ΟΙ ΚΑΤ΄ ΕΠΙΛΟΓΗΝ
ΕΥΕΣΘΗΣΙΕΣ
Η
ευαισθησία, ως ανθρώπινη αρετή, δεν είναι θόρυβος, είναι σιωπή. Δεν κραυγάζει, δεν
επιδεικνύεται, δεν ζητά χειροκρότημα. Είναι εσωτερική στάση, μια λεπτή αλλά
σταθερή ικανότητα να νιώθεις τον πόνο του άλλου, όχι όταν σε συμφέρει, όχι όταν
είναι κοινωνικά αποδεκτό, αλλά όταν είναι αληθινός. Όταν όμως η ευαισθησία
αποσπάται από τη συνείδηση και μετατρέπεται σε επιλογή, τότε παύει να είναι
αρετή και γίνεται ρόλος.
Ζούμε
στην εποχή των «κατ’ επιλογήν ευαισθησιών». Οι άνθρωποι συγκινούνται
επιλεκτικά, ανάλογα με το θέμα που «πουλά», με το αφήγημα που κυριαρχεί, με το
ποιος θεωρείται θύμα και ποιος επιτρέπεται να είναι θύτης. Η πρώιμη αυτή
ευαισθησία -ψεύτικη,
βιαστική, επιφανειακή- γεννιέται συχνά πριν ακόμη υπάρξει κατανόηση.
Είναι ένα συναίσθημα χωρίς βάθος, χωρίς συνέπεια, χωρίς ηθικό κόστος.
Και όταν
το εκάστοτε θέμα προσφέρει ηθική υπεροχή, τότε η ευαισθησία μετατρέπεται σε
όπλο. Σαν όχλος, λαύροι κατασπαράζουν
προσωπικότητες, λαούς, ανθρώπους, με το πρόσχημα της δικαιοσύνης. Δεν κλαίνε
για τον πόνο, κλαίνε
για τη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Δεν αγανακτούν για τον θάνατο, αγανακτούν επειδή πρέπει
να αγανακτήσουν. Έτσι, ο άνθρωπος μαθαίνει να συμπονά με οδηγίες και να μισεί
με επιχειρήματα.
Η αληθινή
ευαισθησία, όμως, δεν γνωρίζει γεωπολιτική, δεν αναγνωρίζει στρατόπεδα, δεν
χειροκροτεί βομβαρδισμούς, ακόμη κι αν αυτοί βαφτίζονται «αναγκαίοι». Γιατί για
εκείνον που είναι πραγματικά ευαίσθητος, κάθε νεκρός έχει πρόσωπο, κάθε κραυγή
έχει βάρος, κάθε ζωή είναι ανεπανάληπτη.
Αυτές τις σκέψεις μου έφερε στον νου μια ιστορία που μου διηγήθηκε
ένας φίλος και που αποκαλύπτει με τον πιο ωμό τρόπο την ανείπωτη υποκρισία
ορισμένων ανθρώπων.
Ήταν
ενοικιαστές στη μικρή του τουριστική μονάδα. Ένα βράδυ κάθονταν όλοι μαζί και
έβλεπαν ειδήσεις στην τηλεόραση. Ήταν η εποχή των βομβαρδισμών στη
Γιουγκοσλαβία, για την ανατροπή του Μιλόσεβιτς. Τα αθώα θύματα πολλά, οι
εικόνες σκληρές. Κι όμως, οι Άγγλοι τουρίστες χειροκροτούσαν με ενθουσιασμό,
λέγοντας πως «έτσι πρέπει να γίνεται».
Την
επόμενη μέρα, μία από τις τουρίστριες επέστρεψε στη μονάδα εμφανώς ταραγμένη,
σχεδόν κλαμένη.
-Τι
έπαθες; τη ρώτησε ο φίλος μου.
-Μιχάλη,
του λέει, συνάντησα στον δρόμο ένα γατάκι, σκοτωμένο από αυτοκίνητο… και
στεναχωρήθηκα πολύ.
Και ο
Μιχάλης, αθυρόστομος και ανίκανος να ανεχτεί την αδικία, της απάντησε:
-Καλά…
χθες χαιρόσουν που σκοτώνονταν άνθρωποι στους βομβαρδισμούς, και σήμερα κλαις
για το γατάκι;
Η σιωπή
που ακολούθησε ήταν βαριά. Οι τουρίστες θύμωσαν. Όχι γιατί αμφισβητήθηκε η
λογική τους, αλλά γιατί προσβλήθηκαν οι ευαισθησίες τους. Έφυγαν και δεν
ξαναγύρισαν.
Ίσως
γιατί η αλήθεια, όταν ξεγυμνώνει την επιλεκτική μας συμπόνια, πονά περισσότερο
από οποιονδήποτε βομβαρδισμό. Και ίσως γιατί η ψεύτικη ευαισθησία δεν αντέχει
τον καθρέφτη.
ΡΑΤΣΙΣΜΟΣ: ΕΝΑ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ ΠΟΥ ΠΛΓΩΝΕΙ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Ο ρατσισμός αποτελεί μία από τις
πιο καταστροφικές κοινωνικές συμπεριφορές της εποχής μας. Υπονομεύει την
ισότητα, διαβρώνει την αλληλεγγύη και προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Δεν
είναι απλώς μια άδικη στάση απέναντι σε ανθρώπους που διαφέρουν φυλετικά,
θρησκευτικά, πολιτισμικά ή κοινωνικά· είναι μια νοοτροπία που δηλητηριάζει το
σύνολο της κοινωνίας και γεννά αλυσιδωτές, συχνά ανεξέλεγκτες, επιπτώσεις.
Μια κοινωνία που ανέχεται τον
ρατσισμό στερεί από τον εαυτό της τα ταλέντα, τις ιδέες και τις δυνατότητες
ανθρώπων που θα μπορούσαν να συμβάλουν δημιουργικά στο κοινό καλό. Έτσι, ο
ρατσισμός δεν βλάπτει μόνο τα άμεσα θύματά του, αλλά φτωχαίνει συνολικά το
κοινωνικό σύνολο.
Οι αιτίες του ρατσισμού είναι
πολλές και σύνθετες. Βαθιά ριζωμένες προκαταλήψεις, παλαιές αντιλήψεις περί
«ανωτερότητας» και εθνικιστικές ιδεολογίες αποτελούν το πρώτο υπόστρωμα. Σε
αυτά προστίθεται ο φόβος απέναντι στο διαφορετικό και το άγνωστο: άλλες
κουλτούρες, θρησκείες και τρόποι ζωής που ο ρατσιστής δεν γνωρίζει και, αντί να
προσπαθήσει να κατανοήσει, επιλέγει να απορρίψει.
Η έλλειψη παιδείας, κριτικής
σκέψης και ουσιαστικής επαφής με διαφορετικούς ανθρώπους καθιστά τις κοινωνίες
ευάλωτες στη διάδοση στερεοτύπων. Η άγνοια γίνεται εύφορο έδαφος πάνω στο οποίο
ανθίζει το μίσος. Σε περιόδους οικονομικής κρίσης, ανεργίας και ανασφάλειας, ο
ρατσισμός ενισχύεται ακόμη περισσότερο, καθώς κάποιοι αναζητούν αποδιοπομπαίους
για τα προβλήματά τους. Συχνά, στοχοποιούνται μειονότητες και μετανάστες, που
παρουσιάζονται ως «απειλή» ή «ανταγωνιστές».
Ο πιο επικίνδυνος, όμως,
παράγοντας είναι η συνειδητή εκμετάλλευση του ρατσισμού από πολιτικές ή
κοινωνικές ομάδες. Η καλλιέργεια φόβου και μίσους χρησιμοποιείται ως εργαλείο
διχασμού και ελέγχου. Έτσι, άτομα ανασφαλή και φοβισμένα νιώθουν ανώτερα
μειώνοντας τους άλλους και βρίσκουν καταφύγιο σε ομάδες που τους υπόσχονται
ταυτότητα και δύναμη. Όταν αυτό το αίσθημα ανωτερότητας μετατρέπεται σε
συλλογική ψευδαίσθηση, γεννιέται ο όχλος, και ο όχλος, όπου κι αν στραφεί,
αφήνει πίσω του καταστροφή.
Ένα τέτοιο φαινόμενο βιώσαμε και
στη Χλώρακα. Τα βίαια επεισόδια με πρόσφυγες συγκλόνισαν την κυπριακή κοινωνία
και προκάλεσαν διεθνή κατακραυγή. Εικόνες διώξεων, συγκρούσεων και ωμής βίας
έκαναν τον γύρο των ΜΜΕ, παρουσιάζοντας το χωριό ως εστία μισαλλοδοξίας και
ξενοφοβίας. Όμως αυτή η εικόνα ήταν απλουστευτική και βαθιά άδικη.
Η Χλώρακα δεν είναι ένα χωριό
βίαιο ούτε οι κάτοικοί της συλλήβδην ρατσιστές. Οι ταραχές δεν προκλήθηκαν από
το σύνολο της τοπικής κοινωνίας, αλλά από μια μικρή μερίδα ανθρώπων, ενισχυμένη
από οργανωμένα στοιχεία που κατέφθασαν από άλλες πόλεις, κουβαλώντας ακραίες
ιδεολογίες και διάθεση σύγκρουσης. Μέσα σε αυτό το κλίμα παρασύρθηκαν και
ορισμένοι νεαροί της περιοχής, οι οποίοι, υπό συναισθηματική φόρτιση και πίεση,
βρέθηκαν συμμέτοχοι σε ντροπιαστικές πράξεις.
Οι σκηνές που εκτυλίχθηκαν ήταν
σοκαριστικές. Πρόσφυγες κυνηγήθηκαν, εκφοβίστηκαν και εκδιώχθηκαν, ενώ άναψε η
σπίθα φυλετικού και θρησκευτικού μίσους. Προς τα έξω, δημιουργήθηκε η εντύπωση
ότι ολόκληρη η κοινότητα είχε μετατραπεί σε έναν απάνθρωπο τόπο. Τα γεγονότα
συχνά παρουσιάστηκαν παραμορφωμένα, με ισχυρισμούς ότι οι ίδιοι οι πρόσφυγες
προκάλεσαν τα επεισόδια, ενώ στην πραγματικότητα οι αντιδράσεις τους ήταν
κυρίως αμυντικές, για την προστασία των οικογενειών τους.
Η ζημιά, ωστόσο, είχε ήδη γίνει.
Το όνομα της Χλώρακας διασύρθηκε, η φήμη της τραυματίστηκε και οι κάτοικοί της
στιγματίστηκαν συλλογικά. Ένα χωριό με ιστορία, φυσική ομορφιά και παράδοση
φιλοξενίας έγινε γνωστό για όλους τους λάθος λόγους.
Μετά τα επεισόδια, όταν ο
κουρνιαχτός καταλάγιασε, η κοινωνία βρέθηκε αντιμέτωπη με τις πληγές της.
Κάποιοι αποσύρθηκαν σιωπηλοί και μετανιωμένοι. Άλλοι, αμετανόητοι αλλά
μειοψηφικοί, συνέχισαν να δικαιολογούν το αδικαιολόγητο, ώσπου βρέθηκαν
αντιμέτωποι με την αποδοκιμασία της πλειοψηφίας και περιθωριοποιήθηκαν. Όσοι
είχαν σπείρει φανατισμό και μίσος έμειναν τελικά εκτεθειμένοι και μόνοι.
Όμως ο ρατσισμός σπάνια
εξαφανίζεται οριστικά. Συχνά υποχωρεί προσωρινά, για να επανεμφανιστεί με άλλες
μορφές, με λόγο μίσους και διχαστική ρητορική. Γι’ αυτό και η κοινωνία δεν έχει
την πολυτέλεια της ανοχής. Ο ρατσισμός δεν είναι απλή άποψη, είναι επικίνδυνη ιδεολογία που
απειλεί την κοινωνική συνοχή και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ούτε η σιωπή ούτε η αδιαφορία. Είναι η παιδεία, η καλλιέργεια κριτικής σκέψης, ο διάλογος και η έμπρακτη αλληλεγγύη. Μόνο έτσι μπορούμε να απομονώσουμε τα ακραία στοιχεία, να επουλώσουμε τις πληγές και να επιτρέψουμε σε τόπους όπως η Χλώρακα να ξαναβρούν την πραγματική τους ταυτότητα: αυτήν μιας κοινωνίας ανθρώπινης, φιλόξενης και αξιοπρεπούς.
ΤΑ ΦΩΤΑ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ
Το νερό υπήρξε
ανέκαθεν το πολυτιμότερο αγαθό για τον άνθρωπο και γι’ αυτό κατέλαβε κεντρική
θέση στη ζωή, στους μύθους και στις παραδόσεις των λαών. Στη Χλώρακα, τόπο
πετρώδη και άνυδρο κατά διαστήματα, το νερό δεν ήταν απλώς στοιχείο επιβίωσης,
αλλά πηγή ζωής, πίστης και συλλογικής μνήμης.
Στην κοινότητα
σώζονται τρεις παλιές βρύσες: του Πύρκου, το Καμαρούι και η Βρύση στο κέντρο
του χωριού. Από όλες, μόνο η παλιά Βρύση δίπλα στον Άη Υπάτη διατηρείται μέχρι
σήμερα όπως ακριβώς κτίστηκε πριν από εκατοντάδες χρόνια. Χτισμένη πλάι σε
χειμάρρο, μέσα σε τόπο άλλοτε καταπράσινο με καλαμιώνες και δρύες, αποτέλεσε
για γενιές Χλωρακιωτών σημείο ζωής, συνάντησης και ιερότητας.
Η Βρύση δεν
εξυπηρετούσε μόνο πρακτικές ανάγκες. Περιβαλλόταν από δοξασίες για νεράιδες και
ανεράδες, στις οποίες οι κάτοικοι πρόσφεραν σπονδές για να “γλυκάνουν τα νερά”.
Το νερό της θεωρούνταν αγνό και ευλογημένο, ιδιαίτερα τις άγιες μέρες.
Ιδιαίτερη θέση στη
συλλογική μνήμη κατέχει ο αγιασμός των Φώτων. Οι γεροντότεροι μαρτυρούν πως την
ημέρα των Φώτων –και παλαιότερα και την Πρωτοχρονιά– μετά τη θεία λειτουργία,
οι κάτοικοι κατευθύνονταν στη Βρύση του χωριού. Εκεί ο ιερέας τελούσε δέηση και
αγίαζε τα νερά, επικαλούμενος το όνομα της Αγίας Τριάδας. Με κλωνί βασιλικού ή
λασμαριού ράντιζε τους πιστούς, ενώ οι γυναίκες γέμιζαν τις στάμνες τους με το
καινούριο αγιασμένο νερό, το οποίο έπαιρναν στα σπίτια τους για ευλογία, υγεία
και καλοχρονιά.
Το νερό των Φώτων
θεωρείτο ιερό: ράντιζαν τα σπίτια, τα χωράφια, τα ζώα, και πίστευαν πως
προστατεύει από το κακό και φέρνει καρποφορία. Έτσι, η Βρύση μετατρεπόταν
εκείνη την ημέρα σε τόπο ιεροτελεστίας, όπου η φύση, η πίστη και η κοινότητα
ενώνονταν σε μια βαθιά συμβολική πράξη.
Πέρα από τις βρύσες,
η Χλώρακα διέθετε τρεχούμενα νερά, χειμάρρους, πηγάδια, αλακάτια και θρυλικά
αυλάκια, όπως εκείνο της Ρήγαινας και του Διγενή. Όλα μαρτυρούν τον διαρκή
αγώνα των κατοίκων να τιθασεύσουν και να προστατεύσουν το νερό. Δυστυχώς, πολλά
από αυτά χάθηκαν με την άναρχη ανάπτυξη και την καταστροφή της φύσης.
Η παλιά Βρύση όμως παραμένει. Στέκει ως σιωπηλός μάρτυρας της ιστορίας, της πίστης και των Φώτων της Χλώρακας, θυμίζοντας πως το νερό δεν είναι μόνο φυσικός πόρος, αλλά ιερό στοιχείο ζωής και παράδοσης.
ΚΑΡΚΙΝΟΣ, Η
ΚΑΚΗ ΑΡΡΩΣΤΙΑ
ΞΥΠΝΗΣΤΕ
ΡΑΓΙΑΔΕΣ
Η πολιτική είναι ένα καθρέφτισμα της κοινωνίας, και η
κατάσταση στην οποία βρισκόμαστε σήμερα δεν είναι τυχαία. Χώρες πλούσιες και
φτωχές, χώρες που καταστράφηκαν από εμφυλίους ή αλλοεθνείς πολέμους, αλλά και
χώρες που καταστράφηκαν από την ανοχή των ίδιων των πολιτών τους, δείχνουν πως
η δύναμη του λαού είναι καθοριστική.
Κατά τις περιηγήσεις μου στον κόσμο, είδα ανθρώπους να
πεθαίνουν από πείνα και άλλους να ζουν σε πολυτέλεια. Είδα κυβερνήσεις να
νομοθετούν υπέρ των ολίγων και εις βάρος των πολλών. Και αναρωτιέμαι: πώς
αντέχουν οι πολλοί να σιωπούν; Είναι βλακεία ή ραγιαδισμός;
Η Σιωπή των Πολλών
Παρακολουθώντας τη μικρή μας κοινωνία, βλέπω τον λαό να
παραμένει απαθής. Η διαφθορά, τα σκάνδαλα και η ατιμωρησία έχουν καθιερωθεί,
και ο πολίτης σιωπά, ενώ οι εξουσιαστές εκμεταλλεύονται την ανοχή του. Ακόμη
και η ψήφος, το όπλο του λαού, πολλές φορές χάνεται σε διλήμματα και φτηνές
προπαγάνδες.
Η κρίση των θεσμών δεν είναι μόνο οικονομική· είναι κυρίως
ηθική και πνευματική. Η υποβάθμιση των αξιών, η κατάπτωση της πνευματικότητας
και η φθορά της οικογένειας απειλούν το μέλλον μας. Όσοι μπορούμε, πρέπει να
αναζητήσουμε ανθρώπους με όραμα, ηγέτες ηθικούς και σοφούς, που θα μας
καθοδηγήσουν.
Ηθική και Πολιτική
Η πολιτική χωρίς ηθική είναι καταστροφική. Ο λαϊκισμός
και η διαπλοκή έχουν μειώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών, ενώ οι εκλογές
γίνονται πεδίο χειραγώγησης της κοινής γνώμης. Οι πολιτικοί πρέπει να
αντιταχθούν στις εύκολες λύσεις, να λειτουργούν με κοινωνική συνείδηση και να
αποκαταστήσουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Ο Κόσμος Είναι Θυμωμένος
Στα καφενεία, στις πλατείες, παντού, συναντώ ανθρώπους
θυμωμένους. Συνταξιούχοι με συντάξεις των 500 ευρώ, εργαζόμενοι με πενιχρούς
μισθούς, άνεργοι και αυτοεργοδοτούμενοι νιώθουν αδικημένοι και παραμελημένοι. Ο
θυμός τους δεν είναι ατομικός· είναι συλλογικός. Και η κοινωνία, αν θέλει να
επιβιώσει, πρέπει να ακούσει αυτή τη φωνή.
Ρατσισμός και Ξενοφοβία
Η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά οι ρόλοι αλλάζουν. Στη σύγχρονη
Κύπρο, οι πρόσφυγες αντιμετωπίζονται με προκατάληψη και φόβο. Όμως η εμπειρία
δείχνει πως ο Ελληνισμός έχει γνωρίσει την προσφυγιά και την αδικία. Η
συμπαράσταση στους ξένους είναι ένδειξη αληθινής πολιτισμικής ωριμότητας.
Ποιος Φταίει;
Από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι σήμερα, οι απλοί
πολίτες σπάνια αντιστάθηκαν. Οι κατακτητές και οι εκλεγμένοι πολιτικοί έχουν
δημιουργήσει ανισότητες, νόμους υπέρ των ισχυρών και φτώχεια για τους πολλούς.
Οι τράπεζες και το μεγάλο κεφάλαιο προστατεύονται, ενώ οι πολίτες
καταστρέφονται οικονομικά και ηθικά.
Η αποχή, η σιωπή και η ανοχή ενισχύουν την αδικία. Ο λαός, αν θέλει να ζήσει με αξιοπρέπεια, πρέπει να ξυπνήσει.
ΑΡΘΡΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ -άρθρο
Ο θάνατος, το φρικωδέστατον των κακών, όπως τον ονόμασε ο
Επίκουρος, δεν είναι τίποτε για εμάς. Διότι όταν υπάρχουμε εμείς, εκείνος δεν
υπάρχει· και όταν έρθει εκείνος, δεν υπάρχουμε πια εμείς. Κι όμως, όσο λογικό
κι αν ακούγεται αυτό, ο άνθρωπος εξακολουθεί να φοβάται τον θάνατο περισσότερο
από κάθε τι άλλο. Όχι επειδή τον γνώρισε, αλλά ακριβώς επειδή δεν τον γνώρισε
ποτέ.
Ο φόβος του θανάτου είναι φόβος του αγνώστου. Κι ό,τι
είναι άγνωστο, το αντικρίζουμε με καχυποψία και τρόμο. Πάνω σ’ αυτόν τον φόβο
χτίστηκαν θρησκείες, δόγματα, υποσχέσεις και απειλές· Παράδεισοι και Κολάσεις,
τιμωρίες και ανταμοιβές. Ο άνθρωπος χρειάστηκε παρηγοριά για να αντέξει την
ιδέα της ανυπαρξίας. Και κάποιοι επιτήδειοι εκμεταλλεύτηκαν αυτή την αγωνία για
να εξουσιάσουν συνειδήσεις.
Κι όμως, αν αναλογιστεί κανείς νηφάλια, ο θάνατος μοιάζει
περισσότερο με έναν βαθύ, απόλυτο ύπνο. Έναν ύπνο χωρίς όνειρα, χωρίς πόνο,
χωρίς έγνοιες. Ενώ η ζωή, όσο κι αν την αγαπούμε, είναι γεμάτη κόπωση, αγωνία,
ανησυχία, πίκρα και πόνο. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε μήπως τελικά Κόλαση
είναι η ζωή και Παράδεισος ο θάνατος;
Έχω δει τον θάνατο από κοντά. Έχω ακούσει τον επιθανάτιο
ρόγχο, αυτόν τον υγρό, ανατριχιαστικό ήχο που γεννιέται όταν το σώμα καταρρέει
και η γλώσσα δεν μπορεί πια να εμποδίσει το σάλιο να εισέλθει στους πνεύμονες.
Έχω υπάρξει μάρτυρας της απελπισμένης προσπάθειας του ετοιμοθάνατου να
αναπνεύσει, μιας μάχης άνισης που χαράσσεται ανεξίτηλα στη μνήμη όσων τη
βιώνουν. Είναι εμπειρία που στοιχειώνει εφ’ όρου ζωής.
Θυμάμαι τον παππού μου. Ήμουν δεκαέξι χρονών όταν τον
είδα να ψυχορραγεί. Παρακολούθησα τη φθορά του σώματος, την αγωνία, τον φόβο.
Και μετά τον θάνατό του, κοιμήθηκα στο ίδιο κρεβάτι όπου ξεψύχησε. Εκείνη τη
νύχτα, μέσα στον τρόμο και στις λαϊκές προλήψεις, πήρα μια απόφαση: να ζήσω
πριν πεθάνω. Να μη πεθαίνω κάθε μέρα από φόβο.
Έχω δει και τον θάνατο του κακού ανθρώπου. Του πατέρα που
βασάνισε τη γυναίκα και τα παιδιά του, που έσπειρε πόνο και βία, και στο τέλος
ψυχορραγούσε μόνος, λιωμένος, σαπισμένος, παρακαλώντας για συγχώρεση. Κι όταν
αυτή του δόθηκε, ξεψύχησε. Αναπαύτηκε. Μα το ερώτημα παραμένει: αναπαύτηκε στ’
αλήθεια ή απλώς γλίτωσε από τη ζωή;
Έχω γνωρίσει και τον νεκροθάφτη. Εκείνον που είδε
πλούσιους και φτωχούς, καλούς και κακούς να γίνονται όλοι ένα: χώμα. Εκείνον
που κατάλαβε ότι κάτω από τη γη δεν υπάρχουν τίτλοι, μνημεία και αξιώματα. Μόνο
σάρκες που αποσυντίθενται. Και συνειδητοποίησε πως ο φόβος του θανάτου είναι
εργαλείο, όχι αλήθεια.
Η επιστήμη λέει πως ο θάνατος είναι η οριστική παύση των
βιολογικών λειτουργιών. Άλλοι μιλούν για ενέργεια που δεν χάνεται. Άλλοι για
συνείδηση που επιμένει για λίγο ακόμη. Η Ορθόδοξη Εκκλησία μιλά για
σαρανταήμερο ταξίδι της ψυχής, για τελώνια, αγγέλους και κρίση. Όλα αυτά, όμως,
όσο κι αν παρηγορούν, δεν αναιρούν το γεγονός πως κανείς δεν επέστρεψε για να
μας πει με βεβαιότητα.
Κι έτσι, ίσως η πιο έντιμη στάση είναι να δεχτούμε πως η
ζωή είναι μία. Να τη ζήσουμε με μέτρο, με αγάπη, με επίγνωση. Να μη βασανίζουμε
τους άλλους, γιατί η πίκρα επιστρέφει. Να μη κυνηγούμε μια δεύτερη ζωή, γιατί
ίσως χάσουμε την πρώτη.
Όσο ζούμε, υποφέρουμε. Όταν πεθαίνουμε, παύουν όλα. Ούτε
πόνος, ούτε φόβος, ούτε έγνοιες. Γι’ αυτό λέω:
Αλίμονο σε αυτούς που μένουν.
Και χαρά σ’ αυτούς που φεύγουν.
Η ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ Ο ΕΡΩΤΑΣ -άρθρο
Στοχασμοί για το ύψιστο ανθρώπινο
συναίσθημα
Τι είναι αγάπη; Είναι ένα συναίσθημα, μια πράξη, μια
στάση ζωής; Πολλοί φιλόσοφοι και στοχαστές προσπάθησαν να την ορίσουν με
διαφορετικούς τρόπους. Όσα κι αν ειπώθηκαν, όλοι σχεδόν καταλήγουν στο ίδιο
συμπέρασμα: η αγάπη είναι συναίσθημα, συμπάθεια, έλξη, αφοσίωση· είναι η δύναμη
που ενώνει τους ανθρώπους και δίνει νόημα στην ύπαρξή τους.
Υπάρχουν πολλές μορφές αγάπης, όμως η ισχυρότερη και
καθαρότερη είναι η αγάπη του γονιού προς το παιδί. Πρόκειται για μια αγάπη
ανιδιοτελή, χωρίς όρους και ανταλλάγματα, από την οποία γεννιούνται όλα τα
υπόλοιπα συναισθήματα που διαμορφώνουν τον ψυχικό κόσμο του ανθρώπου. Είναι μια
αγάπη που υπερβαίνει το εγώ και θέτει ως προτεραιότητα τον άλλον. Από αυτήν
ξεκινά και η φυσική κλίμακα των ανθρώπινων σχέσεων: πρώτα τα παιδιά, έπειτα η
οικογένεια, οι συγγενείς, οι φίλοι, οι συντοπίτες, οι ομοεθνείς, η πατρίδα.
Η γονεϊκή αγάπη δύσκολα επισκιάζεται. Μπορεί προσωρινά να
δοκιμαστεί, καθώς τα ανθρώπινα συναισθήματα επηρεάζονται από γεγονότα και
συμπεριφορές, παραμένει όμως σταθερή και διαρκής. Σε αντίθεση με αυτήν, η
ερωτική αγάπη, όσο δυνατή κι αν εμφανίζεται, είναι συνήθως παροδική. Συχνά
καταλήγει σε συνήθεια ή απλή συμπάθεια, ενώ δεν είναι λίγες οι φορές που
μετατρέπεται σε ζήλια, πικρία και βαθιά συναισθηματικά τραύματα.
Η αγάπη, ως λέξη και ως έννοια, περιλαμβάνει πλήθος
εκφάνσεων: έρωτα, ρομαντική και πλατωνική αγάπη, συγγενική και θρησκευτική.
Είναι βασικό ένστικτο του ανθρώπου, απαραίτητο για να νιώθει ασφάλεια και να
διατηρεί δεσμούς μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Ο άνθρωπος έχει έμφυτη την ανάγκη
να αγαπά και να αγαπιέται. Συνήθως, για να λάβει αγάπη, χρειάζεται πρώτα να τη
δώσει.
Όποιος δίνει αγάπη, παίρνει αγάπη. Όποιος χαμογελά,
εισπράττει χαμόγελο. Όποιος μισεί, απομακρύνει τους άλλους. Με απλά λόγια, αυτό
που προσφέρει ο καθένας, αυτό και λαμβάνει. Το κρίσιμο ερώτημα όμως δεν είναι
μόνο αν αγαπάμε, αλλά πώς αγαπάμε. Αγάπη δεν είναι η προσκόλληση που βασίζεται
στην εξυπηρέτηση, στην κολακεία ή στην υποταγή. Αγάπη δεν είναι να
αποστρεφόμαστε τον άλλον όταν παύει να μας ικανοποιεί. Πραγματική αγάπη
σημαίνει να αγαπάς χωρίς μίσος και μνησικακία, χωρίς ζήλια, επικρίσεις και
συγκρίσεις.
Για να κατανοήσει κανείς το αληθινό νόημα της αγάπης,
αρκεί να αναλογιστεί πώς αγαπούν οι γονείς — και κυρίως οι μητέρες — τα παιδιά
τους. Η αυτοθυσία και η προσφορά τους αποτελούν το πιο καθαρό παράδειγμα
αγάπης. Όταν αυτή η αγάπη καθοδηγεί τη ζωή μας, τότε η καθημερινότητα γίνεται
απλούστερη και πιο υποφερτή. Η αγάπη είναι αναγκαία για όλους και όσοι τη
βιώνουν είναι πραγματικά τυχεροί.
Ο έρωτας, από την άλλη, είναι το συναίσθημα που γεννά την
έλξη ανάμεσα σε δύο πρόσωπα. Είναι μια δύναμη έντονη και συχνά άγρια, που
έλκεται κυρίως από την εξωτερική ομορφιά και αποσκοπεί στην ηδονή. Αποτελεί
βασικό ένστικτο όλων των έμβιων όντων και συνδέεται με τη διαιώνιση της ζωής.
Το ερώτημα όμως παραμένει: είναι ο έρωτας πάντοτε κάτι ωραίο;
Όσοι τον βιώνουν με ανταπόκριση, θα μιλήσουν για
πληρότητα και ζωντάνια. Όσοι αγαπούν χωρίς ανταπόκριση, θα τον περιγράψουν ως
βαθύ και αβάσταχτο πόνο. Όσοι τον ξεπέρασαν, ίσως τον θεωρούν αδυναμία ή χάσιμο
χρόνου, αλλά κατά βάθος θα ήθελαν να τον ξαναζήσουν. Και όσοι δεν ερωτεύτηκαν
ποτέ, συχνά νιώθουν ότι κάτι λείπει από την ολοκλήρωσή τους. Παρ’ όλα αυτά, αν
ρωτήσει κανείς αν αγαπούν τον έρωτα, σχεδόν όλοι θα απαντήσουν καταφατικά.
Ιδιαίτερη μορφή αποτελεί ο πλατωνικός έρωτας. Σύμφωνα με
τον Πλάτωνα, πρόκειται για έναν ιδανικό έρωτα που δεν σχετίζεται με τη σωματική
ηδονή ή την κατάκτηση, αλλά με το ηθικό και πνευματικό κάλλος. Είναι έρωτας για
την ιδέα της ομορφιάς, που γεμίζει το πνεύμα με ανώτερα νοήματα. Ωστόσο, όταν ο
έρωτας παραμένει ανεκπλήρωτος, με τον χρόνο φθίνει και μετατρέπεται σε
ανάμνηση. Συχνά, ο πλατωνικός έρωτας δεν αποτελεί επιλογή αλλά αναγκαιότητα,
αποτέλεσμα έλλειψης ανταπόκρισης ή αντικειμενικών δυσκολιών. Είναι ένας έρωτας
βαθύς και οδυνηρός, που με τον χρόνο είτε επουλώνεται είτε σβήνει.
Πέρα όμως από τις ανθρώπινες μορφές της, η αγάπη αποκτά
υπέρτατο νόημα μέσα στη χριστιανική πίστη. Πίσω από τα λαμπερά φώτα των εορτών
και τον υπερβολικό καταναλωτισμό, κρύβεται το ουσιαστικό μήνυμα των
Χριστουγέννων: η αγάπη. Η γέννηση του Θεανθρώπου αποτελεί την ύψιστη έκφραση
θεϊκής αγάπης προς τον άνθρωπο. Ο Θεός γίνεται άνθρωπος για να διδάξει την
αγάπη και μέσω αυτής να λυτρώσει το ανθρώπινο γένος.
Η αγάπη, σύμφωνα με την Καινή Διαθήκη, είναι ανώτερη
ακόμη και από την πίστη και την ελπίδα. Είναι ζωοδότης δύναμη, πηγή διαρκούς
ευτυχίας και ισχυρό αντίδοτο στις κακές σκέψεις και πράξεις. Μέσα από αυτήν
καλλιεργείται η συγχώρεση και επιλύονται οι ανθρώπινες διαφορές.
Οι εορτές υπενθυμίζουν στους ανθρώπους ότι η αγάπη τους
κάνει πιο γενναιόδωρους και πιο ανθρώπινους. Για να τη νιώσει κανείς, πρέπει
πρώτα να τη ζήσει· και για να τη ζήσει, πρέπει να τη δώσει. Αν θέλουμε να μας
αγαπούν, ας αγαπήσουμε πρώτοι. Αν δεν θέλουμε να πληγωνόμαστε, ας μην
πληγώνουμε.
Αν αυτά τα ελάχιστα γίνονταν πράξη, ο κόσμος θα ήταν σίγουρα καλύτερος, με περισσότερη χαρά και ευτυχία στις καρδιές των ανθρώπων.
ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ -άρθρο
Τα φετινά Χριστούγεννα βρίσκουν πολλούς ανθρώπους κουρασμένους,
θυμωμένους και απογοητευμένους. Οι νέοι νιώθουν πως το μέλλον τους
συρρικνώνεται, οι ηλικιωμένοι παλεύουν με συντάξεις που δεν αρκούν, οι άνεργοι
και οι χαμηλόμισθοι ζουν καθημερινά την ανασφάλεια. Η ακρίβεια, η αβεβαιότητα
και η έλλειψη προοπτικής βαραίνουν τις ζωές μας. Και μέσα σε όλα αυτά, πολλοί
περνούν τις γιορτές νιώθοντας μόνοι, αβοήθητοι, εγκαταλελειμμένοι.
Η οργή στρέφεται προς ένα κράτος που συχνά μοιάζει
ανίκανο να προστατεύσει τους πιο αδύναμους, προς πολιτικούς που απομακρύνθηκαν
από τις ανάγκες της κοινωνίας, προς ένα σύστημα που υπόσχεται πολλά και
προσφέρει λίγα. Οι άνθρωποι κουράστηκαν να ελπίζουν και να διαψεύδονται.
Μήπως τελικά εμπιστευτήκαμε λάθος πρόσωπα, λάθος ιδέες,
λάθος υποσχέσεις; Μήπως οι ανθρώπινες δυνατότητες έχουν όρια; Και μήπως ήρθε η
στιγμή να αναζητήσουμε στήριγμα πέρα από την εξουσία, την ιδιοτέλεια και τα
συμφέροντα; Να στραφούμε σε Εκείνον που δεν αλλάζει με τις εποχές: στον Θεό.
Η χριστιανική πίστη μας θυμίζει ότι ο άνθρωπος από την
αρχή της ιστορίας του δοκιμάστηκε, έπεσε και απομακρύνθηκε από τον Θεό. Όμως
δεν εγκαταλείφθηκε. Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, ο Θεός έστειλε τον Χριστό
στον κόσμο. Και αυτό ακριβώς γιορτάζουμε τα Χριστούγεννα.
Ο Χριστός δεν γεννήθηκε σε παλάτια, αλλά σε μια φάτνη.
Δεν διάλεξε την εξουσία, αλλά την ταπείνωση. Δεν δίδαξε την κυριαρχία, αλλά την
αγάπη, τη συγχώρεση και την αλληλεγγύη. Σταυρώθηκε άδικα και, ακόμη και τότε,
συγχώρεσε. Και με την Ανάστασή Του έδωσε ελπίδα σε έναν κόσμο πληγωμένο.
Η Γέννησή Του αποτελεί υπενθύμιση ότι το φως μπορεί να
γεννηθεί μέσα στο σκοτάδι, ότι η ελπίδα δεν χάνεται ακόμη κι όταν όλα μοιάζουν
χαμένα.
Στο πέρασμα των αιώνων, άνθρωποι εμπνεύστηκαν από το
παράδειγμά Του και στάθηκαν όρθιοι απέναντι στη διαφθορά, την αδικία και τον
φόβο. Αυτό το παράδειγμα καλούμαστε να ακολουθήσουμε κι εμείς σήμερα: να
συμφιλιωθούμε με τον Θεό, με τον εαυτό μας και με τους γύρω μας. Να δούμε τον
συνάνθρωπο όχι ως αντίπαλο, αλλά ως αδελφό. Να δώσουμε και να δεχτούμε αγάπη,
γιατί σε έναν κόσμο που σκληραίνει, αυτή παραμένει η μεγαλύτερη ανάγκη.
Είναι Χριστούγεννα. Σε μια εποχή δύσκολη, ας τα κάνουμε
αφετηρία για μια νέα αρχή — πιο ανθρώπινη, πιο αληθινή, πιο φωτεινή.
Η ΠΟΛΥΠΡΟΣΩΠΗ ΜΟΝΑΞΙΑ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
Η μοναξιά αποτελεί μία από τις πιο παρεξηγημένες
ανθρώπινες καταστάσεις. Συχνά ταυτίζεται με την περιθωριοποίηση, την
αντικοινωνικότητα ή την αδυναμία προσαρμογής. Ωστόσο, στην πραγματικότητα η
μοναξιά δεν έχει μία μόνο όψη. Μπορεί να είναι επιλογή ή επιβολή, καταφύγιο ή
βάσανο, δύναμη ή πληγή.
Πολλοί άνθρωποι που ζουν μόνοι θεωρούνται λανθασμένα
παράξενοι ή αποκομμένοι από την κοινωνία. Σήμερα όμως όλο και περισσότεροι
επιλέγουν συνειδητά τη μοναξιά και την ανεξαρτησία τους, βασιζόμενοι στις δικές
τους δυνάμεις και αναζητώντας εσωτερική ισορροπία. Η εποικοδομητική μοναξιά, όπως
υποστηρίζουν και ψυχολόγοι, μπορεί να διασφαλίσει την ηρεμία της ψυχής, να
ενισχύσει τη συγκέντρωση και να αυξήσει την αποδοτικότητα. Δεν είναι λίγοι
εκείνοι που ανακάλυψαν ότι ορισμένες αξίες, σκέψεις και αλήθειες μπορούν να
εκτιμηθούν μόνο μέσα στη σιωπή και την απομόνωση.
Ιδιαίτερα για τους ανθρώπους της τέχνης και του πνεύματος
–ζωγράφους, συγγραφείς, μουσικούς, φιλοσόφους– η μοναξιά λειτουργεί συχνά ως
δημιουργικός χώρος. Η ιστορία και η μυθολογία είναι γεμάτες από μορφές
μοναχικές, που μέσα από την απομόνωσή τους προσέφεραν στην ανθρωπότητα έργα
ανεκτίμητης αξίας. Ο μοναχικός άνθρωπος δεν είναι κατ’ ανάγκη αντικοινωνικός,
απλώς αντλεί την αξία του από το εσωτερικό του περιεχόμενο και όχι από την
επιβεβαίωση των άλλων ή τις κυρίαρχες κοινωνικές νόρμες.
Ωστόσο, δεν είναι όλες οι μορφές μοναξιάς ίδιες. Υπάρχει
και η μοναξιά που δεν επιλέγεται. Εκείνη που γεννιέται από την απώλεια, την
εγκατάλειψη, την κοινωνική απόρριψη ή την αδυναμία επικοινωνίας. Σε αυτές τις
περιπτώσεις η μοναξιά γίνεται βάρος, άγχος και ψυχικός πόνος. Πολλοί άνθρωποι
στηρίζουν την ταυτότητά τους αποκλειστικά στον περίγυρό τους· όταν αυτός χαθεί,
μένουν εκτεθειμένοι σε ένα κενό που δύσκολα διαχειρίζεται.
Ακόμη και όσοι διαθέτουν οικογένεια, φίλους και κοινωνική
ζωή, συχνά βιώνουν εσωτερική μοναξιά. Τότε αποσύρονται σιωπηλά στον εαυτό τους
ή αναζητούν υποκατάστατα επικοινωνίας, όπως η αλόγιστη χρήση του διαδικτύου. Κι
όμως, όλοι μας κάποιες στιγμές έχουμε ανάγκη να μείνουμε μόνοι. Να σκεφτούμε τη
διαδρομή μας, να επανεξετάσουμε επιλογές, επιτυχίες και αποτυχίες, να
αφουγκραστούμε τα συναισθήματά μας και να αναρωτηθούμε ποιοι πραγματικά
ενδιαφέρονται για εμάς και ποιοι απλώς συνυπάρχουν δίπλα μας.
Η μοναξιά, όταν λειτουργεί ως συνειδητή παύση, μπορεί να
γίνει καταφύγιο. Μας προσφέρει θάρρος για δύσκολες αποφάσεις, μας βοηθά να
θέσουμε νέους στόχους και να αποφύγουμε αδιέξοδα. Υπό αυτή την έννοια, είναι
όχι μόνο χρήσιμη αλλά και αναγκαία.
Ιδιαίτερα οδυνηρή, όμως, είναι η μοναξιά που γίνεται
εντονότερη τις ημέρες των εορτών. Ενώ γύρω κυριαρχεί χαρά, συντροφικότητα και
αγάπη, υπάρχουν άνθρωποι που βιώνουν αυτές τις μέρες ως υπενθύμιση της απώλειας
και της απουσίας. Μοναχικοί ηλικιωμένοι, εγκαταλελειμμένοι ή ξεχασμένοι,
περιφέρονται στους δρόμους ή παραμένουν κλεισμένοι στα σπίτια τους, βουβοί και
μελαγχολικοί. Η γιορτινή ατμόσφαιρα δεν ζεσταίνει τις καρδιές τους, αντίθετα,
βαθαίνει τη θλίψη και την αίσθηση μιας σκληρής μοίρας που τους καταδίκασε στην
απομόνωση.
Ακόμη πιο βαριά είναι η μοναξιά του εγκλεισμού. Η
αναγκαστική απομόνωση επενεργεί καταλυτικά στην ψυχική και σωματική υγεία.
Διαταράσσει τον ύπνο, μειώνει τη διαύγεια του νου, προκαλεί κρίσεις πανικού,
παραισθήσεις και ψυχολογικές διαταραχές. Έρευνες δείχνουν ότι η κοινωνική
απομόνωση αποδυναμώνει το ανοσοποιητικό σύστημα και καθιστά τους ανθρώπους πιο
ευάλωτους στο άγχος, την κατάθλιψη και τη σωματική ασθένεια.
Ο άνθρωπος είναι από τη φύση του κοινωνικό ον. Όταν η
απομόνωση δεν είναι επιλογή αλλά επιβολή –όπως στον εγκλεισμό, στη φυλάκιση,
στον κοινωνικό αποκλεισμό ή στο bullying– γεννά θυμό, παραίτηση και
παρεκκλίνουσες συμπεριφορές. Η μοναξιά τότε μετατρέπεται σε αφόρητο βάρος,
αφήνοντας τον άνθρωπο αβοήθητο απέναντι στις δυσκολίες της ζωής.
Συμπερασματικά, η μοναξιά δεν είναι ούτε απόλυτα καλή
ούτε απόλυτα κακή. Η αξία της εξαρτάται από τη μορφή της και από το αν αποτελεί
συνειδητή επιλογή ή αναγκαστική κατάσταση. Η κοινωνία συχνά αμφισβητεί τους
μοναχικούς ανθρώπους, θεωρώντας τους μη προσαρμοσμένους. Κι όμως, πολλές φορές
εκείνοι είναι που αντιλαμβάνονται πιο καθαρά τις κενές αξίες και επιλέγουν να
μη συμμορφωθούν. Το ζητούμενο δεν είναι να εξαλειφθεί η μοναξιά, αλλά να
μετατραπεί –όπου είναι δυνατό– σε δύναμη, και όπου γίνεται βάσανο, να
αντιμετωπιστεί με ανθρώπινη παρουσία, κατανόηση και αλληλεγγύη.
