Ο Κυριάκος Ταπακούδης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1953. Έχει γράψει βιβλία διηγήματα και νουβέλλες για μικρούς, για μεγάλους, και για τους ναυτικούς - Τηλέφωνο: 99435899 Email: k.tapakoudes@cytanet.com.cy

ΑΡΘΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ

ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ:

Ρατσισμός: ένα φαινόμενο που πληγώνει την κοινωνία και το παράδειγμα της Χλώρακας

Ο ρατσισμός αποτελεί μία από τις πιο καταστροφικές κοινωνικές συμπεριφορές της εποχής μας. Υπονομεύει την ισότητα, διαβρώνει την αλληλεγγύη και προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν είναι απλώς μια άδικη στάση απέναντι σε ανθρώπους που διαφέρουν φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά ή κοινωνικά· είναι μια νοοτροπία που δηλητηριάζει το σύνολο της κοινωνίας και γεννά αλυσιδωτές, συχνά ανεξέλεγκτες, επιπτώσεις.

Μια κοινωνία που ανέχεται τον ρατσισμό στερεί από τον εαυτό της τα ταλέντα, τις ιδέες και τις δυνατότητες ανθρώπων που θα μπορούσαν να συμβάλουν δημιουργικά στο κοινό καλό. Έτσι, ο ρατσισμός δεν βλάπτει μόνο τα άμεσα θύματά του, αλλά φτωχαίνει συνολικά το κοινωνικό σύνολο.

Οι αιτίες του ρατσισμού είναι πολλές και σύνθετες. Βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις, παλαιές αντιλήψεις περί «ανωτερότητας» και εθνικιστικές ιδεολογίες αποτελούν το πρώτο υπόστρωμα. Σε αυτά προστίθεται ο φόβος απέναντι στο διαφορετικό και το άγνωστο: άλλες κουλτούρες, θρησκείες και τρόποι ζωής που ο ρατσιστής δεν γνωρίζει και, αντί να προσπαθήσει να κατανοήσει, επιλέγει να απορρίψει.

Η έλλειψη παιδείας, κριτικής σκέψης και ουσιαστικής επαφής με διαφορετικούς ανθρώπους καθιστά τις κοινωνίες ευάλωτες στη διάδοση στερεοτύπων. Η άγνοια γίνεται εύφορο έδαφος πάνω στο οποίο ανθίζει το μίσος. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ανεργίας και ανασφάλειας, ο ρατσισμός ενισχύεται ακόμη περισσότερο, καθώς κάποιοι αναζητούν αποδιοπομπαίους για τα προβλήματά τους. Συχνά, στοχοποιούνται μειονότητες και μετανάστες, που παρουσιάζονται ως «απειλή» ή «ανταγωνιστές».

Ο πιο επικίνδυνος, όμως, παράγοντας είναι η συνειδητή εκμετάλλευση του ρατσισμού από πολιτικές ή κοινωνικές ομάδες. Η καλλιέργεια φόβου και μίσους χρησιμοποιείται ως εργαλείο διχασμού και ελέγχου. Έτσι, άτομα ανασφαλή και φοβισμένα νιώθουν ανώτερα μειώνοντας τους άλλους και βρίσκουν καταφύγιο σε ομάδες που τους υπόσχονται ταυτότητα και δύναμη. Όταν αυτό το αίσθημα ανωτερότητας μετατρέπεται σε συλλογική ψευδαίσθηση, γεννιέται ο όχλος, και ο όχλος, όπου κι αν στραφεί, αφήνει πίσω του καταστροφή.

Ένα τέτοιο φαινόμενο βιώσαμε και στη Χλώρακα. Τα βίαια επεισόδια με πρόσφυγες συγκλόνισαν την κυπριακή κοινωνία και προκάλεσαν διεθνή κατακραυγή. Εικόνες διώξεων, συγκρούσεων και ωμής βίας έκαναν τον γύρο των ΜΜΕ, παρουσιάζοντας το χωριό ως εστία μισαλλοδοξίας και ξενοφοβίας. Όμως αυτή η εικόνα ήταν απλουστευτική και βαθιά άδικη.

Η Χλώρακα δεν είναι ένα χωριό βίαιο ούτε οι κάτοικοί της συλλήβδην ρατσιστές. Οι ταραχές δεν προκλήθηκαν από το σύνολο της τοπικής κοινωνίας, αλλά από μια μικρή μερίδα ανθρώπων, ενισχυμένη από οργανωμένα στοιχεία που κατέφθασαν από άλλες πόλεις, κουβαλώντας ακραίες ιδεολογίες και διάθεση σύγκρουσης. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρασύρθηκαν και ορισμένοι νεαροί της περιοχής, οι οποίοι, υπό συναισθηματική φόρτιση και πίεση, βρέθηκαν συμμέτοχοι σε ντροπιαστικές πράξεις.

Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν ήταν σοκαριστικές. Πρόσφυγες κυνηγήθηκαν, εκφοβίστηκαν και εκδιώχθηκαν, ενώ άναψε η σπίθα φυλετικού και θρησκευτικού μίσους. Προς τα έξω, δημιουργήθηκε η εντύπωση ότι ολόκληρη η κοινότητα είχε μετατραπεί σε έναν απάνθρωπο τόπο. Τα γεγονότα συχνά παρουσιάστηκαν παραμορφωμένα, με ισχυρισμούς ότι οι ίδιοι οι πρόσφυγες προκάλεσαν τα επεισόδια, ενώ στην πραγματικότητα οι αντιδράσεις τους ήταν κυρίως αμυντικές, για την προστασία των οικογενειών τους.

Η ζημιά, ωστόσο, είχε ήδη γίνει. Το όνομα της Χλώρακας διασύρθηκε, η φήμη της τραυματίστηκε και οι κάτοικοί της στιγματίστηκαν συλλογικά. Ένα χωριό με ιστορία, φυσική ομορφιά και παράδοση φιλοξενίας έγινε γνωστό για όλους τους λάθος λόγους.

Μετά τα επεισόδια, όταν ο κουρνιαχτός καταλάγιασε, η κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με τις πληγές της. Κάποιοι αποσύρθηκαν σιωπηλοί και μετανιωμένοι. Άλλοι, αμετανόητοι αλλά μειοψηφικοί, συνέχισαν να δικαιολογούν το αδικαιολόγητο, ώσπου βρέθηκαν αντιμέτωποι με την αποδοκιμασία της πλειοψηφίας και περιθωριοποιήθηκαν. Όσοι είχαν σπείρει φανατισμό και μίσος έμειναν τελικά εκτεθειμένοι και μόνοι.

Όμως ο ρατσισμός σπάνια εξαφανίζεται οριστικά. Συχνά υποχωρεί προσωρινά, για να επανεμφανιστεί με άλλες μορφές, με λόγο μίσους και διχαστική ρητορική. Γι’ αυτό και η κοινωνία δεν έχει την πολυτέλεια της ανοχής. Ο ρατσισμός δεν είναι απλή άποψη, είναι επικίνδυνη ιδεολογία που απειλεί την κοινωνική συνοχή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η σιωπή ούτε η αδιαφορία. Είναι η παιδεία, η καλλιέργεια κριτικής σκέψης, ο διάλογος και η έμπρακτη αλληλεγγύη. Μόνο έτσι μπορούμε να απομονώσουμε τα ακραία στοιχεία, να επουλώσουμε τις πληγές και να επιτρέψουμε σε τόπους όπως η Χλώρακα να ξαναβρούν την πραγματική τους ταυτότητα: αυτήν μιας κοινωνίας ανθρώπινης, φιλόξενης και αξιοπρεπούς.


ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ:


ΡΑΤΣΜΟΣ, ΕΝΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ο ρατσισμός αποτελεί μια από τις πιο καταστροφικές κοινωνικές συμπεριφορές, καθώς υπονομεύει την ισότητα, την αλληλεγγύη και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν πρόκειται μόνο για μια άδικη στάση απέναντι σε άτομα που διαφέρουν φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά ή κοινωνικά, είναι μια νοοτροπία που δηλητηριάζει το σύνολο της κοινωνίας και γεννά αλυσιδωτές επιπτώσεις.

Κατά συνέπεια, ο ρατσισμός στερεί από την κοινωνία τα ταλέντα, τις ιδέες και τις δυνατότητές τους. Έτσι, δεν βλάπτει μόνο τα θύματα, αλλά πτωχαίνει συνολικά το κοινωνικό σύνολο.

Ο ρατσισμός δεν έχει μία μόνο αιτία. Οι βασικοί λόγοι που τον γεννούν και τον συντηρούν είναι, κατ’ αρχάς, οι παλαιές αντιλήψεις και οι εθνικιστικές ιδεολογίες περί ανωτερότητας. Πρόκειται επίσης για τον φόβο απέναντι στο διαφορετικό και το άγνωστο. Δηλαδή άλλες κουλτούρες, θρησκείες και συνήθειες που δεν γνωρίζει ο ρατσιστής. Αυτός ο φόβος οδηγεί σε εχθρική στάση απέναντι σε ό,τι ξεφεύγει από τα οικεία.

Η απουσία εκπαίδευσης, γνώσης, κριτικής σκέψης και επαφής με διαφορετικούς ανθρώπους κάνει πιο εύκολη την καλλιέργεια προκαταλήψεων και στερεοτύπων. Η άγνοια μετατρέπεται σε έδαφος πάνω στο οποίο φουντώνει ο ρατσισμός.

Σε περιόδους κρίσης, ανεργίας ή ανασφάλειας, κάποιοι αναζητούν «ενόχους» για τα προβλήματά τους. Συχνά στοχοποιούνται οι μειονότητες ή οι μετανάστες, καθώς θεωρούνται ανταγωνιστές για δουλειές, πόρους ή κοινωνικές παροχές.

Αλλά ο κυριότερος παράγοντας που ενισχύει το ρατσισμό, είναι όταν πολιτικές ή κοινωνικές ομάδες τον χρησιμοποιούν για να διχάσουν τον λαό ή να κερδίσουν εξουσία. Η καλλιέργεια φόβου και μίσους γίνεται όπλο για τον έλεγχο των μαζών.

Έτσι οι ρατσιστές νιώθουν ανώτεροι μειώνοντας τους άλλους. Αντί να αναγνωρίσουν τις δικές τους δυσκολίες, προβάλλουν την ευθύνη στους «διαφορετικούς».

Και επειδή είναι ανασφαλείς και κομπλεξικοί, έχουν την ανάγκη να ανήκουν σε ομάδες ούτως ώστε να νιώθουν ισχυροί ως μέλη μιας ανώτερης ομάδας που ξεχωρίζει από τους άλλους, κατά τη γνώμη τους. Έτσι συνήθως συνασπίζονται, και δρουν ομαδικά ως όχλος εναντίον αυτών που έχουν στοχεύσει.

 Χλώρακα: Το χωριό που στιγμάτισαν λίγοι, αλλά κατηγορήθηκαν όλοι

Τα πρόσφατα επεισόδια με τους πρόσφυγες στη Χλώρακα συγκλόνισαν την κοινή γνώμη της Κύπρου και όχι μόνο. Εικόνες βίας, συγκρούσεων και διώξεων προσφύγων έκαναν τον γύρο του νησιού και των διεθνών ΜΜΕ, παρουσιάζοντας το χωριό ως εστία μισαλλοδοξίας και ξενοφοβίας. Όμως, η αλήθεια είναι πιο σύνθετη και σίγουρα πιο άδικη για τη μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων.

Οι άνθρωποι της Χλώρακας δεν είναι βίαιοι ούτε μισαλλόδοξοι. Δεν ήταν το σύνολο των κατοίκων που συμμετείχε στις ταραχές, αλλά μια μικρή μερίδα. Το πραγματικό πρόβλημα ξεκίνησε όταν οργανωμένες ομάδες από άλλες πόλεις -κουβαλητές ιδεολογιών ακραίων, εθνικιστικών και αναρχικών- κατέφθασαν στο χωριό, δρομολογώντας ένα σκηνικό έντασης. Σε αυτή την παγίδα παρασύρθηκαν και ορισμένοι νεαροί της περιοχής, που κάτω από τη συναισθηματική φόρτιση και την επιρροή των ξένων στοιχείων βρέθηκαν συμμέτοχοι σε βίαιες πράξεις.

Οι σκηνές που ακολούθησαν ήταν ντροπιαστικές. Πρόσφυγες κυνηγήθηκαν σαν ζώα, απελάθηκαν βίαια από τα σπίτια και τους δρόμους τους, ενώ η σπίθα άναψε φυλετικό και θρησκευτικό μίσος. Καθώς τα επεισόδια εκτυλίχθηκαν στο χωριό, έμοιαζε προς τα έξω πως ολόκληρη η Χλώρακα είχε μετατραπεί σε μια κοινότητα απάνθρωπη.

Τα γεγονότα παρουσιάστηκαν παραμορφωμένα. Κάποιοι ισχυρίστηκαν πως οι πρόσφυγες προκάλεσαν οι ίδιοι, ότι ήταν εκείνοι που άσκησαν βία, δημιουργώντας μια στρεβλή εικόνα. Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις μερίδας προσφύγων ήταν μόνο αμυντικές, για να προστατέψουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους.

Η ζημιά, όμως, είχε ήδη γίνει. Το όνομα της Χλώρακας διασύρθηκε. Η εικόνα της δημοσιεύτηκε σε ντόπιες και ξένες εφημερίδες, με υπερβολές και γενικεύσεις. Το χωριό χαρακτηρίστηκε «επικίνδυνο» και οι κάτοικοί του βαφτίστηκαν συλλήβδην «ρατσιστές». Ένα από τα πιο όμορφα μέρη της Κύπρου, με φιλόξενους και καλοκάγαθους ανθρώπους, έγινε ξακουστό για λάθος λόγους.

Δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις ευθύνες. Βεβαίως φταίνε οι ξένοι υποκινητές, αλλά φταίνε και οι λίγοι ντόπιοι που παρασύρθηκαν. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, μερίδιο ευθύνης βαραίνει όσους έσπειραν αισθήματα ξενοφοβίας, όσους εκμεταλλεύτηκαν φόβους και ανασφάλειες για να μετατρέψουν απλούς ανθρώπους σε όχλο. Γιατί ο όχλος, όπου και να στραφεί, αφήνει πίσω του καταστροφή.

Όταν οι φλόγες της αναταραχής έσβησαν και επενέβη η αστυνομία, η ζημιά στις περιουσίες ήταν περιορισμένη, αλλά η ηθική και κοινωνική ζημιά στο χωριό ήταν τεράστια. Ένα ανεξίτηλο στίγμα χαράχτηκε στη φήμη του, που δύσκολα θα σβήσει.

Η Χλώρακα δεν αξίζει αυτή τη μοίρα. Είναι ένας τόπος με ιστορία, ομορφιά και ανθρώπους που ξέρουν να φιλοξενούν. Όμως, μια χούφτα ανεγκέφαλοι κατάφεραν να σπείρουν διχόνοια, να παρασύρουν μέρος του πληθυσμού και να καλλιεργήσουν μίσος προς οτιδήποτε ξένο ή διαφορετικό. Όσο αυτοί οι λίγοι συνεχίζουν να υποκινούν και να παρασύρουν «αγαθούς» κατοίκους, η φήμη της Χλώρακας θα παραμένει αδικημένη.

Η λύση είναι ξεκάθαρη. Το σύστημα και η κοινωνία οφείλουν να αποβάλουν τα ακραία στοιχεία και να επαναφέρουν την εμπιστοσύνη. Μόνο έτσι η Χλώρακα θα ξαναβρεί την πραγματική της ταυτότητα, αυτή ενός χωριού όμορφου, φιλόξενου και ανθρώπινου.

 ΜΕΤΑ ΤΑ ΕΠΕΙΣΟΔΕΙΑ

Όταν ο κουρνιαχτός καταλάγιασε μετά τα βίαια ρατσιστικά επεισόδια στη Χλώρακα, η κοινωνία έμεινε να κοιτάζει τις πληγές της. Κάποιοι, βλέποντας τα ολέθρια αποτελέσματα, κλείστηκαν μετανοημένοι στο καβούκι τους. Άλλοι, αμετανόητοι – ευτυχώς λίγοι –, συνέχισαν να δικαιολογούν τις πράξεις τους. Μα όταν ένιωσαν την περιφρόνηση και την απαξίωση της πλειοψηφίας, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά να αποσυρθούν και αυτοί μέσα στις ιδεοληψίες τους.

Αφού πρώτα έσπειραν φανατισμό και μισαλλοδοξία, αφού υποκίνησαν και μετέφεραν ανθρώπους για να προκαλέσουν ταραχές, στο τέλος έμειναν μόνοι και εκτεθειμένοι. Ντροπιασμένοι, σιώπησαν και λούφαξαν.

Όμως, αυτού του είδους οι ρατσιστές σπάνια μετανοούν. Μπορεί για λίγο να κρύβονται, αλλά τα πάθη και τα σύνδρομά τους δεν αργούν να ξαναβγούν στην επιφάνεια. Κάθε τόσο ξεσπούν ξανά, με λόγια μίσους, με ρητορική που δηλητηριάζει την κοινωνία, με συμπεριφορές που προσπαθούν να ξαναφέρουν τη διχόνοια.

Κατά τη γνώμη μου, η κοινωνία μας δεν πρέπει να δείξει ανοχή σε τέτοιες φωνές. Οφείλουμε να τους περιορίσουμε και να τους απομονώσουμε πολιτικά, κοινωνικά και ηθικά, πριν προκαλέσουν άλλο κακό. Ο ρατσισμός δεν είναι απλή διαφωνία· είναι επικίνδυνη ιδεολογία που βλάπτει την κοινωνική συνοχή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Η απάντηση δεν μπορεί να είναι η σιωπή ή η αδιαφορία, αλλά η ενεργή αντίδραση: παιδεία, καλλιέργεια, διάλογος και αλληλεγγύη. Μόνο έτσι θα εξουδετερώσουμε τον φόβο και το μίσος, χτίζοντας μια κοινωνία που να στηρίζεται στον σεβασμό και στην ανθρωπιά.