Ο ΒΑΣΙΛΗΣ Ο ΨΑΡΑΣ

Ο Βασίλης ο ψαράς είναι υπαρκτό πρόσωπο που σήμερα ζει σε ηλικία περίπου εβδομήντα ετών, και που τα παλιά χρόνια νέος όντας, άφησε εποχή στη Χλώρακα για τα σπουδαία του κατορθώματα ως ψαράς. Από αυτές τις ιστορίες που ακόμα διηγούνται οι χωριανοί,  εμπνεύστηκα και έγραψα αυτό το παραμύθι που συνέβηκε πραγματικά, ίσως χωρίς πραγματικές γοργόνες, αλλά με άλλες πραγματικές θεϊκές δυνάμεις που επενέβησαν και προστάτευσαν ένα μικρό παιδί παρασυρμένο και έρμαιο στην άγρια και αδυσώπητη δίνη της θάλασσας της Χλώρακας έναν παλαιόν καιρό.

Ο Βασίλης ο ψαράς ήταν ο μικρός γιος της χήρας Κατερίνας και η μοίρα του έλαχε μόνος να δουλέψει σκληρά σε καιρούς φτωχούς και δύσκολους, να θρέψει τη γριά μητέρα του και την αδερφή του, ακόμα να μαζέψει χρήματα να φτιάξει την προίκα της, να κτίσει το σπίτι της και να την παντρέψει. Διάλεξε τη θάλασσα που την αγαπούσε, και προσπάθησε από αυτήν να πάρει όσα χρειαζόταν για να πράξει το καθήκον του. Ήταν μια σκληρή πάλη που τον παίδεψε πολύ, αλλά που στο τέλος τον αντάμειψε και τον έκαμε πλούσιο και χρήσιμο μέλος της κοινωνίας.
Από μικρό παιδί μεγάλωσε μέσα στη θάλασσα και γνώρισε τη μαγεία της αλλά και τους κινδύνους της. Με τη μικρή του βάρκα χωρίς μηχανή καθώς ήταν φτωχό παιδί, πάλευε νυχθημερόν με την άγρια φύση προσπαθώντας να ψαρεύει ψάρια και σφουγγάρια στα βαθιά νερά και στις ξέρες στην θυμωμένη θάλασσα της Χλώρακας. Ήταν μια θάλασσα βαθιά  και ανοιχτή στα βάθη του πελάγου και τους δυνατούς αέρηδες που ακατάπαυστα έπνεαν και την τρικύμιαζαν.
Όμως ο Βασίλης ο ψαράς αψηφώντας τα ρέματα και τους δυνατούς αέρηδες καθώς και τα μεγάλα κύματα, ξανοιγόταν στα βαθιά, σε τόπους μακρινούς και θάλασσες πολύ βαθιές που μέσα έπλεαν μεγάλα ψάρια και επικίνδυνα θεριά. 
Μια φορά που ξανοίχτηκε στα βαθιά, η θάλασσα έδειξε να αγριεύει και ο καιρός να σκοτεινιάζει, ενώ τα νερά άρχισαν να αναταράσσουν και να γίνονται μεγάλα κύματα.
Ο Βασίλης ο ψαράς όμως ήταν γενναίος ψαράς και άρχισε ψύχραιμα και δυνατά να λάμνει κουπί με όλες του τις δυνάμεις για να ξεφύγει από το δυνατό ρεύμα που τον έπαιρνε με ταχύτητα στα πιο βαθιά νερά. Προσπαθούσε να μην πηγαίνει κόντρα στα ρεύματα για να μην εξαντληθεί, αλλά δυστυχώς τα θεόρατα κύματα, οι δυνατοί αέρηδες και τα ανακυκλωμένα ρεύματα τον ανάγκαζαν να μάχεται ώρες πολλές και χωρίς αποτέλεσμα.
Είχε εξαντληθεί, και εκεί που πήγε να σταματήσει για να πάρει μια ανάσα, άκουσε ένα δυνατό θόρυβο, είχε σπάσει το ένα κουπί. Η βάρκα έμεινε ακυβέρνητη και απομακρυνόταν από τη στεριά. Πριν προλάβει να αντιδράσει, η απόσταση ανάμεσα σ' αυτόν και τη στεριά είχε μεγαλώσει πολύ για να μπορέσει να ριχτεί στη θάλασσα και να κολυμπήσει να βγει έξω στη στεριά.

Ο Βασίλης ο ψαράς παρασύρθηκε στη θάλασσα, και τα κρύα γκρίζα κύματα αγκάλιαζαν θυμωμένα τη μικρή βάρκα. Η στεριά χάθηκε, και βρέθηκε καταμεσής της θάλασσας σε άγνωστο μέρος χωρίς προσανατολισμό και χωρίς ελπίδα. Μέσα στη σκοτεινιά του καιρού που σκεπασμένος από μαύρα σύννεφα έριχνε ακαταπαύστη δυνατή βροχή, ένιωσε για πρώτη φορά το φόβο στα μηλίγγια του, και τη φαντασία του να τον οδηγεί σε σκέψεις εξωπραγματικές γυρεύοντας ίσως να πιαστεί από αυτές σαν τελευταια σανίδα σωτηρίας. 

Ώσπου να πέσει η νύχτα, ο Βασίλης άρχισε να πεινάει και να κρυώνει πολύ. Κανείς δεν τον είχε δει να κουνάει τα χέρια του ούτε τον είχε ακούσει να φωνάζει για βοήθεια Δεν είχε φαΐ, σεν είχε νερό. Ήξερε ότι η θάλασσα θα ηρεμούσε κάποια στιγμή, δεν ήξερε όμως πως θα έβγαινε στη στεριά καθώς δεν φαινόταν, αφού είχε χαθεί πέρα μακριά. Σκέφτηκε να κολυμπήσει, ήξερε όμως πως δεν θα άντεχε για πολύ μέσα στα παγωμένα νερά.
"Αν βουτήξω", σκέφτηκε, η γοργόνα του Αλέξανδρου θα με πιάσει από τα μαλλιά και θα με σύρει στο βασίλειό της, στα βάθη της θάλασσας".
Κάθισε λοιπόν να περιμένει κουλουριασμένος μέσα στη μικρή του βάρκα ελπίζοντας πως κάποιο πλεούμενο θα περνούσε. Αλλά, μέρες σωστές πέρασαν χωρίς ίχνος άλλης ανθρώπινης παρουσίας, με τη στεριά άφαντη πέρα μακριά σε άγνωστη μεριά, και χωρίς ο μικρός ψαράς να έχει μια πυξίδα προσανατολισμού.

Μια νύχτα όμως, καθώς κειτόταν τρέμοντας από το κρύο, νόμισε πως είδε μια νεράιδα να τον κοιτάζει μέσα από τα γκριζωπά νερά και να του λέει,
"Εγώ θα σε βοηθήσω"
Ο Βασίλης ο ψαράς αναρωτήθηκε μήπως πέθανε και ήταν σε ένα άλλο κόσμο, και πως έβλεπε όνειρο, ή πως έβλεπε ένα θαύμα να συμβαίνει.
Η βάρκα ταλαντεύτηκε καθώς η νεράιδα σκαρφάλωσε πάνω της.
"Φάε, πρέπει να διατηρήσεις τις δυνάμεις σου" είπε, και τούδωκε ένα ψάρι.
Ο Βασίλης έβαλε με λαχτάρα το ψάρι στο στόμα του, μασώντας το ωμό. Ίσως τελικά να μην ήταν πεθαμένος, -οι πεθαμένοι δεν τρώνε, σκέφτηκε.
Η νεράιδα έκατσε δίπλα του και τον αγκάλιασε, ήταν το κορμί της παγωμένο, ήταν όμως πιο ζεστό από το δικό του που είχε μες την παγωνιά τόσες μέρες. Σιγά σιγά, η θαλπωρή από το σώμα της του ζέστανε το κορμί, και έγειρε να κοιμηθεί, έπεσε σε ένα βαθύ ύπνο.
Καποια στιγμή ένιωσε να τον σκουντούν, ξύπνησε και την άκουσε να του λέει
"Ξύπνα, πλησιάζουμε σε στεριά".
Ο Βασίλης ο ψαράς στάθηκε στα πόδια του παραπατώντας, ψάχνοντας μες το σκοτάδι.
"Το ρεύμα άλλαξε όσο κοιμόσουν. Σώθηκες",
είπε η νεράιδα και συνέχισε,
"Η δουλειά μου τέλειωσε".
Η βάρκα ταρακουνήθηκε καθώς η καλή νεράιδα γλιστρούσε και έπεφτε στη θάλασσα.
"Πως σε λένε, πως θα σου το ξεπληρώσω;"
ρώτησε ο ψαράς.
"Είμαι η γοργόνα η αδερφή του Μέγα Αλέξανδρου, η καλή νεράιδα βοηθός των ανθρώπων", είπε και με τα λόγια αυτά εξαφανίστηκε κάτω από τα κύματα.

Ο Βασίλης ο ψαράς ένιωσε τη βάρκα να ακουμπά στην άμμο, να αγγίζει τη στεριά. Πήδηξε έξω και άρχισε να βαδίζει προς τα πάνω που ήταν το χωριό του η Χλώρακα...