Ο Κυριάκος Ταπακούδης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1953. Έχει γράψει βιβλία διηγήματα και νουβέλλες για μικρούς, για μεγάλους, και για τους ναυτικούς - Τηλέφωνο: 99435899 Email: k.tapakoudes@cytanet.com.cy

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗ

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗ

Λένε πως κάθε όνομα κουβαλά μέσα του μια ιστορία. Και το όνομα Ταπακούδης δεν ήταν από εκείνα που γεννήθηκαν τυχαία. Είχε τη μυρωδιά του καπνού, τη γεύση της γης και το βάρος μιας εποχής που άλλαζε ανθρώπους και τόπους.
Ο ταμπάκος — έτσι τον έλεγαν παλιά — δεν ήταν απλώς ένα φυτό. Ήταν φύλλα ποτισμένα με νικοτίνη, μια ουσία πικρή και ύπουλη, που γοήτευε και ταυτόχρονα έφθειρε. Από παλιά βιβλία γιατρών ακουγόταν η προειδοποίηση: πως ο καπνός δεν ωφελεί, μα βλάπτει, πως ταράζει τον νου και βαραίνει το σώμα. Κι όμως, οι άνθρωποι τον αναζητούσαν. Τον ποθούσαν.
Μέσα σε εκείνους τους καιρούς, πολύ πριν το 1850, ζούσε ένας άνθρωπος που έμελλε να δώσει το όνομά του σε μια γενιά.
Ήταν πραματευτής καπνού. Γύριζε την Κύπρο με τα πόδια και με τα καράβια. Από την Πάφο ως το Καρπάσι αγόραζε φύλλα καπνού, τα φόρτωνε και τα κατέβαζε στα λιμάνια της Λάρνακας και της Αμμοχώστου. Εκεί τα πουλούσε σε εμπόρους και καπεταναίους που τα έστελναν σε μακρινές χώρες. Με τα κέρδη του αγόραζε έτοιμο ταμπάκο και τον πουλούσε στα καφενεία, στους πασάδες, στους τσιφλικάδες — σε όλους όσοι κρατούσαν ναργιλέ και ζητούσαν τον καπνό σαν παρηγοριά.
Με τα χρόνια, το όνομά του έγινε γνωστό. Όλοι μιλούσαν για την ποιότητα του καπνού του, για την τιμιότητά του, για την τέχνη του στο εμπόριο. Κι έτσι, σιγά-σιγά, το επάγγελμα έγινε επίθετο: Ταμπάκος. Τταπάκκης. Ταπακούδης.
Μα η μοίρα δεν αφήνει κανέναν να στεριώσει για πάντα στην ευημερία.
Ήρθε μια ανομβρία μεγάλη. Ο ουρανός έκλεισε, τα σύννεφα χάθηκαν, και η γη άρχισε να σκάει από τη δίψα. Οι βρύσες στέρεψαν, τα χωράφια μαράθηκαν, τα ζώα έπεφταν νεκρά. Πείνα απλώθηκε παντού, και οι άνθρωποι ξεριζώνονταν, ψάχνοντας νερό σαν να έψαχναν ζωή.
Ο Τταπάκκης δεν ξέφυγε από το κακό. Έχασε τα πάντα, όπως τόσοι άλλοι.
Μάζεψε ό,τι του είχε απομείνει και πήρε τον δρόμο για την Πάφο. Εκεί, σε έναν τόπο που θυμόταν από παλιά — έναν κάμπο χλοερό κάποτε — αποφάσισε να σταθεί.
Ο τόπος ήταν έρημος. Στα ριζά ενός ψηλού γκρεμού, εκεί που οι πέτρες έμοιαζαν να κρατούν ακόμη τη ζέστη του ήλιου, υπήρχε μια στενή σπηλιά. Από μέσα της ανέβλυζε λίγο νερό — τόσο λίγο που χανόταν αμέσως μέσα στη γη, σαν να ντρεπόταν να φανερωθεί. Κανείς δεν το ήξερε. Κανείς δεν περνούσε από εκεί. Μόνο εκείνος.
Ο Τταπάκκης δεν ήταν απλός άνθρωπος. Ήξερε γράμματα, μιλούσε τουρκικά, είχε φωνή καθαρή και γνώριζε τους ήχους της εκκλησίας. Όταν ήρθε ο καιρός που η Μητρόπολη Πάφου άρχισε να ιδρύει σχολεία, τον κάλεσαν να γίνει δάσκαλος.
Κι έτσι, ο πραματευτής έγινε δάσκαλος. Έχτισε τη ζωή του από την αρχή. Δίδασκε στο σχολείο της Έμπας, έψαλλε στην εκκλησία, και τα απογεύματα γύριζε στο μικρό του κομμάτι γης. Εκεί, με τα πόδια γυμνά και τα μανίκια σηκωμένα, έσκαβε τη γη, άνοιγε αυλάκια και οδηγούσε το λιγοστό νερό σε μια μικρή λίμνη που ο ίδιος είχε φτιάξει.
Έβλεπε το νερό να κυλά, να γεμίζει τις αυλακιές, να ποτίζει τα φυτά. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ένιωθε χαρά. Ήταν μια χαρά απλή, γήινη — σαν να ξαναγεννιόταν μαζί με τα φυτά που φρόντιζε.
Και το θαύμα δεν άργησε να φανερωθεί. Για χρόνια υπέφερε από πληγές στο δέρμα. Εκζέματα που δεν έβρισκαν γιατρειά. Όμως, καθώς δούλευε στο νερό και στη λάσπη εκείνης της γης, κάτι άλλαξε. Το δέρμα του άρχισε να καθαρίζει. Οι πληγές έκλειναν. Και μια μέρα, χωρίς να το καταλάβει, είχε θεραπευτεί εντελώς.
Η είδηση απλώθηκε.
Άνθρωποι άρχισαν να έρχονται από παντού. Άρρωστοι, ταλαιπωρημένοι, γεμάτοι πληγές. Έπαιρναν νερό από τη σπηλιά, άλειφαν το σώμα τους με τη λάσπη, και περίμεναν. Και πολλοί γίνονταν καλά.
Έτσι, ο τόπος απέκτησε όνομα. Τον είπαν σπηλιά του Άη Λιμπρού, του Αγίου που γιατρεύει τη λέπρα. Και το νερό έγινε αγίασμα. Όχι απλώς νερό, μα ελπίδα.
Κι ο άνθρωπος που κάποτε εμπορευόταν καπνό, βρέθηκε να ζει δίπλα σε ένα θαύμα.
Ο οίκος του Ταπακούδη δεν χτίστηκε με πέτρες. Χτίστηκε με δρόμους, με στερήσεις, με γνώση, με πίστη και με γη. Από έναν πραματευτή που έγινε δάσκαλος, κι από έναν τόπο ξερό που έγινε πηγή ζωής.
Και από εκεί, οι γενιές πλήθυναν. Παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα. Ονόματα που σκορπίστηκαν στον χρόνο, μα κράτησαν το ίδιο επίθετο — σαν μια αόρατη κλωστή που τους ένωνε με εκείνον τον πρώτο άνθρωπο.
Τον άνθρωπο του καπνού. Τον άνθρωπο της γης. Τον πρώτο Ταπακούδη.
Κι από εκείνον τον πρώτο άνθρωπο, που γύριζε τον τόπο με τον καπνό στην πλάτη και τη μοίρα στα χέρια, η ρίζα δεν χάθηκε.
Άπλωσε μέσα στον χρόνο. Έγινε παιδιά και εγγόνια, φωνές και πρόσωπα, χαρές και βάσανα. Ονόματα που άλλαξαν, ενώθηκαν, σκορπίστηκαν σε χωριά και πόλεις, μα κράτησαν βαθιά μέσα τους την ίδια αρχή.
Τη γη που πότισε με τα χέρια του. Το νερό που ανάβλυσε από τα σπλάχνα της. Και το όνομα που γεννήθηκε από τον καπνό, μα ρίζωσε στην ιστορία:

ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ, ο οποίος έγέννησεν τους ΓΙΩΡΚΗΝ ΚΟΜΠΟΝ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΝ, ΜΗΧΑΛΗΝ ΜΑΠΠΑΝ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΝ, ΑΛΕΞΗΝ, ΒΑΡΒΑΡΟΥΝ και οι οποίοι εγέννησαν τους:

ΓΙΩΡΚΗΣ ΚΟΜΠΟΣ:

Κώστας: Χαράλαμπος, Δέσποινα, Ρεβεκκού, Στέλλα, Βάσος, Κόκος, Μαρούλλα, Νικολής

Θεορής: Στασού, Ανδρέας, Μαρούλλα

Κυριακού: Ανδρέας, Μαρούλλα

Μυροφόρα: Παναής, Νίκη, Μάρω, Λάλλα

Ξενού: Ττοουλής, Κατίνα, Ελένη

Κατερίνα: Στασού του Κανταρή

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ:

Χριστόφορος: Στέλιος, Βαθθού, Κίκη, Τούλλα, Κωστακης, Ανδρέας (αγνοούμενος).

Σοφοκλής Χίτλερ: Ρίκκος.

Νεόφυτος: Ελευθερία, Αλικη, Ανδρεας, Αστέρω.

Στέλλα: Χαμπής (μουχταρης Έμπας). Αυγή, Λυγια, Αντρικός, Νίκη, Σταυρης, Αγγέλα, Πανικός, Παρης, Ζωούλα, Ζήνωνας, Πανίκος, Χρύσω.

ΜΗΧΑΛΗΣ ΜΑΠΠΑΣ:

Ανδρέας: Μαρια, Μιχαλης, Ελευθερια, Γιωργος

Ελεγγού: Μαρια, Παμπος, Ανδρουλλα, Ανδρεας, Γιωργος.

Αννού: Γεωργια, Μαρια, Κουλλα

Πραξού: Χαραλαμπος, Μιχαλης, Νικος

Χριστόδουλος: Φρειδερικη, Ελλη

Ιφιγένεια: Σταυρουλλα, Γιωργος, Μιχαλης, Νακης, Παπα Νικοςν Ανδρεας.

Νικόλας (Ζάκκαλος): δεν έκανε παιδιά

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΙΕΖΕΚΙΗΛ (τα παιδιά της φέρουν όλοι το επώνυμο Ταπακούδη):

Μαρίτσα: Ελλού, Λουλλού, Τάκης

Χριστόδουλος: Μιχαλάκης, Ελπίδα, Τασούλλα, Ανδρέας

Μιχαλάκης: Τασούλλα, Ανδρέας

Γιώρκος: Μάριος, Κυριάκος, Ερασμία

ΑΛΕΞΗΣ ΜΑΠΠΑΣ:

Μυριάνθη Ξυλοφόρου: Μαρούλλα, Κυριάκος, Γιώρκος, Μιχαλάκης, Κύπρος, Αντώνης, Κατίνα, Δέσποινα, Βαρβάρα:

Ελεγγού:

Σοφιανού: Βαρβάρα, Ελένη, Γεωργία, Γεώργιος, Χαράλαμπος, Κυριάκος, Ανδρέας.

Ευτυχού: Αλέξης, Στέφος, Ανδρέας, Ελένη.

ΒΑΡΒΑΡΟΥ:

Ελένη: Ανδρέας, Δημήτρης

Φκωνού: Ανδρέας, Τάκης, Νίκη, Αντώνης, Μιχαλάκης, Μάρω, Άκης.

Και αυτοί έκαναν παιδιά και εγγόνια. Κι εκείνα με τη σειρά τους άλλα παιδιά, κι άλλα εγγόνια.

Κι έτσι, σιγά-σιγά, η ρίζα μεγάλωσε και πλήθυνε. Έγινε κόσμος πολύς. Σκορπίστηκαν σε χωριά και πόλεις, σε γειτονιές και τόπους μακρινούς, μα κράτησαν το ίδιο όνομα — και μαζί του τη μνήμη.

Και από έναν άνθρωπο, γεννήθηκε ένας ολόκληρος οίκος. Ένας μεγάλος πληθυσμός, απλωμένος σε όλη την Κύπρο.