προσωπικότητα που άφησε έντονο το σημάδι της στη ζωή της
Χλώρακας.
Το 1941 πρωτοστάτησε στην ίδρυση
και ανάπτυξη της ΠΕΚ στη Χλώρακα, ενώ υπήρξε ένας από τους ιδρυτές του
Θρησκευτικού Συλλόγου «Αναγέννησις». Οι οργανώσεις αυτές, μέσα από τις
δραστηριότητές τους, καλλιέργησαν στους νέους την πίστη, την κοινωνική
συνείδηση και το ενδιαφέρον για τα κοινά.
Μέσα από τους συλλόγους και τα
κατηχητικά δημιουργήθηκε μια γενιά ανθρώπων που αργότερα συμμετείχαν στους
αγώνες για την ελευθερία της Κύπρου και αποτέλεσαν σημαντικό κομμάτι της
ιστορικής πορείας της κοινότητας.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΠΑΦΙΟΣ – Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ ΠΟΥ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ
Ανάμεσα στις ξεχωριστές μορφές πολιτισμού της Χλώρακας ήταν και ο Χριστόδουλος Πάφιος, ένας από τους σημαντικότερους καραγκιοζοπαίχτες της Κύπρου.
Από το 1923 άρχισε να ασχολείται
επαγγελματικά με το Θέατρο Σκιών. Την τέχνη του Καραγκιόζη τη γνώρισε από
μικρός, παρακολουθώντας παραστάσεις σπουδαίων καλλιτεχνών της εποχής, όπως του
Ελλαδίτη Γεράσιμου Κεφαλλονίτη, του Νίκου Σμυρνιού και του Κυπρίου Αθηνόδωρου
Γεωργιάδη.
Για περισσότερα από πενήντα
χρόνια ταξίδεψε σε πόλεις και χωριά της Κύπρου με τα σύνεργα και τις φιγούρες
του, τις οποίες κατασκεύαζε ο ίδιος. Μέσα από τις παραστάσεις του κράτησε
ζωντανή μια λαϊκή τέχνη που συνδύαζε το γέλιο, τη σάτιρα και τη λαϊκή σοφία.
Ο Καραγκιόζης του Χριστόδουλου
Πάφιου δεν ήταν απλώς θέαμα. Ήταν ένας καθρέφτης της κυπριακής κοινωνίας, μέσα
από τον οποίο οι άνθρωποι έβλεπαν τις χαρές, τις δυσκολίες και τις αδυναμίες
τους.
Χριστάκης
Φουαρτάς – ένας αφανής καλλιτέχνης
Η ξυλογλυπτική αποτελεί μία από
τις παλαιότερες και πιο χαρακτηριστικές μορφές λαϊκής τέχνης. Μέσα από αυτήν,
επώνυμοι αλλά και ανώνυμοι λαϊκοί τεχνίτες κατάφεραν να δώσουν ζωή στο άψυχο
ξύλο, δημιουργώντας έργα που κουβαλούν τη φαντασία, το μεράκι και την
ευαισθησία του δημιουργού τους.
Ο τεχνίτης που ασχολείται με το
ξύλο συνήθως ξεκινά από αγάπη και περιέργεια. Στην πορεία όμως η ενασχόληση
αυτή μετατρέπεται σε πάθος. Από ένα απλό κομμάτι ξύλου, που για τους
περισσότερους δεν έχει καμία αξία, ο καλλιτέχνης κατορθώνει να δημιουργήσει μορφές,
σχήματα και παραστάσεις που αποκτούν τη δική τους καλλιτεχνική υπόσταση.
Στη Χλώρακα ένας άνθρωπος που
ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την τέχνη αυτή ήταν ο Χριστάκης Φουαρτάς. Ανήσυχη και
δημιουργική φύση, λάτρης της φυσικής ομορφιάς, ασχολήθηκε κυρίως με την
αφηρημένη ξυλογλυπτική, αφήνοντας πολλές φορές το ίδιο το ξύλο να του υποδείξει
τη μορφή που θα έπαιρνε.
Δεν προσπαθούσε να αλλοιώσει τη
φυσική ομορφιά του υλικού. Αντίθετα, με σεβασμό στη μορφή που είχε δημιουργήσει
η φύση, πρόσθετε τις δικές του πινελιές, αναδεικνύοντας τις γραμμές, τις
καμπύλες και τις ιδιαιτερότητες του ξύλου.
Όπως ο ίδιος ανέφερε, όταν ήθελε
να εργαστεί πάνω σε χλωρό ξύλο, επέλεγε κυρίως πουρνιά ή σφενταμιά. Η κοπή
γινόταν κατά τους χειμερινούς μήνες, πριν αρχίσουν να ανεβαίνουν οι χυμοί από
τις ρίζες προς τον κορμό, ώστε το ξύλο να μην παρουσιάζει παραμορφώσεις με το
πέρασμα του χρόνου. Ακολούθως το άφηνε να στεγνώσει πρώτα στη σκιά και μετά
στον ήλιο.
Πολλές φορές όμως το υλικό του
δεν ήταν ξύλο που αγόραζε, αλλά ξύλα ξεχασμένα, πεταμένα ή ξεβρασμένα από τη
θάλασσα. Ξύλα που για άλλους δεν είχαν καμία χρησιμότητα, αλλά που ο ίδιος
έβλεπε μέσα τους μια κρυμμένη μορφή, μια ιστορία που περίμενε κάποιον να την
αποκαλύψει.
Παράλληλα με την ξυλογλυπτική,
ασχολήθηκε με την επεξεργασία μετάλλου και γυαλιού, δημιουργώντας κατασκευές
από υλικά που οι περισσότεροι θεωρούσαν άχρηστα. Με τη φαντασία και την
επιδεξιότητά του κατάφερε να μετατρέψει απλά αντικείμενα σε δημιουργήματα
τέχνης.
Τα έργα του παρουσιάστηκαν σε
διάφορες εκθέσεις, όπου προκάλεσαν το ενδιαφέρον τόσο των ντόπιων όσο και των
ξένων επισκεπτών. Πολλά από αυτά ταξίδεψαν στο εξωτερικό και σήμερα κοσμούν
σπίτια ανθρώπων που εκτίμησαν τη μοναδικότητα και την αυθεντικότητά τους.
Στη Χλώρακα όμως λίγοι γνωρίζουν
αυτή τη δημιουργική πλευρά του Χριστάκη Φουαρτά. Ίσως γιατί ο ίδιος, άνθρωπος
χαμηλών τόνων και μακριά από κάθε διάθεση προβολής, δεν επιδίωξε ποτέ την
αναγνώριση. Δεν τον ενδιέφερε η δημοσιότητα, αλλά η χαρά της δημιουργίας.
Η τέχνη του, όμως, αποτελεί ένα
μικρό αλλά πολύτιμο κομμάτι της πολιτιστικής ιστορίας της Χλώρακας. Γιατί κάθε
δημιουργός που αφήνει πίσω του έργο, αφήνει μαζί και ένα κομμάτι από την ψυχή
του στον τόπο όπου έζησε.
ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΤΩΝ ΓΡΑΜΜΑΤΩΝ, ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ
ΑΝΔΡΕΑΣ
ΠΕΝΤΑΡΑΣ – ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΟΣ
Ο αντιστράτηγος εν αποστρατεία
Ανδρέας Πενταράς είναι ένας καταξιωμένος στρατιωτικός με μακρά εμπειρία στα
θέματα άμυνας, ασφάλειας και στρατηγικής. Κατάγεται από τη Χλώρακα και αποτελεί
μια από τις σημαντικές προσωπικότητες του τόπου στον χώρο της στρατιωτικής
προσφοράς και της αρθρογραφίας.
Αποφοίτησε από τη Στρατιωτική
Σχολή Ευελπίδων το 1974 και εντάχθηκε στον Ελληνικό Στρατό ως αξιωματικός του
Πεζικού. Εκτός από τα σχολεία του Όπλου του, φοίτησε στην Ανώτατη Σχολή Πολέμου
και στη Σχολή Εθνικής Άμυνας.
Υπηρέτησε στον Ελληνικό Στρατό
μέχρι τον βαθμό του αντισυνταγματάρχη. Το 1995, ύστερα από πρόσκληση της
Κυπριακής Δημοκρατίας, υπέβαλε παραίτηση από τον Ελληνικό Στρατό και εντάχθηκε
στην Εθνική Φρουρά, όπου υπηρέτησε σε διάφορες επιτελικές και διοικητικές
θέσεις. Το 2012 αφυπηρέτησε με τον βαθμό του αντιστράτηγου.
Το 2013 διορίστηκε πολιτικός
προϊστάμενος της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών.
Παράλληλα με τη στρατιωτική του
σταδιοδρομία, ανέπτυξε έντονη συγγραφική και αρθρογραφική δραστηριότητα. Έχει
δημοσιεύσει εκατοντάδες άρθρα για θέματα άμυνας και στρατηγικής στον ημερήσιο
και εβδομαδιαίο Τύπο της Κύπρου και της Ελλάδας.
Έχει επίσης συγγράψει το βιβλίο «Λανθασμένες επιλογές στην άμυνα και ασφάλεια της Κύπρου», στο οποίο περιλαμβάνονται άρθρα που δημοσιεύθηκαν στον κυπριακό Τύπο κατά την περίοδο 2004–2011 και αφορούν ζητήματα αμυντικής και ασφαλιστικής πολιτικής της Κύπρου.
ΔΗΜΗΤΡΑ
ΣΩΚΡΑΤΟΥΣ – ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΣ
Η Δήμητρα Σωκράτους εργάζεται ως
εκπαιδευτικός και ασχολείται με την αφήγηση ιστοριών, τη σκηνοθεσία παιδικών
παραστάσεων, καθώς και με τον συντονισμό και την εμψύχωση δικοινοτικών
προγραμμάτων και εργαστηρίων.
Έχει λάβει αριστείες από το
Πανεπιστήμιο Κύπρου (2005) και το University of Warwick του Ηνωμένου Βασιλείου
(2008), ενώ τιμήθηκε επίσης με το Βραβείο Κοινωνικής Προσφοράς του
Πανεπιστημίου Κύπρου το 2005.
Ασχολείται με τη συγγραφή
ιστοριών για παιδιά και ποίησης από το 2001. Το 2008 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο
στον 17ο Διαγωνισμό Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού του Ραδιοφωνικού Ιδρύματος
Κύπρου για το τραγούδι «Επλάνεψες με, μάνα μου», στο οποίο έγραψε τους
στίχους.
Το βιβλίο της για παιδιά και
νέους «Η Μαίρη και το Λευκό Μπιζέλι» αποτέλεσε την πρώτη της εκδοτική
προσπάθεια και γνώρισε σημαντική προβολή από μέσα ενημέρωσης της Κύπρου και του
εξωτερικού, καθώς και από έγκυρες ιστοσελίδες.
Εργογραφία:
- 2016: Η Μαίρη και το Λευκό
Μπιζέλι
- 2008: Επλάνεψες με, μάνα μου
– Α΄ Βραβείο στον 17ο Διαγωνισμό Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού του ΡΙΚ
(στιχουργός)
ΖΑΧΑΡΙΑΣ
ΜΙΧΑΗΛ – ΔΑΣΚΑΛΟΣ
Ο Ζαχαρίας Μιχαήλ σπούδασε στη
Φιλοσοφική Σχολή Αθηνών και στη Μαρσάλειο Παιδαγωγική Ακαδημία. Εργάστηκε
αρχικά ως δημοδιδάσκαλος και στη συνέχεια ως καθηγητής Ιστορίας σε Γυμνάσια.
Κατά τη διάρκεια του αγώνα της
ΕΟΚΑ 1955–1959 έλαβε μέρος ως μέλος μαχητικών ομάδων κρούσεως της Χλώρακας. Για
την προσφορά του στον αγώνα τιμήθηκε από την Κυπριακή Πολιτεία με το μετάλλιο
τιμής της ΕΟΚΑ.
Μετά την αφυπηρέτησή του
ασχολήθηκε με τη συγγραφή και εξέδωσε το ιστορικό βιβλίο «Οι Παρτιζάνοι της
Κύπρου», στο οποίο καταγράφει προσωπικές εμπειρίες και γεγονότα από την
περίοδο του αγώνα της ΕΟΚΑ.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ
ΜΑΡΓΑΡΙΤΗΣ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Ο Κυριάκος Μαργαρίτης γεννήθηκε
στη Χλώρακα της Πάφου το 1982. Ζει στην Αθήνα και έχει διακριθεί στον χώρο της
λογοτεχνίας, ιδιαίτερα μέσα από τη συγγραφή βιβλίων για παιδιά, διηγημάτων και
μυθιστορημάτων.
Είναι πτυχιούχος Κλασικής
Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το μυθιστόρημά του «Ο Γιώρκης
ο Καρπασίτης» τιμήθηκε με έπαινο από τη Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά το
1998. Από τότε συνέχισε τη συγγραφική του πορεία, εκδίδοντας βιβλία και
δημοσιεύοντας κείμενα σε λογοτεχνικά έντυπα.
Η καταγωγή του από τη Χλώρακα
αποτελεί έναν ιδιαίτερο δεσμό με τον τόπο, τον οποίο κουβαλά μέσα στη
δημιουργική του πορεία και στη σχέση του με την κυπριακή παράδοση και ιστορία.
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΔΗΜΟΣΙΟΓΡΑΦΟΣ
Ο Κυριάκος Ταπακούδης γεννήθηκε
και μεγάλωσε στη Χλώρακα. Από νεαρή ηλικία έδειξε ενδιαφέρον για τη γνώση, τη
γραφή και την καταγραφή της ζωής και της ιστορίας του τόπου του.
Το 1971 αποφοίτησε από την
Τεχνική Σχολή Πάφου. Υπηρέτησε στην Εθνική Φρουρά για 25 μήνες και μετά την
απόλυσή του μετέβη στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως μηχανικός σε ποντοπόρα πλοία
τύπου τάνκερ.
Τα χρόνια της ναυτικής του ζωής,
μέσα στη μοναξιά των μεγάλων ταξιδιών, αποτέλεσαν μια περίοδο συνεχούς
αυτομόρφωσης. Μελετώντας αδιάκοπα βιβλία και αποκτώντας ευρύτερη παιδεία,
δημιούργησε τις βάσεις για τη μετέπειτα πορεία του ως συγγραφέα, δημοσιογράφου
και εκδότη.
Το 1978 επέστρεψε στην Κύπρο,
όπου ασχολήθηκε με επιτυχία με το εμπόριο φθαρτών. Το 1991 επέκτεινε τις
δραστηριότητές του στον τομέα του developing και των υπηρεσιών.
Το 2009 ίδρυσε και εξέδωσε την «Εφημερίδα
της Χλώρακας», σε έντυπη και ηλεκτρονική μορφή. Την έγραφε, την επιμελείτο
και την εξέδιδε ο ίδιος, καταγράφοντας γεγονότα, πρόσωπα και ιστορίες της
κοινότητας.
Για αρκετά χρόνια υπηρέτησε τη
δημοσιογραφία από τη θέση του ιδιοκτήτη, συντάκτη και δημοσιογράφου, εκδίδοντας
τη δική του τοπική εφημερίδα. Η οικονομική κρίση που ακολούθησε οδήγησε στη
διακοπή της έντυπης έκδοσης, όμως η ηλεκτρονική παρουσία της συνεχίστηκε.
Παράλληλα με τη δημοσιογραφία και
την αρθρογραφία, ασχολήθηκε με τη συγγραφή διηγημάτων και ιστορικών αφηγήσεων,
με επίκεντρο την παράδοση, τη ζωή των ανθρώπων της παλιάς εποχής και την
ιστορία της γενέτειράς του Χλώρακας.
Μέσα από τα έργα του καταγράφει
έναν κόσμο που χάνεται: τα ήθη, τα έθιμα, τις δυσκολίες της καθημερινής ζωής,
τις περιπέτειες των ανθρώπων του χωριού, αλλά και τις μεγάλες ιστορικές στιγμές
που σημάδεψαν την Κύπρο.
Στην ηλικία των 57 ετών συνέχισε
τη δια βίου μάθηση, σπουδάζοντας δημοσιογραφία και αποκτώντας το δίπλωμα
δημοσιογράφου με άριστα.
Το συγγραφικό του έργο
περιλαμβάνει ιστορικά, κοινωνικά και λαογραφικά κείμενα, με κύριο στόχο τη
διάσωση της μνήμης και της συλλογικής ιστορίας της Χλώρακας.
ΜΑΡΙΟΣ
ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Ο Μάριος Νεοκλέους κατάγεται από
την Πάφο και είναι κάτοικος Χλώρακας. Είναι δασολόγος, πτυχιούχος Δασολογίας και
Φυσικού Περιβάλλοντος του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Έχει μεταπτυχιακή εκπαίδευση σε
θέματα οικολογικής ανάλυσης μεσογειακών οικοσυστημάτων, αρχιτεκτονικής τοπίου
και προστασίας από δασικές πυρκαγιές.
Υπηρέτησε στη Δημόσια Υπηρεσία
της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Τμήμα Δασών του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών
Πόρων και Περιβάλλοντος.
Στα πρώτα χρόνια της
σταδιοδρομίας του συμμετείχε στην προσπάθεια διάσωσης και αξιοποίησης της
καμένης ξυλείας που προήλθε από τους τουρκικούς βομβαρδισμούς κατά την εισβολή
του 1974. Αφυπηρέτησε από τη θέση του προϊσταμένου του Τομέα Δασικής Μηχανικής,
Υλοχρηστικής και Προστασίας των Δασών από πυρκαγιές.
Από νεαρή ηλικία ασχολήθηκε με τη
συγγραφή. Ως μαθητής, φοιτητής και αργότερα ως δασολόγος συνεργάστηκε με εφημερίδες
και περιοδικά της Κύπρου και της Ελλάδας, δημοσιεύοντας διηγήματα, ποιήματα,
δοκίμια, άρθρα και μελέτες.
Συνεργάστηκε επίσης με την
τηλεόραση και το ραδιόφωνο, παρουσιάζοντας θέματα σχετικά με το δάσος και το
φυσικό περιβάλλον, ενώ έγραψε κείμενα και έρευνες για σενάρια ντοκιμαντέρ.
Υπήρξε πρόεδρος της Επιτροπής
Ανθολόγησης και Επιμέλειας της έκδοσης «Ανθολογία του Δάσους – Κύπριοι
Ποιητές» του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος
(Λευκωσία, 1998).
Έχει εκδώσει τα βιβλία:
- «Στη
σκιά του Θεού»
- «Χλωμά
φεγγάρια»
- «Διαδρομές
στη δασοέσσα γη»
ΜΙΧΑΛΑΚΗΣ
ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ – ΑΓΩΝΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΕΟΚΑ
Ο Μιχαλάκης Παπαντωνίου υπήρξε
μέλος της πρώτης ομάδας της ΕΟΚΑ στη Χλώρακα και συμμετείχε σε μια από τις
σημαντικότερες στιγμές της ιστορίας του τόπου.
Στις 10 Νοεμβρίου 1954 έλαβε
μέρος στην παραλαβή του αρχηγού της ΕΟΚΑ, Γεωργίου Γρίβα – Διγενή, στη Χλώρακα.
Λίγους μήνες αργότερα, συνελήφθη μαζί με άλλα μέλη της ομάδας της Χλώρακας
κοντά στην ακτή «Ροδαφίνια», κατά την προσπάθεια εκφόρτωσης δυναμίτιδας από το
πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος».
Παραπέμφθηκε στο Κακουργιοδικείο
Πάφου, όμως αθωώθηκε. Μετά την απελευθέρωσή του ανέλαβε ως ομαδάρχης της ΕΟΚΑ
στη Χλώρακα και ανέπτυξε πλούσια δράση σε ολόκληρη τη χαμηλή περιοχή της Πάφου.
Συνελήφθη αργότερα από τις
βρετανικές αρχές και φυλακίστηκε. Κατά τη διάρκεια του αγώνα χρησιμοποιούσε το
ψευδώνυμο «Νικηταράς».
Η δράση του αποτελεί μέρος της
ιστορικής διαδρομής της Χλώρακας στον αγώνα της ΕΟΚΑ 1955–1959, ενός αγώνα που
σημάδεψε βαθιά τη συλλογική μνήμη της κοινότητας.
ΝΙΚΟΣ ΠΕΝΤΑΡΑΣ – Ο ΡΟΜΑΝΤΙΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Ο Νίκος Πενταράς είναι ένας
άνθρωπος των γραμμάτων, της ποίησης και του πολιτισμού. Γεννήθηκε στη Χλώρακα
και από νεαρή ηλικία γαλουχήθηκε με τις αξίες της πίστης, της παράδοσης και του
ελληνικού πολιτισμού.
Με πολυετή δημιουργική πορεία στη
λογοτεχνία, ασχολήθηκε με την ποίηση και τον πεζό λόγο, καταφέρνοντας να
δημιουργήσει ένα έργο στο οποίο κυριαρχούν η νοσταλγία, η ευαισθησία, η αγάπη
για τον άνθρωπο και η αναζήτηση της αρετής.
Παράλληλα με την πνευματική του
προσφορά, υπηρέτησε την εκπαίδευση της Κύπρου, ξεκινώντας από τη θέση του
δασκάλου και φτάνοντας μέχρι τη θέση του Α΄ Λειτουργού Εκπαίδευσης.
Έχει εκδώσει ποιητικές συλλογές,
μυθιστορήματα και μελέτες. Η ποίησή του χαρακτηρίζεται από έντονες εικόνες,
λυρισμό και αναφορές στις ιστορικές περιπέτειες του κυπριακού λαού, ιδιαίτερα
στα δύσκολα χρόνια του μεσοπολέμου και του αγώνα της ΕΟΚΑ.
Ασχολήθηκε επίσης με τη
λογοτεχνική κριτική και την παρουσίαση νέων βιβλίων. Από το 1989 μέχρι το 1991
διατηρούσε μόνιμη στήλη σε κυπριακή εφημερίδα, ενώ συνεργάστηκε παράλληλα με το
Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου για την παρουσίαση νέων εκδόσεων.
Έχει παρουσιάσει εκατοντάδες
βιβλία και έχει συμβάλει στην προβολή της κυπριακής λογοτεχνικής δημιουργίας.
Έργα του:
- «Ώρες
Πολέμου» –
ποίηση (1975)
- «Μηνύματα» – ποίηση (1981)
- «Περιστέρι
μου ξεκίνα» –
ποίηση για παιδιά (1987)
- «Η
Τρίτη Απόφαση» –
ποίηση (1988)
- «Επάνοδος» – ποίηση (1992)
- «Φως
εκ Φωτός» –
ποίηση (1994)
- «Ποιήματα» – ποίηση (1995)
- «Ο
Εκπαιδευτικός απέναντι στο Αναλυτικό Πρόγραμμα: Ελεύθερος Πολιορκημένος;» – μελέτη (2004)
- «Σε
κάθε μπαλκόνι και ένα χελιδόνι» – μυθιστόρημα για παιδιά και νέους (2007)
- «Στη
μοναξιά του φεγγαριού» – ποίηση (2009)
Λογοτεχνικά έργα του, ποιητικά
και πεζά, έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά, έχουν συμπεριληφθεί σε ανθολογίες και
σχολικά ανθολόγια και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, γαλλικά και ρωσικά.
Στις 26 Μαΐου 2000 η Παγκύπρια
Ένωση Συγγραφέων, σε ειδική εκδήλωση, του απένειμε τιμητική πλακέτα για την
προσφορά του στα Κυπριακά Γράμματα.
Ιδιαίτερη θέση στο έργο του
κατέχει το ιστορικό μυθιστόρημα για παιδιά και νέους «Σε κάθε μπαλκόνι και
ένα χελιδόνι», το οποίο αναφέρεται στα γεγονότα του αγώνα της ΕΟΚΑ
1955–1959 και στον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά της εποχής βίωσαν εκείνα τα
δύσκολα χρόνια.
ΣΤΑΥΡΟΣ ΜΑΥΡΕΣΗΣ – ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ
Ο Σταύρος Μαυρέσης γεννήθηκε στη
Χλώρακα το 1955. Είναι παντρεμένος με τη Δέσποινα Μαυρέση και έχουν αποκτήσει
δύο παιδιά και τέσσερα εγγόνια.
Υπηρέτησε για 35 χρόνια στη
Δημόσια Υπηρεσία της Κύπρου. Παράλληλα, τα τελευταία χρόνια ασχολήθηκε
ερασιτεχνικά με τη λαϊκή ποίηση, δίνοντας μέσα από τους στίχους του φωνή στα
συναισθήματα, τις μνήμες και τις εμπειρίες του απλού ανθρώπου.
Έχει εκδώσει ποιητική συλλογή
στην κυπριακή διάλεκτο με τίτλο «Που τα φύλλα της καρκιάς», στην οποία
αποτυπώνει τη γλωσσική και πολιτιστική παράδοση του τόπου.
Ως στιχουργός έχει διακριθεί σε
παγκύπριους διαγωνισμούς σύνθεσης κυπριακού τραγουδιού. Κέρδισε το πρώτο
βραβείο στις «Αφετηρίες» του ΡΙΚ με το τραγούδι «Το αλακάτιν»,
καθώς και στον Παγκύπριο Διαγωνισμό Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού με το
τραγούδι «Ο πόθος της επιστροφής».
Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί και
κυκλοφορούν σε ψηφιακές και δισκογραφικές εκδόσεις, διατηρώντας ζωντανό το
χρώμα και τον παλμό της κυπριακής λαϊκής δημιουργίας.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΜΕΝΕΛΑΟΥ (ΧΑΜΠΩΤΟΣ) – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ ΜΑΡΤΥΡΑΣ
Ο Χαράλαμπος Μενελάου Αρέστη,
γνωστός ως Χαμπώτος, υπηρέτησε στο Εφεδρικό Σώμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και
έζησε από κοντά τις ταραγμένες πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις που
σημάδεψαν την Κύπρο πριν και κατά το 1974.
Μέσα από τα προσωπικά του βιώματα
επιχείρησε να καταγράψει γεγονότα που έζησε ο ίδιος, με στόχο να μεταφέρει στον
αναγνώστη τη δική του μαρτυρία και αντίληψη για τις δύσκολες εκείνες περιόδους.
Στο βιβλίο του καταπιάνεται
κυρίως με άγνωστες πτυχές των γεγονότων του 1974, την αντίσταση της Αμμοχώστου
κατά του πραξικοπήματος και της τουρκικής εισβολής που ακολούθησε, καθώς και με
τη συνέχεια των ιστορικών γεγονότων από τον αγώνα της ΕΟΚΑ μέχρι τις
μεταγενέστερες περιόδους.
Ιδιαίτερη αναφορά κάνει στη
συμμετοχή της Χλώρακας στους αγώνες του 1955–1959 και του 1963–1964, καθώς και
στη δράση της Ένωσης Αγωνιστών Πάφου.
Όπως αναφέρει στον πρόλογο του
βιβλίου ο συγγραφέας Άνδρος Παυλίδης:
«Με λιτό και περιεκτικό τρόπο,
αλλά και με εντιμότητα και σεβασμό στην αλήθεια, ο Χαράλαμπος μας δίνει τη δική
του μαρτυρία. Μια κατάθεση ψυχής στο αμείλικτο δικαστήριο της ιστορίας».
ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ – ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Ο Χριστάκης Ταπακούδης γεννήθηκε
στη Χλώρακα και από νεαρή ηλικία ξεχώρισε για την επιμέλεια, τη φιλομάθεια και
την προσήλωσή του στη γνώση.
Αποφοίτησε από το Κλασικό Τμήμα
του Α΄ Γυμνασίου Πάφου το 1965 με άριστα. Μετά από εξετάσεις εισήχθη στη
Νοσηλευτική Σχολή, από όπου αποφοίτησε το 1967.
Αργότερα, ύστερα από επιτυχία σε
εξετάσεις, προσλήφθηκε στο Νοσοκομειακό Εργαστήριο του Γενικού Νοσοκομείου
Λευκωσίας. Με υποτροφία της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας σπούδασε στο
Αμερικανικό Πανεπιστήμιο της Βηρυτού και εξειδικεύτηκε στον τομέα των
μεταγγίσεων αίματος στο Pelikan B.T.B. του Δουβλίνου, με υποτροφία του
Συμβουλίου της Ευρώπης.
Είναι επίσης κάτοχος ειδικού
διπλώματος στην αιμοδοσία και τις μεταγγίσεις από το Πανεπιστήμιο του
Στρασβούργου.
Κατά τη διάρκεια της
επαγγελματικής του πορείας υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις του Κλινικού
Εργαστηρίου, διετέλεσε προϊστάμενος των Εργαστηρίων Λεμεσού, Λάρνακας και
Λευκωσίας και αφυπηρέτησε ως Επιθεωρητής.
Η σημαντικότερη ίσως προσφορά του
ήταν στον τομέα της αιμοδοσίας, όπου υπηρέτησε για τρεις δεκαετίες ως υπεύθυνος
της Τράπεζας Αίματος Κύπρου, προσφέροντας τις γνώσεις και την εμπειρία του στην
ανάπτυξη του θεσμού.
Μετά τη συνταξιοδότησή του
αφιερώθηκε στη συγγραφή, ένα όνειρο που είχε από νεαρή ηλικία, αλλά δεν
μπορούσε να υπηρετήσει πλήρως λόγω των επαγγελματικών του υποχρεώσεων.
Το πρώτο βιβλίο του εκδόθηκε με
τίτλο «Εκείνοι δεν έκαμαν τον πόλεμο». Ακολούθησαν ιστορικά
μυθιστορήματα και άλλα λογοτεχνικά έργα, μέσα από τα οποία εκφράζει το
ενδιαφέρον του για την ιστορία, τον άνθρωπο και τις περιπέτειες της ζωής.
ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΟΘΩΝΟΣ
– ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ, ΖΩΓΡΑΦΟΣ, ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ
Ο Χρύσανθος Όθωνος γεννήθηκε
στη Χλώρακα στις 25 Ιανουαρίου 1949. Είναι αυτοδίδακτος ζωγράφος και ένας δημιουργός
με πολύπλευρη καλλιτεχνική παρουσία.
Από το 1981 διατηρεί τη δική
του γκαλερί στην Πάφο. Στο ενεργητικό του περιλαμβάνονται πολλές ατομικές
εκθέσεις στην Κύπρο και στο εξωτερικό, ενώ έργα του βρίσκονται σε ιδιωτικές
συλλογές σε διάφορες χώρες.
Παράλληλα με τη ζωγραφική,
ασχολήθηκε επαγγελματικά για είκοσι δύο χρόνια με τη μουσική, ένας ακόμη χώρος
μέσα από τον οποίο εξέφρασε τη δημιουργική του φύση.
Τα τελευταία χρόνια
αφιερώθηκε στη μελέτη της φιλοσοφίας, της πνευματικής αναζήτησης και του
ανθρώπινου ψυχισμού. Μέσα από ταξίδια του στην Ανατολή και τη Δύση γνώρισε
διαφορετικές φιλοσοφικές και πνευματικές παραδόσεις, μελέτησε τη φιλοσοφική,
ψυχολογική και μεταφυσική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης και αναζήτησε
βαθύτερες απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα της ζωής.
Το 2008 εξέδωσε το πρώτο
του βιβλίο από τις εκδόσεις Πύρινος
Κόσμος με τίτλο:
«Ο Γιοχανάν, ο Παππούς του και το Φως»
Ένα έργο που αποτελεί
έκφραση της προσωπικής του πνευματικής αναζήτησης και απευθύνεται σε ανθρώπους
που αναζητούν την εσωτερική γνώση και το φως της αυτογνωσίας.
Το δεύτερο βιβλίο του, με
τίτλο:
«Στο φως της αλήθειας – Η εξομολόγηση ενός γέροντα»
κυκλοφόρησε το 2016.
Πρόκειται για ένα πνευματικό έργο στο οποίο ο συγγραφέας καταγράφει σκέψεις,
εμπειρίες και αναζητήσεις γύρω από τη σχέση του ανθρώπου με τον Θεό, την
αλήθεια και το νόημα της ύπαρξης.
Μέσα από τη ζωγραφική, τη μουσική και τη συγγραφή, ο Χρύσανθος Όθωνος διαγράφει μια πορεία συνεχούς αναζήτησης, όπου η τέχνη γίνεται μέσο έκφρασης, προβληματισμού και επικοινωνίας με τον άνθρωπο.
ΧΛΩΡΑΚΙΩΤΕΣ ΣΤΟΥΣ ΕΘΝΙΚΟΥΣ ΑΓΩΝΕΣ
ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ (1912–1913)
Οι πρώτοι εθελοντές της Χλώρακας
Στις αρχές του 20ού αιώνα, όταν ο Ελληνισμός της Μακεδονίας και της Ηπείρου αγωνιζόταν για την ελευθερία και την ολοκλήρωση των εθνικών του πόθων, η μικρή κοινότητα της Χλώρακας δεν έμεινε αμέτοχη.
Αν και ένα μικρό χωριό της Πάφου, μακριά από τα πεδία των μαχών, είχε ανθρώπους που αισθάνονταν τον αγώνα εκείνο ως δικό τους. Όπως και πολλοί άλλοι Κύπριοι, έτσι και Χλωρακιώτες άφησαν τις οικογένειες και τις καθημερινές τους ασχολίες και πήραν τον δρόμο του εθελοντισμού.
Περίπου τρεις χιλιάδες Κύπριοι κατατάχθηκαν εθελοντικά στον Ελληνικό στρατό κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912–1913 και πολέμησαν στα μέτωπα της Μακεδονίας και της Ηπείρου.
Ανάμεσά τους βρίσκονταν και δύο απλοί άνθρωποι της Χλώρακας, οι οποίοι άφησαν πίσω τους μια μικρή αλλά σημαντική παρακαταθήκη ανδρείας.
ΝΕΟΦΥΤΟΣ (ΦΥΤΟΣ) ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΙΑΜΜΑΣ
Ο Νεόφυτος Χριστοδούλου Σιαμμάς, γνωστός ως Φυτός, γεννήθηκε το 1891. Καταγόταν από οικογένεια με ρίζες από τη Μικρά Ασία και το επάγγελμά του ήταν βοσκός, όπως πολλοί άνθρωποι της εποχής που ζούσαν κοντά στη γη και στα ζώα.
Παρά τη δύσκολη ζωή του χωριού, όταν ήλθε η ώρα του εθνικού καλέσματος, δεν δίστασε να καταταγεί εθελοντικά και να υπηρετήσει στον Ελληνικό στρατό.
Στους Βαλκανικούς Πολέμους υπηρέτησε ως ημιονηγός, μεταφέροντας εφόδια και υλικά στις δύσκολες συνθήκες των πολεμικών επιχειρήσεων. Σε μάχη τραυματίστηκε από εχθρική σφαίρα, όμως παρέμεινε σύμβολο της γενιάς εκείνης των απλών ανθρώπων που έβαλαν πάνω από τη δική τους ασφάλεια την πίστη σε έναν μεγαλύτερο σκοπό.
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΕΥΖΩΝΑΣ
Ο Νικόλαος Χριστοδούλου, ο οποίος αργότερα άλλαξε το όνομά του σε Νικόλαος Εύζωνας ως ένδειξη τιμής προς το σώμα των Ευζώνων, αποτελεί μια ξεχωριστή μορφή ανάμεσα στους Χλωρακιώτες εθελοντές.
Σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών κατατάχθηκε στον Ελληνικό στρατό και πήρε μέρος στους Βαλκανικούς Πολέμους, υπηρετώντας στα ένδοξα τάγματα των Ευζώνων.
Πολέμησε στη Βόρεια Ελλάδα και συμμετείχε στις επιχειρήσεις που οδήγησαν στην απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, ενώ ακολούθως βρέθηκε στα μέτωπα των Λεχαινών, της Δοϊράνης, του Κιλκίς και άλλων περιοχών.
Μετά το τέλος των πολέμων επέστρεψε στην Πάφο, δημιούργησε οικογένεια και απέκτησε οκτώ παιδιά.
Έζησε μέχρι τα βαθιά γεράματα. Λίγο πριν φύγει από τη ζωή, ζήτησε να ταφεί φορώντας τη φουστανέλα του τσολιά, τη στολή που για εκείνον συμβόλιζε τη νεότητα, την πίστη και την προσφορά του στην πατρίδα.
Η μνήμη του τιμήθηκε και στην πόλη της Πάφου, όπου δρόμος φέρει το όνομά του.
Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ (1940–1945)
Οι Χλωρακιώτες στη μεγάλη παγκόσμια σύγκρουση
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος ήταν μια από τις μεγαλύτερες δοκιμασίες που γνώρισε η ανθρωπότητα. Εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν στα πεδία των μαχών και πολλοί από αυτούς κουβάλησαν για πάντα μέσα τους τις εικόνες του πολέμου.
Ο Άγγλος στρατιώτης Edward Glendinning, ένας από τους επιζώντες εκείνης της περιόδου, περιέγραψε χρόνια αργότερα τις στιγμές φρίκης που έζησε στο μέτωπο. Θυμόταν τους τραυματισμένους συντρόφους του που έμεναν πίσω, πληγωμένοι και ανήμποροι, να ζητούν λίγο νερό και βοήθεια. Οι αναμνήσεις εκείνες τον συνόδευσαν μέχρι τα γεράματά του.
Αυτό ήταν το πρόσωπο του πολέμου. Δεν ήταν μόνο οι μάχες και οι νίκες, αλλά και ο ανθρώπινος πόνος που έμενε χαραγμένος στις ψυχές όσων τον έζησαν.
Όταν το 1940 η Ευρώπη βυθίστηκε στον πόλεμο, χιλιάδες Κύπριοι ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα και κατατάχθηκαν στο Κυπριακό Σύνταγμα υπό βρετανική διοίκηση.
Περίπου 33.000 Κύπριοι υπηρέτησαν κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο σε διάφορα μέτωπα, όπως στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Λιβύη και την Ιταλία.
Ανάμεσά τους βρίσκονταν και πολλοί νέοι της Χλώρακας.
Η κοινότητα, που τότε αριθμούσε περίπου οκτακόσιους κατοίκους, πρόσφερε όχι μόνο ανθρώπους αλλά και υλική βοήθεια. Οι κάτοικοι συμμετείχαν σε εράνους και πρόσφεραν χρήματα από το υστέρημά τους για την ενίσχυση του αγώνα.
Τριάντα περίπου Χλωρακιώτες κατατάχθηκαν. Άλλοι υπηρέτησαν στην Κύπρο και άλλοι βρέθηκαν μακριά από τον τόπο τους, σε ξένες χώρες και άγνωστα μέτωπα.
Μερικοί έζησαν τη φρίκη των μαχών, άλλοι τραυματίστηκαν, όλοι όμως κράτησαν μαζί τους τη μνήμη της μικρής πατρίδας τους.
Μεταξύ αυτών ήταν:
Στην Κύπρο υπηρέτησαν:
Νίκος Γέρος, Κώστας Όθωνος, Ανδρέας Γεωργίου Σοφοκλέους, Αντώνης Χ. Πάφιος, Νικόλας Σοφοκλέους, Αντωνάκης Χατζιούδης, Νεόφυτος Χρ. Μαυρέσιης, Νικόλας Αναξαγόρα, Χαράλαμπος Βασιλείου, Κώστας Ευσταθίου Κυρηναίας, Σάββας Αχιλλέας και Ανδρέας Γεωργίου.
Στην Ιταλία πολέμησαν:
Χαρίλαος Χαραλάμπους Μάντης, Νικόλας Παναγιώτου Αλακάτης, Ανδρέας Κουρσάρος, Κυριάκος Αλέξη, Χαράλαμπος Χ’ Αχιλλέας, Γεώργιος Σιέλης, Κώστας Αλέξη, Γεώργιος Σεργίου, Γεώργιος Πολεμίτης και Χρίστος Γεωργίου Πεγειώτης.
Στην Αίγυπτο υπηρέτησαν:
Αντώνης Γεωργίου, Νικόλας Ιωάννου, Χριστόδουλος Βασιλείου και Κώστας Δημητρίου Άσπρος.
Επίσης υπηρέτησαν σε διάφορα μέτωπα ο Μενέλαος Αριστείδου, ο Θεόδωρος Σοφόκλης, ο Ιωάννης Χ. Αζίνας και ο Χαράλαμπος Κ. Ταπακούδης.
Οι άνθρωποι αυτοί αποτέλεσαν τη γενιά που γνώρισε τον πόλεμο πριν ακόμη γνωρίσει τον αγώνα της Κύπρου για ελευθερία.
Λίγα χρόνια αργότερα, όταν οι ελπίδες για αυτοδιάθεση δεν πραγματοποιήθηκαν και η αποικιακή διοίκηση παρέμενε στην Κύπρο, μια νέα γενιά Χλωρακιωτών θα έμπαινε σε έναν άλλο αγώνα.
Έναν αγώνα που θα ξεκινούσε από τις ακτές της ίδιας τους της γης.
Τον Αγώνα της ΕΟΚΑ.
ΕΟΚΑ 1955–1959
Η Χλώρακα στην πρώτη γραμμή του Αγώνα
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Κύπριοι περίμεναν ότι η θυσία και η προσφορά τους στον αγώνα κατά του φασισμού θα οδηγούσε στην εκπλήρωση της υπόσχεσης για αυτοδιάθεση. Όμως η βρετανική αποικιακή διοίκηση παρέμεινε στην Κύπρο και το αίτημα του λαού για ελευθερία δεν βρήκε ανταπόκριση.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες γεννήθηκε η ανάγκη για έναν νέο αγώνα. Με επικεφαλής την Εθναρχία και τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄, οργανώθηκε η Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών, η γνωστή ΕΟΚΑ, με στρατιωτικό αρχηγό τον Γεώργιο Γρίβα – Διγενή.
Η Χλώρακα, ένα παραθαλάσσιο χωριό της Πάφου, έμελλε να γράψει μια από τις πιο σημαντικές σελίδες του αγώνα αυτού. Η γεωγραφική της θέση, η ακτογραμμή της και η φιλοπατρία των κατοίκων της την ανέδειξαν σε έναν από τους πρώτους και σημαντικότερους σταθμούς της οργάνωσης.
Η θάλασσα της Χλώρακας έγινε η πύλη από όπου πέρασαν άνθρωποι, όπλα και ελπίδες.
Στις ακτές της Αλυκής αποβιβάστηκε ο στρατιωτικός αρχηγός της ΕΟΚΑ Γεώργιος Γρίβας – Διγενής, όταν έφτασε στην Κύπρο για να αναλάβει την ηγεσία του ένοπλου αγώνα.
Λίγους μήνες αργότερα, η ακτή «Ροδαφίνια» της Χλώρακας έγινε γνωστή σε ολόκληρη την Κύπρο, όταν το πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος» έφτασε μεταφέροντας οπλισμό και πολεμικό υλικό για την οργάνωση. Η επιχείρηση εκείνη αποτέλεσε μια από τις σημαντικότερες στιγμές της προετοιμασίας του Αγώνα και είχε ως αποτέλεσμα τη σύλληψη αρκετών Χλωρακιωτών αγωνιστών.
Όμως η σύλληψη εκείνη δεν σταμάτησε τη δράση. Αντίθετα, έδειξε ότι η Χλώρακα είχε ήδη γίνει ένας από τους βασικούς πυρήνες της ΕΟΚΑ.
Σχεδόν ολόκληρη η κοινότητα συμμετείχε με τον δικό της τρόπο. Άλλοι έγιναν μέλη της οργάνωσης, άλλοι πρόσφεραν καταφύγιο στους καταζητούμενους αγωνιστές, άλλοι μετέφεραν μηνύματα, τρόφιμα και οπλισμό. Πολλές φορές η προσφορά δεν καταγράφηκε ποτέ, γιατί ο αγώνας απαιτούσε σιωπή και μυστικότητα.
Η ΕΟΚΑ στη Χλώρακα δεν ήταν έργο λίγων ανθρώπων. Ήταν μια συλλογική προσπάθεια ενός ολόκληρου χωριού.
Οι άνδρες και οι γυναίκες της κοινότητας γνώριζαν ότι κάθε πράξη τους έκρυβε κίνδυνο. Οι έρευνες, οι συλλήψεις, οι ανακρίσεις και τα βασανιστήρια ήταν καθημερινή απειλή. Παρ’ όλα αυτά, πολλοί συνέχισαν να βοηθούν, γιατί πίστευαν ότι ο αγώνας για την ελευθερία ήταν μεγαλύτερος από τον φόβο.
Ανάμεσα στους ανθρώπους αυτούς ξεχώρισαν μορφές που άφησαν ανεξίτηλο το όνομά τους στην ιστορία της Χλώρακας.
Η ΠΡΩΤΗ ΟΜΑΔΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ
Η δημιουργία της πρώτης οργανωμένης ομάδας στη Χλώρακα άρχισε πριν ακόμη από την επίσημη έναρξη του Αγώνα, το 1955.
Η ομάδα αυτή αποτέλεσε τον πρώτο πυρήνα της ΕΟΚΑ στην περιοχή της Πάφου και είχε σημαντικό ρόλο στην παραλαβή, μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού, καθώς και στην υποστήριξη των στελεχών της οργάνωσης.
Ο πρώτος ομαδάρχης της Χλώρακας ήταν ο Κώστας Λεωνίδα, γνωστός αργότερα ως Παπακώστας, μια μορφή που συνδέθηκε άμεσα με τα πρώτα βήματα του Αγώνα.
Μαζί του συνεργάστηκαν άνθρωποι που ορκίστηκαν στον Αγώνα και ανέλαβαν μεγάλες ευθύνες σε μια εποχή όπου η σύλληψη σήμαινε φυλακή, βασανιστήρια ή ακόμη και θάνατο.
Ανάμεσά τους ήταν:
- Νικόλας Χ. Αζίνας
- Νικόλας Λεωνίδα Λουρικός
- Γεώργιος Λεωνίδα Σιαμμάς
- Νικόλας Μαυρονικόλας
- Κυριάκος Μαυρονικόλας
- Μιχαλάκης Παπαντωνίου
- Χριστόδουλος Πενταράς
- Νικόλας Πενταράς
- Χριστάκης Ευζωνας
- Γεώργιος Ταπακούδης
- Γεώργιος Παπακλεοβούλου
- και πολλοί άλλοι.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν επαγγελματίες στρατιώτες. Ήταν γεωργοί, βοσκοί, έμποροι, εργάτες, οικογενειάρχες. Άνθρωποι της καθημερινότητας που σε μια κρίσιμη στιγμή της ιστορίας αποφάσισαν να προσφέρουν τον εαυτό τους σε έναν αγώνα που θεωρούσαν εθνικό χρέος.
Η Χλώρακα εκείνων των χρόνων ήταν ένα χωριό απλών ανθρώπων, όμως μέσα στους στενούς δρόμους, στα σπίτια, στα περιβόλια και στις ακτές της κρύβονταν μυστικά που θα έμεναν για πάντα χαραγμένα στη μνήμη.
Η ιστορία της ΕΟΚΑ στη Χλώρακα είναι η ιστορία ανθρώπων που έζησαν ανάμεσα στην καθημερινότητα και στον κίνδυνο.
Την ημέρα εργάζονταν για την οικογένειά τους και τη νύχτα, κάτω από το σκοτάδι, μετέφεραν μηνύματα, έκρυβαν αγωνιστές και περίμεναν στις ακτές την άφιξη των πλοιαρίων.
Από αυτή τη γενιά γεννήθηκαν οι αγωνιστές που ακολουθούν, ο καθένας με τη δική του διαδρομή, τη δική του δοκιμασία και τη δική του προσφορά.
Γιατί η ιστορία ενός τόπου δεν γράφεται μόνο από τα μεγάλα γεγονότα.
Γράφεται κυρίως από τους ανθρώπους που στάθηκαν όρθιοι όταν η εποχή τους κάλεσε.
ΑΓΩΝΙΣΤΕΣ ΤΗΣ ΕΟΚΑ
Μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, οι προσδοκίες των Κυπρίων για αυτοδιάθεση δεν πραγματοποιήθηκαν. Η υπόσχεση των Βρετανών για ένα διαφορετικό μέλλον της Κύπρου έμεινε ανεκπλήρωτη και η αποικιακή διοίκηση συνέχισε την πολιτική της καταπίεσης και του περιορισμού των ελευθεριών του λαού.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, με την καθοδήγηση της Εθναρχίας και του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, οργανώθηκε ο ένοπλος απελευθερωτικός αγώνας της ΕΟΚΑ (1955-1959), με αρχηγό τον Γεώργιο Γρίβα Διγενή.
Η Χλώρακα βρέθηκε από την πρώτη στιγμή στο επίκεντρο αυτής της ιστορικής περιόδου. Οι ακτές της έγιναν το σημείο όπου γράφτηκαν μερικές από τις πρώτες σελίδες του Αγώνα. Στην περιοχή της Αλυκής αποβιβάστηκε ο αρχηγός της ΕΟΚΑ Διγενής, ενώ στην ακτή «Βρέξη» και αργότερα στα «Ροδαφίνια» πραγματοποιήθηκαν αποστολές οπλισμού που αποτέλεσαν τη βάση για την έναρξη της ένοπλης δράσης.
Η γεωγραφική θέση της Χλώρακας, η άμεση επαφή της με τη θάλασσα και η εμπιστοσύνη που υπήρχε ανάμεσα στους κατοίκους της, την κατέστησαν έναν από τους σημαντικότερους σταθμούς του Αγώνα στην επαρχία Πάφου.
Δεν υπήρξαν μόνο οι άνθρωποι που κράτησαν όπλο. Υπήρχαν οι άνθρωποι που άνοιξαν τα σπίτια τους, που έκρυψαν αγωνιστές, που μετέφεραν μηνύματα, που φύλαξαν πυρομαχικά, που πρόσφεραν τρόφιμα και που πολλές φορές έθεσαν σε κίνδυνο τη ζωή τους και την οικογένειά τους.
Η ΕΟΚΑ στη Χλώρακα δεν ήταν υπόθεση λίγων. Ήταν υπόθεση μιας ολόκληρης κοινότητας.
Στο επίσημο μητρώο των αγωνιστών της Κυπριακής Δημοκρατίας καταγράφονται δεκάδες Χλωρακιώτες που πρόσφεραν τις υπηρεσίες τους στον Αγώνα. Άλλοι συνελήφθησαν, άλλοι βασανίστηκαν, άλλοι φυλακίστηκαν και άλλοι παρέμειναν αφανείς βοηθοί της οργάνωσης.
Ανάμεσά τους βρίσκονται:
Αγησιλάου Νικόλαος, Αζίνα Αντιγόνη, Αζίνα Θεοδούλα, Εύζωνα Παναγιώτα, Αζίνας Ανδρέας Ανδρούτσος, Αζίνας Γιώρκος, Αζίνας Ιωάννης, Αζίνας Νικόλαος, Αζίνας Χαράλαμπος, Ανδρέου Χαράλαμπος (Αγγλογάλλος), Ανδρέου Μαρούλλα, Αντωνίου Ανδρέας, Άσπρος Γεώργιος, Βέργας Γεώργιος, Βέργα Αναστασία, Γέρος Νίκος, Γεωργίου Χαράλαμπος, Γεωργίου Χρύσανθος, Εύζωνας Ανδρέας, Εύζωνας Χριστάκης, Ευσταθίου Παναγιώτης, Ζηνιέρης Δημήτρης, Θουκυδίδης Γιαννάκης, Κυριάκου Χρύσανθος, Κωνσταντίνου Μιχαήλ, Λεωνίδας Γεώργιος, Λεωνίδας Κώστας, Λεωνίδας Νικόλας, Λεωνίδας Χαράλαμπος, Λιασίδης Γεώργιος, Λιασίδης Κώστας, Μαυρονικόλας Ανδρέας, Μαυρονικόλας Αντώνης, Μαυρονικόλας Κυριάκος, Μαυρονικόλας Νικόλας, Μενελάου Ανδρέας, Μιχαήλ Ζαχαρίας, Παπακλεοβούλου Γεώργιος, Παφίτης Χρύσανθος, Πενταράς Χαράλαμπος, Πενταράς Κώστας, Πενταράς Νικόλας, Πενταράς Χριστόδουλος, Σπύρου Ανδρέας, Σπύρου Γεώργιος, Ταπακούδης Γεώργιος, Ταπακούδης Νικόλαος, Τουμπάς Σταύρος, Χαραλάμπους Ανδρέας, Χαραλάμπους Γεώργιος, Χαραλάμπους Ελένη, Χλωρακιώτης Νικόλαος και Χλωρακιώτης Σταύρος.
Πίσω όμως από κάθε όνομα υπάρχει μια προσωπική ιστορία. Υπάρχει ένας άνθρωπος, μια οικογένεια, ένας φόβος, μια θυσία και μια απόφαση που πάρθηκε σε δύσκολους καιρούς.
ΑΝΔΡΕΑΣ Γ. ΜΑΥΡΟΝΙΚΟΛΑΣ
Ο Ανδρέας Γεωργίου Μαυρονικόλας γεννήθηκε το 1937 και απεβίωσε το 1994. Ήταν αδελφός των επίσης αγωνιστών Κυριάκου και Νικόλα Μαυρονικόλα.
Από τα νεανικά του χρόνια συμμετείχε στον Αγώνα της ΕΟΚΑ και συνελήφθη από τους Άγγλους ως ένας από τους πρώτους οργανωμένους αγωνιστές. Η κατηγορία που του αποδόθηκε ήταν ότι είχε ενεργό ρόλο στην οργάνωση της μαθητικής νεολαίας της ΕΟΚΑ στο Ελληνικό Κολλέγιο Πάφου.
Παρέμεινε κρατούμενος για περισσότερο από τρία χρόνια. Μέσα στις φυλακές δεν υπέκυψε στις πιέσεις, αλλά συνέχισε να αγωνίζεται μαζί με τους συναγωνιστές του, συμμετέχοντας ακόμη και σε ομαδική απεργία πείνας των πολιτικών κρατουμένων.
Στα κρατητήρια βρέθηκε για ένα διάστημα μαζί με τον γνωστό κριτικό κινηματογράφου Νίνο Φενέκ Μικελίδη.
Με την αμνηστία που δόθηκε μετά την επίτευξη των Συμφωνιών Ζυρίχης - Λονδίνου απελευθερώθηκε. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα, όπου εργάστηκε ως καθηγητής Αγγλικών μέχρι τον θάνατό του.
Η ζωή του αποτελεί ένα παράδειγμα εκείνης της γενιάς νέων που άφησαν πίσω τους προσωπικές φιλοδοξίες και επέλεξαν να υπηρετήσουν έναν σκοπό που θεωρούσαν μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΕΥΖΩΝΑΣ
Ο Ανδρέας Εύζωνας γεννήθηκε στην Πάφο το 1940. Από μικρός γαλουχήθηκε με τα ιδανικά της ελευθερίας και της προσφοράς προς την πατρίδα, όπως πολλοί νέοι της εποχής του που έζησαν τα χρόνια της αποικιοκρατίας και της αναζήτησης της εθνικής αποκατάστασης της Κύπρου.
Κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ 1955-1959 εντάχθηκε στις τάξεις της οργάνωσης με το ψευδώνυμο «Μάνος». Η δράση του όμως δεν κράτησε μόνο στα όρια της κρυφής προσφοράς. Το 1958 συνελήφθη από τους Άγγλους και οδηγήθηκε σε ανακρίσεις, όπου υπέστη σκληρά βασανιστήρια. Για δύο ολόκληρους μήνες η οικογένειά του αγνοούσε την τύχη του.
Μετά τη λήξη του Αγώνα συνέχισε την πορεία της προσφοράς. Το 1961 μετέβη στην Αθήνα για σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Όταν το 1963 ξέσπασαν οι διακοινοτικές ταραχές, διέκοψε τις σπουδές του και επέστρεψε στην Κύπρο, όπου υπηρέτησε στα φυλάκια αντιπαράταξης.
Αργότερα συνέχισε τις σπουδές του στην Ελλάδα, ενώ παράλληλα εκπαιδεύτηκε στη στρατιωτική τέχνη. Το 1964 επέστρεψε ξανά στην Κύπρο μαζί με την Ελληνική Μεραρχία, η οποία είχε φθάσει στο νησί υπό τον στρατηγό Γεώργιο Γρίβα - Διγενή.
Υπηρέτησε ως εκπαιδευτής στην εθελοντική εθνοφρουρά και ακολούθως ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Νομική.
Μετά την επιστροφή του στην Κύπρο άσκησε το δικηγορικό επάγγελμα στην Πάφο. Παράλληλα συνέχισε την κοινωνική και πολιτική του δράση. Υπήρξε από τους πρωτεργάτες της ίδρυσης του Συνδέσμου Αγωνιστών Πάφου, ενώ αργότερα ανέπτυξε σημαντική παρουσία στα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα του τόπου.
Η ζωή του αποτελεί συνέχεια μιας γενιάς αγωνιστών που δεν περιορίστηκαν μόνο στη δράση των χρόνων του Αγώνα, αλλά συνέχισαν να υπηρετούν την κοινωνία μέσα από την επιστήμη, την πολιτική και τη δημόσια προσφορά.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΖΙΝΑΣ ΑΝΔΡΟΥΤΣΟΣ
Ο Ανδρέας Αζίνας, γνωστός και ως Ανδρούτσος, υπήρξε μια από τις σημαντικότερες μορφές του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ και ένας από τους ανθρώπους που συνέδεσαν τη Χλώρακα με την πρώτη οργάνωση του Αγώνα.
Υπήρξε από τους πρώτους μυηθέντες στην ΕΟΚΑ και αποτέλεσε τον σύνδεσμο μεταξύ του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄, του στρατιωτικού αρχηγού Γεώργιου Γρίβα Διγενή και των ομάδων της Χλώρακας.
Με τα ψευδώνυμα «Τριπτόλεμος» και «Μενέλαος», ανέλαβε σημαντικές αποστολές για την οργάνωση, τόσο στην Κύπρο όσο και στο εξωτερικό. Σπούδασε γεωπόνος στην Αγγλία με υποτροφία και, επιστρέφοντας στην Κύπρο το 1949, αναμείχθηκε ενεργά στα εθνικά και πολιτικά πράγματα της εποχής.
Το 1952 μυήθηκε στην ΕΟΚΑ από τους αδελφούς Λοϊζίδη. Από τότε ανέλαβε έναν δύσκολο ρόλο: να εντοπίζει ανθρώπους εμπιστοσύνης και να δημιουργεί πυρήνες υποστήριξης σε ολόκληρη την Κύπρο.
Ανάμεσα στους ανθρώπους που μυήθηκαν από τον ίδιο ήταν και ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο οποίος αργότερα θα γινόταν μια από τις ηρωικότερες μορφές του Αγώνα.
Λόγω της ιδιότητάς του ως γραμματέας της ΠΕΚ, είχε τη δυνατότητα να ταξιδεύει σε όλη την Κύπρο και στο εξωτερικό χωρίς να προκαλεί υποψίες. Με αυτό τον τρόπο αποτέλεσε έναν από τους σημαντικούς κρίκους της μυστικής προετοιμασίας του Αγώνα.
Η Χλώρακα κατέχει ιδιαίτερη θέση στη δράση του, αφού μέσα από τις αποστολές οπλισμού και την άφιξη του Διγενή στις ακτές της, βρέθηκε στο κέντρο των πρώτων γεγονότων της ΕΟΚΑ.
Μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας διορίστηκε υφυπουργός Γεωργίας και Φυσικών Πόρων. Αργότερα ανέλαβε τη διοίκηση του Συνεργατικού Κινήματος ως Διοικητής Συνεργατικής Ανάπτυξης, θέση από την οποία συνέβαλε σημαντικά στην ανάπτυξη του αγροτικού κόσμου.
Για πολλά χρόνια υπήρξε μια από τις ισχυρότερες προσωπικότητες του κυπριακού δημόσιου βίου. Για τη Χλώρακα όμως παρέμεινε κυρίως ο άνθρωπος που συνδέθηκε με τις πρώτες μυστικές κινήσεις ενός Αγώνα που ξεκίνησε από τις δικές της ακτές.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΛΕΩΝΙΔΑ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΙΑΜΜΑΣ ή ΓΙΩΡΚΟΥΪΝ
Ο Γεώργιος Λεωνίδα Χριστοδούλου Σιαμμάς, γνωστός στους Χλωρακιώτες ως Γιωρκούιν, ανήκε σε εκείνη τη γενιά των ανθρώπων που έζησαν απλά, εργατικά και σιωπηλά, αλλά βρέθηκαν μπροστά σε μεγάλες ιστορικές στιγμές.
Γιος του Λεωνή Χριστοδούλου Σιαμμά και της Δέσποινας Χαραλάμπους, μεγάλωσε κοντά στον Αρχάγγελο Μιχαήλ, όπου η οικογένειά του είχε την καυκάλλα γύρω από το ξωκλήσι. Συνέχισε το παραδοσιακό επάγγελμα της οικογένειας, αυτό του βοσκού.
Τα καλοκαίρια έστηνε τη μάντρα του έξω από το ξωκλήσι, εκεί όπου η ζωή του χωριού συναντούσε την πίστη και την παράδοση. Ο Άγιος Αρχάγγελος ήταν ο προστάτης του και η σχέση του μαζί του ήταν βαθιά και προσωπική.
Όταν κάποτε, όπως πίστευε ο ίδιος, ένα θαύμα έσωσε τον ίδιο και τον γιο του από μεγάλο κίνδυνο στη θάλασσα, αποφάσισε να δωρίσει την περιουσία με το ξωκλήσι στην κοινότητα της Χλώρακας, ώστε όλοι οι κάτοικοι να μπορούν να προσκυνούν και να ανάβουν το καντήλι στον Άγιο.
Παράλληλα όμως ο Γιωρκούιν δεν έμεινε μόνο άνθρωπος της πίστης και της παράδοσης. Έγινε και άνθρωπος του Αγώνα.
Ήταν μέλος της πρώτης ομάδας της ΕΟΚΑ στη Χλώρακα και ανέλαβε σημαντικές υπηρεσίες ως σύνδεσμος, τροφοδότης και βοηθός στη μεταφορά και απόκρυψη οπλισμού.
Μετά την άφιξη του Διγενή στην Κύπρο ορκίστηκε στην οργάνωση και μαζί με την ομάδα του Π/Κώστα Λεωνίδα περιπολούσε στις ακτές της Χλώρακας, περιμένοντας τα πλοιάρια που μετέφεραν όπλα και πυρομαχικά από την Ελλάδα.
Το πρώτο φορτίο που έφθασε με το πλοιάριο «Σειρήν» αποθηκεύτηκε σε χώρο κοντά στον ποταμό της Βρέξης, σε ιδιοκτησία του Γεώργιου Λεωνίδα. Από εκεί, με τη βοήθεια και άλλων αγωνιστών, μεταφέρθηκε και κρύφτηκε μέχρι να διανεμηθεί στις ομάδες της ΕΟΚΑ.
Στην προσπάθεια αυτή σημαντική ήταν και η προσφορά των γυναικών της οικογένειας, οι οποίες πολλές φορές μετέφεραν κρυφά υλικά και όπλα, αποδεικνύοντας ότι ο Αγώνας δεν είχε μόνο ανδρικό πρόσωπο, αλλά ολόκληρη η κοινωνία συμμετείχε σε αυτόν.
Η ΧΛΩΡΑΚΑ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΤΗΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΣ
Ο Αγώνας της ΕΟΚΑ δεν γράφτηκε μόνο στα βουνά, στα κρησφύγετα και στις ένοπλες συγκρούσεις. Γράφτηκε και μέσα στα σπίτια των απλών ανθρώπων, στα χωράφια, στα περιβόλια, στις εκκλησιές και στις ακτές της Χλώρακας, όπου άνδρες, γυναίκες και παιδιά έζησαν καθημερινά με τον φόβο της σύλληψης, αλλά και με την πίστη ότι υπηρετούσαν έναν μεγάλο σκοπό.
Η Χλώρακα, από τα πρώτα ακόμη χρόνια της προετοιμασίας του Αγώνα, βρέθηκε στο επίκεντρο των γεγονότων. Η θάλασσα της, που για αιώνες ήταν δρόμος επικοινωνίας και επιβίωσης, έγινε η πύλη από την οποία πέρασαν άνθρωποι, όπλα και ελπίδες για την έναρξη της μεγάλης προσπάθειας.
Στις ακτές της Αλυκής, στα Ροδαφίνια και στη Βρέξη, οι ψαράδες και οι γεωργοί της περιοχής έγιναν φύλακες ενός μυστικού που δεν έπρεπε να αποκαλυφθεί. Κάθε νυχτερινό καΐκι μπορούσε να φέρει μαζί του τον κίνδυνο, αλλά και την προσδοκία της ελευθερίας.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν επαγγελματίες πολεμιστές. Ήταν γεωργοί, βοσκοί, εργάτες, έμποροι, δάσκαλοι, γυναίκες του σπιτιού και νέοι μαθητές. Άφησαν για λίγο στην άκρη την καθημερινή τους ζωή και ανέλαβαν έναν ρόλο που η ιστορία τούς επέβαλε.
Άλλοι κράτησαν όπλα.
Άλλοι μετέφεραν μηνύματα.
Άλλοι έκρυψαν καταζητούμενους αγωνιστές.
Άλλοι έδωσαν ψωμί και νερό σε ανθρώπους που κυνηγούσε η αποικιακή εξουσία.
Και υπήρχαν και εκείνοι που δεν καταγράφηκαν ποτέ στα επίσημα μητρώα, όμως χωρίς τη σιωπηλή τους προσφορά κανένας αγώνας δεν θα μπορούσε να σταθεί.
Η ιστορία της Χλώρακας στον Αγώνα της ΕΟΚΑ είναι μια ιστορία συλλογικής συμμετοχής. Δεν ανήκει μόνο σε λίγα ονόματα που ξεχώρισαν, αλλά σε μια ολόκληρη κοινότητα που έζησε την αγωνία, τον φόβο, τις συλλήψεις, τις ανακρίσεις και τα βασανιστήρια, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την πίστη της στον σκοπό που υπηρετούσε.
Σήμερα, όταν περπατά κανείς στους ίδιους δρόμους, στα ίδια περιβόλια και στις ίδιες ακτές, δύσκολα μπορεί να φανταστεί ότι εκεί όπου τώρα υπάρχει η καθημερινότητα μιας σύγχρονης κοινότητας, κάποτε κινούνταν κρυφά αγωνιστές, μεταφέρονταν όπλα και παίρνονταν αποφάσεις που σημάδεψαν την ιστορία της Κύπρου.
Οι αγωνιστές της Χλώρακας δεν άφησαν πίσω τους μόνο γεγονότα. Άφησαν μια παρακαταθήκη μνήμης. Μια μνήμη που περνά από γενιά σε γενιά και θυμίζει ότι οι μεγάλες ιστορικές στιγμές γεννιούνται πολλές φορές από απλούς ανθρώπους, σε μικρούς τόπους.
Και η Χλώρακα ήταν ένας από αυτούς τους τόπους.
1974 – ΠΡΑΞΙΚΟΠΗΜΑ ΚΑΙ ΕΙΣΒΟΛΗ: ΟΙ ΗΡΩΕΣ ΤΗΣ
ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Το
καλοκαίρι του 1974 υπήρξε η
πιο τραγική περίοδος της σύγχρονης ιστορίας της Κύπρου. Μέσα σε λίγες μέρες, το
νησί γνώρισε τη διπλή συμφορά του πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου και της
τουρκικής εισβολής που ακολούθησε στις 20 Ιουλίου.
Η Χλώρακα, όπως και κάθε κυπριακή
κοινότητα, πλήρωσε βαρύ τίμημα. Νέοι άνθρωποι, που λίγα χρόνια προηγουμένως
είχαν μεγαλώσει μέσα στις αναμνήσεις του Αγώνα της ΕΟΚΑ και στα ιδανικά της
ελευθερίας, βρέθηκαν ξανά μπροστά στην ιστορία. Άλλοι υπερασπίστηκαν τη
δημοκρατική νομιμότητα απέναντι στο πραξικόπημα, άλλοι πολέμησαν εναντίον του
εισβολέα και άλλοι χάθηκαν χωρίς ποτέ να επιστρέψουν στους δικούς τους.
Πίσω από κάθε όνομα δεν υπάρχει
μόνο ένα πολεμικό γεγονός. Υπάρχει μια οικογένεια που περίμενε, μια μάνα που
δάκρυσε, ένας πατέρας που αναζήτησε το παιδί του, μια σύζυγος που έμεινε με τη
μνήμη και τον πόνο.
Οι άνθρωποι αυτοί δεν ήταν
αριθμοί σε έναν κατάλογο. Ήταν παιδιά της Χλώρακας, με όνειρα, σχέδια και
ελπίδες για το μέλλον.
ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΣ
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΛΥΔΩΡΟΥ
(1955–1974
– Έπεσε μαχόμενος κατά την τουρκική εισβολή)
Ο Χριστόδουλος Γεωργίου Πολυδώρου
γεννήθηκε στη Χλώρακα στις 27 Δεκεμβρίου 1955. Ήταν παιδί μιας γενιάς που
μεγάλωσε μέσα στις μνήμες του αγώνα της ΕΟΚΑ και στις μεγάλες προσδοκίες για το
μέλλον της Κύπρου.
Μετά την αποφοίτησή του από την
Τεχνική Σχολή Πάφου, σε ηλικία μόλις δεκαεπτά ετών, κατατάχθηκε στην Εθνική
Φρουρά. Η ειρωνεία της μοίρας ήταν πως η ημέρα της εισβολής ήταν και η ημέρα
κατά την οποία θα απολυόταν από τον στρατό.
Οι εξελίξεις όμως άλλαξαν για
πάντα τη ζωή του. Στις 22 Ιουλίου 1974, το τάγμα της Χαλεύκας, στο οποίο
υπηρετούσε, διατάχθηκε να μεταβεί στο Τζιάος της επαρχίας Αμμοχώστου για να
αντιμετωπίσει τις τουρκικές δυνάμεις.
Εκεί, μέσα στη φωτιά της μάχης,
τουρκικά πυρά ελεύθερων σκοπευτών έκοψαν το νήμα της ζωής οκτώ παλικαριών,
ανάμεσά τους και του δεκαεννιάχρονου Χριστόδουλου.
Για μέρες η οικογένειά του
αναζητούσε νέα του. Ο πατέρας του, γεμάτος αγωνία, ταξίδεψε στη Χαλεύκα για να
μάθει την τύχη του παιδιού του. Εκείνοι που γνώριζαν την αλήθεια δεν είχαν το
κουράγιο να του τη φανερώσουν. Τον έστειλαν στο Τζιάος και από εκεί στο Γενικό
Νοσοκομείο Λευκωσίας, με την ελπίδα πως ίσως υπήρχε κάποιο λάθος.
Η αλήθεια όμως αποκαλύφθηκε
τελικά μέσα από τους καταλόγους των νεκρών.
Ο Χριστόδουλος Πολυδώρου τάφηκε
αρχικά στη Λακατάμια. Χρόνια αργότερα έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του και
επέστρεψε στη γενέτειρά του, όπου αναπαύθηκε με τις τιμές που αρμόζουν σε έναν
ήρωα.
Έφυγε νέος, αφήνοντας πίσω του όνειρα που δεν πρόλαβαν να πραγματοποιηθούν. Ήθελε να σπουδάσει Πολιτικός Μηχανικός ή Δασονόμος. Η ζωή όμως τον κάλεσε σε έναν άλλο δρόμο, εκείνον της θυσίας.
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΘΕΟΧΑΡΟΥΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ (1974, πεσών κατά την τουρκική εισβολή)
Γεννήθηκε στη Χλώρακα στις 23
Φεβρουαρίου του 1955. Μετά το τέλος των λυκειακών του σπουδών κατατάχθηκε στην
Εθνική Φρουρά και υπηρετούσε στο 121ο Τάγμα Πεζικού στη Θέρμια της επαρχίας
Κερύνειας.
Με την έναρξη της τουρκικής
εισβολής, το τάγμα του βρέθηκε αντιμέτωπο με τις δύσκολες ώρες της μάχης. Μετά
τον θάνατο του διοικητή του τάγματος, οι στρατιώτες μεταφέρθηκαν στη Λευκωσία,
όπου εγκατέστησαν πρόχειρο στρατόπεδο κοντά στο Προεδρικό Μέγαρο. Εκεί ο
Λεωνίδας συναντήθηκε για τελευταία φορά με τον αδελφό του, ο οποίος υπηρετούσε
στο Εφεδρικό Σώμα της Αστυνομίας.
Στις 14 Αυγούστου 1974, με
την έναρξη της δεύτερης φάσης της εισβολής, το τάγμα έλαβε διαταγή να μεταβεί
στον Κουτσοβέντη της επαρχίας Κερύνειας. Εκεί, μέσα στη δίνη των πολεμικών
γεγονότων, ο Λεωνίδας, όπως και άλλοι συμπολεμιστές του, συνελήφθη από τα
τουρκικά στρατεύματα και για πολλά χρόνια η τύχη του παρέμενε άγνωστη.
Για δεκαετίες, η οικογένειά
του ζούσε με το βαρύ φορτίο της αναμονής και της αβεβαιότητας, όπως τόσες άλλες
οικογένειες της Κύπρου που περίμεναν ένα σημάδι από τους δικούς τους ανθρώπους.
Όμως η αλήθεια, όσο σκληρή κι αν ήταν, ήρθε τελικά στο φως. Τα οστά του
ταυτοποιήθηκαν και ο Λεωνίδας επέστρεψε, ύστερα από τόσα χρόνια, στη γενέτειρά
του.
Η Χλώρακα τον υποδέχθηκε με
τιμές ήρωα. Στην κεντρική πλατεία του χωριού στήθηκε το άγαλμά του, για να
θυμίζει στις νεότερες γενιές τον δεκαεννιάχρονο νέο που έφυγε γεμάτος όνειρα
και δεν πρόλαβε να γνωρίσει τη ζωή που τον περίμενε.
Ο Λεωνίδας Θεοχάρους
Δημοσθένους δεν είναι πλέον μόνο ένα όνομα σε έναν κατάλογο αγνοουμένων. Είναι
ένα σύμβολο θυσίας και μνήμης. Η μορφή του στέκει στην καρδιά της Χλώρακας, όχι
μόνο μέσα από το μάρμαρο του μνημείου του, αλλά μέσα από την ιστορία ενός τόπου
που δεν ξεχνά τα παιδιά του.
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ
ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ (1974, πεσών κατά το πραξικόπημα)
Το νήμα της ζωής του κόπηκε
πολύ νωρίς, μέσα στις μαύρες μέρες του Ιουλίου του 1974, όταν η Κύπρος
βυθίστηκε στη δίνη της διχόνοιας και της προδοσίας. Ο Χαράλαμπος Φιλίππου
Κυρίλλου ήταν ένας από τους νέους της Χλώρακας που πλήρωσαν με τη ζωή τους την
υπεράσπιση της Δημοκρατίας.
Γεννήθηκε στη Χλώρακα στις 10
Οκτωβρίου 1955. Μετά την αποφοίτησή του από το Γυμνάσιο, κατατάχθηκε στην
Αστυνομική Δύναμη Κύπρου, παρά τις αντιρρήσεις της μητέρας του, η οποία φοβόταν
τους κινδύνους που έκρυβε ένα τέτοιο επάγγελμα στις ταραγμένες εκείνες εποχές.
Τις δραματικές ώρες του
πραξικοπήματος της 15ης Ιουλίου 1974, υπηρετούσε στο Εφεδρικό Σώμα της
Αστυνομίας. Μαζί με άλλους αστυνομικούς ανέλαβε την αποστολή να συνοδεύσει τον
Αρχιεπίσκοπο Μακάριο προς την Πάφο, σε μια προσπάθεια να διασωθεί η νόμιμη
κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Κατά την επιστροφή τους,
στις 17 Ιουλίου 1974, στην περιοχή του Ακρωτηρίου Λεμεσού, οι αστυνομικοί του
Εφεδρικού Σώματος δέχθηκαν επίθεση και δολοφονήθηκαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο
νεαρός Χαράλαμπος, που μόλις είχε συμπληρώσει τα δεκαοκτώ του χρόνια.
Ο θάνατός του βύθισε την
οικογένειά του στο πένθος. Οι γονείς του πληροφορήθηκαν το τραγικό γεγονός
αρκετές ημέρες αργότερα, ενώ η αδελφή του έμαθε την είδηση μέσα από τις σελίδες
μιας εφημερίδας. Ο πόνος της απώλειας ήρθε ξαφνικά και αβάσταχτα, όπως συνέβη
σε πολλές κυπριακές οικογένειες εκείνο το καλοκαίρι.
Ο Χαράλαμπος τάφηκε στο
κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου στη Λεμεσό. Η μνήμη του όμως παρέμεινε δεμένη με
τη Χλώρακα, τον τόπο που τον γέννησε και τον μεγάλωσε.
Όσοι τον γνώρισαν τον
θυμούνται ως ένα παιδί πράο, χαμογελαστό και ευγενικό, έναν νέο γεμάτο ζωή και
όνειρα που δεν πρόλαβαν να πραγματοποιηθούν. Το όνομά του γράφτηκε ανάμεσα
στους ανθρώπους εκείνους που χάθηκαν σε μια από τις πιο τραγικές σελίδες της
κυπριακής ιστορίας.
ΑΝΔΡΕΑΣ
ΕΛΛΗΝΑΣ ΣΠΥΡΟΥ (1974, πεσών κατά το πραξικόπημα)
Ο Ανδρέας Έλληνας Σπύρου ήταν
ένας από εκείνους τους ανθρώπους που η μοίρα τους έδεσε με τη Χλώρακα, αν και
δεν γεννήθηκε εκεί. Η ζωή του όμως, η οικογένειά του και η τελευταία του
κατοικία συνδέθηκαν για πάντα με το χωριό.
Γεννήθηκε στη Χούλου το 1952.
Το 1969 νυμφεύθηκε την Ερασμία Ανδρέου από τη Χλώρακα και μαζί δημιούργησαν
οικογένεια, αποκτώντας μια κόρη. Εργαζόταν ως κουρέας, ένα επάγγελμα που τον
έφερνε καθημερινά κοντά στους ανθρώπους και στην κοινωνία.
Λίγους μήνες πριν από το
πραξικόπημα του 1974, εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στη Λεμεσό, όπου
προσλήφθηκε στο Εφεδρικό Σώμα της Αστυνομίας. Ήταν μια περίοδος δύσκολη και
ταραγμένη, κατά την οποία η πολιτική ένταση είχε φτάσει στο αποκορύφωμά της.
Τον Ιούλιο του 1974, λίγο
πριν από το πραξικόπημα, ο Ανδρέας μετέβη στον Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού. Κατά
την επιστροφή του, έπεσε σε ενέδρα ένοπλων μελών της ΕΟΚΑ Β΄ και δολοφονήθηκε.
Στην ίδια επίθεση τραυματίστηκαν και άλλα δύο άτομα.
Η σύζυγός του πληροφορήθηκε
το τραγικό γεγονός από το ραδιόφωνο. Ένα μήνυμα που μετέφερε μέσα σε λίγες
στιγμές τον πόνο και την απώλεια μιας ολόκληρης οικογένειας. Ο Ανδρέας άφησε
πίσω του μια σύζυγο, ένα μικρό παιδί και ανθρώπους που τον αγαπούσαν.
Η σορός του μεταφέρθηκε στη
Χλώρακα, όπου τάφηκε με τιμές ήρωα. Εκεί, στη γη που έγινε η δεύτερη πατρίδα
του, αναπαύεται ένας άνθρωπος που χάθηκε μέσα στη δίνη μιας εθνικής τραγωδίας.
Ο Ανδρέας Έλληνας Σπύρου
ήταν ένα από τα πρώτα θύματα του μαύρου καλοκαιριού του 1974. Η ζωή του
σταμάτησε βίαια, όμως η μνήμη του παρέμεινε ζωντανή στη Χλώρακα, ανάμεσα στους
ανθρώπους που κράτησαν το όνομά του ως παρακαταθήκη στις επόμενες γενιές.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΖΗΝΙΕΡΗΣ (1974, σκοτώθηκε στο πραξικόπημα)
Ο Δημήτρης Ζηνιέρης γεννήθηκε
στον Άγιο Δομέτιο στις 28 Οκτωβρίου 1936. Από νεαρή ηλικία έζησε τις μεγάλες
δοκιμασίες του τόπου και συμμετείχε στον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ
1955-1959, αγωνιζόμενος για την ελευθερία της Κύπρου. Για αρκετούς μήνες
παρέμεινε κρατούμενος στα κρατητήρια της Κοκκινοτριμιθιάς, όπως πολλοί άλλοι
αγωνιστές εκείνης της εποχής.
Το 1961 παντρεύτηκε τη Δέσποινα
Δημοσθένους από τη Χλώρακα. Μαζί δημιούργησαν οικογένεια και μέσα στα επόμενα
χρόνια απέκτησαν έξι παιδιά. Ήταν άνθρωπος εργατικός, φιλήσυχος και αγαπητός σε
όσους τον γνώριζαν. Εργαζόταν ως ηλεκτρολόγος και η ζωή του ήταν αφιερωμένη
στην οικογένεια και στην καθημερινή προσπάθεια για ένα καλύτερο αύριο.
Όμως το καλοκαίρι του 1974 έμελλε
να φέρει μια ακόμη τραγωδία στην Κύπρο. Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της 15ης
Ιουλίου, ο Δημήτρης Ζηνιέρης δεν έμεινε αμέτοχος. Ως άνθρωπος που πίστευε στη
Δημοκρατία, αποφάσισε να μεταβεί στη Λευκωσία, στην καρδιά των γεγονότων, για
να σταθεί απέναντι στην κατάλυση της νόμιμης τάξης.
Επιβιβάστηκε σε λεωφορείο μαζί με
άλλους πολίτες που είχαν τον ίδιο σκοπό: να υπερασπιστούν τη Δημοκρατία και τον
Πρόεδρο Μακάριο. Όμως η πορεία τους δεν έμελλε να φτάσει ποτέ στον προορισμό
της.
Στην περιοχή του Κολοσσίου, στη
Λεμεσό, οι πραξικοπηματίες είχαν στήσει ενέδρα. Τα πυρά τους έκοψαν το νήμα της
ζωής του Δημήτρη Ζηνιέρη, όπως και άλλων συνεπιβατών του λεωφορείου.
Ο θάνατός του άφησε πίσω μια
οικογένεια βυθισμένη στο πένθος. Η σύζυγός του και τα έξι παιδιά του στερήθηκαν
ξαφνικά τον άνθρωπό τους, ενώ η κηδεία του έγινε στη Λεμεσό χωρίς την παρουσία
των δικών του ανθρώπων, που δεν μπόρεσαν να αποχαιρετήσουν όπως άξιζε έναν
πατέρα και αγωνιστή.
Ο Δημήτρης Ζηνιέρης ανήκει σε
εκείνους τους ανθρώπους που η ιστορία τους δεν γράφτηκε με μεγάλα λόγια, αλλά
με πράξεις. Ένας απλός οικογενειάρχης, ένας εργαζόμενος άνθρωπος, που σε μια
κρίσιμη στιγμή της πατρίδας του επέλεξε να σταθεί εκεί όπου θεωρούσε πως ήταν το
χρέος του.
Η Χλώρακα τον θυμάται ως έναν από
τους ανθρώπους της που θυσιάστηκαν για τη Δημοκρατία. Η μνήμη του παραμένει
δεμένη με την ιστορία του τόπου, μαζί με όλους εκείνους που πλήρωσαν με τη ζωή
τους τις μαύρες ημέρες του 1974.
ΘΕΟΔΩΡΟΣ
ΠΕΤΡΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ (1974, σκοτώθηκε στο πραξικόπημα)
Ο Θεόδωρος Πέτρου Γεωργίου
γεννήθηκε στη Χλώρακα στις 20 Ιουλίου 1954. Οι συγγενείς και οι φίλοι του τον
φώναζαν με το χαϊδευτικό όνομα «Θεωρής». Ήταν ένα παιδί γεμάτο ζωντάνια, όνειρα
και ελπίδες για το μέλλον.
Το 1972 κατατάχθηκε στην Εθνική
Φρουρά και υπηρετούσε τη θητεία του, περιμένοντας σε λίγες μόνο ημέρες να πάρει
το απολυτήριό του. Η ημερομηνία της απόλυσής του ήταν η 20ή Ιουλίου 1974. Όμως
η μοίρα έγραψε διαφορετικά το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του.
Όταν ξέσπασε το πραξικόπημα της
15ης Ιουλίου 1974, ο Θεόδωρος βρισκόταν με άδεια. Μόλις πληροφορήθηκε τα
γεγονότα, δεν δίστασε ούτε στιγμή. Άφησε το σπίτι και τους δικούς του ανθρώπους
και έσπευσε στη μονάδα του, γιατί πίστευε πως το καθήκον του τον καλούσε.
Εκεί έλαβε εντολή να επιβιβαστεί
σε στρατιωτικό φορτηγό μαζί με άλλους στρατιώτες, με προορισμό τον Αστυνομικό
Σταθμό, όπου θα ενώνονταν με τις δυνάμεις που παρέμεναν πιστές στη Δημοκρατία.
Καθώς το όχημα κινούνταν στους
δρόμους της Πάφου, κοντά στο Τουρκικό Γυμνάσιο, ένα τραγικό περιστατικό άλλαξε
για πάντα τη ζωή όλων. Ένας ανθυπολοχαγός που βρισκόταν μαζί τους πυροβόλησε
στον αέρα, γεγονός που προκάλεσε σύγχυση στους αστυνομικούς που είχαν στήσει
οδόφραγμα λίγο πιο κάτω. Νομίζοντας πως απέναντί τους βρίσκονταν
πραξικοπηματικές δυνάμεις, άνοιξαν πυρ εναντίον του στρατιωτικού οχήματος.
Μια σφαίρα χτύπησε τον νεαρό
Θεόδωρο. Το εικοσάχρονο παλικάρι μεταφέρθηκε στο χειρουργείο, όμως οι
προσπάθειες των γιατρών δεν μπόρεσαν να κρατήσουν στη ζωή έναν άνθρωπο που είχε
ακόμη τόσα όνειρα μπροστά του.
Λίγες ημέρες αργότερα θα γινόταν
η απόλυσή του από την Εθνική Φρουρά. Είχε ήδη σχεδιάσει το επόμενο βήμα της
ζωής του. Όλα ήταν έτοιμα για να ταξιδέψει στην Αγγλία, όπου θα συνέχιζε τις
σπουδές του στα Οικονομικά. Ήθελε να μορφωθεί, να γνωρίσει τον κόσμο και να
δημιουργήσει το δικό του μέλλον.
Όμως το όνειρο εκείνου του νέου
ανθρώπου σταμάτησε απότομα μέσα στη δίνη μιας μαύρης περιόδου για την Κύπρο. Η
ζωή του κόπηκε πριν προλάβει να ανθίσει, αφήνοντας πίσω μια οικογένεια και μια
κοινότητα να θρηνούν την απώλεια ενός παιδιού γεμάτου υποσχέσεις.
Ο Θεόδωρος Πέτρου Γεωργίου έμεινε στη μνήμη της Χλώρακας ως ένα από τα παιδιά της που χάθηκαν άδικα το καλοκαίρι του 1974. Ένα όνομα που θυμίζει πως πίσω από τα γεγονότα της ιστορίας υπήρχαν άνθρωποι με πρόσωπο, όνειρα, οικογένειες και μια ζωή που δεν πρόλαβε να ολοκληρωθεί/
ΗΘΗ ΚΑΙ
ΕΘΙΜΑ
Μέχρι σήμερα διατηρούνται στον τόπο μας ήθη και έθιμα που
έρχονται από τα βάθη του χρόνου και πέρασαν από γενιά σε γενιά. Είναι έθιμα
δεμένα με τη θρησκεία, τις παραδόσεις και τον τρόπο ζωής των ανθρώπων μιας
άλλης εποχής. Μέσα από αυτά διακρίνεται ολόκληρος ο κόσμος των προγόνων μας: οι
χαρές και οι λύπες τους, οι φόβοι και οι ελπίδες τους, η πίστη τους, αλλά και ο
τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζαν τα μεγάλα γεγονότα της ζωής.
Γέννηση, βάπτιση, γάμος και θάνατος ήταν σταθμοί που δεν
αφορούσαν μόνο την οικογένεια, αλλά ολόκληρη την κοινότητα. Γύρω από αυτούς
δημιουργήθηκαν τελετουργίες, συνήθειες και δοξασίες, πολλές από τις οποίες
έμειναν ζωντανές για αιώνες.
ΝΕΚΡΙΚΑ ΕΘΙΜΑ
Μερικές πληροφορίες προέρχονται από το βιβλίο «Κυπριακή
Λαογραφία» του Ξενοφώντα Π. Φαρμακίδη.
Ο θάνατος είναι η μεγάλη αλήθεια της ζωής. Ο άνθρωπος
στάθηκε πάντοτε μπροστά του με δέος και φόβο, αναζητώντας μέσα στην πίστη και
στην παράδοση μια απάντηση στο μεγάλο άγνωστο.
Από τα πανάρχαια χρόνια ο άνθρωπος πίστεψε στην ύπαρξη της
ψυχής, την οποία θεωρούσε άυλη και αθάνατη. Η ίδια η λέξη «ψυχή» συνδέεται
ετυμολογικά με το ρήμα «ψύχω», που σημαίνει πνέω, αναπνέω. Η αναπνοή θεωρήθηκε
από παλιά σημάδι της ζωής και, όταν αυτή σταματούσε, πίστευαν πως η ψυχή
εγκατέλειπε το σώμα.
Η λέξη «θάνατος» δηλώνει την παύση της ζωής και της
λειτουργίας του οργανισμού. Μπροστά σε αυτό το αναπόφευκτο τέλος, οι άνθρωποι,
αγαπώντας τη ζωή και φοβούμενοι τον θάνατο, δημιούργησαν μέσα στους αιώνες
τελετές και έθιμα που θα τους βοηθούσαν να αποχαιρετήσουν τον νεκρό και να
παρηγορήσουν τους ζωντανούς.
Με τη λέξη «κηδεία» εννοούμε το σύνολο των φροντίδων και των
τελετών που γίνονται μετά τον θάνατο. Ετυμολογικά προέρχεται από το ρήμα
«κήδομαι», που σημαίνει φροντίζω και επιμελούμαι.
Η κηδεία αποτελεί, ουσιαστικά, μια τελευταία πράξη αγάπης
των ζωντανών προς τον εκλιπόντα. Οι χριστιανοί, πιστεύοντας στην ανάσταση των
νεκρών, φροντίζουν το σώμα με ιδιαίτερη ευλάβεια. Τον λούζουν, τον
περιποιούνται, τον ντύνουν με τα καλά του ρούχα και τον τοποθετούν στο φέρετρο
για να δεχθεί, πριν από την ταφή, τον τελευταίο ασπασμό των συγγενών και φίλων.
Σύμφωνα με παλαιότερες αντιλήψεις και συνήθειες, ο νεκρός
παρέμενε άταφος για κάποιο χρονικό διάστημα, ώστε να αποκλειστεί η πιθανότητα
νεκροφάνειας. Στον τάφο συνήθιζαν να φυτεύουν λουλούδια, πιστεύοντας πως
ομορφαίνουν τον τόπο της ταφής και αναπαύουν συμβολικά την ψυχή του νεκρού.
Μετά τον θάνατο τελούνταν μνημόσυνα για τη μνήμη του. Στα
μνημόσυνα προσφέρονταν κόλλυβα, τα οποία μοιράζονταν στους παρευρισκομένους. Η
παράδοση των κολλύβων είναι πανάρχαια και συνδέθηκε με την ελεημοσύνη και τη
μνήμη των νεκρών.
Κατά την παράδοση, ο θάνατος ερχόταν αόρατος από τη στέγη
του σπιτιού. Πίστευαν πως ήταν οι δύο Αρχάγγελοι, ο Μιχαήλ και ο Γαβριήλ. Ο
ένας κρατούσε σπαθί για να πάρει την ψυχή του ανθρώπου και ο άλλος κρίνο, τον
οποίο έφερνε κοντά στον ετοιμοθάνατο για να απαλύνει, όπως έλεγαν, τον πόνο της
τελευταίας στιγμής.
Μετά τον θάνατο έπλεναν ή έκαιγαν τα ρούχα που φορούσε ο
νεκρός, επειδή πίστευαν πως ήταν γεμάτα από το αίμα της «σφαγής» που συμβόλιζε
τον θάνατο.
Έλεγαν ακόμη πως για τρεις ημέρες η ψυχή του νεκρού
περιπλανιόταν μέσα στο σπίτι και παρακολουθούσε τους δικούς του ανθρώπους χωρίς
να γίνεται αντιληπτή. Στη συνέχεια, για σαράντα ημέρες, επισκεπτόταν τα μέρη
στα οποία είχε περπατήσει ο αποθανών κατά τη διάρκεια της ζωής του.
Στις τρεις ημέρες τελούνταν τα τρίτα, στις εννέα τα
εννιάμερα και στις σαράντα ημέρες το σαρανταλείτουργο, ενώ προσφέρονταν κόλλυβα
και συγχωρούσαν τον νεκρό.
Όταν κάποιος χαροπάλευε για πολλές ημέρες και η ψυχή του,
όπως πίστευαν, δεν μπορούσε να αποχωριστεί το σώμα, θεωρούσαν πως ήταν
«κριματισμένος». Αν είχε κάποια μεγάλη έχθρα με άλλον άνθρωπο, έστελναν να τον
καλέσουν για να συμφιλιωθούν και να συγχωρεθούν. Πίστευαν πως, μετά τη συμφιλίωση,
ο ετοιμοθάνατος θα μπορούσε να φύγει ήσυχος.
Τους ετοιμοθάνατους τούς κοινωνούσαν, ώστε να φύγουν από τη
ζωή ως καλοί χριστιανοί. Υπήρχαν όμως και άνθρωποι που φοβούνταν να
κοινωνήσουν, επειδή πίστευαν πως η Θεία Κοινωνία ήταν σημάδι ότι ο θάνατός τους
πλησίαζε.
Πολλές φορές, όταν την ημέρα του θανάτου κάποιου συνέβαινε
μεγάλη κακοκαιρία ή θεομηνία, οι άνθρωποι συνέδεαν τα δύο γεγονότα και
θεωρούσαν τον νεκρό πολύ «κριματισμένο».
Αν κατά τη μεταφορά του λειψάνου προς το νεκροταφείο έπεφτε
πάνω του βροχή, πίστευαν πως σύντομα θα ακολουθούσε και άλλος θάνατος.
Οι γυναίκες πρόσεχαν να μην ακουμπήσουν τα μαλλιά τους στο
πρόσωπο του νεκρού, γιατί πίστευαν πως θα τους έπεφταν.
Αν κάποιος φτερνιζόταν μπροστά στον νεκρό, έλεγαν πως έπρεπε
να ξηλώσει μια ραφή από κάποιο ρούχο του, διαφορετικά θα πέθαινε.
Όταν έβγαζαν το λείψανο από το σπίτι, σε ορισμένα μέρη
πετούσαν από το παράθυρο διάφορα αντικείμενα, όπως πιάτα και ποτήρια,
συμβολίζοντας έτσι την απομάκρυνση του θανάτου από το σπίτι.
Η μάνα που έχανε το πρώτο της παιδί, σύμφωνα με παλαιότερη
δοξασία, δεν έπρεπε να ακολουθήσει την κηδεία στην εκκλησία, γιατί υπήρχε φόβος
μήπως χάσει και άλλο παιδί.
Όταν η κηδεία περνούσε από τις γειτονιές, οι άνθρωποι
έκλειναν τις πόρτες των σπιτιών τους, για να μην «μπει ο χάρος» μέσα.
Το σφάλωμα των αμμαθκιών
Όταν εκπνεύσει ο άνθρωπος, πρώτο μέλημα των παρισταμένων
ήταν να του κλείσουν τα μάτια. Σύμφωνα με την παράδοση, έτριβαν προηγουμένως
τους αντίχειρές τους στο χώμα και ύστερα έκλειναν με αυτούς τους οφθαλμούς του νεκρού.
Πίστευαν πως, αν δεν το έκαναν έτσι, τα μάτια δεν θα έκλειναν.
Η συνήθεια αυτή φαίνεται να συνδεόταν συμβολικά με τα λόγια:
«Γη εί και εις γην επελεύσει».
Η αγωνία του ετοιμοθάνατου
Πολλές φορές, σύμφωνα με τις παλιές δοξασίες, ο
ετοιμοθάνατος δεν ξεψυχούσε εύκολα. Βασανιζόταν και αγωνιούσε, ενώ όλοι γύρω
του περίμεναν το τέλος. Πίστευαν πως αυτό συνέβαινε επειδή ο ψυχορραγών είχε
διαπράξει κάποιο μεγάλο αμάρτημα.
Για να επισπεύσουν τον θάνατό του, υπήρχε η παράξενη
συνήθεια να τοποθετούν στον λαιμό του το αντικείμενο με το οποίο, όπως
πίστευαν, είχε αμαρτήσει. Αν, για παράδειγμα, ήταν ζυγιστής και ξεγελούσε τους
πελάτες στο ζύγισμα, του έβαζαν το καντάρι στον λαιμό. Αν ήταν υφασματοπώλης
και έκλεβε στο μέτρημα, του έβαζαν τον πήχη.
Στην Πάφο υπήρχε επίσης η δοξασία πως έπαιρναν χώμα από τον
τάφο ανθρώπου που είχε αδικηθεί από τον ψυχορραγούντα, το ανακάτευαν με νερό
και πότιζαν με αυτό τον ετοιμοθάνατο. Πίστευαν πως έτσι η ψυχή του ησύχαζε και
ο άνθρωπος ξεψυχούσε.
Όταν ο ετοιμοθάνατος αναζητεί πεθαμένους
οικείους του
Κάποτε ο ετοιμοθάνατος ζητούσε επίμονα να δει κάποιο
αγαπημένο του πρόσωπο που είχε ήδη πεθάνει. Οι συγγενείς, για να τον
καθησυχάσουν, τοποθετούσαν στο στήθος του μικρά κλαδιά λεμονιάς και του έλεγαν
πως του τα έστελνε εκείνος που αναζητούσε.
Άλλοτε του έδιναν τρεις γουλιές χλιαρό νερό και του έλεγαν
πως τον πότιζε ο αγαπημένος του νεκρός, ο οποίος είχε επιστρέψει κοντά του.
Με αυτό τον τρόπο πίστευαν πως ο ετοιμοθάνατος ηρεμούσε και
έφευγε από τη ζωή γαλήνιος.
Η επιθυμία του ψυχορραγούντος
Πολλές φορές οι ετοιμοθάνατοι ζητούσαν επίμονα κάποιο
φαγητό, το οποίο όμως, εξαιτίας της κατάστασής τους, δεν μπορούσαν να φάνε. Αν
επέμεναν μέχρι την τελευταία τους πνοή, οι συγγενείς, μετά τον θάνατό τους,
τοποθετούσαν στα σταυρωμένα χέρια τους το φαγητό που είχαν επιθυμήσει.
Ο λαογράφος Ξενοφών Π. Φαρμακίδης μαρτυρεί πως το 1882 η
δεκαεπτάχρονη αδελφή του Ευλαλία, ενώ βρισκόταν ετοιμοθάνατη στο κρεβάτι της,
ζητούσε επίμονα δαμάσκηνα που έβλεπε από το παράθυρο, στην απέναντι αυλή. Όταν
πέθανε, οι γονείς της τοποθέτησαν στα σταυρωμένα χέρια της ένα κλαδί φορτωμένο
με δαμάσκηνα.
Το καντήλι του νεκρού
Όταν πέθαινε ο άρρωστος, οι συγγενείς τον τοποθετούσαν πάνω
σε μακρύ τραπέζι, με το κεφάλι στραμμένο προς την ανατολή. Τον ευπρέπιζαν και
τον τύλιγαν με τα σάβανα.
Από την κλίνη στην οποία είχε ξεψυχήσει σήκωναν το κρεβάτι
και, στη θέση της κεφαλής, τοποθετούσαν αναμμένο καντήλι και ένα πιάτο γεμάτο
νερό. Πάνω στο πιάτο έβαζαν δύο μικρά ξυλαράκια σε σχήμα σταυρού και πάνω τους
έναν άρτο.
Τα άφηναν εκεί για τρεις ημέρες, πιστεύοντας πως η ψυχή του
νεκρού ερχόταν να νιφτεί, ώστε να παρουσιαστεί καθαρή ενώπιον του Θεού, αλλά
και για να επισκεφθεί για τελευταία φορά τα μέρη του σπιτιού του.
Μετά τις τρεις ημέρες ο άρτος δινόταν ως ελεημοσύνη στο
όνομα του νεκρού.
Σε ορισμένους τόπους, μετά τον θάνατο, τοποθετούσαν κάτω από
την κλίνη ένα πιάτο με άρτο και ένα αναμμένο καντήλι, τα οποία άφηναν για
σαράντα ημέρες. Την τεσσαρακοστή ημέρα ο άρτος δινόταν στον πρώτο φτωχό που θα
συναντούσαν. Υπήρχε μάλιστα η δοξασία πως ο άρτος αυτός δεν μουχλιάζει.
Ο νεκρός και η βλασφημία
Όσο ο νεκρός παρέμενε άταφος, θεωρούνταν κακό σημάδι να
διαπληκτίζονται ή να μαλώνουν μέσα στο σπίτι. Ακόμη χειρότερα θεωρούνταν η
βλασφημία, επειδή πίστευαν πως αποτελούσε επίκληση του διαβόλου και μπορούσε να
προκαλέσει το «στοίσιωμαν» του νεκρού.
Το κρεβάτι και τα ενδύματα του
νεκρού
Σε ορισμένα μέρη τύλιγαν το κρεβάτι του νεκρού και
τοποθετούσαν πάνω του ένα πιάτο γεμάτο λάδι από το Ευχέλαιο, με ένα φυτίλι
αναμμένο.
Μετά από σαράντα ημέρες έβγαζαν το κρεβάτι στην αυλή και
τοποθετούσαν πάνω του τα ρούχα που φορούσε ο νεκρός την ώρα που ξεψυχούσε. Τα
ράντιζαν με νερό και ύστερα τα έπλεναν και τα έδιναν στον πρώτο φτωχό που
συναντούσαν ή σε κάποιον φτωχό που γνώριζαν.
Σε άλλους τόπους το τυλιγμένο κρεβάτι, μαζί με τα ρούχα του
νεκρού, τοποθετούνταν σε μια παράμερη γωνιά του σπιτιού και ραντιζόταν
καθημερινά με νερό για σαράντα ημέρες.
Άλλοι, για τον φόβο της μετάδοσης μικροβίων ή ασθενειών,
έκαιγαν το κρεβάτι και τα ρούχα.
Το πόσιμον ύδωρ
Μετά τον θάνατο του ανθρώπου, οι νοικοκυραίοι άδειαζαν όλα
τα πόσιμα νερά από τα δοχεία του σπιτιού. Πίστευαν πως ο Χάρος είχε πλύνει μέσα
σε αυτά τη ρομφαία του, το σπαθί με το οποίο είχε αφαιρέσει τη ζωή του νεκρού.
Σε ορισμένους τόπους δεν άδειαζαν μόνο τα νερά του σπιτιού
του νεκρού, αλλά και ολόκληρης της κοινότητας, αντικαθιστώντας τα με φρέσκο
νερό.
Η κηδεία
Η κηδεία ήταν το σύνολο των φροντίδων και των τελετών που
ακολουθούσαν τον θάνατο.
Μετά την ταφή τελούνταν τα τριήμερα και τα εννιάμερα, ενώ
ακολουθούσαν μνημόσυνα στις σαράντα ημέρες, στους τρεις, έξι και εννέα μήνες
και στον χρόνο. Στη συνέχεια γινόταν μνημόσυνο κάθε χρόνο, κατά την επέτειο του
θανάτου.
Οι συγγενείς πενθούσαν για σαράντα ημέρες. Οι γυναίκες
φορούσαν μαύρα ρούχα, ενώ οι άντρες έμεναν αξύριστοι και φορούσαν μαύρο
περιβραχιόνιο.
Όταν περνούσε κηδεία από τον δρόμο, οι νοικοκυραίοι έκλειναν
τις πόρτες των σπιτιών και των καταστημάτων τους και έριχναν νερό στο κατώφλι,
πιστεύοντας πως έτσι ανακουφιζόταν η ψυχή του νεκρού.
Όταν επέστρεφαν στα σπίτια τους μετά την κηδεία, έπλεναν τα
χέρια τους έξω από την πόρτα, πιστεύοντας πως έτσι έδιωχναν τον θάνατο από την
οικία.
Κατά την κηδεία συνήθιζε να προπορεύεται κάποιος κρατώντας
αγγείο γεμάτο νερό και να ακολουθεί άλλος με πιάτο γεμάτο λάδι. Αν κάποιος
συναντούσε την πομπή από την αντίθετη κατεύθυνση, πίστευαν πως έπρεπε να
λοξοδρομήσει, γιατί αν συναντιόταν μαζί τους θα πέθαινε μέσα στις επόμενες
σαράντα ημέρες.
Παρηορκά
Μετά την ταφή, πάνω στον τάφο, οι συγγενείς προσέφεραν
οινοπνευματώδες ποτό μαζί με πρόχειρο φαγητό, συνήθως χαλούμι, ελιές και ψωμί.
Το έθιμο αυτό, που είχε σκοπό να παρηγορήσει τους συγγενείς και τους φίλους, σε
διάφορες περιοχές της Ελλάδας είναι γνωστό ως «μακαριά» ή «μακαρκά».
Καθαριότης
Μετά την έξοδο του νεκρού από το σπίτι, το σπίτι σκουπιζόταν
ολόκληρο, αρχίζοντας από την κύρια είσοδο και προχωρώντας προς το εσωτερικό.
Πίστευαν πως έτσι κανένας άλλος από όσους έμεναν εκεί δεν θα πέθαινε.
Το σημείο όπου είχε ξεψυχήσει ο νεκρός ραντιζόταν και
θυμιαζόταν.
Στο χωριό Ζώδια θεωρούνταν δυσοίωνο να ξεψυχήσει ο άρρωστος
πάνω στην κλίνη. Γι’ αυτό τον κατέβαζαν από το κρεβάτι και τον ξάπλωναν σε
στρωσίδι στο πάτωμα, ώστε να μην αφήσει την τελευταία του πνοή πάνω στην κλίνη.
Το σημείο όπου είχε στρωθεί και όπου είχε ξεψυχήσει ο
άνθρωπος σκουπιζόταν, ραντιζόταν και θυμιαζόταν για σαράντα ημέρες. Το ίδιο
έθιμο εφαρμοζόταν και σε τόπους έξω από την οικία όπου είχε συμβεί θάνατος,
όπως ύστερα από πτώση δέντρου ή γκρεμίσματος.
Ο νεκρός τη νύχτα
Σε παλαιότερες εποχές ο νεκρός δεν αφηνόταν ποτέ μόνος και
αφύλαχτος τη νύχτα. Κάποιος συγγενής ή άνθρωπος επί πληρωμή αγρυπνούσε και
φύλαγε το σώμα.
Ιδιαίτερος φόβος υπήρχε μήπως πλησιάσει γάτος το λείψανο,
γιατί πίστευαν πως ο νεκρός μπορούσε να «στοιχειώσει» ή να μετενσαρκωθεί.
ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΕΤΕ
ΜΟΥ ΔΕΣΠΟΙΝΟΥ
Οι Καλικάντζαροι
Οι καλικάντζαροι, σύμφωνα με την παράδοση, είχαν ανθρώπινη
μορφή, ήταν πετσί και κόκαλο και κακάσχημοι. Έβγαζαν άναρθρες κραυγές και
εμφανίζονταν τις σκοτεινές νύχτες, τρομάζοντας κυρίως τις γυναίκες και τα
παιδιά.
Έμπαιναν από τις καμινάδες των σπιτιών, έκλεβαν και
μαγάριζαν ό,τι έβρισκαν. Ήταν φοβιτσιάρηδες και γι’ αυτό, έλεγαν, επιτίθενταν
όλοι μαζί.
Μπορούσαν ακόμη να μεταμορφώνονται και να ξεγελούν τους
ανθρώπους.
Μια φορά, σύμφωνα με την παλιά ιστορία, ένας καλικάντζαρος
πήρε ανθρώπινη μορφή, χτύπησε την πόρτα ενός χωρικού και του ζήτησε επίμονα να
του δώσει κάτι να φάει. Ο χωρικός όμως κατάλαβε πως δεν ήταν άνθρωπος, τον
άρπαξε και τον έκανε τουλούμι στο ξύλο.
Ο καλικάντζαρος, θέλοντας να εκδικηθεί, τον ρώτησε πώς τον
έλεγαν, ώστε να επιστρέψει αργότερα με τους άλλους και να τον τιμωρήσουν. Ο
πονηρός χωρικός όμως απάντησε πως τον έλεγαν «Κανέναν».
Πήγε τότε ο καλικάντζαρος και βρήκε τους συντρόφους του.
— Με έδειρε ο Κανένας! τους είπε. Πρέπει να πάμε όλοι μαζί
να πάρουμε εκδίκηση.
Οι άλλοι γέλασαν μαζί του, νομίζοντας πως είχε πιει κρασί
και είχε μεθύσει. Εκείνος όμως επέμενε τόσο πολύ, που τελικά τους νευρίασε. Για
να ησυχάσουν, τον έδεσαν σε μια μεγάλη τρεμιθιά, έξω από το εκκλησάκι του
Μιχαήλ Αρχαγγέλου.
Όταν πέρασαν τα Φώτα και έφυγαν οι καλικάντζαροι, δυστυχώς
ξέχασαν τον σύντροφό τους δεμένο πάνω στη μεγάλη τρεμιθιά.
Και έτσι, σύμφωνα με την παράδοση, έμεινε εκεί δεμένος για
αιώνες. Τον περιπαίζουν τα μικρά παιδιά και τον παίρνουν οι νοικοκυρές για να
τους κάνει τις δουλειές.
Οι ελιές
Σύμφωνα με παλιές λαϊκές αντιλήψεις, οι άνθρωποι που είχαν
πολλές ελιές στο σώμα τους θεωρούνταν πως είχαν γερά κόκαλα, εύρωστους μυς και
λιγότερες ρυτίδες.
Πίστευαν ακόμη πως όσο περισσότερες ελιές είχε κάποιος από
μικρή ηλικία, τόσο μεγαλύτερη προκοπή και πλούτη θα αποκτούσε όταν μεγάλωνε.
ΚΑΤΑ ΤΗ
ΓΕΝΝΗΣΗ
Αν ο τοκετός αργούσε, οι άνθρωποι άνοιγαν όσα έπιπλα του
σπιτιού είχαν κλειδαριές, όπως συρτάρια και αρμαρόλλες, πιστεύοντας πως, όπως
άνοιγαν αυτά, έτσι θα άνοιγε και η μήτρα και θα γεννιόταν το παιδί.
Αν η γέννα καθυστερούσε περισσότερο από το κανονικό,
πίστευαν πως κάποιος είχε ματιάσει ή καταραστεί την ετοιμόγεννη. Έπρεπε τότε να
βρουν το πρόσωπο που θεωρούσαν υπεύθυνο και να το παρακαλέσουν να πλύνει τα
χέρια του. Με το απόπλυμα των χεριών του πότιζαν την ετοιμόγεννη, πιστεύοντας
πως έτσι θα λυνόταν το κακό.
Για τον τοκετό καλούσαν τη μαμή, η οποία έβαζε την
ετοιμόγεννη να καθίσει σε ειδική καρέκλα και τη βοηθούσε να γεννήσει.
Το μωρό το έπλενε με χλιαρό νερό, μέσα στο οποίο έριχνε
κρασί, ζάχαρη και αλάτι. Ύστερα το τύλιγε με ύφασμα από ρούχο του πατέρα του,
ώστε, όπως πίστευαν, όταν μεγαλώσει να του μοιάσει.
Έδενε σφιχτά τον ομφάλιο λώρο με μεταξωτή κλωστή, τον έκοβε
με ψαλίδι και τον καυτηρίαζε με τη φλόγα ενός κεριού.
Το υπόλοιπο του ομφάλιου λώρου το έθαβαν, για να μην το φάει
γάτος ή σκύλος, επειδή πίστευαν πως, αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, το παιδί όταν
μεγάλωνε θα γινόταν κακός άνθρωπος.
Τις τρεις πρώτες ημέρες η λεχώνα έπρεπε να έχει πάντοτε
κάποιον κοντά της, γιατί υπήρχε ο φόβος μήπως την επισκεφθεί «ο έξω από δω». Το
μωρό, όσο παρέμενε αβάπτιστο, έπρεπε επίσης να βρίσκεται συνεχώς κοντά στη
μητέρα του, για να μην το αλλάξουν οι ανεράδες με άλλο μωρό.
ΒΑΠΤΙΣΗ
Η βάπτιση γινόταν συνήθως μετά τις σαράντα ημέρες από τη
γέννηση και πάντως μέσα στον πρώτο χρόνο.
Το όνομα του παιδιού ήταν συνήθως το όνομα του παππού ή της
γιαγιάς. Εξαιτίας όμως αυτής της παράδοσης δημιουργούνταν συχνά κακοφανίσματα
και ομηρικοί καβγάδες ανάμεσα στις οικογένειες. Γι’ αυτό πολλοί γονείς επέλεγαν
ένα άλλο όνομα, ώστε να μη δυσαρεστηθεί κανένας.
Τα παλιά χρόνια συνήθιζαν να βαπτίζουν τα παιδιά το Σάββατο,
ώστε την επόμενη ημέρα, Κυριακή, να τα μεταλάβουν.
Μετά το μυστήριο, ο τατάς κρατούσε το μωρό στην αγκαλιά και,
ακολουθούμενος από τον ιερέα, τους γονείς και όσους είχαν παρευρεθεί στη
βάπτιση, κατευθυνόταν εν πομπή προς το σπίτι των γονέων.
Η μητέρα στεκόταν μέσα στη θύρα και, αφού έκανε τρεις
μετάνοιες, παραλάμβανε το μωρό από τον τατά, ο οποίος στεκόταν στο κατώφλι.
Ύστερα ασπαζόταν το χέρι του ιερέα και του αναδόχου και όλοι εισέρχονταν στο
σπίτι, όπου ακολουθούσε γλέντι.
Ο ΓΑΜΟΣ
Παλιά οι σχέσεις ανάμεσα στους νέους και τις νέες ήταν
αυστηρά περιορισμένες. Ακόμη και μια απλή συνομιλία μπορούσε να θεωρηθεί
ανάρμοστη. Γι’ αυτό τα παντρολογήματα γίνονταν συνήθως με συνοικέσια.
Τα προξενιά τα αναλάμβανε ένας προξενητής ή κάποιο συγγενικό
πρόσωπο, το οποίο μιλούσε στους γονείς της κοπέλας. Τις περισσότερες φορές η
γνώμη της ίδιας της κοπέλας είχε μικρή σημασία.
Οι γονείς συνήθιζαν να παντρεύουν τα παιδιά τους σε νεαρή
ηλικία. Αν μια κοπέλα περνούσε τα είκοσι δύο με είκοσι πέντε χρόνια, μπορούσε
να θεωρηθεί «γεροντοκόρη», ενώ ένας νέος που περνούσε τα τριάντα λογαριαζόταν
ως «γεροντοπαλίκαρο».
Στην ύπαιθρο οι νέοι παντρεύονταν νωρίς. Ο γάμος ήταν ο
φυσικός δρόμος για τη δημιουργία οικογένειας και παιδιών, τα οποία αποτελούσαν
ταυτόχρονα χαρά για τους γονείς αλλά και απαραίτητα εργατικά χέρια στις
γεωργικές εργασίες.
Στα χωριά, πέρα από το καφενείο όπου οι άντρες πήγαιναν
νωρίς το πρωί για να μάθουν τα νέα πριν φύγουν για τα χωράφια, υπήρχαν
ελάχιστες μορφές ψυχαγωγίας. Τηλεόραση δεν υπήρχε και ραδιόφωνο άκουγαν κυρίως
στα καφενεία. Τα βράδια, αφού δεν υπήρχαν πολλές άλλες ασχολίες, οι άνθρωποι
έπεφταν νωρίς για ύπνο.
Έτσι δημιουργούνταν μεγάλες οικογένειες. Οι πατεράδες
χαίρονταν που είχαν πολλά παιδιά και πολλά εργατικά χέρια, ενώ οι μανάδες
πλήρωναν το μεγαλύτερο τίμημα, καθώς κάθε γέννα ήταν μια δύσκολη δοκιμασία και
το ανάγιωμα των παιδιών απαιτούσε αμέτρητους κόπους.
Πρώτα γίνονταν τα λογιάσματα, δηλαδή δινόταν ο λόγος για τον
γάμο. Έπειτα συντασσόταν το προικοσύμφωνο, στο οποίο καταγράφονταν όσα θα έδινε
η οικογένεια της νύφης ως προίκα.
Συνήθως η προίκα περιλάμβανε χωράφια, ζώα και, πολλές φορές,
ολόκληρη οικία. Για την ανέγερση του σπιτιού βοηθούσαν όλα τα αδέλφια της
νύφης.
Ακολουθούσαν τα αρραβωνιάσματα, όπου αντάλλασσαν δαχτυλίδια
και ακολουθούσε γλέντι.
Ο γάμος διαρκούσε τρεις ημέρες, από το Σάββατο μέχρι τη
Δευτέρα.
ΤΡΙΗΜΕΡΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟΥ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟΥ
ΓΑΜΟΥ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ
Το κάλεσμα
Περίπου έναν μήνα πριν από τα στεφανώματα άρχιζε το κάλεσμα,
το οποίο σταματούσε μία εβδομάδα πριν από τον γάμο.
Οι χωριανοί λάμβαναν ως κάλεσμα ένα κερί, το οποίο διένειμε
από σπίτι σε σπίτι, έναντι αμοιβής, κάποια χωριανή.
Τους στενούς συγγενείς, όπως τον τατά και τη νούννα, τους
καλούσαν αυτοπροσώπως οι μελλόνυμφοι, προσφέροντάς τους μια ζεστή κουμουλιά
τυλιγμένη σε μαντηλιά.
Τα κανίσσια
Από την Παρασκευή πριν από τον γάμο οι συγγενείς έφερναν
κανίσσια, δηλαδή δώρα, ανάλογα με τις δυνατότητές τους. Έφερναν πετεινούς,
σιτάρι για το ρέσι, κάποτε γίδα ή αρνί και ό,τι άλλο χρειαζόταν για το μεγάλο
τσιμπούσι του γάμου.
Το Σάββατο
Το Σάββατο μαζεύονταν συγγενείς και φίλοι για να ετοιμάσουν
το ρέσι. Κουπάνιζαν το σιτάρι με τις φαούτες, ενώ οι χωριανοί μαζεύονταν γύρω
τους, παρακολουθούσαν και διασκέδαζαν με τους ήχους του λαουτάρη και του
βιολιστή.
Ακολούθως ανέμιζαν και έπλεναν το σιτάρι. Σε χαμηλή φωτιά,
μέσα στα χαρτσιά, τοποθετούσαν τα σφαγμένα κοτόπουλα, το κουπανισμένο σιτάρι
και νερό. Τα άφηναν να ψήνονται όλη τη νύχτα και μέχρι το απόγευμα της επόμενης
ημέρας, ανακατεύοντας και «λατσίζοντάς» τα συνεχώς.
Συνήθως έφτιαχναν τρία ή τέσσερα χαρτσιά, ανάλογα με το
μέγεθος του γάμου.
Το ίδιο Σάββατο σταύρωναν και στόλιζαν το κρεβάτι του
αντρογύνου. Πάνω στο κρεβάτι κυλούσαν ένα μικρό παιδί. Αν ήταν αγόρι, πίστευαν
πως το πρώτο παιδί του ζευγαριού θα ήταν αγόρι· αν ήταν κοριτσάκι, πίστευαν πως
θα γεννιόταν κορίτσι.
Οι συγγενείς πλούμιζαν το κρεβάτι και ύστερα, πρώτα οι
κουμπάροι και μετά οι κουμέρες, το σήκωναν ψηλά και χόρευαν τον χορό του
κρεβατιού.
Η Κυριακή του γάμου
Από νωρίς άρχιζε η ετοιμασία των φαγητών που θα προσφέρονταν
στους καλεσμένους. Κατά το μεσημέρι άρχιζε το στόλισμα της νύφης και το ξύρισμα
του γαμπρού.
Ακολουθούσαν το ζώσιμο, το κάπνισμα, οι ευχές και ο χορός
των ρούχων, ο καθένας στο σπίτι του, υπό τους ήχους του βιολιού και του λαούτου
και με τα τραγούδια του γάμου.
Πρώτος πήγαινε στην εκκλησία ο γαμπρός, συνοδευόμενος από
συγγενείς και φίλους. Εκεί περίμενε να παραλάβει τη νύφη, την οποία έφερνε ο
πατέρας της, μπράτσο με μπράτσο, επίσης μέσα σε συνοδεία συγγενών.
Αν ο γαμπρός ήταν ξενοχωρίτης, ερχόταν καβαλικεμένος σε
γαϊδούρι ή άλογο. Τον καιρό της Τουρκοκρατίας, όταν έφτανε στα όρια του χωριού,
έπρεπε να ξεπεζέψει και να συνεχίσει περπατώντας. Αν αρνιόταν, οι συγγενείς της
νύφης προσπαθούσαν να τον αναγκάσουν να κατέβει.
Αν δεν τα κατάφερναν, η νύφη έπρεπε, μετά τον γάμο, να τον
ακολουθήσει και να ζήσει στο δικό του χωριό. Αν όμως ο γαμπρός ξεκαβαλίκευε,
έμενε σώγαμπρος στο χωριό της νύφης.
Κατά τη διάρκεια του μυστηρίου, σε συγκεκριμένη στιγμή, ο
γαμπρός πατούσε συμβολικά το πόδι της νύφης, θέλοντας, σύμφωνα με την παλιά
αντίληψη, να της δείξει πως η γυναίκα έπρεπε να υπακούει και να φοβάται τον
άντρα.
Μετά την εκκλησία, στον δρόμο προς το σπίτι, οι γειτόνισσες
έβγαιναν στις πόρτες με καπνιστήρια και ράντιζαν το αντρόγυνο με ροδόσταγμα.
Πριν μπουν οι νεόνυμφοι στο σπίτι, η νύφη έπρεπε να σπάσει
ένα ρόδι πάνω στο ανώφλι της πόρτας, ενώ ο γαμπρός έσφαζε έναν πετεινό με μία
μαχαιριά. Τα έθιμα αυτά θεωρούνταν ευοίωνα για την ευτυχία και την καλοτυχία
του νέου ζευγαριού.
Ακολούθως στέκονταν στη σειρά για να δεχθούν τα συχαρίκια:
πρώτος ο κουμπάρος, ύστερα το αντρόγυνο, η πρώτη κουμέρα και στη συνέχεια οι
γονείς του γαμπρού και της νύφης.
Ο πατέρας της νύφης, ο οποίος συνήθως αναλάμβανε τα έξοδα
του γάμου, καλούσε έναν έναν τους καλεσμένους να περάσουν στα τραπέζια για το
φαγητό.
Οι καλεσμένοι έδιναν τα δώρα τους, κυρίως μακαρόνια και
κουζινικά σκεύη, ενώ οι συγγενείς χαιρετούσαν απλώς, περιμένοντας τη Δευτέρα,
όταν θα πλούμιζαν απλόχερα το ζευγάρι στον χορό του αντρογύνου.
Η Δευτέρα του γάμου
Τη Δευτέρα η νύφη φορούσε το «Δευτερκάτικο» φόρεμά της. Στον
χορό του αντρογύνου οι συγγενείς και οι φίλοι καρφίτσωναν πάνω στα ρούχα του
ζευγαριού λίρες και πεντόλιρα.
Μετά το τέλος του χορού οι χωριανοί συνέχιζαν τη διασκέδαση
με χορούς και τραγούδια, ενώ οι συγγενείς έστρωναν το δικό τους τσιμπούσι. Την
Κυριακή, άλλωστε, οι περισσότεροι δεν είχαν προλάβει να καθίσουν και να φάνε,
επειδή βοηθούσαν και σερβίριζαν τους καλεσμένους.
Ο αντίγαμος
Την επόμενη Κυριακή γινόταν ο αντίγαμος στο χωριό του
γαμπρού, για όσους χωριανούς του δεν είχαν μπορέσει να παραβρεθούν στον γάμο.
Έστρωναν τραπέζια με φαγητά, δέχονταν συχαρίκια και δώρα και
συνέχιζαν έτσι τη χαρά του γάμου.
ΤΟ ΣΦΑΞΙΜΟ
ΤΟΥ ΧΟΙΡΟΥ
Κάποτε σχεδόν κάθε σπίτι είχε το δικό του γουρούνι. Το
ανάγιωναν από τον Απρίλη και το έσφαζαν λίγο πριν από τα Χριστούγεννα. Η
διαδικασία δεν ήταν απλώς μια ανάγκη για την εξασφάλιση κρέατος για τον
χειμώνα· ήταν μια ολόκληρη οικογενειακή τελετουργία, στην οποία συμμετείχαν
συγγενείς, γείτονες και παιδιά.
Οι συγγενικές οικογένειες συνεννοούνταν μεταξύ τους και
καθόριζαν ποια ημέρα θα έσφαζε η καθεμιά το χοιρινό της, ώστε όλοι να μπορούν
να βοηθήσουν. Για τη σφαγή χρειάζονταν περίπου έξι άντρες.
Η διαδικασία άρχιζε συνήθως λίγες ημέρες πριν από τα
Χριστούγεννα και συνεχιζόταν μέχρι και την ημέρα των Χριστουγέννων.
Πρωί πρωί τα παιδιά γέμιζαν το χαρτζιού με νερό, που
βρισκόταν πάνω στη νηστειά, και άναβαν τη φωτιά, προσθέτοντας ξύλα μέχρι να
κοχλάσει το νερό. Το ζεστό νερό θα χρησίμευε αργότερα για το γδάρσιμο και το
καθάρισμα του χοίρου.
Όταν όλα ήταν έτοιμα, έσφαζαν το γουρούνι. Το έδεναν από τα
μπροστινά πόδια και, αφού το έριχναν κάτω, ο σφαγέας το έσφαζε με δίκοπο
μαχαίρι.
Ο σφαγέας έπρεπε να είναι έμπειρος τεχνίτης, ώστε να κάνει
σωστά τη σφαγή και να αδειάσει όσο το δυνατόν περισσότερο το αίμα. Δεν ήταν
όμως λίγες οι φορές που το χτύπημα δεν πετύχαινε με την πρώτη και η δύσκολη
διαδικασία παρατεινόταν.
Ο καρίτσαυλος ήταν ο πρώτος μεζές. Τον έδιναν στα παιδιά, τα
οποία τον έψηναν στα κάρβουνα.
Ύστερα έβαζαν το κτηνό πάνω στην τάβλα και άρχιζε η
επεξεργασία.
Πρώτα έβαζαν έναν κιτρομύλο στην έδρα του χοίρου για να μην
λερωθεί ο χώρος και, με κοφτερά μαχαίρια, τον καθάριζαν. Αφού αφαιρούνταν οι
τρίχες, έτριβαν το δέρμα με πουρόπετρες, για να καθαρίσει καλά.
Μετά αφαιρούσαν τα εντόσθια. Τη φούσκα την καθάριζαν, τη
φούσκωναν και την έδιναν στα παιδιά για να παίξουν μπάλα.
Ύστερα έκοβαν το συκώτι και το ψαρονέφρι και άρχιζε το κόψιμο
του λίπους. Το λίπος το έλιωναν στη φωτιά και το τοποθετούσαν σε δοχεία. Όταν
πάγωνε, διατηρούνταν για μεγάλο χρονικό διάστημα και χρησιμοποιούνταν ως λίπος
για το μαγείρεμα.
Τη ράχη του χοίρου, που ήταν πλούσια σε λίπος, την αλάτιζαν
με άφθονο αλάτι και την κρεμούσαν για να στεγνώσει. Ήταν το παστό λαρδί, που
αποτελούσε πρόχειρο και αγαπημένο φαγητό.
Η επεξεργασία συνεχιζόταν μέχρι να μπουν όλα σε τάξη:
καθάριζαν και έπλεναν τα έντερα για τα λουκάνικα, καθάριζαν το κεφάλι, τα πόδια
και την ουρά, για να γίνουν η πατσιά.
Αν κάποτε δεν προλάβαιναν να τεμαχίσουν όλο το γουρούνι και
έμενε το σφάγιο ατεμάχιστο κατά τη διάρκεια της νύχτας, κάρφωναν πάνω του ένα
πιρούνι. Πίστευαν πως έτσι θα φοβούνταν οι καλικάντζαροι και δεν θα το μάγευαν
ή θα το «μάγευαν» κατά τη διάρκεια της νύχτας.
ΘΕΟΦΑΝΕΙΑ
Δίπλα στο θέατρο της Χλώρακας βρίσκεται η παλιά Βρύση του
χωριού, συντηρημένη και σε πολύ καλή κατάσταση. Από τη βρύση έτρεχε παλαιότερα
τρεξιμιό νερό, το οποίο οι κάτοικοι χρησιμοποιούσαν τόσο για το πότισμα των
αγρών όσο και για πόσιμο.
Τα παλιά χρόνια, κατά την ημέρα των Θεοφανείων, οι άνθρωποι
διατηρούσαν ακόμη ζωντανές παλαιότερες δοξασίες για τις καλές νεράιδες και τις
κακές ανεράδες που, σύμφωνα με την παράδοση, κατοικούσαν στις πηγές και στις
βρύσες.
Για να καλοπιάσουν τις καλές δυνάμεις του νερού και να
προστατευτούν από τις κακές, προσέφεραν συμβολικά σπονδές, όπως βασιλόπιτες και
μελομακάρονα.
Γεροντότεροι κάτοικοι μαρτυρούν πως τα παλιά χρόνια, το πρωί
των Φώτων, μετά την εκκλησία, οι χωριανοί πήγαιναν στη Βρύση του χωριού για να
γεμίσουν τις στάμνες τους με καινούριο αγιασμένο νερό.
Προηγουμένως γινόταν δέηση από τον ιερέα, ο οποίος ευλογούσε
το νερό στο όνομα του Πατρός, του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Ύστερα ράντιζε
τους ανθρώπους στο κεφάλι με ένα κλωνί από δεντρολίβανο ή βασιλιτσιά.
Η παλιά Βρύση της Χλώρακας έμενε έτσι δεμένη όχι μόνο με την
καθημερινή ζωή του χωριού, αλλά και με την πίστη, τις δοξασίες και τον κύκλο
των μεγάλων θρησκευτικών γιορτών.
ΜΑΡΤΗΣ –
ΜΑΡΤΙΑ
Τον μήνα Μάρτη έβγαιναν τα «Μαρτούθκια», μικρά χνουδάτα
σκουληκάκια με όμορφα χρώματα. Έλεγαν πως, αν κάποιος τα πατούσε, θα έμενε
φαλακρός.
Για προστασία, τα παιδιά φορούσαν στον καρπό ένα βραχιόλι
φτιαγμένο από άσπρη και κόκκινη κλωστή, που ονομαζόταν «Μάρτης» ή «Μαρτιά».
Σύμφωνα με τη λαϊκή παράδοση, η Μαρτιά προστάτευε ακόμη το
πρόσωπο των παιδιών από τον πρώτο δυνατό ήλιο της άνοιξης, ώστε να μην καεί.
Τη Μαρτιά την έφτιαχναν την τελευταία ημέρα του Φλεβάρη και
την φορούσαν την πρώτη ημέρα του Μάρτη, πριν βγουν από το σπίτι.
ΚΑΘΑΡΑ ΔΕΥΤΕΡΑ
Με την Καθαρά Δευτέρα αρχίζει η Μεγάλη Σαρακοστή. Η ημέρα
ονομάστηκε έτσι επειδή οι χριστιανοί αρχίζουν τη νηστεία και απέχουν από
ορισμένες τροφές, επιδιώκοντας, σύμφωνα με την παράδοση, τον πνευματικό και
σωματικό καθαρμό.
Η νηστεία οδηγεί μέχρι το Πάσχα και συνδέεται συμβολικά με
τις σαράντα ημέρες νηστείας του Χριστού στην έρημο.
Το πέταγμα του χαρταετού είναι νεότερο έθιμο της ημέρας. Οι
κάτοικοι της Χλώρακας έβγαιναν παρέες στις παραλίες, έπαιρναν μαζί τους
νηστίσιμα φαγητά και περνούσαν τη μέρα με κέφι, τραγούδι και διασκέδαση.
ΛΑΜΠΡΗ
Τις ημέρες πριν από τη Λαμπρή, οι νοικοκυραίοι άσπριζαν με
ασβέστη τα σπίτια και τους πετρότοιχους. Οι νοικοκυρές ζύμωναν γαλακτοπούρεκα,
αναρήπιτες, παξιμάδια και φλαούνες, ενώ έβαφαν τα αυγά κόκκινα με λαζάρι, ένα είδος
άγριου φυτού του οποίου χρησιμοποιούσαν τις ρίζες.
Το Σάββατο του Λαζάρου τα παιδιά γύριζαν από σπίτι σε σπίτι
και έψαλλαν τον «Λάζαρο». Οι νοικοκυρές τα φιλοδωρούσαν με φρέσκα αυγά,
φλαούνες ή χρήματα.
Την Κυριακή των Βαΐων οι πιστοί έπαιρναν κλωνιά ελιάς στην
εκκλησία και τα κρατούσαν μέχρι την Πεντηκοστή. Τότε θεωρούνταν αγιασμένα και
χρησιμοποιούνταν για το κάπνισμα των σπιτιών, καθώς πίστευαν πως έδιωχναν κάθε
κακό και τη ζηλοφθονία.
Τη Μεγάλη Πέμπτη οι εικόνες του εικονοστασίου καλύπτονταν με
μαύρα υφάσματα, σε ένδειξη πένθους για τα Πάθη του Χριστού.
Τη Μεγάλη Παρασκευή, από το πρωί, οι νέες μάζευαν λουλούδια
από τις αυλές και τις φραχτές και στόλιζαν τον Επιτάφιο. Το βράδυ έψελναν τα
εγκώμια και ακολουθούσε η περιφορά του Επιταφίου στους δρόμους του χωριού.
Το Μεγάλο Σάββατο, το βράδυ, οι καμπάνες χτυπούσαν χαρμόσυνα
και καλούσαν τους κατοίκους στην εκκλησία για τη λειτουργία της Ανάστασης.
Κατά την αναστάσιμη λειτουργία, όταν ο ιερέας έψαλλε το
«Ανάστα ο Θεός», οι πιστοί χτυπούσαν τους σκάμνους και αφαιρούσαν τα μαύρα
υφάσματα από τις εικόνες.
Έξω, στην πλατεία της εκκλησίας, άναβαν αργά τη νύχτα τη
Λαμπρατζιά.
Τα μεσάνυχτα ο ιερέας έλεγε το «Δεύτε λάβετε φως εκ του
ανεσπέρου φωτός» και, από το κερί του παπά, από χέρι σε χέρι, άναβαν όλοι τα
κεριά τους και έψαλλαν τον καλό λόγο.
Μετά το «Χριστός Ανέστη», ο κόσμος ασπαζόταν και τσούγκριζε
τα κόκκινα αυγά, ανταλλάσσοντας ευχές.
Ύστερα οι οικογενειάρχες επέστρεφαν στα σπίτια τους, όπου
είχαν ετοιμάσει τη σούπα της Ανάστασης. Οι νεαροί, όμως, έμεναν γύρω από τη
Λαμπρατζιά, έψηναν κρέας πάνω στα κάρβουνα, τραγουδούσαν και διασκέδαζαν μέχρι
το πρωί.
Την Κυριακή του Πάσχα, στις δέκα το πρωί, γινόταν ο
Εσπερινός της Αγάπης. Μετά, οι οικογένειες επέστρεφαν στα σπίτια τους, έψηναν
τις σούβλες και συνέχιζαν το πασχαλινό γλέντι.
Το απόγευμα όλοι οι κάτοικοι συγκεντρώνονταν στην κεντρική
πλατεία της εκκλησίας. Εκεί γίνονταν παραδοσιακά παιχνίδια και αγωνίσματα, όπως
το ζίζιρο, οι σακουλοδρομίες, οι γαϊδουροδρομίες, οι αυγοδρομίες, το τράβηγμα
του σχοινιού και άλλα.
Τα παιχνίδια και τα γλέντια συνεχίζονταν και τις δύο
επόμενες ημέρες, τη Δευτέρα και την Τρίτη του Πάσχα.
Έτσι γιόρταζε παλιά η Χλώρακα τη Λαμπρή: με την εκκλησία, τη Λαμπρατζιά, τα κόκκινα αυγά, τη σούβλα, τα τραγούδια και τα παιχνίδια. Ήταν μια γιορτή που δεν περιοριζόταν σε μία μόνο οικογένεια. Ήταν γιορτή ολόκληρου του χωριού, μια μεγάλη ανάσα χαράς ύστερα από τις ημέρες της νηστείας και του πένθους.
ΤΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ ΤΩΝ ΠΡΩΤΙΝΩΝ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΣΧΑ
Το Πάσχα στη Χλώρακα δεν ήταν μόνο εκκλησία, φαγητό και οικογενειακές συγκεντρώσεις. Ήταν και παιχνίδι. Τα παιδιά και οι νέοι έβγαιναν στις αλάνες και στους δρόμους και έπαιζαν παιχνίδια που απαιτούσαν δύναμη, ταχύτητα, επιδεξιότητα και πονηριά.
Ήταν παιχνίδια απλά, χωρίς έξοδα και χωρίς έτοιμα παιχνίδια του εμπορίου. Ένα κομμάτι ξύλο, μερικές πέτρες, μια σακούλα ή μια παλιά μαντίλα μπορούσαν να γίνουν αφορμή για ώρες χαράς.
Λιγκρίν
Το λιγκρίν ήταν ένα μικρό κομμάτι βέργας που παιζόταν με μια μεγαλύτερη βέργα.
Πρώτα οι παίκτες καθόριζαν τη σειρά με την οποία θα έπαιζαν. Το λιγκρίν τοποθετούνταν οριζόντια πάνω στη «νησσιά», δηλαδή πάνω σε δύο μικρές πέτρες, ύψους περίπου δέκα εκατοστών.
Ο πρώτος παίκτης, κρατώντας μια μακριά βέργα, μήκους περίπου ενός μέτρου, ανασήκωνε το λιγκρίν και, καθώς αυτό βρισκόταν στον αέρα, το χτυπούσε δυνατά ώστε να εκσφενδονιστεί όσο πιο μακριά γινόταν.
Αν κάποιος άλλος παίκτης κατάφερνε να το πιάσει στον αέρα, έπαιρνε τη θέση του.
Αν το λιγκρίν έπεφτε μακριά, ένας από τους άλλους παίκτες έτρεχε να το πάρει και προσπαθούσε να το ρίξει προς τη νησσιά. Αν έπεφτε σε απόσταση μικρότερη από το μήκος της βέργας, ο παίκτης που το είχε χτυπήσει έχανε τη σειρά του.
Αν όμως το απέκρουε, συνέχιζε το παιχνίδι. Προσπαθούσε να το ανασηκώσει από το έδαφος και να το χτυπήσει ξανά όσο πιο μακριά μπορούσε.
Είχε δικαίωμα να το χτυπήσει τρεις φορές, φωνάζοντας κάθε φορά:
— Μάτσας!
— Δκυότσας!
— Τρίτσας!
Από τις τρεις προσπάθειες κρατούσε τη μεγαλύτερη απόσταση.
Στη συνέχεια έπαιζε ξανά από την αρχή, αυτή τη φορά έχοντας τη βέργα ανάμεσα στα σκέλια. Αν κέρδιζε και πάλι, συνέχιζε με διαφορετικό τρόπο, χτυπώντας το λιγκρίν με τη βέργα με τα πόδια, τσουλλοκαθιστά.
Όταν ολοκλήρωναν όλοι οι παίκτες, πρόσθεταν τις αποστάσεις που είχε συγκεντρώσει ο καθένας. Νικητής ήταν εκείνος που είχε τη μεγαλύτερη συνολική απόσταση.
Καττόμουγια
Στο καττόμουγια ένας παίκτης έδενε τα μάτια του με τη «μερέζα» της μάνας και προσπαθούσε να πιάσει κάποιον από τους υπόλοιπους.
Όταν κατάφερνε να πιάσει κάποιον, έπρεπε να τον αναγνωρίσει. Αν τον αναγνώριζε σωστά, ο άλλος έπαιρνε τη θέση του. Αν όχι, συνέχιζε ο ίδιος.
Ζίζυρος
Ένας από τους παίκτες, μετά από κλήρωση, στεκόταν με τη μία παλάμη ανοιχτή μπροστά στο πρόσωπό του, ώστε να μη βλέπει, και την άλλη πίσω στην ωμοπλάτη.
Ένας από τους άλλους τον «πατσάρκαζε» και όλοι μαζί έκαναν:
— Ζζζζζζζζ!
Την ίδια στιγμή σήκωναν ένα δάκτυλο στον αέρα.
Ο παίκτης έπρεπε να μαντέψει ποιος τον είχε χτυπήσει. Αν τον αναγνώριζε, άλλαζαν θέση. Αν όχι, συνέχιζε ο ίδιος.
Σκατούλιακα
Ο πορτάρης, δηλαδή ο φύλακας, έστηνε πέντε πλακουτσωτές πέτρες, τη μία πάνω στην άλλη.
Οι παίκτες, από καθορισμένη απόσταση, έριχναν με τη σειρά μια πέτρα, προσπαθώντας να ρίξουν τη μικρή σωρό.
Όταν κάποιος κατάφερνε να τις γκρεμίσει, ο φύλακας έπρεπε να ξαναστήσει γρήγορα τις πέτρες, ενώ ο παίκτης έτρεχε να πάρει την πέτρα που είχε ρίξει και να επιστρέψει πίσω στη γραμμή της αφετηρίας.
Νικητής ήταν εκείνος που κατάφερνε να ρίξει τις πέτρες με μία βολή, να πάρει ξανά την πέτρα του και να επιστρέψει πίσω από τη γραμμή χωρίς να προλάβει να τον αγγίξει ο φύλακας.
Σακκουλοδρομίες
Οι παίκτες έμπαιναν μέσα σε σακούλες, τις κρατούσαν με τα χέρια και, αναπηδώντας, προσπαθούσαν να διανύσουν μια προκαθορισμένη απόσταση.
Όποιος έφτανε πρώτος στο τέρμα κέρδιζε.
Διτσιήμιν
Το «διτσιήμιν» ήταν το παιχνίδι της παλληκαρκάς.
Ήταν μια πολύ βαριά πέτρα, τόσο μεγάλη ώστε να χωρά περίπου σε μια αντρική αγκαλιά. Οι δυνατοί νέοι του χωριού καλούνταν να την σηκώσουν, αποδεικνύοντας τη δύναμή τους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, αφού σήκωναν την πέτρα, έκαναν με αυτήν μερικά βήματα. Νικητής ήταν εκείνος που κατάφερνε να προχωρήσει περισσότερο.
Σε άλλες περιπτώσεις, ανάλογα με το βάρος της πέτρας, νικητής θεωρούνταν εκείνος που κατάφερνε να τη σηκώσει ψηλότερα.
Κάποιοι, θέλοντας να κάνουν επίδειξη της δύναμής τους, αφού σήκωναν το διτσιήμιν, το πετούσαν πίσω από τον ώμο τους.
Από αυτό το δύσκολο κατόρθωμα έμεινε και η παλιά φράση:
— Έσυρεν το του ώμου του.
Ποταμός
Οι παίκτες έμπαιναν στη σειρά, σε απόσταση περίπου δύο μέτρων ο ένας από τον άλλον, και σκύβοντας στερέωναν τα χέρια τους στα γόνατα.
Ο τελευταίος έτρεχε και πηδούσε πάνω από όλους με ανοιχτά τα σκέλη, ακουμπώντας τις ανοιχτές παλάμες του στην πλάτη τους για στήριγμα.
Όταν περνούσε όλους τους παίκτες, έσκυβε κι αυτός. Τότε σηκωνόταν ο επόμενος και επαναλάμβανε το ίδιο.
Το παιχνίδι ήταν απλό, αλλά όχι πάντοτε αθώο. Αν κάποιος παίκτης είχε «άχτι» κάποιον άλλον, αντί να ακουμπήσει την πλάτη του με ανοιχτές παλάμες, έκλεινε τα χέρια σε γροθιές, για να τον πονέσει.
Έτσι ήταν και τα παιχνίδια των παλιών. Είχαν γέλιο, ανταγωνισμό, πείραγμα, καμιά φορά και μικροκαβγάδες. Μα πάνω απ’ όλα είχαν κάτι που σήμερα σπανίζει: έβγαζαν τα παιδιά έξω, τα ένωναν μεταξύ τους και έκαναν ολόκληρο το χωριό μια μεγάλη παρέα.
ΠΡΩΤΙΝΕΣ ΣΥΝΤΑΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗ ΒΑΣΚΑΝΙΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ
Η βασκανία, το μάτιασμα και οι σχετικές δοξασίες κατείχαν σημαντική θέση στη λαϊκή παράδοση της Κύπρου. Οι άνθρωποι των παλαιότερων εποχών, όταν δεν μπορούσαν να εξηγήσουν μια ξαφνική αδιαθεσία, έναν πονοκέφαλο, έναν πυρετό ή μια ανεξήγητη αλλαγή στη συμπεριφορά κάποιου, συχνά την απέδιδαν στο μάτιασμα.
Στη χριστιανική παράδοση η βασκανία συνδέθηκε με την επέμβαση του πονηρού πνεύματος και αντιμετωπιζόταν με την προσευχή, τον σταυρό και τις εκκλησιαστικές ευχές.
Οι παλιές λαϊκές αντιλήψεις θεωρούσαν ότι το μάτιασμα μπορούσε να προκληθεί ακόμη και χωρίς πρόθεση, από έναν άνθρωπο που θαύμαζε την ομορφιά, την υγεία, την προκοπή ή τα χαρίσματα κάποιου άλλου. Γι’ αυτό και, όταν κάποιος επαινούσε υπερβολικά ένα παιδί ή κάτι όμορφο, συνήθιζαν να λένε:
— Φτου, φτου, να μη βασκαθείς!
Η βασκανία μπορούσε, σύμφωνα με τις δοξασίες, να προκληθεί και από τον φθόνο. Πίστευαν ακόμη πως ορισμένοι άνθρωποι είχαν πιο «δυνατό μάτι» από άλλους.
Όλα αυτά ανήκουν στον κόσμο των παλαιών λαϊκών πεποιθήσεων. Δεν αποτελούν αποδεδειγμένες ιατρικές πρακτικές.
Ελιξήριον του πυρετού
Στα παλιά χρόνια, όταν περιφέρονταν στην ύπαιθρο θίασοι με αρκούδες και έδιναν παραστάσεις στα πανηγύρια, ορισμένοι χωρικοί αγόραζαν τρίχες της αρκούδας, τις οποίες χρησιμοποιούσαν σε διάφορες λαϊκές πρακτικές.
Πίστευαν πως, αν κάποιος είχε πυρετό, μπορούσαν να κάψουν τις τρίχες πάνω σε κάρβουνα σε θυμιατήρι και να τον καπνίσουν. Πίστευαν ακόμη πως οι τρίχες μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ως φυλαχτό κατά της βασκανίας.
Σήμερα γνωρίζουμε ότι τέτοιες πρακτικές δεν αποτελούν θεραπεία και ότι ο καπνός από την καύση διαφόρων υλικών μπορεί να είναι βλαβερός.
«Φαίνει πάσι»
Μια άλλη παλιά λαϊκή πρακτική για τον πυρετό ήταν το κάπνισμα του ασθενούς με τρία αγιασμένα φύλλα ελιάς.
Τοποθετούσαν τα φύλλα ένα-ένα πάνω στα κάρβουνα του καπνιστηριού και έλεγαν διαδοχικά:
«Ζαβός, δραγός και δίδυμος».
«Ιησούς Χριστός νικά και όλα τα κακά σκορπά».
«Φως Χριστού φαίνει πάσι».
Στη συνέχεια κάπνιζαν συμβολικά τον ασθενή και, σύμφωνα με την παλιά δοξασία, χρησιμοποιούσαν την τέφρα διαλυμένη σε νερό.
Καταγράφουμε την πρακτική ως λαογραφικό τεκμήριο μιας άλλης εποχής και όχι ως θεραπευτική μέθοδο.
Σκάθθαροι και κάλλοι
Η πικροδάφνη, γνωστή στην Κύπρο και ως αροδάφνη ή ροδοδάφνη, είναι τοξικό φυτό. Οι παλαιότεροι όμως χρησιμοποιούσαν διάφορα φυτά και τελετουργίες ως λαϊκές θεραπείες.
Για τους σκάθθαρους και τους κάλλους πίστευαν ότι μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν φύλλο πικροδάφνης. Έκαναν πάνω του τρεις φορές το σημείο του σταυρού και έλεγαν:
«Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, Αμήν».
Ύστερα έσχιζαν το φύλλο γύρω από τον φλοιό του κλαδιού και έλεγαν:
«Έτσι το ίδιο να σσιειστεί τζι ο σκάθαρος».
Τέλος έθαβαν το φύλλο κάτω από μια πέτρα. Όταν αυτό άρχιζε να σαπίζει, πίστευαν πως μαζί του θα σάπιζε και ο σκάθαρος ή ο κάλλος.
Εάν οι σκάθθαροι ήταν περισσότεροι από ένας, επαναλάμβαναν τη διαδικασία με αντίστοιχο αριθμό φύλλων.
Η πικροδάφνη όμως είναι δηλητηριώδης και δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως θεραπευτικό μέσο ούτε να καίγεται, καθώς ο καπνός της μπορεί να είναι επικίνδυνος.
Φτέλλες
Οι βδέλλες, που στην κυπριακή ομιλία αναφέρονται ως «φτέλλες», είναι οργανισμοί που ζουν στο νερό και μπορούν να προσκολληθούν στο δέρμα ανθρώπων και ζώων.
Στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκαν και στην ιατρική για αφαιμάξεις. Στη λαϊκή παράδοση, όμως, απέκτησαν και άλλες χρήσεις.
Οι παλαιότεροι άνθρωποι πίστευαν πως μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ακόμη και για γυναίκες που δεν μπορούσαν να τεκνοποιήσουν.
Μάζευαν βδέλλες και τις τοποθετούσαν πάνω από τη νησσιά, όπου η φωτιά τις ξέραινε. Ύστερα τις κοπάνιζαν και διέλυαν τη σκόνη τους σε ζεστό νερό.
Το έδιναν στη γυναίκα να το πιει και, σύμφωνα με τη δοξασία, εκείνη έπρεπε να το καταπιεί βρόγχο-βρόγχο, λέγοντας κάθε φορά:
«Καθώς κολλούν οι αβτέλλες πάνω στον άνθρωπον, έτσι να κολληθεί μωρούιν πάνω πουν η μήτρα μου».
Οι παλιές αυτές πρακτικές δείχνουν πόσο βαθιά ριζωμένη ήταν η ανάγκη του ανθρώπου να εξηγήσει και να αντιμετωπίσει την αρρώστια, την ατυχία και τη δυσκολία της τεκνοποίησης με τα μέσα και τις γνώσεις που διέθετε.
Σήμερα τις αντιμετωπίζουμε ως λαογραφικές μαρτυρίες και όχι ως θεραπευτικές πρακτικές.
ΠΑΛΙΑ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΑ
Ο ΑΓΩΓΙΑΤΗΣ
Έως τη δεκαετία του 1970, τα αυτοκίνητα στη Χλώρακα ήσαν λιγοστά, ενώ κατά την προηγούμενη δεκαετία σχεδόν ανύπαρκτα. Οι άνθρωποι, όμως, είχαν πάντοτε ανάγκη να διεκπεραιώνουν τις βαριές εργασίες τους και να μεταφέρουν τα προϊόντα και τα υλικά τους. Για τον σκοπό αυτό χρησιμοποιούσαν κυρίως γαϊδούρια και μουλάρια. Έβαζαν πάνω στο ζώο τη συρίζα και μέσα σε αυτήν ό,τι ήθελαν να μεταφέρουν, ακόμη και σε μακρινές αποστάσεις.
Υπήρχαν, όμως, αρκετοί φτωχοί κάτοικοι που δεν διέθεταν δικό τους ζώο. Υπήρχαν ακόμη και εκείνοι που, για λόγους ευκολίας ή επειδή δεν μπορούσαν να κάνουν οι ίδιοι τη μεταφορά, προτιμούσαν να πληρώσουν κάποιον για να τους κάνει το αγώγι.
Ζούσε, λοιπόν, στη Χλώρακα ένας αγωγιάτης, δηλαδή ένας μεταφορέας, ο Γιαννουρής (Γιαννής) Παναγιώτου, ο οποίος είχε ως αποκλειστικό επάγγελμα τη μεταφορά φορτίων με το μικρό του γαϊδουράκι. Είχε διαλέξει επίτηδες ένα μικρόσωμο ζώο, ώστε να είναι χαμηλό και να μπορεί να το φορτώνει και να το ξεφορτώνει ευκολότερα, καθώς και ο ίδιος ήταν μικρός στο μπόι.
Με το γαϊδουράκι του κουβαλούσε οτιδήποτε του ανέθεταν. Από γεωργικά προϊόντα και κόπρι για τα χωράφια, μέχρι αμμοχάλικα και πέτρες για το κτίσιμο των σπιτιών. Μετέφερε ακόμη ειδικό ασπρόχωμα από την Καμήλα, περιοχή της Κισσόνεργας, το οποίο χρησιμοποιούσαν στις στέγες των σπιτιών για να μην στάζουν, καθώς και κανιά για την κατασκευή των στεγών και ψαθαρκές, που τις κρεμούσαν στα ταβάνια και πάνω στις οποίες τοποθετούσαν τα ψωμιά, ώστε να μην τα πειράζουν οι λίμπουροι.
Ήταν ένας μικροσκοπικός ανθρωπάκος, αλλά πολύ δραστήριος και δουλευτής, όσο λίγοι. Δεν αρνήθηκε ποτέ να κάνει ένα αγώγι, όσο δύσκολο και κοπιαστικό κι αν ήταν. Μέσα από στενά δρομάκια, χωράφια και κακοτράχαλα μονοπάτια, μετέφερε ό,τι εμπόρευμα του ανέθεταν.
Το αγώγι ήταν φτηνό και μόλις που έφτανε για να συντηρήσει την οικογένειά του. Εκείνος, όμως, είχε πείσμα να τους ζήσει όσο καλύτερα μπορούσε και γι’ αυτό δούλευε σκληρά, πολλές φορές δυσανάλογα με τις αντοχές και τις σωματικές του δυνάμεις. Συνέχισε να εργάζεται έτσι μέχρι το τέλος του βίου του.
ΧΑΣΑΠΗΣ – ΚΑΣΑΠΗΣ
(σφαγεύς, κρεοπώλης)
Τα παλιά χρόνια οι χασάπηδες ήσαν λιγοστοί, καθώς οι περισσότεροι νοικοκυραίοι ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία και είχαν τα δικά τους ζώα, τα οποία έσφαζαν και το κρέας τους το μοιράζονταν, με τη σειρά, μεταξύ τους.
Επειδή δεν υπήρχαν ψυγεία για τη συντήρηση του κρέατος, εκείνοι που έσφαζαν ζώα και ήθελαν να διαθέσουν το κρέας τους έκαναν πλανόδιο εμπόριο, ώστε να το πουλήσουν γρήγορα, μέσα στην ίδια ημέρα που είχε σφαχτεί το ζώο.
Αργότερα, όταν τα επαγγέλματα έγιναν περισσότερα και δεν είχαν όλες οι οικογένειες δικά τους ζώα, είτε επειδή δεν μπορούσαν είτε επειδή προτιμούσαν την ευκολία να αγοράζουν έτοιμο το κρέας, η δουλειά των χασάπηδων αυξήθηκε. Έτσι, άρχισαν να στήνουν πάγκους σε κλειστές αγορές και, αργότερα, να ανοίγουν τα δικά τους μαγαζιά.
Στη Χλώρακα, ένας από τους πρώτους ημιεπαγγελματίες χασάπηδες ήταν το Αντρεούι, ενώ αργότερα έγινε καθαρά επαγγελματίας ο γιος του, ο Χριστοφής.
Ο Χριστοφής ήταν άνθρωπος πολύ προσιτός. Τον θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια, όταν συναντιόμασταν καμιά φορά κάτω στη θάλασσα, στην Αλική, όπου πηγαίναμε για μπάνιο. Μιλούσαμε και συζητούσαμε και θυμάμαι πόσο μου άρεσε να τον ακούω να διηγείται διάφορα πράγματα. Τα έλεγε όμορφα και με τρόπο που με έκανε να τον παρακολουθώ με μεγάλη προσοχή.
Μου έλεγε πως ο πατέρας του, επειδή τα παλιά χρόνια δεν υπήρχαν ψυγεία, όταν του έμενε απούλητο κρέας, το έδενε με σχοινί και το κατέβαζε στο βάθος κάποιου βαθιού πηγαδιού, όπου υπήρχε σχετική δροσιά. Εκεί το άφηνε για να διατηρηθεί για λίγο περισσότερο.
Το ίδιο έκανε και ο Χριστοφής αργότερα, όταν είχε παραγγελία να σφάξει πολλά ζώα, ιδιαίτερα για κάποιον γάμο. Το μεγάλο ψυγείο που διέθετε γέμιζε και δεν χωρούσε όλο το κρέας. Έτσι, για όσα περισσεύαν, κατέφευγε κι εκείνος στην παλιά πρακτική που είχε μάθει από τον πατέρα του: τα κατέβαζε στο βάθος του πηγαδιού, εκεί όπου η δροσιά βοηθούσε να διατηρηθεί το κρέας.
Ο ΤΣΑΜΠΑΣΗΣ
Τζαμπάζης ήταν ο έμπορος ζωντανών ζώων, κυρίως μεγάλων, όπως μουλαριών, αλόγων, γαϊδάρων και βοδιών, αλλά και αιγοπροβάτων και χοίρων. Τα ζώα τα αγόραζε και τα μεταπωλούσε ή τα αντάλλασσε με άλλα, καλύτερα ή υποδεέστερα, καταβάλλοντας ή εισπράττοντας τη διαφορά σε χρήματα. Τελικός σκοπός ήταν η μεταπώλησή τους, όταν παρουσιαζόταν η κατάλληλη και συμφέρουσα τιμή.
Στην Κύπρο, από παλιά, οι περισσότεροι κάτοικοι ασχολούνταν κυρίως με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Ο τόπος αποτελούσε έναν απέραντο βοσκότοπο για τα ποίμνια των κατοίκων και, ως εκ τούτου, πολλοί ήσαν οι βοσκοί, κυρίως προβάτων και αιγών. Τις αγοραπωλησίες των ζώων αναλάμβαναν οι ζωέμποροι, που ονομάζονταν και τσαμπάσηδες.
Επίκεντρο των αγοραπωλησιών αποτελούσαν οι ζωοπανηγύρεις, οι οποίες συνόδευαν συνήθως τις εορταστικές και εμπορικές δραστηριότητες των μεγάλων πανηγυριών. Εκτός από τους ντόπιους ζωέμπορους, την περιοχή επισκέπτονταν τότε και μεταπράτες από διάφορα μέρη της Κύπρου, για να διαπραγματευτούν με τους ντόπιους την αγορά και την πώληση ζώων.
Στη Χλώρακα δεν υπήρχε μόνιμος ζωέμπορος. Η ανάγκη, όμως, υπήρχε, εξαιτίας της ανεπτυγμένης κτηνοτροφίας που υπήρχε στο χωριό, όχι μόνο ως επαγγελματική απασχόληση, αλλά και σε επίπεδο οικογενειακής οικονομίας. Σχεδόν κάθε οικογένεια εξέτρεφε κάποια ζώα: λοούττα, δηλαδή γουρούνες που γεννούσαν, ή αίγιες, που έδιναν γάλα και γεννούσαν ρίφια.
Έτσι, κάποιος κάτοικος μεσολαβούσε πάντοτε για να φέρνει ξένους ζωέμπορους στη Χλώρακα, ώστε να πραγματοποιούν αγοραπωλησίες, κυρίως χοίρων και αιγοπροβάτων. Αυτή τη μεσιτεία, ανάμεσα στους εμπόρους και στους παραγωγούς, έναντι αμοιβής, την έκανε αρχικά ο Γιώρκας και, αργότερα, όταν εκείνος γέρασε, ο Νικολής Αριστοδήμου. Ήσαν και οι δύο άνθρωποι επιτήδειοι και γνώστες της δουλειάς.
Για πολλά χρόνια, κατά τις δεκαετίες του 1960 έως και του 1980, τακτικός τσάμπασης που επισκεπτόταν τη Χλώρακα ήταν ο Βελισσάριος από τη Λετύμπου. Εμπορευόταν αποκλειστικά μικρούς σιοίρους, δηλαδή χοίρους, και γι’ αυτό οι χωριανοί τον αποκαλούσαν «σιοιριάρη».
Ο τσάμπασης ήταν ένας άνθρωπος που γνώριζε καλά την αξία κάθε ζώου. Έπρεπε να ξεχωρίζει το καλό από το κακό, να γνωρίζει τη ράτσα, την ηλικία, την υγεία και την απόδοση του ζώου και, κυρίως, να ξέρει να διαπραγματεύεται. Ήταν ένα επάγγελμα που απαιτούσε πείρα, γνώση των ζώων και ικανότητα στις συναλλαγές. Στα παλιότερα χρόνια, όταν η γεωργία και η κτηνοτροφία αποτελούσαν τη βάση της ζωής του χωριού, ο τσάμπασης ήταν ένας απαραίτητος κρίκος ανάμεσα στον άνθρωπο που παρήγαγε και στον άνθρωπο που αγόραζε.
Ο ΜΕΛΙΣΣΟΚΟΜΟΣ
Στη Χλώρακα, η μελισσοκομία γνώρισε ιδιαίτερη ανάπτυξη στα πρώτα χρόνια μετά την ίδρυση της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν υπεύθυνος του Συνεργατισμού ανέλαβε ο ομοχώριος Ανδρέας Αζίνας. Από τη θέση του αυτή παρότρυνε και βοηθούσε τους χωριανούς να ασχολούνται με επαγγέλματα και παραγωγικές δραστηριότητες που ήσαν συνδεδεμένες με τη φύση, όπως η γεωργία, η κτηνοτροφία και η μελισσοκομία.
Αρχικά, ως κοινότητα και υπό την επίβλεψη της Εκκλησίας, δημιουργήθηκε ένα μεγάλο μελισσοκομείο στον περίγυρο των εκκλησιών της Χρυσοαιματούσης και της Χρυσελαιούσης. Σε λίγο, όμως, οι κυψέλες απομακρύνθηκαν, επειδή βρίσκονταν κοντά στο νεκροταφείο. Κάποιοι σκέφτηκαν πως δεν ήταν σωστό οι μέλισσες να παίρνουν τη γύρη τους από τα λουλούδια του νεκροταφείου.
Έτσι, το κοινό μελισσοκομείο διαλύθηκε και τα μελίσσια διαμοιράστηκαν σε ορισμένους κατοίκους που θέλησαν να ασχοληθούν με τη μελισσοκομία.
Εγώ, μικρός τότε, θυμάμαι πως μελισσοκομείο είχε ο Παπάκωστας. Αργότερα, μετά τον θάνατο ή την αποχώρησή του, το ανέλαβε ο γιος του, ο Ανδρέας, που αργότερα έγινε Παπανδρέας. Είχε τοποθετήσει τις κυψέλες πίσω από το εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, πάνω σε μια καυκάλλα γεμάτη δρύες, σχοινιές, θρουμπιά και μαζιά.
Από κάτω, στον γκρεμμό που υπήρχε, βρισκόταν η περιοχή των Κλούνων, μια μικρή κοιλάδα με τρεχούμενα νερά και οργιώδη άγρια βλάστηση. Ήταν ένας ιδανικός τόπος για τις μέλισσες, καθώς εκεί έβρισκαν άφθονη τροφή στα αγριολούλουδα και στα φυτά της περιοχής.
Ενθυμούμαι καλά τον Παπανδρέα, όταν τα απογεύματα φορούσε τη στολή του, η οποία μου έμοιαζε τότε σαν στολή αστροναύτη, μόνο που είχε τετράγωνο σχήμα. Έπαιρνε το καπνιστήρι και κάπνιζε τις κυψέλες, για να ηρεμήσει τις μέλισσες, είτε για να τις ελέγξει είτε για να τις ταΐσει, είτε, τέλος, για να βγάλει τις κερήθρες και να πάρει το μέλι.
Όσο όμως κι αν τις κάπνιζε, πολλές δεν ηρεμούσαν. Αρκετές ορμούσαν έξω και μας τσιμπούσαν. Εμείς απομακρυνόμασταν όπως μπορούσαμε, προσπαθώντας να γλιτώσουμε από τα τσιμπήματά τους.
Θυμάμαι ακόμη τον εξαγωγέα του μελιού, ένα ειδικό βαρέλι με μηχανισμό και θέσεις όπου τοποθετούνταν οι κερήθρες. Ύστερα, με μια μανέλα, γυρίζαμε τον μηχανισμό. Οι κερήθρες περιστρέφονταν με μεγάλη ταχύτητα και, με τη φυγόκεντρη δύναμη, το μέλι έβγαινε από αυτές και έσταζε στον πάτο του βαρελιού. Εκεί υπήρχε μια μικρή βρύση, από την οποία το μέλι έτρεχε και το μαζεύαμε σε δοχεία.
Η μελισσοκομία είναι εργασία που γίνεται κυρίως στην ύπαιθρο και έχει έντονα εποχιακό χαρακτήρα. Απαιτεί φροντίδα, πείρα και γνώση της συμπεριφοράς των μελισσών. Ο μελισσοκόμος φροντίζει τις κυψέλες, παρακολουθεί την υγεία των σμηνών, ελέγχει την ανάπτυξή τους και προσθέτει νέες κυψέλες ή πλαίσια όταν ο πληθυσμός αυξάνεται.
Κατά τους χειμερινούς μήνες χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα, ώστε οι μέλισσες να έχουν αρκετή τροφή για να επιβιώσουν. Όταν χρειάζεται, ο μελισσοκόμος τους προσθέτει τροφή, ενώ κατά τη συγκομιδή του μελιού δεν παίρνει όλο το απόθεμα της κυψέλης, αλλά αφήνει πάντοτε την απαραίτητη ποσότητα για να τραφεί το σμήνος.
Οι περισσότερες εργασίες γίνονται την άνοιξη και το καλοκαίρι, όταν η ανθοφορία είναι μεγάλη και τα μελίσσια αναπτύσσονται. Το φθινόπωρο και τον χειμώνα οι εργασίες επικεντρώνονται περισσότερο στη συντήρηση των κυψελών και στην προστασία των σμηνών.
Ο μελισσοκόμος χρησιμοποιεί ειδική στολή και μάσκα για την προστασία του από τα τσιμπήματα, καθώς και το καπνιστήρι, με το οποίο ηρεμεί προσωρινά τις μέλισσες, ώστε να μπορεί να εργάζεται στις κυψέλες. Χρησιμοποιεί επίσης ειδικά εργαλεία για την αφαίρεση των κερηθρών και εξαγωγείς για την απομάκρυνση του μελιού.
Η μελισσοκομία απαιτεί εμπειρία και γνώση, αλλά πάνω απ’ όλα αγάπη για τη φύση. Ο μελισσοκόμος πρέπει να μπορεί να επιλέγει τις κατάλληλες τοποθεσίες για τις κυψέλες, όπου υπάρχει πλούσια ανθοφορία και επαρκής τροφή για τις μέλισσες. Πρέπει επίσης να γνωρίζει πότε είναι η κατάλληλη στιγμή για τη συγκομιδή και πόσο μέλι πρέπει να αφήσει στις κυψέλες για την επιβίωση του σμήνους.
Ορισμένες φορές είναι απαραίτητη και η μετακίνηση των κυψελών σε περιοχές με πλουσιότερη ανθοφορία, ώστε οι μέλισσες να βρίσκουν περισσότερη τροφή. Ιδιαίτερη αξία έχει η ανθοφορία του θυμαριού, από την οποία παράγεται μέλι εξαιρετικής ποιότητας.
Η μελισσοκομία αποτελούσε μια καλή παραγωγική απασχόληση, καθώς το μέλι και τα άλλα προϊόντα της κυψέλης είχαν πάντοτε ζήτηση στην αγορά. Επειδή όμως η εργασία είναι εποχιακή, πολλοί μελισσοκόμοι ασχολούνταν παράλληλα και με άλλες εργασίες, κυρίως γεωργικές.
Για τους παλιούς ανθρώπους της Χλώρακας, όμως, η μελισσοκομία δεν ήταν μόνο ένα επάγγελμα. Ήταν ακόμη ένας τρόπος να αξιοποιούν τη γη, τη βλάστηση και τον πλούτο της κυπριακής φύσης, συνεχίζοντας μια παράδοση που συνδεόταν με τη ζωή του χωριού και την αυτάρκεια των ανθρώπων του.
ΑΝΤΩΝΗΣ ΒΛΟΚΚΟΣ – ΒΙΟΛΑΡΗΣ
Οι Έλληνες διατήρησαν μέσα στους αιώνες την παραδοσιακή τους μουσική κληρονομιά. Οι Κύπριοι, με την ίδια εθνική καταγωγή, γλώσσα, θρησκεία και πολιτιστική παράδοση, διατήρησαν και αυτοί τη δική τους μουσική κληρονομιά.
Παρά τις διαδοχικές κατακτήσεις και τις επιδράσεις που δέχθηκε η Κύπρος από Πέρσες, Φοίνικες, Πτολεμαίους, Ρωμαίους, Φράγκους, Ενετούς, Τούρκους και Άγγλους, ο λαός της κατάφερε να διατηρήσει τον πολιτισμό, την κουλτούρα και τη μουσική του. Στα παλαιότερα χρόνια η μουσική μεταδιδόταν κυρίως από στόμα σε στόμα, από καλλίφωνους τραγουδιστές και ιεροψάλτες.
Αργότερα, μέσα από τις ανάγκες της ζωής και της επιβίωσης, διάφοροι τραγουδιστές έμαθαν να παίζουν μουσικά όργανα, τα οποία χρησιμοποιούσαν παράλληλα και ως δεύτερο βιοποριστικό επάγγελμα. Με την πάροδο του χρόνου επικράτησε το βιολί ως σολιστικό όργανο και το λαούτο ως συνοδευτικό.
Η μουσική έβρισκε τον σημαντικότερο χώρο της στους γάμους, καθώς αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος των γαμήλιων εθίμων. Τον παλιό καιρό ο γάμος στη Χλώρακα διαρκούσε τρεις ημέρες και κάθε ημέρα είχε τα δικά της έθιμα και τη δική της μουσική.
Από το Σάββατο, μία ημέρα πριν από τον γάμο, οι βιολάρηδες ξεκινούσαν για το σπίτι της νύφης, δίνοντας το επίσημο κάλεσμα στους χωριανούς να κοπιάσουν και να αρχίσουν το στρώσιμο του κρεβατιού.
Την ημέρα του γάμου οι μουσικοί έπαιζαν για το στόλισμα της νύφης και το ξύρισμα του γαμπρού. Ακολούθως, με τη μουσική τους, συνόδευαν τη νύφη και τον γαμπρό στην εκκλησία, όπου τελούνταν το μυστήριο του γάμου.
Μετά την τελετή, όλοι επέστρεφαν στο σπίτι της νύφης, όπου άρχιζε το γλέντι. Οι καλεσμένοι διασκέδαζαν και χόρευαν υπό τη συνοδεία των μουσικών. Επειδή εκείνα τα χρόνια δεν υπήρχαν πολλές μορφές διασκέδασης, σε κάθε γάμο οι καλεσμένοι δύσκολα έβρισκαν διάθεση να εγκαταλείψουν το γλέντι.
Όταν η ώρα προχωρούσε και έφθανε βαθιά μέσα στη νύχτα, ο βιολάρης έπαιζε το τραγούδι του πολογιαστού. Ήταν το σημάδι πως το γλέντι έπρεπε να τελειώσει και όλοι, αναγκαστικά, έφευγαν, αφήνοντας το αντρόγυνο μόνο του.
Τη Δευτέρα του γάμου, κατά το σούρουπο, ο κόσμος συγκεντρωνόταν και πάλι στην αυλή του αντρογύνου και διασκέδαζε με μουσική και χορούς. Όταν νύχτωνε, η νύφη και ο γαμπρός, με τη συνοδεία των μουσικών, άνοιγαν τον χορό. Οι συγγενείς και οι καλεσμένοι καρφίτσωναν πάνω στα ρούχα τους χρήματα ή κοσμήματα, ενώ σε ένα πιάτο «πλούμιζαν» τους βιολάρηδες με μικρά νομίσματα.
Η κοινότητα της Χλώρακας ευτύχησε να έχει μερικούς σπουδαίους επαγγελματίες βιολάρηδες, οι οποίοι άφησαν εποχή. Περιόδευαν στα πανηγύρια και στους γάμους της περιοχής, αλλά και σε άλλες επαρχίες της Κύπρου, όπου καλούνταν για να παίξουν. Με τον καιρό απέκτησαν μεγάλη φήμη και, ακόμη και σήμερα, πολλά χρόνια μετά τον θάνατο κάποιων από αυτούς, πολλοί είναι εκείνοι που τους θυμούνται και τους αναφέρουν με σεβασμό.
Με σειρά γέννησης, ήσαν ο Αντωνής Βλόκκος, που γεννήθηκε το 1905, ο Χαμπής Βασιλούης, το 1930, ο Παναής Παναή, το 1935, και ο Νικόλας Βλόκκος, γιος του Αντωνή Βλόκκου. Ο Νικόλας, σε προχωρημένη πλέον ηλικία, έχει σταματήσει να ασκεί την όμορφη τέχνη της μουσικής, την οποία κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας του υπηρέτησε και ανέδειξε σε ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο.
Ήσαν όλοι άνθρωποι απλοϊκοί και μεροκαματιάρηδες, που για να ζήσουν τις οικογένειές τους ασκούσαν και άλλα επαγγέλματα. Είχαν όμως μέσα τους έμφυτο το μεγάλο ταλέντο της μουσικής, ένα χάρισμα που τους έκανε ξεχωριστούς και τους ανέδειξε σε φημισμένους μουσικούς της εποχής τους.
Ταξίδευαν συχνά, προσκεκλημένοι σε γάμους, πανηγύρια και κάθε λογής συνάξεις σε ολόκληρη την Κύπρο. Πήγαιναν ακόμη και σε τουρκικά ή μικτά χωριά, όπου συναντούσαν Τουρκοκύπριους οργανοπαίκτες. Μέσα από αυτές τις επαφές γνώρισαν και επηρεάστηκαν από ανατολίτικους ρυθμούς και μουσικές.
Έτσι, οι πατροπαράδοτοι κυπριακοί ήχοι συναντήθηκαν με ξενόφερτους ρυθμούς, δημιουργώντας ένα διαφορετικό ηχόχρωμα και εμπλουτίζοντας την απόδοση της παραδοσιακής μουσικής. Οι παλιοί αυτοί βιολάρηδες υπήρξαν, με τον τρόπο τους, πρωτεργάτες μιας μουσικής παράδοσης που εξελίχθηκε και πήρε τη μορφή με την οποία τη γνωρίσαμε στα μεταγενέστερα χρόνια.
Ήσαν σπουδαίοι βιολάρηδες και συνέβαλαν σημαντικά στη διάδοση της παραδοσιακής μουσικής του τόπου. Κοντά τους μαθήτευσαν αρκετοί νεότεροι μουσικοί, οι οποίοι συνέχισαν το έργο τους και κράτησαν ζωντανή τη μουσική παράδοση της Χλώρακας.
Η ΜΑΜΜΗ
Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων οι άνθρωποι, σύμφωνα με την παλιά λαϊκή παράδοση, άναβαν κάρβουνα και θυμιάτιζαν το σπίτι, γιατί πίστευαν πως οι καλικάντζαροι καραδοκούσαν γύρω από τα σπίτια για να βλάψουν τους ανθρώπους.
Το έθιμο αυτό συνδεόταν με το γνωστό παραμύθι της μαμμούς.
Λέγεται πως μια κρύα νύχτα του Δωδεκαημέρου κάλεσαν μια γριά μαμμού να πάει να ξεγεννήσει μια γυναίκα. Όταν έφθασε στο σπίτι, είδε δίπλα στην έγκυο κάποια μικρά ανθρωπάκια να χορεύουν και να λένε:
— Αν είναι αγόρι, χαρά στη μαμμή· αν είναι κορίτσι, κατύσιη της μαμμής.
Η έγκυος γέννησε κορίτσι. Η μαμμού, επειδή φοβήθηκε τα λόγια που είχε ακούσει, σκέφτηκε να τους ξεγελάσει. Έβαλε στο μωρό δύο μικρά κουβάρια νήμα, τα φάσκιωσε και τα παρουσίασε σαν να ήταν το νεογέννητο.
Τα ανθρωπάκια, που ήσαν καλικάντζαροι, ξεγελάστηκαν και άφησαν τη γριά μαμμού να φύγει.
Όταν, όμως, ύστερα από λίγο, κατάλαβαν πως είχαν πιαστεί αφελείς, πήγαν στο σπίτι της για να την τιμωρήσουν. Η μαμμού, όμως, ήταν προνοητική και πονηρή. Κλείδωσε τις πόρτες, άναψε κάρβουνα στο τζάκι και έριξε πάνω τους φύλλα ελιάς και θυμιάματα. Έτσι, όλη τη νύχτα οι καλικάντζαροι δεν μπόρεσαν να μπουν στο σπίτι.
Όταν έφεξε ο ήλιος, αναγκάστηκαν να τρυπώσουν και να χαθούν ξανά μέσα στη γη, όπου, σύμφωνα με την παράδοση, ήσαν καταδικασμένοι να ζουν.
Από τότε, λέγεται πως οι άνθρωποι πήραν το έθιμο από τη μαμμού και, κατά το Δωδεκαήμερο, κάπνιζαν και θυμιάτιζαν τα σπίτια τους, ώστε να απομακρύνεται κάθε κακό.
Από καταβολής κόσμου υπήρχαν γυναίκες που βοηθούσαν τις εγκύους να φέρουν στον κόσμο τα παιδιά τους. Στα παλιά χρόνια, όταν δεν υπήρχαν γιατροί και οργανωμένα μαιευτήρια, η μαμμή ήταν απαραίτητη σε κάθε κοινότητα.
Στην παράδοση της χριστιανικής γραμματείας αναφέρεται ακόμη η παρουσία δύο μαιών κατά τη γέννηση του Χριστού, όπως διηγείται το απόκρυφο Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου. Κατά τον Μεσαίωνα, πολλές μαμές κατηγορήθηκαν για μαγεία και υπέστησαν διώξεις, ενώ σε διάφορες περιοχές της Ευρώπης επιβάλλονταν θρησκευτικές προϋποθέσεις για την άσκηση του επαγγέλματος.
Η μαμή θεωρούνταν ακόμη και καλός οιωνός στα όνειρα. Σύμφωνα με τις παλιές λαϊκές αντιλήψεις, εάν κάποιος έβλεπε στον ύπνο του μια μαμή να ξεγεννά ένα μωρό, αυτό σήμαινε πως θα μπορούσε να απαλλαγεί από βάρη και δυσκολίες και πως ευχάριστα γεγονότα θα ακολουθούσαν.
Ως εκ τούτου, η μαμμού θεωρούνταν αναγκαία στη ζωή της κοινότητας και συγχρόνως καλό ποδαρικό. Εκτός από μια καινούργια ζωή που έφερνε σε μια οικογένεια, πίστευαν πως έφερνε μαζί της και χαρά.
Στα παλιά χρόνια, όταν η φτώχεια ήταν μεγάλη, η μαμμού αμειβόταν σχετικά καλά, αν και η αμοιβή της δεν ήταν πάντοτε σε χρήματα. Πολλές φορές πληρωνόταν σε είδη, όπως γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα ή ακόμη και ρούχα.
Μια φημισμένη μαμμού ζούσε στα παλιά χρόνια στη Χλώρακα. Ήταν η Ελενούα, η οποία έζησε πολλά χρόνια, μέχρι τα βαθιά της γεράματα. Για δεκαετίες παρακολουθούσε εγκυμοσύνες και ξεγεννούσε τα μωρά της κοινότητας.
Γι’ αυτό όλοι τη σέβονταν. Εγώ, που μόλις την ενθυμούμαι, τη φέρνω στη μνήμη μου σαν μια σεβάσμια γριά, η οποία έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από όλους τους χωριανούς. Όλοι είχαν να διηγηθούν κάποια ιστορία για τη γριά μαμμού και όλοι τη θεωρούσαν σαν δεύτερη μάνα. Η μάνα τους γεννούσε και η μαμμού τούς ξεγεννούσε.
Η Χατζηελενούα ήταν η μάνα της Στασιάς του Μωυσή. Καταγόταν από την οικογένεια Σιαμμάς, μία από τις μεγαλύτερες και αρχαιότερες οικογένειες της Χλώρακας.
Εκτός από νοικοκυρά, ασκούσε και το επάγγελμα της μαμμούς, ένα δύσκολο και υπεύθυνο έργο που απαιτούσε πείρα, τεχνική, ελαφρύ χέρι και γνώση. Ήταν η γυναίκα που στεκόταν δίπλα στις έγκυες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης και τις βοηθούσε στη δύσκολη ώρα του τοκετού.
Σε μια εποχή που η ιατρική περίθαλψη ήταν περιορισμένη και η γέννα γινόταν συνήθως μέσα στο ίδιο το σπίτι, η μαμμού αποτελούσε ένα από τα πιο σημαντικά πρόσωπα της κοινότητας. Ήταν εκείνη που έμπαινε στο σπίτι μιας ετοιμόγεννης γυναίκας και αναλάμβανε, με την πείρα και τα χέρια της, να φέρει στον κόσμο το νέο παιδί.
Γι’ αυτό και η παρουσία της έμεινε βαθιά χαραγμένη στη μνήμη των παλιών ανθρώπων της Χλώρακας.
Ο ΠΑΛΑΙΣΤΗΣ
Οι άνθρωποι, για να επιβιώσουν, έμαθαν να εργάζονται σκληρά και επέλεγαν τα επαγγέλματά τους ανάλογα με τις διαθέσεις, τις δυνάμεις, τις βλέψεις και τις επιθυμίες τους. Ρίχνοντας μια ματιά στα παλιά επαγγέλματα, μπορούμε να γνωρίσουμε τις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν στην προσπάθειά τους να βρουν ένα επάγγελμα που να τους εξασφαλίζει τα προς το ζην.
Μπορούμε ακόμη να θαυμάσουμε την επινοητικότητά τους, με την οποία προσπαθούσαν να αξιοποιήσουν όσα τους έδινε η φύση και όσα προσόντα διέθεταν οι ίδιοι. Ανάμεσά τους υπήρχαν και κάποιοι χαρισματικοί άνθρωποι με εξαιρετική μυϊκή δύναμη και μεγάλη σωματική αντοχή. Αυτοί μπορούσαν να γίνουν παλαιστές και να επιδεικνύουν τα προσόντα τους μπροστά στον κόσμο.
Γνωρίζοντας την ανθρώπινη ανάγκη να θαυμάζει το εξαιρετικό και το υπεράνθρωπο, έδιναν παραστάσεις πάλης και επιδείξεις δύναμης και άλλων κατορθωμάτων που μόνο λίγοι μπορούσαν να πραγματοποιήσουν. Και πράγματι, κάποια από τα κατορθώματά τους ήσαν τόσο εντυπωσιακά, ώστε η φαντασία του απλού λαού έμπλεκε το πραγματικό με το φανταστικό και, με το πέρασμα του χρόνου, ένωνε τον θρύλο με την ιστορία.
Στη σημερινή μου διήγηση θα σας μιλήσω για έναν πραγματικό άνθρωπο, έναν δυνατό παλαιστή από την Κύπρο, ο οποίος μετανάστευσε στη μακρινή Αμερική αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον και μια μεγαλύτερη φήμη.
Ο ΣΑΒΒΑΣ ΤΤΟΥΛΙΑΣ
Πρόκειται για τον Σάββα Ττοουλιά, έναν νεαρό με μεγάλη φυσική και μυϊκή δύναμη. Λέγεται πως, όταν ακόμη ήταν μικρός, μια φορά ο πατέρας του τον έστειλε στους αγρούς να φέρει το γαϊδούρι τους. Το ζώο, όμως, έπαθε το γνωστό γαϊδουρινό γινάτι και δεν ήθελε να περπατήσει.
Ο Σάββας θύμωσε. Το άρπαξε τότε από το σώμα, το φόρτωσε στους ώμους του και το κουβάλησε ο ίδιος.
Από μικρό παιδί είχε μεγάλη φυσική δύναμη, την οποία η οικογενειακή παράδοση απέδιδε στα γονίδια της οικογένειας. Πολλοί από τους προγόνους του φημίζονταν για τη σωματική τους ρώμη, προπάντων ο πατέρας και ο παππούς του, οι οποίοι, όπως έλεγαν, ήσαν δυνατοί σαν λιοντάρια.
Από την Κισσόνεργα καταγόταν ο πρώτος πρόγονος που έφερε το επίθετο Ττοουλιάς. Το επίθετο, σύμφωνα με την οικογενειακή παράδοση, προήλθε από το μικρό του όνομα, Χριστόδουλος, ή από το υποκοριστικό Ττοουλής ή Ττοουλιάς, παρατσούκλι που με τον καιρό καθιερώθηκε ως οικογενειακό επίθετο και πέρασε στις επόμενες γενιές μέχρι τις ημέρες μας.
Ο άνθρωπος αυτός ήταν μεγαλόσωμος, με μεγάλη δύναμη και δυνατό σωματικό σκαρί. Τα χαρακτηριστικά αυτά, σύμφωνα με την οικογενειακή μνήμη, τα κληρονόμησαν αρκετοί απόγονοί του, οι οποίοι επίσης διακρίνονταν για τη μεγάλη σωματική τους δύναμη.
Οι πληροφορίες που διασώθηκαν στην οικογένεια αναφέρουν ότι δύο από τα παιδιά του έφυγαν από την Κισσόνεργα και εγκαταστάθηκαν σε άλλα μέρη της Κύπρου. Ο ένας πήγε στη Χλώρακα και ο άλλος στην Αυγόρου.
Στην Αυγόρου μετανάστευσε από μικρό παιδί ο Γεώργιος, ο οποίος πήγε να εργαστεί ως μισταρκός. Όταν μεγάλωσε, παντρεύτηκε και δημιούργησε εκεί τη δική του οικογένεια.
Ένα από τα παιδιά του, ο Χριστόδουλος, παντρεύτηκε στην Άχνα και απέκτησε πέντε παιδιά: τον Γιαννή, τη Δέσποινα, τον Γεώργιο, τον Κυριάκο και τον Σάββα.
Οι τρεις τελευταίοι, ο Γεώργιος, ο Κυριάκος και ο Σάββας, μετανάστευσαν στην Αμερική, όπου έζησαν και όπου βρίσκονται μέχρι σήμερα απόγονοί τους.
Από τους τρεις μετανάστες, ο Σάββας ήταν ένα πραγματικό παλικάρι και είχε τεράστια σωματική δύναμη. Ήταν άφοβος και, σύμφωνα με όσα διηγούνται όσοι γνώρισαν την ιστορία του, δύσκολα βρισκόταν άνθρωπος που μπορούσε να τον νικήσει.
Έτσι, φυσιολογικά, κατέληξε να ασχοληθεί επαγγελματικά με την πάλη.
Ανακάλυψε ένα προπονητήριο όπου μπορούσε να προπονείται και να παλεύει. Αφοσιώθηκε με πάθος στην προπόνηση και, με την πάροδο του χρόνου, άρχισε να κερδίζει τον έναν αγώνα μετά τον άλλο.
Η φήμη του γρήγορα εξαπλώθηκε. Τον καλούσαν σε διάφορες πολιτείες της Αμερικής και έγινε γνωστός στους κύκλους της επαγγελματικής πάλης. Απέκτησε μεγάλη φήμη και γνώρισε τη δόξα. Ήταν συχνά ο νικητής και μεγάλα στοιχήματα παίζονταν υπέρ του.
Κέρδισε αρκετά χρήματα, όμως, σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειας, δεν ήταν αυτά που τον ενδιέφεραν περισσότερο. Η μεγαλύτερη ανταμοιβή του ήταν το χειροκρότημα των θεατών, η αναγνώριση και η προσωπική του δόξα.
Η ΣΚΟΤΕΙΝΗ ΠΛΕΥΡΑ ΤΗΣ ΠΑΛΗΣ
Εδώ η ιστορία του Σάββα παίρνει μια σκοτεινή τροπή.
Στην Αμερική, όπως και σε άλλες χώρες, τα επαγγελματικά αθλήματα στα οποία διακινούνταν μεγάλα χρηματικά ποσά και στοιχήματα δεν έμειναν πάντοτε μακριά από παράνομες δραστηριότητες. Στην εποχή εκείνη, ιδιαίτερα στην επαγγελματική πάλη και στην πυγμαχία, κυκλοφορούσαν πολλές ιστορίες για στημένους αγώνες, παράνομο στοιχηματισμό, εκβιασμούς και παρεμβάσεις ανθρώπων του υποκόσμου.
Σύμφωνα με την οικογενειακή αφήγηση, ο Σάββας βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα τέτοιο σύστημα.
Λέγεται πως σε έναν αγώνα του ζητήθηκε να ηττηθεί. Ο αγώνας, σύμφωνα με την αφήγηση, ήταν στημένος και πίσω από αυτόν υπήρχαν άνθρωποι που είχαν να κερδίσουν τεράστια χρηματικά ποσά από τα στοιχήματα.
Ο Σάββας, όμως, δεν δέχθηκε να συμβιβαστεί. Δεν υπάκουσε στην εντολή να χάσει τον αγώνα.
Και τότε, σύμφωνα με όσα διασώθηκαν από την οικογενειακή παράδοση, συνέβη το μοιραίο.
Ο Σάββας αγωνίστηκε και νίκησε.
Η νίκη του, όμως, φέρεται να εξόργισε εκείνους που είχαν οργανώσει τον αγώνα και είχαν οικονομικό συμφέρον από το αποτέλεσμα. Η ιστορία λέει πως ο Σάββας δέχθηκε απειλές και πιέσεις, στις οποίες δεν υπέκυψε.
Για έναν άνθρωπο που είχε φθάσει από μια μικρή πατρίδα της Μεσογείου στη μεγάλη Αμερική και είχε καταφέρει να γίνει γνωστός με τη δύναμή του, η υποχώρηση θα σήμαινε ίσως ότι θα εγκατέλειπε αυτό για το οποίο είχε αγωνιστεί.
Δεν υποχώρησε.
Η οικογενειακή παράδοση αναφέρει ότι η ανυπακοή του αυτή αποτέλεσε την αιτία της καταστροφής του. Σύμφωνα με την ίδια αφήγηση, οι άνθρωποι που ήλεγχαν το παράνομο κύκλωμα αποφάσισαν να τον τιμωρήσουν, ώστε να αποτελέσει παράδειγμα και για άλλους αθλητές που θα τολμούσαν να αντισταθούν.
Έτσι, ένας άνθρωπος που είχε μπροστά του λαμπρό μέλλον βρέθηκε ξαφνικά νεκρός.
Η αφήγηση λέει πως ένα πρωινό η αστυνομία τον βρήκε σκοτωμένο σε μια γωνιά του δρόμου. Είχε δολοφονηθεί το προηγούμενο βράδυ, ενώ επέστρεφε στο ξενοδοχείο όπου διέμενε. Ο τρόπος με τον οποίο, σύμφωνα με την παράδοση, βρέθηκε νεκρός θεωρήθηκε ενδεικτικός και επιδεικτικός, σαν προειδοποίηση προς όσους θα επιχειρούσαν να αντισταθούν στο σύστημα.
Δεν γνωρίζω πόσα από αυτά τα γεγονότα μπορούν σήμερα να επιβεβαιωθούν από επίσημα έγγραφα και πόσα πέρασαν από στόμα σε στόμα και με τον χρόνο πήραν τη μορφή θρύλου. Αυτό, όμως, που παραμένει ζωντανό στη μνήμη της οικογένειας είναι η εικόνα ενός δυνατού και θαρραλέου Κυπρίου, ο οποίος πήγε στη μακρινή Αμερική για να αναζητήσει την τύχη του, έγινε γνωστός μέσα από την πάλη και, σύμφωνα με την οικογενειακή αφήγηση, δεν δέχθηκε να υποκύψει σε πιέσεις.
Ίσως γι’ αυτό η ιστορία του Σάββα Ττοουλιά να διασώθηκε μέχρι σήμερα.
Δεν είναι μόνο η ιστορία ενός παλαιστή.
Είναι η ιστορία ενός Κύπριου μετανάστη που έφυγε από έναν μικρό τόπο και βρέθηκε σε μια τεράστια ήπειρο, κουβαλώντας μαζί του τη δύναμη, το πείσμα και την περηφάνια της οικογένειάς του.
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΩΝ ΤΤΟΟΥΛΙΑΔΩΝ
Συγγενείς του μεγάλου παλαιστή Σάββα Ττοουλιά βρίσκονται σήμερα στην Αυγόρου, στην Άχνα, στη Λευκωσία, στη Λεμεσό, στην Κισσόνεργα, στη Χλώρακα και, με την πάροδο των χρόνων και την κατάργηση ουσιαστικά των αποστάσεων, σε ολόκληρη την Κύπρο και ακόμη πιο μακριά.
Στη Χλώρακα έζησε ένας Σάββας Ττοουλιάς, ο οποίος παντρεύτηκε τη Δεσποινού, αδελφή του Μουχτάρη της Χλώρακας, Χριστόδουλου Αζίνα.
Απέκτησαν παιδιά τον Θεόδωρο (Τριανταφύλλης), τον Χαράλαμπο, τον Νικόλα (Εύζωνα), την Καλλιστένη και την Αγαθονίκη.
Ο Θεόδωρος απέκτησε τους Χριστόδουλο, Χαμπή (Χαμπιά) και Ανδρέα.
Ο Χαράλαμπος απέκτησε τον Νικόλα (Νικολάτσιη), τον Χριστόφορο (Ττόφα), τον Χριστόδουλο (Πάρπα), τον Γιωρκή (Κορκή) και τη Μαρούλλα Μενελάου Μελιού.
Ο Νικόλας Εύζωνας απέκτησε τους Μιχάλη, Χριστάκη, Ανδρέα, Θέκλα, Παναγιώτα, Μαρία, Αγγελική και Λυδία.
Η Αγαθονίκη παντρεύτηκε στη Γεροσκήπου και απέκτησε τη Μαρία Σιαμμά Μαυρονικόλα, τον Φίλιππο, ο οποίος υπηρέτησε ως υπασπιστής του Μητροπολίτη Πάφου Φωτίου, και τον Γιώργο Κούπανο.
Η Καλλιστένη παντρεύτηκε τον Αντωνούι (Κολόιδο) και απέκτησαν τα παιδιά τους Νικόλα (Πίνο), Χριστόδουλο, Κατίνα, Γιώρκο (Κκελούι), Μιχάλη Κέρβερο και Παναγιώτου Χάμπου Πούρνελλου.
Έτσι, το όνομα των Ττοουλιάδων διακλαδώθηκε σε πολλές οικογένειες και τόπους. Από την Κισσόνεργα στη Χλώρακα, από την Αυγόρου και την Άχνα μέχρι την Αμερική, οι απόγονοι συνέχισαν τη διαδρομή μιας οικογένειας που, σύμφωνα με την παράδοση, είχε ως χαρακτηριστικό της τη μεγάλη σωματική δύναμη και το ανυπότακτο πνεύμα.
Ο ΚΑΡΕΚΛΑΣ
Ο καρεκλάς κατασκευάζει ψάθινες καρέκλες, πλέκοντας το κάθισμα πάνω σε
ξύλινο σκελετό. Τον σκελετό τον αγόραζε από τον μαραγκό, σε έτοιμα κομμάτια,
και ο ίδιος τον συναρμολογούσε και τον κολλούσε με γόμα. Συνήθως οι μάστορες
δεν ήσαν στεγασμένοι σε κάποιο εργαστήριο ή μαγαζί, αλλά εργάζονταν στην αυλή
του σπιτιού τους ή ακόμη και μπροστά στο πεζοδρόμιο, καθώς η τέχνη τους
απαιτούσε ελάχιστα εργαλεία.
Ο καρεκλάς, με τα λιγοστά εργαλεία του, περιδιάβαινε τις γειτονιές και
τα καφενεία των γειτονικών χωριών και επισκεύαζε τις κατεστραμμένες καρέκλες.
Εργαζόταν επί τόπου, όπου τον καλούσαν οι πελάτες. Σήμερα τέτοιοι τεχνίτες
εξακολουθούν να υπάρχουν, καθώς οι τόννενες καρέκλες είναι αναπαυτικές,
ανθεκτικές και όμορφες.
Την καρέκλα, στα παλιά χωριά, την ονομάζουν τσαέρα. Ο
Νεόφυτος ο Τσαεράς πήρε το όνομά του επειδή, σε κάποια περίοδο της ζωής του,
υπήρξε τσαεράς, δηλαδή καρεκλάς.
Από μικρό παιδί του άρεσε να κατασκευάζει καρέκλες, χρησιμοποιώντας ως
υλικό ξερές βανούκες. Στην αρχή έφτιαχνε σκαμνάκια, αλλά, καθώς είχε μεγάλο
ζήλο, σιγά-σιγά άρχισε μόνος του να μαθαίνει να δένει τον τόνο και να
κατασκευάζει καρέκλες. Με τον καιρό έγινε καλός μάστρος και επισκεύαζε τις
σπασμένες καρέκλες του χωριού. Ακόμη, έδενε τις καρέκλες που κατασκεύαζαν μόνοι
τους οι νοικοκυραίοι.
Ήσαν καρέκλες χοντροκομμένες, από απελέκητα υλικά, αλλά πολύ στέρεες.
Σήμερα μόνο ελάχιστες από αυτές έχουν απομείνει και βρίσκονται σε μουσεία, όπου
συντηρούνται και προφυλάσσονται.
Αργότερα, όταν τα μέρη που αποτελούσαν την τόννενη καρέκλα άρχισαν να
βιομηχανοποιούνται, τα αγόραζε έτοιμα, τα συναρμολογούσε και, ακολούθως, έπλεκε
πάνω τους τον τόνο.
Ο Νεόφυτος ο Καρεκλάς ή Τσαεράς έζησε σε μια φτωχή εποχή και, για να
ζήσει την οικογένειά του, έκανε διάφορες δουλειές. Είχε υπηρετήσει ως
στρατιώτης στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ κάποια περίοδο είχε ένα παλιό φορτηγό
αυτοκίνητο, το οποίο έστηνε στον κατήφορο για να το ξεκινά κάθε πρωί, καθώς
μονίμως η μπαταρία του ήταν καθισμένη.
Μόνος του επεξεργαζόταν τον τόνο, τον οποίο έβρισκε και μάζευε από έναν
υγρότοπο όπου βλάσταινε. Ήταν μια μεγάλη λίμνη κάτω από το εκκλησάκι του Αγίου
Νικολάου, γεμάτη νερό από αγίασμα που έτρεχε και, ξεχειλίζοντας, πότιζε το χώμα
και σχημάτιζε έναν βαλτότοπο, έναν υγρότοπο, όπου πλούσια ευδοκιμούσε ο τόνος.
Και ύστερα, κάθε απόγευμα, καθόταν στη βεράντα του μακρινάριου σπιτιού
του και έπλεκε τον τόνο πάνω στις καρέκλες.
Ο ΡΑΦΤΗΣ
Ο Αντρέας Πισσούριος, όταν ήταν μικρό παιδί, είχε για το μέλλον του μια
απόφαση παρμένη από τον πατέρα του. Εκείνος ήθελε να τον μάθει μια τέχνη
ελαφριά, που να μην τον κουράζει και να μην τον κάνει να γεράσει γρήγορα από τα
βάσανα μιας σκληρής δουλειάς.
Σκέφτηκε, λοιπόν, τις διάφορες τέχνες και κατέληξε στο συμπέρασμα πως η
τέχνη του ράφτη ήταν καθαρή και ξεκούραστη δουλειά. Είχε έναν κουμπάρο, τον
Χαμπή τον Λαούρη, ράφτη στο επάγγελμα, που διατηρούσε ένα ραφείο στο Κτήμα.
Μαζί κανόνισαν και φώναξαν τον νεαρό Αντρέα. Του ανακοίνωσαν πως από την
επομένη θα άρχιζε δουλειά ως μαθητευόμενος ράφτης.
Χωρίς να φέρει αντίρρηση ο μικρός, από την επόμενη μέρα ξεκίνησε να δουλεύει.
Καθημερινά πηγαινοερχόταν πεζός, αγόγγυστα, τη μακρινή απόσταση, μέρες, μήνες
και χρόνια. Μαθήτευσε για περισσότερο από δέκα χρόνια και, όταν πλέον
ενηλικιώθηκε καλά και έφθασε η ώρα να παντρευτεί, αφού του προξένεψαν μια
όμορφη κοπέλα, άνοιξε το δικό του ραφείο.
Σήμερα ο Ανδρέας Πισσούριος, σε ηλικία μεγαλύτερη των ογδόντα ετών,
στέκει καλά στην υγεία του και ακόμη έχει το δικό του ραφείο, το οποίο
ανελλιπώς κάθε πρωί ανοίγει και εργάζεται εξασκώντας την τέχνη του. Και κάθε
δείλι, ανελλιπώς, κάθεται στο καφενείο και ρεμβάζει ή κουβεντιάζει με άλλους
χωριανούς.
Και, αναπολώντας τα περασμένα, κάποιες φορές σκέφτεται πως ο πατέρας του
είχε δίκαιο που αποφάσισε να τον στείλει σε μια τέχνη ξεκούραστη, ώστε να μην
γεράσει και να πεθάνει γρήγορα από τα βάσανα μιας σκληρής δουλειάς.
Ο ράφτης είναι ένα επάγγελμα που σχεδόν έχει εκλείψει παντελώς, σε
αντίθεση με πριν από λίγες δεκαετίες, όταν ανθούσε σε μεγάλο βαθμό.
Τα ραφεία ήσαν μικρές κάμαρες, καθώς δεν χρειάζονταν πολύ χώρο για να
λειτουργήσουν. Μέσα υπήρχαν, στοιβαγμένα στα ράφια, μερικά τόπια υφασμάτων για
να διαλέγει ο πελάτης. Τα εργαλεία του ράφτη ήσαν ένας πάγκος, πάνω στον οποίο
σχεδίαζε και σιδέρωνε τα κοστούμια που έραβε, ένα βαρύ σίδερο και ένα γάρο
(σιδερώστρα), μια μεζούρα, ένα τρίγωνο και ένα μεγάλο ψαλίδι, κιμωλίες για να
τραβά τις γραμμές, δαχτυλήθρες, ένα καρφιτσερό με καρφίτσες, βελόνες και,
οπωσδήποτε, η μηχανή ραψίματος.
Ο ράφτης έπρεπε να παρακολουθεί, μέσα από περιοδικά, τη διεθνή μόδα και
να ενημερώνεται, αλλά και να καθοδηγεί τους πελάτες σχετικά με τη γραμμή και τη
μόδα που έπρεπε να διαλέξουν για τα ρούχα τους. Έραβαν κυρίως αντρικά ρούχα
και, αφού έπαιρναν τα μέτρα του πελάτη, ξεκινούσαν το ράψιμο.
Τα παντελόνια χρειάζονταν λίγο χρόνο, αλλά τα σακάκια ήθελαν από μερικές
μέρες μέχρι και έναν μήνα. Κατά τη διάρκεια του ραψίματος, ο πελάτης χρειαζόταν
να επισκεφθεί το ραφείο αρκετές φορές για πρόβα.
Έπρεπε να ράβουν ρούχα καλοραμμένα, που να ταιριάζουν στον πελάτη,
ανάλογα με το βάρος και το ύψος του. Ένας καλός ράφτης ξεχώριζε από την ομορφιά
και τη γραμμή που έδινε στα ρούχα.
Όπως και στην εποχή μας, έτσι και παλιότερα υπήρχαν ράφτες υψηλής
ραπτικής που έπαιρναν πολλά χρήματα. Υπήρχαν μερικοί που πήγαιναν και μαθήτευαν
στην Αθήνα και, επιστρέφοντας, ονόμαζαν τα μαγαζιά τους «Αθηναϊκά Ραφεία».
Έραβαν ακριβά υφάσματα για πλούσιους και άρχοντες.
ΤΣΕΣΤΑΣ
Στα παλιά χρόνια, όταν οι άνθρωποι είχαν ως κύρια ασχολία τη γεωργία,
καθώς η Κύπρος δεν είχε άλλους σημαντικούς οικονομικούς πόρους, κάποιοι που
ήσαν άκληροι και δεν είχαν ούτε ένα κομμάτι γης να καλλιεργήσουν ούτε γνώριζαν
κάποιο επάγγελμα, ασχολούνταν με βοηθητικές εργασίες, όπως η κατασκευή
καλαθιών, κοφινιών και τσέστων.
Ήσαν κατασκευές που δεν απαιτούσαν πολλή τεχνική, αλλά μεγάλο μεράκι.
Τις πρώτες ύλες τις προμηθεύονταν ελεύθερα από τη φύση, καθώς πλούσια
βλάσταιναν στις ρεματιές και στις λαγκαδιές.
Στη Χλώρακα δεν υπήρχαν καλαθάδες, αλλά κάποιοι από την οικογένεια του
Αντρεουθκιού, ίσως έχοντας καλλιτεχνική φλέβα, έπλεκαν τσέστους. Καθώς έγιναν
πολύ ξακουστοί για την ομορφιά τους, η τέχνη αυτή διατηρήθηκε μέχρι πριν από
λίγο καιρό. Μία από τις τελευταίες απογόνους, η Ελενίτσα, ασχολείτο με την
εργασία αυτή ώσπου γέρασε και τα χέρια της, κουρασμένα πλέον, δεν τη βοηθούσαν.
Έτσι υποχρεωτικά σταμάτησε να πλέκει. Καθισμένη τώρα στην αυλή της με
τις ώρες, αναπολεί τις φορές που, όταν τελείωνε έναν τσέστο, τον κρεμούσε στον
τοίχο και, μέχρι να τον πουλήσει, τον θαύμαζε σαν καλλιτεχνικό έργο. Ήταν άρτια
πλεγμένος και πλούσια διακοσμημένος με πολύχρωμα ρούχινα πλουμιά, κεντημένα
μέσα στις ποκαλάμες.
Όμως, σε πιο εμπορική βάση, την κατασκευή τσέστων την ανέπτυξε η
μεγαλύτερη από τις αδελφές, η Χριστοδούλα. Με τη βοήθεια της πολυπληθούς
οικογένειάς της, καθώς απέκτησε οκτώ παιδιά, προώθησε στο παζάρι το προϊόν που
κατασκεύαζε σε μεγάλη παραγωγή και κατάφερε το χωριό της Χλώρακας να καταταχθεί
στην ιστορία της λαϊκής παράδοσης.
Οι τσέστοι είναι μεγάλα, στρογγυλά, ξέβαθα πανέρια, που κατασκευάζονται
κυρίως με ποκαλάμες (στελέχη σιταριού) και φύλλα φοινικιάς, καθώς και με
καλάμια και σκλινίτζια — άγρια βλάστηση σε υγρά εδάφη, που χαρακτηρίζεται από
πολλά λεπτά και μακριά στελέχη, κυλινδρικά, ευλύγιστα αλλά και στερεά. Τα υλικά
αυτά τα έπλεκαν και τα έδεναν μεταξύ τους και, στη συνέχεια, τα στόλιζαν με
πολύχρωμα υφάσματα.
Τον παλιό καιρό χρησίμευαν πολύ στις νοικοκυρές, γιατί τα διάφορα
ζυμαρικά, όπως κουλούρια, φιδές, μακαρόνια, τραχανάς, φλαούνες κ.λπ., τα
ζύμωναν μόνες τους και τα άπλωναν στους τσέστους για να στεγνώσουν ή να ψηθούν.
Ακόμη, θέλοντας να καταδείξουν τη μεγάλη τους ωφελιμότητα, τοποθετούσαν
μέσα την ενδυμασία της νύφης για να τη χορέψουν την ημέρα του γάμου.
Σήμερα, με τη βιομηχανική ανάπτυξη, τα βιομηχανοποιημένα προϊόντα
αντικατέστησαν τα παραδοσιακά, που ήταν φτιαγμένα με φυσικά υλικά, και οι
τσέστοι αντικαταστάθηκαν σε μεγάλο βαθμό από πλαστικά σκεύη.
ΧΑΡΙΛΑΟΣ ΜΑΝΤΗΣ – Ο
ΓΑΝΩΜΑΤΗΣ
Ο Χαρίλαος ο Μάντης ήταν ένας γυρολόγος γανωματής από τον Κάθηκα.
Μακρινό το χωριό από τη Χλώρακα και πολλές ώρες δρόμος, αλλά κάθε τόσο, με τη
σειρά, περνούσε και μάζευε τα μαυρισμένα από τη φωτιά σκεύη των νοικοκυρών και
τα φόρτωνε στο ζώο του.
Ήταν ένας μεγάλος άππαρος, με τα δισάκια κρεμασμένα γεμάτα ατζιά και τον
ίδιο καβαλικεμένο στη ράχη. Μεγαλόσωμος και όμορφος, κάλπαζε τη μεγάλη απόσταση
χωρίς να κουράζεται.
Στα χωριά, τον παλιό καιρό, οι κάτοικοι ήσαν λιγοστοί και συγγενείς
αναμεταξύ τους. Γι’ αυτό συνήθιζαν, για τις νιές κοπέλες, να φέρνουν γαμπρούς
από άλλα χωριά και τα παλληκάρια να τα στέλλουν σώγαμπρους σε άλλα χωριά. Καμιά
φορά γινόταν και το αντίθετο, αλλά πολύ αραιά.
Έτσι, ο Χαρίλαος, καθώς είχε και την τέχνη του, ήταν περιζήτητος γαμπρός
στη Χλώρακα. Και, όπως ήταν φυσικό, κάποιοι μεσολάβησαν και τον πάντρεψαν με
μια χωριανή κοπέλα. Από τότε έμεινε στη Χλώρακα, εξασκώντας το επάγγελμα του
γανωματή.
Τον θυμάμαι καλά, καθώς μέναμε στην ίδια γειτονιά. Με ένα τσιγάρο
κρεμασμένο στο στόμα, σκυφτός στην αυλή του, γάνωνε τα σκεύη ή γύριζε στα
δρομάκια και μάζευε τα ατζιά, φωνάζοντας με τη βραχνή του φωνή:
«Είμαι γανωματσιής,
μπακίρια γανώνω,
τις παλιομαυρίσσες καλά μπαλώνω».
Ο γανωτσής έλιωνε τον κασσίτερο πάνω σε φωτιά και, αφού προηγουμένως
είχε καθαρίσει καλά το σκεύος, άλειφε το εσωτερικό του με σπίρτο και το έτριβε
με σκόνη κεραμιδιού. Ακολούθως, κρατώντας το σκεύος με την τσιμπίδα πάνω από τη
φωτιά, έριχνε μέσα το νησιαντήρι, για να στρώσει και να κολλήσει καλύτερα το
καλάι πάνω στο χάλκωμα.
Αφού το σκούπιζε καλά, άπλωνε το λιωμένο καλάι σ’ όλη την επιφάνεια με
ένα χοντρό βαμβακερό ύφασμα και, τέλος, βουτούσε το σκεύος μέσα σε κρύο νερό.
Στο τέλος το σκούπιζε με καθαρό βαμβάκι, για να γυαλίσει.
Η λέξη γανωτής προέρχεται από το αρχαίο ρήμα γανώ,
που σημαίνει «δίνω λάμψη», και είναι επάγγελμα από τα πιο παλιά που υπάρχουν.
Γανωτής ή γανωματής ονομάζεται ο τεχνίτης που επικαλύπτει τα χάλκινα
σκεύη με κασσίτερο.
Οι γανωματζήδες ήσαν συνήθως πλανόδιοι τεχνίτες, που αναλάμβαναν το
γάνωμα και το στίλβωμα των χάλκινων οικιακών σκευών, όπως τα χαρτσιά, τις
μαγείρισσες και τα σινιά.
Ήταν επάγγελμα πολύ διαδεδομένο στις αρχές του περασμένου αιώνα, το οποίο σχεδόν εξέλιπε ολοκληρωτικά στα τέλη του ίδιου αιώνα, καθώς τα μαγειρικά σκεύη κατασκευάζονταν πλέον από ανοξείδωτο υλικό και δεν χρειάζονταν επικασσιτέρωση. Ακόμη υπάρχουν τεχνίτες, αλλά σπάνια πια.
ΦΚΩΝΗΣ Ο ΤΑΒΕΡΝΙΑΡΗΣ
Η ταβέρνα του Φκωνή ήταν κτισμένη δίπλα στην πλατεία της εκκλησιάς. Εκεί μαζεύονταν τις νύχτες οι αθκιασεροί και οι κρασοπότες, για να πιουν κανένα γράδο κοκκινέλι και να ξεχάσουν, έστω για λίγο, τα βάσανα της καθημερινής ζωής.
Ήταν ένα χαμόσπιτο κτισμένο με πέτρες και πηλό από χώμα και άσιερο. Μια κάμαρη, ένα χαμηλό δωμάτιο τόσο χαμηλό, που, για να μην κουτουλούν οι πελάτες στο ταβάνι, το πάτωμα ήταν σκαμμένο μέσα στη γη. Η σκεπή ήταν καμωμένη από κανιά και χώμα και, όταν έβρεχε, έσταζε και έβρεχε μαζί με τους πελάτες. Οι παλιές ξύλινες πόρτες δεν είχαν κλειδαριές και ένα μικρό παράθυρο άφηνε μόλις λίγο φως να μπαίνει στο εσωτερικό.
Ήταν κτισμένη ακριβώς στη θέση όπου βρίσκεται σήμερα το εστιατόριο «Φαμακούστα», στην οδό Ζήνας Κάνθερ. Ήταν η ταβέρνα του Φκωνή, που άφησε εποχή. Ο ίδιος φάνταζε θεόρατος, με τη μαύρη βράκα και το αλατσιέτινο ζιμπούνι. Πανύψηλος, έμοιαζε να μην τον χωρούσε το μαγαζί του και, για να μη χτυπά στο ταβάνι, σερβίριζε τους πελάτες σκυφτός.
Μέσα στο μουντό φως της λάμπας πετρελαίου, τα τραπέζια, φτιαγμένα από τάβλες και στημένα πάνω στο χωματένιο πάτωμα, ήταν πάντα γεμάτα πελάτες. Η τσίκνα από το τρεμιχόλαο γέμιζε τον αέρα, ενώ πάνω στο ράφι βρίσκονταν τα κουνουπίδια, μαζί με σώτες γεμάτες τσιρίτζια μέσα σε λίπος από λαρδί και βάζα γεμάτα καππάρι. Στη γωνιά ήταν κρεμασμένο από το ταβάνι ένα ολόκληρο λαρδί χοίρου, ενώ πάνω σε όλα σχεδόν τα τραπέζια υπήρχαν κούπες γεμάτες βραστές πατάτες.
Ήταν μια συνταιριασμένη ατμόσφαιρα. Το χώμα στο πάτωμα μύριζε ξινό κρασί και η μυρωδιά του σμιγόταν με εκείνη από τα ξιδάτα παντζάρια, τα βραστά αβγά μέσα σε μαύρο λάδι ελιάς και την τσίκνα της ρέγκας που ψηνόταν στη φωτιά της μηχανής.
Ήσαν μεζέδες μιας εποχής χωριάτικοι και φτηνοί, που έφτιαχνε ο ταβερνιάρης, αλλά γνήσιοι και άμετρης γευστικής απόλαυσης.
Κάθε βράδυ οι φτωχοί χωρικοί την άραζαν εκεί μέσα, για να πιουν φτωχικά και να ξεχάσουν τη φτώχεια και τη μιζέρια τους. Το στερκό κρασί τους έφτιαχνε τη διάθεση και τους έκανε να ευφραίνονται απεριόριστα με τις γλυκές γεύσεις των φτωχικών φαγητών. Τσιμπούσαν και τσουγκρούσαν τις καντήλες, πίνοντας στην υγειά τους, ενώ γύρω τους τα ξύλινα βαρέλια ήσαν γεμάτα κρασί.
Ήταν βαρέλια θεόρατα, που γέμιζαν σχεδόν το μισό μαγαζί. Το κρασί εκείνον τον καιρό πουλιόταν με την οκά και το μετρούσαν με το κάρτο, ένα τσίγγινο δοχείο με την ανάλογη χωρητικότητα.
Πολλές φορές, όμως, τα βαρέλια άδειαζαν από τους κρασοπότες. Και πολλές ήταν οι φορές που, παρασυρμένοι από τη μεγάλη ζάλη της μέθης, κάποιοι συμπεριφέρονταν όπως μόνο οι μεθυσμένοι ξέρουν.
Μια φορά, ο Χριστόδουλος Πάσπας, ένας τακτικός θαμώνας της ταβέρνας, πάνω στο μεθύσι του έβαλε στοίχημα με τους φίλους του πως η στενή πόρτα της ταβέρνας χωρούσε το αυτοκίνητό του να περάσει μέσα.
Το θολωμένο του μυαλό, παραμερίζοντας κάθε λογική, τον οδήγησε έξω να πάρει το αμάξι, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις διαμαρτυρίες του ταβερνιάρη.
Ξεκίνησε, λοιπόν, ο άμυαλος το παλιό του αμάξι και, μέσα σε λίγες στιγμές, το έφερε καταπάνω στην πόρτα της ταβέρνας.
Μα η πόρτα ήταν στενή και το αυτοκίνητο δεν χωρούσε. Έτσι, μαζί με την πόρτα, γκρέμισε και μέρος του τοίχου και βρέθηκε κάτω στο πάτωμα μέσα στα συντρίμμια.
Βλέποντας την καταστροφή, έφερε τον νου του. Μα το κακό είχε ήδη γίνει.
Συμφώνησα με τον ταβερνιάρη και, την άλλη μέρα, όλοι μαζί οι φίλοι, καθώς ήσαν καλοί μάστοροι, έπιασαν δουλειά και επιδιόρθωσαν όλες τις ζημιές.
Έτσι ήταν η ταβέρνα του Φκωνή: ένα φτωχικό χαμόσπιτο, γεμάτο κρασί, μυρωδιές, γέλια, καβγάδες και ιστορίες. Ένας μικρός τόπος όπου οι άνθρωποι, μέσα στη φτώχεια της εποχής, έβρισκαν για λίγες ώρες συντροφιά, ξεγνοιασιά και μια αφορμή να γελάσουν.
Ο ΑΛΕΤΡΑΡΗΣ
Το Αντωνούην το Κολόιδον ήταν παλιός κάτοικος της Χλώρακας, ένας πολύ γραφικός χαρακτήρας, από εκείνους που δεν ξεχνιούνται και που άφησαν πίσω τους ευτράπελες ιστορίες, οι οποίες ακόμη διηγούνται από γενιά σε γενιά.
Έζησε περισσότερο από εκατό χρόνια και απεβίωσε το 1980. Μέχρι τα βαθιά του γεράματα είχε σώας τας φρένας και καλή υγεία. Ενδυόταν με παραδοσιακά ρούχα και η βράκα που φορούσε ήταν από τις μακριές. Επειδή, όμως, τα πόδια του είχαν στραβώσει με τα γεράματα, σάριζε τη στράτα καθώς περπατούσε.
Τον γνώριζαν όλοι με το παραγκώμι του και σχεδόν κανείς με το πραγματικό του όνομα, το οποίο τελικά αναγράφτηκε στην ταφόπλακά του ως Αντώνης Μιχαήλ.
Ήταν κοντός, άσχημος και στραβοπόδης, με ένα τεράστιο μουστάκι, δυσανάλογο με το κορμί του. Κιτρινισμένο από την καπνιά των ατελείωτων τσιγάρων, το μουστάκι του είχε πάντα ένα τσιγάρο να κρέμεται από το στόμα.
Ήταν φτωχός και δεν είχε χρήματα. Γι’ αυτό γυρνούσε στα καφενεία και μάζευε τις γόπες που πετούσαν οι άλλοι. Πολλές ώρες τις περνούσε στην άκρη της θάλασσας, πάντα με έναν δυναμίτη στο χέρι, σκοτώνοντας τα ψάρια με την παράνομη και εύκολη μέθοδο.
Καθώς ο ίδιος ήταν πολύ φτωχός, έτσι φτωχό είχε καταντήσει και το μυαλό του από τα πολλά βάσανα που έζησε για περισσότερο από έναν αιώνα μέσα στη φτώχεια και την ανέχεια.
Μια φορά κατάφερε να αιχμαλωτίσει μια αλεπού που έτρωγε τις όρνιθές του. Σκέφτηκε, λοιπόν, να τη δέσει μέσα στην παράγκα όπου κατοικούσε, με ένα σχοινί πάνω στην κεντρική κολόνα, που είχαν όλες οι παράγκες.
Έφυγε ο άμοιρος ξημερώματα για να πάει στη θάλασσα να ψαρέψει και άφησε το άγριο ζώο δεμένο στην παράγκα. Όταν όμως επέστρεψε μετά το μεσημέρι, βρήκε όλα τα υπάρχοντά του σπασμένα. Το σχοινί ήταν μακρύ και η αλεπού, αλαφιασμένη από τον φόβο, γυρνούσε γύρω-γύρω σαν άγριο ζώο που ήταν, καταστρέφοντας τα πάντα στο πέρασμά της.
Κι όμως, ο Αντωνούην ήταν σπουδαίος τεχνίτης, ένας καλός ξυλουργός, που με τα πενιχρά εργαλεία του έφτιαχνε αλέτρια για τους γεωργούς. Αλέτρια που άντεξαν στον χρόνο και, όσα δεν πετάχτηκαν και ακόμη υπάρχουν, είναι γερά και έτοιμα για χρήση.
Εξασκούσε το επάγγελμα του αλετράρη μόνος του και, παρόλο που οι γεωργοί ήσαν και οι ίδιοι τεχνίτες και κατασκεύαζαν ή επισκεύαζαν τα δικά τους αλέτρια, για το σωστό ζύγισμά τους έπρεπε οπωσδήποτε να επισκεφθούν τον αλετράρη του χωριού.
Το επάγγελμα του αλετράρη ήταν, λοιπόν, ένα χρήσιμο και πολύ αναγκαίο επάγγελμα μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες, αφού, έως την εποχή του τελευταίου βασιλέως της Ελλάδας, Κωνσταντίνου Β΄, και πριν από την εμφάνιση των γεωργικών μηχανών, το όργωμα των χωραφιών γινόταν με το αλέτρι.
Το αλέτρι κατασκευαζόταν κυρίως από ξύλο και είχε από σίδερο μόνο το υνί, ώστε να μην καταλύεται εύκολα καθώς έσκιζε και όργωνε τη γη.
Τα βασικότερα μέρη ενός αλετριού ήταν η κοντοουρά, με το χέρι της οποίας χειριζόταν το άροτρο ο γεωργός, το αλετροπόδι, πάνω στο οποίο φοριόταν το υνί, το σταβάρι, το οποίο ενωνόταν στον ζυγό, που μαζί με τα ζώα έσερνε το αλέτρι, και η σπάθη, που ένωνε το σταβάρι με το αλετροπόδι.
Είχε ακόμη μερικά άλλα μέρη, τα οποία προσαρμόζονταν ανάλογα με τη χρήση του αλετριού: άλλοτε για σπορά, άλλοτε για όργωμα και άλλοτε για σβανάρισμα, δηλαδή για το στρώσιμο του χώματος μετά το όργωμα.
Η επιτυχία του αρότρου, σε μεγάλο βαθμό, εξαρτιόταν από το βάρος του. Αυτό καθοριζόταν ανάλογα με τη γη που θα οργωνόταν, αφού από το βάρος του εξαρτιόταν πόσο βαθιά θα έσκιζε τη γη.
Το επάγγελμα του αλετράρη, λοιπόν, είχε σημαντική συνεισφορά στην καθολική γεωργική ενασχόληση των παλαιών κατοίκων της Χλώρακας, αφού όλοι σχεδόν οι κάτοικοι είχαν τη γεωργία ως κύριο επάγγελμα.
Πολλοί γεωργοί αποκτούσαν γνώσεις και έφτιαχναν ή επιδιόρθωναν μόνοι τα άροτρά τους. Υπήρχαν, όμως, και οι μάστορες ξυλουργοί που είχαν ειδίκευση στην εξ ολοκλήρου κατασκευή και επιδιόρθωσή τους.
Η μαστοριά του κάθε αλετράρη μετριόταν εκ του αποτελέσματος, δηλαδή από την ικανότητα του αρότρου να ισορροπεί μέσα στη γη. Αν παρουσίαζε αστάθεια, κούραζε τον γεωργό, ο οποίος έπρεπε συνεχώς να προσπαθεί να το κρατά κάθετο.
ΝΕΟΦΥΤΟΣ ΧΡ. (ΣΙΑΜΜΑΣ) – Ο ΒΟΣΚΟΣ
Δημοσίευμα της εφημερίδας «Ανεξάρτητος», 1938
«Παρ’ ολίγον να ελάμβανε χώραν το απόγευμα της προχθεσινής Δευτέρας τραγικό δυστύχημα εις Χλώρακα, με θύμα νεαρόν ποιμένα, υπό τας ακολούθους περιστάσεις:
Κατά το απόγευμα της προαναφερθείσης ημέρας, ενώ ο εκ του χωρίου μας δεκαεξαετής ποιμήν Νεόφυτος έβοσκε τα πρόβατά του εις την τοποθεσίαν Καμαρούδι, το έδαφος υπεχώρησεν αιφνιδίως και ο ατυχής ποιμήν ευρέθη εις υπόγειον γαλαρίαν πλήρη ύδατος και βάθους πέντε ποδών.
Ο ατυχής Νεόφυτος ήρχισε αμέσως να κραυγάζη εις βοήθειαν, πλην, όμως, λόγω του ερημικού του τόπου, ουδείς τον ήκουε. Εκινδύνευε δε τον έσχατον κίνδυνον.
Ευτυχώς δι’ αυτόν, τα πρόβατά του, παραμείναντα ακυβέρνητα, εισήλθον εις μέρος απηγορευμένον διά βοσκήν, επισύραντα ούτω την προσοχήν του, επίσης εκ Χλώρακας, Γεωργίου Νικόλα, ο οποίος, εν τη προσπαθεία του όπως εκβάλει εκ της απηγορευμένης περιοχής τα πρόβατα, αντελήφθη τον Νεόφυτον εντός της γαλαρίας.
Αμέσως ούτος εκάλεσε και άλλους συγχωρίους του, τη βοηθεία των οποίων ο ποιμήν ανεσύρθη.»
Η εφημερίδα διέσωσε έτσι ένα περιστατικό από τη ζωή ενός νεαρού βοσκού της Χλώρακας, ένα περιστατικό που θα μπορούσε να είχε καταλήξει σε τραγωδία.
Στη Χλώρακα, από τους πρώτους κατοίκους που εγκαταστάθηκαν και κατοίκησαν γύρω στο 1850 και για τους οποίους έχουμε πληροφορίες, ήταν και ο βοσκός Χ΄Τσιυρκακός Σιαμμάς.
Ο τελευταίος που έζησε στη Χλώρακα ως βοσκός ήταν ο Φυτός Χριστοδούλου, εγγονός του πρώτου.
Από μικρό παιδί έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του. Όταν όμως ενηλικιώθηκε, αποφάσισε να ξενιτευτεί. Πήγε στην Ελλάδα και εντάχθηκε στον στρατό ως ημιονηγός. Πολέμησε στους Βαλκανικούς Πολέμους, όπου και πληγώθηκε.
Επιστρέφοντας, διαπίστωσε πως ο πατέρας του είχε κληροδοτήσει το κοπάδι σε έναν άλλο γιο του, τον Λεωνή. Έτσι έπιασε δουλειά κοντά του με μεροκάματο.
Αργότερα, όταν ο Λεωνής κληροδότησε το κοπάδι στον γιο του Γιώρκο, ο Φυτός συνέχισε να εργάζεται κοντά του μέχρι το τέλος.
Περί τα μέσα της δεκαετίας του 1970, ο Γιώρκος Λ. Σιαμμάς, δισέγγονος του Χ΄Τσιυρκακού, πούλησε το κοπάδι και ασχολήθηκε με τη γεωργία. Ο Φυτός, σε μεγάλη ηλικία πλέον, σταμάτησε να εργάζεται και βγήκε στη σύνταξη.
Ήταν ο τελευταίος βοσκός που έζησε στη Χλώρακα.
Το επάγγελμα του βοσκού έχει για τη Χλώρακα ιδιαίτερη ιστορική αξία. Από το 1830 και ύστερα, όταν αρχίζουν να υπάρχουν πληροφορίες για τους κατοίκους που αποτελούν τους προγόνους των σημερινών οικογενειών, η κτηνοτροφία φαίνεται πως αποτελούσε βασική τους ασχολία, ενώ τη γεωργία την είχαν ως πάρεργο, καθώς η περιοχή δεν ήταν ιδιαίτερα εύφορη για αγροτικές καλλιέργειες.
Σύμφωνα με την παράδοση, λοιπόν, από τους πρώτους αυτούς κατοίκους, ο Χ΄Τσιυρκακός, που κατέβηκε με το μεγάλο κοπάδι του από την ορεινή περιοχή, εγκαταστάθηκε στη Χλώρακα και δημιούργησε μεγάλη φαμελιά, θεωρείται κύριος πρόγονος πολλών από τις σημερινές οικογένειες.
Οι βοσκοί είχαν έσοδα από την παραγωγή γάλακτος και από τα παράγωγά του, όπως τα χαλούμια, τα τυριά και οι αναράδες. Επίσης κούρευαν τα πρόβατα και πουλούσαν το μαλλί τους, με το οποίο οι εργοστασιάρχες ύφαιναν μάλλινα ρούχα.
Άλλη πηγή εσόδων ήταν η πώληση ζώων, κυρίως κατά την περίοδο του Πάσχα. Ο βοσκός επέλεγε ποια ζώα θα πουλούσε και ποια θα κρατούσε για αναπαραγωγή, αλλά και ποια από τα γεροντότερα ζώα θα αντικαθιστούσε. Αυτά τα τελευταία τα πουλούσε φθηνότερα.
Με τα ζώα αυτά έφτιαχναν το κλέφτικο, διότι με τον τρόπο αυτό το σκληρό κρέας ψηνόταν καλά και μαλάκωνε.
Σπάνια οι βοσκοί έσφαζαν ζώα για την προσωπική τους διατροφή. Όταν όμως το έκαναν, αξιοποιούσαν και το δέρμα των ζώων, συνήθως για την κατασκευή βουρκών, ενός είδους σακιδίου.
ΟΙ ΚΤΙΣΤΕΣ
Το επάγγελμα του κτίστη είναι ένα διαχρονικό επάγγελμα, που θα υπάρχει όσο θα υπάρχουν άνθρωποι, καθώς όλοι χρειάζονται μια στέγη για να τους φιλοξενεί.
Κατά τις διάφορες χρονικές περιόδους, ο κτίστης έκτιζε ανάλογα με τα υλικά που είχε στη διάθεσή του. Δημιουργούσε από μικρά καλύβια μέχρι ψηλά τείχη και πύργους, χρησιμοποιώντας ξύλο, πέτρα και, αργότερα, μέταλλο. Από όλους όμως τους τρόπους κατασκευής, ο πιο διαχρονικός, πρακτικός και όμορφος υπήρξε το κτίσιμο με πλίνθους, τούβλα, πέτρες και, αργότερα, τσιμεντόπετρες. Η μακρά χρήση αυτών των υλικών από τους ανθρώπους αποτελεί και την καλύτερη απόδειξη για την πρακτικότητά τους.
Την εργασία αυτή αναλάμβαναν οι κτίστες και η τέχνη ονομαζόταν κτιστιτσιή. Την εφάρμοζαν άνθρωποι που μαθητεύαν από μικροί κοντά σε μεγάλους μαστόρους. Ήταν μια πολύπλοκη εργασία, καθώς ο κτίστης έπρεπε να γνωρίζει πολλά περισσότερα από το να κτίζει απλώς έναν τοίχο. Παλαιότερα δεν υπήρχαν πάντοτε αρχιτέκτονες, γι’ αυτό ο ίδιος έπρεπε να μπορεί να σχεδιάζει το σπίτι, να το κτίζει, να σοβατίζει, να κατασκευάζει καλούπια και να αναλαμβάνει, πολλές φορές, σχεδόν εξ ολοκλήρου την κατασκευή.
Η Χλώρακα ανέδειξε σπουδαίους μαστόρους της κτιστικής και, κατά την περίοδο του μεταπολέμου, ήταν μία από τις κοινότητες της Πάφου που διέθετε περισσότερους από έναν εργολάβους.
Οι κτίστες της Χλώρακας έχουν να επιδείξουν σημαντικά έργα αρχιτεκτονικής και κατασκευής. Ανάμεσά τους είναι το σχολείο της κοινότητας, τα νεοκλασικά σχολεία στο Κτήμα, ενώ ακόμη και στο ίδιο το Προεδρικό Μέγαρο στη Λευκωσία εργάστηκαν σπουδαίοι κτίστες από τη Χλώρακα.
Ανάμεσα στους μαστόρους που άφησαν το όνομά τους στην ιστορία της κτιστικής ξεχωρίζει ο Γεώργιος Χατζιούδης, ο οποίος σχεδίασε και έκτισε το Α΄ Δημοτικό Σχολείο της Χλώρακας.
Ο Ερωτόκριτος Ερωτοκρίτου και ο γιος του Ευστάθιος έλαβαν μέρος στο κτίσιμο του Προεδρικού Μεγάρου στη Λευκωσία.
Σπουδαίοι μάστορες της πελεκητής πέτρας και εργολάβοι ήταν επίσης οι Σάββας Αχιλλέως, Νικόλα Φουαρτάς και Κακός του Αλέξη, φίλοι και συνέταιροι. Έκτισαν το ξακουστό μουσείο που στεγάζει το πλοιάριο «Άγιος Γεώργιος». Ήσαν επίσης οι πρώτοι σε ολόκληρη την Πάφο που αγόρασαν μηχανήματα και κατασκεύαζαν τσιμεντόπετρες, δηλαδή οικοδομικές πέτρες από τσιμέντο.
Ιδιαίτερη θέση ανάμεσα στους εργολάβους της Χλώρακας είχε και ο Ευστάθιος Χριστοδούλου, που γεννήθηκε το 1926. Ξεκινώντας ως βοηθός του ξακουστού οικοδόμου Λαππά, γρήγορα εξελίχθηκε ο ίδιος σε μεγάλο εργολάβο. Συγκαταλεγόταν ανάμεσα στους σημαντικούς εργολάβους της Πάφου, όπως ο Άντωνος από τη Χλώρακα και ο Ζόππος από τη Γεροσκήπου.
Κοντά του μαθήτευσαν πολλοί από τους μεταγενέστερους οικοδόμους και εργολάβους της Χλώρακας, όπως ο Χρίστος Πέτρου, ο Κλεόβουλος Γεωργίου, ο Ανδρέας Παπαλλάς, ο Αγαθόκλης Γεωργίου, ο Φίλιππος Φωτίου, ο Κωνσταντής Μωυσέως, ο Ανδρέας Λοχίας, ο Κώστας Αδάμου και ο Κακής Αντωνίου, αλλά και πολλοί άλλοι.
Ως εργολάβος της Πάφου, εκτός από σπίτια και κατοικίες, έκτισε σχολεία και γυμνάσια, ενώ κατασκεύασε επίσης το παλιό γήπεδο της Χλώρακας.
Έτσι, η τέχνη του κτίστη δεν ήταν απλώς ένα επάγγελμα. Ήταν μια τέχνη που περνούσε από μάστορα σε μαθητευόμενο, από γενιά σε γενιά, και μαζί της μεταδιδόταν η γνώση, η εμπειρία και η μαστοριά. Οι κτίστες της Χλώρακας δεν έκτισαν μόνο σπίτια· άφησαν πίσω τους έργα που έγιναν μέρος της ίδιας της ιστορίας του τόπου.
ΟΙ ΧΑΜΑΛΗΔΕΣ
Την περίοδο μετά την Τουρκοκρατία, ο πληθυσμός της Κύπρου ήταν γενικά φτωχός και λίγοι μόνο κατείχαν δική τους γη. Κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας δόθηκε περισσότερη ελευθερία και, με σκληρή εργασία, πολλοί κατάφεραν σιγά σιγά να αποκτήσουν δικά τους χωράφια. Πολλοί νέοι, όμως, αναγκάζονταν να εργάζονται ως μισταρκοί για ένα κομμάτι ψωμί.
Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μεγάλο μέρος της νεολαίας κατατάχθηκε στον Βρετανικό στρατό, αναζητώντας ένα μεροκάματο. Από αυτό και μόνο μπορούμε να αντιληφθούμε πόση ανέχεια επικρατούσε στον πληθυσμό. Οι νέοι προτιμούσαν να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο του πολέμου παρά την ανεργία και τη φτώχεια.
Μετά το τέλος του πολέμου, όταν επέστρεψαν στον τόπο τους έχοντας κάποια χρήματα, τα οποία διοχέτευσαν στην αγορά, το παζάρι και το εμπόριο άρχισαν να αναπτύσσονται. Πολλοί ξενιτεύτηκαν αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον, πολλοί ασχολήθηκαν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, άλλοι βρήκαν εργασία στα ορυχεία χαλκού και αμιάντου και κάποιοι καταπιάστηκαν με τις λεγόμενες δουλειές του ποδαριού, όπως ήταν η εργασία του χαμάλη και του αχθοφόρου.
Οι χαμάληδες αναλάμβαναν τη μεταφορά προϊόντων και εμπορευμάτων. Η εργασία τους ήταν ιδιαίτερα επίπονη και οι αμοιβές τους χαμηλές, γι’ αυτό και ανήκαν στα φτωχότερα στρώματα του πληθυσμού. Ήταν, όμως, απαραίτητοι στις αγορές, στα λιμάνια, στα εργοστάσια και σε κάθε χώρο όπου απαιτούνταν βαριά χειρωνακτική εργασία.
Θυμάμαι την εποχή μετά την Απελευθέρωση, όταν στη Χλώρακα υπήρχαν τρεις ή τέσσερις χαμάληδες. Ήσαν καχεκτικοί και ταλαιπωρημένοι από τη σκληρή δουλειά και περίμεναν καθισμένοι στο καφενείο, πολλές φορές χωρίς να έχουν ούτε τα χρήματα για έναν καφέ, μήπως και τους προσλάβουν για να ξεφορτώσουν σακιά με λιπάσματα στις αποθήκες της ΣΠΕ. Τα λιπάσματα τα εισήγαγε η εταιρεία και τα διέθετε επί πιστώσει στους γεωργούς.
Είχαν, επίσης, τον νου τους κάθε φορά που φαινόταν κάποιο φορτηγό πλοίο στα βαθιά της θάλασσας. Τα φορτηγά πλοία σπάνια έφθαναν μέχρι το λιμάνι της Πάφου, επειδή αυτό ήταν ρηχό και τα πλοία έμεναν ράδα, δηλαδή αγκυροβολημένα στα ανοιχτά. Τότε οι χαμάληδες ξεκινούσαν με τα πόδια για το λιμάνι, όπου περίμεναν να ξεφορτώσουν τις μαούνες που μετέφεραν τα εμπορεύματα από το πλοίο στον μόλο.
Η δουλειά του αχθοφόρου, όμως, δεν αρκούσε για να τους εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή διαβίωση. Έτσι, έκαναν οποιαδήποτε άλλη εργασία του ποδαριού μπορούσαν να βρουν. Κυρίως, όμως, περίμεναν με αγωνία να πεθάνει κάποιος στο χωριό, ώστε να αναλάβουν τη λυπητερή εργασία να σκάψουν το μνήμα. Ήταν μια δύσκολη και βαριά δουλειά, η οποία, όπως και στις σημερινές μέρες, αμειβόταν σχετικά καλά.
Έτσι περνούσαν τη ζωή τους οι άνθρωποι εκείνοι. Από τη μια περίμεναν ένα μεροκάματο για να μπορέσουν να εξασφαλίσουν το ψωμί της ημέρας και από την άλλη αναζητούσαν κάθε ευκαιρία για να εργαστούν, ακόμη και στις πιο βαριές και επίπονες δουλειές. Η φτώχεια δεν τους άφηνε πολλές επιλογές.
Τις τελευταίες δεκαετίες, καθώς η οικονομία αναπτύχθηκε και το βιοτικό επίπεδο των Κυπρίων βελτιώθηκε, τα επαγγέλματα του χαμάλη και του νεκροθάφτη άρχισαν να θεωρούνται απαξιωτικά και λίγοι πλέον Κύπριοι θέλουν να τα ασκούν. Γι’ αυτό και σήμερα μεγάλο μέρος αυτών των εργασιών ανατίθεται σε εργάτες από άλλες χώρες.
Οι χαμάληδες, όμως, υπήρξαν ένα αναπόσπαστο κομμάτι της παλιάς κοινωνίας. Άνθρωποι φτωχοί, καταπονημένοι και πολλές φορές ξεχασμένοι από όλους, που έζησαν με τον ιδρώτα του προσώπου τους και με ό,τι μπορούσαν να κερδίσουν από τα δυνατά τους χέρια. Και παρόλο που το επάγγελμά τους θεωρούνταν ταπεινό, χωρίς αυτούς πολλές από τις καθημερινές εργασίες του παλιού χωριού και της αγοράς δεν θα μπορούσαν να γίνουν.
Σήμερα, όταν τους θυμόμαστε, δεν πρέπει να βλέπουμε μόνο το επάγγελμα που ασκούσαν. Πρέπει να βλέπουμε τους ανθρώπους που το υπηρέτησαν και, μέσα από αυτούς, μια ολόκληρη εποχή φτώχειας, κόπου και αξιοπρέπειας.
Ο ΠΕΤΡΟΚΟΠΟΣ
Ο πετροκόπος ήταν ο τεχνίτης που εξόρυσσε την πέτρα από τα λατομεία και την κατεργαζόταν, με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στο κτίσιμο οικοδομημάτων και άλλων έργων. Ήταν σπουδαίο ζήτημα να είναι καλός μάστρος, γιατί από την ποιότητα του πελεκήματος και τον τρόπο με τον οποίο έκτιζε εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό η στερεότητα του οικοδομήματος και η αντοχή του στους μεγάλους σεισμούς.
Ο πετροκόπος ονομαζόταν επίσης και λιθοξόος, λέξη που προέρχεται από τις αρχαίες ελληνικές λέξεις «λίθος» και «ξέω», δηλαδή εκείνος που κατεργάζεται και λαξεύει την πέτρα.
Για τις ανάγκες παρασκευής δομικών υλικών, οι άνθρωποι εξόρυσσαν την πέτρα από τα λατομεία και με αυτήν έκτιζαν σπίτια, εκκλησίες, τοίχους και άλλα οικοδομήματα. Διάλεγαν καλής ποιότητας και συμπαγείς βράχους και, αφού τους τρυπούσαν με λοστούς και άλλα εργαλεία, τοποθετούσαν μέσα στις τρύπες δυναμίτιδα και τους ανατίναζαν. Με αυτόν τον τρόπο έκοβαν τους βράχους σε μεγάλα κομμάτια, τα οποία μπορούσαν ευκολότερα να κατεργαστούν με τα εργαλεία τους.
Τα βασικά εργαλεία του πετροκόπου ήταν το μαρτέλλι, η βαριά, οι σφήνες και μεγάλοι ξύλινοι δοκοί, οι οποίοι χρησίμευαν ως μοχλοί για τη μετακίνηση των μεγάλων κομματιών της πέτρας. Όλα γίνονταν με τα χέρια και με τη δύναμη του ανθρώπου, καθώς στις παλιότερες εποχές δεν υπήρχαν τα σύγχρονα μηχανήματα για την εξόρυξη και την κατεργασία του λίθου.
Ήταν ένα από τα σπουδαιότερα επαγγέλματα των παλαιότερων εποχών, καθώς επί αιώνες η πέτρα αποτελούσε το ισχυρότερο και πιο διαδεδομένο υλικό για την κατασκευή τοίχων και οικοδομημάτων. Παλαιότερα χρησιμοποιούσαν συνήθως πέτρα και πηλό από χώμα για το κτίσιμο.
Για να είναι το κτίσιμο σωστό και δυνατό, έλεγε κάποιος παλιός τεχνίτης, πρέπει η μία πέτρα να εφάπτεται καλά με την άλλη και να μη χρησιμοποιείται πολύς πηλός. Όταν οι πέτρες τοποθετούνται «συρταρωτές», δηλαδή όταν δένουν καλά η μία με την άλλη, το κτίριο γίνεται πολύ πιο δυνατό και ανθεκτικό.
Οι καλύτεροι μάστοροι ήταν εκείνοι που γνώριζαν ολόκληρη την τέχνη: έκοβαν την πέτρα, την πελεκούσαν, την έφερναν στο σωστό σχήμα και ύστερα την έκτιζαν. Τους ονόμαζαν πετροκόπους ή λιθοξόους και επεξεργάζονταν με μεγάλη μαεστρία την πέτρα, μετατρέποντας τον ακατέργαστο βράχο σε χρήσιμο δομικό υλικό και χτίζοντας με αυτόν στέρεα σπίτια και οικοδομήματα.
Δυστυχώς, όμως, πολλοί από αυτούς τους μεγάλους τεχνίτες πέρασαν απαρατήρητοι. Τα ονόματά τους δεν καταγράφηκαν και η τέχνη τους, που μεταδιδόταν από μάστορα σε μαθητευόμενο, κινδύνεψε να χαθεί μαζί με τους ίδιους.
Στη Χλώρακα, τον περασμένο αιώνα, έζησαν και έδρασαν ορισμένοι σπουδαίοι πετροκόποι. Το χωριό βρισκόταν πάνω σε βραχώδη περιοχή και διέθετε πέτρα εξαιρετικής ποιότητας. Η πέτρα της Χλώρακας χρησιμοποιήθηκε σε διάφορα οικοδομήματα της περιοχής, καθώς ήταν ανθεκτική στον χρόνο και συγχρόνως σχετικά εύκολη στην κατεργασία της.
Με πέτρα από την περιοχή της Χλώρακας κτίστηκαν, σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ο καθεδρικός ναός της κοινότητας, καθώς και η εκκλησία της Θεοσκέπαστης στην Κάτω Πάφο. Η καλή ποιότητα της πέτρας την έκανε περιζήτητη, αφού μπορούσε να αντέξει για πολλά χρόνια χωρίς να φθείρεται εύκολα και μπορούσε να λαξευτεί από τα έμπειρα χέρια των μαστόρων.
Ξακουστοί πετροκόποι από τη Χλώρακα, που άφησαν το όνομά τους σε ολόκληρη την Πάφο, ήταν ο Άνοστος και ο Σιηπέττος. Αυτά ήταν παρατσούκλια που τους κόλλησε η κοινωνία και με τα οποία έγιναν γνωστοί.
Τον πρώτο τον αποκαλούσαν Άνοστο, επειδή το πρόσωπό του ασχήμυνε όταν τραυματίστηκε κατά την έκρηξη δυναμίτιδας. Ο δεύτερος πήρε το παρατσούκλι Σιηπέττος, επειδή χρησιμοποιούσε τη δυναμίτιδα με μεγάλη ευκολία και τόλμη, όπως κάποιος που χειρίζεται ένα σιηπέττο, δηλαδή ένα όπλο.
Έζησαν τον περασμένο αιώνα και σήμερα μόλις που μένουν στη θύμησή μας ως άνθρωποι σκληροτράχηλοι, που ξεχώριζαν από τους άλλους εξαιτίας της δυσκολίας και της επικινδυνότητας του επαγγέλματός τους. Ήταν άνθρωποι που καθημερινά αντιμετώπιζαν τον σκληρό βράχο, τη βαριά χειρωνακτική εργασία και τον κίνδυνο μιας έκρηξης.
Ένα παράδειγμα που μπορεί να βοηθήσει κάποιον να κατανοήσει το δύσκολο έργο των πετροκόπων είναι οι μεγάλοι γκρεμοί στην άκρη της συνοικίας του Μουττάλου, προς τη μεριά της θάλασσας. Οι γκρεμοί αυτοί δημιουργήθηκαν από τη μακρόχρονη λατόμηση της πέτρας. Είναι τεράστιοι και πανύψηλοι, με σχεδόν κάθετες πλευρές, και αποτελούν σήμερα ένα ορατό απομεινάρι της αφαίρεσης αμέτρητων χιλιάδων τόνων πέτρας από τους λατόμους των παλαιότερων εποχών.
Κάθε κομμάτι πέτρας που αποσπούσαν από τον βράχο αντιπροσώπευε κόπο, ιδρώτα και κίνδυνο. Οι πετροκόποι δεν είχαν στη διάθεσή τους τα σημερινά μηχανήματα. Είχαν μόνο τα εργαλεία τους, τη γνώση που είχαν αποκτήσει από τους παλιότερους και τη δύναμη των χεριών τους.
Και έτσι, μέσα από τον σκληρό βράχο της γης, δημιούργησαν τα σπίτια, τις εκκλησίες και τα οικοδομήματα μιας ολόκληρης εποχής. Η πέτρα έμεινε, τα έργα τους έμειναν, όμως τα ονόματα πολλών από εκείνους που την έβγαλαν από τα σπλάχνα της γης και την έκαναν οικοδομήσιμη ύλη χάθηκαν σιγά σιγά από τη μνήμη των ανθρώπων.
Ο ΝΕΚΡΟΘΑΦΤΗΣ
Με τη λέξη «κηδεία» εννοούμε τη διαδικασία που αρχίζει μετά τον θάνατο ενός ανθρώπου και ολοκληρώνεται με την ταφή του νεκρού σώματος. Ετυμολογικά, η λέξη προέρχεται από το ρήμα «κήδομαι», που σημαίνει επιμελούμαι, φροντίζω. Εδώ σημαίνει τη φροντίδα του νεκρού, δηλαδή την προετοιμασία και την τέλεση της ταφής, σύμφωνα με τα έθιμα και τις παραδόσεις.
Η διαδικασία ξεκινούσε με τον καλλωπισμό του νεκρού και την τοποθέτησή του στη νεκρική κλίνη ή, αργότερα, στο φέρετρο. Ακολουθούσε ο κλαυθμός των οικείων και το μοιρολόι από τη μοιρολογίστρα. Υπήρχε ακόμη το ξενύχτι του νεκρού, ώστε οι άνθρωποι να βεβαιωθούν ότι ο θάνατος είχε πράγματι επέλθει και ότι ο άνθρωπός τους δεν είχε περιπέσει σε νεκροφάνεια.
Και τέλος ερχόταν η εκφορά της σορού. Ενδιάμεσος σταθμός ήταν η εκκλησία, όπου ψαλλόταν η νεκρώσιμος ή εξόδιος ακολουθία, και στη συνέχεια γινόταν ο ενταφιασμός. Ο τελευταίος ασπασμός από τα αγαπημένα πρόσωπα δινόταν στο νεκροταφείο, πριν κλείσει οριστικά το φέρετρο.
Μετά την ταφή, στον περίβολο του νεκροταφείου αλλά και στο σπίτι του νεκρού, οι πενθούντες μαζεύονταν για το περίδειπνο, δηλαδή το δείπνο της παρηγοριάς. Το συνόδευαν συνήθως κόκκινο κρασί και ο καφές της παρηγοριάς.
Σήμερα υπάρχουν τα γραφεία κηδειών, τα οποία αναλαμβάνουν όλες σχεδόν τις εργασίες, από τον ευπρεπισμό της σορού μέχρι την οργάνωση της κηδείας και την προετοιμασία των κολλύβων. Έτσι οι τεθλιμμένοι συγγενείς δεν χρειάζεται να ασχολούνται με τις πρακτικές πλευρές της διαδικασίας και μπορούν να μείνουν απερίσπαστοι στον πόνο και στη λύπη τους.
Η όλη διαδικασία, όμως, έχει πλέον σημαντικό οικονομικό κόστος. Μια συνηθισμένη κηδεία μπορεί να κοστίσει αρκετές εκατοντάδες ή και χιλιάδες ευρώ, ανάλογα με τις υπηρεσίες που περιλαμβάνει. Όλα αυτά τα έξοδα θεωρούνται πλέον αναπόφευκτα και οι συγγενείς, μέσα στη θλίψη τους, αναγκάζονται να τα επωμιστούν. Έτσι, η ταφή του νεκρού, που παλαιότερα γινόταν με ελάχιστα έξοδα, έχει μετατραπεί σήμερα σε μια δαπανηρή διαδικασία.
Μέχρι τη δεκαετία του 1960, στα χωριά υπήρχαν ντόπιοι νεκροθάφτες, οι οποίοι αναλάμβαναν να σκάψουν και να κλείσουν τον τάφο. Φέρετρα ελάχιστοι συγγενείς αγόραζαν. Αυτό συνέβαινε κυρίως στις πόλεις, όπου κατοικούσαν οι πιο εύπορες οικογένειες.
Οι περισσότεροι νεκροί μεταφέρονταν με ξύλινο, ανοιχτό νεκροκρέβατο, το οποίο διέθετε η εκκλησία και φυλασσόταν μέσα στον ναό. Οι νεκροί εναποτίθεντο στον τάφο τυλιγμένοι μόνο με το νεκροσέντονο.
Τον ευπρεπισμό του νεκρού, τη νυχτερινή φύλαξη και τη μεταφορά του αναλάμβαναν οι συγγενείς. Ο νεκροθάφτης είχε μια συγκεκριμένη δουλειά: έσκαβε τον τάφο και, μετά την ταφή, τον σκέπαζε.
Σε κάθε χωριό υπήρχαν συνήθως ένας ή δύο νεκροθάφτες. Κατά τη δεκαετία του 1960 αμείβονταν με τριάντα λίρες για κάθε τάφο. Λογαριάζονταν καλά πληρωμένοι για τον χρόνο της εργασίας τους, παρ’ όλα αυτά ήταν δύσκολο να αποφασίσει κάποιος να κάνει αυτό το θλιβερό επάγγελμα και ελάχιστοι ήταν εκείνοι που το ασκούσαν.
Δεν θεωρούνταν κύριο επάγγελμα αλλά πάρεργο, επειδή οι θάνατοι στα χωριά δεν ήταν τόσο συχνοί ώστε να προσφέρουν σταθερή απασχόληση σε έναν άνθρωπο. Ο νεκροθάφτης συνήθως ασκούσε και άλλη δουλειά για να εξασφαλίζει τα προς το ζην.
Οι νεκροθάφτες δεν ήταν άνθρωποι συνηθισμένοι στα μάτια των χωριανών. Για εκείνους ο θάνατος ήταν καθημερινότητα και, με τον καιρό, είχαν εξοικειωθεί μαζί του. Η σκληρή εργασία τους και η συνεχής επαφή με τον νεκρό τούς έκαναν να φαίνονται στους άλλους σαν άνθρωποι με σκληρή καρδιά. Όταν ασκούσαν το επάγγελμά τους, έδειχναν ψυχροί, ασυγκίνητοι και απαθείς, χωρίς να τους σκιάζει η λύπη που βάραινε τους συγγενείς.
Όσους νεκροθάφτες θυμάμαι στο χωριό μου, τους χαρακτήριζε μια ασυνήθιστη συμπεριφορά.
Ήσαν μοναχικοί και απόμακροι και εξέπεμπαν μια ψυχρότητα που φόβιζε τα μικρά παιδιά, γιατί η παρουσία τους τους θύμιζε τον θάνατο. Οι απλοί χωρικοί συχνά τους απέφευγαν, επηρεασμένοι και φοβισμένοι από τη σκέψη της νεκραΐλας, που πίστευαν πως ήταν φανερά αποτυπωμένη πάνω τους.
Και οι καημένοι οι νεκροθάφτες, καταδικασμένοι στη μοναξιά τους, καταντούσαν μοναχικοί θαμώνες στο μικρό ταβερνάκι του χωριού. Προσπαθούσαν να βρουν συντροφιά στο ποτό, με ένα ποτήρι στο χέρι, μακριά από τους συνανθρώπους τους· τους ίδιους ανθρώπους που, την ώρα της ανάγκης και του θανάτου, τους θυμούνταν.
Ίσως, όμως, και οι ίδιοι οι χωριανοί, χωρίς να το αντιλαμβάνονται, τους τιμωρούσαν για το επάγγελμά τους. Όταν ερχόταν η ώρα του πόνου και της ανάγκης, τους καλούσαν, αλλά δεν τους λυπούνταν για την εργασία τους. Τους πλήρωναν, μάλιστα, ακριβά.
Εκείνους τους καιρούς, ένας καλός μάστρος κτίστης αμειβόταν με περίπου δέκα λίρες την εβδομάδα, ενώ ο νεκροθάφτης έπαιρνε τριάντα λίρες για το άνοιγμα και το κλείσιμο ενός τάφου, για λίγες μόνο ώρες εργασίας.
Η μεγάλη αυτή διαφορά στην αμοιβή δείχνει και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του επαγγέλματος. Ήταν μια δουλειά που λίγοι ήθελαν να κάνουν, γι’ αυτό και εκείνος που την αναλάμβανε μπορούσε να ζητήσει μεγαλύτερη αμοιβή. Κανείς, όμως, δεν μπορούσε εύκολα να τον αντικαταστήσει.
Σήμερα, επειδή ελάχιστοι άνθρωποι ασχολούνται με το επάγγελμα του νεκροθάφτη και επειδή ολόκληρη η διαδικασία έχει περάσει στα χέρια των γραφείων κηδειών, το κόστος της ταφής έχει αυξηθεί σημαντικά. Οι συγγενείς, βυθισμένοι στη θλίψη τους, συχνά δεν έχουν ούτε τη διάθεση ούτε τη δύναμη να διαπραγματευτούν το κόστος. Πληρώνουν όσα τους ζητούνται, γιατί εκείνη την ώρα το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι να αποχαιρετήσουν τον άνθρωπό τους με αξιοπρέπεια.
Ο νεκροθάφτης, λοιπόν, ήταν ένα από τα πιο παράξενα και μοναχικά επαγγέλματα της παλιάς κοινωνίας. Ένας άνθρωπος απαραίτητος σε κάθε χωριό, αλλά ταυτόχρονα απομονωμένος από την κοινωνία. Όλοι τον χρειάζονταν, αλλά λίγοι τον πλησίαζαν.
Και ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη δυστυχία του: όχι ότι έσκαβε τους τάφους των άλλων, αλλά ότι, όσο ζούσε, οι άλλοι άνθρωποι τον έβλεπαν σαν να είχε ήδη ένα κομμάτι του θανάτου επάνω του.
ΦΙΛΙΠΟΣ ΚΥΡΙΛΟΣ – Ο ΕΦΗΜΕΡΙΔΟΠΩΛΗΣ
Πλανόδιοι έμποροι, γυρολόγοι και εφημεριδοπώλες· παλιοί άνθρωποι του μόχθου, που γύριζαν στους δρόμους για να πουλήσουν την πραμάτειά τους και να εξασφαλίσουν το καθημερινό τους ψωμί. Χαρακτηριστικές φυσιογνωμίες, άνθρωποι αξέχαστοι, που άφησαν το στίγμα τους στους τόπους όπου έζησαν και εργάστηκαν. Επαγγέλματα του δρόμου, τα περισσότερα από τα οποία χάθηκαν σιγά σιγά στο πέρασμα του χρόνου.
Ο πλανόδιος εφημεριδοπώλης των παλιών χρόνων ασκούσε το επάγγελμά του χωρίς να διαθέτει συγκεκριμένο κατάστημα. Παραλάμβανε τις εφημερίδες από το Πρακτορείο Διανομής Τύπου και, περπατώντας στους κεντρικούς δρόμους της πόλης, προωθούσε την πώλησή τους στους περαστικούς ή τις άφηνε στην είσοδο των σπιτιών των μόνιμων πελατών του.
Ο εφημεριδοπώλης των αρχών του 20ού αιώνα διαλαλούσε τη γραπτή πραμάτεια του στους δρόμους και πολλές φορές φώναζε τους μεγάλους τίτλους και τα σημαντικότερα γεγονότα της ημέρας, για να προσελκύσει το ενδιαφέρον των περαστικών και να αυξήσει τις πωλήσεις του. Με τη φωνή του μετέφερε την είδηση από δρόμο σε δρόμο και από γειτονιά σε γειτονιά.
Στη Χλώρακα γνώρισα έναν τέτοιο άνθρωπο, τον Φίλιππο Κύριλλο.
Ο Φίλιππος ήταν καλοσυνάτος άνθρωπος και αγαπητός σε όλους τους χωριανούς, ιδιαίτερα όμως στα μικρά παιδιά. Ήταν άνθρωπος του μεροκάματου, που πάλευε καθημερινά για να ζήσει την οικογένειά του. Για να τα βγάλει πέρα, δεν περιοριζόταν σε ένα μόνο επάγγελμα, αλλά ασκούσε διάφορες δουλειές.
Ήταν παρπέρης, όμως το επάγγελμα αυτό δεν του απέδιδε αρκετά, επειδή υπήρχε μεγάλος ανταγωνισμός. Η παρπερική ήταν τότε ένα δημοφιλές και περιζήτητο επάγγελμα και πολλοί ασχολούνταν με αυτήν. Γι’ αυτό ο Φίλιππος ασκούσε την παρπερική κυρίως τα απογεύματα, ενώ τα πρωινά γινόταν εφημεριδοπώλης.
Με ένα ψηλό ποδήλατο, στο οποίο είχε τοποθετήσει στη μικρή πίσω σκάλα το δισάκι με το εμπόρευμά του, γυρνούσε τα πρωινά την πόλη της Πάφου. Δεν καβαλίκευε πάντοτε το ποδήλατο· πολλές φορές το έσπρωχνε περπατώντας, καθώς πήγαινε από κατάστημα σε γραφείο και από σπίτι σε μαγαζί, πουλώντας τις εφημερίδες.
Στην αρχή η εφημερίδα κόστιζε τρεις πακίρες και αργότερα μισό σελίνι. Για τον Φίλιππο, όμως, κάθε εφημερίδα που πουλούσε ήταν ένα μικρό κέρδος που πρόσθετε στο καθημερινό του μεροκάματο.
Τα μεσημέρια επέστρεφε στη Χλώρακα και κατέληγε στο μικρό του μαγαζάκι. Εκεί συνυπήρχαν δύο διαφορετικοί κόσμοι: το μπαρμπέρικο και ένα μικρό παντοπωλείο, με λίγα είδη κυρίως για παιδιά και μαθητές.
Στο μικρό αυτό μαγαζί πουλούσε, εκτός από εφημερίδες, λαχεία, παγωτά, γλυκά, αλμυρά και διάφορα είδη χαρτικής ύλης. Για εμάς τα παιδιά ήταν ένας μικρός θησαυρός.
Θυμάμαι πως όλοι οι μαθητές τρέχαμε στο μαγαζί του, ιδιαίτερα την ώρα που πήγαινε να ξεκουραστεί και τον αντικαθιστούσε ο γιος του, ο Πάμπος. Ο Πάμπος ήταν αργότερα ένας από τους ανθρώπους της αντίστασης και σκοτώθηκε δυστυχώς νέος, υπερασπιζόμενος τη δημοκρατία, όταν είχε καταταχθεί ως έφεδρος αστυνομικός.
Εκείνες τις ώρες ο Φίλιππος μάς άφηνε να περιεργαζόμαστε ελεύθερα τις εφημερίδες και τα έντυπα που είχε προς πώληση. Χωρίς να αγοράζουμε, μας επέτρεπε να τις ξεφυλλίζουμε και να διαβάζουμε ό,τι μας τραβούσε την προσοχή.
Και για εμάς τα παιδιά, η μεγαλύτερη χαρά δεν ήταν μόνο οι εφημερίδες. Ήταν τα ωραία εικονογραφημένα περιοδικά, τα «Κλασικά» και οι «Μικροί Ήρωες», που βρίσκονταν στα ράφια του μικρού μαγαζιού και μας ταξίδευαν σε έναν άλλο κόσμο.
Έτσι θυμάμαι τον Φίλιππο Κύριλλο. Με το ψηλό ποδήλατό του, το δισάκι με τις εφημερίδες, το μικρό μαγαζί, το μπαρμπέρικο και τα παιδιά γύρω του. Έναν άνθρωπο που δεν είχε την πολυτέλεια να κάνει μόνο μία δουλειά, αλλά που με την εργατικότητα και την καλοσύνη του κατάφερε να γίνει αγαπητός σε μια ολόκληρη γενιά.
Σήμερα τα επαγγέλματα αυτά έχουν σχεδόν χαθεί. Οι εφημερίδες δεν γυρίζουν πλέον στους δρόμους με το ποδήλατο του εφημεριδοπώλη, ούτε τα παιδιά συνωστίζονται στα μικρά συνοικιακά μαγαζιά για να ξεφυλλίσουν τα εικονογραφημένα έντυπα.
Έμεινε όμως η ανάμνηση. Και μαζί της έμεινε ο Φίλιππος Κύριλλος, ένας από εκείνους τους απλούς ανθρώπους που μπορεί να μην έγραψαν το όνομά τους στην ιστορία, αλλά το έγραψαν βαθιά στη μνήμη όσων τους γνώρισαν.
ΡΕΒΕΚΚΑ ΚΛΕΟΠΑ – Η ΥΦΑΝΤΡΙΑ
Η Ρεβέκκα Κλεόπα χήρεψε νέα γυναίκα, με τέσσερα μικρά παιδιά, το μεγαλύτερο από τα οποία ήταν μόλις οκτώ ετών. Ο άντρας της σκοτώθηκε κατά λάθος, όταν μια σφαίρα εξοστρακίστηκε και τον έπληξε θανάσιμα.
Μόνη, σε μια κοινωνία φτωχή και δύσκολη, στάθηκε βράχος απέναντι στις αντιξοότητες της ζωής. Με όπλο τη θέληση και τη σκληρή δουλειά, κάθισε στον αργαλειό της, τον οποίο είχε πάρει προίκα από τους γονείς της, και άρχισε να εργάζεται ασταμάτητα για να μεγαλώσει τα παιδιά της. Κατάφερε να τα αναθρέψει και να τα κάνει χρήσιμα μέλη της κοινωνίας, παρά τις στερήσεις και τις δυσκολίες που αντιμετώπισε.
Από νωρίς το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, με το φως μιας λάμπας πετρελαίου, καθόταν σκυφτή στον αργαλειό και ύφαινε ασταμάτητα. Οι παραγγελίες διαδέχονταν η μία την άλλη και η δουλειά δεν σταματούσε. Ήταν κουραστική και πολύπλοκη εργασία, που απαιτούσε υπομονή, επιδεξιότητα και πολλές ώρες καθημερινής απασχόλησης.
Τις περισσότερες φορές η εργασία της αμειβόταν σε είδος και λιγότερο συχνά σε χρήματα, αφού η φτώχεια στα χρόνια μετά την Απελευθέρωση από τους Άγγλους ήταν μεγάλη και τα χρήματα σπάνιζαν. Οι άνθρωποι αντάλλασσαν προϊόντα και υπηρεσίες και ο καθένας προσπαθούσε να επιβιώσει με ό,τι μπορούσε να προσφέρει.
Η κύρια απασχόλησή της ήταν η ύφανση με τη βούφα, με την οποία κατασκεύαζε κιλίμια, τα γνωστά πέφτσια. Για την κατασκευή τους χρησιμοποιούσε παλιά ρούχα, τα οποία έσκιζε σε μακριές λωρίδες και στη συνέχεια έπλεκε και έδενε μεταξύ τους με γερή κλωστή, δημιουργώντας έτσι τις λωρίδες του υφαντού.
Παράλληλα, ασχολείτο και με μια ακόμη δύσκολη εργασία. Έγνεθε νήμα από μαλλί προβάτων με τη ρόκα και το αδράχτι. Το μαλλί μετατρεπόταν σιγά σιγά σε νήμα και, αφού ετοιμαζόταν, το περνούσε στον αργαλειό. Με αυτόν τον τρόπο κατασκεύαζε φλοκάτες, κουβέρτες και άλλα υφαντά που ήταν απαραίτητα σε κάθε σπίτι.
Η διαδικασία απαιτούσε μεγάλη υπομονή και δεξιοτεχνία. Η υφάντρα έπρεπε να γνωρίζει κάθε στάδιο της εργασίας, από την προετοιμασία του μαλλιού και το γνέσιμο μέχρι το στήσιμο του αργαλειού και την ύφανση.
Ο αργαλειός ήταν μια μεγάλη ξύλινη κατασκευή, στημένη συνήθως σε ένα δωμάτιο του σπιτιού. Αποτελούνταν από τέσσερις ξύλινους στύλους, τοποθετημένους σε σχήμα παραλληλόγραμμου. Στις δύο στενές πλευρές του στηρίζονταν δύο μεγάλοι ξύλινοι κύλινδροι, τα αντίστοιχα δοκάρια του αργαλειού.
Στον έναν κύλινδρο τυλίγονταν τα νήματα κατά μήκος του αργαλειού, ενώ ανάμεσά τους περνούσε το υφάδι. Η υφάντρα περνούσε το νήμα ανάμεσα στα στημόνια με ειδικό ξύλινο εργαλείο και στη συνέχεια το στερέωνε, δημιουργώντας σταδιακά το ύφασμα.
Τα νήματα ανεβοκατέβαιναν και σχημάτιζαν το άνοιγμα μέσα από το οποίο περνούσε το υφάδι. Η κίνηση αυτή γινόταν με τη βοήθεια των ποδαρίστρων, δύο ξύλων που βρίσκονταν χαμηλά, κοντά στα πόδια της υφάντρας. Οι ποδαρίστρες συνδέονταν με σχοινιά και η υφάντρα τις κινούσε με τα πόδια της, ώστε να ανεβοκατεβαίνουν τα νήματα και να δημιουργείται το σχέδιο του υφαντού.
Έτσι, με ρυθμικές κινήσεις των χεριών και των ποδιών, η υφάντρα μετέτρεπε το νήμα σε ύφασμα. Ο αργαλειός έτριζε, τα χέρια δούλευαν ασταμάτητα και το υφαντό μεγάλωνε λίγο λίγο, σειρά τη σειρά.
Για τη Ρεβέκκα Κλεόπα, όμως, ο αργαλειός δεν ήταν απλώς ένα παραδοσιακό εργαλείο ούτε μια τέχνη που έπρεπε να διατηρηθεί. Ήταν το μέσο με το οποίο μπορούσε να ζήσει και να μεγαλώσει τα παιδιά της. Κάθε κιλίμι, κάθε φλοκάτα και κάθε κουβέρτα που έβγαινε από τα χέρια της ήταν και ένα κομμάτι ψωμί για την οικογένειά της.
Μέσα στο φτωχικό δωμάτιο, κάτω από το αδύναμο φως της λάμπας πετρελαίου, η Ρεβέκκα έδινε καθημερινά τη δική της μάχη. Χωρίς σύγχρονα μηχανήματα, χωρίς ευκολίες και χωρίς κανέναν να τη στηρίζει, δούλευε μέχρι αργά τη νύχτα. Η ζωή της ήταν δεμένη με τον αργαλειό και ο αργαλειός με την επιβίωση της οικογένειάς της.
Σήμερα η τέχνη του αργαλειού και το επάγγελμα της υφάντρας έχουν σχεδόν εξαφανιστεί. Οι σύγχρονες μηχανές αντικατέστησαν τη χειρωνακτική εργασία και ελάχιστες υφάντριες έχουν απομείνει που εξακολουθούν να δουλεύουν βούφες και παραδοσιακούς αργαλειούς.
Έμειναν όμως τα παλιά υφαντά, οι αργαλειοί που στέκουν σιωπηλοί σε κάποια σπίτια και, κυρίως, οι ιστορίες των γυναικών που πέρασαν τη ζωή τους σκυμμένες πάνω από αυτούς.
Η Ρεβέκκα Κλεόπα είναι μία από αυτές. Μια γυναίκα που η ζωή τής έφερε νωρίς τη χηρεία και την ευθύνη τεσσάρων παιδιών, αλλά εκείνη δεν λύγισε. Κάθισε στον αργαλειό, έπιασε το νήμα και ύφανε, μαζί με τα υφαντά της, ολόκληρη τη ζωή της και το μέλλον των παιδιών της.
Ο ΚΑΦΕΤΣΙΗΣ
Ο καφετζής ήταν ένας από τους παλιότερους επαγγελματίες του χωριού και το καφενείο αποτελούσε για πολλά χρόνια τον μοναδικό χώρο συγκέντρωσης, επικοινωνίας και διασκέδασης.
Στα χωριά, το καφενείο δεν ήταν πάντοτε μόνο καφενείο. Συχνά ήταν ταυτόχρονα καπηλειό, μπακάλικο και κάποτε ακόμη και μικρό μαγειρείο. Ήταν ο χώρος όπου μαζεύονταν οι άνδρες και περνούσαν την ώρα τους πίνοντας τον καφέ τους, μαθαίνοντας τα νέα του χωριού, σχολιάζοντας την επικαιρότητα και τον καιρό. Εκεί έπιναν και κανένα κρασάκι, κανένα ζιβανία ή κονιάκ και, όταν το επέτρεπε η τσέπη τους, φούμαραν και κανένα τσιγαράκι, που συνήθως το αγόραζαν με το ένα.
Πολλές φορές, όμως, η τσέπη δεν επέτρεπε ούτε αυτά τα μικρά καθημερινά έξοδα. Τότε έμπαινε στη μέση το βερεσέδι. Ο καφετζής, με μια κιμωλία στο χέρι, σημείωνε τα χρωστούμενα σε έναν μαυροπίνακα κρεμασμένο στον τοίχο. Εκεί καταγράφονταν τα βερεσιέδια του καθενός και, όταν ερχόταν η ώρα της πληρωμής, γινόταν ο λογαριασμός.
Η εμπιστοσύνη ήταν τότε βασικό στοιχείο της κοινωνίας. Ο καφετζής γνώριζε ποιος μπορούσε να πληρώσει και ποιος όχι και, τις περισσότερες φορές, το βερεσέδι δεν ήταν ντροπή αλλά ένας τρόπος για να μπορέσει ο φτωχός άνθρωπος να περάσει τη μέρα του.
Σχεδόν σε κάθε χωριό υπήρχε τουλάχιστον ένα καφενείο που εκτελούσε και χρέη μπακάλικου. Σε αυτά τα μαγαζιά έμπαιναν και οι γυναίκες για να ψωνίσουν τα απαραίτητα για το σπίτι. Επειδή, όμως, οι ώρες των αγορών ήταν συνήθως πρωινές, όταν οι άνδρες βρίσκονταν στα χωράφια, οι γυναίκες έβρισκαν την ευκαιρία να καθίσουν για λίγο και να πιουν τον καφέ τους παρέα με την καφετζήνα.
Η καφετζήνα ήταν πολλές φορές εξίσου σημαντικό πρόσωπο στο μαγαζί με τον καφετζή. Γνώριζε τις γυναίκες του χωριού, άκουγε τα νέα τους και, μέσα από τις καθημερινές κουβέντες, πληροφορούνταν όσα συνέβαιναν στα σπίτια και στις οικογένειες.
Το καφενείο άνοιγε από τα χαράματα, γιατί οι χωρικοί ξυπνούσαν πολύ νωρίς. Η ζωή στο χωριό ακολουθούσε τον ρυθμό της ημέρας. Οι άνθρωποι κοιμούνταν νωρίς και σηκώνονταν πριν ακόμη καλά καλά ξημερώσει, ιδιαίτερα όσοι είχαν δουλειές στα χωράφια.
Οι παλιότεροι έλεγαν πως τότε οι άνθρωποι έκαναν πολλά παιδιά, αφού δεν υπήρχαν οι σημερινές ανέσεις και οι τρόποι ψυχαγωγίας. Δεν υπήρχαν τηλεοράσεις και το ραδιόφωνο σταματούσε να εκπέμπει τα μεσάνυχτα. Το σπίτι ήταν ήσυχο και η νύχτα μεγάλη, και οι άνθρωποι είχαν ως κύρια συντροφιά ο ένας τον άλλον.
Ο καφετζής πάνω στον πάγκο έψηνε τους καφέδες. Δίπλα του είχε τα απαραίτητα για το σερβίρισμα και, κάτω από τον πάγκο, μπορούσε να ετοιμάσει και κανέναν πρόχειρο μεζέ, συνήθως από κονσέρβα. Σέρβιρε κρασί, ζιβανία και κονιάκ, ενώ για τους μερακλήδες υπήρχαν και οι απαραίτητοι μεζέδες που συνόδευαν το ποτό.
Στα ξύλινα ράφια του καφενείου-μπακάλικου υπήρχαν κονσέρβες, ζάχαρη, ζυμαρικά και διάφορα άλλα απαραίτητα για το νοικοκυριό. Πολλά προϊόντα πωλούνταν χύμα. Η ζάχαρη, τα ζυμαρικά και άλλα τρόφιμα μετριούνταν και ζυγίζονταν ανάλογα με τις ανάγκες και την οικονομική δυνατότητα του κάθε νοικοκυριού.
Και τα περισσότερα, όπως και ο καφές ή το ποτό, μπορούσαν να αγοραστούν βερεσέ. Ο καφετζής κρατούσε τον λογαριασμό και ο πελάτης πλήρωνε όταν θα είχε τη δυνατότητα. Ήταν μια εποχή όπου η οικονομία στηριζόταν περισσότερο στην προσωπική σχέση και στην εμπιστοσύνη παρά στα σημερινά απρόσωπα συστήματα.
Το καφενείο ήταν, στην πραγματικότητα, το κέντρο της κοινωνικής ζωής του χωριού. Εκεί συναντιούνταν οι άνθρωποι, εκεί συζητούσαν, εκεί μάθαιναν τα νέα, εκεί λύνονταν μικρές και μεγάλες διαφορές και εκεί περνούσαν μέρος της ημέρας τους.
Σήμερα, στα αστικά κέντρα, αυτού του είδους τα μαγαζιά έχουν σχεδόν εκλείψει. Τα σύγχρονα καφέ, οι υπεραγορές και τα εξειδικευμένα καταστήματα πήραν τη θέση του παλιού καφενείου-μπακάλικου.
Σε μερικά όμως απομακρυσμένα και μικρά χωριά εξακολουθούν ακόμη να υπάρχουν τέτοια καφενεία και να λειτουργούν, κρατώντας ζωντανό κάτι από τον παλιό τρόπο ζωής.
Γιατί το παλιό καφενείο δεν ήταν απλώς ένας χώρος όπου έπιναν καφέ. Ήταν ένας τόπος συνάντησης, ένας μικρός κόσμος μέσα στο χωριό. Και ο καφετζής δεν ήταν απλώς εκείνος που έψηνε τον καφέ. Ήταν ο άνθρωπος που γνώριζε τους πάντες, ήξερε τα νέα όλων και κρατούσε, μαζί με τον μαυροπίνακα των βερεσιεδιών, ένα μικρό κομμάτι από την καθημερινή ιστορία του χωριού.
ΧΑΜΠΗΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ – Ο ΤΣΑΓΓΑΡΗΣ
Στα παλιά χρόνια οι τσαγκάρηδες γύριζαν τις γειτονιές και μάζευαν παπούτσια για επιδιόρθωση. Το τσαγκαράδικο ήταν το εργαστήριό τους, ο χώρος όπου βρισκόταν στημένος ο πάγκος με όλα τα σύνεργα της τέχνης τους. Ήταν ανοιχτό από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ, γιατί η δουλειά ήταν πολλή και οι ανάγκες των ανθρώπων μεγάλες.
Ένα ζευγάρι καινούργια παπούτσια κόστιζε πολλά χρήματα, γιατί η κατασκευή τους απαιτούσε δύο και τρεις ημέρες δουλειάς. Γι’ αυτό λίγοι είχαν τη δυνατότητα να αγοράζουν καινούργια υποδήματα. Οι περισσότεροι, όταν τα παπούτσια τους χαλούσαν, τα έδιναν στον τσαγκάρη για μπάλωμα και επιδιόρθωση.
Το επάγγελμα δεν άφηνε πολλά χρήματα, ακριβώς επειδή οι άνθρωποι, εξαιτίας του υψηλού κόστους, απέφευγαν να παραγγέλνουν καινούργια παπούτσια και προτιμούσαν να επιδιορθώνουν τα παλιά. Παρ’ όλα αυτά, στα περισσότερα τσαγκαράδικα υπήρχαν βοηθοί. Ήταν τα τσιράκια, παιδιά ή νέοι που έκαναν τις βοηθητικές δουλειές χωρίς αμοιβή, με αντάλλαγμα να μάθουν την τέχνη και να γίνουν κάποτε οι ίδιοι τεχνίτες.
Ο τσαγκάρης δούλευε πολλές ώρες, συνήθως φορώντας τη χαρακτηριστική δερμάτινη ποδιά του. Τα παπούτσια ήταν τότε εξολοκλήρου χειροποίητα, ραφτά και καρφωτά. Κάθε ζευγάρι περνούσε από τα χέρια του μάστορα, ο οποίος γνώριζε να κόβει το δέρμα, να το προσαρμόζει, να το ράβει και να το καρφώνει, μέχρι να πάρει την τελική του μορφή.
Ένας τέτοιος τεχνίτης ήταν ο Χαμπής Βασιλείου.
Ήταν λλιόκορμος, γι’ αυτό όλοι τον φώναζαν Βασιλούη. Από μικρό παιδί θήτευσε για χρόνια στη σκαρπαρική και, όταν μεγάλωσε, άνοιξε το δικό του εργαστήριο. Ήταν καλός τεχνίτης και με την εργατικότητα και την επιμονή του πρόκοψε.
Παράλληλα με τη σκαρπαρική, άνοιξε στην πόλη της Πάφου και κατάστημα, όπου αρχικά πουλούσε παπούτσια χειροποίητα, κατασκευασμένα από τον ίδιο. Αργότερα, όταν άρχισαν να λειτουργούν εργοστάσια μαζικής παραγωγής υποδημάτων, άρχισε να πουλά και παπούτσια που προέρχονταν από αυτά.
Ήταν καιροί δύσκολοι και φτωχοί. Ο κάθε ευυπόληπτος οικογενειάρχης, για να θρέψει την οικογένειά του, πολλές φορές αναγκαζόταν να ασχολείται με περισσότερα από ένα επαγγέλματα. Ο Χαμπής το Βασιλούην, εκτός από τσαγκάρης, έπαιζε βιολί και ήταν επίσης καλός ψαράς.
Με κύριο επάγγελμα τη σκαρπαρική και ως πάρεργα τις άλλες δύο αγαπημένες του ασχολίες, κατάφερε να μεγαλώσει τα παιδιά του. Έζησε και πέθανε δουλεύοντας και στις τρεις αυτές τέχνες, άοκνα και με μεράκι.
Ο Χαμπής Βασιλείου ήταν ένας από εκείνους τους ανθρώπους της παλιάς εποχής που δεν περίμεναν από τη ζωή να τους προσφέρει εύκολες λύσεις. Δούλευαν με τα χέρια τους, αξιοποιούσαν κάθε τέχνη που γνώριζαν και, με τον καθημερινό τους μόχθο, έδιναν στα παιδιά τους τη δυνατότητα να προχωρήσουν σε μια καλύτερη ζωή.
Η σκαρπαρική, το βιολί και το ψάρεμα ήταν τρεις διαφορετικοί κόσμοι. Για τον Χαμπή, όμως, ήταν τρεις τρόποι ζωής.
ΑΓΑΘΟΚΛΗΣ ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ – Ο ΚΩΜΟΔΡΟΜΟΣ
Ο κωμοδρόμος, αλλιώς σιδηρουργός ή σιδεράς, ήταν ο τεχνίτης που κατασκεύαζε με τα χέρια του ό,τι χρειαζόταν από μέταλλο, κυρίως από σίδερο.
Στο εργαστήριό του υπήρχε μια μεγάλη εστία με αναμμένα κάρβουνα. Με τη φυσούνα φυσούσε αέρας στη φωτιά, ώστε να διατηρείται δυνατή και σε υψηλή θερμοκρασία. Εκεί ζέσταινε τα κομμάτια του σιδήρου μέχρι να κοκκινίσουν και να γίνουν εύπλαστα. Στη συνέχεια, με μια μεγάλη τανάλια, τα έπιανε και τα τοποθετούσε πάνω στο αμόνι.
Με δυνατά χτυπήματα του βαριού σφυριού επεξεργαζόταν το πυρωμένο μέταλλο και του έδινε το σχήμα που επιθυμούσε. Ήταν σκληρή εργασία, που απαιτούσε μεγάλη σωματική δύναμη και αντοχή. Τα σίδερα ήταν βαριά, τα χτυπήματα αδιάκοπα και η θερμότητα μέσα στο εργαστήριο πολλές φορές αφόρητη.
Ο Αγαθοκλής ήταν επαγγελματίας σιδεράς και, εξαιτίας του επαγγέλματός του, έμεινε γνωστός με το επίθετο Κωμοδρόμος.
Ήρθε στη Χλώρακα από την Καλλέπια και ενυμφεύθη την Τσιυρκακού Ταπακούδη. Αργότερα εγκαταστάθηκε στο παλιό Κτήμα, όπου έφτιαξε ένα μικρό μαγαζάκι στην οδό Φελάχογλου. Εκεί εργάστηκε ως κωμοδρόμος μέχρι τα βαθιά του γεράματα.
Ήταν ένας πανύψηλος άνθρωπος με μεγάλη μυϊκή δύναμη, ακριβώς ό,τι χρειαζόταν για να μπορεί να ασκεί το σκληρό επάγγελμα του μεταλλουργού. Τα χέρια του ήταν το βασικό του εργαλείο και η δύναμή του απαραίτητη για να δαμάζει το πυρωμένο σίδερο.
Δούλεψε σε εποχές φτωχές και σκληρές, γεμάτες μιζέρια. Από το ένα χάραμα μέχρι το άλλο βρισκόταν στο εργαστήριό του, δουλεύοντας για ένα κομμάτι ψωμί. Η ζωή του ήταν κόπος, φωτιά, σίδερο και ιδρώτας.
Παρ’ όλα αυτά, όσοι τον γνώρισαν τον θυμούνται ως έναν κεβεζέ και χαρούμενο άνθρωπο. Δεν άφηνε την κούραση της εβδομάδας να του στερήσει τη χαρά της ζωής. Τις Κυριακές, αντί να αναπαύεται, έβγαινε στα πανηγύρια και στους γάμους.
Εκεί, υπό τον ήχο των βιολιών και των λαγούτων, χόρευε ακατάπαυστα. Ήταν καλός χορευτής και ιδιαίτερα αγαπούσε τον χορό «Νικολή, να μ’ ανάψεις δεν μπορείς», έναν χορό που ήταν τότε της μόδας.
Σήμερα ο χορός αυτός έχει μείνει κυρίως ως μέρος της παράδοσης και παρουσιάζεται από λαογραφικά συγκροτήματα σε διάφορες πολιτιστικές εκδηλώσεις. Για τον Αγαθοκλή, όμως, δεν ήταν μουσειακό κομμάτι της παράδοσης. Ήταν ένας ζωντανός χορός, ένας τρόπος να χαρεί και να ξεχάσει για λίγο τη σκληρή καθημερινότητα.
Έτσι ήταν οι άνθρωποι εκείνης της εποχής. Την ημέρα πάλευαν με τη φωτιά και το σίδερο και το βράδυ κουβαλούσαν την κούρασή τους στο σπίτι. Όταν όμως ερχόταν η Κυριακή, έβαζαν στην άκρη τον μόχθο και έβγαιναν να χαρούν.
Ο Αγαθοκλής Κωμοδρόμος έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων όχι μόνο ως ο δυνατός σιδεράς που δάμαζε το πυρωμένο μέταλλο πάνω στο αμόνι, αλλά και ως ο χαρούμενος άνθρωπος που, παρά τη φτώχεια και τη σκληρή ζωή, ήξερε να χαμογελά, να γλεντά και να χορεύει.
Και ίσως αυτή να ήταν η μεγαλύτερη δύναμή του: μπορούσε να σηκώνει το βαρύ σφυρί πάνω από το αμόνι, αλλά μπορούσε την Κυριακή να σηκώνει και τα πόδια του στον χορό.
ΓΙΩΡΚΑΣ, ΤΕΛΑΛΗΣ – ΤΣΑΜΠΑΖΗΣ
Ο Γιώρκας ήταν ψηλός, λεπτός και, με τη μακριά βράκα που φορούσε, φάνταζε ακόμη πιο επιβλητικός και ψηλότερος. Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιωρκής, όμως όλοι τον γνώριζαν με το παρατσούκλι του. Ακόμη και το επίθετό του ξεχάστηκε με τα χρόνια, καθώς το όνομα που του έδωσε η κοινωνία, μαζί με το επάγγελμά του, επικράτησε τόσο πολύ, ώστε έγινε η ταυτότητά του.
Ήταν ο Γιώρκας ο Τελάλης, ένας από τους πιο γνωστούς τελάληδες της Χλώρακας αλλά και ολόκληρης της επαρχίας Πάφου. Όλοι τον γνώριζαν και όλοι ήξεραν πού θα τον βρουν όταν χρειάζονταν τις υπηρεσίες του.
Ο τελάλης ήταν ο άνθρωπος που, έναντι αμοιβής, ανακοίνωνε δημόσια τα μαντάτα, τις αποφάσεις και τα φιρμάνια των αρχών. Ήταν, ταυτόχρονα, διαλαλητής εμπορευμάτων των πραματευτάδων και δημοπράτης σε αγοραπωλησίες.
Σε μια εποχή χωρίς ραδιόφωνο, τηλεόραση, διαδίκτυο και μέσα μαζικής ενημέρωσης, η δυνατή φωνή του τελάλη ήταν το μέσο με το οποίο η είδηση έφθανε από στόμα σε στόμα και από γειτονιά σε γειτονιά.
Η αξία ενός τελάλη εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από τη δύναμη της φωνής του, αλλά και από τον τρόπο με τον οποίο ανακοίνωνε τα φιρμάνια, διαλαλούσε τα εμπορεύματα ή έκανε τις δημοπρασίες. Όσο πιο δυνατή και καθαρή ήταν η φωνή του και όσο πιο παραστατικά έκανε τη δουλειά του, τόσο μεγαλύτερη ήταν και η προτίμηση των αρχών και των πολιτών προς το πρόσωπό του.
Ο ντελάλης έβαζε την παλάμη του μπροστά στο στόμα σαν χωνί και έπαιρνε τους δρόμους και τις γειτονιές φωνάζοντας τις ανακοινώσεις του. Άλλοτε ανέβαινε πάνω σε ένα κασόνι, ώστε να βρίσκεται ψηλότερα από τους γύρω του και να τον βλέπουν και να τον ακούν όλοι, και από εκεί διαλαλούσε το μήνυμά του.
Πριν από την εποχή των σύγχρονων μέσων επικοινωνίας, ο τελάλης ήταν ουσιαστικά η δημόσια φωνή του χωριού. Όταν κάτι έπρεπε να μάθουν όλοι, έπρεπε να ακουστεί η φωνή του.
Ο Γιώρκας ο Τελάλης από τη Χλώρακα ήταν καλός στη δουλειά του και από αυτήν ζούσε την οικογένειά του. Ήξερε να ανακοινώνει, ήξερε να φωνάζει και, κυρίως, είχε τη φωνή που απαιτούσε το επάγγελμα.
Τον θυμάμαι να κάθεται με τις ώρες στο καφενείο, από το πρωί μέχρι το βράδυ. Αυτό απαιτούσε, άλλωστε, το επάγγελμά του. Εκεί τον συναντούσαν χωριανοί αλλά και ξένοι που ήθελαν να του αναθέσουν κάποια δουλειά.
Εκεί βρισκόταν και το κοινοτικό τηλέφωνο. Από αυτό τον καλούσε ο βοηθός Έπαρχου, όταν υπήρχαν ανακοινώσεις της κυβέρνησης που έπρεπε να γνωστοποιηθούν στο κοινό. Ο Γιώρκας άκουγε το μήνυμα και ύστερα έβγαινε στους δρόμους για να το διαλαλήσει.
Έτσι, το καφενείο έγινε για χρόνια το δεύτερο σπίτι του. Η ίδια καρέκλα, το ίδιο τραπέζι, οι ίδιοι άνθρωποι και η ίδια αναμονή για κάποια δουλειά. Εκεί περίμενε όποιον θα ερχόταν να του αναθέσει μια ανακοίνωση, μια δημοπρασία ή κάποια άλλη εργασία.
Τον θυμάμαι ακόμη και στα βαθιά του γεράματα, όταν πλέον δεν είχε ανάγκη από δουλειά, αφού είχε συνταξιοδοτηθεί. Κι όμως, δεν εγκατέλειψε ποτέ τη συνήθειά του.
Συνέχισε να κάθεται στην ίδια καρέκλα, στο ίδιο καφενείο, όπως έκανε τόσα και τόσα χρόνια. Και, σαν να μην είχε αλλάξει τίποτε στη ζωή του, συνέχισε να είναι ο ίδιος Γιώρκας ο Τελάλης μέχρι το τέλος της ζωής του.
Το επάγγελμα είχε πλέον σχεδόν χαθεί, όμως ο ίδιος δεν χρειάστηκε ποτέ να αλλάξει όνομα. Ο Γιώρκας ήταν για όλους ο Τελάλης και ο Τελάλης ήταν ο Γιώρκας.
Κάποτε οι άνθρωποι χρειάζονταν μια δυνατή φωνή για να μάθουν τα νέα του κόσμου. Και η φωνή εκείνη ήταν η φωνή του τελάλη.
Στη Χλώρακα, για πολλά χρόνια, ήταν η φωνή του Γιώρκα.
ΚΩΣΤΗΣ ΤΟΥ ΟΞΕΙΑ – ΓΕΩΡΓΟΣ, ΖΕΥΓΟΛΑΤΗΣ
Ο γεωργός ασχολείται με την καλλιέργεια της γης, των φυτών και των λαχανικών. Καλλιεργεί τα χωράφια του, παράγει γεωργικά και κηπευτικά προϊόντα και στη συνέχεια τα διαθέτει προς πώληση.
Παλαιότερα, η γεωργική εργασία γινόταν σχεδόν εξολοκλήρου με τα χέρια και με απλά εργαλεία. Πρώτα ο γεωργός όργωνε το χώμα, ύστερα έσπερνε τον σπόρο ή μεταφύτευε τα φυτά και ακολούθως, σε τακτά χρονικά διαστήματα, τα πότιζε και τα περιποιόταν μέχρι να έρθει η ώρα της συγκομιδής.
Για το όργωμα χρησιμοποιούσε το άροτρο, ενώ για τις διάφορες καλλιεργητικές εργασίες χρησιμοποιούσε τσάπες, θκιαφηστήρια για το ψέκασμα, κλαδευτήρια και άλλα χειροκίνητα εργαλεία. Για την άρδευση χρησιμοποιούνταν αλακάτια, αυλάκια και αυλακές, με τα οποία διοχετευόταν το νερό στα χωράφια.
Στη σύγχρονη εποχή όλα αυτά άλλαξαν. Ο γεωργός χρησιμοποιεί ηλεκτρικές αντλίες και τουρμπίνες, πλαστικούς σωλήνες με πέκα, μηχανές σποράς, τρακτέρ, θεριστικές και αλωνιστικές μηχανές και πολλά άλλα σύγχρονα μέσα, που κάνουν τη γεωργική εργασία γρηγορότερη και ευκολότερη.
Μέχρι τη δεκαετία του 1960, όμως, σχεδόν όλοι οι κάτοικοι των χωριών ασχολούνταν με τη γεωργία, είτε ως κύριο επάγγελμα είτε ως πάρεργο. Η γη αποτελούσε τη βασική πηγή εισοδήματος και η καλλιέργειά της ήταν δεμένη με την ίδια την επιβίωση της οικογένειας.
Το όργωμα των χωραφιών γινόταν με το αλέτρι, δηλαδή το άροτρο, και ονομαζόταν «ζευκάρι». Η ονομασία προερχόταν από το ζευγάρι των βοδιών που έσερνε το άροτρο.
Οι ζευγάδες όργωναν με το ξύλινο αλέτρι, το οποίο συνήθως έσερναν δύο βόδια. Ο ζευγολάτης ήταν ο γεωργός που αναλάμβανε το όργωμα, κυρίως στα δικά του χωράφια και στα χωράφια συγγενών του, αλλά κάποτε και σε χωράφια άλλων ανθρώπων, έναντι αμοιβής.
Ο ζευγολάτης γνώριζε καλά τα βόδια του. Έπρεπε να ξέρει πότε να τα σταματήσει, πότε να τα στρέψει και πότε να τα πιέσει να προχωρήσουν. Έπρεπε, επίσης, να γνωρίζει το χώμα, γιατί κάθε χωράφι είχε τις δικές του δυσκολίες. Η τέχνη του οργώματος απαιτούσε εμπειρία, δύναμη και υπομονή.
Το επάγγελμα του ζευγολάτη έχει πλέον εξαφανιστεί. Το όργωμα γίνεται σήμερα με τρακτέρ και σύγχρονα γεωργικά μηχανήματα και ελάχιστοι άνθρωποι γνωρίζουν πια πώς δούλευε ο παλιός ξυλόαροτρος.
Ενθυμούμαι, όμως, από τη δεκαετία του 1960 τον γείτονά μου, τον Κωστή Σπύρου, που είχε ένα ζευγάρι βόδια και ένα άροτρο. Τον θυμάμαι να οργώνει τα χωράφια του για να σπείρει, αλλά και για να βγάλει τις πατάτες από το χώμα. Εμείς, μικρά παιδιά τότε, πηγαίναμε και μαζεύαμε τις πατάτες που έβγαζε το αλέτρι στην επιφάνεια.
Θυμάμαι ακόμη πως, όταν το χώμα ήταν βαθύ και το αλέτρι δυσκολευόταν να το σκίσει, έβαζε ένα από εμάς τα παιδιά να στεκόμαστε πάνω στο αλέτρι, στη θέση κοντά στο υνί, ώστε με το βάρος μας να μπαίνει βαθύτερα στο χώμα και να ανοίγει πιο βαθιά το αυλάκι.
Για εμάς τα παιδιά ήταν ένα παιχνίδι. Για τον Κωστή, όμως, ήταν δουλειά και αγώνας. Κάθε αυλάκι που άνοιγε στο χωράφι ήταν μέρος της προσπάθειας να εξασφαλίσει το ψωμί της οικογένειάς του.
Κάποιες χρονιές, όταν η σπορά, εξαιτίας της ξηρασίας, δεν έδινε εισόδημα, ο θείος Κωστής αναγκαζόταν να πάρει δύσκολες αποφάσεις. Κάποτε χρειάστηκε να πουλήσει το ένα από τα δύο βόδια του για να μπορέσει να θρέψει τα παιδιά του.
Το ζευγάρι είχε πλέον γίνει μονό. Και επειδή χωρίς δεύτερο ζώο δεν μπορούσε να συνεχίσει κανονικά το όργωμα, αναγκάστηκε στη θέση του βοδιού να ζέψει τον γάιδαρο.
Ο γάιδαρος, όμως, δεν ήταν υπάκουος όπως το βόδι. Γι’ αυτό κάποιος έπρεπε να τον κρατά από τη μουτταρκά και να τον καθοδηγεί, ώστε να ακολουθεί την πορεία του άλλου ζώου και να μπορεί το αλέτρι να προχωρεί μέσα στο χώμα.
Ήταν μια εικόνα της φτώχειας εκείνης της εποχής. Το βόδι δεν ήταν απλώς ένα ζώο. Ήταν εργαλείο δουλειάς, περιουσία και πολλές φορές η ίδια η δύναμη που κρατούσε όρθια μια οικογένεια. Όταν η ανάγκη ανάγκαζε τον άνθρωπο να το πουλήσει, έχανε μαζί του ένα σημαντικό μέρος της δυνατότητάς του να καλλιεργήσει τη γη.
Και όταν, με το καλό, γεννούσε το άλλο βόδι, ο Κωστής δεν το πουλούσε για σφαγή. Το ανάγιωνε με υπομονή, περιμένοντας να μεγαλώσει και να γίνει αρκετά δυνατό, ώστε να αναπληρώσει εκείνο που είχε αναγκαστεί να πουλήσει στις δύσκολες μέρες.
Έτσι συνεχιζόταν ο κύκλος της ζωής. Το ζευγάρι των βοδιών, το αλέτρι, ο γεωργός και η γη ήταν δεμένα μεταξύ τους. Αν έλειπε ένα από αυτά, η καλλιέργεια δυσκόλευε και η οικογένεια κινδύνευε να στερηθεί το ψωμί της.
Την τελευταία φορά που θυμάμαι να είδα τον Κωστή να οργώνει ήταν το 1966. Ήμουν τότε στην Τετάρτη Δημοτικού.
Σήμερα, όταν βλέπω ένα σύγχρονο τρακτέρ να οργώνει ένα χωράφι μέσα σε λίγη ώρα, δυσκολεύομαι να φανταστώ τον κόπο εκείνων των ανθρώπων. Ένα ζευγάρι βόδια, ένα ξύλινο αλέτρι και ένας άνθρωπος πίσω τους χρειάζονταν ολόκληρη μέρα για να κάνουν μια δουλειά που σήμερα γίνεται σε ελάχιστο χρόνο.
Κι όμως, εκείνο το αλέτρι που έσκιζε αργά τη γη δεν όργωνε μόνο το χωράφι. Όργωνε μαζί του και τη ζωή μιας ολόκληρης εποχής. Μιας εποχής όπου ο άνθρωπος είχε λίγα μέσα, αλλά μεγάλη υπομονή, και όπου η γη, τα ζώα και τα χέρια του ήταν ολόκληρη η περιουσία του.
Ο ΛΑΟΥΤΑΡΗΣ
Ο Αντωνής Αχιλλέως Βλόκκος ήταν πασίγνωστος και σπουδαίος βιολάρης από τη Χλώρακα. Έπαιζε σε γάμους, πανηγύρια, συγκεντρώσεις και κάθε λογής εκδηλώσεις, όπου τον καλούσαν. Η μουσική ήταν το κύριο επάγγελμά του, ενώ παράλληλα διατηρούσε και καφενείο ως πάρεργο.
Με το βιολί του έγινε ξακουστός σε ολόκληρη την Κύπρο. Το ίδιο όνομα απέκτησαν αργότερα και οι τρεις γιοι του, οι οποίοι ακολούθησαν το επάγγελμα του μουσικού και συνέχισαν την οικογενειακή παράδοση.
Για λαουτάρη που να τον συνοδεύει, ο Αντωνής απασχολούσε τον μικρότερο γιο του, τον Γιαννή. Ο ίδιος τον δίδαξε την τέχνη του λαούτου και τον μύησε στα μυστικά του οργάνου. Ο Γιαννής εξελίχθηκε αργότερα σε σπουδαίο οργανοπαίκτη και, εγκαταλείποντας το λαούτο, μεταπήδησε στο μπουζούκι.
Όπως και σήμερα, έτσι και τα παλιά χρόνια οι καλοί λαουτάρηδες ήταν δυσεύρετοι. Το λαούτο χρησιμοποιούνταν κυρίως ως συνοδευτικό όργανο και γι’ αυτό οι περισσότεροι μουσικοί προτιμούσαν τα σολιστικά όργανα, τα οποία είχαν πρωτεύοντα ρόλο σε μια μουσική κομπανία.
Το ίδιο συνέβη και με τον Γιαννή. Ξεκίνησε από το λαούτο, αλλά αργότερα στράφηκε στο μπουζούκι, ένα όργανο που του έδινε μεγαλύτερη δυνατότητα να αναδειχθεί ως σολίστας.
Έτσι, ο Γιαννής έμελλε να γίνει ο τελευταίος λαουτάρης της Χλώρακας. Από τότε πέρασαν δεκαετίες και κανένας άλλος από το χωριό δεν ακολούθησε την τέχνη του λαουτάρη.
Το λαούτο στους κυπριακούς γάμους
Στην Κύπρο, μέχρι περίπου το 2000, δύσκολα εννοούνταν γάμος χωρίς μουσικά όργανα. Τα απαραίτητα όργανα της παραδοσιακής κομπανίας ήταν κυρίως το βιολί και το λαούτο.
Με την πάροδο του χρόνου, όμως, και καθώς άλλαζαν τα γούστα και προόδευε η μουσική, αυξήθηκαν τόσο ο αριθμός των μουσικών όσο και τα όργανα που χρησιμοποιούνταν. Το μπουζούκι έγινε σταδιακά το κυρίαρχο όργανο, ενώ το βιολί παρέμεινε κυρίως για το παραδοσιακό μέρος του γάμου και ιδιαίτερα για το στόλισμα του αντρογύνου.
Για τη διασκέδαση και τον χορό των καλεσμένων επικράτησαν σταδιακά τα νεότερα μουσικά όργανα.
Χειρότερη τύχη, όμως, είχε το λαούτο. Το παραδοσιακό αυτό όργανο αντικαταστάθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κιθάρα και το αρμόνιο και έμεινε σταδιακά στο περιθώριο. Ένα όργανο που για αιώνες συνόδευσε τη φωνή και το βιολί, βρέθηκε σχεδόν ξεχασμένο.
Κι όμως, το λαούτο είναι ένα όμορφο έγχορδο όργανο, με ιδιαίτερο και γλυκό ηχόχρωμα. Χρησιμοποιείται κυρίως ως συνοδευτικό, μπορεί όμως να σταθεί και ως σολιστικό όργανο, ιδιαίτερα στα χέρια ενός καλού μουσικού. Η ιδιαίτερη ακουστική του οφείλεται, μεταξύ άλλων, στο μεγάλο σκάφος του και στον τρόπο με τον οποίο είναι κατασκευασμένο, ώστε να αντηχεί και να γεμίζει τον χώρο με τον ήχο του.
Στην παράδοση του ελληνικού τραγουδιού, από τα ακριτικά τραγούδια και το έπος του Διγενή Ακρίτα μέχρι τον Ερωτόκριτο του Κορνάρου και το δημοτικό τραγούδι, το λαούτο, είτε μόνο του είτε συνοδεύοντας τη φωνή, υπήρξε ένα από τα όργανα που μπορούσαν να αποδώσουν τα λεπτότερα και ευγενέστερα συναισθήματα του ανθρώπου.
Το λαούτο στα χρόνια της Τουρκοκρατίας
Στους αιώνες κατά τους οποίους η Κύπρος βρισκόταν υπό την κυριαρχία ξένων κατακτητών, και ιδιαίτερα κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, το βιολί και το λαούτο κατείχαν σημαντική θέση στη μουσική ζωή του τόπου.
Η μουσική δεν γνώριζε θρησκευτικά και κοινωνικά σύνορα. Οι Κύπριοι μουσικοί καλούνταν να παίξουν όχι μόνο στους γάμους και στις γιορτές των Ελλήνων Κυπρίων, αλλά και στις τελετές των μουσουλμάνων κατοίκων του νησιού.
Οι Τούρκοι, ιδιαίτερα στους γάμους, καλούσαν συχνά Έλληνες Κυπρίους μουσικούς, οι οποίοι έναντι αμοιβής συνόδευαν το αντρόγυνο και τη γαμήλια πομπή με τα παραδοσιακά τους όργανα.
Από εκείνα τα χρόνια σώζεται στη Χλώρακα μια παλιά ιστορία, που πέρασε από στόμα σε στόμα και έφτασε μέχρι τις μέρες μας.
Η φωνή του λαουτάρη στον Ελληνόσπηλιο
Λέγεται πως κάποτε, στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κάποιοι καταζητούμενοι Χλωρακιώτες, κυνηγημένοι από Τούρκους στρατιώτες, κρύφτηκαν σε ένα σπήλαιο, τον αρχαίο Ελληνόσπηλιο του Λεωνίδα.
Πάνω από το σπήλαιο περνούσε ένας δρόμος. Μια μέρα από εκεί πέρασε μια τουρκική γαμήλια πομπή, με το αντρόγυνο και τους Κύπριους μουσικούς που το συνόδευαν.
Μέσα στο σπήλαιο, μαζί με τους κατατρεγμένους, βρισκόταν και μια γυναίκα με το μικρό μωρό της.
Την ώρα που η γαμήλια πομπή περνούσε πάνω από το σπήλαιο, το μωρό άρχισε να κλαίει.
Το κλάμα του ακούστηκε έξω.
Για μια στιγμή ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Αν οι Τούρκοι στρατιώτες που συνόδευαν την πομπή άκουγαν το κλάμα και αντιλαμβάνονταν από πού ερχόταν, οι κρυμμένοι άνθρωποι θα ήταν χαμένοι.
Ευτυχώς, το κλάμα το άκουσαν πρώτοι οι μουσικοί.
Κατάλαβαν αμέσως τον κίνδυνο και θέλησαν να προειδοποιήσουν τη μητέρα χωρίς να κινήσουν υποψίες.
Έτσι, μέσα στον ήχο της μουσικής και ενώ η πομπή προχωρούσε, άρχισαν να τραγουδούν δυνατά:
«Για βύζαστο, για βούλλωστο,
για βάρ’ το, κάτσε πάνω!»
Η γυναίκα μέσα στο σπήλαιο κατάλαβε αμέσως το μήνυμα.
Πήρε το μωρό στην αγκαλιά της και το έκανε να σωπάσει.
Η πομπή συνέχισε τον δρόμο της και οι κατατρεγμένοι παρέμειναν κρυμμένοι.
Δεν γνωρίζουμε αν το περιστατικό συνέβη ακριβώς όπως διασώθηκε στην παράδοση. Τέτοιες ιστορίες, άλλωστε, ταξιδεύουν μέσα στον χρόνο και κάθε γενιά μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει κάτι από την αρχική αφήγηση.
Όμως η ιστορία αυτή έχει κάτι πολύ όμορφο και συμβολικό: μέσα στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς, ένας μουσικός χρησιμοποίησε τη μουσική όχι μόνο για να διασκεδάσει τους ανθρώπους, αλλά και για να σώσει ανθρώπινες ζωές.
Και η φωνή του, κρυμμένη μέσα στο τραγούδι, έγινε μήνυμα σωτηρίας.
Ίσως γι’ αυτό αξίζει να θυμόμαστε το λαούτο και τους παλιούς λαουτάρηδες. Δεν ήταν απλώς μουσικοί που συνόδευαν τα γλέντια και τους γάμους. Ήταν άνθρωποι μιας εποχής όπου η μουσική αποτελούσε μέρος της καθημερινής ζωής, της χαράς, της λύπης, της παράδοσης και κάποτε ακόμη και της ίδιας της επιβίωσης.
Και στη Χλώρακα, ο τελευταίος κρίκος αυτής της παλιάς αλυσίδας ήταν ο Γιαννής, ο λαουτάρης που έμαθε την τέχνη από τον πατέρα του, τον ξακουστό βιολάρη Αντωνή Αχιλλέως Βλόκκο.
Ο ΠΑΡΠΕΡΗΣ
Οι κουρείς στα παλιά χρόνια ασκούσαν συχνά παράλληλα και άλλες δραστηριότητες, όπως του μουσικού, αλλά και του πρακτικού θεραπευτή. Το επάγγελμα του παρπέρη συνδέεται ιστορικά με το επάγγελμα του κουρέα και με τις παλαιότερες πρακτικές περιποίησης και θεραπείας του σώματος. Κατά τον Μεσαίωνα, οι κουρείς, ιδιαίτερα σε ορισμένες ευρωπαϊκές περιοχές, ασχολούνταν όχι μόνο με το κούρεμα και το ξύρισμα, αλλά και με απλές χειρουργικές ή θεραπευτικές πράξεις.
Ο παρπέρης ήταν ο τεχνίτης που ασχολείτο κυρίως με την περιποίηση των ανδρών, το κούρεμα των μαλλιών, το ξύρισμα και την περιποίηση του προσώπου. Το επάγγελμα ήταν κατεξοχήν ανδρικό, αφού και η πελατεία των κουρείων αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από άνδρες.
Μέχρι και τις πρώτες δεκαετίες του εικοστού αιώνα, τα μικρά κουρεία των χωριών μπορούσαν να βρίσκονται ακόμη και μέσα ή δίπλα στα καφενεία. Το κουρείο ήταν ένας μικρός χώρος, συνήθως με έναν καθρέφτη, μια καρέκλα, μια λεκάνη, τα ξυράφια, τα ψαλίδια και τα υπόλοιπα σύνεργα του μπαρμπέρη.
Ένας από τους γνωστούς παρπέρηδες της Χλώρακας ήταν ο Κόκος Αλξίου.
Από αμούστακο ακόμη παιδάκι θήτευσε κοντά σε περιώνυμο μπαρμπέρη της Πάφου και έμαθε την τέχνη «στην τρίχα». Έμαθε να χειρίζεται το ψαλίδι και το ξυράφι με επιδεξιότητα και, όταν μεγάλωσε, άρχισε να ασκεί το επάγγελμα μόνος του.
Με το μικρό του βαλιτσάκι περιδιάβηκε πολλά χωριά της επαρχίας Πάφου. Τότε ο παρπέρης δεν περίμενε πάντοτε τον πελάτη να έρθει στο κουρείο. Πήγαινε ο ίδιος όπου τον καλούσαν.
Ιδιαίτερα αξέχαστες ήταν οι μέρες των γάμων. Με το βαλιτσάκι του στο χέρι έφθανε στο σπίτι του γαμπρού και, υπό τον ήχο των βιολιών και των λαγούτων, αναλάμβανε να τον ξυρίσει και να τον καλλωπίσει πριν από τη γαμήλια πομπή.
Εκείνη την ώρα το ξύρισμα δεν ήταν απλώς μια συνηθισμένη καθημερινή περιποίηση. Ήταν μέρος της ιεροτελεστίας του γάμου. Ο γαμπρός καθόταν ανάμεσα στους συγγενείς και στους φίλους του, οι μουσικοί έπαιζαν και ο παρπέρης, με το ξυράφι στο χέρι, τον ετοίμαζε για τη μεγάλη στιγμή της ζωής του.
Ο Κόκος Αλξίου είχε μικρό μαγαζί στην πόλη της Πάφου, όπου ασκούσε το επάγγελμά του όλες τις καθημερινές. Είχε, όμως, και ένα μικρό κουρείο στη Χλώρακα, στη μικρή πλατεία, δίπλα στα καφενεία.
Κάθε Κυριακή, ιδιαίτερα τις πολύ πρωινές ώρες, πριν ακόμη χτυπήσει η καμπάνα για τη δοξολογία, ορισμένοι πιστοί περνούσαν από το κουρείο του. Πριν μπουν στην εκκλησία, ήθελαν να είναι περιποιημένοι και ξυρισμένοι. Έτσι, το κουρείο γινόταν για λίγο σταθμός πριν από την εκκλησιά.
Οι άνθρωποι εκείνης της εποχής έδιναν μεγάλη σημασία στην εμφάνισή τους όταν πήγαιναν στην εκκλησία. Ένα καθαρό πουκάμισο, ένα καλό παντελόνι και ένα φρεσκοξυρισμένο πρόσωπο θεωρούνταν μέρος της ευπρέπειας της Κυριακής.
Ο Κόκος, όμως, όπως και πολλοί άνθρωποι εκείνης της εποχής, δεν περιορίστηκε σε ένα μόνο επάγγελμα. Κατά καιρούς ασχολήθηκε και με το επάγγελμα του φορτηγατζή, άλλοτε ως πάρεργο και άλλοτε ως κύρια εργασία. Ήταν μια εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος του μεροκάματου έπρεπε να γνωρίζει περισσότερες από μία τέχνες, ώστε να μπορεί να εξασφαλίζει το ψωμί της οικογένειάς του.
Με τα χρόνια, όμως, η οικονομία άλλαξε και το επάγγελμα του φορτηγατζή έγινε ολοένα και πιο δύσκολο και λιγότερο συμφέρον. Έτσι, ο Κόκος παρέμεινε τελικά στο μπαρμπέρικο, την τέχνη που είχε μάθει από μικρό παιδί και την οποία γνώριζε καλύτερα από κάθε άλλη.
Σήμερα παραμένει ο μοναδικός κουρέας στη Χλώρακα. Κι αυτό έχει τη δική του σημασία, αν αναλογιστεί κανείς πως παλαιότερα στο χωριό υπήρχαν περισσότερα από πέντε μπαρμπέρικα.
Τα κουρεία λιγόστεψαν, όπως λιγόστεψαν και πολλά από τα παλιά επαγγέλματα. Άλλαξαν οι συνήθειες, άλλαξαν οι άνθρωποι και άλλαξε ο τρόπος ζωής.
Έμειναν όμως οι παλιοί μπαρμπέρηδες στη μνήμη μας, με τα ψαλίδια, τα ξυράφια, τις λευκές πετσέτες και τις μικρές τους καρέκλες. Και ανάμεσά τους ο Κόκος Αλξίου, που από αμούστακο παιδί έμαθε την τέχνη «στην τρίχα» και την κράτησε ζωντανή για μια ολόκληρη ζωή.
Ο ΧΕΙΡΟΠΡΑΚΤΗΣ
Τα παλιότερα χρόνια, σε κάποια τυχερά μέρη, υπήρχε και ένας πρακτικός γιατρός ή μια μαμμή. Δεν ήταν άνθρωποι σπουδασμένοι με διπλώματα και πτυχία. Ήταν απλοί άνθρωποι, που είχαν το χάρισμα, την εμπειρία και τη θέληση να βοηθούν τους αρρώστους και να ξεγεννούν τις έγκυες γυναίκες.
Ο πρακτικός γιατρός έπρεπε πρώτα απ’ όλα να έχει το χάρισμα, αλλά και γνώσεις, ιδίως της ανατομίας του ανθρώπινου σώματος. Πολλοί γνώριζαν επίσης την ανατομία των ζώων, αφού οι άνθρωποι εκείνης της εποχής είχαν ανάγκη από βοήθεια όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για τα ζώα τους.
Από σπασμένο χέρι ή πόδι μέχρι στραμπούλιγμα και «νευροκαβαλίκεμα», προσπαθούσαν να θεραπεύσουν κάθε λογής πάθηση. Ασχολούνταν με τις ασθένειες των μικρών παιδιών, τα σπυράκια, τον ίκτερο, την πίεση, την ανορεξία και πολλές άλλες αρρώστιες που ταλαιπωρούσαν τους ανθρώπους.
Με την αφή, με κατάλληλες κινήσεις των χεριών, με φυσικά βότανα και αλοιφές, καθώς και με διάφορα γιατροσόφια που γνώριζαν από την παράδοση, προσπαθούσαν να ανακουφίσουν τους ασθενείς. Συχνά μάλιστα δεν ζητούσαν αμοιβή και δέχονταν μόνο κάποιο μικρό δώρο από εκείνους που είχαν βοηθήσει.
Η φήμη τους απλωνόταν από χωριό σε χωριό και πολλές φορές έφθανε πολύ μακριά. Τους εκτιμούσαν και τους αγαπούσαν, ενώ το κύρος τους στην τοπική κοινωνία ήταν μεγάλο.
Η Χλώρακα είχε την τύχη, κατά τον περασμένο αιώνα, να έχει τη δική της μαμμή, τη Χατηελενούνα, για την οποία γίνεται αναφορά σε άλλο κεφάλαιο, αλλά και έναν χειροπράκτη που απέκτησε φήμη πολύ πέρα από τα όρια του χωριού: τον Αγησίλαο Χατζηγιάννη.
Ο Αγησίλαος Χατζηγιάννης
Ο Αγησίλαος Χατζηγιάννης υπήρξε ένας από τους πιο ξακουστούς πρακτικούς χειροπράκτες-ορθοπεδικούς των παλαιών χρόνων στην Πάφο. Με την τέχνη του, όπως τη γνώριζε και την ασκούσε, προσπαθούσε να ανακουφίζει ανθρώπους που υπέφεραν από κατάγματα, εξαρθρώσεις, μυϊκούς τραυματισμούς και άλλες παθήσεις του μυοσκελετικού συστήματος.
Γεννήθηκε στο χωριό Τάλα της επαρχίας Πάφου το 1903. Ο πατέρας του, Γιάννης Χατζηγιάννης, ξενιτεύτηκε από μικρός στη Μικρά Ασία, όπως έκαναν τότε πολλοί Κύπριοι που αναζητούσαν εργασία σε τόπους με μεγαλύτερες δυνατότητες στη γεωργία.
Στον ελεύθερο χρόνο που είχε, έμαθε την τέχνη του πρακτικού χειροπράκτη. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο και εγκαταστάθηκε ξανά στην Τάλα, ασχολήθηκε με τη γεωργία, ενώ παράλληλα ασκούσε την τέχνη που είχε μάθει στη Μικρά Ασία.
Ο Αγησίλαος γνώρισε από μικρός αυτή την τέχνη παρακολουθώντας τον πατέρα του.
Η πρώτη του ουσιαστική επαφή έγινε, σύμφωνα με την οικογενειακή μαρτυρία, μια μέρα του 1920, όταν ένας ασθενής επισκέφθηκε τον πατέρα του επειδή είχε βγάλει τον ώμο του και υπέφερε πολύ.
Ο πατέρας του Αγησίλαου άρχισε να τον περιποιείται, αλλά δυσκολευόταν να επαναφέρει τον ώμο στη θέση του. Ο Αγησίλαος, που κρυφοκοίταζε από τη μισάνοιχτη πόρτα, του φώναξε:
— «Εν λάθος που μασιέσαι να το βάλεις.»
Ο πατέρας του, κάπως θυμωμένος, του απάντησε:
— «Έλα δα ρε, εσού, πού να μου παίξεις τζαι τον μάστρον!»
Ο Αγησίλαος πλησίασε τότε τον ασθενή και, σύμφωνα με την αφήγηση, με μία μόνο κίνηση κατάφερε να επαναφέρει τον ώμο στη θέση του.
Ο πατέρας του τον ρώτησε πώς γνώριζε την τέχνη.
Κι εκείνος του απάντησε πως τον παρακολουθούσε κρυφά και είχε μάθει κοντά του.
Από εκείνη την ημέρα άρχισε ουσιαστικά η πορεία του Αγησίλαου ως χειροπράκτη.
Γύρω στο 1930 ήρθε στη Χλώρακα, όπου νυμφεύθηκε τη Μαρία Νικολάου και μαζί απέκτησαν εννέα παιδιά. Κύρια ασχολία του ήταν η γεωργία, όμως παράλληλα εξακολούθησε να ασκεί την τέχνη που είχε μάθει από τον πατέρα του.
Ήταν μια εποχή κατά την οποία οι επαγγελματίες ορθοπεδικοί ήταν ελάχιστοι και για τον απλό άνθρωπο η πρόσβαση σε γιατρό δεν ήταν εύκολη. Ο Αγησίλαος είχε φοιτήσει μέχρι την τρίτη τάξη του Γυμνασίου. Παρ’ όλα αυτά, σύμφωνα με τις οικογενειακές μαρτυρίες, είχε μελετήσει την ανατομία του ανθρώπινου σώματος και ιατρικά συγγράμματα, πιθανόν ορισμένα από τα οποία είχε φέρει ο πατέρας του από τη Μικρά Ασία.
Εκείνο όμως που έκανε ιδιαίτερη εντύπωση στους ανθρώπους δεν ήταν μόνο οι γνώσεις του. Ήταν ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπιζε τον ασθενή.
Ήρεμος, γαλήνιος και καλοσυνάτος, ενέπνεε εμπιστοσύνη. Σύμφωνα με όσους τον γνώρισαν, πολλές φορές αρκούσε να ακούσει τον ασθενή και να εξετάσει το πάσχον μέρος για να καταλάβει τι είχε συμβεί.
Πολλοί άνθρωποι πίστευαν πως η ικανότητά του αυτή ήταν θεόσταλτη. Ο ίδιος, όμως, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, δεν εκμεταλλεύτηκε ποτέ τη φήμη του για να πλουτίσει. Προσέφερε τις υπηρεσίες του στον συνάνθρωπό του και συνήθως δεν ζητούσε χρήματα.
Η φήμη του γρήγορα εξαπλώθηκε σε ολόκληρη την Κύπρο.
Μια φορά, σύμφωνα με την οικογενειακή αφήγηση, ένας Τουρκοκύπριος έφερε στη Χλώρακα τη γυναίκα του, η οποία είχε πάθει εξάρθρωση στη γνάθο. Προτού φθάσει στον Αγησίλαο, είχε επισκεφθεί αρκετούς γιατρούς χωρίς αποτέλεσμα. Μάλιστα, όπως αναφέρεται, είχε υποθηκεύσει ολόκληρη την περιουσία του και ετοιμαζόταν να μεταφέρει τη γυναίκα του στη Γερμανία για θεραπεία.
Μόλις την εξέτασε ο Αγησίλαος, προσπάθησε να αποκαταστήσει τη γνάθο της. Η γυναίκα, ανακουφισμένη, έπεσε στα πόδια του και τον προσκυνούσε από ευγνωμοσύνη. Ο άντρας της, γεμάτος χαρά, θέλησε να του προσφέρει ως δώρο μια αγελάδα.
Ο Αγησίλαος όμως δεν δέχτηκε.
Μια άλλη φορά τον κάλεσαν σε τουρκοκυπριακό σπίτι για να βοηθήσει ένα παιδί που είχε τραυματιστεί σοβαρά από τον ιμάντα ενός αλευρόμυλου. Οι γονείς του το είχαν μεταφέρει πρώτα στη Λευκωσία, όπου, σύμφωνα με τη μαρτυρία, οι γιατροί θεωρούσαν την κατάστασή του εξαιρετικά δύσκολη. Σχεδόν όλα τα κόκαλά του ήταν σπασμένα.
Όταν ο Αγησίλαος πήγε στο σπίτι τους, ρώτησε τους γονείς αν το παιδί έτρωγε.
Του απάντησαν πως έτρωγε.
Τότε τους είπε:
— «Μεν φοάστε. Τα κόκαλα εν δουλειά δική μου.»
Τοποθέτησε επιδέσμους και ακινητοποίησε το παιδί στο κρεβάτι. Σύμφωνα με την οικογενειακή μαρτυρία, ύστερα από περίπου έναν μήνα το παιδί είχε αναρρώσει.
Η ιστορία αυτή έμελλε να αποκτήσει ακόμη μεγαλύτερη σημασία πολλά χρόνια αργότερα.
Τον Μάρτιο του 1964, λίγο μετά τις μάχες του Μουττάλλου, ένας Τουρκοκύπριος τηλεφώνησε στο κοινοτικό τηλέφωνο της Χλώρακας και ζήτησε να ειδοποιήσουν τον Αγησίλαο να πάει στον καφενέ του Μουττάλλου, γιατί ένα μικρό παιδί είχε βγάλει τον ώμο του.
Όλοι ήταν ακόμη πανικόβλητοι από τις πρόσφατες συγκρούσεις. Ο Αγησίλαος όμως δεν φοβήθηκε. Γνώριζε πως οι Τουρκοκύπριοι τον εκτιμούσαν και τον εμπιστεύονταν.
Όταν έφθασε στην πλατεία του Μουττάλλου, εκατοντάδες οπλισμένοι Τουρκοκύπριοι τον περικύκλωσαν.
Για μια στιγμή η κατάσταση έμοιαζε απειλητική.
Τότε ένας αξιωματικός παραμέρισε το πλήθος, όρμησε προς τον Αγησίλαο, τον αγκάλιασε και άρχισε να τον φιλά.
Ύστερα γύρισε προς το πλήθος και είπε:
— «Τούτος δαμαί έσωσε μου τη ζωή.»
Ο αξιωματικός ήταν, σύμφωνα με την αφήγηση, το παιδί που είχε τραυματιστεί χρόνια πριν στον αλευρόμυλο.
Η παλιά ευεργεσία είχε επιστρέψει ύστερα από δεκαετίες, μέσα σε μια από τις πιο ταραγμένες στιγμές της κυπριακής ιστορίας.
Ο Αγησίλαος σύχναζε σε ορισμένα γνωστά στέκια, όπου οι άνθρωποι γνώριζαν πως μπορούσαν να τον βρουν και να ζητήσουν τη βοήθειά του. Πολλές φορές φτωχοί άνθρωποι κατέβαιναν από τα χωριά για να τον συναντήσουν και τον έβρισκαν συνήθως στην Περβόλα.
Ο καλοσυνάτος αυτός άνθρωπος λυπόταν να πάρει χρήματα από τους φτωχούς. Και όχι μόνο δεν ζητούσε αμοιβή, αλλά πολλές φορές, όταν έβλεπε πως κάποιος δεν είχε ούτε για το ταξίδι της επιστροφής, έβγαζε χρήματα από την τσέπη του και του πλήρωνε τα αγώγια.
Τα εργαλεία και τα υλικά που χρησιμοποιούσε ήταν απλά: βανούκες, βλαμπάτσες —ασπράδι αβγού ανακατεμένο με πράσινο σαπούνι—, μαξιλαράκια, χαρτόνια και διάφορα άλλα αυτοσχέδια μέσα που ανήκαν στην πρακτική της εποχής.
Τον επισκέπτονταν όμως όχι μόνο φτωχοί άνθρωποι. Πολλοί από τα ανώτερα κοινωνικά στρώματα κατέφευγαν επίσης σε αυτόν.
Κάποτε ένας κύριος έφερε τη σύζυγό του, η οποία είχε τραυματίσει το χέρι της. Όταν ο Αγησίλαος τελείωσε, είπε πως δεν ήθελε χρήματα.
Ο άνθρωπος, όμως, άφησε κρυφά χρήματα πάνω στο τραπέζι και έφυγε.
Η φήμη του Αγησίλαου έφθασε κάποτε μέχρι και τις δικαστικές αίθουσες. Οι ορθοπεδικοί της Πάφου τον κατηγόρησαν ότι ασκούσε το επάγγελμα χωρίς να έχει τα απαιτούμενα προσόντα και ότι τους στερούσε ασθενείς.
Στην πρώτη δίκη, ο Αγησίλαος αναγνώρισε με έκπληξη τον δικαστή. Ήταν ο ίδιος άνθρωπος που είχε φέρει κάποτε τη σύζυγό του για θεραπεία.
Ο δικαστής τον ρώτησε:
— «Είναι αλήθεια, κύριε Αγησίλαε, ότι παίρνεις λεφτά από τους ασθενείς σου;»
— «Όχι.»
Ο δικαστής χαμογέλασε και δεν έδωσε συνέχεια.
Αργότερα όμως οι ορθοπεδικοί τον προσέφυγαν ξανά στη δικαιοσύνη και αυτή τη φορά ο Αγησίλαος καταδικάστηκε σε βαρύ πρόστιμο.
Ο κόσμος όμως που τον αγαπούσε δεν τον άφησε μόνο. Έγιναν έρανοι και συγκεντρώθηκαν χρήματα για να τον βοηθήσουν να πληρώσει το πρόστιμο.
Η υπόθεση τον πλήγωσε βαθιά.
Ορκίστηκε πως δεν θα ασχοληθεί ξανά με την τέχνη του.
Δεν άντεξε όμως για πολύ.
Οι άνθρωποι που υπέφεραν άρχισαν να σχηματίζουν ουρές έξω από το σπίτι του. Η ευαισθησία και η ανθρωπιά του νίκησαν την πίκρα του. Άνοιξε ξανά την πόρτα του σπιτιού του και συνέχισε να δέχεται τους ανθρώπους που ζητούσαν τη βοήθειά του.
Ο Αγησίλαος δεν ασχολείτο μόνο με τους ανθρώπους. Θεράπευε, όπως αναφέρεται στις μαρτυρίες, και ζώα.
Εκείνα τα χρόνια σχεδόν όλοι οι άνθρωποι ασχολούνταν με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Τα βόδια και τα γαϊδούρια ήταν απαραίτητα για τον αγρότη και ένας τραυματισμός ή μια ασθένεια του ζώου μπορούσε να σημαίνει μεγάλη οικονομική καταστροφή για μια οικογένεια.
Όπως γνώριζε την ανατομία του ανθρώπινου σώματος, έτσι, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, γνώριζε και την ανατομία των ζώων.
Μέχρι τα τελευταία χρόνια της ζωής του εξακολουθούσε να δέχεται ασθενείς στο σπίτι του.
Ακόμη και όταν ο ίδιος αρρώστησε βαριά από βρογχοπνευμονία και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, η παλιά του συνήθεια δεν τον εγκατέλειψε.
Μια κυρία πέρασε να του ευχηθεί περαστικά. Εκείνος, συνηθισμένος μια ολόκληρη ζωή να εξετάζει τους άλλους, έπιασε το χέρι της, το έσφιξε και της είπε:
— «Εν μια χαρά το σιέριν σου. Εν έσιει τίποτε.»
Ήταν σαν να μην μπορούσε, ακόμη και μέσα στην αρρώστια του, να πάψει να είναι ο άνθρωπος που ενδιαφερόταν για τον πόνο των άλλων.
Η μεγάλη αυτή μορφή της Χλώρακας έσβησε τον Οκτώβριο του 1985.
Δεν έσβησε όμως από τις καρδιές των ανθρώπων.
Για τους παλαιότερους, ο Αγησίλαος Χατζηγιάννης δεν ήταν απλώς ένας πρακτικός χειροπράκτης. Ήταν ένας άνθρωπος που συνέδεσε τη γνώση με την εμπειρία, την τέχνη με την ανθρωπιά και τη φήμη με την ανιδιοτέλεια.
Ίσως γι’ αυτό και τόσα χρόνια μετά τον θάνατό του εξακολουθούν να διηγούνται τις ιστορίες του.
Γιατί ο Αγησίλαος δεν έμεινε στη μνήμη της Χλώρακας μόνο για όσα ήξερε να κάνει. Έμεινε για τον τρόπο με τον οποίο τα έκανε: χωρίς να λογαριάζει τον άνθρωπο από την τσέπη του, αλλά από τον πόνο του.
Οι πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του Αγησίλαου Χατζηγιάννη προέρχονται από μαρτυρίες του εγγονού του, Δρος Ιωάννη Χριστοδούλου, ορθοπεδικού στο Γενικό Νοσοκομείο Πάφου.
ΠΑΦΙΟΣ Ο ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΟΠΑΙΧΤΗΣ
Ο Καραγκιόζης είναι η κεντρική μορφή του ελληνικού Θεάτρου Σκιών, μέσα από την οποία εκφράστηκαν διαχρονικά η λαϊκή σάτιρα, η φτώχεια, οι καημοί, οι αδικίες, αλλά και η αστείρευτη ευρηματικότητα του απλού ανθρώπου. Το Θέατρο Σκιών, που αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τον λαό, άντλησε τα θέματά του από την καθημερινή ζωή, τα παραμύθια, τις παραδόσεις και την ιστορία, ενώ οι παραστάσεις συνοδεύονταν από μουσική, τραγούδι και πλήθος διαφορετικών φωνών και χαρακτήρων.
Γι’ αυτό ο καραγκιοζοπαίχτης έπρεπε να είναι άνθρωπος με πολλά χαρίσματα. Έπρεπε να μπορεί να μιμείται διαφορετικές φωνές, να αυτοσχεδιάζει, να αφηγείται, να τραγουδά και να κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον των θεατών. Δεν ήταν απλώς ένας χειριστής των φιγούρων πίσω από τον μπερντέ· ήταν ταυτόχρονα ηθοποιός, αφηγητής, τραγουδιστής και δημιουργός.
Σήμερα ελάχιστοι είναι εκείνοι που συνεχίζουν να υπηρετούν αυτή την παλιά λαϊκή τέχνη, προσπαθώντας να τη διατηρήσουν ζωντανή και να προσαρμόσουν τις ιστορίες της στα νέα δεδομένα και στην επικαιρότητα.
Στη Χλώρακα υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Κύπριους καραγκιοζοπαίχτες, ο Χριστόδουλος Πάφιος, μια μορφή που συνέδεσε το όνομά της με το Θέατρο Σκιών και άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά της στον λαϊκό πολιτισμό της Κύπρου.
Γεννήθηκε στη Χλώρακα το 1904 και πέθανε το 1987. Το πραγματικό του επίθετο ήταν Αντωνιάδης, όμως έγινε γνωστός σε ολόκληρη την Κύπρο με το προσωνύμιο Πάφιος, που τελικά επικράτησε και σκέπασε το οικογενειακό του όνομα. Φοίτησε μόνο μέχρι την τετάρτη τάξη του δημοτικού σχολείου και στη συνέχεια ασχολήθηκε κατά καιρούς με διάφορα επαγγέλματα, μεταξύ των οποίων ήταν του ράφτη και του κτίστη.
Από το 1923 άρχισε να εργάζεται συστηματικά ως καραγκιοζοπαίχτης και να δίνει παραστάσεις Θεάτρου Σκιών. Με την τέχνη του Καραγκιόζη είχε γνωριστεί από μικρός, παρακολουθώντας παραστάσεις Ελλαδιτών και Κυπρίων καραγκιοζοπαιχτών, ανάμεσά τους ο Γεράσιμος Κεφαλλονίτης, ο Νίκος Σμυρνιός και ο Αθηνόδωρος Γεωργιάδης.
Έτσι, σιγά σιγά, έμαθε τα μυστικά της τέχνης και έγινε ο ίδιος δημιουργός. Για περισσότερα από πενήντα χρόνια περιδιάβαινε τις πόλεις και τα χωριά της Κύπρου, κουβαλώντας μαζί του τον μπερντέ, τις φιγούρες και τα υπόλοιπα σύνεργά του. Τις φιγούρες μάλιστα τις κατασκεύαζε ο ίδιος, δίνοντάς τους μορφή και χαρακτήρα με τη δική του τέχνη.
Με τις παραστάσεις του ψυχαγώγησε γενιές Κυπρίων. Έπλαθε ιστορίες, παρουσίαζε τους γνωστούς χαρακτήρες του Θεάτρου Σκιών και, μέσα από το γέλιο και τη σάτιρα, σχολίαζε την κοινωνία και την καθημερινότητα της εποχής του. Για τον απλό κόσμο της Κύπρου, η παράσταση του Καραγκιόζη δεν ήταν μόνο διασκέδαση· ήταν ένας τρόπος να γελάσει με τα βάσανά του και, πολλές φορές, να ακούσει πίσω από τα αστεία πράγματα που δεν μπορούσε εύκολα να πει ο ίδιος.
Ο Χριστόδουλος Πάφιος ασχολήθηκε παράλληλα και με τη ζωγραφική και έλαβε μέρος σε ομαδικές εκθέσεις αυτοδίδακτων καλλιτεχνών. Όμως το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του το αφιέρωσε στον μπερντέ και στις φιγούρες του, μέσα από τις οποίες έζησε αμέτρητες περιπέτειες κατά τη μακρόχρονη περιπλάνησή του στην Κύπρο.
Η τέχνη του δεν χάθηκε μαζί του.
Μετά τον θάνατό του, ο εγγονός του, Χριστόδουλος Πάφιος Αντωνέσκος, συνέχισε το έργο του. Ακολουθώντας τα βήματα του παππού του, περιδιάβηκε την Κύπρο αλλά και άλλες χώρες του κόσμου, όπου τον καλούσαν για να παρουσιάσει παραστάσεις Θεάτρου Σκιών.
Θέλοντας μάλιστα να προσφέρει ακόμη περισσότερα στη διάσωση και τη διάδοση αυτής της λαϊκής τέχνης, δημιούργησε στη Χλώρακα ένα Μουσείο Θεάτρου Σκιών, αφιερωμένο στον Καραγκιόζη και στην παράδοση που κληρονόμησε από τον παππού του.
Το Μουσείο στεγάζεται σε παλιό ιδιόκτητο οίκημα, κοντά στην κεντρική πλατεία της Χλώρακας. Το ίδιο αυτό παλιό κτίριο είχε χρησιμοποιηθεί κάποτε από τον πρώτο Χριστόδουλο Πάφιο για τις παραστάσεις του. Έτσι, ο χώρος απέκτησε μια ιδιαίτερη σημασία: εκεί όπου κάποτε στήνονταν ο μπερντές και ακούγονταν οι φωνές του Καραγκιόζη, σήμερα φυλάσσονται οι παλιές φιγούρες και τα αντικείμενα της τέχνης του.
Ο παλιός χώρος μετατράπηκε με αυτόν τον τρόπο σε ένα μικρό θησαυροφυλάκιο μνήμης. Οι φιγούρες, τα σύνεργα και τα αντικείμενα του Θεάτρου Σκιών δεν είναι πλέον απλώς παλιά πράγματα μιας άλλης εποχής. Είναι κομμάτια της λαϊκής μας ιστορίας και μαρτυρούν μια εποχή κατά την οποία ο άνθρωπος μπορούσε να διασκεδάσει με λίγα, να γελάσει με μια χάρτινη φιγούρα και να ξεχάσει για λίγο τις δυσκολίες της ζωής.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη προσφορά του Χριστόδουλου Πάφιου: ότι μέσα από τον μπερντέ του κράτησε ζωντανό ένα κομμάτι της παλιάς Κύπρου.
ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΝΙΚΟΛΑΟΥ – Ο ΠΑΠΛΩΜΑΤΑΣ
Το επάγγελμα του παπλωματά ήταν ένα από τα παλιά χειροτεχνικά επαγγέλματα που, με το πέρασμα του χρόνου, σχεδόν εξαφανίστηκαν. Οι παπλωματάδες ήταν συχνά γυρολόγοι. Περιδιάβαιναν τα χωριά και διαλαλούσαν την τέχνη τους, προσφέροντας στους ανθρώπους μια υπηρεσία απαραίτητη για το νοικοκυριό μιας άλλης εποχής.
Στο εργαστήριό τους, που συνήθως βρισκόταν σε έναν μεγάλο χώρο του σπιτιού, άνοιγαν τα παλιά παπλώματα, έβγαζαν το βαμβάκι που βρισκόταν στο εσωτερικό τους και το «ξεκάτσιαζαν», δηλαδή το αραίωναν και το αφράτευαν. Όταν το βαμβάκι γινόταν και πάλι αφράτο και ομοιόμορφο, το ξανατοποθετούσαν μέσα στο ύφασμα του παπλώματος και το έραβαν, ώστε να αποκτήσει ξανά την αρχική του μορφή.
Ένας από τους τελευταίους τεχνίτες αυτής της παλιάς τέχνης στη Χλώρακα είναι ο Θεμιστοκλής Νικολάου.
Γεννήθηκε το 1950 στην Τάλα και γνώρισε την τέχνη του παπλωματά από πολύ μικρή ηλικία. Μόλις δέκα χρονών, πήγε ως παραγιός κοντά στον σπουδαίο τεχνίτη Λεωνίδα Κκίλη από την Κισσόνεργα και άρχισε να μαθαίνει τα μυστικά της τέχνης.
Στα δεκαεννέα του χρόνια παντρεύτηκε στη Χλώρακα, όπου εγκαταστάθηκε και δημιούργησε το δικό του μικρό εργαστήριο, στην αυλή του σπιτιού του. Από τότε μέχρι σήμερα εξακολουθεί να ασχολείται με την τέχνη που έμαθε παιδί και που αποτέλεσε για ολόκληρη τη ζωή του το επάγγελμά του.
Στο μικρό του εργαστήριο κατασκεύαζε και επιδιόρθωνε στρώματα, παπλώματα και μαξιλάρια. Τα παλιά χρόνια, όταν περιδιάβαινε τα χωριά, αναλάμβανε κυρίως το «ξάσιμο» του βαμβακιού από τα στρώματα και τα μαξιλάρια. Το βαμβάκι, με την πάροδο του χρόνου, μαζευόταν και έχανε την αφράτη του μορφή. Ο παπλωματάς έπρεπε να το διαλύσει, να το αερίσει και να το κάνει ξανά ομοιόμορφο.
Για τη δουλειά αυτή χρησιμοποιούσε ένα ιδιαίτερο ξύλινο εργαλείο, το τοξάρι. Έμοιαζε με μεγάλο ανοιχτό τόξο και στη θέση της χορδής είχε ένα νεύρο ζώου ή μια χοντρή μισινέζα. Η χορδή έπρεπε να είναι πολύ καλά τεντωμένη, ώστε, όταν ο τεχνίτης την τίναζε, να χτυπά το βαμβάκι και να το διαχωρίζει. Με τον τρόπο αυτό το συμπιεσμένο βαμβάκι αφράτευε και γινόταν και πάλι κατάλληλο για να τοποθετηθεί στο εσωτερικό του στρώματος ή του παπλώματος.
Σήμερα ο Θεμιστοκλής διαθέτει στο εργαστήριό του ηλεκτρική μηχανή, η οποία κάνει το «ξάσιμο» του βαμβακιού πολύ πιο γρήγορα και εύκολα. Το παλιό τοξάρι όμως δεν εγκαταλείφθηκε εντελώς. Το χρησιμοποιεί ακόμη για το «τόξεμα», δηλαδή για να ισιώνει και να απλώνει ομοιόμορφα το βαμβάκι μέσα στο ύφασμα του παπλώματος.
Ακολουθεί το ράψιμο, μια εργασία που εξακολουθεί να γίνεται με το χέρι. Χρησιμοποιεί ειδική μεταλλική δαχτυλήθρα για να προστατεύει το δάκτυλο από τη βελόνα και, με συνεχείς ραφές κατά μήκος του παπλώματος, δημιουργεί στενά αυλάκια. Οι ραφές αυτές συγκρατούν το βαμβάκι στη θέση του και δεν του επιτρέπουν να μετακινείται, να κουβαριάζεται ή να μαζεύεται σε ένα σημείο.
Η παλιά χειροποίητη εργασία απαιτούσε πολύ περισσότερο χρόνο και κόπο. Με τη σημερινή μηχανή ένα πάπλωμα χρειάζεται περίπου δύο ώρες για να ολοκληρωθεί, ενώ χωρίς τη μηχανή απαιτούσε σχεδόν τον διπλάσιο χρόνο.
Οι τιμές εκείνης της εποχής φανερώνουν και τη μεγάλη διαφορά στις συνθήκες ζωής. Κατά τη δεκαετία του 1960, ένα καινούργιο πάπλωμα κόστιζε περίπου μιάμιση λίρα, ενώ ένα ολόκληρο κρεβάτι κόστιζε περίπου δύο λίρες.
Έτσι, η τέχνη του παπλωματά, που κάποτε ήταν αναγκαία σε κάθε νοικοκυριό, έφθασε σήμερα να αποτελεί ένα από τα επαγγέλματα που σιγά σιγά σβήνουν. Μαζί της όμως κινδυνεύουν να χαθούν και οι παλιές λέξεις, τα εργαλεία και οι τεχνικές που τη συνόδευαν: το τοξάρι, το ξάσιμο, το τόξεμα, η χειροποίητη δαχτυλήθρα και ο τρόπος με τον οποίο ένας τεχνίτης μπορούσε να ξαναδώσει ζωή σε ένα παλιό, κουρασμένο στρώμα ή πάπλωμα.
Ο Θεμιστοκλής Νικολάου είναι έτσι ένας από τους ανθρώπους που κρατούν ακόμη στα χέρια τους ένα κομμάτι της παλιάς χειροτεχνικής παράδοσης της Κύπρου. Μια τέχνη που κάποτε ήταν καθημερινή ανάγκη και σήμερα αποτελεί ζωντανή μνήμη μιας ολόκληρης εποχής.
Ο ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΣ
Χ΄ ΦΙΛΙΠΠΟΣ – ΕΩΣ ΤΟ 1958
Ο τοκογλύφος δάνειζε χρήματα με παράνομο και υπερβολικό τόκο. Συνήθως ισχυριζόταν πως βοηθούσε τους δυστυχισμένους και τους έσωζε από δύσκολες περιστάσεις. Και πράγματι, σε μια πρώτη στιγμή αυτό έκανε· έδινε χρήματα σε εκείνους που τα είχαν ανάγκη. Όμως, αφού τους έσωζε από τη μια δύσκολη κατάσταση, τους έβαζε στο τοκολόγιό του και πολλές φορές τους οδηγούσε στην ολοκληρωτική καταστροφή, αφού το αρχικό κεφάλαιο που δάνειζε το έπαιρνε πίσω πολλαπλάσιο.
Οι τοκογλύφοι δεν χρειάζονταν να αναζητούν τα θύματά τους. Οι δυστυχείς άνθρωποι, όταν έφταναν σε οικονομικό αδιέξοδο και δεν είχαν από πού αλλού να ζητήσουν βοήθεια, πήγαιναν μόνοι τους και τους παρακαλούσαν να τους δανείσουν.
Στη σκέψη των απλών και φτωχών ανθρώπων, ο τοκογλύφος ήταν συνήθως ένας σκυθρωπός άνθρωπος, με στριφνό πρόσωπο και στεγνό βλέμμα, που ενέπνεε φόβο και απέχθεια. Όσοι τον γνώριζαν προσωπικά τον φοβούνταν, αλλά και τον σιχαίνονταν. Ακόμη και το άκουσμα του ονόματός του προκαλούσε φόβο, γιατί όλοι γνώριζαν πως η συνεργασία μαζί του, αργά ή γρήγορα, μπορούσε να καταλήξει σε συμφορά.
Όταν ερχόταν η ώρα που ο δανειολήπτης δεν μπορούσε πλέον να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του, άρχιζαν οι πιέσεις. Πρώτα οι απειλές πως θα έβγαζε στο σφυρί τις υποθηκευμένες περιουσίες και, αν και πάλι δεν υπήρχε αποτέλεσμα, ακολουθούσαν οι δικαστικές διαδικασίες. Στο τέλος, ο φτωχός και καταχρεωμένος άνθρωπος μπορούσε να χάσει το σπίτι, το χωράφι ή ό,τι άλλο είχε προσφέρει ως εγγύηση.
Οι παλαιοί άνθρωποι, έχοντας γνωρίσει από κοντά τη σκληρότητα της τοκογλυφίας, είχαν αποτυπώσει στη συλλογική τους μνήμη τον τοκογλύφο ως άνθρωπο αδίστακτο, πανούργο, άπληστο και απεχθή. Δεν ήταν τυχαίο ότι το επάγγελμα αυτό πάντοτε συνοδευόταν από κακή φήμη και κοινωνική κατακραυγή.
Με το πέρασμα των χρόνων, όταν οι οικονομίες των κοινωνιών μεγάλωσαν και οργανώθηκαν, δημιουργήθηκαν οι τράπεζες και το δανειστικό σύστημα πήρε οργανωμένη και νόμιμη μορφή. Η διαφορά ήταν πως πλέον ο δανεισμός γινόταν μέσα από θεσμούς που λειτουργούσαν με νόμους, συμβάσεις και κρατική εποπτεία. Για τον απλό άνθρωπο, όμως, η ουσία πολλές φορές παρέμενε η ίδια: δανειζόταν χρήματα όταν τα είχε ανάγκη και καλούνταν να τα επιστρέψει με τόκο.
Στη Χλώρακα, ο πιο ξακουστός και επιτυχημένος τοκογλύφος υπήρξε ο Χατζή Φίλιππος, ένας πλούσιος άρχοντας της εποχής.
Το Κυπριακό πρόβλημα, στα χρόνια εκείνα, βρισκόταν σε μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους της ιστορίας του. Αρχικά αποτελούσε αποικιακό ζήτημα, καθώς οι Ελληνοκύπριοι αγωνίζονταν για την αποτίναξη της βρετανικής κυριαρχίας και την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, η κατάσταση οξύνθηκε και εξελίχθηκε σε έντονη ελληνοτουρκική αντιπαράθεση.
Μέσα σε αυτό το ταραγμένο κλίμα, το 1958, ο Χατζή Φίλιππος έμελλε να βρει βίαιο θάνατο.
Τον Ιούλιο του 1958, ενώ ταξίδευε καβάλα στον γάιδαρό του προς την πόλη της Πάφου, έπεσε σε ενέδρα κοντά στο τουρκικό νεκροταφείο του Μουττάλλου. Τούρκοι τον πυροβόλησαν και τον σκότωσαν.
Έτσι, μέσα στη δίνη μιας από τις πιο δύσκολες περιόδους της νεότερης κυπριακής ιστορίας, έσβησε η ζωή ενός ανθρώπου που είχε γίνει γνωστός στη Χλώρακα για τον πλούτο του και κυρίως για το επάγγελμα του τοκογλύφου.
Ο Χατζή Φίλιππος έμεινε στη μνήμη των παλαιότερων Χλωρακιωτών ως ο πιο ξακουστός τοκογλύφος του χωριού, αλλά και ως μια από τις χαρακτηριστικές μορφές μιας άλλης εποχής, τότε που η φτώχεια, η ανάγκη και η έλλειψη οργανωμένου δανεισμού έσπρωχναν πολλούς ανθρώπους στην πόρτα του τοκογλύφου.
Και όπως συμβαίνει με όλες τις παλιές μορφές που έζησαν και έδρασαν στον τόπο, ο χρόνος δεν μπόρεσε να σβήσει εντελώς τη μνήμη τους. Το όνομα του Χατζή Φίλιππου παρέμεινε δεμένο με μια εποχή που πέρασε, αλλά και με ένα επάγγελμα που η κοινωνία γνώριζε, φοβόταν και καταδίκαζε.
Η βασική ιστορική αναφορά του δικού σου αρχικού κειμένου για την ενέδρα του 1958 υπάρχει και στο παλαιότερο δημοσιευμένο κείμενό σου για τα επαγγέλματα της Χλώρακας.
ΜΑΜΟΥΡΗΣ, Ο ΠΙΣΤΕΝΤΗΣ ΧΑΤΖΗΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Στα παλιά χρόνια, την εποχή που ίσχυε στην Κύπρο η φορολογία της δεκάτης, υπήρχαν ειδικοί φοροεισπράκτορες οι οποίοι περιφέρονταν στην ύπαιθρο και κατέγραφαν και μετρούσαν τη γεωργική παραγωγή. Η δεκάτη ήταν ένας φόρος που αντιστοιχούσε στο ένα δέκατο της παραγωγής και επιβαλλόταν σε διάφορα γεωργικά προϊόντα, με κυριότερα τα σιτηρά. Η φορολογία αυτή, που είχε τις ρίζες της σε παλαιότερες περιόδους, διατηρήθηκε και κατά την Αγγλοκρατία και καταργήθηκε οριστικά το 1926.
Οι εισπράκτορες της δεκάτης ήταν γνωστοί στην Κύπρο με την ονομασία μαμούρηδες. Περιέρχονταν τα χωράφια και τα αλώνια, υπολόγιζαν την παραγωγή και εισέπρατταν το αναλογούν μέρος για λογαριασμό των Αρχών. Για τη μέτρηση των σιτηρών χρησιμοποιούνταν ειδικά δοχεία μέτρησης, ενώ η διαδικασία της είσπραξης ήταν στενά συνδεδεμένη με την αγροτική ζωή της εποχής.
Στις υποχρεώσεις του μουχτάρη ήταν να υποδέχεται και να φιλοξενεί τους φοροεισπράκτορες και να τους διευκολύνει στο έργο τους. Στη Χλώρακα, σύμφωνα με την τοπική παράδοση και τις μαρτυρίες των παλαιοτέρων, ο κοινοτάρχης Αντωνάς Λιασίδης τους εξυπηρετούσε και τους φιλοξενούσε κατά την παραμονή τους στο χωριό.
Αργότερα, όταν στις θέσεις αυτές διορίζονταν Κύπριοι, ως μαμούρηδες υπηρέτησαν, σύμφωνα με τις τοπικές μαρτυρίες, ο αδελφός του Γιάννη Λιασίδη, Πούρνελλος, και ο γιος του Αντώνης Πούρνελλος, ο οποίος αργότερα έγινε γνωστός ως Παπά-Αντώνης. Υστερότερα τη θέση ανέλαβε ο Πιστέντης Χατζηχαραλάμπους, ετεροθαλής αδελφός του Αντωνά Λιασίδη.
Ο Πιστέντης ήταν άνθρωπος μεγαλόσωμος και, όπως τον θυμούνται οι γεροντότεροι της Χλώρακας, διέθετε μεγάλη σωματική δύναμη. Η δύναμή του ήταν χρήσιμη και στο δύσκολο έργο που είχε αναλάβει. Παρ' όλα αυτά, σύμφωνα με την προφορική παράδοση του χωριού, δεν άντεξε για πολύ τη σκληρότητα της φορολογικής διαδικασίας και την αδικία που, όπως πίστευε, υφίσταντο οι γεωργοί και τελικά παραιτήθηκε από τη θέση του.
Έμεινε, σύμφωνα με τη χλωρακιώτικη μνήμη, ως ο τελευταίος μαμούρης της Χλώρακας. Λίγο αργότερα, με την κατάργηση της δεκάτης το 1926, έπαψε να υπάρχει και το επάγγελμα με τη μορφή που είχε γνωρίσει η παλαιότερη αγροτική κοινωνία.
Η δεκάτη υπήρξε για αιώνες ένα από τα σημαντικότερα φορολογικά βάρη της κυπριακής υπαίθρου. Οι παραγωγοί παρέδιδαν μέρος της σοδειάς τους στις Αρχές, ενώ η διαδικασία της είσπραξης συχνά προκαλούσε παράπονα και αντιδράσεις. Ακόμη και κατά την Αγγλοκρατία, οι σχετικές διαδικασίες εξακολούθησαν να προκαλούν δυσαρέσκεια στους γεωργούς. Η κατάργησή της το 1926 θεωρήθηκε σημαντική απαλλαγή για την αγροτική τάξη, αν και η Κυβέρνηση επέβαλε παράλληλα άλλες φορολογικές επιβαρύνσεις για την αναπλήρωση των εσόδων που χάνονταν.
ΠΡΑΤΗΣ – ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ
Άλλο πράτης και άλλο μεταπράτης. Οι δύο ονομασίες έμοιαζαν, όμως οι εργασίες τους ήταν διαφορετικές.
Ο μεταπράτης γύριζε από τόπο σε τόπο, συνήθως με φορτηγό ζώο ή αμάξι, και αγόραζε από τους χωρικούς μικρές ποσότητες προϊόντων, κυρίως φθαρτών. Ακολούθως τα μεταπωλούσε σε κοντινά χωριά ή σε αγορές της γύρω περιοχής, εξασφαλίζοντας το ανάλογο κέρδος.
Ο πράτης, αντίθετα, ήταν ο έμπορος που αγόραζε χοντρικώς από τους γεωργούς και τους χωρικούς μεγάλες ποσότητες προϊόντων, κυρίως γεωργικών και φθαρτών, και τα μετέφερε από τον τόπο παραγωγής στις μεγάλες χοντρικές αγορές των πόλεων. Εκεί τα πωλούσε σε άλλους εμπόρους και χονδρεμπόρους, με την τιμή να καθορίζεται από τη ζήτηση και την κατάσταση της αγοράς.
Ήταν ο κρίκος που ένωνε το χωράφι με τη μεγάλη αγορά. Ο γεωργός παρήγαγε, ο πράτης συγκέντρωνε και μετέφερε και η αγορά απορροφούσε την παραγωγή.
Οι πρώτοι πράτες της Χλώρακας
Πρώτος γνωστός πράτης από τη Χλώρακα θεωρείται ο Κωνσταντής Πενταράς, ο οποίος στις αρχές του 20ού αιώνα φόρτωνε γαϊδούρια και μουλάρια με διάφορα προϊόντα που άντεχαν στον χρόνο και στη μεταφορά, όπως σταφίδες, σιουσιούκο, σησάμι, μετάξι και άλλα.
Σχηματίζοντας κομβόι με τα ζώα και τους ανθρώπους που τον συνόδευαν, ταξίδευε μέχρι τη Λευκωσία, όπου μεταπωλούσε τα προϊόντα. Τα ταξίδια εκείνα δεν ήταν υπόθεση λίγων ωρών. Κρατούσαν περίπου έναν μήνα και οι άνθρωποι κοιμούνταν άλλοτε στην ύπαιθρο και άλλοτε σε χάνια και πανδοχεία.
Ήταν η εποχή που το εμπόριο γινόταν με τον ιδρώτα του ανθρώπου, με τα πόδια των ζώων και με την υπομονή όσων τολμούσαν να διασχίσουν την Κύπρο για να μεταφέρουν τα προϊόντα τους από τον τόπο παραγωγής στον τόπο κατανάλωσης.
Αργότερα, στη Χλώρακα, περιβόητος πράτης έγινε ο Γιωρκής Κόμπος Ταπακούδης. Με αυτόν άρχισε μια οικογενειακή παράδοση που συνεχίστηκε για πολλές δεκαετίες και πέρασε από γενιά σε γενιά.
Τη σκυτάλη από τον Γιωρκή πήρε ο γιος του Κώστας, ύστερα ο εγγονός του Χαμπής και, τελευταίος, ο δισέγγονός του, Κυριάκος, δηλαδή εγώ.
Έτσι, το επάγγελμα πέρασε από τα χέρια του ενός στα χέρια του άλλου, έως ότου έφθασε στη δική μου γενιά και μαζί μου έκλεισε ο κύκλος.
Η οικογενειακή δουλειά
Ο Γιωρκής και ο γιος του Κώστας αγόραζαν από τους γεωργούς και τους χωρικούς τα προϊόντα τους και τα συγκέντρωναν στην αυλή του σπιτιού τους. Όταν, προς το τέλος της εβδομάδας, η ποσότητα γινόταν αρκετή, νοίκιαζαν φορτηγό αυτοκίνητο και φόρτωναν την πραμάτεια τους για να τη μεταφέρουν στις χοντρικές αγορές της Λευκωσίας.
Η δουλειά ήταν δύσκολη και απαιτούσε γνώση της αγοράς. Τα προϊόντα ήταν ζωντανός οργανισμός και δεν περίμεναν. Έπρεπε να συγκεντρωθούν, να μεταφερθούν γρήγορα και να πουληθούν πριν χαλάσουν. Ο πράτης έπρεπε να ξέρει τις τιμές, να γνωρίζει τους παραγωγούς, να υπολογίζει τις ποσότητες και να αναλαμβάνει καθημερινά το ρίσκο της αγοράς.
Αργότερα ο Χαμπής, ο εγγονός, συνέχισε το επάγγελμα με ιδιόκτητο φορτηγό αυτοκίνητο. Η αγορά του φορτηγού έκανε τη δουλειά πιο εύκολη και πιο οργανωμένη. Η μεταφορά δεν εξαρτιόταν πλέον από το αν θα βρεθεί διαθέσιμο όχημα και το εμπόριο μπορούσε να επεκταθεί.
Η εποχή άλλαζε και μαζί της άλλαζε και το επάγγελμα.
Η δική μου σειρά
Εγώ ακολούθησα έναν διαφορετικό δρόμο πριν επιστρέψω στην οικογενειακή δουλειά.
Ξενιτεύτηκα και εργάστηκα για ορισμένα χρόνια στα πλοία. Όταν επέστρεψα στη Χλώρακα, είχα στα χέρια μου ένα μικρό κεφάλαιο και αποφάσισα να συνεχίσω το επάγγελμα των προγόνων μου, όχι όμως με τον παλιό τρόπο. Η εποχή είχε ήδη προχωρήσει και απαιτούσε νέες μεθόδους.
Έτσι, επέκτεινα την εργασία του πράτη. Δημιούργησα ψυκτικούς θαλάμους, αγόρασα φορτηγά αυτοκίνητα και προσέλαβα οδηγούς και εργάτες. Από μια οικογενειακή μικρή εμπορική δραστηριότητα, η δουλειά εξελίχθηκε σε οργανωμένη επιχείρηση συγκέντρωσης, συντήρησης και διακίνησης γεωργικών προϊόντων.
Αγοράζαμε μεγάλες ποσότητες από τους παραγωγούς και τις μεταφέραμε στις χοντρικές αγορές όλων των πόλεων της Κύπρου.
Για είκοσι δύο συναπτά χρόνια ασχολήθηκα με το εμπόριο των γεωργικών προϊόντων.
Ήταν είκοσι δύο χρόνια γεμάτα δουλειά, ταξίδια, ξενύχτι, φορτώματα και ξεφορτώματα, αγωνία για τις τιμές και καθημερινή επαφή με ανθρώπους της υπαίθρου και της αγοράς. Γνώρισα πολλούς γεωργούς και έζησα από κοντά τον μόχθο τους.
Έμαθα πως ο πράτης δεν αγόραζε απλώς προϊόντα. Αγοράζοντας τη σοδειά ενός ανθρώπου, αναλάμβανε μαζί της και ένα μέρος από τον κόπο, την αγωνία και το ρίσκο του.
Το τέλος μιας εποχής
Όμως οι εποχές άλλαξαν για ακόμη μία φορά.
Με την ένταξη της Κύπρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004, η αγορά μεταμορφώθηκε. Οι εισαγωγές προϊόντων από χώρες χαμηλότερου κόστους δημιούργησαν έντονο ανταγωνισμό στα κυπριακά προϊόντα. Οι γεωργοί δυσκολεύονταν ολοένα και περισσότερο να πουλήσουν τη σοδειά τους σε τιμές που να κάνουν συμφέρουσα την παραγωγή.
Πολλοί σταμάτησαν να καλλιεργούν. Χωράφια έμειναν ακαλλιέργητα, η παραγωγή μειώθηκε και μαζί της άρχισε να μειώνεται και η ανάγκη για τον παραδοσιακό πράτη.
Ένα επάγγελμα που για δεκαετίες αποτελούσε βασικό σύνδεσμο ανάμεσα στον γεωργό και στη χοντρική αγορά άρχισε να χάνει τη θέση του.
Έτσι, ο πράτης, όπως τον γνώρισαν οι προηγούμενες γενιές, έπαψε σιγά σιγά να έχει χρεία.
Εγώ όμως είχα ήδη αντιληφθεί προς τα πού πήγαινε η κατάσταση. Είχα δει τις αλλαγές στην αγορά και είχα καταλάβει ότι το επάγγελμα δεν είχε μέλλον με τη μορφή που το ασκούσαμε. Φρόντισα, λοιπόν, έγκαιρα να προετοιμαστώ για την ημέρα που θα έπρεπε να σταματήσω.
Όταν έφθασε εκείνη η ώρα, δεν βρέθηκα απροετοίμαστος. Είχα ήδη εξασφαλίσει τον βιοπορισμό μου και μπορούσα να αφήσω πίσω μου τη δουλειά χωρίς να αφήσω πίσω μου και την οικογένειά μου.
Από τον πράτη στον συγγραφέα
Και έτσι έκλεισε ένας κύκλος που είχε αρχίσει πολλά χρόνια πριν.
Ο Κωνσταντής Πενταράς με τα γαϊδούρια και τα μουλάρια του, ο Γιωρκής Κόμπος, ο Κώστας, ο Χαμπής και, τέλος, εγώ, ο Κυριάκος Ταπακούδης, αποτελέσαμε μια αλυσίδα ανθρώπων που συνδέθηκαν με το ίδιο επάγγελμα.
Από τα κομβόι των ζώων και τα μακρινά ταξίδια, στα φορτηγά αυτοκίνητα, στους ψυκτικούς θαλάμους και στις οργανωμένες χοντρικές αγορές των πόλεων, άλλαξαν τα μέσα και οι εποχές.
Έμεινε όμως η ίδια βασική αποστολή: να μεταφέρει ο έμπορος τον καρπό του κόπου του γεωργού από το χωράφι στην αγορά.
Με το τέλος του πράτη δεν τελείωσε μόνο μια επαγγελματική διαδρομή. Τελείωσε ένα κομμάτι από την αγροτική και εμπορική ζωή της Χλώρακας.
Και τότε, χωρίς ακόμη να το γνωρίζω, άρχισε ένας άλλος κύκλος της ζωής μου.
Από τις χοντρικές αγορές, τα φορτηγά και τα χωράφια, θα περνούσα στα βιβλία, στις εφημερίδες και στις ιστορίες των ανθρώπων.
Η δουλειά θα άλλαζε.
Η ανάγκη όμως να εργάζομαι, να δημιουργώ και να αφήνω κάτι πίσω μου δεν θα σταματούσε ποτέ.
Ο ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ – ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ
Κάθε εποχή έχει τα δικά της επαγγέλματα και κάθε άνθρωπος αφήνει πίσω του κάτι από τη δουλειά που έκανε στη ζωή του. Άλλος άφησε σπίτια και πέτρινα οικοδομήματα, άλλος χωράφια οργωμένα, άλλος παπούτσια, υφαντά ή παπλώματα, άλλος τραγούδια και μουσικές. Υπήρχαν όμως και άνθρωποι που η δουλειά τους ήταν να κρατούν ζωντανές τις μνήμες των άλλων.
Ένας από αυτούς είμαι κι εγώ.
Ο Κυριάκος Ταπακούδης γεννήθηκε στη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου. Από μικρός αγαπούσε τα γράμματα, το διάβασμα και τη λογοτεχνία, όμως οι οικονομικές δυσκολίες της νεότητάς του δεν του επέτρεψαν να ακολουθήσει τις σπουδές που επιθυμούσε. Η ζωή τον οδήγησε σε διαφορετικούς δρόμους και για πολλά χρόνια εργάστηκε σε επαγγέλματα που δεν είχαν καμιά σχέση με τα γράμματα.
Η αγάπη του όμως για τη γνώση δεν έσβησε.
Στα πενήντα πέντε του χρόνια αποφάσισε να επιστρέψει σε εκείνο που αγαπούσε από παιδί. Σε μια ηλικία όπου πολλοί θεωρούν πως τα μεγάλα όνειρα έχουν ήδη τελειώσει, εκείνος άνοιξε έναν καινούργιο δρόμο. Εγγράφηκε στη Δημοσιογραφική Σχολή του ΑΝΤ και σπούδασε Δημοσιογραφία.
Ήταν η αρχή μιας δεύτερης ζωής.
Η δημοσιογραφία τού έδωσε τη δυνατότητα να εκφράζει τις σκέψεις και τις ανησυχίες του, αλλά και να αναζητά απαντήσεις σε θέματα που τον απασχολούσαν. Φανατικός αναγνώστης και λάτρης της λογοτεχνίας, δημιούργησε τη δική του έπαλξη έκφρασης, έναν χώρο μέσα από τον οποίο μπορούσε να γράφει ελεύθερα και να επικοινωνεί με τους ανθρώπους.
Έτσι γεννήθηκε η «Εφημερίδα της Χλώρακας».
Την εφημερίδα την έγραφε, τη σελιδοποιούσε και την ετοίμαζε ο ίδιος. Δεν ήταν μια εύκολη προσπάθεια. Η έκδοση απαιτούσε χρόνο, κόπο, χρήματα και αφοσίωση. Παρ’ όλα αυτά, η εφημερίδα γνώρισε μεγάλη επιτυχία και απέκτησε αναγνώστες όχι μόνο στη Χλώρακα, αλλά σε ολόκληρη την Κύπρο.
Για τέσσερα χρόνια κυκλοφόρησε σε έντυπη μορφή. Το οικονομικό κόστος, όμως, έγινε δυσβάστακτο και η έντυπη έκδοση σταμάτησε. Η εφημερίδα δεν πέθανε. Συνέχισε ηλεκτρονικά και βρήκε ακόμη μεγαλύτερο δρόμο προς τους αναγνώστες της.
Μέσα από το διαδίκτυο έφθασε στην Ελλάδα, αλλά και πολύ πιο μακριά, σε Έλληνες της διασποράς και σε ελληνόφωνους ανθρώπους που ζούσαν σε διάφορα μέρη του κόσμου.
Στις σελίδες της εξέθετε τις απόψεις του πάνω σε ζητήματα που τον απασχολούσαν. Προσπαθούσε να στηρίζει τις σκέψεις του στη λογική, στην παρατήρηση και στην προσωπική έρευνα. Με τα χρόνια δημιούργησε ένα σταθερό κοινό αναγνωστών που παρακολουθούσε τα γραπτά του.
Όμως εκεί όπου η συγγραφική του πορεία απέκτησε το ιδιαίτερο προσωπικό της χρώμα ήταν στη λαογραφία και στην τοπική ιστορία.
Άρχισε να αναζητά τους ανθρώπους της παλιάς Χλώρακας. Πήγαινε να συναντήσει ηλικιωμένους χωριανούς, καθόταν μαζί τους και άκουγε. Τους άφηνε να μιλούν για τη ζωή τους, για τους γονείς και τους παππούδες τους, για τα χωράφια, τα σπίτια, τα επαγγέλματα, τις γιορτές, τις συμφορές, τις χαρές και τις ιστορίες που είχαν ακούσει από τους δικούς τους.
Οι συζητήσεις αυτές πολλές φορές κρατούσαν ώρες.
Μέσα από τις αφηγήσεις των γεροντότερων άρχισε να ανακαλύπτει έναν κόσμο που έφευγε. Έναν κόσμο που δεν είχε καταγραφεί στα επίσημα βιβλία, αλλά ζούσε ακόμη στη μνήμη των ανθρώπων.
Εκεί βρήκε τον πραγματικό του πλούτο.
Κατέγραψε παλιά επαγγέλματα, πρόσωπα, παρατσούκλια, τοπωνύμια, οικογενειακές ιστορίες, έθιμα και παραδόσεις. Ασχολήθηκε με την ιστορία της Χλώρακας και με τις μικρές ιστορίες των ανθρώπων της. Έγραψε για γεγονότα που έζησαν οι παλαιότερες γενιές και για τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνονταν τον κόσμο.
Δεν τον ενδιέφερε μόνο η μεγάλη ιστορία. Τον ενδιέφερε κυρίως η ιστορία του απλού ανθρώπου.
Ο κτίστης, ο πετροκόπος, ο ζευγολάτης, ο καφετζής, ο νεκροθάφτης, ο τσαγκάρης, ο παπλωματάς, ο τελάλης, ο μαμούρης και τόσοι άλλοι δεν ήταν για εκείνον απλώς επαγγελματίες μιας άλλης εποχής. Ήταν άνθρωποι που έζησαν, αγωνίστηκαν, πόνεσαν, χάρηκαν και άφησαν το αποτύπωμά τους στον τόπο.
Κάποιοι από αυτούς δεν θα υπήρχαν σήμερα στη μνήμη κανενός, αν κάποιος δεν είχε καθίσει να ακούσει εκείνους που τους γνώρισαν.
Παράλληλα με τις ιστορικές και λαογραφικές μελέτες, έγραψε βιβλία με παράδοξες και ξεχωριστές ιστορίες του τόπου, ιστορίες που γεννήθηκαν από τις μακρές συνομιλίες του με ανθρώπους οι οποίοι κουβαλούσαν μέσα τους την προφορική μνήμη μιας ολόκληρης εποχής.
Έγραψε ακόμη ιστορίες από τα παλιά χρόνια, μέσα από τις οποίες προσπάθησε να παρουσιάσει όχι μόνο το πώς ζούσαν οι άνθρωποι, αλλά και πώς σκέφτονταν, πώς συμπεριφέρονταν και πώς αντιμετώπιζαν τις δυσκολίες της ζωής.
Ασχολήθηκε επίσης με το παραμύθι. Έγραψε ιστορίες για μικρούς και μεγάλους, προσπαθώντας να παντρέψει τη φαντασία με την παράδοση και να δώσει στις παλιές αξίες μια καινούργια μορφή.
Κι έτσι, χωρίς να το έχει προγραμματίσει από τα παιδικά του χρόνια, βρέθηκε τελικά να ασκεί ένα διαφορετικό είδος επαγγέλματος.
Το επάγγελμα του συγγραφέα και καταγραφέα της μνήμης.
Δεν είχε εργαστήριο σαν τον τσαγκάρη, ούτε αργαλειό σαν την υφάντρια, ούτε αμόνι σαν τον σιδερά. Είχε όμως ένα τετράδιο, ένα μολύβι, έναν υπολογιστή και, πάνω απ’ όλα, την υπομονή να ακούει.
Η πρώτη ύλη της δουλειάς του δεν ήταν ο πηλός, η πέτρα, το σίδερο ή το βαμβάκι.
Ήταν η μνήμη των ανθρώπων.
Και αυτή η μνήμη είναι εύθραυστη. Όταν πεθάνει ο τελευταίος άνθρωπος που γνωρίζει μια ιστορία, μια λέξη, ένα επάγγελμα ή ένα παλιό έθιμο, πολλές φορές χάνεται μαζί του και ένα μικρό κομμάτι της ιστορίας του τόπου.
Γι’ αυτό και η συγγραφή, για τον Κυριάκο Ταπακούδη, δεν έγινε μόνο τρόπος έκφρασης. Έγινε τρόπος να αντισταθεί στη λήθη.
Οι άνθρωποι που προηγήθηκαν δεν μπορούσαν να ξέρουν ότι κάποτε κάποιος θα έγραφε για τη ζωή τους. Δούλεψαν, μεγάλωσαν παιδιά, έκτισαν σπίτια, όργωσαν χωράφια, έραψαν παπούτσια, ύφαναν, έπαιξαν μουσική, έκαναν γάμους και κηδείες και ύστερα έφυγαν από τη ζωή.
Έμειναν όμως οι ιστορίες τους.
Και αν το βιβλίο αυτό έχει κάποια αξία, δεν βρίσκεται μόνο στις σελίδες του. Βρίσκεται στους ανθρώπους που κρύβονται πίσω από αυτές.
Ο συγγραφέας, λοιπόν, βρίσκεται στο τέλος αυτού του κύκλου όχι για να συγκρίνει τον εαυτό του με τους άλλους επαγγελματίες, αλλά για να τους ευχαριστήσει.
Εκείνοι άφησαν πίσω τους τα έργα των χεριών τους.
Εκείνος προσπαθεί να αφήσει πίσω του τα ίχνη της μνήμης τους.
Και έτσι, ύστερα από μια ζωή γεμάτη διαφορετικές εμπειρίες, η συγγραφή έγινε για τον Κυριάκο Ταπακούδη το τελευταίο του επάγγελμα. Ένα επάγγελμα χωρίς ωράριο και χωρίς σύνταξη, που αρχίζει με την περιέργεια, συνεχίζεται με την έρευνα και τελειώνει μόνο όταν σταματήσει η ανάγκη του ανθρώπου να θυμάται και να γράφει.
Γιατί, τελικά, η μεγαλύτερη δουλειά του συγγραφέα δεν είναι να γράφει για τον εαυτό του. Είναι να εμποδίζει τον χρόνο να σβήσει τους άλλους.






















