Ο Κυριάκος Ταπακούδης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1953. Έχει γράψει βιβλία διηγήματα και νουβέλλες για μικρούς, για μεγάλους, και για τους ναυτικούς - Τηλέφωνο: 99435899 Email: k.tapakoudes@cytanet.com.cy
ΑΥΤΟΚΤΟΝΟΥΝ ΟΙ ΣΚΥΛΛΟΙ;
ΕΠΙΚΑΙΡΑ ΑΡΘΡΑ ΠΑΝΤΟΣ ΚΑΙΡΟΥ
ΟΙ ΚΑΤ΄ ΕΠΙΛΟΓΗΝ
ΕΥΕΣΘΗΣΙΕΣ
Η
ευαισθησία, ως ανθρώπινη αρετή, δεν είναι θόρυβος, είναι σιωπή. Δεν κραυγάζει, δεν
επιδεικνύεται, δεν ζητά χειροκρότημα. Είναι εσωτερική στάση, μια λεπτή αλλά
σταθερή ικανότητα να νιώθεις τον πόνο του άλλου, όχι όταν σε συμφέρει, όχι όταν
είναι κοινωνικά αποδεκτό, αλλά όταν είναι αληθινός. Όταν όμως η ευαισθησία
αποσπάται από τη συνείδηση και μετατρέπεται σε επιλογή, τότε παύει να είναι
αρετή και γίνεται ρόλος.
Ζούμε
στην εποχή των «κατ’ επιλογήν ευαισθησιών». Οι άνθρωποι συγκινούνται
επιλεκτικά, ανάλογα με το θέμα που «πουλά», με το αφήγημα που κυριαρχεί, με το
ποιος θεωρείται θύμα και ποιος επιτρέπεται να είναι θύτης. Η πρώιμη αυτή
ευαισθησία -ψεύτικη,
βιαστική, επιφανειακή- γεννιέται συχνά πριν ακόμη υπάρξει κατανόηση.
Είναι ένα συναίσθημα χωρίς βάθος, χωρίς συνέπεια, χωρίς ηθικό κόστος.
Και όταν
το εκάστοτε θέμα προσφέρει ηθική υπεροχή, τότε η ευαισθησία μετατρέπεται σε
όπλο. Σαν όχλος, λαύροι κατασπαράζουν
προσωπικότητες, λαούς, ανθρώπους, με το πρόσχημα της δικαιοσύνης. Δεν κλαίνε
για τον πόνο, κλαίνε
για τη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Δεν αγανακτούν για τον θάνατο, αγανακτούν επειδή πρέπει
να αγανακτήσουν. Έτσι, ο άνθρωπος μαθαίνει να συμπονά με οδηγίες και να μισεί
με επιχειρήματα.
Η αληθινή
ευαισθησία, όμως, δεν γνωρίζει γεωπολιτική, δεν αναγνωρίζει στρατόπεδα, δεν
χειροκροτεί βομβαρδισμούς, ακόμη κι αν αυτοί βαφτίζονται «αναγκαίοι». Γιατί για
εκείνον που είναι πραγματικά ευαίσθητος, κάθε νεκρός έχει πρόσωπο, κάθε κραυγή
έχει βάρος, κάθε ζωή είναι ανεπανάληπτη.
Αυτές τις σκέψεις μου έφερε στον νου μια ιστορία που μου διηγήθηκε
ένας φίλος και που αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο την ανείπωτη υποκρισία
ορισμένων ανθρώπων.
Ήταν
ενοικιαστές στη μικρή του τουριστική μονάδα. Ένα βράδυ κάθονταν όλοι μαζί και
έβλεπαν ειδήσεις στην τηλεόραση. Ήταν η εποχή των βομβαρδισμών στη
Γιουγκοσλαβία, για την ανατροπή του Μιλόσεβιτς. Τα αθώα θύματα πολλά, οι
εικόνες σκληρές. Κι όμως, οι Άγγλοι τουρίστες χειροκροτούσαν με ενθουσιασμό,
λέγοντας πως «έτσι πρέπει να γίνεται».
Την
επόμενη μέρα, μία από τις τουρίστριες επέστρεψε στη μονάδα εμφανώς ταραγμένη,
σχεδόν κλαμένη.
-Τι
έπαθες; τη ρώτησε ο φίλος μου.
-Μιχάλη,
του λέει, συνάντησα στον δρόμο ένα γατάκι, σκοτωμένο από αυτοκίνητο… και
στεναχωρήθηκα πολύ.
Και ο
Μιχάλης, αθυρόστομος και ανίκανος να ανεχτεί την αδικία, της απάντησε:
-Καλά…
χθες χαιρόσουν που σκοτώνονταν άνθρωποι στους βομβαρδισμούς, και σήμερα κλαις
για το γατάκι;
Η σιωπή
που ακολούθησε ήταν βαριά. Οι τουρίστες θύμωσαν. Όχι γιατί αμφισβητήθηκε η
λογική τους, αλλά γιατί προσβλήθηκαν οι ευαισθησίες τους. Έφυγαν και δεν
ξαναγύρισαν.
Ίσως
γιατί η αλήθεια, όταν ξεγυμνώνει την επιλεκτική μας συμπόνια, πονά περισσότερο
από οποιονδήποτε βομβαρδισμό. Και ίσως γιατί η ψεύτικη ευαισθησία δεν αντέχει
τον καθρέφτη.
ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ: ΕΝΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΠΟΥ ΠΛΓΩΝΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Ο ρατσισμός αποτελεί μία από τις
πιο καταστροφικές κοινωνικές συμπεριφορές της εποχής μας. Υπονομεύει την
ισότητα, διαβρώνει την αλληλεγγύη και προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν
είναι απλώς μια άδικη στάση απέναντι σε ανθρώπους που διαφέρουν φυλετικά,
θρησκευτικά, πολιτισμικά ή κοινωνικά· είναι μια νοοτροπία που δηλητηριάζει το
σύνολο της κοινωνίας και γεννά αλυσιδωτές, συχνά ανεξέλεγκτες, επιπτώσεις.
Μια κοινωνία που ανέχεται τον
ρατσισμό στερεί από τον εαυτό της τα ταλέντα, τις ιδέες και τις δυνατότητες
ανθρώπων που θα μπορούσαν να συμβάλουν δημιουργικά στο κοινό καλό. Έτσι, ο
ρατσισμός δεν βλάπτει μόνο τα άμεσα θύματά του, αλλά φτωχαίνει συνολικά το
κοινωνικό σύνολο.
Οι αιτίες του ρατσισμού είναι
πολλές και σύνθετες. Βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις, παλαιές αντιλήψεις περί
«ανωτερότητας» και εθνικιστικές ιδεολογίες αποτελούν το πρώτο υπόστρωμα. Σε
αυτά προστίθεται ο φόβος απέναντι στο διαφορετικό και το άγνωστο: άλλες
κουλτούρες, θρησκείες και τρόποι ζωής που ο ρατσιστής δεν γνωρίζει και, αντί να
προσπαθήσει να κατανοήσει, επιλέγει να απορρίψει.
Η έλλειψη παιδείας, κριτικής
σκέψης και ουσιαστικής επαφής με διαφορετικούς ανθρώπους καθιστά τις κοινωνίες
ευάλωτες στη διάδοση στερεοτύπων. Η άγνοια γίνεται εύφορο έδαφος πάνω στο οποίο
ανθίζει το μίσος. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ανεργίας και ανασφάλειας, ο
ρατσισμός ενισχύεται ακόμη περισσότερο, καθώς κάποιοι αναζητούν αποδιοπομπαίους
για τα προβλήματά τους. Συχνά, στοχοποιούνται μειονότητες και μετανάστες, που
παρουσιάζονται ως «απειλή» ή «ανταγωνιστές».
Ο πιο επικίνδυνος, όμως,
παράγοντας είναι η συνειδητή εκμετάλλευση του ρατσισμού από πολιτικές ή
κοινωνικές ομάδες. Η καλλιέργεια φόβου και μίσους χρησιμοποιείται ως εργαλείο
διχασμού και ελέγχου. Έτσι, άτομα ανασφαλή και φοβισμένα νιώθουν ανώτερα
μειώνοντας τους άλλους και βρίσκουν καταφύγιο σε ομάδες που τους υπόσχονται
ταυτότητα και δύναμη. Όταν αυτό το αίσθημα ανωτερότητας μετατρέπεται σε
συλλογική ψευδαίσθηση, γεννιέται ο όχλος, και ο όχλος, όπου κι αν στραφεί,
αφήνει πίσω του καταστροφή.
Ένα τέτοιο φαινόμενο βιώσαμε και
στη Χλώρακα. Τα βίαια επεισόδια με πρόσφυγες συγκλόνισαν την κυπριακή κοινωνία
και προκάλεσαν διεθνή κατακραυγή. Εικόνες διώξεων, συγκρούσεων και ωμής βίας
έκαναν τον γύρο των ΜΜΕ, παρουσιάζοντας το χωριό ως εστία μισαλλοδοξίας και
ξενοφοβίας. Όμως αυτή η εικόνα ήταν απλουστευτική και βαθιά άδικη.
Η Χλώρακα δεν είναι ένα χωριό
βίαιο ούτε οι κάτοικοί της συλλήβδην ρατσιστές. Οι ταραχές δεν προκλήθηκαν από
το σύνολο της τοπικής κοινωνίας, αλλά από μια μικρή μερίδα ανθρώπων, ενισχυμένη
από οργανωμένα στοιχεία που κατέφθασαν από άλλες πόλεις, κουβαλώντας ακραίες
ιδεολογίες και διάθεση σύγκρουσης. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρασύρθηκαν και
ορισμένοι νεαροί της περιοχής, οι οποίοι, υπό συναισθηματική φόρτιση και πίεση,
βρέθηκαν συμμέτοχοι σε ντροπιαστικές πράξεις.
Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν ήταν
σοκαριστικές. Πρόσφυγες κυνηγήθηκαν, εκφοβίστηκαν και εκδιώχθηκαν, ενώ άναψε η
σπίθα φυλετικού και θρησκευτικού μίσους. Προς τα έξω, δημιουργήθηκε η εντύπωση
ότι ολόκληρη η κοινότητα είχε μετατραπεί σε έναν απάνθρωπο τόπο. Τα γεγονότα
συχνά παρουσιάστηκαν παραμορφωμένα, με ισχυρισμούς ότι οι ίδιοι οι πρόσφυγες
προκάλεσαν τα επεισόδια, ενώ στην πραγματικότητα οι αντιδράσεις τους ήταν
κυρίως αμυντικές, για την προστασία των οικογενειών τους.
Η ζημιά, ωστόσο, είχε ήδη γίνει.
Το όνομα της Χλώρακας διασύρθηκε, η φήμη της τραυματίστηκε και οι κάτοικοί της
στιγματίστηκαν συλλογικά. Ένα χωριό με ιστορία, φυσική ομορφιά και παράδοση
φιλοξενίας έγινε γνωστό για όλους τους λάθος λόγους.
Μετά τα επεισόδια, όταν ο
κουρνιαχτός καταλάγιασε, η κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με τις πληγές της.
Κάποιοι αποσύρθηκαν σιωπηλοί και μετανιωμένοι. Άλλοι, αμετανόητοι αλλά
μειοψηφικοί, συνέχισαν να δικαιολογούν το αδικαιολόγητο, ώσπου βρέθηκαν
αντιμέτωποι με την αποδοκιμασία της πλειοψηφίας και περιθωριοποιήθηκαν. Όσοι
είχαν σπείρει φανατισμό και μίσος έμειναν τελικά εκτεθειμένοι και μόνοι.
Όμως ο ρατσισμός σπάνια
εξαφανίζεται οριστικά. Συχνά υποχωρεί προσωρινά, για να επανεμφανιστεί με άλλες
μορφές, με λόγο μίσους και διχαστική ρητορική. Γι’ αυτό και η κοινωνία δεν έχει
την πολυτέλεια της ανοχής. Ο ρατσισμός δεν είναι απλή άποψη, είναι επικίνδυνη ιδεολογία που
απειλεί την κοινωνική συνοχή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η σιωπή ούτε η αδιαφορία. Είναι η παιδεία, η καλλιέργεια κριτικής σκέψης, ο διάλογος και η έμπρακτη αλληλεγγύη. Μόνο έτσι μπορούμε να απομονώσουμε τα ακραία στοιχεία, να επουλώσουμε τις πληγές και να επιτρέψουμε σε τόπους όπως η Χλώρακα να ξαναβρούν την πραγματική τους ταυτότητα: αυτήν μιας κοινωνίας ανθρώπινης, φιλόξενης και αξιοπρεπούς.
ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ
Το νερό υπήρξε
ανέκαθεν το πολυτιμότερο αγαθό για τον άνθρωπο και γι’ αυτό κατέλαβε κεντρική
θέση στη ζωή, στους μύθους και στις παραδόσεις των λαών. Στη Χλώρακα, τόπο
πετρώδη και άνυδρο κατά διαστήματα, το νερό δεν ήταν απλώς στοιχείο επιβίωσης,
αλλά πηγή ζωής, πίστης και συλλογικής μνήμης.
Στην κοινότητα
σώζονται τρεις παλιές βρύσες: του Πύρκου, το Καμαρούι και η Βρύση στο κέντρο
του χωριού. Από όλες, μόνο η παλιά Βρύση δίπλα στον Άη Υπάτη διατηρείται μέχρι
σήμερα όπως ακριβώς κτίστηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια. Χτισμένη πλάι σε
χειμάρρο, μέσα σε τόπο άλλοτε καταπράσινο με καλαμιώνες και δρύες, αποτέλεσε
για γενιές Χλωρακιωτών σημείο ζωής, συνάντησης και ιερότητας.
Η Βρύση δεν
εξυπηρετούσε μόνο πρακτικές ανάγκες. Περιβαλλόταν από δοξασίες για νεράιδες και
ανεράδες, στις οποίες οι κάτοικοι πρόσφεραν σπονδές για να “γλυκάνουν τα νερά”.
Το νερό της θεωρούνταν αγνό και ευλογημένο, ιδιαίτερα τις άγιες μέρες.
Ιδιαίτερη θέση στη
συλλογική μνήμη κατέχει ο αγιασμός των Φώτων. Οι γεροντότεροι μαρτυρούν πως την
ημέρα των Φώτων –και παλαιότερα και την Πρωτοχρονιά– μετά τη θεία λειτουργία,
οι κάτοικοι κατευθύνονταν στη Βρύση του χωριού. Εκεί ο ιερέας τελούσε δέηση και
αγίαζε τα νερά, επικαλούμενος το όνομα της Αγίας Τριάδας. Με κλωνί βασιλικού ή
λασμαριού ράντιζε τους πιστούς, ενώ οι γυναίκες γέμιζαν τις στάμνες τους με το
καινούριο αγιασμένο νερό, το οποίο έπαιρναν στα σπίτια τους για ευλογία, υγεία
και καλοχρονιά.
Το νερό των Φώτων
θεωρείτο ιερό: ράντιζαν τα σπίτια, τα χωράφια, τα ζώα, και πίστευαν πως
προστατεύει από το κακό και φέρνει καρποφορία. Έτσι, η Βρύση μετατρεπόταν
εκείνη την ημέρα σε τόπο ιεροτελεστίας, όπου η φύση, η πίστη και η κοινότητα
ενώνονταν σε μια βαθιά συμβολική πράξη.
Πέρα από τις βρύσες,
η Χλώρακα διέθετε τρεχούμενα νερά, χειμάρρους, πηγάδια, αλακάτια και θρυλικά
αυλάκια, όπως εκείνο της Ρήγαινας και του Διγενή. Όλα μαρτυρούν τον διαρκή
αγώνα των κατοίκων να τιθασεύσουν και να προστατεύσουν το νερό. Δυστυχώς, πολλά
από αυτά χάθηκαν με την άναρχη ανάπτυξη και την καταστροφή της φύσης.
Η παλιά Βρύση όμως παραμένει. Στέκει ως σιωπηλός μάρτυρας της ιστορίας, της πίστης και των Φώτων της Χλώρακας, θυμίζοντας πως το νερό δεν είναι μόνο φυσικός πόρος, αλλά ιερό στοιχείο ζωής και παράδοσης.
ΚΑΡΚΙΝΟΣ, Η
ΚΑΚΗ ΑΡΡΩΣΤΙΑ
ΞΥΠΝΗΣΤΕ
ΡΑΓΙΑΔΕΣ
Η πολιτική είναι ένα καθρέφτισμα της κοινωνίας, και η
κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα δεν είναι τυχαία. Χώρες πλούσιες και
φτωχές, χώρες που καταστράφηκαν από εμφυλίους ή αλλοεθνείς πολέμους, αλλά και
χώρες που καταστράφηκαν από την ανοχή των ίδιων των πολιτών τους, δείχνουν πως
η δύναμη του λαού είναι καθοριστική.
Κατά τις περιηγήσεις μου στον κόσμο, είδα ανθρώπους να
πεθαίνουν από πείνα και άλλους να ζουν σε πολυτέλεια. Είδα κυβερνήσεις να
νομοθετούν υπέρ των ολίγων και εις βάρος των πολλών. Και αναρωτιέμαι: πώς
αντέχουν οι πολλοί να σιωπούν; Είναι βλακεία ή ραγιαδισμός;
Η Σιωπή των Πολλών
Παρακολουθώντας τη μικρή μας κοινωνία, βλέπω τον λαό να
παραμένει απαθής. Η διαφθορά, τα σκάνδαλα και η ατιμωρησία έχουν καθιερωθεί,
και ο πολίτης σιωπά, ενώ οι εξουσιαστές εκμεταλλεύονται την ανοχή του. Ακόμη
και η ψήφος, το όπλο του λαού, πολλές φορές χάνεται σε διλήμματα και φτηνές
προπαγάνδες.
Η κρίση των θεσμών δεν είναι μόνο οικονομική· είναι κυρίως
ηθική και πνευματική. Η υποβάθμιση των αξιών, η κατάπτωση της πνευματικότητας
και η φθορά της οικογένειας απειλούν το μέλλον μας. Όσοι μπορούμε, πρέπει να
αναζητήσουμε ανθρώπους με όραμα, ηγέτες ηθικούς και σοφούς, που θα μας
καθοδηγήσουν.
Ηθική και Πολιτική
Η πολιτική χωρίς ηθική είναι καταστροφική. Ο λαϊκισμός
και η διαπλοκή έχουν μειώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, ενώ οι εκλογές
γίνονται πεδίο χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Οι πολιτικοί πρέπει να
αντιταχθούν στις εύκολες λύσεις, να λειτουργούν με κοινωνική συνείδηση και να
αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Ο Κόσμος Είναι Θυμωμένος
Στα καφενεία, στις πλατείες, παντού, συναντώ ανθρώπους
θυμωμένους. Συνταξιούχοι με συντάξεις των 500 ευρώ, εργαζόμενοι με πενιχρούς
μισθούς, άνεργοι και αυτοεργοδοτούμενοι νιώθουν αδικημένοι και παραμελημένοι. Ο
θυμός τους δεν είναι ατομικός· είναι συλλογικός. Και η κοινωνία, αν θέλει να
επιβιώσει, πρέπει να ακούσει αυτή τη φωνή.
Ρατσισμός και Ξενοφοβία
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά οι ρόλοι αλλάζουν. Στη σύγχρονη
Κύπρο, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται με προκατάληψη και φόβο. Όμως η εμπειρία
δείχνει πως ο Ελληνισμός έχει γνωρίσει την προσφυγιά και την αδικία. Η
συμπαράσταση στους ξένους είναι ένδειξη αληθινής πολιτισμικής ωριμότητας.
Ποιος Φταίει;
Από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα, οι απλοί
πολίτες σπάνια αντιστάθηκαν. Οι κατακτητές και οι εκλεγμένοι πολιτικοί έχουν
δημιουργήσει ανισότητες, νόμους υπέρ των ισχυρών και φτώχεια για τους πολλούς.
Οι τράπεζες και το μεγάλο κεφάλαιο προστατεύονται, ενώ οι πολίτες
καταστρέφονται οικονομικά και ηθικά.
Η αποχή, η σιωπή και η ανοχή ενισχύουν την αδικία. Ο λαός, αν θέλει να ζήσει με αξιοπρέπεια, πρέπει να ξυπνήσει.
ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ -άρθρο
Ο θάνατος, το φρικωδέστατον των κακών, όπως τον ονόμασε ο
Επίκουρος, δεν είναι τίποτε για εμάς. Διότι όταν υπάρχουμε εμείς, εκείνος δεν
υπάρχει· και όταν έρθει εκείνος, δεν υπάρχουμε πια εμείς. Κι όμως, όσο λογικό
κι αν ακούγεται αυτό, ο άνθρωπος εξακολουθεί να φοβάται τον θάνατο περισσότερο
από κάθε τι άλλο. Όχι επειδή τον γνώρισε, αλλά ακριβώς επειδή δεν τον γνώρισε
ποτέ.
Ο φόβος του θανάτου είναι φόβος του αγνώστου. Κι ό,τι
είναι άγνωστο, το αντικρίζουμε με καχυποψία και τρόμο. Πάνω σ’ αυτόν τον φόβο
χτίστηκαν θρησκείες, δόγματα, υποσχέσεις και απειλές· Παράδεισοι και Κολάσεις,
τιμωρίες και ανταμοιβές. Ο άνθρωπος χρειάστηκε παρηγοριά για να αντέξει την
ιδέα της ανυπαρξίας. Και κάποιοι επιτήδειοι εκμεταλλεύτηκαν αυτή την αγωνία για
να εξουσιάσουν συνειδήσεις.
Κι όμως, αν αναλογιστεί κανείς νηφάλια, ο θάνατος μοιάζει
περισσότερο με έναν βαθύ, απόλυτο ύπνο. Έναν ύπνο χωρίς όνειρα, χωρίς πόνο,
χωρίς έγνοιες. Ενώ η ζωή, όσο κι αν την αγαπούμε, είναι γεμάτη κόπωση, αγωνία,
ανησυχία, πίκρα και πόνο. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε μήπως τελικά Κόλαση
είναι η ζωή και Παράδεισος ο θάνατος;
Έχω δει τον θάνατο από κοντά. Έχω ακούσει τον επιθανάτιο
ρόγχο, αυτόν τον υγρό, ανατριχιαστικό ήχο που γεννιέται όταν το σώμα καταρρέει
και η γλώσσα δεν μπορεί πια να εμποδίσει το σάλιο να εισέλθει στους πνεύμονες.
Έχω υπάρξει μάρτυρας της απελπισμένης προσπάθειας του ετοιμοθάνατου να
αναπνεύσει, μιας μάχης άνισης που χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη όσων τη
βιώνουν. Είναι εμπειρία που στοιχειώνει εφ’ όρου ζωής.
Θυμάμαι τον παππού μου. Ήμουν δεκαέξι χρονών όταν τον
είδα να ψυχορραγεί. Παρακολούθησα τη φθορά του σώματος, την αγωνία, τον φόβο.
Και μετά τον θάνατό του, κοιμήθηκα στο ίδιο κρεβάτι όπου ξεψύχησε. Εκείνη τη
νύχτα, μέσα στον τρόμο και στις λαϊκές προλήψεις, πήρα μια απόφαση: να ζήσω
πριν πεθάνω. Να μη πεθαίνω κάθε μέρα από φόβο.
Έχω δει και τον θάνατο του κακού ανθρώπου. Του πατέρα που
βασάνισε τη γυναίκα και τα παιδιά του, που έσπειρε πόνο και βία, και στο τέλος
ψυχορραγούσε μόνος, λιωμένος, σαπισμένος, παρακαλώντας για συγχώρεση. Κι όταν
αυτή του δόθηκε, ξεψύχησε. Αναπαύτηκε. Μα το ερώτημα παραμένει: αναπαύτηκε στ’
αλήθεια ή απλώς γλίτωσε από τη ζωή;
Έχω γνωρίσει και τον νεκροθάφτη. Εκείνον που είδε
πλούσιους και φτωχούς, καλούς και κακούς να γίνονται όλοι ένα: χώμα. Εκείνον
που κατάλαβε ότι κάτω από τη γη δεν υπάρχουν τίτλοι, μνημεία και αξιώματα. Μόνο
σάρκες που αποσυντίθενται. Και συνειδητοποίησε πως ο φόβος του θανάτου είναι
εργαλείο, όχι αλήθεια.
Η επιστήμη λέει πως ο θάνατος είναι η οριστική παύση των
βιολογικών λειτουργιών. Άλλοι μιλούν για ενέργεια που δεν χάνεται. Άλλοι για
συνείδηση που επιμένει για λίγο ακόμη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μιλά για
σαρανταήμερο ταξίδι της ψυχής, για τελώνια, αγγέλους και κρίση. Όλα αυτά, όμως,
όσο κι αν παρηγορούν, δεν αναιρούν το γεγονός πως κανείς δεν επέστρεψε για να
μας πει με βεβαιότητα.
Κι έτσι, ίσως η πιο έντιμη στάση είναι να δεχτούμε πως η
ζωή είναι μία. Να τη ζήσουμε με μέτρο, με αγάπη, με επίγνωση. Να μη βασανίζουμε
τους άλλους, γιατί η πίκρα επιστρέφει. Να μη κυνηγούμε μια δεύτερη ζωή, γιατί
ίσως χάσουμε την πρώτη.
Όσο ζούμε, υποφέρουμε. Όταν πεθαίνουμε, παύουν όλα. Ούτε
πόνος, ούτε φόβος, ούτε έγνοιες. Γι’ αυτό λέω:
Αλίμονο σε αυτούς που μένουν.
Και χαρά σ’ αυτούς που φεύγουν.
Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ -άρθρο
Στοχασμοί για το ύψιστο ανθρώπινο
συναίσθημα
Τι είναι αγάπη; Είναι ένα συναίσθημα, μια πράξη, μια
στάση ζωής; Πολλοί φιλόσοφοι και στοχαστές προσπάθησαν να την ορίσουν με
διαφορετικούς τρόπους. Όσα κι αν ειπώθηκαν, όλοι σχεδόν καταλήγουν στο ίδιο
συμπέρασμα: η αγάπη είναι συναίσθημα, συμπάθεια, έλξη, αφοσίωση· είναι η δύναμη
που ενώνει τους ανθρώπους και δίνει νόημα στην ύπαρξή τους.
Υπάρχουν πολλές μορφές αγάπης, όμως η ισχυρότερη και
καθαρότερη είναι η αγάπη του γονιού προς το παιδί. Πρόκειται για μια αγάπη
ανιδιοτελή, χωρίς όρους και ανταλλάγματα, από την οποία γεννιούνται όλα τα
υπόλοιπα συναισθήματα που διαμορφώνουν τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Είναι μια
αγάπη που υπερβαίνει το εγώ και θέτει ως προτεραιότητα τον άλλον. Από αυτήν
ξεκινά και η φυσική κλίμακα των ανθρώπινων σχέσεων: πρώτα τα παιδιά, έπειτα η
οικογένεια, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι συντοπίτες, οι ομοεθνείς, η πατρίδα.
Η γονεϊκή αγάπη δύσκολα επισκιάζεται. Μπορεί προσωρινά να
δοκιμαστεί, καθώς τα ανθρώπινα συναισθήματα επηρεάζονται από γεγονότα και
συμπεριφορές, παραμένει όμως σταθερή και διαρκής. Σε αντίθεση με αυτήν, η
ερωτική αγάπη, όσο δυνατή κι αν εμφανίζεται, είναι συνήθως παροδική. Συχνά
καταλήγει σε συνήθεια ή απλή συμπάθεια, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που
μετατρέπεται σε ζήλια, πικρία και βαθιά συναισθηματικά τραύματα.
Η αγάπη, ως λέξη και ως έννοια, περιλαμβάνει πλήθος
εκφάνσεων: έρωτα, ρομαντική και πλατωνική αγάπη, συγγενική και θρησκευτική.
Είναι βασικό ένστικτο του ανθρώπου, απαραίτητο για να νιώθει ασφάλεια και να
διατηρεί δεσμούς μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Ο άνθρωπος έχει έμφυτη την ανάγκη
να αγαπά και να αγαπιέται. Συνήθως, για να λάβει αγάπη, χρειάζεται πρώτα να τη
δώσει.
Όποιος δίνει αγάπη, παίρνει αγάπη. Όποιος χαμογελά,
εισπράττει χαμόγελο. Όποιος μισεί, απομακρύνει τους άλλους. Με απλά λόγια, αυτό
που προσφέρει ο καθένας, αυτό και λαμβάνει. Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι
μόνο αν αγαπάμε, αλλά πώς αγαπάμε. Αγάπη δεν είναι η προσκόλληση που βασίζεται
στην εξυπηρέτηση, στην κολακεία ή στην υποταγή. Αγάπη δεν είναι να
αποστρεφόμαστε τον άλλον όταν παύει να μας ικανοποιεί. Πραγματική αγάπη
σημαίνει να αγαπάς χωρίς μίσος και μνησικακία, χωρίς ζήλια, επικρίσεις και
συγκρίσεις.
Για να κατανοήσει κανείς το αληθινό νόημα της αγάπης,
αρκεί να αναλογιστεί πώς αγαπούν οι γονείς — και κυρίως οι μητέρες — τα παιδιά
τους. Η αυτοθυσία και η προσφορά τους αποτελούν το πιο καθαρό παράδειγμα
αγάπης. Όταν αυτή η αγάπη καθοδηγεί τη ζωή μας, τότε η καθημερινότητα γίνεται
απλούστερη και πιο υποφερτή. Η αγάπη είναι αναγκαία για όλους και όσοι τη
βιώνουν είναι πραγματικά τυχεροί.
Ο έρωτας, από την άλλη, είναι το συναίσθημα που γεννά την
έλξη ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Είναι μια δύναμη έντονη και συχνά άγρια, που
έλκεται κυρίως από την εξωτερική ομορφιά και αποσκοπεί στην ηδονή. Αποτελεί
βασικό ένστικτο όλων των έμβιων όντων και συνδέεται με τη διαιώνιση της ζωής.
Το ερώτημα όμως παραμένει: είναι ο έρωτας πάντοτε κάτι ωραίο;
Όσοι τον βιώνουν με ανταπόκριση, θα μιλήσουν για
πληρότητα και ζωντάνια. Όσοι αγαπούν χωρίς ανταπόκριση, θα τον περιγράψουν ως
βαθύ και αβάσταχτο πόνο. Όσοι τον ξεπέρασαν, ίσως τον θεωρούν αδυναμία ή χάσιμο
χρόνου, αλλά κατά βάθος θα ήθελαν να τον ξαναζήσουν. Και όσοι δεν ερωτεύτηκαν
ποτέ, συχνά νιώθουν ότι κάτι λείπει από την ολοκλήρωσή τους. Παρ’ όλα αυτά, αν
ρωτήσει κανείς αν αγαπούν τον έρωτα, σχεδόν όλοι θα απαντήσουν καταφατικά.
Ιδιαίτερη μορφή αποτελεί ο πλατωνικός έρωτας. Σύμφωνα με
τον Πλάτωνα, πρόκειται για έναν ιδανικό έρωτα που δεν σχετίζεται με τη σωματική
ηδονή ή την κατάκτηση, αλλά με το ηθικό και πνευματικό κάλλος. Είναι έρωτας για
την ιδέα της ομορφιάς, που γεμίζει το πνεύμα με ανώτερα νοήματα. Ωστόσο, όταν ο
έρωτας παραμένει ανεκπλήρωτος, με τον χρόνο φθίνει και μετατρέπεται σε
ανάμνηση. Συχνά, ο πλατωνικός έρωτας δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναγκαιότητα,
αποτέλεσμα έλλειψης ανταπόκρισης ή αντικειμενικών δυσκολιών. Είναι ένας έρωτας
βαθύς και οδυνηρός, που με τον χρόνο είτε επουλώνεται είτε σβήνει.
Πέρα όμως από τις ανθρώπινες μορφές της, η αγάπη αποκτά
υπέρτατο νόημα μέσα στη χριστιανική πίστη. Πίσω από τα λαμπερά φώτα των εορτών
και τον υπερβολικό καταναλωτισμό, κρύβεται το ουσιαστικό μήνυμα των
Χριστουγέννων: η αγάπη. Η γέννηση του Θεανθρώπου αποτελεί την ύψιστη έκφραση
θεϊκής αγάπης προς τον άνθρωπο. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να διδάξει την
αγάπη και μέσω αυτής να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος.
Η αγάπη, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, είναι ανώτερη
ακόμη και από την πίστη και την ελπίδα. Είναι ζωοδότης δύναμη, πηγή διαρκούς
ευτυχίας και ισχυρό αντίδοτο στις κακές σκέψεις και πράξεις. Μέσα από αυτήν
καλλιεργείται η συγχώρεση και επιλύονται οι ανθρώπινες διαφορές.
Οι εορτές υπενθυμίζουν στους ανθρώπους ότι η αγάπη τους
κάνει πιο γενναιόδωρους και πιο ανθρώπινους. Για να τη νιώσει κανείς, πρέπει
πρώτα να τη ζήσει· και για να τη ζήσει, πρέπει να τη δώσει. Αν θέλουμε να μας
αγαπούν, ας αγαπήσουμε πρώτοι. Αν δεν θέλουμε να πληγωνόμαστε, ας μην
πληγώνουμε.
Αν αυτά τα ελάχιστα γίνονταν πράξη, ο κόσμος θα ήταν σίγουρα καλύτερος, με περισσότερη χαρά και ευτυχία στις καρδιές των ανθρώπων.
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ -άρθρο
Τα φετινά Χριστούγεννα βρίσκουν πολλούς ανθρώπους κουρασμένους,
θυμωμένους και απογοητευμένους. Οι νέοι νιώθουν πως το μέλλον τους
συρρικνώνεται, οι ηλικιωμένοι παλεύουν με συντάξεις που δεν αρκούν, οι άνεργοι
και οι χαμηλόμισθοι ζουν καθημερινά την ανασφάλεια. Η ακρίβεια, η αβεβαιότητα
και η έλλειψη προοπτικής βαραίνουν τις ζωές μας. Και μέσα σε όλα αυτά, πολλοί
περνούν τις γιορτές νιώθοντας μόνοι, αβοήθητοι, εγκαταλελειμμένοι.
Η οργή στρέφεται προς ένα κράτος που συχνά μοιάζει
ανίκανο να προστατεύσει τους πιο αδύναμους, προς πολιτικούς που απομακρύνθηκαν
από τις ανάγκες της κοινωνίας, προς ένα σύστημα που υπόσχεται πολλά και
προσφέρει λίγα. Οι άνθρωποι κουράστηκαν να ελπίζουν και να διαψεύδονται.
Μήπως τελικά εμπιστευτήκαμε λάθος πρόσωπα, λάθος ιδέες,
λάθος υποσχέσεις; Μήπως οι ανθρώπινες δυνατότητες έχουν όρια; Και μήπως ήρθε η
στιγμή να αναζητήσουμε στήριγμα πέρα από την εξουσία, την ιδιοτέλεια και τα
συμφέροντα; Να στραφούμε σε Εκείνον που δεν αλλάζει με τις εποχές: στον Θεό.
Η χριστιανική πίστη μας θυμίζει ότι ο άνθρωπος από την
αρχή της ιστορίας του δοκιμάστηκε, έπεσε και απομακρύνθηκε από τον Θεό. Όμως
δεν εγκαταλείφθηκε. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός έστειλε τον Χριστό
στον κόσμο. Και αυτό ακριβώς γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα.
Ο Χριστός δεν γεννήθηκε σε παλάτια, αλλά σε μια φάτνη.
Δεν διάλεξε την εξουσία, αλλά την ταπείνωση. Δεν δίδαξε την κυριαρχία, αλλά την
αγάπη, τη συγχώρεση και την αλληλεγγύη. Σταυρώθηκε άδικα και, ακόμη και τότε,
συγχώρεσε. Και με την Ανάστασή Του έδωσε ελπίδα σε έναν κόσμο πληγωμένο.
Η Γέννησή Του αποτελεί υπενθύμιση ότι το φως μπορεί να
γεννηθεί μέσα στο σκοτάδι, ότι η ελπίδα δεν χάνεται ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν
χαμένα.
Στο πέρασμα των αιώνων, άνθρωποι εμπνεύστηκαν από το
παράδειγμά Του και στάθηκαν όρθιοι απέναντι στη διαφθορά, την αδικία και τον
φόβο. Αυτό το παράδειγμα καλούμαστε να ακολουθήσουμε κι εμείς σήμερα: να
συμφιλιωθούμε με τον Θεό, με τον εαυτό μας και με τους γύρω μας. Να δούμε τον
συνάνθρωπο όχι ως αντίπαλο, αλλά ως αδελφό. Να δώσουμε και να δεχτούμε αγάπη,
γιατί σε έναν κόσμο που σκληραίνει, αυτή παραμένει η μεγαλύτερη ανάγκη.
Είναι Χριστούγεννα. Σε μια εποχή δύσκολη, ας τα κάνουμε
αφετηρία για μια νέα αρχή — πιο ανθρώπινη, πιο αληθινή, πιο φωτεινή.
Η ΠΟΛΥΠΡΟΣΩΠΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Η μοναξιά αποτελεί μία από τις πιο παρεξηγημένες
ανθρώπινες καταστάσεις. Συχνά ταυτίζεται με την περιθωριοποίηση, την
αντικοινωνικότητα ή την αδυναμία προσαρμογής. Ωστόσο, στην πραγματικότητα η
μοναξιά δεν έχει μία μόνο όψη. Μπορεί να είναι επιλογή ή επιβολή, καταφύγιο ή
βάσανο, δύναμη ή πληγή.
Πολλοί άνθρωποι που ζουν μόνοι θεωρούνται λανθασμένα
παράξενοι ή αποκομμένοι από την κοινωνία. Σήμερα όμως όλο και περισσότεροι
επιλέγουν συνειδητά τη μοναξιά και την ανεξαρτησία τους, βασιζόμενοι στις δικές
τους δυνάμεις και αναζητώντας εσωτερική ισορροπία. Η εποικοδομητική μοναξιά, όπως
υποστηρίζουν και ψυχολόγοι, μπορεί να διασφαλίσει την ηρεμία της ψυχής, να
ενισχύσει τη συγκέντρωση και να αυξήσει την αποδοτικότητα. Δεν είναι λίγοι
εκείνοι που ανακάλυψαν ότι ορισμένες αξίες, σκέψεις και αλήθειες μπορούν να
εκτιμηθούν μόνο μέσα στη σιωπή και την απομόνωση.
Ιδιαίτερα για τους ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος
–ζωγράφους, συγγραφείς, μουσικούς, φιλοσόφους– η μοναξιά λειτουργεί συχνά ως
δημιουργικός χώρος. Η ιστορία και η μυθολογία είναι γεμάτες από μορφές
μοναχικές, που μέσα από την απομόνωσή τους προσέφεραν στην ανθρωπότητα έργα
ανεκτίμητης αξίας. Ο μοναχικός άνθρωπος δεν είναι κατ’ ανάγκη αντικοινωνικός,
απλώς αντλεί την αξία του από το εσωτερικό του περιεχόμενο και όχι από την
επιβεβαίωση των άλλων ή τις κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες.
Ωστόσο, δεν είναι όλες οι μορφές μοναξιάς ίδιες. Υπάρχει
και η μοναξιά που δεν επιλέγεται. Εκείνη που γεννιέται από την απώλεια, την
εγκατάλειψη, την κοινωνική απόρριψη ή την αδυναμία επικοινωνίας. Σε αυτές τις
περιπτώσεις η μοναξιά γίνεται βάρος, άγχος και ψυχικός πόνος. Πολλοί άνθρωποι
στηρίζουν την ταυτότητά τους αποκλειστικά στον περίγυρό τους· όταν αυτός χαθεί,
μένουν εκτεθειμένοι σε ένα κενό που δύσκολα διαχειρίζεται.
Ακόμη και όσοι διαθέτουν οικογένεια, φίλους και κοινωνική
ζωή, συχνά βιώνουν εσωτερική μοναξιά. Τότε αποσύρονται σιωπηλά στον εαυτό τους
ή αναζητούν υποκατάστατα επικοινωνίας, όπως η αλόγιστη χρήση του διαδικτύου. Κι
όμως, όλοι μας κάποιες στιγμές έχουμε ανάγκη να μείνουμε μόνοι. Να σκεφτούμε τη
διαδρομή μας, να επανεξετάσουμε επιλογές, επιτυχίες και αποτυχίες, να
αφουγκραστούμε τα συναισθήματά μας και να αναρωτηθούμε ποιοι πραγματικά
ενδιαφέρονται για εμάς και ποιοι απλώς συνυπάρχουν δίπλα μας.
Η μοναξιά, όταν λειτουργεί ως συνειδητή παύση, μπορεί να
γίνει καταφύγιο. Μας προσφέρει θάρρος για δύσκολες αποφάσεις, μας βοηθά να
θέσουμε νέους στόχους και να αποφύγουμε αδιέξοδα. Υπό αυτή την έννοια, είναι
όχι μόνο χρήσιμη αλλά και αναγκαία.
Ιδιαίτερα οδυνηρή, όμως, είναι η μοναξιά που γίνεται
εντονότερη τις ημέρες των εορτών. Ενώ γύρω κυριαρχεί χαρά, συντροφικότητα και
αγάπη, υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν αυτές τις μέρες ως υπενθύμιση της απώλειας
και της απουσίας. Μοναχικοί ηλικιωμένοι, εγκαταλελειμμένοι ή ξεχασμένοι,
περιφέρονται στους δρόμους ή παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, βουβοί και
μελαγχολικοί. Η γιορτινή ατμόσφαιρα δεν ζεσταίνει τις καρδιές τους, αντίθετα,
βαθαίνει τη θλίψη και την αίσθηση μιας σκληρής μοίρας που τους καταδίκασε στην
απομόνωση.
Ακόμη πιο βαριά είναι η μοναξιά του εγκλεισμού. Η
αναγκαστική απομόνωση επενεργεί καταλυτικά στην ψυχική και σωματική υγεία.
Διαταράσσει τον ύπνο, μειώνει τη διαύγεια του νου, προκαλεί κρίσεις πανικού,
παραισθήσεις και ψυχολογικές διαταραχές. Έρευνες δείχνουν ότι η κοινωνική
απομόνωση αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα και καθιστά τους ανθρώπους πιο
ευάλωτους στο άγχος, την κατάθλιψη και τη σωματική ασθένεια.
Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον. Όταν η
απομόνωση δεν είναι επιλογή αλλά επιβολή –όπως στον εγκλεισμό, στη φυλάκιση,
στον κοινωνικό αποκλεισμό ή στο bullying– γεννά θυμό, παραίτηση και
παρεκκλίνουσες συμπεριφορές. Η μοναξιά τότε μετατρέπεται σε αφόρητο βάρος,
αφήνοντας τον άνθρωπο αβοήθητο απέναντι στις δυσκολίες της ζωής.
Συμπερασματικά, η μοναξιά δεν είναι ούτε απόλυτα καλή
ούτε απόλυτα κακή. Η αξία της εξαρτάται από τη μορφή της και από το αν αποτελεί
συνειδητή επιλογή ή αναγκαστική κατάσταση. Η κοινωνία συχνά αμφισβητεί τους
μοναχικούς ανθρώπους, θεωρώντας τους μη προσαρμοσμένους. Κι όμως, πολλές φορές
εκείνοι είναι που αντιλαμβάνονται πιο καθαρά τις κενές αξίες και επιλέγουν να
μη συμμορφωθούν. Το ζητούμενο δεν είναι να εξαλειφθεί η μοναξιά, αλλά να
μετατραπεί –όπου είναι δυνατό– σε δύναμη, και όπου γίνεται βάσανο, να
αντιμετωπιστεί με ανθρώπινη παρουσία, κατανόηση και αλληλεγγύη.
ΑΡΘΡΑ ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΤΣΙΣΜΟ
ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ:
Ρατσισμός:
ένα φαινόμενο που πληγώνει την κοινωνία και το παράδειγμα της Χλώρακας
Ο ρατσισμός αποτελεί μία από τις
πιο καταστροφικές κοινωνικές συμπεριφορές της εποχής μας. Υπονομεύει την
ισότητα, διαβρώνει την αλληλεγγύη και προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν
είναι απλώς μια άδικη στάση απέναντι σε ανθρώπους που διαφέρουν φυλετικά,
θρησκευτικά, πολιτισμικά ή κοινωνικά· είναι μια νοοτροπία που δηλητηριάζει το
σύνολο της κοινωνίας και γεννά αλυσιδωτές, συχνά ανεξέλεγκτες, επιπτώσεις.
Μια κοινωνία που ανέχεται τον
ρατσισμό στερεί από τον εαυτό της τα ταλέντα, τις ιδέες και τις δυνατότητες
ανθρώπων που θα μπορούσαν να συμβάλουν δημιουργικά στο κοινό καλό. Έτσι, ο
ρατσισμός δεν βλάπτει μόνο τα άμεσα θύματά του, αλλά φτωχαίνει συνολικά το
κοινωνικό σύνολο.
Οι αιτίες του ρατσισμού είναι
πολλές και σύνθετες. Βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις, παλαιές αντιλήψεις περί
«ανωτερότητας» και εθνικιστικές ιδεολογίες αποτελούν το πρώτο υπόστρωμα. Σε
αυτά προστίθεται ο φόβος απέναντι στο διαφορετικό και το άγνωστο: άλλες
κουλτούρες, θρησκείες και τρόποι ζωής που ο ρατσιστής δεν γνωρίζει και, αντί να
προσπαθήσει να κατανοήσει, επιλέγει να απορρίψει.
Η έλλειψη παιδείας, κριτικής
σκέψης και ουσιαστικής επαφής με διαφορετικούς ανθρώπους καθιστά τις κοινωνίες
ευάλωτες στη διάδοση στερεοτύπων. Η άγνοια γίνεται εύφορο έδαφος πάνω στο οποίο
ανθίζει το μίσος. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ανεργίας και ανασφάλειας, ο
ρατσισμός ενισχύεται ακόμη περισσότερο, καθώς κάποιοι αναζητούν αποδιοπομπαίους
για τα προβλήματά τους. Συχνά, στοχοποιούνται μειονότητες και μετανάστες, που
παρουσιάζονται ως «απειλή» ή «ανταγωνιστές».
Ο πιο επικίνδυνος, όμως,
παράγοντας είναι η συνειδητή εκμετάλλευση του ρατσισμού από πολιτικές ή
κοινωνικές ομάδες. Η καλλιέργεια φόβου και μίσους χρησιμοποιείται ως εργαλείο
διχασμού και ελέγχου. Έτσι, άτομα ανασφαλή και φοβισμένα νιώθουν ανώτερα
μειώνοντας τους άλλους και βρίσκουν καταφύγιο σε ομάδες που τους υπόσχονται
ταυτότητα και δύναμη. Όταν αυτό το αίσθημα ανωτερότητας μετατρέπεται σε
συλλογική ψευδαίσθηση, γεννιέται ο όχλος, και ο όχλος, όπου κι αν στραφεί,
αφήνει πίσω του καταστροφή.
Ένα τέτοιο φαινόμενο βιώσαμε και
στη Χλώρακα. Τα βίαια επεισόδια με πρόσφυγες συγκλόνισαν την κυπριακή κοινωνία
και προκάλεσαν διεθνή κατακραυγή. Εικόνες διώξεων, συγκρούσεων και ωμής βίας
έκαναν τον γύρο των ΜΜΕ, παρουσιάζοντας το χωριό ως εστία μισαλλοδοξίας και
ξενοφοβίας. Όμως αυτή η εικόνα ήταν απλουστευτική και βαθιά άδικη.
Η Χλώρακα δεν είναι ένα χωριό
βίαιο ούτε οι κάτοικοί της συλλήβδην ρατσιστές. Οι ταραχές δεν προκλήθηκαν από
το σύνολο της τοπικής κοινωνίας, αλλά από μια μικρή μερίδα ανθρώπων, ενισχυμένη
από οργανωμένα στοιχεία που κατέφθασαν από άλλες πόλεις, κουβαλώντας ακραίες
ιδεολογίες και διάθεση σύγκρουσης. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρασύρθηκαν και
ορισμένοι νεαροί της περιοχής, οι οποίοι, υπό συναισθηματική φόρτιση και πίεση,
βρέθηκαν συμμέτοχοι σε ντροπιαστικές πράξεις.
Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν ήταν
σοκαριστικές. Πρόσφυγες κυνηγήθηκαν, εκφοβίστηκαν και εκδιώχθηκαν, ενώ άναψε η
σπίθα φυλετικού και θρησκευτικού μίσους. Προς τα έξω, δημιουργήθηκε η εντύπωση
ότι ολόκληρη η κοινότητα είχε μετατραπεί σε έναν απάνθρωπο τόπο. Τα γεγονότα
συχνά παρουσιάστηκαν παραμορφωμένα, με ισχυρισμούς ότι οι ίδιοι οι πρόσφυγες
προκάλεσαν τα επεισόδια, ενώ στην πραγματικότητα οι αντιδράσεις τους ήταν
κυρίως αμυντικές, για την προστασία των οικογενειών τους.
Η ζημιά, ωστόσο, είχε ήδη γίνει.
Το όνομα της Χλώρακας διασύρθηκε, η φήμη της τραυματίστηκε και οι κάτοικοί της
στιγματίστηκαν συλλογικά. Ένα χωριό με ιστορία, φυσική ομορφιά και παράδοση
φιλοξενίας έγινε γνωστό για όλους τους λάθος λόγους.
Μετά τα επεισόδια, όταν ο
κουρνιαχτός καταλάγιασε, η κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με τις πληγές της.
Κάποιοι αποσύρθηκαν σιωπηλοί και μετανιωμένοι. Άλλοι, αμετανόητοι αλλά
μειοψηφικοί, συνέχισαν να δικαιολογούν το αδικαιολόγητο, ώσπου βρέθηκαν
αντιμέτωποι με την αποδοκιμασία της πλειοψηφίας και περιθωριοποιήθηκαν. Όσοι
είχαν σπείρει φανατισμό και μίσος έμειναν τελικά εκτεθειμένοι και μόνοι.
Όμως ο ρατσισμός σπάνια
εξαφανίζεται οριστικά. Συχνά υποχωρεί προσωρινά, για να επανεμφανιστεί με άλλες
μορφές, με λόγο μίσους και διχαστική ρητορική. Γι’ αυτό και η κοινωνία δεν έχει
την πολυτέλεια της ανοχής. Ο ρατσισμός δεν είναι απλή άποψη, είναι επικίνδυνη ιδεολογία που
απειλεί την κοινωνική συνοχή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η σιωπή ούτε η αδιαφορία. Είναι η παιδεία, η καλλιέργεια κριτικής σκέψης, ο διάλογος και η έμπρακτη αλληλεγγύη. Μόνο έτσι μπορούμε να απομονώσουμε τα ακραία στοιχεία, να επουλώσουμε τις πληγές και να επιτρέψουμε σε τόπους όπως η Χλώρακα να ξαναβρούν την πραγματική τους ταυτότητα: αυτήν μιας κοινωνίας ανθρώπινης, φιλόξενης και αξιοπρεπούς.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ:
ΡΑΤΣΜΟΣ, ΕΝΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΠΟΥ ΠΛΗΓΩΝΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ
Ο ρατσισμός αποτελεί μια από τις πιο καταστροφικές
κοινωνικές συμπεριφορές, καθώς υπονομεύει την ισότητα, την αλληλεγγύη και την
ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν πρόκειται μόνο για μια άδικη στάση απέναντι σε άτομα
που διαφέρουν φυλετικά, θρησκευτικά, πολιτισμικά ή κοινωνικά, είναι μια
νοοτροπία που δηλητηριάζει το σύνολο της κοινωνίας και γεννά αλυσιδωτές
επιπτώσεις.
Κατά συνέπεια, ο ρατσισμός στερεί από την κοινωνία τα
ταλέντα, τις ιδέες και τις δυνατότητές τους. Έτσι, δεν βλάπτει μόνο τα θύματα,
αλλά πτωχαίνει συνολικά το κοινωνικό σύνολο.
Ο ρατσισμός δεν έχει μία μόνο αιτία. Οι βασικοί λόγοι που
τον γεννούν και τον συντηρούν είναι, κατ’ αρχάς, οι παλαιές αντιλήψεις και οι
εθνικιστικές ιδεολογίες περί ανωτερότητας. Πρόκειται επίσης για τον φόβο
απέναντι στο διαφορετικό και το άγνωστο. Δηλαδή άλλες κουλτούρες, θρησκείες και
συνήθειες που δεν γνωρίζει ο ρατσιστής. Αυτός ο φόβος οδηγεί σε εχθρική στάση
απέναντι σε ό,τι ξεφεύγει από τα οικεία.
Η απουσία
εκπαίδευσης, γνώσης, κριτικής σκέψης και επαφής με διαφορετικούς ανθρώπους
κάνει πιο εύκολη την καλλιέργεια προκαταλήψεων και στερεοτύπων. Η άγνοια
μετατρέπεται σε έδαφος πάνω στο οποίο φουντώνει ο ρατσισμός.
Σε περιόδους
κρίσης, ανεργίας ή ανασφάλειας, κάποιοι αναζητούν «ενόχους» για τα προβλήματά
τους. Συχνά στοχοποιούνται οι μειονότητες ή οι μετανάστες, καθώς θεωρούνται
ανταγωνιστές για δουλειές, πόρους ή κοινωνικές παροχές.
Αλλά ο
κυριότερος παράγοντας που ενισχύει το ρατσισμό, είναι όταν πολιτικές ή
κοινωνικές ομάδες τον χρησιμοποιούν για να διχάσουν τον λαό ή να κερδίσουν
εξουσία. Η καλλιέργεια φόβου και μίσους γίνεται όπλο για τον έλεγχο των μαζών.
Έτσι οι
ρατσιστές νιώθουν ανώτεροι μειώνοντας τους άλλους. Αντί να αναγνωρίσουν τις
δικές τους δυσκολίες, προβάλλουν την ευθύνη στους «διαφορετικούς».
Και επειδή
είναι ανασφαλείς και κομπλεξικοί, έχουν την ανάγκη να ανήκουν σε ομάδες ούτως
ώστε να νιώθουν ισχυροί ως μέλη μιας ανώτερης ομάδας που ξεχωρίζει από τους άλλους,
κατά τη γνώμη τους. Έτσι συνήθως συνασπίζονται, και δρουν ομαδικά ως όχλος
εναντίον αυτών που έχουν στοχεύσει.
Χλώρακα: Το χωριό που στιγμάτισαν λίγοι, αλλά κατηγορήθηκαν όλοι
Τα πρόσφατα
επεισόδια με τους πρόσφυγες στη Χλώρακα συγκλόνισαν την κοινή γνώμη της Κύπρου
και όχι μόνο. Εικόνες βίας, συγκρούσεων και διώξεων προσφύγων έκαναν τον γύρο
του νησιού και των διεθνών ΜΜΕ, παρουσιάζοντας το χωριό ως εστία μισαλλοδοξίας
και ξενοφοβίας. Όμως, η αλήθεια είναι πιο σύνθετη και σίγουρα πιο άδικη για τη
μεγάλη πλειοψηφία των κατοίκων.
Οι άνθρωποι
της Χλώρακας δεν είναι βίαιοι ούτε μισαλλόδοξοι. Δεν ήταν το σύνολο των
κατοίκων που συμμετείχε στις ταραχές, αλλά μια μικρή μερίδα. Το πραγματικό
πρόβλημα ξεκίνησε όταν οργανωμένες ομάδες από άλλες πόλεις -κουβαλητές
ιδεολογιών ακραίων, εθνικιστικών και αναρχικών- κατέφθασαν στο χωριό,
δρομολογώντας ένα σκηνικό έντασης. Σε αυτή την παγίδα παρασύρθηκαν και
ορισμένοι νεαροί της περιοχής, που κάτω από τη συναισθηματική φόρτιση και την
επιρροή των ξένων στοιχείων βρέθηκαν συμμέτοχοι σε βίαιες πράξεις.
Οι σκηνές
που ακολούθησαν ήταν ντροπιαστικές. Πρόσφυγες κυνηγήθηκαν σαν ζώα, απελάθηκαν
βίαια από τα σπίτια και τους δρόμους τους, ενώ η σπίθα άναψε φυλετικό και
θρησκευτικό μίσος. Καθώς τα επεισόδια εκτυλίχθηκαν στο χωριό, έμοιαζε προς τα
έξω πως ολόκληρη η Χλώρακα είχε μετατραπεί σε μια κοινότητα απάνθρωπη.
Τα γεγονότα
παρουσιάστηκαν παραμορφωμένα. Κάποιοι ισχυρίστηκαν πως οι πρόσφυγες προκάλεσαν
οι ίδιοι, ότι ήταν εκείνοι που άσκησαν βία, δημιουργώντας μια στρεβλή εικόνα.
Στην πραγματικότητα, οι αντιδράσεις μερίδας προσφύγων ήταν μόνο αμυντικές, για
να προστατέψουν τον εαυτό τους και τις οικογένειές τους.
Η ζημιά,
όμως, είχε ήδη γίνει. Το όνομα της Χλώρακας διασύρθηκε. Η εικόνα της
δημοσιεύτηκε σε ντόπιες και ξένες εφημερίδες, με υπερβολές και γενικεύσεις. Το
χωριό χαρακτηρίστηκε «επικίνδυνο» και οι κάτοικοί του βαφτίστηκαν συλλήβδην
«ρατσιστές». Ένα από τα πιο όμορφα μέρη της Κύπρου, με φιλόξενους και
καλοκάγαθους ανθρώπους, έγινε ξακουστό για λάθος λόγους.
Δεν πρέπει
να παραβλέψουμε τις ευθύνες. Βεβαίως φταίνε οι ξένοι υποκινητές, αλλά φταίνε
και οι λίγοι ντόπιοι που παρασύρθηκαν. Το μεγαλύτερο, ωστόσο, μερίδιο ευθύνης
βαραίνει όσους έσπειραν αισθήματα ξενοφοβίας, όσους εκμεταλλεύτηκαν φόβους και
ανασφάλειες για να μετατρέψουν απλούς ανθρώπους σε όχλο. Γιατί ο όχλος, όπου
και να στραφεί, αφήνει πίσω του καταστροφή.
Όταν οι
φλόγες της αναταραχής έσβησαν και επενέβη η αστυνομία, η ζημιά στις περιουσίες
ήταν περιορισμένη, αλλά η ηθική και κοινωνική ζημιά στο χωριό ήταν τεράστια.
Ένα ανεξίτηλο στίγμα χαράχτηκε στη φήμη του, που δύσκολα θα σβήσει.
Η Χλώρακα
δεν αξίζει αυτή τη μοίρα. Είναι ένας τόπος με ιστορία, ομορφιά και ανθρώπους
που ξέρουν να φιλοξενούν. Όμως, μια χούφτα ανεγκέφαλοι κατάφεραν να σπείρουν
διχόνοια, να παρασύρουν μέρος του πληθυσμού και να καλλιεργήσουν μίσος προς
οτιδήποτε ξένο ή διαφορετικό. Όσο αυτοί οι λίγοι συνεχίζουν να υποκινούν και να
παρασύρουν «αγαθούς» κατοίκους, η φήμη της Χλώρακας θα παραμένει αδικημένη.
Η λύση είναι
ξεκάθαρη. Το σύστημα και η κοινωνία οφείλουν να αποβάλουν τα ακραία στοιχεία
και να επαναφέρουν την εμπιστοσύνη. Μόνο έτσι η Χλώρακα θα ξαναβρεί την
πραγματική της ταυτότητα, αυτή ενός χωριού όμορφου, φιλόξενου και ανθρώπινου.
ΜΕΤΑ ΤΑ ΕΠΕΙΣΟΔΕΙΑ
Όταν ο
κουρνιαχτός καταλάγιασε μετά τα βίαια ρατσιστικά επεισόδια στη Χλώρακα, η
κοινωνία έμεινε να κοιτάζει τις πληγές της. Κάποιοι, βλέποντας τα ολέθρια
αποτελέσματα, κλείστηκαν μετανοημένοι στο καβούκι τους. Άλλοι, αμετανόητοι –
ευτυχώς λίγοι –, συνέχισαν να δικαιολογούν τις πράξεις τους. Μα όταν ένιωσαν
την περιφρόνηση και την απαξίωση της πλειοψηφίας, δεν είχαν άλλη επιλογή παρά
να αποσυρθούν και αυτοί μέσα στις ιδεοληψίες τους.
Αφού πρώτα
έσπειραν φανατισμό και μισαλλοδοξία, αφού υποκίνησαν και μετέφεραν ανθρώπους
για να προκαλέσουν ταραχές, στο τέλος έμειναν μόνοι και εκτεθειμένοι.
Ντροπιασμένοι, σιώπησαν και λούφαξαν.
Όμως, αυτού
του είδους οι ρατσιστές σπάνια μετανοούν. Μπορεί για λίγο να κρύβονται, αλλά τα
πάθη και τα σύνδρομά τους δεν αργούν να ξαναβγούν στην επιφάνεια. Κάθε τόσο
ξεσπούν ξανά, με λόγια μίσους, με ρητορική που δηλητηριάζει την κοινωνία, με
συμπεριφορές που προσπαθούν να ξαναφέρουν τη διχόνοια.
Κατά τη
γνώμη μου, η κοινωνία μας δεν πρέπει να δείξει ανοχή σε τέτοιες φωνές.
Οφείλουμε να τους περιορίσουμε και να τους απομονώσουμε πολιτικά, κοινωνικά και
ηθικά, πριν προκαλέσουν άλλο κακό. Ο ρατσισμός δεν είναι απλή διαφωνία· είναι
επικίνδυνη ιδεολογία που βλάπτει την κοινωνική συνοχή και την ανθρώπινη
αξιοπρέπεια.
Η απάντηση
δεν μπορεί να είναι η σιωπή ή η αδιαφορία, αλλά η ενεργή αντίδραση: παιδεία,
καλλιέργεια, διάλογος και αλληλεγγύη. Μόνο έτσι θα εξουδετερώσουμε τον φόβο και
το μίσος, χτίζοντας μια κοινωνία που να στηρίζεται στον σεβασμό και στην ανθρωπιά.
ΑΡΘΡΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ
ΣΥΝΟΠΤΙΚΑ:
Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ
Στοχασμοί για το ύψιστο ανθρώπινο συναίσθημα
Τι είναι αγάπη; Είναι ένα συναίσθημα, μια πράξη, μια στάση ζωής; Πολλοί φιλόσοφοι και στοχαστές προσπάθησαν να την ορίσουν με διαφορετικούς τρόπους. Όσα κι αν ειπώθηκαν, όλοι σχεδόν καταλήγουν στο ίδιο συμπέρασμα: η αγάπη είναι συναίσθημα, συμπάθεια, έλξη, αφοσίωση· είναι η δύναμη που ενώνει τους ανθρώπους και δίνει νόημα στην ύπαρξή τους.
Υπάρχουν πολλές μορφές αγάπης, όμως η ισχυρότερη και καθαρότερη είναι η αγάπη του γονιού προς το παιδί. Πρόκειται για μια αγάπη ανιδιοτελή, χωρίς όρους και ανταλλάγματα, από την οποία γεννιούνται όλα τα υπόλοιπα συναισθήματα που διαμορφώνουν τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Είναι μια αγάπη που υπερβαίνει το εγώ και θέτει ως προτεραιότητα τον άλλον. Από αυτήν ξεκινά και η φυσική κλίμακα των ανθρώπινων σχέσεων: πρώτα τα παιδιά, έπειτα η οικογένεια, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι συντοπίτες, οι ομοεθνείς, η πατρίδα.
Η γονεϊκή αγάπη δύσκολα επισκιάζεται. Μπορεί προσωρινά να δοκιμαστεί, καθώς τα ανθρώπινα συναισθήματα επηρεάζονται από γεγονότα και συμπεριφορές, παραμένει όμως σταθερή και διαρκής. Σε αντίθεση με αυτήν, η ερωτική αγάπη, όσο δυνατή κι αν εμφανίζεται, είναι συνήθως παροδική. Συχνά καταλήγει σε συνήθεια ή απλή συμπάθεια, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που μετατρέπεται σε ζήλια, πικρία και βαθιά συναισθηματικά τραύματα.
Η αγάπη, ως λέξη και ως έννοια, περιλαμβάνει πλήθος εκφάνσεων: έρωτα, ρομαντική και πλατωνική αγάπη, συγγενική και θρησκευτική. Είναι βασικό ένστικτο του ανθρώπου, απαραίτητο για να νιώθει ασφάλεια και να διατηρεί δεσμούς μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Ο άνθρωπος έχει έμφυτη την ανάγκη να αγαπά και να αγαπιέται. Συνήθως, για να λάβει αγάπη, χρειάζεται πρώτα να τη δώσει.
Όποιος δίνει αγάπη, παίρνει αγάπη. Όποιος χαμογελά, εισπράττει χαμόγελο. Όποιος μισεί, απομακρύνει τους άλλους. Με απλά λόγια, αυτό που προσφέρει ο καθένας, αυτό και λαμβάνει. Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι μόνο αν αγαπάμε, αλλά πώς αγαπάμε. Αγάπη δεν είναι η προσκόλληση που βασίζεται στην εξυπηρέτηση, στην κολακεία ή στην υποταγή. Αγάπη δεν είναι να αποστρεφόμαστε τον άλλον όταν παύει να μας ικανοποιεί. Πραγματική αγάπη σημαίνει να αγαπάς χωρίς μίσος και μνησικακία, χωρίς ζήλια, επικρίσεις και συγκρίσεις.
Για να κατανοήσει κανείς το αληθινό νόημα της αγάπης, αρκεί να αναλογιστεί πώς αγαπούν οι γονείς — και κυρίως οι μητέρες — τα παιδιά τους. Η αυτοθυσία και η προσφορά τους αποτελούν το πιο καθαρό παράδειγμα αγάπης. Όταν αυτή η αγάπη καθοδηγεί τη ζωή μας, τότε η καθημερινότητα γίνεται απλούστερη και πιο υποφερτή. Η αγάπη είναι αναγκαία για όλους και όσοι τη βιώνουν είναι πραγματικά τυχεροί.
Ο έρωτας, από την άλλη, είναι το συναίσθημα που γεννά την έλξη ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Είναι μια δύναμη έντονη και συχνά άγρια, που έλκεται κυρίως από την εξωτερική ομορφιά και αποσκοπεί στην ηδονή. Αποτελεί βασικό ένστικτο όλων των έμβιων όντων και συνδέεται με τη διαιώνιση της ζωής. Το ερώτημα όμως παραμένει: είναι ο έρωτας πάντοτε κάτι ωραίο;
Όσοι τον βιώνουν με ανταπόκριση, θα μιλήσουν για πληρότητα και ζωντάνια. Όσοι αγαπούν χωρίς ανταπόκριση, θα τον περιγράψουν ως βαθύ και αβάσταχτο πόνο. Όσοι τον ξεπέρασαν, ίσως τον θεωρούν αδυναμία ή χάσιμο χρόνου, αλλά κατά βάθος θα ήθελαν να τον ξαναζήσουν. Και όσοι δεν ερωτεύτηκαν ποτέ, συχνά νιώθουν ότι κάτι λείπει από την ολοκλήρωσή τους. Παρ’ όλα αυτά, αν ρωτήσει κανείς αν αγαπούν τον έρωτα, σχεδόν όλοι θα απαντήσουν καταφατικά.
Ιδιαίτερη μορφή αποτελεί ο πλατωνικός έρωτας. Σύμφωνα με τον Πλάτωνα, πρόκειται για έναν ιδανικό έρωτα που δεν σχετίζεται με τη σωματική ηδονή ή την κατάκτηση, αλλά με το ηθικό και πνευματικό κάλλος. Είναι έρωτας για την ιδέα της ομορφιάς, που γεμίζει το πνεύμα με ανώτερα νοήματα. Ωστόσο, όταν ο έρωτας παραμένει ανεκπλήρωτος, με τον χρόνο φθίνει και μετατρέπεται σε ανάμνηση. Συχνά, ο πλατωνικός έρωτας δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναγκαιότητα, αποτέλεσμα έλλειψης ανταπόκρισης ή αντικειμενικών δυσκολιών. Είναι ένας έρωτας βαθύς και οδυνηρός, που με τον χρόνο είτε επουλώνεται είτε σβήνει.
Πέρα όμως από τις ανθρώπινες μορφές της, η αγάπη αποκτά υπέρτατο νόημα μέσα στη χριστιανική πίστη. Πίσω από τα λαμπερά φώτα των εορτών και τον υπερβολικό καταναλωτισμό, κρύβεται το ουσιαστικό μήνυμα των Χριστουγέννων: η αγάπη. Η γέννηση του Θεανθρώπου αποτελεί την ύψιστη έκφραση θεϊκής αγάπης προς τον άνθρωπο. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να διδάξει την αγάπη και μέσω αυτής να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος.
Η αγάπη, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, είναι ανώτερη ακόμη και από την πίστη και την ελπίδα. Είναι ζωοδότης δύναμη, πηγή διαρκούς ευτυχίας και ισχυρό αντίδοτο στις κακές σκέψεις και πράξεις. Μέσα από αυτήν καλλιεργείται η συγχώρεση και επιλύονται οι ανθρώπινες διαφορές.
Οι εορτές υπενθυμίζουν στους ανθρώπους ότι η αγάπη τους κάνει πιο γενναιόδωρους και πιο ανθρώπινους. Για να τη νιώσει κανείς, πρέπει πρώτα να τη ζήσει· και για να τη ζήσει, πρέπει να τη δώσει. Αν θέλουμε να μας αγαπούν, ας αγαπήσουμε πρώτοι. Αν δεν θέλουμε να πληγωνόμαστε, ας μην πληγώνουμε.
Αν αυτά τα ελάχιστα γίνονταν πράξη, ο κόσμος θα ήταν σίγουρα καλύτερος, με περισσότερη χαρά και ευτυχία στις καρδιές των ανθρώπων.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ:
Τι είναι η αγάπη; Ένα
αίσθημα, μια δραστηριότητα, μια συμπεριφορά; Πολλοί διανοητές και φιλόσοφοι
εξηγούν τη λέξη με διάφορες έννοιες, αλλά όσα διαφορετικά και να πουν, στο
τέλος καταλήγουν σε κοινά συμπεράσματα, πως η αγάπη είναι συναίσθημα,
συμπάθεια, έλξη, αφοσίωση.
Σίγουρα υπάρχουν πολλών ειδών
αγάπες, αλλά η πιο δυνατή είναι η αγάπη του γονιού προς το παιδί, η κυριότερη
απ όλες, μια αγάπη χωρίς ιδιοτέλεια που από αυτήν ξεκινά η αρχή του παντός όλων
των συναισθημάτων τα οποία καθορίζουν τον αισθηματικό κόσμο των ανθρώπων. Είναι
μια αγάπη που υπερτερεί της ατομικής, και από την οποία κατά σειράν
προτεραιότητας ξεκινά η σχέση μεταξύ των ανθρώπων που πρώτα αγαπούν τα παιδιά
τους και τον εαυτό τους, ακολούθως την οικογένεια τους, τους συγγενείς και
φίλους, τους γείτονες, τους χωριανούς τους συντοπίτες, τους ομόθρησκους, τους
ομοεθνείς, την πατρίδα.
Αυτή την
υπέρτατη αγάπη του γονιού καμιά άλλη δεν μπορεί να την επισκιάσει εκτός από
προσωρινόν καιρό, καθώς τα συναισθήματα επηρεάζονται από γεγονότα και συμπεριφορές,
όμως που είναι συναισθήματα παντός καιρού και προσωρινής διάρκειας.
Εξ ισου
δυνατή ή και περισσότερο, είναι η αγάπη του έρωτος, μια αγάπη όμως συνήθως
προσωρινή που στο τέλος καταλήγει συμπάθεια και συνήθεια, ή τις περισσότερες
φορές μίσος ανείπωτο και ζήλεια του ενός έναντι του άλλου των ερωτευμένων, που
στο τέλος αφήνει πικρά σημάδια και μύρια θλιβερά συναισθήματα να κατακλύζουν
και να θλίβουν τις σκέψεις.
Όλες οι
μορφές αγάπες λοιπόν, προς τους γονείς, στους ανθρώπους, στην πατρίδα, στο Θεό,
στη φύση, στον πολιτισμό, είναι συναισθήματα συνήθη που προκαλούν χαρά και
ηρεμία, ενώ η αγάπη του έρωτος αφήνει γλυκόπικρο πόνο και αναστάτωση, σε
αντίθεση με την αγάπη του γονιού που με ευχαρίστηση στον πόνο και στη χαρά, και
με ανιδιοτέλεια εφ όρου ζωής προσφέρει όση δύναται στα παιδιά του.
ΑΓΑΠΗ
Η λέξη αγάπη σημαίνει πολλά, σημαίνει μια πληθώρα συναισθημάτων
όπως έρωτας, ρομαντική αγάπη, πλατωνική, θρησκευτική, συγγενική.
Η αγάπη είναι βασικό ένστικτο για να κρατάει
τους ανθρώπους κοντά και δεμένους μεταξύ τους καθώς εκ γενετής όλοι έχουν την
ανάγκη κοινωνικότητας και καθώς δεμένοι μεταξύ τους νιώθουν πιο ασφαλείς.
Συνήθως όμως κάποιος για να
πάρει αγάπη, πρέπει να δώσει αγάπη ,χωρίς αυτό να σημαίνει τον κανόνα.
Όποιος δίνει
αγάπη παίρνει αγάπη, όποιος χαμογελά εισπράττει χαμόγελο, όποιος μισεί δεν
αγαπιέται.
Εννοώ με
λίγα λόγια αυτό που θα δώσει ο καθένας, αυτό και θα πάρει. Είναι στο χέρι του
καθενός να δίνει ή να μην δίνει.
Το θέμα είναι με ποιο τρόπο αγαπάμε, από ευχαρίστηση όταν οι άλλοι μας υπηρετούν, μας κολακεύουν, μας υπακούουν και μας εξυπηρετούν αλλά όταν αυτό δεν συμβαίνει γυρνάμε την πλάτη; Σίγουρα αυτό δεν είναι αγάπη. Πραγματική αγάπη σημαίνει να αγαπάς χωρίς μίσος και μνησικακία, χωρίς ζήλια και επικρίσεις, χωρίς κατακρίσεις και συγκρίσεις. Για να εννοήσουμε το ακριβές νόημα αυτής της λέξης πρέπει να φέρουμε στο νου μας πως αντικρίζουμε και πως σκεπτόμαστε τα παιδιά μας, αλλά κυρίως πως αγαπάνε οι μανάδες τα παιδιά τους. Την αυτοθυσία και την προσφορά τους για αυτά. Αυτό σημαίνει αγάπη, και όταν αυτό συμβαίνει η ζωή είναι πιο απλή και πιο υποφερτή. Η αγάπη χρειάζεται για όλους, και αυτοί που την έχουν είναι οι τυχεροί. Είναι δε, μεγάλη ευτυχία όταν μας αγαπάνε, και πρέπει να ξέρουμε ότι είναι εύκολο να συμβαίνει αυτό, εξαρτάται μόνο από εμάς. Αν δώσουμε αγάπη, θα πάρουμε αγάπη. Η αγάπη μπορεί τελικά να είναι η λύση για όλα τα ανθρώπινα προβλήματα και όλες τις οδύνες.
ΠΕΡΙ ΕΡΩΤΟΣ
Έρωτας είναι το αίσθημα που προκαλεί την έλξη μεταξύ δύο προσώπων,
και θεωρείται ως ένα συναίσθημα πολύ άγριο έως και απλό, χωρίς τίποτα το
πνευματικό, που έλκεται από την εξωτερική ομορφιά με τελικό σκοπό την ηδονή.
Είναι ένα αίσθημα που κυριαρχεί κάθε ζωντανό, είναι μια βασική αίσθηση που
αναγκάζει τα όντα να έχουν σεξουαλικές σχέσεις, ώστε να διαιωνίζονται τα ζώντα
είδη.
Τα βασικό ερώτημα λοιπόν που τίθεται περί έρωτος
είναι, αν είναι κάτι το ωραίο που όλοι το επιθυμουν.
Κατά τη γνώμη μου,
όσοι είναι ερωτευμένοι και έχουν ανταπόκριση,
σίγουρα θα πουν μετά βεβαιότητας πόσο ωραίο πράγμα είναι, πόσο γεμίζει τον
άνθρωπο, πόσο μεγάλο και ζωντανό αίσθημα είναι.
Αν όμως ρωτήσεις κάποιον που αγαπά χωρίς
ανταπόκριση, θα πει πως είναι μια μαχαριά στην καρδιά, ένας αβάσταχτος πόνος που πληγώνει και σκοτώνει.
Αν πάλι ρωτήσεις κάποιον που πλέον δεν είναι
ερωτευμένος, θα πει πως ο έρωτας είναι για τους αδύνατους και χάσιμο χρόνου,
αλλά παρ όλα αυτά, θα ήθελε να ξαναερωτευτεί.
Αν πάλι ρωτήσεις κάποιον που ποτέ δεν ερωτεύτηκε,
θα σου πει πως πιστεύει χωρίς κάποιος να τον γνωρίσει δεν νιώθει ολοκληρωμένος,
και ένα τέτοιο αίσθημα θα το επιθυμούσε.
Αν πάλι ρωτήσεις όλους αν αγαπούν τον έρωτα, με μια λέξη όλοι θα φωνάξουν, ΝΑΙ.
ΠΛΑΤΩΝΙΚΟΣ
ΕΡΩΤΑΣ
Πλατωνικός
έρωτας είναι ο ιδανικός έρωτας που δεν έχει να κάνει με την κατάκτηση.
Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι ο έρωτας είναι μια
εφαρμογή της ηθικής και ότι υπάρχει ως ιδέα, χωρίς να έχει σχέση με την ηδονή
που είναι φθαρτή και παροδική. Αναφέρει πως ο πραγματικός έρωτας είναι μια ιδέα
γεμάτη πάθος χωρίς άλλη διέγερση, χωρίς αισθησιακό πόθο, χωρίς σαρκική επαφή,
αλλά μόνο για το ηθικό και φυσικό κάλλος.
Ο έρωτας κατά τον Πλάτωνα έχει αξία όταν γεμίζει το
πνεύμα μας και τη μνήμη μας με ιδέες και απόψεις, χωρίς να χρειάζεται να
κατακτήσουμε σαρκικά ότι ερωτευόμαστε
Επομένως, ερωτευόμαστε Πλατωνικά αν αγαπάμε μόνο
την ομορφιά, δηλαδή αγαπάμε πνευματικά, και όχι αισθησιακά.
Εγώ διαφωνώ με τη θεωρία αυτή, γιατί πιστέυω πως
όταν ο έρωτας μένει ανεκπλήρωτος, με τον καιρό λιγοστεύει και ξεθωριάζει, και
μένει απλώς μια γλυκεία ανάμνηση, καθώς αν ερωτευόμαστε το κάλλος και την
αισθητική μορφή χωρίς την αίσθηση της σαρκικής έλξης, τότε θα μπορούσαμε να
αγαπήσουμε το ίδιο ένα όμορφο άγαλμα ή μια όμορφη ζωγραφιά.
Πιστεύω ακόμα πως όταν αγαπάμε Πλατωνικά, είναι εξ
ανάγκης είτε γιατί δεν βρίσκουμε ανταπόκριση, είτε για άλλες αντικειμενικές
δυσκολίες όπως ένεκα ηθικής ή σεξουαλικού προβλήματος.
Όταν αγαπάμε Πλατωνικά ο έρωτας είναι μεγάλος και
αβάσταχτος που σκίζει τις καρδιές μας γλυκά σαν μαχαιριά, αλλά που με τον καιρό γίνεται χρόνια
η πληγή και ο πόνος συνηθίζεται ή και εκλείπει.
Ο Πλατωνικός έρωτας είναι ένας έρωτας που μένει ανέκφραστος και θαμμένος βαθιά μέσα μας μόνο σε πνευματικό επίπεδο, έως ότου ο χρόνος τον επουλώσει, και τον σβήσει.
ΑΓΑΠΗ ΤΟ ΥΠΕΡΤΑΤΟ ΝΟΗΜΑ ΤΩΝ ΕΟΡΤΩΝ
Πίσω από τα αστραφτερά φώτα που στολίζουν τους
δρόμους και τις βιτρίνες των καταστημάτων, πίσω από τα λαμπερά περιτυλίγματα
των δώρων, πίσω από την υπερβολή των εορτασμών και του άκρατου καταναλωτισμού,
πίσω από όλα αυτά, υπάρχει ένα βαθύτερο νόημα που κυριαρχεί στις απώτερες
σκέψεις των ανθρώπων και τους γεμίζει με αγάπη και αγαλλίαση την καρδιά, ένα
συναίσθημα που γεννιέται εκ του γεγονότος της γεννήσεως του Θεανθρώπου που
κατακλύζει τις αισθήσεις όσων πραγματικώς πιστεύουν στο υπέρτατο γεγονός.
Το νόημα και το μήνυμα των Χριστουγέννων είναι η
αγάπη, το θεμέλιο όλων των χριστιανικών πράξεων, μια πνευματική κληρονομιά και
παρακαταθήκη του Χριστού που γεννήθηκε στη γη, που ο Θεός έγινε άνθρωπος και ο άνθρωπος
θεός.
Ως εκ της Αγίας Τριάδας εκπορευόμρνος ο Υιός θεός, ενσαρκώθηκε
και σταυρώθηκε στην προσπάθεια του να κυρήξει την αγάπη ώστε δι αυτής να
λυτρώσει το ανθρώπινο γένος.
Δια της αγάπης της θεσπέσιας αυτής αρετής που ως η
κυριότερη ενέργεια του υψίστου προς τον άνθρωπο εμπεριέχει τα πάντα και δια της
οποίας δύναται ο άνθρωπος να γνωρίσει το θέλημα του, να ενωθεί μαζί του κατά
χάριν, και να μας χαρίσει μια νέα εν πνεύματι ζωή.
Δια της αγάπης που σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη
είναι μεγαλύτερη ακόμη και από την πίστη και την ελπίδα καθώς είναι
αποδεδειγμένο πως είναι συναίσθημα που επιφέρει διαρκή ευτυχία και που αποτελεί
ζωοδοτική δύναμη και ισχυρό αντίδοτο σε κακές σκέψεις και πράξεις.
Δια της αγάπης που ως συναίσθημα βοηθά στην επίλυση διαμαχών και
διαφορών μεταξύ των ανθρώπων, γιατί τους κάνει να αισθάνονται τα λάθη τους και
να συγχωρούν τα λάθη των άλλων.
Είναι μέρες εορτών, μέρες αγάπης που κάνει τους
ανθρώπους ευτυχισμένους και γενναιόδωρους, που τους κάνει να σκέφτονται όχι
μόνο τον εαυτό τους, αλλά και τους διπλανούς τους.
Με τη χαρά στις καρδιές τους που επέρχεται δια της
πραγματικής αγάπης και που για να τη
νιώσει κάποιος πρέπει να την ζήσει, και για να την
ζήσει πρέπει ο ίδιος να τη γυρέψει. Είναι απλό να συμβεί, αν θέλουμε να μας
αγαπούν, ας αγαπήσουμε πρώτοι. Αν θέλουμε να μας προσέχουν ας τους προσέξουμε
πρώτοι, αν θέλουμε να μας επαινούν ας τους επαινέσουμε πρώτοι.
Και ακόμα αν δεν θέλουμε να πληγωνόμαστε ή άλλοι να
πληγώνουν εμάς, τότε ούτε εμείς πρέπει να πληγώνουμε αυτούς και εαυτούς.
Αν αυτά τα ελάχιστα γίνονταν, σίγουρα ο κόσμος θα
ήταν καλύτερος με πολλή χαρά και ευτυχία στων περισσοτέρων τις καρδιές…
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ

