Ιστορίες ανθρώπων, αγώνων και παλιών θρύλων
Τίτλος: ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ
Είδος έργου: Μυθιστόρημα
Συγγραφέας: Κυριάκος Ταπακούδης
Έτος έκδοσης: 2027
ISBN:
ΚΕΦΑΛΑΙΑ:
Η μνήμη της χρυσής σπηλιάς
Η καταστροφή της Χλώρακας
Όταν η θάλασσα
ξεσκέπασε τη Χλώρακα
Οι Ακρίτες της Κύπρου
Ο Χριστός γυμνός
Ο κόμης ντε Μαμμωνάς
Το χρυσοκάραβο της Χλώρακας
Σιαμμάς: Οι ρίζες
μιας οικογένειας
Η έρευνα συνεχίζεται
Οι νεράιδες της Χλώρακας
Οι ανεράδες
Βαλκανικοί πόλεμοι
Β΄παγκόσμιος πόλεμος
Ο ανίερος
Σκιες του αγώνα
Η σιωπηλή ενέδρα της Καμήλας
Ο καταραμένος καφενές
Ανδρέας Χρ. Τσέλεπος
Ημερομηνία θανάτου
Η μάχη της επισκοπής
Η μάχη της Λεμεσού
Το αερικό πέρασμα
Διάβα
αερικών
Χρηματιστήριο
Άνοδος
και πτώση
Το κραχ του 2013
ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Κυριακός γεννήθηκε σε μια εποχή που το χωριό του, η Χλώρακα, ήταν μικρό, αγροτικό και λιτό. Τα παιδικά του χρόνια, δίπλα στη θάλασσα και στον σκληρό μόχθο των ανθρώπων του τόπου, σφράγισαν τη μνήμη και την ευαισθησία του, καλλιεργώντας από νωρίς την παρατηρητικότητα και την εσωτερική του αναζήτηση.
Από νεαρή ηλικία
μπάρκαρε στα καράβια. Η μοναξιά των ταξιδιών τον έφερε κοντά στο βιβλίο και στη
μελέτη, αποκτώντας γνώσεις που αργότερα θα αποτελούσαν το θεμέλιο της συγγραφικής
και δημοσιογραφικής του πορείας.
Ως διηγηματογράφος,
κατέγραψε με ιδιαίτερη ευαισθησία τον τρόπο ζωής της παλιάς Κύπρου: τη φτώχεια,
την πίστη, τη δεισιδαιμονία, τη λεβεντιά και την αντοχή των ανθρώπων σε
περιόδους καταπίεσης και ξένης κυριαρχίας. Αντλώντας υλικό κυρίως από αφηγήσεις
γεροντότερων ανθρώπων και από τη χριστιανική παράδοση, συνέπλεξε την ιστορική
μνήμη με τον θρύλο και τη μυθολογία, διατηρώντας πάντοτε τον πυρήνα της
προφορικής αλήθειας.
Η γραφή του,
άλλοτε λιτή και άλλοτε εμποτισμένη με αφηγηματικό οίστρο, ανέδειξε τις φοβίες,
τις δοξασίες και το ήθος των λαϊκών χαρακτήρων. Δεν έγραψε για τη δόξα, αλλά
από χρέος μνήμης και αγάπης προς τον τόπο του, για να αφήσει πίσω του ένα έργο
που διασώζει φωνές, εμπειρίες και μνήμες μιας Κύπρου που χάνεται, αλλά συνεχίζει
να αναπνέει μέσα από τον λόγο του.
Στο βιβλίο αυτό, θα συναντήσετε ανεράδες και αερικά, αγωνιστές και θύματα της ΕΟΚΑ, αλλά και άλλες αφηγήσεις που φέρνουν στο φως τον πλούτο, το μυστήριο και τις συγκρούσεις μιας Κύπρου που ζει μέσα στη μνήμη και στο θρύλο. Κάθε διήγημα αποτελεί ένα παράθυρο στον κόσμο των ανθρώπων και των μύθων, της ιστορίας και των παραδόσεων, αποκαλύπτοντας πώς οι εμπειρίες, οι φόβοι και τα όνειρα των προγόνων μας συνεχίζουν να καθορίζουν τον τόπο μας.
Σημείωμα
του συγγραφέα
Οι ιστορίες που περιλαμβάνονται σε αυτό το βιβλίο
προέρχονται κυρίως από αφηγήσεις παλαιότερων κατοίκων της Χλώρακας, από τοπικές
παραδόσεις και από μνήμες που διατηρήθηκαν ζωντανές μέσα στον χρόνο.
Σε πολλά χωριά της Κύπρου τέτοιες ιστορίες μεταδίδονταν
από γενιά σε γενιά γύρω από το τραπέζι ή στις αυλές τα καλοκαιρινά βράδια.
Άλλες είχαν χαρακτήρα ιστορικό και άλλες ανήκαν στον κόσμο των θρύλων και της
λαϊκής φαντασίας.
Σκοπός του βιβλίου αυτού δεν είναι να αποδείξει την
αλήθεια κάθε αφήγησης, αλλά να διασώσει ένα μέρος αυτής της προφορικής
παράδοσης πριν χαθεί.
Γιατί μέσα από αυτές τις ιστορίες ζει η μνήμη ενός τόπου και των ανθρώπων του.
Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ / Η γη κρατάει μυστικά που μόνο ο χρόνος αποκαλύπτει
Υπάρχουν μύθοι που λέγονται για να ξεχαστούν, κι άλλοι που επιμένουν, σαν να περιμένουν κάποιον να τους ακούσει σωστά. Κι όπως και με το Χρυσοκάραβο, Ο Κυριακός ήξερε πως όταν ένας μύθος επιμένει, δεν το κάνει για τον θησαυρό. Το κάνει γιατί ζητά να ερευνηθεί.
Ο Κυριακός είχε
μεγαλώσει ακούγοντας για τη σπηλιά της Αγίας Μαρίνας. Εκεί, στο όριο όπου τελειώνει
η Χλώρακα και αρχίζει η Λέμπα, λέγανε πως η γη δεν ήταν όπως αλλού. Πως
κρατούσε μέσα της κάτι βαρύ. Κάτι παλιό. Κάτι που δεν ήθελε να φανερωθεί.
Ο μύθος μιλούσε για
χρυσάφι θαμμένο βαθιά, για θησαυρούς που δεν τους χωρά ανθρώπινο μάτι. Έλεγε
πως κάθε εφτά χρόνια, για μια στιγμή μόνο, η γη άνοιγε και φανέρωνε μια σπηλιά
που άστραφτε τόσο, που ζάλιζε όποιον την αντίκριζε. Και έλεγε ακόμη πως όποιος την
έβλεπε, πέθαινε αμέσως — όχι από φόβο, αλλά από κατάρα.
Ο ίδιος δεν πίστευε
στις κατάρες. Πίστευε όμως στους ανθρώπους που τις εφεύρισκαν.
Ήξερε ότι τέτοιοι θρύλοι δεν γεννιούνται τυχαία. Κάπου, κάποτε, κάτι είχε συμβεί. Κάτι αρκετά δυνατό ώστε να χρειαστεί να ντυθεί με θαύμα, με Αγίους και με θεϊκή βούληση για να αντέξει στον χρόνο.
Ο Κυριακός αποφάσισε ότι έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Δεν ήταν περιέργεια, ούτε
φιλοδοξία. Ήταν ανάγκη: να ξεκαθαρίσει αν ο θρύλος ήταν απλώς μια ιστορία για
να φοβούνται τα παιδιά ή αν πίσω του κρυβόταν μια πραγματικότητα που κάποιοι
γνώριζαν και προτίμησαν να ξεχάσουν.
Ξεκίνησε από τα λόγια των παλιών, από τις σιωπές τους, από τις μισές κουβέντες
και τις μισές αλήθειες. Καθώς μάζευε τα κομμάτια, γινόταν φανερό ότι το πιο
δύσκολο δεν ήταν να βρει τη σπηλιά, αλλά να ξεπεράσει αυτό που, από γενιά σε
γενιά, κρατούσε τους ανθρώπους μακριά της.
Ήξερε ότι τέτοιοι
θρύλοι δεν γεννιούνται τυχαία. Κάπου, κάποτε, κάτι είχε συμβεί αρκετά δυνατό
ώστε να χρειαστεί να ντυθεί με θαύμα, Αγίους και θεϊκή βούληση για να αντέξει
στον χρόνο.
Ο σεισμός του 1347,
το μεγάλο κύμα που σκέπασε τη χαμηλή γη, η πανούκλα που θέρισε ό,τι είχε
απομείνει — όλα αυτά ήταν καταγραμμένα στη μνήμη των παλαιών. Εκείνο που δεν
ήταν καταγραμμένο πουθενά, ήταν τι υπήρχε πριν χαθούν τα πάντα, τι θάφτηκε μαζί
με εκκλησίες, πύργους και ανθρώπους, και γιατί ακόμα αιώνες μετά κάποιοι
κοιτούσαν το ίδιο σημείο της γης με δέος.
Αυτά ήταν γεγονότα
που συνέβηκαν την παλαιάν εποχή: Ένας μεγάλος σεισμός που σήκωσε θεώρατο τσουνάμι,
που σκέπασε όλη την παραλιακή γή, και έθαψε ότι υπήρχε πάνω της. Ίσως και τα
χρυσάφια που ήταν φυλαγμένα στην εκκλησιά της Αγίας Μαρίνας, και τα οποία ξεχάστηκαν
καθώς η πανούκλα, η αρρώστεια της εποχής, ξεκλήρισε τον μισό πληθισμό της
Κύπρου.
Μια από τις πρώτες μαρτυρίες που συγκίνησαν τον Κυριακό ήταν εκείνη του Οθωνή
της Ελεγγούς. Λεγόταν πως είχε ανακαλύψει τη σπηλιά σε μια χρονιά που η γη
«άνοιξε». Και όταν μπήκε μέσα, είδε ένα υπόγειο οικοδόμημα γεμάτο χρυσάφι,
τάματα και κειμήλια, τόσο πολλά που το μυαλό δεν μπορούσε να τα χωρέσει. Έμεινε
σαστισμένος, με τον παλμό να χτυπά στα αυτιά, καθώς μια ακατανίκητη αίσθηση
δέους τον περιέβαλε.
Και ζαλισμένος, άρρωστος, στο κρεββάτι του θανάτου, έλεγαν οι συγγενείς του,
ότι παραμιλούσε για εκθαμβωτικά φώτα, για λάμψεις που αναπηδούσαν στους
τοίχους, για χρυσές άμαξες και θησαυρούς κρυμμένους σε υπόγεια δωμάτια. Όμως η
σπηλιά δεν τον άφησε να μιλήσει καθαρά για όσα είδε. Παραμιλούσε για μέρες,
ανακατεύοντας φως και θησαυρούς σε ακατάληπτες εικόνες.
Πέθανε παίρνοντας το
μυστικό μαζί του, αφήνοντας πίσω μόνο φόβο, υποψίες και έναν θρύλο που
πλανιόταν στον τόπο.
Οι συγγενείς του δεν
μίλησαν ποτέ ανοιχτά, και οι διηγήσεις για το τι είδε παρέμειναν ασυνάρτητες.
Κάποιοι έλεγαν πως οραματίστηκε το φως και τον πλούτο, άλλοι πως είδε θεϊκά οράματα,
μα όλοι συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: εκεί υπήρχε κάτι που δεν ήταν για ανθρώπους.
Και έμαθε ο Κυριακός μια άλλη μαρτυρία, που συμπλήρωνε την πρώτη, εκείνη του
γέρου Αζίνα λίγο μετά το 1900: Ένα καλοκαιρινό δείλι, την ώρα που ο ήλιος έδυε
στη θάλασσα, είδε μια εκθαμβωτική λάμψη να ξεπηδά από βαθούλωμα της γης στην
τοποθεσία «Κλούνοι», κάτω από το δυτικό οροπέδιο του χωριού. Το φως φώτιζε το
σύθαμπο σαν μεσημεριανός ήλιος. Ο Αζίνας ένιωσε ακατανίκητη έλξη, σαν κάτι να
τον καλούσε. Παρέλυσε η σκέψη του και σχεδόν άθελά του οδηγήθηκε προς τον γκρεμό,
όπου μέσα από την άγρια βλάστηση ξεχυνόταν το χρυσαφένιο φως. Και ενώ ήταν
έτοιμος να πηδήξει μέσα στο φώς, το φαινόμενο χάθηκε απότομα, συνήλθε, και
σώθηκε την τελευταία στιγμή.
Και τέλος άλλες
πληροφορίες έλεγαν πως μέσα στη χρυσή σπηλιά δεν βρίσκονταν χρυσά τάματα της
Αγίας Μαρίνας, αλλά η χρυσή άμαξα της Ρήγαινας των Παλαιοκάστρων, που ενώ
περνούσε με τη χρυσή της άμαξα να πάει στα λουτρά της Αφροδίτης, από τη θάλασσα
φάνηκαν πειρατές, και οι ακόλουθοι της την έκρυψαν στη σπηλιά για να την
προφυλάξουν.
Κοινό στοιχείο όλων
των αφηγήσεων ήταν η κατάρα: το στόμιο της σπηλιάς ανοίγει μόνο στιγμές, μια
φορά κάθε επτά χρόνια, και όποιος την αντικρίσει δεν προλαβαίνει να μιλήσει.
Παρά τις έρευνες, ακόμη και από ξένους αρχαιολόγους, τίποτε δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.
Στα τελικά του
συμπεράσματα, ο Κυριακός δεν στάθηκε ούτε άκριτα πιστός στον μύθο ούτε εύκολα
απορριπτικός. Η «Χρυσή Σπηλιά» δεν είναι απλή φανταστική αφήγηση, αλλά σύνθεση
πραγματικών γεγονότων, φυσικών φαινομένων και ιστορικών μνημών. Οι μαρτυρίες των
αρχών του 1900, η επιμονή των ίδιων γεωγραφικών σημείων, η επαναλαμβανόμενη
αναφορά σε υπόγειους χώρους και η παρουσία ξένων ερευνητών δείχνουν ότι υπήρξε
πραγματική βάση πάνω στην οποία χτίστηκε ο θρύλος.
Κατέληξε ότι στην περιοχή υπήρξαν όντως υπόγειες κατασκευές, πιθανότατα
αποθηκευτικοί ή λατρευτικοί χώροι, συνδεδεμένοι είτε με την εκκλησία της Αγίας
Μαρίνας είτε με παλαιότερες ανάγκες απόκρυψης πλούτου που θάφτηκαν από το
τσουνάμι. Και τα κατά καιρούς φυσικά φαινόμενα όπως κατολισθήσεις, σεισμοί και ιδιαίτερες
αντανακλάσεις φωτός στα δειλινά, μπορούσαν να γεννήσουν εμπειρίες σαν εκείνη του
Αζίνα, ενισχύοντας τη μεταφυσική διάσταση της αφήγησης.
Η «κατάρα» και η σιωπή
όσων πλησίασαν περισσότερο λειτουργούσαν ως κοινωνικός μηχανισμός προστασίας,
κρατώντας τους ανθρώπους μακριά από επικίνδυνα σημεία ή αλήθειες που δεν μπορούσαν
να διαχειριστούν. Ο μύθος λειτούργησε ως φρουρός της μνήμης και όχι ως χάρτης
θησαυρού.
Το τελικό συμπέρασμα ήταν σαφές: ακόμη κι αν δεν υπάρχει σήμερα σπηλιά γεμάτη χρυσάφι, υπάρχει κάτι εξίσου πολύτιμο — η ιστορία ενός τόπου που θυμάται, μεταμορφώνει και προστατεύει το παρελθόν του. Και ίσως, κατά τον Κυριακό, αυτός να είναι ο αληθινός θησαυρός της Χρυσής Σπηλιάς — όχι στη γη, αλλά στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων.
Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ / Κάθε μυστικό που θάβει η γη περιμένει υπομονετικά να βρει το φως
Το 1347 ένας αόρατος εχθρός ξεκίνησε από την Ασία και απλώθηκε πάνω από την Ευρώπη σαν σκοτεινό σύννεφο. Ήταν η Μαύρη Πανούκλα — μια ασθένεια που μέσα σε λίγα χρόνια θα έσπερνε θάνατο, πανικό και σιωπή σε ολόκληρους τόπους.
Πόλεις άδειασαν,
χωριά ερημώθηκαν και ολόκληρες οικογένειες χάθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες. Οι
δρόμοι γέμισαν νεκρούς και οι άνθρωποι άρχισαν να φοβούνται ακόμη και την ανάσα
του διπλανού τους.
Η Κύπρος δεν θα
μπορούσε να μείνει έξω από τη μοίρα αυτή.
Πλοία χωρίς πλήρωμα, με τους ναυτικούς τους νεκρούς από την επιδημία, έπλεαν
ανεξέλεγκτα στη Μεσόγειο.
Άλλα παρασύρονταν από
τα ρεύματα, άλλα προσάραζαν σε ακτές και λιμάνια, κουβαλώντας μαζί τους τον
αόρατο θάνατο.
Στα αμπάρια τους ζούσαν τα τρωκτικά των ταξιδιών — ποντίκια και αρουραίοι που
κουβαλούσαν πάνω τους ψύλλους μολυσμένους από την ασθένεια. Αυτοί οι ψύλλοι
έγιναν οι αόρατοι αγγελιοφόροι του Μαύρου Θανάτου, ακολουθώντας τους ανθρώπους
σε κάθε λιμάνι και σε κάθε πόλη.
Κι όλα αυτά, σύμφωνα
με τους θρύλους της εποχής, είχαν τις ρίζες τους σε σκοτεινές αποφάσεις και
δεισιδαιμονίες.
Ο Πάπας Κλήμης ΣΤ’, πιστεύοντας ότι οι γάτες ήταν ζώα του κακού και σύντροφοι
των μαγισσών, διέταξε την εξόντωσή τους. Οι γάτες, που για αιώνες κρατούσαν υπό
έλεγχο τους πληθυσμούς των τρωκτικών, εξαφανίστηκαν από τις πόλεις και τα
λιμάνια.
Και όταν χάθηκαν οι
γάτες, τα ποντίκια πλήθυναν.
Πλήθυναν τόσο, ώστε
οι άνθρωποι έλεγαν πως η γη σάλευε από τις φωλιές τους.
Και έτσι η πανούκλα
βρήκε τον δρόμο της.
Οι ψύλλοι που
κρύβονταν στα τρωκτικά των πλοίων έγιναν ζωντανές σκιές του Μαύρου Θανάτου, και
η μόλυνση εξαπλώθηκε με φρενήρη ταχύτητα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.
Όταν η αρρώστια έφτασε στην Κύπρο, κανείς δεν μπορούσε πια να τη σταματήσει.
Κι όμως, σαν να μην
έφτανε η ασθένεια, μια ακόμη συμφορά περίμενε το νησί.
Ένα βράδυ του 1348 ο
κόσμος φάνηκε να κρατά την ανάσα του.
Τα σκυλιά ούρλιαζαν χωρίς
λόγο μέσα στη νύχτα. Τα ζώα ανησυχούσαν, τα πουλιά πετούσαν χαμηλά και ανήσυχα πάνω
από τα χωράφια.
Και τότε συνέβη κάτι
παράξενο. Η θάλασσα άρχισε να τραβιέται προς τα πίσω. Το νερό υποχώρησε από την
ακτή, αφήνοντας γυμνό τον βυθό. Βάρκες έμειναν ξαπλωμένες στη λάσπη, ψάρια
σπαρταρούσαν στο χώμα και οι άνθρωποι πλησίαζαν με απορία για να δουν το
περίεργο αυτό θέαμα.
Κανείς δεν
καταλάβαινε ακόμη τι ερχόταν.
Τότε η γη σείστηκε. Ένας
ισχυρός σεισμός ταρακούνησε ολόκληρο το νησί.
Σπίτια ράγισαν,
εκκλησίες σείστηκαν και η γη άνοιξε σε πολλά μέρη.
Και τότε η θάλασσα
γύρισε πίσω. Όχι σαν κύμα — αλλά σαν βουνό. Ένα τεράστιο τείχος νερού όρμησε
προς την ακτή με βουή που σκέπασε κάθε άλλο ήχο. Μέσα σε λίγες στιγμές η
θάλασσα καταβρόχθισε τα πάντα στο πέρασμά της.
Πλοία έσπασαν πάνω
στα βράχια σαν παιχνίδια. Οι αλιευτικοί στόλοι χάθηκαν. Οι ελαιώνες πνίγηκαν
στη λάσπη και στο αλάτι.
Και η Χλώρακα, που
τότε απλωνόταν στην πεδιάδα κάτω από το οροπέδιο όπου βρίσκεται σήμερα, βρέθηκε
στο δρόμο της καταστροφής.
Τα
κύματα σκέπασαν τα σπίτια, τα χωράφια και τις εκκλησίες. Ολόκληρος ο οικισμός
χάθηκε κάτω από το νερό.
Το κύμα προχώρησε βαθιά μέσα στην πεδιάδα,
ώσπου έφτασε στους γκρεμούς του οροπεδίου και εκεί σταμάτησε.
Όταν η θάλασσα τελικά υποχώρησε, τίποτα δεν ήταν όπως πριν.
Η παλιά Χλώρακα είχε
χαθεί.
Οι κάτοικοι που
επέζησαν εγκατέλειψαν τα χαλάσματα και ανέβηκαν στο οροπέδιο, εκεί όπου
βρίσκεται σήμερα το χωριό. Εκεί άρχισαν ξανά να χτίζουν σπίτια και να σπέρνουν
τη γη.
Όμως η συμφορά δεν
είχε τελειώσει. Η πανώλη τους ακολούθησε. Στα νέα σπίτια, στους δρόμους και
στις αυλές, ο θάνατος άρχισε πάλι να περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους. Σώματα
έπεφταν το ένα μετά το άλλο, και η δυσοσμία των νεκρών απλωνόταν στον αέρα.
Ο
φόβος κυρίευσε τους πάντες.
Και όταν ο φόβος γίνεται αφέντης των ανθρώπων, η ανθρωπιά χάνεται. Ληστείες ξέσπασαν στους δρόμους και στα εγκαταλελειμμένα χωριά. Όσοι είχαν όπλα τα χρησιμοποιούσαν για λίγο ψωμί, για λίγο νερό, για λίγη ασφάλεια. Οι δεσμοί της κοινότητας διαλύθηκαν. Ο θάνατος δεν προερχόταν πια μόνο από την πανώλη ή τη θάλασσα. Οι άνθρωποι άρχισαν να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον — και ο πληθυσμός της Κύπρου αραίωσε, έμεινε ο μισός.
Στα υψώματα της
Χλώρακας, κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, ακόμη φαίνονται τα ίχνη από
εκείνη την ημέρα που η θάλασσα και ο θάνατος συμμάχησαν εναντίον των ανθρώπων.
Τα παραθαλάσσια χωράφια
αντί με χώμα, είναι σπαρμένα με άμμο που έβγαλε το τσουνάμι και σκέπασε τη γη,
Και στα ριζά του
οροπεδίου της Λέμπας, ανάμεσα στη Λέμπα και την τοποθεσία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ,
ευρίσκεται η περιοχή των Κλούνων, για την οποία οι παλιοί μιλούσαν για μια εκκλησία
που χάθηκε. Την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας.
Στα θεμέλιά της,
έλεγαν, υπήρχε υπόγειο γεμάτο τάματα και θησαυρούς πιστών. Όμως τα κύματα την
έθαψαν μαζί με το ιερό και τα μυστικά της.
Από τότε γεννήθηκαν
οι θρύλοι για τη Χρυσή Σπηλιά της Αγίας Μαρίνας.
Και έλεγαν οι παλιοί, πως όποιος την αντίκρυζε θα πέθαινε. Και αυτό θα σταματούσε όταν το πλήρωμα του χρόνου θα ολοκληρονώταν. Και τότε, - κάποτε στο μέλλον, η σπηλιά θα φανερωνόταν. Και ο πλούτος της, θα ήταν αρκετός για να ζήσουν γενεές ανθρώπων, και θα έδινε τη δύναμη στους Χριστιανούς να πάρουν πίσω την πόλη που χάθηκε. Την Κωνσταντινούπολη.
Σε αυτόν τον κόσμο της πανώλης, των κυμάτων και των θρύλων, της πείνας και της
αλληλοκαταστροφής, η ιστορία των ανθρώπων μπλέχτηκε με τον φόβο και τη φαντασία.
Και κάπου μέσα σε όλα αυτά γεννήθηκαν ιστορίες που πέρασαν από στόμα σε στόμα. Αυτές
τις ιστορίες ο Κυριακός τις άκουγε από μικρός.
Τις άκουγε από πάππου
προς πάππου, ο ίδιος τις είχε ακούσει από τον δικό του παππού, και εκείνος από
τους δικούς του.
Ήταν ιστορίες για τη
θάλασσα που κάποτε σηκώθηκε σαν βουνό και σκέπασε τη γη. Για τον θησαυρό της
Αγίας Μαρίνας που χάθηκε κάτω από τη λάσπη. Για τα χρόνια που ο θάνατος
περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους.
Οι ιστορίες αυτές τον γοήτευαν. Και έτσι αποφάσισε να συνεχίσει να ψάχνει την
αλήθεια.
Για χρόνια ερευνούσε.
Ξεφύλλισε παλιά χρονικά και χειρόγραφα, μελέτησε μαρτυρίες ταξιδιωτών και ξένων
χρονικογράφων, έψαξε σε βιβλιοθήκες, σε μοναστήρια και σε ξεχασμένα αρχεία. Μίλησε
με ιστορικούς, ερευνητές και ανθρώπους που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στη
μελέτη της ιστορίας του τόπου.
Όμως τίποτα. Καμία
σαφής καταγραφή. Καμία λεπτομερής μαρτυρία. Ήταν σαν η ιστορία να είχε σβηστεί
από τα βιβλία.
Κι όμως, η γη έλεγε άλλα. Στο ύψωμα του Μουσαλλά υπήρχαν όστρακα και θαλασσινά
απομεινάρια σε μέρη που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Στους αγρούς της Χλώρακας
είχαν βρεθεί αρχαία νομίσματα και σπάνιοι λίθοι διασκορπισμένοι μέσα στα
χωράφια, σαν να είχε κάποτε σκορπίσει ένας θησαυρός. Και κανείς δεν σκορπά
θησαυρούς στα χωράφια χωρίς λόγο.
Και έτσι, μετά από
χρόνια έρευνας που δεν οδηγούσαν πουθενά, ο Κυριάκος κατέληξε σε ένα λογικό
συμπέρασμα.
Ίσως η αλήθεια να χάθηκε μαζί με εκείνους που την έζησαν. Η πανώλη πήρε τους περισσότερους.
Οι λίγοι που επέζησαν πάλευαν απλώς να ζήσουν. Σε τέτοιες εποχές δεν υπάρχουν
άνθρωποι για να γράψουν ιστορία. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που προσπαθούν να
επιβιώσουν.
Τα μοναστήρια
ερημώθηκαν. Οι γραφείς χάθηκαν. Τα αρχεία καταστράφηκαν ή ξεχάστηκαν μέσα στους
αιώνες.
Έτσι η μνήμη της
καταστροφής πέρασε από στόμα σε στόμα. Και με τα χρόνια οι λεπτομέρειες
χάθηκαν, οι φόβοι μεγάλωσαν και οι ιστορίες ντύθηκαν με προφητείες και θαύματα.
Και έτσι, αυτό που
κάποτε ήταν μια πραγματική συμφορά μεταμορφώθηκε σιγά σιγά σε θρύλο.
Όμως η γη της
Χλώρακας δεν τα ξέχασε ποτέ. Τα κράτησε θαμμένα μέσα της, περιμένοντας την
ημέρα που κάποιος θα άρχιζε ξανά να ψάχνει.
Και ο Κυριακός όσο σκεφτόταν
τις πλούσιες ενδείξεις, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Όσο περισσότερο διάβαζε και
ερευνούσε, τόσο περισσότερο ένιωθε ότι κάτι έλειπε από την ιστορία. Σαν να
υπήρχε ένα κομμάτι που δεν είχε ακόμη αποκαλυφθεί.
Και κάποια μέρα,
καθώς ξεφύλλιζε ένα παλιό χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη της Πάφου, έπεσε πάνω σε
μια σύντομη αναφορά που τον έκανε να σταματήσει.
Δεν μιλούσε για την
καταστροφή. Μιλούσε για κάτι που συνέβη μετά.
Το χειρόγραφο
αναφερόταν σε μια περίεργη ομάδα μοναχών που, λίγα χρόνια μετά τις μεγάλες συμφορές
του 14ου αιώνα, κατέβηκαν στην περιοχή της Χλώρακας.
Οι μοναχοί αυτοί δεν έμειναν
για πολύ. Κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς έψαχναν.
Και ένα βράδυ
εξαφανίστηκαν.
Το επόμενο πρωί οι
κάτοικοι βρήκαν ένα μέρος σκαμμένο, σαν να είχε ανοιχτεί μια παλιά είσοδος στη
γη. Και διαδόθηκε μια φημη πως είχαν βρει κάτι που δεν έπρεπε να βγει ποτέ στο
φως.
Και ίσως αυτό να ήταν
το μεγαλύτερο μυστήριο από όλα, σκέφτηκε ο Κυριακός.
Γιατί αν οι μοναχοί
είχαν πράγματι βρει κάτι εκείνη τη νύχτα, τότε αυτό που έκρυβε η γη της
Χλώρακας δεν ήταν μόνο ένας θησαυρός.
Ήταν ένα κομμάτι
ιστορίας που είχε θαφτεί μαζί με την καταστροφή.
Και ο Κυριακός άρχισε να πιστεύει πως ο θρύλος της Χρυσής Σπηλιάς δεν ήταν
απλώς μια ιστορία για να φοβίζουν τα παιδιά. Ίσως ήταν ένα σημάδι. Ένα σημάδι
ότι κάτι υπήρχε θαμμένο κάτω από τη γη. Κάτι που περίμενε να το βρει κάποιος. Και
ίσως εκείνος να ήταν ο πρώτος που θα τολμούσε να το ψάξει.
Η ιδέα δεν του έφευγε
από το μυαλό. Όσο περισσότερο σκεφτόταν όσα είχε διαβάσει και ακούσει, τόσο περισσότερο
ένιωθε πως κάτι σημαντικό κρυβόταν πίσω από εκείνες τις ιστορίες. Δεν ήταν μόνο
οι θρύλοι των γερόντων του χωριού. Ήταν τα σημάδια στη γη, τα όστρακα στα
υψώματα του Μουσαλλά, τα παράξενα ευρήματα στους αγρούς της Χλώρακας.
«Ήταν σαν η ίδια η γη
να προσπαθούσε να θυμηθεί — να ξεθάψει μυστικά που είχαν θαφτεί μαζί με τον
χρόνο.»
Ένα απόγευμα, ενώ καθόταν στο γραφείο του σπιτιού του, ξεφύλλιζε παλιά σημειωματάρια
με καταγραφές που είχε κάνει από αφηγήσεις ηλικιωμένων της Χλώρακας.
Ανάμεσα στις σελίδες βρήκε μια παλιά σημείωση.
Την είχε γράψει χρόνια πριν, σχεδόν αφηρημένα, όταν ένας ηλικιωμένος ψαράς του
είχε πει μια ιστορία που τότε του είχε φανεί απλώς υπερβολική.
Η σημείωση έλεγε: «Στο
μέρος της Αγίας Μαρίνας υπήρχε παλιά πέτρα με χαραγμένο σημάδι. Οι παλιοί έλεγαν
πως ήταν σημάδι για την είσοδο της σπηλιάς.»
Ο Κυριακός έμεινε για
λίγο ακίνητος. Προσπάθησε να θυμηθεί τον άνθρωπο που του το είχε πει.
Ήταν ένας γέροντας
που είχε πεθάνει λίγα χρόνια αργότερα. Θυμόταν όμως καθαρά μια λεπτομέρεια που
είχε αναφέρει τότε.
Ο γέροντας είχε πει
πως το σημάδι αυτό δεν ήταν σταυρός. Ήταν κάτι άλλο. Κάτι σαν χάρτης.
Η καρδιά του άρχισε
να χτυπά πιο γρήγορα.
Την επόμενη μέρα πήγε
στο κοινοτικό αρχείο του χωριού. Ήξερε πως εκεί φυλάγονταν παλιά έγγραφα, φωτογραφίες
και καταγραφές που λίγοι είχαν διαβάσει.
Ο χώρος μύριζε
υγρασία και παλιό χαρτί. Έψαξε για ώρες. Ξεφύλλισε κιτρινισμένα τετράδια, παλιές
καταγραφές γεωργικών εκτάσεων, ακόμα και σημειώσεις ιερέων του χωριού.
Και τότε το βρήκε. Ήταν ένα φύλλο χαρτί διπλωμένο μέσα σε έναν παλιό φάκελο
χωρίς τίτλο.
Το χαρτί ήταν
κιτρινισμένο και τα άκρα του φαγωμένα από τον χρόνο.
Πάνω του υπήρχε ένα
σχέδιο. Όχι ακριβώς χάρτης. Ήταν μια πρόχειρη σχεδίαση του οροπεδίου της Χλώρακας.
Διακρίνονταν
το ψήλωμα της Λέμπας, το βαθούλωμα των Κλούνων, και το ύψωμα του Αρχαγγέλου
Μιχαήλ.
Το σύμβολο έμοιαζε με
τρίγωνο. Και στη μέση του υπήρχε μια λέξη γραμμένη με ξεθωριασμένα γράμματα που
δεν διαβάζονταν— έξι συνολικά.
Ίσως «ΜΑΡΙΝΑ», σκέφτηκε ο Κυριακός. Και μέσα του ένιωσε ότι είχε φτάσει στο κατώφλι
της παλιάς ιστορίας.
Και ότι για πρώτη φορά, μετά από τόσα χρόνια έρευνας, βρισκόταν πολύ κοντά στο
να μάθει αν οι ιστορίες της Χλώρακας ήταν απλώς θρύλοι…
ΟΤΑΝ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΞΕΣΚΕΠΑΣΕ ΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ / Το αυλάκι της Ρήγαινας
Για δεκαετίες, η γη καταστράφηκε. Οι καλλιέργειες δεν βλάσταιναν, η πεδιάδα παρέμενε πληγωμένη, ξερή, σιωπηλή. Οι κάτοικοι αραίωσαν, οι λίγοι που έμειναν ανέβηκαν στο οροπέδιο, με μόνο επάγγελμα του βοσκού. Το οροπέδιο ήταν καυκάλλα γη, αλλά πλούσια σε βλάστηση, μυστική σαν να ήθελε να κρύψει όσα η θάλασσα είχε αφανίσει από κάτω.
Κι επειδή η Κύπρος γνώρισε για αιώνες τη λιγοστή βροχή και τη μακρόχρονη ανομβρία, η πληγή εκείνου του κύματος δεν έκλεισε εύκολα. Το νερό της βροχής δεν έφτανε για να ξεπλύνει το αλάτι από τη γη, και τα χωράφια άργησαν πολύ να ξαναγίνουν γόνιμα. Έτσι ο κάμπος παρέμενε ξερός…
Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, πολλά από τα χωράφια της πεδιάδας παρέμεναν δύσκολα στην καλλιέργεια. Κοντά στις παραλίες, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν τόποι όπου η άμμος ξεπροβάλλει λίγο κάτω από το χώμα ή απλώνεται στην επιφάνεια σαν σιωπηλή ανάμνηση εκείνης της μέρας. Εκεί η γη δεν δέχεται όλα τα φυτά. Μόνο όσα αντέχουν την αλμύρα και τον άνεμο της θάλασσας. Κάτω από τα ήσυχα χωράφια και τις σύγχρονες καλλιέργειες, κοιμάται ακόμη η μνήμη μιας παλιάς θάλασσας που κάποτε βγήκε στη στεριά.
Το τσουνάμι σκέπασε ολόκληρη την πεδιάδα. Τα χωράφια πνίγηκαν στην άμμο και στο αλάτι, κι οι καλλιέργειες για πολλά χρόνια έγιναν αδύνατες. Η μεγάλη πεδιάδα άρχιζε από την Κισσόνεργα και απλωνόταν αδιάκοπα μέχρι την Πέτρα του Ρωμιού, μια γη άλλοτε εύφορη που τώρα έμοιαζε πληγωμένη και σιωπηλή.
Πέρασαν δεκαετίες ώσπου να ξαναφανεί ζωή στον τόπο. Τότε, σύμφωνα με τον παλιό θρύλο, την περιοχή άρχισε να διαφεντεύει η Ρήγαινα της Πάφου. Μα η γη παρέμενε άνυδρη. Νερό δεν υπήρχε και τα χωράφια ακόμη δυσκολεύονταν να γεννήσουν καρπό. Έτσι η Ρήγαινα πρόσταξε να κτιστεί μεγάλο αυλάκι και να φέρουν νερό στη Χλώρακα από τα πέρατα της Πάφου — από την Κοίλη, από τα σημερινά Λουτρά του Άδωνι, εκεί όπου ακόμη και σήμερα πέφτει καταρράκτης με άφθονο νερό.
Σιγά σιγά η πεδιάδα ξαναπρασίνισε. Από τα φυτά που ευδοκίμησαν περισσότερο ήταν τα τεύτλα. Με αυτά γέμισε η απέραντη γη. Χωράφι δίπλα στο χωράφι, σειρές ολόκληρες από τεύτλα που έθρεφαν έναν νέο πλούτο. Από τον καρπό τους οι άνθρωποι άρχισαν να παράγουν ζάχαρη, την οποία η Ρήγαινα έστελνε μακριά, μέχρι τις αγορές της Ευρώπης.
Δεν χρησιμοποιούσε όμως το παλιό λιμάνι της Πάφου, γιατί είχε καταστραφεί από το μεγάλο κύμα. Αντί γι’ αυτό, τα πλοία άραζαν στην αμμουδιά του Κοττσιά της Χλώρακας. Η θάλασσα εισχωρούσε βαθιά στη στεριά, και οι άνεμοι σχημάτιζαν κατά καιρούς έναν απάνεμο όρμο μέσα στην άμμο, όπου τα καράβια έμεναν σχεδόν ακίνητα, σα να τα κρατούσε η ίδια η γη. Εκεί φόρτωναν και ξεφόρτωναν τα εμπορεύματα — σακιά ζάχαρης που έφταναν από τα τεύτλα της πεδιάδας, αγαθά από μακρινές χώρες, σπάνιες κούτες και μπαούλα γεμάτα πολύτιμα αντικείμενα. Και, δυστυχώς, καμιά φορά και ανθρώπους. Δεμένοι με αλυσίδες, οι σκλάβοι άλλαζαν χέρια σαν οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, μεταφερόμενοι κάτω από τον καυτό ήλιο και τη θάλασσα που τους τσάκιζε με την αλμύρα της.
Ο τόπος έμοιαζε ζωντανός και θανατερός ταυτόχρονα: ο ήχος από τις σανίδες των καραβιών πάνω στην άμμο, το τράνταγμα των βαριών σακιών και οι ψίθυροι των σκλάβων που φοβούνταν τους αφέντες τους, όλα μαζί δημιουργούσαν έναν αέρα φόβου και μυστικότητας. Κι εκεί, μέσα σ’ αυτή την ησυχία που κρυφοκοιτούσε τη θάλασσα, ο Κυριακός φανταζόταν την παλιά Χλώρακα, την πεδιάδα πριν το κύμα, τις ζωές που χάθηκαν και τα μυστικά που η άμμος προστάτευε από τα ανθρώπινα μάτια.
Κάθε κόκκος άμμου, κάθε στρώμα αλμυρού χώματος φαινόταν να κουβαλάει τη μνήμη των γενεών. Ο Κυριακός άγγιζε την άμμο, σφίγγοντας τα δάχτυλά του σαν να ήθελε να πιάσει τον χρόνο, και ένιωθε πως τα μυστικά της γης δεν ήταν πια μόνο ιστορίες των γερόντων — ήταν παρόντα, ζωντανά, ανασαίνοντας μέσα στην άμμο, έτοιμα να αποκαλυφθούν σε όποιον θα τολμούσε να ψάξει.
Και ο Κυριακός τόλμησε.
Το αυλάκι της Ρήγαινας, παλιά —ως την εποχή που ήταν ακόμη παιδί— διέσχιζε ολόκληρο τον κάμπο της Χλώρακας και χανόταν πιο κάτω, στον κάμπο της Πάφου. Ήταν ένα πέτρινο σημάδι άλλων καιρών, ένα έργο που οι παλιοί έλεγαν πως κουβαλούσε ιστορία αιώνων. Όμως οι άνθρωποι, για να ανοίξουν δρόμους πλατιούς και καινούριους, το χάλασαν σχεδόν ολόκληρο. Έτσι σήμερα απέμενε μόνο ένα μικρό κομμάτι του, σαν πληγή στη γη.
Το θέμα του αυλακιού φάνταζε στον Κυριακό παράξενα ενδιαφέρον. Ήξερε πως πίσω από αυτές τις πέτρες κρυβόταν ιστορία που δεν είχε ειπωθεί ολόκληρη. Ιστορικά ντοκουμέντα δεν υπήρχαν. Μα οι προφορικοί θρύλοι ήταν πολλοί — και όλοι συμφωνούσαν σε ένα πράγμα.
Πως το αυλάκι το είχε χτίσει ο Διγενής Ακρίτας:
Το αυλάκι της Ρήγαινας, παλιά —ως την εποχή που ο Κυριακός ήταν ακόμη παιδί—
διέσχιζε ολόκληρο τον κάμπο της Χλώρακας και χανόταν πιο κάτω, στον κάμπο της
Πάφου. Ήταν ένα πέτρινο σημάδι άλλων καιρών, ένα έργο που οι παλιοί έλεγαν πως
κουβαλούσε ιστορία αιώνων. Όμως οι άνθρωποι, για να ανοίξουν δρόμους πλατιούς
και καινούριους, το χάλασαν σχεδόν ολόκληρο. Έτσι σήμερα απέμενε μόνο ένα μικρό
κομμάτι του, σαν πληγή στη γη, να θυμίζει την απερισκεψία των ανθρώπων και τη
λησμονιά των καιρών.
Το θέμα του γεφυριού και του αυλακιού φάνταζε στον Κυριακό παράξενα ενδιαφέρον.
Κάτι μέσα του έλεγε πως πίσω από τις πέτρες αυτές κρυβόταν ιστορία που δεν είχε
ειπωθεί ολόκληρη. Έτσι αποφάσισε να ξεκινήσει έρευνα. Ιστορικά ντοκουμέντα δεν
υπήρχαν. Κανένα γραπτό που να λέει με βεβαιότητα πότε και πώς χτίστηκε. Όμως οι
προφορικοί θρύλοι ήταν πολλοί —διάσπαρτοι σε αφηγήσεις γερόντων, σε παλιά κείμενα
και σε μισοξεχασμένες διηγήσεις. Και όλοι συμφωνούσαν σε ένα πράγμα. Πως το
αυλάκι το είχε χτίσει ο Διγενής Ακρίτας:
Εκείνη την εποχή που διαφέντευε τον τόπο της Πάφου η Ρήγαινα, έφτασε στην Κύπρο
ο Διγενής Ακρίτας, ο ξακουστός φύλακας των συνόρων του Βυζαντίου. Κυνηγούσε
έναν επικίνδυνο Σαρακηνό πειρατή που λυμαινόταν τις ακτές της αυτοκρατορίας.
Στο πέρασμά του από την Πάφο είδε τη Ρήγαινα —και, λένε, την ερωτεύτηκε από την
πρώτη ματιά.
Ο Διγενής έφτασε στο κατόπι του Σαρακηνού ως τα βόρεια του νησιού. Λένε πως,
για να τον προλάβει, ακούμπησε το χέρι του στο ψηλό βουνό και πήδηξε με
τεράστιο σάλτο προς τα νότια. Τα δάχτυλά του άφησαν βαθιά σημάδια στον βράχο.
Από τότε το βουνό εκείνο ονομάστηκε Πενταδάχτυλος.
Παρόλα αυτά, ο Σαρακηνός κατάφερε να ξεγλιστρήσει. Έφτασε στην Πάφο και πρόλαβε
να μπει σε καράβι για να ξεφύγει. Ο Διγενής όμως δεν τον άφησε. Άρπαξε έναν
τεράστιο βράχο και τον εκσφενδόνισε προς τη θάλασσα. Ο βράχος έπεσε με φοβερό
πάταγο και βούλιαξε το πλοίο. Από τότε εκείνος ο βράχος έμεινε γνωστός ως η Πέτρα
του Ρωμιού.
Καθώς ο Κυριακός μελετούσε αυτές τις ιστορίες, ένιωθε κάτι παράξενο. Σαν η γη
της Χλώρακας να μιλούσε ακόμη μέσα από τα σημάδια της. Κάθε πέτρα. Κάθε αυλάκι.
Όλα έμοιαζαν να του ψιθυρίζουν μυστικά αιώνων.
Όταν λοιπόν ο Διγενής συνάντησε τη Ρήγαινα, λένε πως ήταν γυναίκα πανέμορφη,
δυνατή και πανέξυπνη. Την ερωτεύτηκε, και τη θέλησε για γυναίκα του. Όμως η
Ρήγαινα δεν δεχόταν να της επιβληθεί άντρας.
Έτσι για να τον αποφύγει, του έθεσε έναν όρο που έμοιαζε ακατόρθωτος.
—Αν μου φέρεις νερό στη Χλώρακα, τότε θα σε πάρω άντρα μου.
Το νερό ήταν σπάνιο. Η πεδιάδα διψούσε. Τα χωράφια ήταν άνυδρα και σκληρά σαν
πέτρα.
Ο Διγενής όμως δεν φοβήθηκε. Με πέτρες από τα βουνά έκτισε πετραύλακο και έφερε
το νερό από την Τάλα ως τη Χλώρακα και την Πάφο. Το νερό κύλησε στο αυλάκι, και
πότισε τα χωράφια της πεδιάδας.
Όμως η Ρήγαινα μετάνιωσε. Και τον γέλασε.
Πήγε στο λιμάνι της Πάφου να μπαρκάρει να φύγει, ελπίζοντας πως ο Διγενής θα
βαριόταν και θα έφευγε.
Ο Διγενής όμως θύμωσε. Ανέβηκε στο ψηλό ύψωμα του Μούτταλου στη Φάπρικα, άρπαξε
έναν τεράστιο βράχο και τον πέταξε προς το καράβι της. Ο βράχος δεν έφτασε ποτέ
στη θάλασσα, έπεσε πριν, και έμεινε εκεί κοντά στον Άη Αγαπητό και Μισητό, με
σημάδι —λένε— από τη σπαθιά του Διγενή.
Η Ρήγαινα τότε οργίστηκε κι εκείνη. Άρπαξε έναν μεγάλο κίονα και τον εκσφενδόνισε
προς τον Διγενή. Ο κίονας έπεσε σε χωράφι της Χλώρακας και έμεινε φυτεμένος στη
γη για αιώνες. Οι άνθρωποι τον ονόμασαν «το Αδράχτι της Ρήγαινας», καθώς είχε
μια στρογγυλή πέτρα στην κορυφή, σαν αδράχτι γιγάντων. Και έτσι, λένε οι
παλιοί, η Χλώρακα κρατά ακόμη τα σημάδια εκείνης της σύγκρουσης: της Ρήγαινας
που κυβερνούσε τον τόπο και του Διγενή που πέρασε σαν θύελλα από το νησί.
Και το αδράχτι της Ρήγαινας, σήμερα είναι στημένο στην αυλή του σχολείου του
Μουτλου.
Υ.Γ. Ιστορικά, ίσως ο Διγενής και η Ρηγαινά να μην συμβαδίζουν. Το αυλάκι όμως φαίνεται να ξαναχτίστηκε πολλές φορές, και ίσως κάθε γενιά να τοποθετούσε τον Διγενή εκεί που χρειαζόταν.
ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ / Ο Διενής και ο Κωσταντάς
Ο Κυριακός, ψάχνοντας το αυλάκι της Ρηγαινάς, κατάλαβε πως οι πέτρες δεν κρατούν μόνο νερό, αλλά και ιστορίες. Και όσο ρωτούσε, τόσο οι αφηγήσεις κυλούσαν και άλλαζαν μορφή. Άλλοι μιλούσαν για βασίλισσες, άλλοι για στοιχειά, κι άλλοι — πιο σιγανά — για τον Διενή. Όχι τον Διγενή των βιβλίων, αλλά έναν δικό τους, που πέρασε από αυτά τα μέρη και στάθηκε στα ίδια παράλια.
Λέγανε πως δεν ήταν μόνο ήρωας των συνόρων, αλλά δικός τους. Κυπραίος. Και δεν ήταν μόνος. Είχε έναν αδελφό, τον Κωσταντά, και μαζί φύλαγαν τα παράλια της Πάφου από τους Σαρακηνούς, που έβγαιναν από τη θάλασσα σαν σκιά και χάνονταν ξανά μέσα της.
Όμως η ζωή τους δεν άρχιζε με δόξα. Ήταν μικροί, φτωχοί, κακορίζικοι, και τα άλλα παιδιά τους δέρνανε και τους περιπαίζαν. Μα εκείνοι, χωρίς άλλη δύναμη, παρακαλούσαν τον Θεό να τους λυπηθεί. Όχι για πλούτη, αλλά για δύναμη.
Και ο Θεός τους έδωσε δύναμη τόση, που δεν τους εσήκωνε η γη.
Ξανακλάφτηκαν στον Θεό και τους έδωσε δύναμη μόλις που τους σήκωνε η γη.
Μια μέρα, όταν πήγαν σχολείο, τα άλλα παιδιά προσπάθησαν πάλι να τους δέρουν και να τους περιπαίξουν. Όμως όπου άγγιζαν τα κακορίζικα τα μωρά, αυτά επεθαίναν. Τους έδιναν πάτσον και δεν έλεγαν μανά.
Μόλις είδαν τη δύναμή τους, τα δύο αδέλφια βγήκαν στον κόσμο για να τον γνωρίσουν. Αγόρασαν άλογα, αρματώθηκαν από ένα κοντάρι και από το Κτήμα ξεκίνησαν για την Πόλη της Χρυσοχούς.
Ο Θεός, που ήθελε να δει την καρδιά τους, μεταμορφώθηκε σε γέρο και στάθηκε στη στράτα τους:
«Βοηθήστε με να φορτωθώ το δισάκι μου, είμαι γέρος και δεν μπορώ», είπε.
Ο Διγενής προσπέρασε, αλλά ο Κωσταντάς ήταν πιο πίσω. Ο Διγενής του λέει:
«Άτε Κωσταντά, βοήθα τον γέρο να φορτωθεί το δισάκκι του».
Ο Κωσταντάς, επειδή βαριόταν να κατέβει από το άλογο, προσπάθησε να σηκώσει το δισάκκι με το σιδερένιο κοντάρι, αλλά το κοντάρι λύγισε από το πολύ βάρος. Θυμωμένος ο Διενής ξεπέζεψε, άρπαξε το δισάκκι και το σήκωσε ψηλά. Ο γέρος δεν κατέβηκε, αλλά του είπε:
«Άφηστο γιέ μου, έχε την ευχή μου. Εσήκωσες τον ήμιση κόσμο».
Και σκύβοντας άνοιξε το δισάκκι: μέσα είχε βάλει ο Θεός τον μισό κόσμο.
Κι εκεί, μέσα στη ροή
των ιστοριών, η αφήγηση δεν σταμάτησε. Λέγανε πως ο Διενής κάποτε ήταν ένα
παιδί κκέλικο, φτωχό και ορφανό, που δούλευε σε βοσκούς και άκουγε διαταγές όλη
μέρα:
«Λάμνε εκεί, λάμνε εδώ, πέντα τις κουέλλες».
Του εθύμωνναν και τον περιπαίζαν. Μια μέρα, καθόταν σε έναν βράχο
στεναχωρημένος και παραπονεμένος. Έβγαλε έναν μεγάλο αναστεναγμό στον Θεό και
ένιωσε την πέτρα να ταράσσει. Κατάλαβε αμέσως πως ενδυνάμωσε το κορμί του.
Σηκώθηκε και άρπαξε την πέτρα των 200 οκάδων, και την ένιωσε ίσαμε 200 δράμια.
Ένας βοσκός του φώναξε:
«Βρε παλιόκκελη, βούρα να κόψεις τις κουέλλες!»
Το παιδί αντιστάθηκε, και ο βοσκός προσπάθησε να τον δέρει. Ο κκέλης γύρισε
έναν πάτσον και εστράβωσε η μουτσούνα του, και επιτούσαν τα γέματα του. Οι
άλλοι βοσκοί έτρεξαν να τον δέρουν, και τους έκανε χειρότερα. Τότε κατάλαβαν
πως η δύναμή του ήταν του Θεού και φοβισμένοι έκαμαν πίσω.
Όταν ο κκέλης κατάλαβε τη δύναμή του, έπιασε ένα αππαρί και γύριζε τον κόσμο,
πηγαίνοντας να συναντήσει παλικάρια αντρειωμένα για να αναμετρηθεί μαζί τους.
Μια φορά βρήκε έναν παλλικαρά που τον έλεγαν Γιάννη, που είχε μια όμορφη
γυναίκα, την Κάλλη. Ο κκέλης επιτέθηκε και την πήρε.
Ο Γιάννης ποταβρίστηκε:
«Βρε ποιος είσαι εσύ και ήρθες να μου πάρεις τη γυναίκα;»
Κι ο κκέλης απάντησε:
«Είμαι ο Διγενής ο κκέλης που ακούεις».
Ο Γιάννης προσπάθησε να τον κατακόψει, και ο Διγενής γύρισε το χέρι του, του
έδωσε έναν πάτσον και τον εμισοσκότωσε. Έμεινε ο Γιάννης χαμαί μισοσκοτωμένος,
και ο Διγενής έπιασε τη γυναίκα του και έφυγε.
Όταν πέρασαν χρόνια, ο Διγενής ψυχωμαχούσε και φώναξε την Κάλλη του για να
ρωτήσει ποιον άντρα θα πάρει όταν αποθάνει. Η Κάλλη του είπε:
«Διγενή μου, τον Γιάννη μου επαντρεύτηκα, τον Γιάννη μου θα πάρω».
Ο Διγενής σκέφτηκε και είπε:
«Καλάν γρουσή μου, άμα εν να πεθάνω, όποιον θέλεις πάρε. Έλα κοντά μου να αποχαιρετιστούμεν».
Η Κάλλη πλησίασε, και όταν ο Διγενής την έβαλε στα αγκάλια του για να την
φιλήσει, την έσφιξε πάνω του και μαζί εξέψυξαν.
Μετά τα κατορθώματα του Διγενή Ακρίτα, η Κύπρος ησυχάζει για λίγο, αλλά οι θρύλοι
των Ακριτών δεν πεθαίνουν ποτέ. Στην Χλώρακα, εκεί που τα κύματα σπάνε στα
βράχια και η αύρα μυρίζει θάλασσα και χαρουπιές, κατοικούσε ο Κωσταντάς, ο
μικρότερος αδερφός του Διγενή.
Από μικρός περπατούσε ξυπόλυτος στις πέτρες και τα αγκάθια, κι όταν στα επτά
του χρόνια ζώστηκε τα άρματα, όλοι στο χωριό κατάλαβαν πως θα γινόταν ένας
Ακρίτας όπως ο μεγάλος του αδερφός, αλλά πιο δεμένος με τη γη της Χλώρακας.
Ο Κωσταντάς ζούσε στον πύργο που κοιτούσε τα παράλια. Κάθε πρωί, πριν ξημερώσει,
καβαλίκευε τον μαύρο του, το πετροκαταλύτικο άλογο, και γύριζε τα χωριά για να
βοηθάει τους ανθρώπους.
Μια μέρα ακούστηκε πως ένα τεράστιο φίδι-δράκος είχε φωλιάσει στα βουνά της
Τσάδας, τρομοκρατώντας τα χωριά και καίγοντας τα χωράφια. Οι χωρικοί
παρακάλεσαν τον Κωσταντά να τους σώσει.
Ο Κωσταντάς πήρε τα άρματα του, ζώστηκε το σπαθί του και καβάλησε τον μαύρο
του. Κατέβηκε στις στενές στράτες, και ανηφόρισε στο βουνό. Πέρασε από δύσβατους
τόπους, από αμπελώνες και από ποταμούς.
Όταν συνάντησε τον δράκο, τον βρήκε κοιμισμένο κάτω από ένα γεφύρι. Τον ξύπνησε
για να παλέψουν, και ο δράκος, με απορία, τον ρώτησε γιατί δεν τον σκότωσε ενώ
κοιμόταν. Ο Κωσταντάς του απάντησε:
«Δεν σκοτώνω μπαμπέσικα. Μόνο με μάχη μετριέται η αντρειά».
Άρχισε η μάχη. Η πάλη κράτησε τρεις μέρες και νύχτες, με σπαθιά που
διασταυρώνονταν σαν κεραυνοί και βράχια που εκσφενδονίζονταν σαν αστραπές. Την
τέταρτη μέρα, ο δράκος κουράστηκε, και με μια κίνηση που θύμιζε τη δόξα των
Ακριτών, ο Κωσταντάς έκοψε το κεφάλι του και το σήκωσε ψηλά, σα να ευλογούσε τη
γη που πολέμησε για αυτήν.
Οι χωρικοί τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό.
Τα κύματα στην παραλία της Χλώρακας, οι στράτες και οι τερατσιές, ακόμα και τα
βουνά τριγύρω, τραγουδούσαν τη δόξα του Κωσταντά, του νέου Ακρίτα της Κύπρου.
Και έτσι, οι δύο αδερφοί Ακρίτες – ο Διενής και ο Κωσταντάς – συνέχιζαν να
φυλάνε την Κύπρο, αφήνοντας τα σημάδια της γενναιότητας και της λεβεντιάς τους
για τις γενιές που θα ακολουθήσουν.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΥΜΝΟΣ, 11ος ΑΙΩΝΑΣ / (Ιστορικό διήγημα βασισμένο στην παράδοση της Χλώρακας)
Κι όμως, όσο κι αν αντρειώθηκαν οι άνθρωποι και δυνάμωσαν τα χέρια των Ακριτών, ο κόσμος δεν έμενε ποτέ ο ίδιος. Οι καιροί αλλάζουν όπως αλλάζει η θάλασσα — άλλοτε ήσυχη, άλλοτε φουρτουνιασμένη.
Οι ιστορίες του Διενή και του Κωσταντά έμειναν να ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, να στέκονται πάνω σε βράχους και παλιά μονοπάτια. Μα οι ίδιοι χάθηκαν σιγά σιγά μέσα στον χρόνο, όπως χάνεται το ίχνος ενός καβαλάρη στην άμμο.
Και τότε, άλλες δυνάμεις πήραν τη θέση τους. Όχι πια σπαθιά και κοντάρια, αλλά εικόνες και προσευχές. Όχι μάχες και δράκοι, αλλά θαύματα και σημάδια. Η γη της Χλώρακας δεν έπαψε να φυλάγεται, μόνο που άλλαξε τρόπο.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι άνθρωποι έζησαν με την αγωνία της ειρήνης και στράφηκαν στον Θεό. Σε λόφους και χωριά έχτιζαν εκκλησίες και μικρούς ναούς, που στέκονταν σαν φάροι πίστης μέσα στον χρόνο.
Και σε έναν τέτοιο τόπο, στη γη της σημερινής Χλώρακας, μια ευσεβής οικογένεια φύλαγε ως θησαυρό μια ιερή εικόνα της Παναγίας.
Δεν ήταν μια απλή εικόνα. Ήταν έργο σπάνιο, με χάρη και δύναμη, και η παρουσία της γέμιζε τον μικρό ιδιωτικό ναό της οικογένειας με ευλάβεια και σιωπή. Κάθε μέρα άναβαν το καντήλι μπροστά της, και κάθε γιορτή την τιμούσαν με δάκρυα και προσευχή.
Μα ένα πρωινό, ανήμερα της Παναγίας, συνέβη το ανεξήγητο.
Η νοικοκυρά μπήκε στο
ναό να ανάψει το καντήλι, και η εικόνα έλειπε.
Ούτε σημάδι
παραβίασης, ούτε ίχνος κλέφτη. Σαν να είχε χαθεί από μόνη της.
Η αναστάτωση μεγάλη.
Σηκώθηκε όλη η οικογένεια, κι άρχισαν να ψάχνουν τη γύρω γη. Κι εκεί, ύστερα
από δρόμο μακρύ, τη βρήκαν. Στηριγμένη πάνω σε έναν βράχο, στραμμένη προς τη
δύση, σαν να είχε επιλέξει η ίδια τον τόπο της.
Την πήραν πίσω με
συγκίνηση. Μα η ησυχία δεν κράτησε.
Την ημέρα της
Γεννήσεως της Θεοτόκου, στις 8 Σεπτεμβρίου, το θαύμα επαναλήφθηκε. Τότε
κατάλαβαν. Δεν ήταν απώλεια — ήταν υπόδειξη.
Και εκεί, στο σημείο που η εικόνα στεκόταν μόνη της, έκτισαν ναό. Τον αφιέρωσαν στην Παναγία τη Χρυσελεούσα, και την τοποθέτησαν στο τέμπλο ως βασίλισσα.
Πέρασαν αιώνες. Ο
τόπος άλλαξε κυρίους. Το 1192, μετά τις περιπέτειες των Σταυροφοριών, η Κύπρος
πέρασε στα χέρια του Γκυ ντε Λουζινιάν, και άρχισε η εποχή της Φραγκοκρατίας.
Μαζί της ήρθαν ιππότες, ευγενείς, και η επιβολή της Λατινικής Εκκλησίας εις
βάρος της Ορθοδοξίας.
Και μέσα σε εκείνα τα
ταραγμένα χρόνια, γεννήθηκε μια άλλη ιστορία.
Λένε πως ένας
Σταυροφόρος, ξένος και σκληρός, πέρασε από τον ναό της Χρυσελεούσας. Δεν είδε
ιερότητα — είδε πλούτο. Και τον λεηλάτησε.
Πήρε ό,τι πολύτιμο
υπήρχε και έφυγε για την Ανατολή, να πολεμήσει στους Αγίους Τόπους.
Μα η τύχη γύρισε. Μετά
τις ήττες των Σταυροφόρων, γύρισε στην Κύπρο. Πλούσιος πια από το εμπόριο του
μεταξιού, ζούσε με δόξα και αφθονία στην Πάφο.
Ώσπου ήρθε η ώρα της
κρίσης. Μια βαριά αρρώστια τον κατέβαλε. Πόνοι ανυπόφοροι, γιατροί ανίσχυροι.
Και τις νύχτες — εφιάλτες.
Ένας εφιάλτης ξανά
και ξανά: ο ίδιος να λεηλατεί τον ναό της Παναγίας.
Τότε κατάλαβε. Δεν
ήταν αρρώστια. Ήταν κρίση.
Μετανόησε. Έδωσε
ελεημοσύνες. Προσευχήθηκε. Μα η λύτρωση δεν ερχόταν.
Έτσι πήρε μια
απόφαση. Να επιστρέψει ό,τι πήρε — όχι απλώς, αλλά πολλαπλάσιο.
Έστειλε ανθρώπους να
βρουν όλους τους ναούς της Χρυσελεούσας. Προσέλαβε αγιογράφους, τους πλήρωσε
πλουσιοπάροχα, και τους διέταξε να στολίσουν τις εκκλησίες με νέες εικόνες και
τοιχογραφίες.
Ανάμεσα σε αυτούς τους ναούς ήταν
και εκείνος της Χλώρακας. Και μέσα στο ιερό ο Αγιογράφος ζωγράφισε τον Χριστό
γυμνό. Μια εξέχουσα απο τις άλλες
Αγιογραφίες ως προς την τεχνοτροπία της και την καλλιτεχνική της αξία, που
παριστά το Χριστό να στέκεται
στη μέση του Ιορδάνη γυμνός ντυμένος με την Αδαμική γυμνότητα, αποδίδοντας
τοιουτοτρόπως το ένδοξο ένδυμά του Παραδείσου με το οποίο θα έπρεπε να ενδύεται
η ανθρωπότητα. Το ένα του πόδι προβάλλει μπροστά για να δείξει την υπέρτατη
πρωτοβουλία του να βαπτιστεί από το Ιωάννη, αλλα και για να κρυψει την γυμνια
του η οποια αισχύνει ίσως τις σκέψεις των αμαρτολών.
Στην εκκλησία της Παναγίας της
Χρυσελεούσης στη Χλώρακα λοιπόν, ο Χριστός είναι γυμνός, εντελώς γυμνός. Ενώ
αλλού του φορούν λευκό ρούχο, σ αυτή την Αγιογραφία ο ζωγράφος χωρίς
ηθικολογικές φοβίες και ενδοιασμούς για το γυμνό, σε μια ύψιστη παράσταση του
υιού του Θεού, αναπαραστά τη γύμνια της ανθρωπότητας χωρίς η δική του γυμνότητα
να προκαλεί, δηλώνοντας τοιουτοτρόπως πως δεν είναι προκλητικοί οι δρόμοι που
χαράσσει η Εκκλησία μας. Είναι η ασκητική γυμνή παρουσίαση του σώματος του Θεανθρώπου
που ζωγραφισμένος με κατανυκτικές γραμμές, αποτελεί την γυμνή αγιογράφηση της
αναβάπτισης του ανθρώπου.
Μα δεν πρόλαβε να δει το έργο ολοκληρωμένο. Ένα πρωί τον βρήκαν νεκρό — ήσυχο. Και οι άνθρωποι είπαν πως η Παναγία τον λυπήθηκε.
Πέρασαν κι άλλοι
αιώνες. Η παλιά εκκλησία έμεινε όρθια, με το ξύλινο τέμπλο της φθαρμένο από τον
χρόνο, μα με την εικόνα στη θέση της. Κανείς δεν τολμούσε να τη μετακινήσει.
Μέχρι το 1928. Τότε,
οι κάτοικοι της Χλώρακας έκτισαν νέο, μεγάλο ναό — την Παναγία τη Χρυσοαιματούσα.
Μεγάλος, πετρόχτιστος, περήφανος. Το έργο ξεκίνησε το 1924 και ολοκληρώθηκε το
1928, με την επίβλεψη των καλύτερων πρωτομάστορων της εποχής. Τα εγκαίνια
τέλεσε ο Ιάκωβος.
Και αποφάσισαν να
μεταφέρουν εκεί την εικόνα. Παρόντες οι ιερείς του χωριού και ο μητροπολίτης Ιάκωβος,
έκαναν προσευχές και πλησίασαν. Μα η εικόνα δεν μετακινούνταν. Σαν να είχε
ριζώσει.
Ο φόβος απλώθηκε. Μα τελικά, με επιμονή, την αποκόλλησαν — πληγώνοντας μάλιστα το παλιό τέμπλο. Παρά την αρχική αντίσταση της εικόνας στο ξύλινο τέμπλο, ο Παπάγιωρκης κατάφερε να την αφαιρέσει με σκεπάρνι. Μέχρι σήμερα λείπει ένα κομμάτι του ξυλόγλυπτου στολισμού από εκείνη την προσπάθεια.
Η εικόνα μεταφέρθηκε.
Μα ο θρύλος δεν έσβησε.
Και όταν λίγα χρόνια
μετά πέθανε τραγικά ο γιος ενός από τους παπάδες, άλλοι είπαν πως ήταν τιμωρία.
Άλλοι πως η Παναγία δεν εκδικείται.
Και έτσι η ιστορία
έμεινε να αιωρείται ανάμεσα στην πίστη και τον φόβο.
Την νέα εκκλησία, τον
καθεδρικό ναό της Χλώρακας, όπου μεταφέρθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας,
την ονόμασαν Παναγία Χρυσοαιματούσα, καθώς βοηθά τις γυναίκες σε προβλήματα
υγείας σχετιζόμενα με το αίμα. Στο ιερό μέσα, στο πίσω μέρος της θαυματουργής
εικόνας, κρέμεται κόκκινη κορδέλα που οι πιστοί παίρνουν και ζώνουν για τρεις
μέρες, θεραπεύοντας τις πάσχουσες.
Το 1953, σεισμός
κατέστρεψε μεγάλο μέρος του καινούργιου ναού. Και προσωρινά χρησιμοποιήθηκε μια
στρογγυλή τσίγγενη παράγκα για τη λειτουργία, έως ότου ο ναός ξανακτισθεί και
ολοκληρωθεί το 1959. Και μετέφεραν εκεί την εικόνα της Παναγίας.
Δεν ήταν βολετή, δεν είχε ιερό,
δεν ήταν κανονική εκκλησία. Άλλοι έλεγαν πως έπρεπε να χρησιμοποιούν την κάτω
εκκλησιά, άλλοι λέγανε πως η κάτω εκκλησιά ηταν μικρή και δεν τους χωρούσε. Κι
ο κόσμος λειτουργώταν εκεί.
Αλλά μια νύχτα
ύσηχη, ξαφνικά η υσηχία χάλασε. Ξαφνικά ο ουρανός βάρυνε, ο αέρας άρχισε
να βουίζει, και μια καταιγίδα ξέσπασε. Η πρόχειρη παράγκα έγινε συντρίμια.
Το πρωί ξημέρωνε
Κυριακή, και ο κόσμος μαζεύτηκε για τη λειτουργία. Και αφού η τσίγγινη παράγκα
στράβωσε από τους αέρηδες, μπήκαν στη μικρή παλιά εκκλησία για τη λειτουργία.
βαριά βροχή
άρχισε να πέφτει με το τουλούμι. Κράτησε η κακοκαιρία ως το πρωί, ήταν ένα
πρωινό μιας Κυριακής, ξημέρωσε και όλα γυρω στην πλατεία ήταν συντρίμμια.
Πρώτος μπήκε ο
παπάς, και έκλπηχτος τι να δει;. Την εικόνα της Παναγίας πάνω στο εικονοστάσι.
Και οι πιστοι μπου μπηκαν ύστερα, τον βρήκαν γονατιστό να σταυροκοπιεται και να
αναφωνεί,
-Θαύμα, έγινε
θαύμα.
Πολλοί θυμήθηκαν
τον θρύλο και πίστεψαν πως έγινε θαύμα, καποιοι είπαν πως μάλλον κάποιος θα την
μετέφερε.
Η θαυματουργή εικόνα μεταφέρθηκε και πάλι στον επανόρθωμένο ναό και λειτουργεί έως σήμερα ως καθεδρικός, με την πίστη των κατοίκων να περιμένει κάθε επόμενο θαύμα της.
Ο ΚΟΜΗΣ ΝΤΕ ΜΑΜΜΩΝΑ / Η γη κρύβει χρυσάφι, μα μόνο σε όσους ξέρουν να την ακούνε
Η περιώνυμη «νύμφη
της Μεσογείου», η νήσος Κύπρος, κατά τον Κωστή Παλαμά, η οποία ανέδειξε σοφούς,
Αγίους και Μάρτυρες, ανέδειξε επίσης και μάγους και αλχημιστές. Ένας εξ αυτών
ήταν κάποιος με το ψευδώνυμο Μαμμωνάς. Γεννήθηκε στην Αμμόχωστο πριν από το
1571 και από νεαρή ηλικία ξενιτεύτηκε στην Ευρώπη. Εκεί μαθήτευσε κοντά σε
αλχημιστή, έμαθε την τέχνη και κατόρθωσε να αναδειχθεί σε έξοχο γνώστη της
αλχημείας.
Στις περιηγήσεις του εκτός Κύπρου χρησιμοποιούσε ακόμη ένα ψευδώνυμο, εκείνο
του τελευταίου υπερασπιστή της Κύπρου, Μάρκου Βραγαδίνου, ισχυριζόμενος ότι
ήταν στενός συγγενής του.
Όταν το 1571 οι ορδές του Σουλτάνου εισέβαλαν στην Κύπρο, σφαγιάζοντας χιλιάδες
ανθρώπους και πολιορκώντας την Αμμόχωστο, ο Μάρκος Αντώνιος Βραγαδίνος έδωσε
υπεράνθρωπη μάχη για να προστατεύσει την πόλη. Τελικά η πόλη έπεσε και ο
Οθωμανός διοικητής διέταξε να γδαρθεί ζωντανός ο ανδρείος Ενετός υπερασπιστής. Εκμεταλλευόμενος
το όνομα αυτό, στην Ιταλία — γενέτειρα του ήρωα — ο Μαμμωνάς έτυχε μεγάλης
υποστήριξης, γεγονός που του επέτρεψε να αποκτήσει σημαντικό πλούτο. Στη
Βενετία όμως δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο αυτό, καθώς εκεί
βρίσκονταν οι ρίζες της οικογένειας του Βραγαδίνου και ήταν ακόμη νωπές οι
μνήμες του τραγικού θανάτου του, όπως και της απώλειας της Κύπρου από τους Οθωμανούς
Τούρκους.
Υπό το όνομα «κόμης ντε Μαμμωνά», άνοιξε εργαστήριο
όπου προσέτρεχε πλήθος ανθρώπων για να παρακολουθήσει τα παράξενα πειράματά
του. Η φήμη του ως αλχημιστή μεγάλωσε και διαδόθηκε ευρέως, ώστε ο Δόγης της
Βενετίας τον κάλεσε στο παλάτι για να τον γνωρίσει. Με τον καιρό συνδέθηκαν με
στενή φιλία. Χρησιμοποιώντας αυτή τη σχέση, αλλά και την υποτιθέμενη τέχνη του,
ο πονηρός Κύπριος απέκτησε μυθώδη πλούτη. Η τέχνη της αλχημείας, όπως πίστευαν
τότε, είχε τη δύναμη να μετατρέπει τα αγενή μέταλλα σε ευγενή. Σε συγκέντρωση
στο σπίτι ενός ευγενή ονόματι Δάνδολου, παρουσία του Δόγη και άλλων
αριστοκρατών, ο Μαμμωνάς παρουσίασε ένα εντυπωσιακό θέαμα.
Με επιδέξιες ταχυδακτυλουργίες έπεισε τους παρευρισκόμενους ότι με τη «φιλοσοφική
λίθο» μετέτρεψε μια σιδερένια ράβδο σε χρυσή. Η λίθος, όπως πίστευαν οι
αλχημιστές, δεν ήταν απλώς μέταλλο. Ήταν η καρδιά της γης, ικανή να μετατρέψει
ό,τι κοινό σε πολύτιμο και να φέρει γνώση και δύναμη σε όποιον την κατείχε.
Ένας από τους παρόντες, ο Μαρτινέγκος, εξαπατημένος από την παράσταση, αγόρασε
τη «φιλοσοφική λίθο» έναντι τεράστιου χρηματικού ποσού.
Όταν όμως αργότερα η απάτη αποκαλύφθηκε, ο Μαμμωνάς δραπέτευσε για να αποφύγει
τη σύλληψη και την κατηγορία για μαγεία από την Ιερά Εξέταση. Κατέφυγε στη Γερμανία,
όπου πολλοί κάτοικοι ήταν προτεστάντες και επομένως ο κίνδυνος κατηγορίας για
μαγεία ήταν μικρότερος. Περιόδευσε στις σημαντικότερες πόλεις με το ψευδώνυμο
«κόμης Βραγαδίνος», επιδεικνύοντας την αλχημιστική του τέχνη και συσσωρεύοντας
πλούτη και θαυμασμό. Με τον καιρό όμως παρασύρθηκε από την υπερηφάνεια και την
αλαζονεία του και άρχισε να ισχυρίζεται ότι είχε υπό τις διαταγές του τον
Σατανά. Οι δύο μαύροι σκύλοι που τον συνόδευαν, έλεγε, ήταν μεταμορφωμένοι
διάβολοι βοηθοί του.
Η τελευταία μεγάλη του εμφάνιση στη Γερμανία έγινε το 1590 στο Μόναχο, όπου,
καλεσμένος στο παλάτι, παρουσίασε τα πειράματά του ενώπιον του Βαυαρού ηγεμόνα
προκαλώντας μεγάλη κατάπληξη.
Ύστερα από αυτή την περίοδο επιτυχίας άρχισε η πτώση του. Οι Γερμανοί αποδείχθηκαν
πιο καχύποπτοι από τους Ιταλούς, ενώ αρκετοί συνάδελφοί του τον κατηγόρησαν
ανοιχτά ως απατεώνα. Εκμεταλλεύτηκαν επίσης την έπαρσή του και τους ισχυρισμούς
του περί διαβολικών βοηθών και κατάφεραν να στρέψουν την κοινή γνώμη εναντίον
του.
Οι καθολικές αρχές τιμωρούσαν όσους θεωρούνταν συνεργάτες του διαβόλου με
θάνατο στην πυρά. Ο Μαμμωνάς συνελήφθη από την Ιερά Εξέταση και οδηγήθηκε σε
δίκη. Απολογήθηκε με ευγλωττία, προσπαθώντας να αποδείξει ότι επρόκειτο για
σκευωρία. Οι δικαστές όμως, φανατικοί καθολικοί, τον καταδίκασαν σε θάνατο δια
απαγχονισμού. Την επόμενη ημέρα εκτελέστηκε στην πλατεία της πόλης μαζί με τους
δύο σκύλους του και θάφτηκαν όλοι σε τάφο έξω από την πόλη.
Στο χωριό της Χλώρακας διασώζεται η παράδοση ότι ο αλχημιστής αυτός επισκέφθηκε
κάποτε την Κύπρο και, περνώντας έναν χειμώνα από το χωριό, εγκαταστάθηκε εκεί
για μικρό χρονικό διάστημα.
Ζήτησε από τους χωρικούς που όργωναν στην περιοχή «Χρυσός» — τοποθεσία κοντά
στη Βρύση της Χλώρακας, η οποία, σύμφωνα με το βιβλίο του Χρίστου Μαυρέση
«Χλώρακα – Ιστορική και λαογραφική μελέτη», ονομάστηκε έτσι επειδή υπήρχαν ίχνη
χρυσού — να του φέρνουν κάθε απόγευμα τον πηλό που έμενε πάνω στα αλέτρια τους.
Για κάθε ποσότητα τους πλήρωνε είκοσι παράδες.
Αφού συγκέντρωσε μεγάλη ποσότητα πηλού, κλείστηκε στο σπίτι όπου διέμενε και
δεν εμφανιζόταν σε κανέναν. Οι χωρικοί άρχισαν να υποψιάζονται ότι κάτι
παράξενο συνέβαινε και μια μέρα αποφάσισαν να ανοίξουν την πόρτα για να δουν τι
γίνεται.
Έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι ο αλχημιστής είχε εξαφανιστεί. Πάνω στο τραπέζι όμως
βρήκαν δύο χρυσά ψωμιά.
Κατά την παράδοση, ο Μαμμωνάς πειραματιζόταν με τον πηλό που αγόραζε από τους
χωρικούς, ο οποίος ίσως περιείχε ψήγματα χρυσού, και με τις αλχημιστικές του μεθόδους
προσπαθούσε να τον μετατρέψει σε πολύτιμο μέταλλο.
Πιστεύεται ότι εγκατέλειψε το χωριό νύχτα για να μη γίνει αντιληπτός, αφήνοντας
όμως ένεκα της αλαζονείας του τα δύο χρυσά ψωμιά ως απόδειξη — και ως προς δόξαν
αυτού.
Οι παλιοί της Χλώρακας έλεγαν ακόμη ότι ο ξένος εκείνος άνθρωπος δεν έψαχνε
απλώς πηλό. Έψαχνε τη γη. Γιατί οι αλχημιστές πίστευαν πως η γη κρύβει μέσα της
όλα τα μέταλλα, όπως η μήτρα κρύβει το παιδί. Και ότι ο χρόνος είναι εκείνος
που τα μετατρέπει σιγά σιγά σε χρυσάφι.
Κάποιοι γεροντότεροι θυμούνταν ότι εκεί όπου ο ξένος ζητούσε τον πηλό, υπήρχαν
από παλιά φήμες για «κίτρινη γη». Μια γη που, όταν την έβρεχε η βροχή, άφηνε
μικρές λαμπερές σπίθες μέσα στο χώμα.
Άλλοι πάλι έλεγαν πως εκείνα τα χώματα ήταν στοιχειωμένα, και πως τις νύχτες,
ιδιαίτερα τον χειμώνα, φαίνονταν μικρά φώτα να κινούνται πάνω από τα χωράφια. Οι
γέροντες τα έλεγαν «τα φώτα της γης» και συμβούλευαν τους νεότερους να μην
πλησιάζουν. «Είναι πράματα που δεν θέλουν να ταράζονται», έλεγαν.
Ίσως ο ξένος να γνώριζε κάτι που οι άλλοι αγνοούσαν. Ίσως να είχε βρει μέσα
στον πηλό εκείνο που αναζητούσαν οι αλχημιστές σε όλη τους τη ζωή. Ίσως πάλι να
ήταν απλώς ένας επιδέξιος απατεώνας.
Μα υπήρχε κι ένας παλιός θρύλος της Πάφου, που λίγοι θυμούνταν, και που
ταιριάζει εκπληκτικά με τον Μαμμωνά. Έλεγε πως βαθιά στη γη, κάτω από τα
οροπέδια και τις κοιλάδες, είχε θαφτεί χρυσάφι τόσο πολύ που κανένας άνθρωπος
δεν μπόρεσε ποτέ να το βρει. Όποιος πλησίαζε κοντά, ένιωθε ένα αόρατο βάρος να
τον κρατά μακριά. Και οι σοφοί της περιοχής μιλούσαν για μια γη που φυλάσσει
τον θησαυρό της, μόνο για αυτούς που γνωρίζουν τα μυστικά της, ή για αυτούς που
η τύχη τους το επιτρέπει.
Ίσως λοιπόν ο Μαμμωνάς να είχε καταλάβει κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να
δει. Ίσως τα δύο χρυσά ψωμιά δεν ήταν απλώς επίδειξη τέχνης, αλλά ένα αποτύπωμα
της γνώσης του για τη γη που κρύβει θησαυρούς — γνώση
που έμεινε κρυφή και για τους επόμενους αιώνες.
Κανείς δεν ξέρει την αλήθεια. Ξέρουν μόνο κάποιοι ότι τα παλιά χωράφια της
Χλώρακας, μοιάζουν να ψιθυρίζουν την ιστορία της γης που, ίσως, κρύβει ακόμα
χρυσάφι.
Και
αυτό ακριβώς συνδέεται με ένα άλλο μυστικό της περιοχής Χρυσός: δίπλα στη Βρύση
της Χλώρακας υπήρχε μια μεγάλη πέτρα πελεκητή, πάνω στην οποία ήταν σκαλισμένη
μια θύρα, μια θολωτή εισδοχή σαν παράθυρο εκκλησίας. Οι προφορικές παραδόσεις
λένε πως η πέτρα αποτελούσε μέρος του τοίχου μιας μικρής κάμαρης, που κάποτε
βρισκόταν στο ύψωμα του «Χρυσού» και ήταν το εργαστήρι κάποιου παλιού χρυσοχού.
Η σκαλιστή θύρα, σφηνωμένη μέσα
στην πέτρα, έκρυβε μια κρύπτη, σκαμμένη μέσα στο βράχο, αόρατη στα μάτια των ανθρώπων.
Κατά τον μεγάλο
σεισμό του 1443-48, καθώς η κάμαρη χάλασε, η πέτρα κύλησε και βρέθηκε δίπλα στη
Βρύση. Οι κάτοικοι λάτρεψαν τον τόπο για αιώνες, πιστεύοντας πως όσα μωρά δυσκολεύονταν
να περπατήσουν, αν τα γύριζαν λιτή γύρω από την πέτρα με ένα νήμα δεμένο στα πόδια
μέχρι να σπάσει, ο Άγιος Υπάτιος τα βοηθούσε να σταθούν.
Λέγεται πως πίσω από τη θύρα της πέτρας ο χρυσοχός φύλαγε τα χρυσαφικά του.
Ακόμα και αιώνες μετά, οι ιστορίες γύρω από αυτήν ζούσαν: ότι ο τοκογλύφος του
χωριού, ο Χ΄Φίλιππος, ανακάλυψε την κρύπτη και βρήκε μέσα πλάκες χρυσού.
Η πέτρα της Βρύσης, κρυμμένη και ταυτόχρονα φανερή, παρέμενε σύμβολο της γης
που φυλά τα μυστικά της. Και όπως οι αλχημιστές πίστευαν, η γη μπορεί να
μετατρέπει τον πηλό σε χρυσό — όχι με μαγεία, αλλά με τον χρόνο και την υπομονή
εκείνων που την κατανοούν.
ΤΟ ΧΡΥΣΟΚΑΡΑΒΟ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ / Ό,τι χάθηκε στο πέλαγος γίνεται θρύλος στη στεριά
Ο Κυριακός, από το
μικρό αρχοντικό του, ροβόλησε με τα πόδια προς τη θάλασσα. Του άρεσε το περπάτημα,
μα περισσότερο αρεσκόταν να στέκει στην άκρια της ακτής και να αγναντεύει τα
βάθη της, εκεί όπου τα βαπόρια έμοιαζαν κουκίδες στον ορίζοντα. Τα βήματά του τον
οδήγησαν στο Δήμμα, έναν μικρό κολπίσκο, όπου, σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων
από τη στεριά, ξεπρόβαλλαν οι ξέρες του Φουρφουρή. Σκληρές και αδυσώπητες, σαν
φύλακες ενός αρχαίου μυστικού, οι ξέρες είχαν στοιχειώσει τη θάλασσα της
Χλώρακας για αιώνες. Ο βυθός γύρω τους ήταν γεμάτος σπασμένους αμφορείς,
θραύσματα ξύλων και φορτία πλοίων που η θάλασσα είχε καταβροχθίσει, αφήνοντας
πίσω της μόνο σιωπηλές μαρτυρίες. Οι άνεμοι, συχνά ανελέητοι, και το ανοιχτό
πέλαγος δημιουργούσαν ξαφνικές θαλασσοταραχές, παρασέρνοντας τα πλοία και καρφώνοντάς
τα στις ξέρες. Και ακόμη και σήμερα, όσοι τολμηροί δύτες βουτούν σ’ αυτά τα νερά
λένε πως ο βυθός παραμένει στρωμένος με τα φορτία των ναυαγισμένων πλοίων — σαν
η θάλασσα να φυλά μυστικά αιώνων και τις ψυχές των καραβιών που χάθηκαν,
αθόρυβα, μέσα στο βαθύ μπλε.
Καθώς αγνάντευε κι αυτός τη θάλασσα, συνάντησε τον Βασίλη, ξακουστό βετεράνο
ψαρά. Στα νιάτα του υπήρξε σπουδαίος βουτηχτής, από την εποχή των σκαφάνδρων
που αλίευαν σφουγγάρια. Άρχισαν την κουβέντα. Και γεμάτος αναμνήσεις από τα
βάθη της θάλασσας, ο Βασίλης άρχισε να μιλά.
«Ο βυθός εδώ», είπε,
«είναι βραχώδης, σχιστρωτός, γεμάτος γκρεμούς, ανεξερεύνητος. Αν και γεμάτος υπολείμματα
από ναυάγια, πολλοί δοκίμασαν να τα αλιεύσουν, μα κανείς δεν τα κατάφερε: η
μορφολογία του εδάφους τα κρατά καλά κρυμμένα».
Και μίλησε για τα ναυάγια,
και μίλησε για τον θρύλο του Χρυσοκάραβου. Ένα πλοίο που κάποτε μετέφερε
πλούσιους επιβάτες, ανάμεσά τους τη Μαρουθκιά σύζυγο του δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη
Κορνέσιου, και το παιδί τους, τον Νικολάκη. Ταξίδευαν προς τα Ιεροσόλυμα για να
προσευχηθούν και να παρακαλέσουν μήπως ο δραγουμάνος ξαναβρεί την εύνοια της
Μεγάλης Πύλης. Μα το πλοίο ναυάγησε στις ξέρες του Φουρφουρή, και όλοι πνίγηκαν.
«Το λένε Χρυσοκάραβο», συνέχισε ο Βασίλης, «γιατί μετέφερε πλούσιους και εύπορους.
Μα η θάλασσα δεν κάνει διακρίσεις…».
Την ίδια μοίρα βρήκε
και ο Χατζηγεωργάκης, όταν μετέβη στη Μεγάλη Πύλη. Εκεί τον συνάντησε Τούρκος
αξιωματούχος που τον εχθρευόταν από παλιά και υπηρετούσε στη διοίκηση. Μόλις
τον αντίκρισε, διέταξε τον αποκεφαλισμό του, κλείνοντας με βίαιο τρόπο την ιστορία
της δύναμης και της τραγωδίας του.
«Μα ξέρεις, Κυριακέ»,
συνέχισε ο Βασίλης, «ο πατέρας μου μου έλεγε πως ο πατέρας του του έλεγε… δεν
το είπαν Χρυσοκάραβο γιατί μετέφερε πλούσιους επιβάτες, αλλά γιατί η Μαρουθκιά,
κρυφά, μετέφερε μπαούλα με χρυσάφια. Ο Δραγουμάνος έβλεπε την πτώση του να
έρχεται και θέλησε να στείλει τον πλούτο του αλλού. Αν στη Μεγάλη Πύλη δεν
έβρισκε ξανά εύνοια, θα κατέφευγε κι ο ίδιος εκεί. Μα δυστυχώς… πάει ο Χατζηγεωργάκης,
πάει η Μαρουθκιά και ο Νικολάκης, πάει και το πλοίο… και μαζί τους χάθηκαν και
τα χρυσάφια».
Ο Κυριακός σιώπησε. Η
βαριά σιωπή της θάλασσας απλώθηκε γύρω τους. Τα νερά μπροστά του δεν ήταν πια
απλώς θάλασσα, ήταν τάφος, μάρτυρας μιας μοίρας που δεν συγχωρεί, ενός πλούτου
που κανείς δεν θα ξανάβλεπε ποτέ.
Την ιστορία την
ήξερε. Μα πρώτη φορά άκουγε για τα μπαούλα με τα χρυσάφια. Ρώτησε τον Βασίλη τι
άλλο του είχε πει ο πατέρας του. Κι εκείνος απάντησε πως τίποτε περισσότερο δεν
γνώριζε, μόνο πως δεν βρέθηκαν ποτέ.
Ο Κυριακός έμεινε σκεφτικός. Η περιέργειά του φούντωνε. Και σαν ερευνητής,
ήξερε πως όφειλε να μάθει. Ήταν η ιστορία του τόπου του, της γενέτειράς του.
Κι έτσι ξεκίνησε να ερευνά. Χωρίς πληρωμή από κανέναν. Θα ήταν μια έρευνα που θα
διενεργούσε δωρεάν: για το κέφι του, για την περιέργειά του, για να γνωρίσει
την ανεξερεύνητη ιστορία του τόπου που τον γέννησε.
Από την επόμενη κιόλας μέρα άρχισε να ψάχνει. Παλιές κοινοτικές καταγραφές,
κιτρινισμένα πρακτικά, εκκλησιαστικά κατάστιχα με γραφές ξεθωριασμένες από τον
χρόνο. Χειρόγραφα, διαθήκες, σημειώσεις ιερέων, φορολογικά έγγραφα. Έψαχνε μια αναφορά,
μια λέξη, ένα ίχνος.
Μα δεν στάθηκε εκεί. Η έρευνα τον οδήγησε μακριά. Σε μεγάλες βιβλιοθήκες του εξωτερικού,
σε αρχεία αυτοκρατοριών. Διάβασε ταξιδιωτικά ημερολόγια, προξενικές αναφορές,
ναυτικά κατάστιχα. Έφτασε ακόμη και στα αρχεία του Βατικανού, ανάμεσα σε
επιστολές προσκυνητών και καταγραφές πλοίων προς τους Αγίους Τόπους.
Και τα χρόνια καθώς πέρασαν, οι απαντήσεις ήταν λίγες, σπασμένες σαν τα όστρακα
του βυθού. Μα όσο έψαχνε, τόσο βεβαιωνόταν πως η ιστορία δεν είχε χαθεί. Είχε
απλώς θαφτεί βαθιά.
Και τελικά βρήκε κάτι.
Η περιουσία του δραγουμάνου ήταν τεράστια, σε ακίνητα και μετρητά. Μα μετά τη
δήμευσή της, μετρητά δεν βρέθηκαν πουθενά.
Αυτό ήταν αρκετό. Για τον Κυριακό, τα κενά μιλούσαν πιο δυνατά από τα χαρτιά.
Κάποτε, περπατώντας ξανά την ακτή, με τις
σκέψεις του καρφωμένες στο Χρυσοκάραβο, συνάντησε στον φάρο της Πάφου τον
τελευταίο φαροφύλακα, τον Νίκο Χαμπή.
Ο Νίκος Χαμπής ανέλαβε τον φάρο το
1977, όταν έφυγε από το Ριζοκάρπασο. Τα μάτια του είχαν δει φουρτούνες και
ναυάγια, τον ήλιο να καίει και τον άνεμο να μαστιγώνει τους βράχους. Έμενε
μόνος στο μικρό σπιτάκι του φάρου. Μακριά από την οικογένεια του. Ήταν η
δουλειά του.
Μίλησε για τις λάμψεις, τα σβησμένα φώτα, τα καΐκια που καρφώθηκαν στις πέτρες,
τα κύλινδρα της ασετιλίνης, τους τουρίστες που ήθελαν να ανέβουν ψηλά στο φάρο.
Και μέσα απ’ τις μνήμες του, αναδύθηκε κι ένα περιστατικό.
Ο Νίκος είχε βρει το ημερολόγιο του προκατόχου του. Ανάμεσα στις σελίδες,
υπήρχαν αναφορές για ένα καΐκι που, όταν η θάλασσα ήταν ήσυχη, αγκυροβολούσε στις
ξέρες του Φουρφούρη. Για μέρες. Για μήνες. Για χρόνια.
Ώσπου μια μέρα εξαφανίστηκε. Και ο παλιός φαροφύλακας έγραψε πως ίσως εκείνοι
που το κυβερνούσαν είχαν βρει αυτό που έψαχναν.
Ο Κυριακός δεν
βούτηξε ποτέ στον Φουρφουρή για να ψάξει. Όχι από φόβο, αλλά από κατανόηση. Κάποια
μυστικά διαλέγουν να μείνουν κρυμμένα.
Και ήξερε πως όσο θα
υπάρχει κάποιος να αγναντεύει το πέλαγος και να αναρωτιέται, όσο η ιστορία θα
περνά από πατέρα σε γιο, το Χρυσοκάραβο της Χλωρακάς δεν θα χαθεί.
Γιατί οι αληθινοί θησαυροί δεν βρίσκονται πάντα στον βυθό της θάλασσας. Βρίσκονται
στη μνήμη του τόπου.
ΣΙΑΜΜΑΣ: ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ / Οι άνθρωποι πεθαίνουν. Οι ρίζες μένουν
Κάθε οικογένεια
κουβαλά μέσα στον χρόνο τις δικές της ιστορίες. Άλλες παραμένουν ζωντανές μέσα
από τις διηγήσεις των παλαιότερων και άλλες χάνονται σιγά-σιγά, σαν ψίθυροι που
σβήνουν μέσα στη σιωπή των χρόνων.
Κι όμως, ακόμη κι
όταν οι μνήμες ξεθωριάζουν, οι ρίζες παραμένουν βαθιά μέσα στη γη της ιστορίας,
περιμένοντας κάποιον να τις αναζητήσει.
Η αφήγηση που
ακολουθεί είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν μιας κυπριακής οικογένειας. Ένα ταξίδι
που ξεκινά από τα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής εποχής, περνά μέσα από την
ξενιτιά, την επιστροφή και τις δοκιμασίες των ανθρώπων, και φτάνει μέχρι τις
μέρες μας.
Μέσα από την έρευνα
και την αναζήτηση του Κυριακού ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά η ιστορία των προγόνων
του από τη μεριά της μητέρας του — μια ιστορία ανθρώπων που έζησαν,
αγωνίστηκαν, ξενιτεύτηκαν και επέστρεψαν, αφήνοντας πίσω τους ίχνη που ο χρόνος
δεν κατάφερε να σβήσει.
Ίσως κάποιες από αυτές τις αφηγήσεις να μοιάζουν με θρύλους. Ίσως πάλι να
κρύβουν μέσα τους αλήθειες που πέρασαν από γενιά σε γενιά. Όπως κι αν έχουν τα
πράγματα, αποτελούν κομμάτι της συλλογικής μνήμης ενός τόπου και μιας
οικογένειας.
Γιατί, τελικά, όσο
μακριά κι αν φτάσει κανείς στη ζωή, πάντα υπάρχει μια στιγμή που στρέφει το
βλέμμα πίσω — εκεί όπου βρίσκονται οι ρίζες του.
Η έρευνα που ξεκίνησε
ο Κυριακός για τον πρόγονό του, τον Χατζή Τσιυρκακό, και ιδιαίτερα για τον
πατέρα του και τη δράση του κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, του κέντρισε έντονα
το ενδιαφέρον. Θέλοντας να μάθει περισσότερα για το παρελθόν της οικογένειάς
του, βυθίστηκε με πάθος στην ιστορία, αναζητώντας τα ίχνη εκείνων που έζησαν
πριν από αυτόν.
Ήταν ιστορίες
τραγικές που κανείς δεν έγραψε, αλλά σημάδεψαν τη ζωή πολλών την εποχή της
Οθωμανοκρατίας. Και έμειναν στο χρόνο λησμονημένες να ξεθωριάσουν και να
χαθούν. Ήταν μια δύσκολη ζωή των ανθρώπυν Ελλήνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων υπό
τον ζυγό των πασάδων και των Αγάδων.
Την ιστορία της
περιόδου κατέγραψαν λίγοι εκκλησιαστικοί παράγοντες και λόγιοι. Όσο και αν
διάβασε όμως ο Κυριακός, τίποτα δεν ανακάλυψε για τους προγόνους του.
Ετσι ανέτρεξε σε ξένα
συγγράμματα που έγραψαν ξένοι περιηγητές της εποχής, που επισκέφθηκαν την Κύπρο
και κατέγραψαν σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση του νησιού, αποτελώντας
έτσι σημαντική ιστορική πηγή.
Οι καταγραφές εστίαζαν στην οθωμανική διοίκηση, την καταπίεση των ραγιάδων
(χριστιανών υπηκόων), και τις επαναστατικές κινήσεις όταν κάποιες ομάδες μη
αντέχοντας άλλο, εξεγείροντο. Αλλά το περισσότερο ενδιαφέρον στις καταγραφές
ευρίσκοντο στην αγριότητα με την οποία οι Οθωμανοί τις κατέστελλαν.
Ήταν
μια δύσκολη έρευνα για τον Κυριακό, γιατί έψαχνε στο αγνωστο. Στα κυβερνητικά
και εκκλησιαστικά αρχεία λίγα υπήρχαν, και έπρεπε έστω τυχαία να βρει ξένες
πηγές.
Η έρευνα κράτησε
καιρό. Και βήμα βήμα, τα γεγονόταν τον οδήγησαν πίσω, στην εξέγερση του 1764:
Οι αγρότες, οι τεχνίτες και οι φτωχοί κάτοικοι των χωριών ζούσαν με τον φόβο
των φόρων και των αυθαίρετων αποφάσεων των διοικητών, ενώ η γη που τους έθρεφε
γινόταν πολλές φορές και τόπος πόνου και αδικίας. Η εξουσία των τοπικών
αξιωματούχων ήταν σκληρή, και οι άνθρωποι του νησιού, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι,
ένιωθαν πως η καθημερινότητά τους βάραινε ολοένα περισσότερο κάτω από το ίδιο
βάρος, την ανείπωτη φτώχεια. Λίγο πριν τα έτη του Δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη, κατά
το 1764, η κατάσταση έφτασε στα όριά της. Ο νέος Οθωμανός διοικητής του νησιού,
ο Τζήλ Οσμάν Αγάς, είχε φτάσει στην Κύπρο αποφασισμένος να ανακτήσει τα χρήματα
που είχε λαδώσει για να εξασφαλίσει τον διορισμό του. Για να το πετύχει,
επέβαλε βαρείς και αβάσταχτους φόρους στον λαό, χωρίς διάκριση.
Η αγανάκτηση απλώθηκε
γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Οι άνθρωποι, είτε ήταν Ελληνοκύπριοι είτε Τουρκοκύπριοι,
είτε ανήκαν στους λεγόμενους λινοβάμβακους, μοιράζονταν την ίδια δυστυχία και
την ίδια οργή.
Τον Οκτώβριο εκείνης
της χρονιάς, οι φήμες πως ο διοικητής σχεδίαζε να στραφεί εναντίον των προεστών
του τόπου άναψαν το φιτίλι της εξέγερσης. Στις 26 και 27 Οκτωβρίου, πλήθος εξαγριωμένων
κατοίκων συγκεντρώθηκε στη Λευκωσία και επιτέθηκε στο σεράι, το παλάτι του διοικητή.
Μέσα σε λίγες ώρες, ο Τζήλ Οσμάν και αρκετοί από τους ανθρώπους του βρήκαν
βίαιο θάνατο, ενώ το θησαυροφυλάκιο λεηλατήθηκε. Για μια στιγμή φάνηκε πως η
εξουσία είχε λυγίσει μπροστά στη δύναμη του πλήθους.
Όμως η ηρεμία δεν
κράτησε πολύ. Η Υψηλή Πύλη έστειλε νέο διοικητή για να αποκαταστήσει την τάξη
και να τιμωρήσει τους εξεγερμένους. Βαριά πρόστιμα επιβλήθηκαν στον πληθυσμό
και ο φόβος απλώθηκε ξανά πάνω από το νησί. Παρ’ όλα αυτά, η εξέγερση του 1764
έμεινε χαραγμένη στη μνήμη των ανθρώπων ως μια από τις πιο δυνατές και
αιματηρές αντιδράσεις της εποχής, μια στιγμή όπου οι κάτοικοι της Κύπρου
στάθηκαν μαζί απέναντι στην τυραννία.
Από τότε πέρασαν
πολλά χρόνια, όμως οι ιστορίες εκείνων των ημερών συνέχισαν να ψιθυρίζονται από
γενιά σε γενιά — άλλοτε σαν ιστορία θάρρους, άλλοτε σαν προειδοποίηση για το τί
συμβαίνει όταν η αδικία ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Και κάπου μέσα
σε αυτές τις αφηγήσεις, ανάμεσα σε αλήθειες, μύθους και μισοξεχασμένα γεγονότα,
κρυβόταν μια που περίμενε ακόμη να ειπωθεί.
Ήταν η ιστορία του
Σιαμμά, ενός αλύγιστου ανδρός που δεν γονάτιζε, ούτε προσκυνούσε αφέντη.
Δυνάμενος σωματικά, και δυναμικός στη συμπεριφορά, είχε το ατόμφο του ηγέτη.
Έτσι πρωτοπόρος στην
επανάσταση, οδήγησε πολλούς σε επίθεση στο σερράϊ όπου εσφαξαν, λεηλάτησαν και
επεβλήθηκαν. Όμως οι άμοιροι ίσως δεν σκλέφτηκαν πως από τη μεγάλη πύλη θα
στέλλονταν δυνάμεις καταστολής. Η εξέγερση κράτησε δυο χρόνια. Και καταπνίγηκε
στο αίμα. Και οι υπαίτιοι καθώς και οι συγγενείς τους τιμωρήθηκαν
παραδειγματικά.
Ο Σιαμμάς βγήκε
αντάρτης στα βουνά να γλυτώσει, αλλά οι Οθωμανοί χωρίς να βιάζονται, δεν τον
κυνήγησαν, αλλά τον ανάγκασαν να παραδωθεί μόνος του. Συνελάμβαναν λίγους λίγους
από το σόι του, και αφού τους βασάνιζαν οικτρά, τους έπαιρναν τα κεφάλια.
Ένας απόγονος όμως, αποφάσισε
πως η μόνη του ελπίδα να γλυτώσει, ήταν η φυγή του από την Κύπρο αναζητώντας
σωτηρία σε ξένα μέρη.
Έτσι ένα σκοτεινό
βράδυ, όταν η θάλασσα ήταν ήσυχη και ο άνεμος ελαφρύς, κατέβηκε σιωπηλά σε μια
απόμερη ακτή μακριά από τα μάτια των φρουρών. Εκεί τον περίμενε ένα μικρό καΐκι
ψαράδων, που είχε συμφωνήσει να τον πάρει μαζί του σαν απλό ναύτη, για να μη
κινήσει υποψίες. Χωρίς φώτα και χωρίς φωνές, το πλοιάριο άνοιξε πανιά και γλίστρησε
αθόρυβα στο σκοτάδι της θάλασσας.
Πίσω του έμεινε το νησί των προγόνων του, τυλιγμένο στη νυχτερινή σιωπή, ενώ
μπροστά του απλωνόταν το άγνωστο ταξίδι προς τα απέναντι παράλια της Ανατολής,
όπου ήλπιζε να βρει σωτηρία και μια νέα αρχή. Έτσι ο απόγονος Σιαμμάς χάθηκε
μέσα στο πέλαγος, παίρνοντας μαζί του τη μνήμη των γεγονότων και την ιστορία
μιας εξέγερσης που σημάδεψε τον τόπο του.
Πέρασαν τα χρόνια και οι καιροί άλλαξαν. Η Κύπρος πέρασε κάτω από την Αγγλική
κατοχή και για πολλούς από τους κατοίκους του νησιού γεννήθηκε μια νέα ελπίδα.
Οι άνθρωποι πίστεψαν πως η τυραννία των παλιών καιρών είχε τελειώσει και πως
μια διαφορετική διοίκηση, από έναν λαό που θεωρούσαν ευγενή και δίκαιο, θα έφερνε
καλύτερες μέρες.
Κι όμως, παρόλο που η
αλλαγή έγινε δεκτή με ανακούφιση από τον χριστιανικό πληθυσμό, η επιστροφή των
ξενιτεμένων δεν έγινε αμέσως. Πολλοί από εκείνους που είχαν φύγει στα δύσκολα
χρόνια της φτώχειας και της αυθαιρεσίας της οθωμανικής εποχής παρέμειναν στη
Μικρά Ασία, όπου ο ελληνισμός εξακολουθούσε να ανθίζει και να προσφέρει κάποια
ασφάλεια.
Ωστόσο, μερικοί πήραν
τον δρόμο της επιστροφής. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και τρία αδέλφια, παιδιά του
απόγονου του Σιαμμά — εκείνου που, στα χρόνια των μεγάλων διωγμών, είχε
αναγκαστεί να φύγει κρυφά από την Κύπρο για να γλιτώσει από την οργή των αρχών.
Ένας από αυτούς, ο
Τζιυρκακός, τράβηξε προς τη μεριά της Πάφου. Στον δρόμο της επιστροφής πέρασε
από τους Αγίους Τόπους και, από τότε, οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν Χατζή
Τζιυρκακό.
Ήταν άνθρωπος
λιγομίλητος, φίλος της σιωπής και της μοναξιάς. Όταν έφτασε στον τόπο, ζήτησε δουλειά
από έναν βοσκό με αντάλλαγμα μονάχα λίγο φαγητό και κάθε χρόνο έξι αρνιά. Με
τον καιρό το μικρό κοπάδι που του εμπιστεύτηκαν μεγάλωσε, κι έτσι αποφάσισε να
αποτραβηχτεί ψηλά στα βουνά. Εκεί, μέσα στις ερημιές και τα βαθιά λαγκάδια,
έκτισε μια μάντρα και μια μικρή κάμαρη από ξερόλιθους.
Έζησε εκεί σαν
ασκητής της φύσης. Μόνη του συντροφιά τα πρόβατα, τα πουλιά του ουρανού και καμιά
φορά οι αλεπούδες που κατέβαιναν σιωπηλά από τα βράχια. Οι μέρες περνούσαν
χωρίς ανθρώπινες φωνές και ο χρόνος κυλούσε αργά, σαν νερό που γλιστρά μέσα από
πέτρες.
Ώσπου ήρθε ένας βαρύς
χειμώνας.
Ένα παγωμένο βράδυ
τον βρήκε απροστάτευτο. Το κρύο ήταν τόσο δυνατό που τρυπούσε το σώμα σαν μαχαίρι.
Αρρώστησε βαριά.
Μόνος μέσα στη μικρή πέτρινη κάμαρη, κατάκοιτος και χωρίς γιατρειά, πάλευε με
τον θάνατο.
Το φεγγάρι εκείνη τη
νύχτα ήταν ολόγιομο. Το φως του, κίτρινο και άρρωστο, απλωνόταν πάνω στη
βουνοπλαγιά σαν κακός οιωνός. Μια παγωμένη πνοή φυσούσε από παντού — όχι άνεμος
συνηθισμένος, αλλά κάτι βαθύτερο, μια ανάσα κρύα που σκότωνε ό,τι άγγιζε.
Οι παλιοί θα έλεγαν
πως τέτοια πνοή δεν τη φέρνει μόνο ο χειμώνας, αλλά και τα αερικά που γυρίζουν
τις νύχτες του ολόγιομου φεγγαριού.
Τα ζώα σώπασαν. Τα
φυτά λύγισαν. Η υγρασία πάγωσε και η γιάλλα σκέπασε τη γη σαν καθρέφτης, όπου το
φεγγάρι φαινόταν διπλό και απειλητικό.
Μόνο το μακρόσυρτο
ουρλιαχτό ενός λύκου ακουγόταν στο βάθος, δεμένο με τους επιθανάτιους ρόγχους
του νεαρού βοσκού.
Και ύστερα… σιωπή.
Το στήθος του σταμάτησε
να ανεβοκατεβαίνει. Η καρδιά έπαψε να χτυπά. Το πρόσωπό του άσπρισε σαν κερί.
Το σώμα του έμεινε ακίνητο πάνω στο αχυρένιο στρώμα, ενώ η παγωμένη πνοή
έμπαινε από τις χαραμάδες της πόρτας.
Όμως το πρωί, όταν η παγωνιά άρχισε να λιώνει και το πρώτο φως της αυγής χάραξε
τον ουρανό, η πόρτα της καλύβας άνοιξε από τον αέρα. Ένα δροσερό αεράκι μπήκε
μέσα και άγγιξε το πρόσωπο του νεκρού.
Και τότε — σαν να ξυπνούσε
από βαθύ ύπνο — άνοιξε τα μάτια.
Σηκώθηκε απότομα και
στάθηκε στην πόρτα. Κοίταξε τα αντικρινά βουνά. Θυμόταν τα πάντα. Τον θάνατό
του. Τη στιγμή που ένιωσε την ψυχή του να φεύγει από το σώμα και να ταξιδεύει
με τρομακτική ταχύτητα μέσα στην ύλη και πέρα από αυτήν.
Θυμόταν το φως — ένα
φως απέραντο — και την ένωση μαζί του. Την αγαλλίαση που ένιωθε η ψυχή του όταν
το άγγιξε.
Κατάλαβε πως είχε περάσει το κατώφλι του άλλου κόσμου. Γονάτισε και
προσευχήθηκε.
Ύστερα κατέβηκε στη μάντρα.
Εκεί βρήκε όλα τα ζώα νεκρά. Η ίδια παγωμένη πνοή που τον είχε πάρει μαζί της
τη νύχτα, τα είχε πάρει κι εκείνα.
Κι όμως, μέσα του δεν
ένιωθε τρόμο. Μια παράξενη γαλήνη τον είχε καταλάβει. Ήξερε πως είχε δει κάτι
που λίγοι άνθρωποι βλέπουν. Είχε περάσει από την κρίση και είχε επιστρέψει.
Μάζεψε τα λιγοστά του
υπάρχοντα, πήρε την κάπα του και κατηφόρισε από τα βουνά.
Έβαλε σημάδι τις Ξέρες
του Φουρφουρή, στη θάλασσα της Χλώρακας. Εκεί ήθελε να πάει. Εκεί να αλλάξει
ζωή. Να αφήσει πίσω του τη σιωπή των βουνών και να ζήσει ξανά ανάμεσα σε ανθρώπους
— και να ελευθερώσει όσα η μακρόχρονη μοναξιά είχε φυλακίσει βαθιά μέσα στην ψυχή
του.
Και κάπως έτσι τελείωνε το νήμα της παλιάς ιστορίας.
Ο Κυριακός άφησε το
παλιό τετράδιο πάνω στο τραπέζι και έμεινε για λίγο σιωπηλός. Το φως της λάμπας
έπεφτε πάνω στις κιτρινισμένες σελίδες, εκεί
όπου οι λέξεις είχαν κρατήσει ζωντανή τη μνήμη τόσων γενεών.
Μέρες ολόκληρες είχε
ψάξει. Είχε γυρίσει αρχεία, είχε ακούσει τις αφηγήσεις των γερόντων του χωριού,
είχε ενώσει θρύλους, ψιθύρους και ξεχασμένα ονόματα. Κι έτσι, σιγά σιγά, το
σκοτάδι άρχισε να ξεκαθαρίζει.
Η ιστορία του Σιαμμά,
η φυγή του στα χρόνια των διωγμών, η ξενιτιά των απογόνων του στη Μικρά Ασία και
η επιστροφή των τριών αδελφιών στην Κύπρο… όλα ενώθηκαν σαν κομμάτια ενός
παλιού παζλ.
Και στο κέντρο αυτής
της ιστορίας στεκόταν ο Χατζή Τζιυρκακός. Ο άνθρωπος που είχε περάσει το
κατώφλι του θανάτου και είχε επιστρέψει. Ο άνθρωπος που άφησε τα βουνά και κατηφόρισε
προς τη θάλασσα της Χλώρακας για να αρχίσει μια νέα ζωή.
Ο Κυριακός σήκωσε το
βλέμμα του προς το παράθυρο. Έξω η νύχτα ήταν ήσυχη, κι ένα αχνό φως φεγγαριού
απλωνόταν πάνω από τη θάλασσα.
Πολλοί θα έλεγαν πως
όλα αυτά ήταν απλώς ιστορίες των παλιών — παραμύθια για αερικά, για παράξενες
πνοές του χειμώνα και για ανθρώπους που γύρισαν από τον άλλο κόσμο.
Μα εκείνος ήξερε πως
μέσα σε αυτές τις ιστορίες κρυβόταν η μνήμη ενός τόπου. Και μαζί της, η μνήμη
του αίματός του. Γιατί ο Χατζή Τζιυρκακός δεν ήταν απλώς μια μορφή από το
παρελθόν. Ήταν ένας από τους προγόνους του. Από τη μεριά της μάνας του.
Ο Κυριακός έκλεισε
αργά το τετράδιο. Η έρευνα είχε τελειώσει.
Μα η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά.
Συνεχίζει να ζει μέσα στους ανθρώπους που τη θυμούνται — και μέσα σε εκείνους
που ψάχνουν να τη βρουν ξανά.
Η ΕΡΕΥΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ / Πίσω από κάθε θρύλο κρύβεται μια αλήθεια που περιμένει να αποκαλυφθεί.
Ο Κυριακός, μετά την
έρευνα που έκανε για τις ρίζες της καταγωγής του από την πλευρά της μητέρας του
και αφού ολοκλήρωσε εκείνη την αναζήτηση, ένιωσε πως ένα ακόμη ζήτημα ζητούσε
απάντηση. Ήταν το ζήτημα του μικρού παρεκκλησιού του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που βρισκόταν
μέσα στη γη την οποία είχαν κληρονομήσει οι απόγονοι της οικογένειας.
Το παρεκκλήσι
στεκόταν εκεί σιωπηλό για δεκαετίες, μέσα στη γη της Χλώρακας. Ήταν ένα μικρό,
απλό μονόκλιτο κτίσμα της κυπριακής υπαίθρου. Χτισμένο με πέτρα της περιοχής
και ασβεστωμένο με ασβέστη, με δίρριχτη στέγη και μια χαμηλή καμαρωτή είσοδο που
κοιτούσε προς τον δρόμο. Πάνω από την πρόσοψη υψωνόταν ένας λιτός σταυρός, ενώ
γύρω του απλωνόταν γη πετρώδης, χαμηλοί θάμνοι και παλιές τερατσιές που άντεχαν
στον άνεμο της θάλασσας. Δεν ήταν ναός μεγαλόπρεπος, αλλά ένα ταπεινό
παρεκκλήσι, από εκείνα που έχτιζαν οι άνθρωποι άλλοτε από τάμα, άλλοτε από
ευγνωμοσύνη και άλλοτε από βαθιά ανάγκη να συμφιλιωθούν με τη μοίρα τους.
Σύμφωνα με την παράδοση
της οικογένειας, το κτίσμα αυτό το είχε ανεγείρει ο Χατζη-Τσιυρκακός μετά από τη
δύσκολη περίοδο της ζωής του όταν τότε που, στα βουνά όπου διατηρούσε τη μάντρα
του, είχε βρεθεί αντιμέτωπος με το θανατικό και είχε δει τον θάνατο να περνά
ξυστά από τη ζωή του. Επέστρεψε όμως ζωντανός. Και όταν κατέβηκε από τα βουνά
και εγκαταστάθηκε στη Χλώρακα, η ψυχή του βρισκόταν σε βαθιά κρίση πίστεως —
ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη για τη σωτηρία του
και στην απορία για όσα είχε χάσει.
Τότε, μέσα σε εκείνη
τη σύγχυση, συνέβη και ένα ακόμη περιστατικό στη νέα του ζωή, μέσα στην
περιουσία του. Ένα γεγονός που, όπως έλεγαν οι παλιοί, στάθηκε η αφορμή για να
πάρει την απόφαση και να κτίσει το μικρό παρεκκλήσι του Αρχαγγέλου.
Και αυτήν ακριβώς την
ιστορία θέλησε τώρα να ξεδιαλύνει ο Κυριακός.
Η μάντρα του εκτεινόταν
σ’ ένα μεγάλο οροπέδιο, όπου η γη, σκληρή και καυκάλλα, ξεπρόβαλλε μέσα από
πετρώματα, αλλά δεν ήταν στερημένη από ζωή. Θάμνοι, μαζιά και κάθε είδους
βλάστηση ξεφύτρωναν ατίθασα, ενώ λίγες γέρικες τερατσιές σιωπηλές μαρτυρούσαν
τα παλιά χέρια που τις είχαν φροντίσει. Εκεί, τα κοπάδια του έβοσκαν αδέσποτα,
ελεύθερα, σαν να χόρευαν με τον άνεμο που σάρωνε το οροπέδιο.
Κάτω στον γκρεμμό,
στα ριζά του οροπεδίου στη νότια μεριά, ανέβλυζε νερό, σχηματίζοντας μια πλατιά
λιμνούλα που καθρεφτιζόταν σαν καθαρή αργυρή πηγή που κυλούσε αργά προς τη θάλασσα.
Η οικογένεια του Χατζη-Τσιυρκάκου χρησιμοποιούσε το νερό για όλα: να ποτίζει τα
ζώα και τα χωράφια, να πλένεται και να δροσίζεται, ενώ οι κοπέλες του χωριού
έτρεχαν εκεί τα καλοκαίρια για να πλύνουν τα ρούχα τους και να δροσιστού κάτω
από τον ήλιο, μέσα στα νερά της.
Μα σύντομα η γαλήνη
χάθηκε από έναν μύθο που κυκλοφόρησε σαν ψίθυρος στον αέρα: Μια γριά μάγισσα,
κακάσχημη και παράξενη, με όψη φοβερή, είχε εγκατασταθεί στη λιμνούλα,
λουζόμενη καθημερινά στα καθαρά νερά της. Οι χωρικοί φοβήθηκαν. Τα βήματά τους
απέφευγαν να πλησιάσουν το νερό. Οι κοπέλλες σταμάτησαν να πηγαίνου. Τα ζώα
δίψαγαν, και τα χωράφια ξέραναν.
Τότε ο Τσιυρκακός εξέδωσε φιρμάνι: όποιος διώξει τη μάγισσα, θα κερδίσει την
κόρη του για σύζυγο και τη μισή περιουσία του. Πολλοί νέοι το επιχείρησαν, μα
κανείς δεν τόλμησε να τα βάλει μαζί της. Η μάγισσα ήταν δυνατή, έδειχνε ανίκητη.
Ο καιρός περνούσε, τα
χωράφια ξέραιναν, οι άνθρωποι διψούσαν, τα ζώα το ίδιο.
Και ξαφνικά μια μέρα,
ένας νεαρός περαστικός έφτασε στο χωριό. Χωρίς άρματα, χωρίς άλογο. Ήρθε
περπατητός, μόνο με μια μαγκούρα να τον βαστάζει στο περπάτημα.
Και ακούοντας τον πόνο των χωριανών, τους είπε πως θα τους βοηθήσει… Και πήγε
να ανταμώσει την κακιά μάγισσα. Δεν τη φοβήθηκε, δεν κρύφτηκε. Μα την αντιμετώπισε.
Με τη μαγκούρα στα χέρια του, αντιμετώπισε το σκοτάδι και την αδυναμία της. Της
έδωσε κάμποσες ξυλειές στη ράχη, ώσπου φοβισμένη και νικημένη, έφυγε μακριά και
δεν ξαναγύρισε.
Οι χωριανοί χαρούμενοι
θέλησαν να τον ευχαριστήσουν. Και ο Χατζη-Τσιυρκάκος., θέλησε να του δώσει την
κόρη του και τη μισή περιουσία του όπως είχε τάξει στο φιρμάνι του.
Μα ο νεαρός αρνήθηκε
κάθε ανταμοιβή. Ζήτησε μόνο να χτιστεί ένα εξωκλήσι στη μνήμη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Και έφυγε και δεν ξαναφάνηκε. Οι παλιοί είπαν πως δεν ήταν άλλος παρά ο ίδιος ο
Αρχάγγελος Μιχαήλ και έκαμε το θαύμα του. Και ο Χατζη-Τσιυρκάκος έκτισε το
ξωκλήσι σαν ζωντανή ανάμνηση αυτού του θαύματος.
Από τότε, το νερό που
ανέβλυζε κάτω από το οροπέδιο συνεχίζει να τρέχει προς τη θάλλασα, και ονομάζεται
«το αγίασμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ»,
Κι αυτήν ακριβώς την
ιστορία ξεκίνησε τώρα να ξεδιαλύνει ο Κυριακός, ψάχνοντας για την αλήθεια πίσω
από τους θρύλους, ανάμεσα στα σιωπηλά μυστικά και στα γεγονότα που ο χρόνος
είχε καλύψει με πέπλο λησμονιάς.
Ο Κυριακός καθόταν στην αυλή, λίγο πιο πέρα από το ξωκκλήσι, κάτω από μια από
εκείνες τις γέρικες τερατσιές που στέκονταν σαν φύλακες του χρόνου. Τα ξερά
κλαδιά της, και τα πράσινα τους φύλλα θρόϊζαν ελαφρά στο αεράκι, φιλτράριζαν το
φως του ήλιου και έπεφταν σαν παιχνίδια σκιάς πάνω στο χώμα. Εκεί, μέσα σε
αυτήν τη σιωπή που μύριζε παλιά μυστικά και ξεχασμένες ιστορίες, ο Κυριακός
αναλογιζόταν τον μύθο που ακόμα ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους.
Δεν πίστευε σε θαύματα.
Ήξερε καλά ότι οι ιστορίες γεννιούνται στη φαντασία των ανθρώπων, ταξιδεύουν
από στόμα σε στόμα, αλλάζουν και μετεξελίσσονται, γίνονται μύθοι θρύλοι, και
συχνά διαδίδονται με σκοπό να εξυπηρετήσουν συμφέροντα. Κι όμως, η καρδιά του
ήθελε να καταλάβει τι κρυβόταν πίσω από τη φαντασία, να βρει τη λογική που
κρυβόταν κάτω από το θρύλο και το θαύμα του Αγιάσματος.
Δεν χρειαζόταν να
κοπιάσει. Του αρκούσε όσα ήξερε για την Ορθόδοξη πίστη, τα διδάγματα και τις
παραδόσεις της, για να φτάσει σε μια εξήγηση. Γνώριζε τη δική του ευφυΐα και
ήξερε πώς θα επινοούσε ο ίδιος ένα θαύμα. Σκέφτηκε πως ο πρόγονός του,
κληροδοτώντας του το ίδιο DNA, θα σκεφτόταν με τον ίδιο τρόπο όπως και αυτός.
Και, ταυτόχρονα, ήξερε πόσο βαθιά πίστευε στο Θεό μετά την περιπέτεια που είχε ζήσει
— όταν είχε βρεθεί αντιμέτωπος με τον θάνατο και επέστρεψε στη ζωή. Σίγουρα δεν
θα παραβίαζε τις εντολές Του.
Έτσι, κατέληξε στο
συμπέρασμα πως για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του, χρειαζόταν μόνο μια
ερώτηση. Από την απάντηση θα φαινόταν ξεκάθαρα αν οι σκέψεις του ήταν αληθινές
ή αν ο θρύλος θα παρέμενε για πάντα μυστικός, κρυμμένος κάτω από τη σκιά των
γέρικων τερατσιών και το θρόισμα του ανέμου.
Το 2008, όταν ο
Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Χρυσόστομος Β’, επισκέφθηκε τη Χλώρακα για να τελέσει τα εγκαίνια
του ανδριάντα του ήρωα Παπακώστα Λεωνίδα, ο Κυριακός βρήκε την ευκαιρία να κάνει
την ερώτηση. Στη δεξίωση που ακολούθησε, κάθισε δίπλα του και, χωρίς περιστροφές,
τον ρώτησε:
— Σεβασμιώτατε, αν
είμαι συγγραφέας και επινοώ θαύματα στις ιστορίες μου προς δόξαν του Θεού,
διαπράττω αμαρτία;
Ο
Αρχιεπίσκοπος, με διφορούμενο τρόπο, του απάντησε:
— Είναι μόνον αμαρτία
αν κάποιος διαπράττει πράγματα που βλάπτουν τον Θεό. Αν κάποιος πράττει μόνο
για το όφελος του Θεού, πώς να είναι αμαρτία;
Ο Κυριακός κατάλαβε. Σίγουρα ο πρόγονός του, αφού συμβουλεύτηκε κάποιον ιερωμένο, έπραξε ό,τι έπραξε ώστε οι άνθρωποι να ενισχύσουν την πίστη τους προς δόξαν του Θεού.
ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ / Κάθε μύθος είναι η σκιά μιας αλήθειας που χάθηκε
Οι παλιοί έλεγαν πως οι Κλούννοι δεν ήταν ένας τόπος σαν τους άλλους. Δεν τολμούσαν
να μπαίνουν βαθιά στο φαράγγι μετά τη δύση του ήλιου, όχι από φόβο για τα άγρια
βάτα ή τα φίδια, αλλά από έναν άρρητο σεβασμό. Κάτι ζούσε εκεί. Κάτι αρχαιότερο
από τους ανθρώπους.
Ανάμεσα στους καλαμιώνες και τις μυρσίνες, εκεί όπου το νερό ανέβλυζε
ασταμάτητα από τα σπλάχνα της γης και σχημάτιζε μικρά ρυάκια που τραγουδούσαν
νύχτα και μέρα, έλεγαν πως κατοικούσαν νεράιδες. Δεν τις έβλεπες εύκολα. Φανερώνονταν
μόνο σε όσους είχαν καθαρή ψυχή ή σε εκείνους που σέβονταν τη γη. Άλλοτε τις
άκουγες σαν ψίθυρο μέσα στα φύλλα, άλλοτε σαν γέλιο που χανόταν μέσα στον
άνεμο, κι άλλοτε σαν το ανεξήγητο τρέμουλο του νερού όταν δεν φυσούσε πουθενά.
Οι θεόρατοι δρύες και οι βελανιδιές δεν
φύτρωσαν τυχαία εκεί. Οι ρίζες τους, έλεγαν, αγκάλιαζαν τις φωλιές των νεράιδων
βαθιά μέσα στο χώμα, προστατεύοντάς τες από τον χρόνο και τους ανθρώπους. Γι’
αυτό και το μέρος έμεινε ανέγγιχτο για αιώνες. Κανένα ανθρώπινο χέρι δεν τολμούσε
να το πειράξει, λες και η ίδια η φύση έβαζε όρια αόρατα αλλά αδιαπέραστα.
Στη Χλώρακα, οι Κλούννοι
ήταν γνωστοί ως τόπος «στοιχειωμένος» με την καλή έννοια. Οι βοσκοί έπαιρναν άλλους
δρόμους, και τα ζώα, παράξενα υπάκουα, δεν πλησίαζαν ποτέ τα βαθύτερα σημεία
του φαραγγιού. Κι αν κάποιος άκουγε τη νύχτα νερό να τρέχει πιο δυνατό απ’ ό,τι
έπρεπε, έλεγε χαμηλόφωνα πως οι νεράιδες χόρευαν.
Αλλά δυστυχώς όταν ήρθαν οι άνθρωποι με τις μηχανές και τις μπουλντόζες, δεν
κατέστρεψαν μόνο τη βλάστηση. Έθαψαν και τα ρυάκια, ξερίζωσαν τα δέντρα, σκόρπισαν
τις φωλιές των ζώων — κι μαζί μ’ αυτά, έδιωξαν και τις νεράιδες. Άλλες χάθηκαν,
άλλες λένε πως έφυγαν προς τα βουνά, κι άλλες πως έμειναν παγιδευμένες κάτω από
το μπετόν, δεμένες για πάντα με τα θαμμένα νερά.
Κι έτσι, ο τόπος στέγνωσε. Όχι μόνο από νερό, αλλά κι από ψυχή.
Το πατρικό σπίτι του Κυριακού γειτόνευε με την όμορφη εκείνη περιοχή, πριν ακόμη
η ανθρώπινη απληστία τη μετατρέψει σε σωρό από μπετόν και σίδερο. Θυμόταν τον
εαυτό του παιδί, να τρυπώνει στα όρια του φαραγγιού, να σεργιανίζει ανάμεσα
στους καλαμιώνες και να εξερευνά κάθε γωνιά του τόπου, με την αθωότητα και την τόλμη
που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν. Το μέρος τον τραβούσε, όχι μόνο για την ομορφιά του,
αλλά για μια ανεξήγητη οικειότητα, σαν να τον καλούσε πίσω ξανά και ξανά.
Πιο έντονα απ’ όλα, όμως, είχαν χαραχτεί στο μυαλό του οι ιστορίες που άκουγε
μικρός. Ιστορίες ψιθυρισμένες, σχεδόν τελετουργικές, για τους Κλούνους και για
όσα κατοικούσαν εκεί παλιά. Η πιο παράξενη απ’ όλες αφορούσε τον παλιό τους
πρόγονο, τον Τζιυρκακό. Έλεγαν πως εκείνος ισχυριζόταν πως το γένος του δεν
ήταν εξ ολοκλήρου ανθρώπινο, πως οι απόγονοί του κατάγονταν από νεράιδες, από
πλάσματα δεμένα με τα νερά, τα δέντρα και τη γη του φαραγγιού.
Ο Κυριακός δεν
πίστευε σε τέτοια πράγματα. Η λογική του δεν άφηνε χώρο για μύθους και δοξασίες.
Κι όμως, υπήρχε πάντα μια μικρή σκιά αμφιβολίας. Έφερε το ίδιο όνομα με τον προγονό
του, κι ίσως γι’ αυτό ένιωθε πως η ιστορία τον αφορούσε περισσότερο απ’ όσο θα
ήθελε να παραδεχτεί. Τώρα πια, ως ερευνητής, αποφάσισε να ξεδιαλύνει τον μύθο.
Να καταλάβει πώς και γιατί γεννήθηκε, και για ποιο λόγο ο Τζιυρκακός ισχυριζόταν
κάτι τόσο παράδοξο.
Η έρευνα ξεκίνησε σχεδόν φυσικά. Δεν ήταν δύσκολη. Επρόκειτο για μια καθαρά
οικογενειακή υπόθεση. Έπρεπε απλώς να
ακολουθήσει τις ρίζες της οικογένειας από την πλευρά της μητέρας του, να
ξετυλίξει τα νήματα μιας μεγάλης γενιάς που απλωνόταν πίσω στον χρόνο. Ήξερε
πως θα του έπαιρνε καιρό. Η οικογένεια ήταν πολυάριθμη, οι αφηγήσεις πολλές και
συχνά αντιφατικές. Όμως δεν θα συναντούσε μεγάλες δυσκολίες. Μόνο θα χρειαζόταν
υπομονή και επιμονή.
Και κάπου ανάμεσα στα
ονόματα, τα κιτρινισμένα χαρτιά και τις προφορικές μαρτυρίες, ο Κυριακός ένιωθε
πως δεν ερευνούσε απλώς ένα οικογενειακό παρελθόν. Ερευνούσε έναν τόπο που είχε
χαθεί, τους Κλούνους της Χλώρακα, και ίσως —χωρίς να το παραδέχεται ακόμη— κάτι
από τον ίδιο του τον εαυτό.
Στην έρευνα του
διαπίστωσε ότι ανάμεσα σε παλιά τετράδια και αφηγήσεις που περνούσαν από στόμα
σε στόμα, ξεχώριζε πάντα το ίδιο όνομα φορτωμένο φόβο, δέος και σιωπή,
Τζιυρκακός. Μια ιστορία μυθιστορηματική, η ιστορία της φυγής και του γυρισμού.
Μια ιστορία για τον άνθρωπο τον λιγομίλητο που μια νύχτα παγωμένη που ήταν το φεγγάρι ολόγιομο και το φως του κίτρινο και άρρωστο, ενώ απλωνόταν στην άγρια βουνοπλαγιά σαν προμήνυμα κακών, μια παγωμένη πνοή φύσηξε — όχι άνεμος, αλλά κάτι βαθύτερο, μια ψυχρή ανάσα που σκότωνε ό,τι άγγιζε, και σκότωσε και τον ίδιο. Μα το πρωί, όταν η παγωνιά έλιωσε και το φως της αυγής χάραξε τον ορίζοντα, καθώς η πόρτα άνοιξε από τον αέρα, το δροσερό αεράκι άγγιξε το πρόσωπο του και τον ξύπνησε από το θάνατο. Και καθώς κατάλαβε πως είχε περάσει το μεγάλο κατώφλι, γονάτισε και προσευχήθηκε. Και μάζεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα, και κατηφόρισε προς τη θάλασσα της Χλώρακας.
Καθώς προχωρούσε στις έρευνες, ο Κυριακός συνειδητοποιούσε πως για να καταλάβει
πραγματικά το παρελθόν του, δεν αρκούσαν τα έγγραφα και τα ονόματα. Έπρεπε να
ακούσει εκείνους που έζησαν με αυτόν. Να σκύψει πάνω από τις μνήμες, τις προλήψεις,
τα πιστεύω, τα γεννοφάσκια.
Θυμήθηκε τότε τα
λόγια της στετές του, της Δεσποινούς που παντρευτηκε τον εγγονό του Τζιυρκακού τον
Λεωνή, και που δεν ζούσαν πια. Του είχε πει κάποτε πως μερικοί από τους κατοίκους
της Χλώρακας είχαν ρίζες αλλόκοτες και όμορφες. Πως κατάγονταν από νεράιδες που
μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στην καταπράσινη λαγκαδιά, στην τέλειωση του χωριού,
στους Κλούνους.
Ήταν, έλεγε, ένας
τόπος ευλογημένος. Το νερό ανέβλυζε ασταμάτητα από τη γη και σχημάτιζε ρυάκια
που, διασχίζοντας την πυκνή βλάστηση, ενώνονταν και γίνονταν ποταμός μεγάλος,
ώσπου να χαθεί στη θάλασσα του Κοτσιά. Τα δέντρα ήταν πανύψηλα, λες και συναγωνίζονταν
το ένα το άλλο για το ποιο θα φτάσει πιο κοντά στον ουρανό. Όλη η κυπριακή
χλωρίδα φύτρωνε εκεί, κι άγρια λουλούδια χρωμάτιζαν το τοπίο, κάνοντάς το να
μοιάζει με παράδεισο — έναν τόπο πλασμένο για να τον κατοικούν νεράιδες.
Τα βάτα και η άγρια
βλάστηση σχημάτιζαν αδιαπέραστο τοίχο. Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να διαβεί.
Μόνο άγρια ζώα και ξωτικά. Τα μούρα, κόκκινα και μούρα, κρέμονταν κατάφορτα -
εύκολη τροφή για τις νεράιδες που ζούσαν εκεί.
Και του έλεγε πως οι
νεράιδες υπάρχουν για όποιον πιστεύει πραγματικά. Κι όποιος πιστεύει, μπορεί να
τις δει: να πετούν στον ουρανό τις νύχτες της πανσελήνου ή να χορεύουν μέσα
στις λίμνες, αν έχει την υπομονή να τις παραμονεύσει τα μεσάνυχτα των καλοκαιρινών
νυχτών. Έπαιρναν πολλές μορφές: ζώα, πουλιά, μα κυρίως ανθρώπινες. Κατοικούσαν
σε ρυάκια, λιβάδια και λίμνες.
Η πατρίδα τους ήταν άγνωστη. Μα όταν το
φεγγάρι γινόταν ολόγιομο, φορούσαν τα φτερά τους και το ακολουθούσαν. Από ψηλά αγνάντευαν
τη γη, κι όπου έβλεπαν νερά και πράσινο, βουτούσαν για να λουστούν. Ένας τόπος
που αγαπούσαν ιδιαίτερα, έλεγε η Δεσποινού, ήταν οι Κλούνοι.
Η στετέ του δεν
μιλούσε μόνο για νεράιδες. Μιλούσε για τραγούδια, για Ρηγάδες και Ακρίτες, για
θρύλους πειρατών, για τη Θεά Αφροδίτη, για την Αγιά Μαρίνα, για σπηλιές γεμάτες
χρυσάφι.
Οι
Κλούνοι στο πέρασμα των αιώνων είχαν καταστραφεί πολλές φορές από πλημμύρες,
σεισμούς, καταποντισμούς, ακόμη κι από μεγάλο σεισμό και τσουνάμι. Κι όμως,
πάντα ξαναβλάσταιναν. Το πράσινο σκέπαζε ξανά τη γη, σαν να την προστάτευε κάτι
αόρατο.
Εκεί, όταν κάθε φορά που οι νεράιδες ακολουθούσαν το φεγγάρι, κατέβαιναν και
χαριεντίζονταν για μέρες: έπαιζαν, χόρευαν και τραγουδούσαν. Ήταν πανέμορφες,
μα ανέραστες, φτιαγμένες έτσι από τη φύση. Όμως μία απ’ αυτές, σε μια επίσκεψή
της στους Κλούνους, είδε ένα παλληκάρι και το ερωτεύτηκε παράφορα. Ήταν ο
Χατζητσιυρκακός.
Για να ενωθεί μαζί του, έπρεπε να χάσει τη νεραϊδική της οντότητα. Κι έτσι, από
έρωτα, έβγαλε το φόρεμά της και βούτηξε στη λίμνη. Το παλληκάρι το έκλεψε.
Έγινε θνητή. Παντρεύτηκαν. Έκαναν παιδιά. Και τα παιδιά τους παιδιά άλλα.
«Έτσι», έλεγε η Δεσποινού, «ζουν σήμερα στη Χλώρακα άνθρωποι με αίμα νεράιδας. Είσαστε εσείς, οι πρόγονοι σας και οι απόγονοι σας».
Ο Κυριακός έκλεισε τις σημειώσεις του αργά. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Τζιυρκακός
μιλούσε για γένος νεράιδων. Δεν ήταν απλός μύθος, ήταν η μνήμη ενός τόπου που
χάθηκε. Γιατί οι Κλούνοι δεν υπάρχουν πια. Οι άνθρωποι τους ξήλωσαν. Έθαψαν τα
νερά, ξερίζωσαν τη βλάστηση, έδιωξαν τα ζώα — κι έδιωξαν μαζί και τις νεράιδες.
Εκεί που άλλοτε υπήρχε όαση, τώρα υψώνονται πολυκατοικίες. Δρόμοι και
σκαλοπάτια χαράχτηκαν στα φαράγγια. Αυτοκίνητα παρκάρουν εκεί όπου κάποτε
υπήρχαν φωλιές. Κι ο τόπος στέγνωσε. Όχι μόνο από νερό. Αλλά από μνήμη.
Από τη μέρα που ο Κυριακός κατέγραψε τις μαρτυρίες της στετές του, τίποτα μέσα
του δεν έμεινε το ίδιο. Δεν ήταν φόβος, ήταν κάτι βαθύτερο. Μια αίσθηση
εγρήγορσης, σαν να είχε ξυπνήσει μέσα του κάτι που κοιμόταν χρόνια. Άρχισε να
βλέπει τον τόπο αλλιώς. Τα μέρη που περνούσε καθημερινά, τα έβλεπε σαν να είχαν
στρώματα αόρατα από κάτω — σαν να πατούσε πάνω σε μνήμη.
Τις νύχτες δεν κοιμόταν εύκολα. Ο ύπνος του γινόταν ρηχός και γεμάτος εικόνες:
νερό που έτρεχε χωρίς ήχο, φύλλα που κινούνταν χωρίς άνεμο, φως σε απόχρωση ωχρή,
όχι του ήλιου, ούτε ακριβώς της σελήνης. Ξυπνούσε με την αίσθηση πως κάποιος
τον παρατηρούσε. Όχι με κακία, αλλά με προσμονή.
Άρχισε να νιώθει το
σώμα του να αντιδρά παράξενα. Όταν πλησίαζε την περιοχή των Κλούνων, τον έπιανε
ρίγος, ακόμη κι αν έκανε ζέστη. Το δέρμα του ανατρίχιαζε, η αναπνοή του άλλαζε ρυθμό,
και μια αδιόρατη υγρασία γέμιζε τον αέρα, σαν ανάμνηση νερού που είχε θαφτεί
βαθιά.
Ο Κυριακός, στην έρευνα και τη μελέτη του, άρχισε να παρατηρεί κάτι που στην αρχή
του φάνηκε τυχαίο. Όσο όμως προχωρούσε, τόσο το τυχαίο έδινε τη θέση του σε ένα
μοτίβο επίμονο και ανησυχητικά καθαρό.
Σχεδόν όλοι οι
απόγονοι του Χατζή Τσιυρκακού διέφεραν από τους υπόλοιπους κατοίκους. Όχι με
τρόπο κραυγαλέο, αλλά με μια διαφορά λεπτή, που γινόταν αισθητή μόνο σε όποιον
κοιτούσε προσεκτικά. Ήταν άνθρωποι με οξυμένη αντίληψη, με βλέμμα που έμοιαζε
να διαπερνά τους άλλους. Μιλούσαν λιγότερο, μα όταν μιλούσαν, οι κουβέντες τους
είχαν βάρος. Είχαν μια έμφυτη ικανότητα να καθοδηγούν, να παίρνουν αποφάσεις χωρίς
δισταγμό, σαν να γνώριζαν εκ των προτέρων τον δρόμο.
Ήταν, επίσης, ομορφότεροι. Όχι με τη συμβατική έννοια, αλλά με μια αρμονία
σχεδόν αφύσικη. Τα χαρακτηριστικά τους έμοιαζαν ισορροπημένα, το παρουσιαστικό
τους ήρεμο, μα συνάμα επιβλητικό. Κάτι πάνω τους πρόδιδε μια καταγωγή αλλιώτικη,
σαν να μην είχαν φθαρεί από τον χρόνο με τον ίδιο τρόπο που φθείρονταν οι άλλοι.
Ακόμη και η τύχη, παρατήρησε, έδειχνε να τους ευνοεί. Πολλοί βρέθηκαν σε θέσεις
ισχύος, απέκτησαν περιουσία, έγιναν άρχοντες του τόπου χωρίς να το επιδιώξουν
φανερά. Οι άνθρωποι τους ακολουθούσαν φυσικά, χωρίς ερώτηση, χωρίς αντίρρηση.
Ήταν αρχηγικοί από φύση, όχι από φιλοδοξία.
Κι αυτό που τον
τάραξε περισσότερο ήταν το κοινό συναίσθημα που κατέγραφε στις μαρτυρίες: μια
ανεξήγητη αίσθηση γαλήνης κοντά τους. Άλλοι μιλούσαν για «καλό χερικό», άλλοι
για «φως», άλλοι απλώς έλεγαν πως «ο Θεός τους φύλαγε». Κανείς όμως δεν μπορούσε
να το εξηγήσει. Τότε ήταν που άρχισε να διερωτάται. Μήπως, τελικά, υπήρχε ένα
δίκιο σ’ όλη αυτή την ιστορία;
Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως οι ισχυρισμοί του Τζιυρκακού ήταν κατασκευάσματα
ενός ανθρώπου που είχε αγγίξει τον θάνατο και γύρισε πίσω αλλοιωμένος. Μια φαντασίωση
γεννημένη από μοναξιά, ασκητισμό και μυστικιστική εμπειρία. Μα τώρα, βλέποντας
τα δεδομένα να επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά, άρχισε να αμφιβάλλει για τη
δική του βεβαιότητα.
Δεν ήθελε να πιστέψει.
Όμως δεν μπορούσε πια να απορρίψει. Η λογική του έλεγε πως όλα εξηγούνται:
κληρονομικότητα, κοινωνικές συνθήκες, αυτοεκπληρούμενοι μύθοι. Κι όμως, υπήρχε
κάτι που δεν χωρούσε σε καμία εξίσωση. Ένα υπόλειμμα ανεξήγητο. Ένα ίχνος ανωτερότητας,
σχεδόν θεϊκής, όχι αλαζονικής αλλά ήρεμης, σαν να κουβαλούσαν μέσα τους μια
μνήμη αρχαιότερη από τον άνθρωπο.
Και τότε γεννήθηκε μέσα του η δυσπιστία. Όχι προς τον μύθο. Αλλά προς την
άρνησή του.
Για πρώτη φορά, ο Κυριακός
αναρωτήθηκε αν αυτό που ονόμαζαν νεράιδες δεν ήταν απλώς πλάσματα των παραμυθιών,
αλλά κάτι που άφησε αποτύπωμα στο αίμα, στη μορφή, στη μοίρα. Κάτι που δεν
φώναζε την παρουσία του, αλλά περίμενε — ήσυχο, υπομονετικό — να αναγνωριστεί.
Και όσο το σκεφτόταν, τόσο ένιωθε πως αυτή η έρευνα δεν αφορούσε πια μόνο το
παρελθόν.
Αφορούσε τον ίδιο.
Όταν η έρευνα
ολοκληρώθηκε, ο Κυριακός έμεινε για καιρό σιωπηλός.
Τα στοιχεία είχαν
πλέον τακτοποιηθεί. Οι μαρτυρίες είχαν διασταυρωθεί, τα χρονικά είχαν ελεγχθεί,
οι προφορικές αφηγήσεις είχαν μπει στη σωστή τους θέση. Όσο κι αν τον είχε παρασύρει
η ένταση της αναζήτησης, το συμπέρασμα ήταν σαφές: η ιστορία των νεράιδων δεν
μπορούσε να σταθεί ως γεγονός. Ήταν ένας αστικός μύθος, γεννημένος από την
ανάγκη των ανθρώπων να εξηγήσουν το ανεξήγητο. Ένας ποιητικός τρόπος να δοθεί
νόημα σε μια διαφορετικότητα, σε μια σειρά ανθρώπων που ξεχώριζαν, σε έναν τόπο
που χάθηκε. Ένας μύθος φτιαγμένος από φόβο και θαυμασμό, από μνήμη και απώλεια,
από τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να νιώθει πως δεν είναι μόνο χώμα και χρόνος.
Και όμως.
Παρά τη βεβαιότητα
της λογικής, μέσα του δεν ένιωθε απογοήτευση. Αντίθετα, τον διαπερνούσε μια παράξενη
ικανοποίηση. Όχι γιατί πίστεψε τελικά στις νεράιδες, αλλά γιατί κατάλαβε τι
πραγματικά εκπροσωπούσαν. Ήταν η αντανάκλαση ενός ανώτερου μέτρου — όχι θεϊκού
με τη στενή έννοια, αλλά ανθρώπινου σε αρμονία με τη φύση, με τον τόπο, με τον
χρόνο.
Ακόμη κι αν
μυθολογικά, οι ρίζες του προέρχονταν από ένα γένος ανώτερο, όχι επειδή πετούσε
ή μεταμορφωνόταν, αλλά επειδή σεβόταν. Επειδή άκουγε. Επειδή δεν βίαζε τη γη
που το γέννησε.
Κοίταξε για τελευταία
φορά προς την περιοχή των Κλούνων, εκεί όπου σήμερα δεν υπήρχε πια τίποτε από
όσα περιέγραφαν οι ιστορίες. Μόνο κτίρια, δρόμοι και σιωπή. Κι όμως, μέσα του ο
τόπος παρέμενε ζωντανός — όχι ως πραγματικότητα, αλλά ως μνήμη.
Και κατάλαβε κάτι
απλό και βαρύ μαζί: Δεν έχει σημασία αν οι νεράιδες υπήρξαν. Σημασία έχει πως
υπήρξε ένας τόπος που άξιζε να γεννήσει έναν τέτοιο μύθο.
Στη Χλώρακα, οι Κλούνοι χάθηκαν. Όμως η ανάγκη να θυμόμαστε τι χάθηκε, παρέμενε.
Και αυτό — σκέφτηκε — ίσως να ήταν η πιο αληθινή κληρονομιά.
ΟΙ ΑΝΕΡΑΔΕΣ / Νεράιδες, μνήμη του τόπου
Ο Κυριακός, ύστερα
από όσα μυστήρια είχε δει, δεν μπορούσε να αφήσει τη σκέψη του ήσυχη. Ρωτούσε
τους παλιούς — εκείνους που είχαν ζήσει πολλά και μιλούσαν λίγο — ξεφύλλιζε
κιτρινισμένα τετράδια, σημειώσεις λαογράφων, ξεχασμένες αφηγήσεις γραμμένες στο
περιθώριο της ιστορίας, και άκουγε ιστορίες χαμηλόφωνα, σαν να φοβούνταν μην
τις ακούσει ο ίδιος ο τόπος:
Οι άνθρωποι είναι προληπτικοί. Πιστεύουν σε δοξασίες και φοβούνται ανεράδες,
αερικά και φαντάσματα. Παλαιότερα, περισσότερο από σήμερα, οι φόβοι αυτοί ήταν
πιο ζωντανοί. Η φτώχεια και η έλλειψη μόρφωσης ενίσχυαν τη δύναμη της λαϊκής
παράδοσης. Από τις προφορικές ιστορίες γεννήθηκαν μύθοι για νεράιδες και Νηρηίδες
— τις καλές κυράδες, όπως τις ονόμαζαν παλιά. Από τις Νηρηίδες έγιναν οι
νεράιδες και σήμερα οι Ανεράδες, γυναίκες ανέραστες, πανέμορφες και μυστηριώδεις,
που συχνάζουν σε θάλασσες και λίμνες, φτιαγμένες από χάρη και μαγεία.
Άκουσε ακόμα μια
μαγευτική ιστορία όχι σαν παραμύθι, αλλά σαν μνήμη που ποτέ δεν είχε καταγραφεί
επίσημα, σαν ένα παραμύθι που χαράκτηκε μέσα του βαθιά:
Ήταν μια φορά, στα Παλιόκαστρα της Πάφου, ένα βοσκόπουλο που μια μέρα αποφάσισε
να βοσκήσει τα πρόβατά του λίγο πιο μακριά απ’ ό,τι συνήθιζε. Έφτασε στον
Καπυρό, έναν πλούσιο σε βλάστηση κάμπο της Χλώρακας. Η περιοχή ήταν μαγευτική:
δέντρα, πλούσια βοσκή
και ένα μικρό ποταμάκι που πήγαζε από τη γη, σχηματίζοντας μια λιμνούλα πριν
συνεχίσει το δρόμο προς τη θάλασσα.
Τα πρόβατα απλώθηκαν
και έβοσκαν ήσυχα. Ο ίδιος ξάπλωσε κάτω από τον πυκνό ίσκιο των δέντρων. Καθώς
πλησίαζε το δείλι, σκέφτηκε να διανυχτερεύσει εκεί, ώστε τα πρόβατα να
συνεχίσουν την επόμενη μέρα τη βοσκή τους, ενώ εκείνος θα απολάμβανε τη δροσιά
και την ομορφιά του τόπου. Κοίταξε στη βούρκα του. Είχε τροφή για την επόμενη μέρα
και αποφάσισε να μείνει.
Όταν τα πρόβατα ηρέμησαν, ξάπλωσε πάνω σε ένα γουνάρι από φύλλα και
αποκοιμήθηκε με το τραγούδι των γρύλλων να τον νανουρίζει. Πίστευε πως το τραγούδι
τους ήταν οιωνός καλοτυχίας και, ευχαριστημένος, παραδόθηκε στον Μορφέα.
Ξαφνικά, κοντά στα
μεσάνυχτα, ο ύπνος του διακόπηκε από φωνές, γέλια και τραγούδια. Ανασηκώθηκε
και, μέσα στο φεγγαρόφωτο που περνούσε ανάμεσα από τα πλατιά φύλλα των
ευκαλύπτων, είδε κοπέλες να χαριεντίζονται και να παίζουν στα νερά της λίμνης.
Εκθαμβωμένος, αναρωτήθηκε αν ήταν ονειρο ή πραγματικότητα.
Ήταν όμως αλήθεια.
Νεράιδες των νερών, που συνήθιζαν μετά τα μεσάνυχτα να βγαίνουν στις δροσερές
πηγές και να λούζονται υπό τη σκεπή των αστεριών. Το βοσκόπουλο σηκώθηκε
αθόρυβα και κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Τις παρακολουθούσε μαγεμένο από τη
χάρη τους και τη μελωδική τους φωνή. Ανάμεσά τους ξεχώρισε μια με κατάμαυρα
μαλλιά, που χόρευε πιο όμορφα απ’ όλες και η εικόνα της αιχμαλώτιζε το βλέμμα
του και την καρδιά του.
Έμεινε ώρες ολόκληρες να τις κοιτάζει και, λίγο πριν ξημερώσει, οι νεράιδες
χάθηκαν στον πρωινό ορίζοντα, αφήνοντας στα αυτιά του τον γλυκό απόηχο των
κρυστάλλινων γέλιων τους. Από εκείνη τη στιγμή, η νεράιδα κατοίκησε τη σκέψη του.
Την αγάπησε με πάθος. Η καρδιά του πονούσε, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να την
έχει. Όμως δεν το δεχόταν αυτό, αποφάσισε να βρει τρόπο. Έτσι κατεφυγε στους γεροντότερους
να μάθει. Ένας από αυτούς του είπε πως η μόνη ελπίδα να την «ξεματιάσει» ήταν
να την στεφανωθεί. Αλλά οι ανεράδες ήταν άπιαστες· θα έπρεπε να αιχμαλωτιστούν
και να εκτεθούν στο φως της ημέρας, λουσμένες από τις ακτίνες του ήλιου.
Το βοσκόπουλο σκέφτηκε καλά και αποφάσισε να παραμονεύσει. Νύχτες ολόκληρες έκαμε καρτέρι δίπλα στη λίμνη, οπλισμένος με υπομονή και αγάπη. Οι μέρες περνούσαν χωρίς να φανούν οι νεράιδες. Σκεφτόταν ότι ίσως είχαν βρει άλλες λίμνες, αλλά πίστευε πως κάποτε θα επέστρεφαν.
Μία νύχτα, κοντά στα μεσάνυχτα, άκουσε πάλι τα γέλια τους να γεμίζουν τη φεγγαρόλουστη
νύχτα. Η στιγμή είχε φτάσει. Και όταν η αγαπημένη του στάθηκε σε ένα συγκεκριμένο
σημείο, τράβηξε το δίχτυ που είχε στήσει πάνω από τα κλαριά του ευκαλύπτου και
την αιχμαλώτισε. Σπαρταρούσε και φώναζε, αλλά οι υπόλοιπες νεράιδες
τρομοκρατήθηκαν και έφυγαν.
Περίμενε μέχρι να
ανατείλει ο ήλιος. Τότε η νεράιδα έχασε τα μαγικά της και έγινε μια απλή
κοπέλα. Το βοσκόπουλο την απελευθέρωσε, την αγκάλιασε και την παντρεύτηκε. Από
εκείνη τη στιγμή, η ζωή του άλλαξε: απέκτησε πλούτη, περιουσία και μια κόρη, τη
Μαργαρινή -παιδί μισό ανθρώπινο και μισό από τον κόσμο των νεράιδων.
Καθώς μεγάλωνε, η κόρη αγαπούσε να περπατά στον Καπυρό, τον ίδιο τόπο που είχε
μαγέψει τον πατέρα της. Και μια φορά, μια νύχτα κοντά στα μεσάνυχτα, το φεγγάρι
φώτισε τη λίμνη και μια νεράιδα εμφανίστηκε, καλώντας τη Μαργαρινή κοντά της.
Και εκείνη τη νύχτα,
τα μεσάνυχτα, ενώ το φεγγάρι ήταν ολόγιομο, και οι ανεράδες βγήκαν και έστησαν
χορό μέσα στα νερά της λίμνης, ανάμεσά τους είδε την κόρη του. Πιο όμορφη από
όλες, να λάμπει από χαρά και να χορεύει ξένοιαστα, ευτυχισμένη και ελεύθερη
μέσα στη μαγεία του νερού και του φεγγαριού.
Και κατάλαβε: η κόρη
του καθώς μισή νεράιδα, ήταν περισσότερο ευτυχισμένη μέσα στο φυσικό της στοιχείο,
παρά μαζί του, μια ζωή να μαραζώνει.
Στάθηκε εκεί, στην όχθη της λίμνης, και την παρακολουθούσε να χορεύει με τις ανεράδες. Η καρδιά του πλημμύριζε από αγάπη, αλλά και από σεβασμό στη μαγεία της φύσης και στα μυστικά που η ζωή φυλάει προσεκτικά για εκείνους που ξέρουν να βλέπουν. Κατάλαβε πως μερικές χαρές δεν μπορούν να ανήκουν σε κανέναν με το ζόρι. Η ευτυχία της δεν ήταν δική του να την κρατήσει. Σιώπησε και αποχώρησε αργά, αφήνοντας την κόρη του να ζήσει ελεύθερη μέσα στον κόσμο που ανήκε σε εκείνη. Κι όπως έφευγε, ένιωσε μέσα του μια βαθιά γαλήνη. Γιατί είχε καταλάβει ότι η αγάπη δεν σημαίνει κατοχή, αλλά σεβασμό και ελευθερία.
Ο Κυριακός έμεινε με τις σκέψεις του στα παραμύθια των αερικών και των Ανεράδων, στις μαγικές αφηγήσεις των παλιών. Ήξερε πως αυτές οι ιστορίες δεν ήταν απλώς παραμύθια, ήταν θρύλοι που ζούσαν μέσα στη μνήμη του τόπου, ψίθυροι μαγείας που κρατούσαν ζωντανή τη φαντασία και τη χαρά της καρδιάς.
ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ / Φυτός Σιαμμάς, ο ημιονοδηγός
Ο Κυριακός, ψάχνοντας ιστορίες για τον τόπο του, έμαθε πως η Κύπρος δεν έμεινε
ποτέ πραγματικά έξω από τους μεγάλους πολέμους. Ακόμα κι όταν δεν πολεμούσε με
δικό της στρατό, το νησί βρισκόταν στο επίκεντρο στρατηγικών παιχνιδιών και
περάσματα στρατευμάτων. Στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Κύπρος ήταν
υπό βρετανική διοίκηση, που την προσάρτησε οριστικά όταν η Οθωμανική
Αυτοκρατορία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, Γερμανίας και
Αυστροουγγαρίας. Έγινε πέρασμα και στήριγμα στρατευμάτων, μια σιωπηλή βάση στην
άκρη της Μεσογείου.
Χιλιάδες Κύπριοι, φτωχοί στην πλειοψηφία τους, άφησαν τα χωριά τους και
κατατάχθηκαν εθελοντικά. Κάποιοι για το ψωμί τους, για να ζήσουν τις
οικογένειές τους, άλλοι για δόξα. Πολλοί βρέθηκαν στο Cyprus Mule Corps,
οδηγώντας μουλάρια φορτωμένα πυρομαχικά και τρόφιμα σε μακρινούς τόπους, σε
βουνά και λάσπες, κάτω από φωτιά και αρρώστιες. Πέρασαν από την Εκστρατεία της Καλλίπολης
και από τα μέτωπα της Ανατολής, κουβαλώντας όχι μόνο φορτία αλλά και τον ίδιο τον πόλεμο στις πλάτες τους.
Πολλοί δεν γύρισαν ποτέ. Άφησαν πίσω μάνες, γυναίκες, παιδιά. Κι όσοι γύρισαν,
δεν ήταν πια οι ίδιοι. Είχαν δει τον κόσμο, είχαν γνωρίσει τον φόβο και τον
θάνατο, και κουβαλούσαν μια νέα ματιά για τη ζωή και τον τόπο τους. Στην Κύπρο,
οι γυναίκες κράτησαν σπίτια και χωράφια, η φτώχεια ανακουφίστηκε για λίγο, μα η
απουσία και η απώλεια άφησαν βαθιά σημάδια. Μέσα σε όλα αυτά γεννήθηκε μια προσδοκία
— πως οι θυσίες θα ανταμειφθούν, πως ίσως το νησί θα βρει νέα μοίρα. Οι ελπίδες
όμως έμειναν ανεκπλήρωτες, κι η απογοήτευση ρίζωσε σιωπηλά.
Και πριν ακόμη σβήσουν οι σκιές του μεγάλου πολέμου, άλλες φωτιές είχαν ανάψει
πιο κοντά· στα Βαλκάνια, όπου ο ελληνισμός ετοιμαζόταν να γράψει νέα, αιματηρή
σελίδα ιστορίας. Οι Κύπριοι, ακόμα υπό βρετανική διοίκηση, και πάλιν δεν
έμειναν θεατές. Οι ειδήσεις για τους πολέμους του 1912 και 1913 άναβαν μέσα
τους μια παλιά επιθυμία: να βοηθήσουν, να πολεμήσουν, να γίνουν μέρος της
απελευθέρωσης των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν ακόμη κάτω από την Οθωμανική
Αυτοκρατορία.
Πολλοί άφησαν τα χωριά και τις οικογένειές τους και ταξίδεψαν εθελοντικά για να
καταταγούν στον ελληνικό στρατό. Δεν τους κάλεσε κανείς επίσημα. Τους κάλεσε η
ιδέα, η πίστη, η ανάγκη να ανήκουν σε κάτι μεγαλύτερο από το νησί τους. Ανάμεσά
τους ήταν νέοι, εργάτες, μαθητές, άνθρωποι που δεν είχαν κρατήσει ποτέ όπλο. Πολέμησαν
δίπλα σε Έλληνες στρατιώτες στα μέτωπα της Μακεδονίας και της Ηπείρου, μέσα στο
κρύο και τη λάσπη. Πολλοί έπεσαν μακριά από την Κύπρο, άλλοι γύρισαν με πληγές
στο σώμα και στην ψυχή, κουβαλώντας ιστορίες από τόπους που μέχρι τότε ήταν
μόνο ονόματα.
Η συμμετοχή τους στους Βαλκανικούς Πολέμους δεν ήταν μόνο πόλεμος. Ήταν πράξη
ταυτότητας. Ήταν ένας τρόπος να δηλώσουν ποιοι είναι και πού ανήκουν. Ήταν η
ελπίδα πως, μέσα από τη θυσία, θα πλησίαζε και για την Κύπρο η ώρα της ελευθερίας
ή της ένωσης. Κι έτσι, όπως άλλοτε οι Ακρίτες φύλαγαν τα σύνορα με σπαθί και
αντρειοσύνη, τώρα άλλοι Κύπριοι άφηναν το νησί τους και πήγαιναν να πολεμήσουν
σε ξένες στεριές, κρατώντας μέσα τους την ίδια φλόγα.
Και μέσα σε αυτή τη ροή των ιστοριών ξεχώριζε η ζωή ενός βοσκού από τη Χλώρακα,
του Νεόφυτου Χριστοδούλου Σιαμμά, του Φύτου, θείου του Κυριακού. Από μικρό
παιδί πρόσεχε τα πρόβατα του πατέρα του. Μόνο αυτά είχε για παρέα, και ποτέ δεν
είχε πάει παραπέρα από το χωριό.
Αλλά βαρέθηκε τη μονοτονία και τη μοναξιά. Ήθελε να γνωρίσει άλλους τόπους,
άλλες πατρίδες, και ανθρώπους για συντροφιά. Στα είκοσι ένα του χρόνια, όταν
ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, αμέσως έτρεξε να καταταγεί στον ελληνικό
στρατό. Σκεφτόταν τις περιπέτειες που θα ζούσε, τις εμπειρίες που θα αποκόμιζε,
και τη δόξα που θα απολάμβανε όταν γύριζε πίσω.
Κατατάχθηκε και τοποθετήθηκε ως ημιονοδηγός. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, αλλά
η ζωή του στα μέτωπα δεν ήταν γεμάτη από τιμές και θρίαμβο. Τα φορτία που
κουβαλούσε ήταν βαριά — όχι μόνο τρόφιμα και πυρομαχικά, αλλά και η φρίκη του
πολέμου που ζούσε κάθε μέρα. Τα μουλάρια τραντάζονταν πάνω σε μονοπάτια γεμάτα
λάσπη, οι σφαίρες και οι οβίδες χτυπούσαν γύρω του, και οι πληγές δεν ήταν
πάντα σωματικές· η κούραση, η πείνα, το κρύο, η δίψα, η απώλεια συντρόφων και η
αδυναμία να βοηθήσει εκείνους που έπεφταν, άφηναν βαριά σημάδια στην ψυχή του.
Πολλές νύχτες ξαγρυπνούσε, ακούγοντας τα βογγητά των τραυματιών και το κλάμα
των τραυματισμένων ζώων, νιώθοντας αβοήθητος, και οι εικόνες των νεκρών κυλούσαν
στα όνειρά του για χρόνια μετά. Κάθε γυρισμός στο στρατόπεδο ήταν μια
δοκιμασία. Τα κορμιά των ημιόνων, κουρασμένα και τραυματισμένα, κατέρρεαν κάτω
από τα φορτία, και ο Φυτός συχνά αναγκαζόταν να επιλέγει ποιο ζώο να σώσει πρώτα,
ζώντας τον πόνο της αδυναμίας και της απώλειας.
Κινδύνεψε πολλές φορές. Πληγώθηκε βαριά μια μέρα σε μάχη στην ορεινή περιοχή,
και η ζωή του σώθηκε μόλις την τελευταία στιγμή. Οι πληγές του σωματικές
επουλώθηκαν αργά, αλλά οι ψυχικές άφησαν σημάδια που δεν φαίνονταν. Κάθε ήχος,
κάθε φωνή, κάθε σκιά μπορούσε να ξυπνήσει μέσα του τον φόβο και την αγωνία των
ημερών εκείνων.
Όμως ο Θεός τον φύλαξε, και κάποτε γύρισε στη Χλώρακα. Όμως δεν ήταν πια ο
ίδιος. Αναθεώρησε όσα πίστευε. Ήθελε μόνο να ζήσει ήσυχα, όπως πριν — να γίνει
ξανά βοσκός και να έχει για παρέα τα ζώα του και τη μοναξιά του.
Έπιασε ξανά τη παλιά του δουλειά, με αντάλλαγμα φαγητό και μικρό επίδομα στο
τέλος του χρόνου. Μα μέσα του κουβαλούσε τις εικόνες και τις πληγές των μερών
που είχε περάσει, και η ησυχία που αναζητούσε δεν ήταν ποτέ εντελώς αθώα από
τις μνήμες της φρίκης που είχε ζήσει. Κάθε αναστεναγμός των μουλαριών, κάθε
βήμα στο μονοπάτι, του θύμιζε πως η ειρήνη, η γαλήνη και η καθημερινότητα είναι
δώρα που κερδίζονται μέσα από πόνο και θυσία.
Ο Φυτός δεν είχε δικό του ούτε σπίτι, ούτε χωράφι, ούτε κοπάδι. Αγάπησε όμως τη
Δεσποινου, μια φτωχή κόρη χωρίς προίκα και ήθελε να την παντρευτεί. Πως να την
παντρευτεί όμως; Χωρίς μια στέγη να ζήσουν;
Έτσι ένα Μεγάλο Σάββατο μάντρισε το κοπάδι, φόρεσε τα καλά του, και πήγε στην
εκκλησία να ζητήσει τη Δεσποινού για γυναίκα.
Πέρασε όμως πρώτα από το καφενείο του Χατζηφίλιππου, και ζήτησε να αγοράσει το
μικρό σπιτάκι στην πάνω γειτονιά που ο τοκογλύφος κατάσχεσε από έναν φτωχό
βιοπαλαιστή. Ο Χατζηφίλιπος γέλασε ειρωνικά, σχεδόν χλευαστικά, για το αστείο
που είχε ακουστεί. Με φωνή δυνατή και γεμάτη ειρωνεία, του είπε πως, αν έφερνε
δεκατρείς λίρες, το σπίτι θα ήταν δικό του. Ο Φυτός, αψηφώντας την ειρωνεία και
την αμφιβολία του άλλου, δέχτηκε. Έδωσαν τα χέρια, και η συμφωνία φαινόταν
σίγουρη. Τότε ο Φυτός πήγε να ζητήσει τη Δεσποινού, κρατώντας την ελπίδα και
την αποφασιστικότητά του.
Μέρες αργότερα, επέστρεψε με τις δεκατρείς λίρες, έτοιμος να ολοκληρώσει τη
συμφωνία. Όμως ο Χατζηφίλιππος, βλέποντας τα χρήματα στο χέρι του φτωχού
βοσκού, αρνήθηκε. Του είπε πως το σπίτι άξιζε πολύ περισσότερα, και πως όλα όσα
είχε πει ήταν ένα χωρατό. Δεν πίστευε πως ο Φυτός θα έβρισκε ποτέ τις δεκατρείς
λίρες, καθώς ήταν αδύνατος, έρμαιο της φτώχειας και της μοίρας του.
Μάλωσαν έντονα, και ο Φυτός, αποφασισμένος να μη χάσει το δίκιο του, κατέφυγε
στο δικαστήριο. Οι μάρτυρες που είχαν δει τη συμφωνία εκείνο το Μεγάλο Σάββατο
κατέθεσαν με ακρίβεια όσα είχαν ακούσει και δει. Ο δικαστής, ακούγοντας όλες
τις μαρτυρίες, επικύρωσε τη συμφωνία. Το σπίτι πέρασε στον Φυτό.
Ο Φυτός παντρεύτηκε τη Δεσποινού, και οι δυο τους έζησαν εκεί με ευτυχία. Το
σπίτι, επισκευασμένο και συντηρημένο, υπάρχει μέχρι σήμερα και κατοικείται από
τους απογόνους του.
Και ο Κυριακός, γνωρίζοντας την ιστορία, κατάλαβε κάτι σημαντικό: οι ήρωες δεν
βρίσκονται μόνο στους παλιούς θρύλους και στους μεγάλους πολέμους. Κάποιοι
γύρισαν ψυχικά νικημένοι από φρικιαστικούς πολέμους, αλλά έγιναν θρύλοι χωρίς
να το ξέρουν — όχι για τις μάχες τους, αλλά για το πείσμα τους, για την επιμονή
τους στο δίκιο και για τη ζωή που ξανάχτισαν με τα χέρια τους.
Έτσι, οι ιστορίες της Κύπρου συνέχιζαν να πλέκονται — από Ακρίτες και πολέμους
μέχρι βοσκούς και μικρά σπίτια — όλες μέρος του ίδιου, μεγάλου αφηγήματος που συνδέει
γενιές και τόπους.
1949, Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ / Αφανείς ήρωες
Στα χρόνια του Β΄πολέμου, τότε που η νιότη δεν είχε τον χρόνο να ωριμάσει, ο
Χαμπής, πατέρας του Κυριακού, ήταν μόλις δεκαεπτά χρονών. Στην ορμή της ηλικίας
του, ανάμεσα σε όνειρα και ανάγκες, πήρε μια απόφαση που θα τον σημάδευε για
πάντα. Με μια ξένη ταυτότητα στο χέρι —γιατί ήταν ακόμη ανήλικος— κατατάχθηκε
στη βρετανική ταξιαρχία Κυπρίων εθελοντών. Δεν ήταν μόνο το μεροκάματο· ήταν
και η αίσθηση πως η ζωή τον καλούσε να αποδείξει κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό
του.
Στο Ελ Αλαμέιν έμαθε τι σημαίνει πόλεμος. Όχι από αφηγήσεις, αλλά μέσα από τον
καπνό, τη φωτιά και τις κραυγές που δεν σταματούσαν ούτε μέρα ούτε νύχτα.
Άνθρωποι ζητούσαν νερό με σπασμένη φωνή. Άλλοι σιωπούσαν για πάντα πριν
προλάβουν να σωθούν. Κι όμως, μέσα σε εκείνη την κόλαση της ερήμου, δεν υπήρχαν
διαφορές. Δεν υπήρχαν Έλληνες και Τούρκοι. Υπήρχαν μόνο Κύπριοι. Μοιράζονταν το
λίγο νερό, τον φόβο και τις αναμνήσεις από τα χωριά τους. Κι όταν κάποιος
λύγιζε, οι άλλοι του μιλούσαν για τη
θάλασσα, για το σπίτι, για να κρατηθεί όρθιος.
Ο Χαμπής γύρισε από τον πόλεμο χωρίς ιστορίες. Δεν του άρεσε να μιλά. Έφερε
όμως μαζί του κάτι βαθύτερο: γνώση. Ήξερε από όπλα, ήξερε από πειθαρχία, ήξερε
να περιμένει. Έφερε και μια πληγή στο σώμα από σφαίρα στο κορμί ως ενθύμιο.
Και όταν αργότερα ήρθε η ώρα της Κύπρου, δεν αναρωτήθηκε
τι θα κερδίσει. Ρώτησε μόνο πού χρειάζεται.
Στα χρόνια του Αγώνα στάθηκε δίπλα στους άλλους νέους. Εκπαίδευσε αγωνιστές στα
όπλα, ακόμη και παιδιά που μόλις άρχιζαν να καταλαβαίνουν τον κόσμο. Τους έμαθε
να στέκονται όρθιοι, να αγαπούν την ελευθερία και να ξέρουν τι σημαίνει ευθύνη.
Κάποιοι από αυτούς έμελλε να γίνουν ήρωες. Ο ίδιος όμως έμεινε στη σκιά. Δεν
ζήτησε ποτέ αναγνώριση. Έκανε ό,τι μπορούσε, σιωπηλά.
Μεγαλώνοντας δίπλα σε έναν τέτοιο πατέρα, ο Κυριακός ένιωθε πως κουβαλούσε μια
κληρονομιά. Ήθελε να μάθει. Να καταλάβει. Έσκυψε πάνω από την ιστορία του
πολέμου και βρήκε μέσα της μορφές γνώριμες — ανθρώπους από το χωριό του, τη
Χλώρακα.
Τότε, το χωριό αριθμούσε περίπου οκτακόσιους κατοίκους. Κι όμως, τριάντα από
αυτούς άφησαν τα σπίτια τους και κατατάχθηκαν εθελοντικά. Άλλοι έμειναν στην
Κύπρο, άλλοι στάλθηκαν μακριά — στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Λιβύη, την
Ιταλία. Κάποιοι πολέμησαν, κάποιοι τραυματίστηκαν. Όλοι όμως κουβάλησαν μέσα
τους την ίδια ελπίδα: πως στο τέλος του πολέμου, η πατρίδα τους θα ήταν
ελεύθερη.
Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Μενέλαος Αριστείδης. Από τους πρώτους που κατατάχθηκαν,
πριν ακόμη ξεσπάσει ολοκληρωτικά η θύελλα. Εκπαιδεύτηκε στην Αίγυπτο και
στάλθηκε στην Ελλάδα, όπου πολέμησε με πάθος, δίπλα σε άλλους Έλληνες, ενάντια
στον φασισμό. Δεν λογάριαζε κακουχίες ούτε φόβο. Τον οδηγούσε μια βαθιά πίστη
στο καθήκον.
Όταν η Ελλάδα κατέρρευσε, εκείνος δεν παραδόθηκε. Μαζί με άλλους κατάφερε να
διαφύγει στην Αίγυπτο και συνέχισε τον αγώνα. Η Κύπρος εκείνα τα χρόνια έγινε
καταφύγιο για πρόσφυγες και στρατιώτες — ένα μικρό νησί που κουβαλούσε μεγάλο
βάρος.
Το καλοκαίρι του 1942, η έρημος της Βόρειας Αφρικής έγινε ξανά θέατρο μάχης. Οι
δυνάμεις του Άξονα προέλαυναν, κι οι Σύμμαχοι οχυρώθηκαν γύρω από το Ελ
Αλαμέιν. Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές, οι απώλειες βαριές. Η άμμος έκρυβε ιδρώτα
και αίμα.
Οι πορείες μέσα στην
έρημο δεν συγχωρούσαν λάθη.
Ο ήλιος έκαιγε αλύπητα την ημέρα, το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα τη νύχτα, και ο
ορίζοντας έμοιαζε πάντα ίδιος — ένας ατέλειωτος κύκλος άμμου που κατάπινε κάθε
ελπίδα προσανατολισμού. Κάθε βήμα μπορούσε να είναι και το τελευταίο προς τη
σωστή κατεύθυνση… ή το πρώτο προς τον χαμό.
Σε δύο τέτοιες αποστολές αναγνώρισης, η διμοιρία του Μενέλαου χάθηκε.
Στην αρχή ήταν η σιωπή.
Καμία επικοινωνία. Καμία ένδειξη. Μόνο ο άνεμος που σκέπαζε τα ίχνη τους, σαν
να μην υπήρξαν ποτέ. Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Οι ελπίδες έσβηναν μία-μία.
Στις οικογένειες έφτασε η λέξη που παγώνει το αίμα: αγνοούμενοι.
Όχι νεκροί. Όχι ζωντανοί. Χαμένοι κάπου ανάμεσα.
Δύο φορές έζησαν τον ίδιο εφιάλτη. Δύο φορές ένιωσαν πως τους κατάπιε η έρημος.
Κι όμως… Και τις δύο φορές, όταν πια κανείς δεν περίμενε τίποτα, όταν τα πάντα
είχαν σχεδόν τελειώσει, εμφανίστηκαν. Σαν σκιές μέσα από τη θύελλα της άμμου.
Σαν άνθρωποι που γύρισαν από έναν τόπο όπου δεν επιστρέφει κανείς. Ζωντανοί.
Εξαντλημένοι. Με βλέμματα που κουβαλούσαν κάτι που δεν λεγόταν.
Ήταν ένα θαύμα μέσα στην απεραντοσύνη της ερήμου.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι άντρες γύρισαν στα σπίτια τους. Δεν έφεραν πλούτη.
Μόνο παράσημα, μνήμες και ένα βαθύ, σιωπηλό καμάρι. Είχαν υπάρξει μέρος ενός
αγώνα τεράστιου, ίσως του μεγαλύτερου που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Μα πάνω απ’ όλα, κουβαλούσαν μια ελπίδα που δεν έσβησε ποτέ: πως μια μέρα δεν
θα ήταν πια αποκομμένοι. Πως θα ανήκαν ολοκληρωτικά εκεί όπου ένιωθαν ότι
ανήκουν. Και αυτή η ελπίδα, όσο κι αν δοκιμάστηκε, έμεινε ζωντανή — όπως μένουν
ζωντανές οι ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ δυνατά.
Ο ΑΝΙΕΡΟΣ / Ο κριματισμένος
Η πόρτα της χαμηλής κάμαρης έμενε μισάνοιχτη, όχι από φιλοξενία αλλά από
ανάγκη. Η μπόχα που έβγαινε από μέσα δεν άντεχε κλεισούρα. Ήταν βαριά, γλυκερή,
κολλημένη στους τοίχους, σαν να είχε ποτίσει το χώμα και να ξαναγύριζε πίσω. Από
εκεί μέσα ακούγονταν βογκητά. Όχι κραυγές πόνου πια, αλλά εκείνα τα χαμηλά,
σπασμένα βογκητά που δεν ζητούν βοήθεια — ζητούν τέλος.
Ο γέρος κειτόταν στο στενό σιδερένιο κρεβάτι, καρφωμένος πάνω του σαν
κατάδικος. Το κορμί του είχε μαζέψει, είχε συρρικνωθεί τόσο που τα ρούχα του
κρέμονταν πάνω του σαν παλιά πανιά σε σκιάχτρο. Το πρόσωπό του δεν θύμιζε
άνθρωπο. Ήταν σκαμμένο, χαραγμένο, σαν να το είχε δουλέψει η ίδια η γη με τα
νύχια της. Τα μάτια του, βαθουλωμένα, ανοιγόκλειναν αργά, όχι για να δουν, αλλά
σαν να μετρούσαν πόσες ανάσες ακόμα τους είχαν απομείνει.
Ο θάνατος είχε περάσει πολλές φορές από μπροστά του. Τον είχε νιώσει, τον είχε
μυρίσει. Είχε δει τη σκιά του να στέκεται στην άκρη του κρεβατιού, είχε ακούσει
το συρτό του βήμα. Κι όμως, κάθε φορά, τον προσπερνούσε. Σαν να μην ήταν ακόμα
η σειρά του. Σαν να είχε χρέη να ξεπληρώσει.
Μήνες τώρα έτσι. Μήνες που το σώμα του έλιωνε και η ψυχή του δεν έφευγε.
Μια φορά τη μέρα
άνοιγε περισσότερο η πόρτα και έμπαινε η κόρη του. Δεν μιλούσε. Δεν χαιρετούσε.
Έφερνε ένα μικρό μπολ με χυλό ή λίγο νερό. Του άνοιγε το στόμα με τα δάχτυλα,
σπρώχνοντας το κουτάλι μέσα, όπως ταΐζουν ζώο άρρωστο που δεν μπορεί πια να
σταθεί. Εκείνος προσπαθούσε να μην καταπιεί. Έσφιγγε τα δόντια, γύριζε το
κεφάλι. Μέσα του παρακαλούσε: «Άφησέ με να πεθάνω». Μα εκείνη επέμενε. Όχι από
αγάπη. Ούτε από καθήκον. Από κάτι πιο σκοτεινό. Τον έβλεπε να υποφέρει και δεν
γύριζε το βλέμμα. Σκεφτόταν πως αυτό ήταν το μόνο που του άξιζε.
Ήταν
κακός άνθρωπος. Σκληρός από τα νιάτα του. Δεν αγάπησε ποτέ. Ούτε τη γυναίκα που
του γένναγε παιδιά κάθε φορά που την επισκεπτόταν σαν να ήταν ξένο κορμί. Ούτε
τα παιδιά που έσπειρε χωρίς να λογαριάσει τι σημαίνει να μεγαλώνεις ψυχές. Τους
έδερνε, τους καταπίεζε, τους φόβιζε. Τα λίγα χρήματα που έμπαιναν στο σπίτι τα άρπαζε
και τα έτρωγε στο ποτό και στις γυναίκες. Η γυναίκα του ζούσε σαν δούλα. Τα
παιδιά σαν βάρος.
Και μια φορά — μια φορά έκανε το χειρότερο. Πούλησε ένα παιδί του. Βρήκε μια
άτεκνη οικογένεια, πήρε τα λεφτά και έδωσε την κόρη του χωρίς να λογαριάσει τα
κλάματα, τα παρακάλια, τα ουρλιαχτά της μάνας και των αδερφών της. Από εκείνη
τη μέρα, η οικογένεια δεν ξαναέγινε ποτέ ολόκληρη.
Η κοινότητα ήξερε.
Όλοι ήξεραν. Μα κανείς δεν μίλησε. Τον φοβούνταν. Τώρα, κανείς δεν τον φοβόταν
πια.
Όταν ήρθε ο ιερέας, μπήκε διστακτικά. Το πάτωμα ήταν χωμάτινο, υγρό. Η στέγη είχε
στάξει τη νύχτα και μια μυρωδιά μούχλας ανακατευόταν με τη μπόχα του σαπισμένου
κορμιού. Στάθηκε κοντά στο κρεβάτι και τον κοίταξε. Για μια στιγμή, δεν είδε
άνθρωπο. Είδε κάτι που είχε υπάρξει άνθρωπος.
Ο
γέρος άνοιξε τα μάτια του. Τον αναγνώρισε. Και χωρίς προλόγους, με φωνή που
έτρεμε σαν σπασμένο κλαδί, άρχισε να μιλά νομίζοντας πως έτσι θα εξιλεωθεί, θα
βρει λύπηση από τον ιερέα, πως θα του δώσει άφεση αμαρτιών.
Είπε για τη σκληρότητά του. Πως έδερνε τα παιδιά του με το καμουτσίκι. Για το
μίσος. Για το παιδί που πούλησε. Είπε πως δεν τον παίρνει ο θάνατος. Πως
παρακαλεί και δεν έρχεται. Θέλει να συγχωρεθεί. Όχι για να σωθεί — αλλά για να
τελειώσει.
Ο ιερέας άκουγε και
μέσα του πάλευαν δύο φωνές. Η μία έλεγε πως δεν υπάρχει συγχώρεση χωρίς
μετάνοια. Η άλλη έλεγε πως υπάρχει πόνος που δεν αντέχεται άλλο, ούτε από τον
ένοχο.
«Υπάρχει
ένα πράγμα», είπε στο τέλος ο γέρος. «Το παιδί. Εκείνο που χάθηκε. Είναι η
μεγαλύτερη μου αμαρτία. Πρέπει να βρεθεί, να με συγχωρέσει για να αναπαυθώ».
Και άρχισε να κλαίει. Όχι δυνατά. Σιωπηλά. Δάκρυα που έτρεχαν μέσα στις
χαρακιές του προσώπου του και χάνονταν στο μαξιλάρι.
Ο ιερέας βγήκε έξω. Ο
αέρας της Χλώρακας του φάνηκε ξαφνικά βαρύς. Πήγε και βρήκε τον Κυριακό. Άνθρωπο
λιγομίλητο. Περπατημένο. Από εκείνους που δεν κάνουν ερωτήσεις πριν έρθει η
ώρα. Ήταν ερευνητής, θα ήξερε πού και πώς να ψάξει. Όλοι έλεγαν πως ήταν καλός
στη δουλειά του.
«Θέλω να βρεις ένα
παιδί», του είπε. «Που χάθηκε πριν χρόνια. Που πουλήθηκε. Δεν ξέρω αν ζει. Ούτε
αν θέλει να βρεθεί. Μα πρέπει να το μάθουμε».
Ο Κυριακός δεν ρώτησε
γιατί. Κατάλαβε.
Και όσο έπαιρνε τον
δρόμο της έρευνας, πίσω, στο χαμηλό δωμάτιο, ο γέρος συνέχιζε να λιώνει. Να
παρακαλεί. Να μισεί τον εαυτό του. Να ελπίζει χωρίς δικαίωμα. Και ο θάνατος —
πάντα εκεί, πάντα λίγο πιο πέρα.
Ο Κυριακός όπως ήταν φυσικό, ξεκίνησε από τη μάνα. Και στάθηκε τυχερός — ή
άτυχος. Γιατί εκείνη ήξερε. Ήξερε πού είχε πάει η κόρη της. Ήξερε ποιοι την
είχαν πάρει. Πλούσιοι άνθρωποι. Όχι μόνο στα υλικά, αλλά και στην καρδιά. Την
αγάπησαν. Τη μεγάλωσαν σαν δικό τους παιδί. Της έδωσαν όνομα, ασφάλεια, χαρά. Η
ζωή της δεν κύλησε μέσα στη στέρηση και στον φόβο. Κύλησε ήσυχα. Ανθρώπινα.
Αλλά όμως — δεν
συγχωρούσε. Ούτε τον πατέρα της, ούτε την οικογένεια που στάθηκε γύρω του και
τον άφησε να κάνει το ανείπωτο. Ούτε τη σιωπή. Ούτε τον φόβο. Ούτε το «δεν
μπορούσαμε». Ούτε τη μάνα της, που πίστευε πως επειδή η ευτυχία που γνώρισε η
κόρη της έσβηνε το έγκλημα. Ήταν σκληρή, δεν είχε ανάγκη να συγχωρήσει κανέναν.
Δεν είχε σκοπό να το κάνει.
Τώρα ζούσε τη δική της οικογενειακή ζωή. Με γονείς όχι εξ αίματος, αλλά εξ
αγάπης. Αγάπης πραγματικής, ανιδιοτελούς. Δεν κοίταζε πίσω. Δεν ήθελε να κοιτάξει.
Το παρελθόν δεν το ανακάτευε — το είχε θάψει βαθιά.
Όταν ο Κυριακός την πλησίασε, τον άκουσε. Ήσυχα. Ακίνητη. Και όταν τελείωσε,
του είπε μόνο ένα πράγμα: όχι. Δεν υπήρχε λύπηση μέσα της. Ούτε χώρος για αυτήν.
Ο άνθρωπος εκείνος είχε πάψει προ πολλού να είναι πατέρας. Και οι δεσμοί του
αίματος είχαν κοπεί τη μέρα που πούλησε το παιδί του. Μα ούτε την υπόλοιπη
οικογένεια. Δεν την γύρεψαν, δεν την αναζήτησαν. Δεν τους κατηγορούσε, αλλά δεν
τους αγαπούσε κιόλας. Γι’ αυτήν ήταν ξένοι.
Ο Κυριακός έφυγε. Μα δεν παραιτήθηκε. Σκέφτηκε. Και κατάλαβε πως αν μιλούσε για
εκείνον, θα αποτύγχανε. Έπρεπε να μιλήσει για τους άλλους.
Όταν ξαναπήγε, δεν
της μίλησε για συγχώρεση. Ούτε για Θεό. Ούτε για λύτρωση. Της μίλησε για την
αδερφή της. Της είπε πως εκείνη δεν έφταιξε. Πως έμεινε πίσω. Πως έζησε τη βία,
τη φτώχεια, τον φόβο. Πως τώρα, ήταν εκείνη που τον περιποιόταν. Που έμπαινε
καθημερινά σε εκείνη την κάμαρη. Που έσκυβε πάνω από ένα σώμα χτικιασμένο,
σαπισμένο, επικίνδυνο. Πως υπήρχε κίνδυνος. Αληθινός. Αρρώστια. Μόλυνση.
Θάνατος που δεν διαλέγεται.
«Κι αν δεν σας δένει αγάπη, εντούτοις είναι
αδερφή σου», της είπε. «Δεν σου ζητώ να τον λυπηθείς. Σου ζητώ να λυπηθείς
εκείνους που δεν σώθηκαν όπως σώθηκες εσύ».
Η γυναίκα δεν
απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά, το βλέμμα της έφυγε από μπροστά και γύρισε
πίσω. Όχι στον πατέρα. Στην αδερφή. Στο σπίτι που έμεινε όρθιο πάνω στον φόβο.
Στη ζωή που δεν της χαρίστηκε.
Η συγχώρεση δεν ήρθε σαν έλεος. Ήρθε σαν πράξη άμυνας. Και αυτό — ήταν το πιο
βαρύ της φορτίο.
Ο Κυριακός μετέφερε τα νέα στον ιερέα. Δεν τα είπε καλά μαντάτα. Δεν τόλμησε. Είπε
μόνο πως η γυναίκα λύγισε. Όχι για εκείνον. Για τους άλλους.
Ο ιερέας κατάλαβε.
Και εκ καθήκοντος πήγε εκείνο το ίδιο βράδυ στη χαμηλή κάμαρη. Ο γέρος ήταν
ακόμη ζωντανός. Ανέπνεε βαριά, κοφτά, σαν να του χρωστούσε κάθε ανάσα. Τα μάτια
του άνοιξαν όταν τον ένιωσε κοντά του. Δεν ζήτησε πολλά. Μόνο τον κοίταξε.
Περίμενε.
Ο ιερέας δεν μίλησε για συγχώρεση. Δεν μίλησε για άφεση. Δεν είπε πως τα
κρίματα σβήστηκαν. Μόνο στάθηκε δίπλα του. Έκανε το σημείο του σταυρού. Και για
πρώτη φορά, όχι από δικαιοσύνη αλλά από ανθρώπινη αδυναμία, τον λυπήθηκε. Και
αυτό ήταν όλο.
Την άλλη μέρα που ξημέρωσε, πήγε πάλι. Η κάμαρη ήταν ήσυχη.
Ο γέρος κειτόταν
ακίνητος στο στενό κρεβάτι. Το στόμα του μισάνοιχτο, τα μάτια κλειστά. Το κορμί
του είχε πάψει να παλεύει. Ο θάνατος, επιτέλους, δεν τον προσπέρασε.
Όχι γιατί συγχωρήθηκε. Όχι γιατί δικαιώθηκε. Αλλά γιατί κάποιος, έστω και αργά,
δεν άντεξε άλλο να τον βλέπει να λιώνει. Ο Χάροντας δεν ήρθε με θριαμβευτικό
βήμα. Ήρθε σιωπηλά. Και πήρε ό,τι είχε απομείνει.
Έτσι τελείωσε η ζωή
του κακού πατέρα. Όχι με λύτρωση, αλλά με παύση. Και για το τι τον περίμενε
πέρα από αυτό — κανείς δεν ήξερε. Ούτε ο ιερέας. Ούτε οι ζωντανοί.
Ούτε εκείνοι που
υπέφεραν.
Γιατί υπάρχουν ζωές που τελειώνουν εδώ. Και κρίσεις που δεν ανήκουν στους ανθρώπους.
ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ / Μνήμες και αμφισβητήσεις από τη Χλώρακα του ’50
Για τον Κυριακό οι μέρες κυλούσαν μέσα σε μια ρουτίνα που ο ίδιος είχε φτιάξει
για τη ζωή του, όπως συνηθίζουν οι άνθρωποι όταν θέλουν να κρατήσουν τα
πράγματα σταθερά. Πρωί–πρωί, πριν ακόμη φανεί ο ήλιος πάνω από τον ορίζοντα,
περνούσε από το καφενείο. Εκεί συναντούσε τους θαμώνες, άκουγε τα νέα, τις
ίδιες ιστορίες ειπωμένες με λίγο διαφορετικό τόνο, τα μικρά και τα μεγάλα του
χωριού. Δεν μιλούσε πολύ, άκουγε. Πάντα άκουγε.
Ύστερα πήγαινε στο γραφείο. Άλλος ένας καφές, αυτή τη φορά μαζί με την οικονόμο
του. Λίγες κουβέντες για το σπίτι, για όσα έλειπαν και όσα περίσσευαν, για
πράγματα καθημερινά που κρατούσαν τη ζωή σε μια ισορροπία. Όταν έμενε μόνος,
άνοιγε τα ντοσιέ του και τους έριχνε μια ματιά, όχι τόσο για να διαβάσει όσο
για να νιώσει πως όλα βρίσκονταν στη θέση τους.
Κι όταν καμιά φορά ένιωθε
πως το μυαλό του βάραινε, κατέβαινε με τα πόδια στην παραλία. Καθόταν σε έναν
βράχο και, αγναντεύοντας τη θάλασσα, έβαζε τις σκέψεις του σε τάξη. Ήταν μια
συνήθεια παλιά, αγαπημένη. Η θάλασσα τού θύμιζε τα χρόνια της ναυτοσύνης του —
τα ταξίδια, τις σιωπές των ανοιχτών νερών, τον τρόπο που το κύμα μπορούσε να σε
ταράξει και να σε γαληνέψει την ίδια στιγμή. Οι αναμνήσεις αυτές τον συγκινούσαν.
Τον ηρεμούσαν.
Εκείνη τη μέρα πήγε στην Αλική. Κάτω από τη σκιά του υποστέγου/μνημείου που
στέγαζε το καϊκι, το σύμβολο του αγώνα της ΕΟΚΑ, ήρθαν οι μνήμες αδυσώπητες:
Η εποχή του Αγώνα δεν άφησε πίσω της μόνο μνημεία και ονόματα ηρώων. Άφησε και
σκιές. Σκιές βαριές, που για δεκαετίες κατοίκησαν τις αυλές των χωριών, τις
χαμηλόφωνες συζητήσεις, τις παύσεις στη μέση μιας πρότασης. Στον κόσμο της
παρανομίας και της απόλυτης πειθαρχίας, όπου η προδοσία ισοδυναμούσε με θάνατο,
η αλήθεια συχνά δεν είχε τον χρόνο να αποδειχθεί.
Στη Χλώρακα, στα χρόνια του Αγώνα της ΕΟΚΑ, δύο εκτελέσεις σημάδεψαν την κοινότητα
και έμειναν να βαραίνουν τη συλλογική μνήμη. Όχι τόσο για τον τρόπο που έγιναν,
όσο για όσα ακολούθησαν — ή για όσα δεν ακολούθησαν ποτέ.
Στην περίπτωση του Φύτου,
η ιστορία δεν έμεινε για πάντα μετέωρη. Χρόνια αργότερα ήρθε η αναγνώριση από
την ίδια την πλευρά του Αγώνα: δεν υπήρξε προδότης. Ο θάνατός του δεν υπηρέτησε
την ελευθερία, αλλά ξένα προς αυτήν συμφέροντα. Η δικαίωση ήρθε αργά, σχεδόν σιωπηλά.
Δεν επέστρεψε όσα χάθηκαν, αποκατέστησε όμως το όνομα.
Η δεύτερη περίπτωση
έμεινε πιο βαριά και πιο σκοτεινή. Εκείνη του Γεώργιου Πολεμίτη.
Χωρίς επίσημη αμφισβήτηση,
αλλά και χωρίς επίσημη επιβεβαίωση. Χωρίς αποκατάσταση, αλλά και χωρίς καθαρή ενοχή.
Η υπόθεση δεν εξετάστηκε ξανά, δεν φωτίστηκε, δεν ξεκαθαρίστηκε. Η οικογένεια
δεν ζήτησε δικαίωση — κι έτσι η σιωπή σκέπασε τα πάντα.
Μέσα σε αυτό το κενό,
η αλήθεια δεν χάθηκε, διαλύθηκε. Στη θέση της έμειναν φήμες, υπαινιγμοί,
αντιφατικές αφηγήσεις και μισές κουβέντες που δεν γράφτηκαν ποτέ, αλλά
ειπώθηκαν ξανά και ξανά πίσω από κλειστές πόρτες. Όσο περνούσε ο χρόνος, τόσο
λιγότερο ξεκάθαρο γινόταν τι ήταν αλήθεια και τι κατασκεύασμα της ανθρώπινης
ανάγκης να εξηγηθεί το ανεξήγητο.
Το όνομα της οργάνωσης
στάθηκε βαρύ. Για άλλους ασπίδα, για άλλους σφραγίδα σιωπής. Εκεί όπου ο Αγώνας
απαιτούσε απόλυτη πίστη, κάποιοι άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι όχι σε αποδεδειγμένη
ενοχή, αλλά σε υποψίες, αντιπαλότητες, πάθη και ανθρώπινες αδυναμίες. Η γραμμή
ανάμεσα στην επαναστατική αναγκαιότητα και στην ιδιωτική βία θόλωσε επικίνδυνα.
Ο Γεώργιος Πολεμίτης
δεν ανήκε στους ανθρώπους που έζησαν μια ζωή ευθύγραμμη. Πέρασε μέσα από τη
φωτιά της ιστορίας και βγήκε σημαδεμένος — όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στο
όνομα. Μεγαλωμένος στη Χλώρακα, υιοθετημένος σε σπίτι προεστών και ανθρώπων με
λόγο βαρύ στα κοινά, έμαθε από νωρίς τι θα πει ευθύνη και σιωπή. Δεν ήταν παιδί
του αίματος, αλλά της επιλογής. Κι αυτή η λεπτή διαφορά τον ακολούθησε σε όλη
του τη ζωή.
Ο πόλεμος τον βρήκε νέο και έτοιμο. Όχι από ρομαντισμό, αλλά από εσωτερική
ανάγκη. Στα μέτωπα της Αφρικής και της Ιταλίας έγινε άλλος άνθρωπος.
Μπαρουτοκαπνισμένος κομάντο, γνώρισε τον φόβο, τη δίψα, τον θάνατο από κοντά.
Εκεί έμαθε πως η ανθρώπινη ζωή μπορεί να κριθεί σε δευτερόλεπτα και πως η
αλήθεια, μέσα στον πόλεμο, σπάνια είναι καθαρή.
Όταν γύρισε, δεν γύρισε θριαμβευτής. Γύρισε σιωπηλός. Και ίσως αυτή η σιωπή να ήταν το πρώτο σημάδι πως ο αγώνας του δεν είχε τελειώσει. Γιατί υπάρχουν πόλεμοι που δεν αφήνουν μετάλλια — μόνο ερωτήματα.
Δεκαετίες αργότερα, ένα απόγευμα ήσυχο, η κόρη του, η Κατερίνα, κάθισε απέναντι
από τον Κυριακό. Δεν ήρθε βιαστικά, ήρθε αποφασισμένη. Του είπε πως είχε
ακούσει τα καλύτερα για εκείνον, για τη μεθοδικότητά του, για την επιμονή του,
για το ότι δεν φοβόταν να σκαλίζει υποθέσεις που άλλοι είχαν μάθει να αποφεύγουν.
Ύστερα από τόσα χρόνια, ήθελε να ερευνηθεί ο θάνατος του πατέρα της.
Τον σκότωσαν ως προδότη.
Άνδρες της ΕΟΚΑ τον εκτέλεσαν μέρα μεσημέρι, ενώ καθόταν ανυποψίαστος στο
καφενείο του χωριού. Μαζί του έπεσε και ο Φύτος. Δύο κορμιά στο χώμα, δύο
ονόματα φορτωμένα με την ίδια κατηγορία.
Για τον Φύτο, είπε η Κατερίνα, η αλήθεια βρήκε τελικά τον δρόμο της. Για τον
πατέρα της όμως, όχι. Κι όμως, στο χωριό, ποτέ δεν έλειψαν οι ψίθυροι. «Το ίδιο
έγινε κι εδώ», έλεγαν κάποιοι. «Όπως με τον Φύτο». Μα κανείς δεν το είπε
φωναχτά. Κανείς δεν το ζήτησε επίσημα. Κι έτσι η υπόθεση έμεινε χωρίς έρευνα,
χωρίς φως, χωρίς απάντηση.
Δεν ζητούσε εκδίκηση. Το ξεκαθάρισε. Ούτε μια συγκεκριμένη εκδοχή. Ήθελε μόνο
την καθαρή αλήθεια — όποια κι αν ήταν. Αν ήταν ένοχος, να το ξέρουν. Κι αν δεν
ήταν, να τελειώσει επιτέλους η σιωπή.
Ο Κυριακός δεν απάντησε
αμέσως. Ήξερε πως τέτοιες υποθέσεις δεν ανοίγουν μόνο φακέλους. Ανοίγουν
μνήμες, στόματα και πληγές που κάποιοι πίστευαν πως είχαν κλείσει οριστικά.
Ήξερε όμως και κάτι ακόμη: πως η αλήθεια, όσο κι αν αργεί, πάντα ζητά τον λόγο.
Και έτσι, χωρίς χειραψίες και χωρίς μεγάλες υποσχέσεις, ξεκίνησε ξανά μια
υπόθεση που το χωριό είχε μάθει να μην προφέρει.
Ο Κυριακός ξεκίνησε
την έρευνα αθόρυβα, όπως συνήθιζε. Δεν άνοιξε αρχεία ούτε αναζήτησε έγγραφα από
την αρχή. Πρώτα πήγε στους ανθρώπους. Σε όσους ζούσαν ακόμη και κουβαλούσαν μέσα
τους εκείνα τα χρόνια — άλλοι σαν παράσημο κι άλλοι σαν βάρος.
Ρωτώντας παλιούς
αγωνιστές, άκουσε την ίδια ιστορία να ξετυλίγεται με διαφορετικές αποχρώσεις.
Ο Πολεμίτης, του
είπαν, ήταν ταξιτζής. Είχε δικό του ταξί — πράγμα σπάνιο για την εποχή. Ήταν εργατικός,
σχεδόν ακούραστος, και το αυτοκίνητό του δεν έμενε ποτέ ακίνητο. Με αυτό
μετέφερε συγγενείς φυλακισμένων αγωνιστών στα βρετανικά στρατόπεδα, για να
επισκεφθούν τους δικούς τους. Σε χρόνια φόβου και αποκλεισμών, εκείνος έκανε το
δρομολόγιο ξανά και ξανά και έμπαινε στα εχθρικα στρατοπεδα ελευθερα.
Και ακριβώς αυτό στάθηκε το πρώτο σημείο που στηλίτευσαν όσοι τον κατηγόρησαν.
«Πολλά μπαινοβγαίνει
στα στρατόπεδα», έλεγαν.
«Πολλά ξέρει».
«Πολλά βλέπει».
Το δεύτερο επιχείρημα
ήρθε από αλλού. Ο Πολεμίτης ήταν χαρτοπαίκτης. Και όχι φτωχός. Πάντα
ματσωμένος, πάντα με λεφτά στην τσέπη, πάντα πρόθυμος να ρίξει χαρτί. Σε μια
εποχή που η φτώχεια ήταν κοινή μοίρα, η οικονομική του άνεση φάνηκε σε κάποιους
ύποπτη. «Από πού τα βρίσκει;» ρωτούσαν. Και η υποψία, όταν βρει χώρο, μεγαλώνει
εύκολα.
Όμως υπήρχε και η
άλλη πλευρά. Εκείνη που μιλούσε χαμηλότερα, αλλά με περισσότερη βεβαιότητα.
Άλλοι αγωνιστές
έλεγαν πως τίποτα από αυτά δεν στέκoνταν. Πως αν υπήρχε έστω και η παραμικρή
ένδειξη συνεργασίας, οι ίδιες οι οικογένειες των φυλακισμένων δεν θα τον
εμπιστεύονταν ποτέ. Κι όμως, με τη δική τους σύμφωνη γνώμη, μόνο εκείνον
καλούσαν να τους μεταφέρει στη Κοκκινοτριμιθιά, στο αγγλικό στρατόπεδο με τα
κρατητήρια. Μόνο στο δικό του τιμόνι ανέβαιναν γυναίκες, γονείς, αδέλφια
αγωνιστών — άνθρωποι που δεν είχαν περιθώριο για λάθος.
Υπήρχε κι άλλο. Κάτι
που, για όσους το γνώριζαν, έκλεινε τη συζήτηση.
Η οικογένειά του ήταν
γνωστή για τον πατριωτισμό της. Και ιδιαίτερα ένας θείος του, που σχεδόν
καθημερινά βρισκόταν στο σπίτι του ο Πολεμίτης. Άνθρωπος πρώτης γραμμής. Από
τους πρώτους ανάμεσα στους πρώτους αρχηγούς των αγωνιστών του χωριού. Δύσκολα
θα μπορούσε — έλεγαν — να συμβαίνει κάτι σκοτεινό κάτω από την ίδια στέγη,
χωρίς να το γνωρίζει, κάτω από τη μύτη του. Και ακόμη δυσκολότερα να το ανεχθεί.
Ο
Κυριακός άκουγε χωρίς να διακόπτει. Σημείωνε όχι μόνο όσα λέγονταν, αλλά και
τον τρόπο που λέγονταν. Ποιοι μιλούσαν με βεβαιότητα, ποιοι με επιφύλαξη, ποιοι
κοιτούσαν χαμηλά όταν ανέφεραν το όνομα του Πολεμίτη.
Οι απόψεις ήταν αντικρουόμενες. Μα όσο περνούσαν οι μέρες, ένα πράγμα γινόταν
όλο και πιο καθαρό: οι περισσότερες μαρτυρίες δεν έγερναν προς την πλευρά του
συνεργάτη των Άγγλων. Όχι με αποδείξεις, όχι με ντοκουμέντα — αλλά με εκείνη τη
βαριά, ανθρώπινη βεβαιότητα που γεννιέται όταν κάτι «δεν κολλά».
Και αυτό, για τον
Κυριακό, ήταν αρκετό για να προχωρήσει στο επόμενο βήμα. Γιατί αν η κατηγορία
δεν στεκόταν στους ανθρώπους, τότε έπρεπε να αναζητηθεί αλλού:
στο ποιος την ξεκίνησε, πότε ειπώθηκε για πρώτη φορά, και ποιον εξυπηρέτησε.
Όσο κι αν έψαξε ο
Κυριακός, όσο κι αν γύρισε την υπόθεση από όλες τις πλευρές, τα συμπεράσματα οδηγούσαν
πάντα στο ίδιο σημείο.
Ο Πολεμίτης δεν είχε
εχθρούς.
Δεν υπήρχε οικονομικό
όφελος από τον θάνατό του.
Δεν εξυπηρετούσε καμία στρατηγική, κανέναν σκοπό του Αγώνα, καμία ανάγκη της
εποχής.
Κι όμως, κάποιος τον
ήθελε νεκρό.
Όχι επειδή πρόδωσε.
Όχι επειδή συνεργάστηκε.
Αλλά
επειδή, με έναν τρόπο αθέλητο, βρέθηκε να ενοχλεί.
Ο Κυριακός κατάλαβε πως, σε τέτοιες εποχές, δεν χρειάζονται πάντα αποδείξεις
για να στηθεί μια κατηγορία. Αρκεί ο λόγος ενός ανθρώπου με κύρος. Κάποιου που
η φωνή του μετρούσε. Που δεν χρειαζόταν να εξηγήσει, ούτε να δικαιολογήσει.
Κάποιου που έδινε εντολές — και αυτές εκτελούνταν.
Η αλήθεια δεν αποκαλύφθηκε
με έγγραφα ούτε με ομολογίες. Φανερώθηκε μέσα από τις σιωπές. Από τα βλέμματα
που απέφευγαν να συναντηθούν. Από τις φράσεις που έμεναν μισές. Από εκείνες τις
λεπτομέρειες που όλοι γνώριζαν, αλλά κανείς δεν ήθελε να κατονομάσει.
Δεν ήταν πολιτικό το ζήτημα. Ήταν ανθρώπινο. Οικείο. Επώδυνα προσωπικό.
Κάπου ψηλά, κοντά
στην κορυφή, υπήρξε ένας άνθρωπος που ένιωσε πως ο Πολεμίτης είχε περάσει ένα
όριο — όχι του Αγώνα, αλλά της ζωής. Και σε εκείνη τη λεπτή γραμμή, όπου η
εξουσία συναντά την ανθρώπινη αδυναμία, δόθηκε η εντολή.
Χωρίς φωνές. Χωρίς
ίχνη. Χωρίς επιστροφή.
Ο Κυριακός δεν έγραψε
ονόματα. Δεν τα χρειαζόταν. Η Κατερίνα κατάλαβε. Και αυτό ήταν αρκετό. Γιατί η
αλήθεια, όταν ειπωθεί ολόκληρη, δεν χρειάζεται πάντα να κατονομάζει. Αρκεί να
φωτίζει.
Και έτσι έκλεισε η έρευνα. Όχι με δικαίωση. Αλλά με γνώση. Και με τη σιωπή — αυτή τη φορά — να μην βαραίνει, αλλά να εξηγεί.
ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ / Η Σιωπηλή Ενέδρα της Καμήλας
Η νύχτα είχε πέσει βαριά στην Κισσόνεργα και ο Ζαχαρίας κρυβόταν πίσω από έναν
σωρό άχυρα, κρατώντας σφιχτά τον ασύρματο πομπό. Από μακριά ακούστηκε το βαρύ
βήμα των Βρετανών στρατιωτών να πλησιάζει αργά το μονοπάτι. Χωρίς να χάσει
χρόνο, άπλωσε το χέρι προς το καλάθι με τα περιστέρια. Ένα μήνυμα έπρεπε να
φτάσει στους συντρόφους του πριν οι στρατιώτες αντιληφθούν την παρουσία τους.
Κάθε κίνηση ήταν βουβή, κάθε ανάσα υπολογισμένη. Η νύχτα ήταν πεδίο δοκιμής θάρρους και ευφυΐας.
Ο Ζαχαρίας Γεωργίου δεν ήταν απλώς ένας νεαρός κρυμμένος στη σκιά. Ήταν
αγωνιστής της ΕΟΚΑ και ενεργό μέλος της πρώτης οργανωμένης ομάδας στη Χλώρακα,
ένας από εκείνους που έβαλαν την καθημερινή τους ζωή στην υπηρεσία του Αγώνα.
Συμμετείχε στην πρώτη ομάδα Χλωρακιωτών που ορκίστηκαν στον Αγώνα, διακινώντας
μηνύματα, μεταφέροντας οπλισμό και οργανώνοντας τοπικά δίκτυα αντίστασης.
Η σοβαρότητα και η πειθαρχία του τον κατέστησαν κρίκο ζωτικό στην αλυσίδα των αγωνιστών, όμως ποτέ δεν αναζήτησε δημοσιότητα. Πίστευε πως η σιωπή ήταν μορφή ευθύνης.
Χρόνια αργότερα, όταν ο Κυριακός μελετούσε τις εκτελέσεις Χλωρακιωτών αριστερών
από την ΕΟΚΑ — εκτελέσεις που, σύμφωνα με την έρευνά του, είχαν γίνει άδικα και
χωρίς εντολές — συνάντησε τον Ζαχαρία. Τώρα γέρος πλέον, ο νεαρός τότε
αγωνιστής του εξιστόρησε πολλές από τις εμπειρίες του στον αγώνα.
Αυτό που εντυπωσίασε
περισσότερο τον ερευνητή Κυριακό, δεν ήταν μόνο η δραστήρια συμμετοχή του
Ζαχαρία, αλλά ένα συγκεκριμένο, σχεδόν άγνωστο περιστατικό που αποκάλυπτε τη
σκέψη, την εφευρετικότητα και την αφοσίωσή του. Ήταν η ιστορία μιας ενέδρας.
Η ομάδα του Ζαχαρία
είχε διαταχθεί να στήσει ενέδρα στη τοποθεσία Καμήλα της Κισσόνεργας. Ένα
κομβόι αυτοκινήτων θα μετέφερε οπλισμό και στρατιώτες προς τον κόλπο της Μάας
και η αποστολή ήταν σαφής: να το ανατινάξουν.
Πονηρός και προνοητικός, ο Ζαχαρίας εισηγήθηκε να πάει ο ίδιος από νωρίς για
παρακολούθηση. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος προδοσίας. Οι Άγγλοι θα μπορούσαν να έχουν
πληροφορηθεί το σχέδιο και να στήσουν αντιενέδρα.
Έτσι, πριν ακόμη χαράξει καλά η μέρα, βρέθηκε στη θέση του. Πίσω από τη σωρό
άχυρα και τους χαμηλούς θάμνους, μπορούσε να βλέπει καθαρά τον δρόμο, τις πλαγιές
και τη θάλασσα στο βάθος. Οι ώρες περνούσαν αργά. Το κορμί του είχε μουδιάσει
από τη νυχτερινή παγωνιά. Τα δάχτυλά του είχαν παγώσει γύρω από τον πομπό. Κάθε
φορά που ένα κλαδί έσπαγε στο βάθος, η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά.
Κάθε ανάσα ήταν μια λεπτή γραμμή ζωής. Κάθε σκέψη ένας στρατηγικός υπολογισμός.
Ο ήλιος άρχισε να
ανεβαίνει αργά πάνω από τη θάλασσα και το φως έλουσε τις πλαγιές της Κισσόνεργας.
Ο Ζαχαρίας παρέμενε ακίνητος, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να στείλει
το σινιάλο στους συντρόφους του.
Και τότε άκουσε βήματα. Σιωπηλά.
Αθόρυβα τυλίχτηκε
μέσα στα άχυρα και κράτησε την αναπνοή του. Από μπροστά του περνούσαν Βρετανοί στρατιώτες.
Ήταν πολλοί και βαριά οπλισμένοι.
Ο Ζαχαρίας κατάλαβε
αμέσως.Υπήρχε προδοσία.
Έμεινε ακίνητος, κάθε
μυς του κορμιού του σφιγμένος.
Το μυαλό του δούλευε
με ταχύτητα. Παρατηρούσε κάθε τους κίνηση, κάθε τους βήμα. Οι στρατιώτες
προχωρούσαν αργά και έπαιρναν θέσεις στις πλαγιές. Έστηναν αντιενέδρα.
Ο ιδρώτας κυλούσε στην πλάτη του, αλλά δεν κουνήθηκε. Ακόμη και το παραμικρό
τρίξιμο θα μπορούσε να τον προδώσει.
Όταν οι στρατιώτες πέρασαν από το επικίνδυνο σημείο, ο Ζαχαρίας τράβηξε αργά
την ανάσα του. Με σταθερό χέρι έστειλε το σινιάλο στους συντρόφους του. Η
επιχείρηση έπρεπε να αναβληθεί.
Και αναβλήθηκε. Η ομάδα γλίτωσε από την αντιενέδρα χάρη στην προνοητικότητα του Ζαχαρία. Όμως ο στόχος δεν είχε εγκαταλειφθεί.
Οι μέρες πέρασαν σιωπηλά. Το σχέδιο επανεξετάστηκε και οι αγωνιστές περίμεναν
την κατάλληλη στιγμή.
Και εκείνη η στιγμή ήρθε. Πριν ακόμη χαράξει καλά, ο Ζαχαρίας βρέθηκε ξανά στην
ίδια θέση. Το τοπίο ήταν ίδιο. Οι πλαγιές σιωπηλές, ο δρόμος άδειος και η
θάλασσα στο βάθος γυάλιζε στο φως του πρωινού.
Αυτή τη φορά όμως δεν υπήρχε παγίδα. Όταν τα οχήματα εμφανίστηκαν στον δρόμο,
το βλέμμα του παρέμεινε σταθερό. Παρακολούθησε προσεκτικά τις κινήσεις τους.
Καμία αντιενέδρα.
Με προσεκτική κίνηση έδωσε
το συνθηματικό.
Σαν να ζωντάνεψε
ξαφνικά η πλαγιά, οι αγωνιστές πήραν τις θέσεις τους. Το κομβόι πλησίαζε χωρίς
να γνωρίζει τι το περίμενε.
Και
όταν έφτασε στο σημείο της ενέδρας, η σιωπή έσπασε.
Η αποστολή εκτελέστηκε γρήγορα και αποφασιστικά. Μέσα σε λίγα λεπτά όλα είχαν
τελειώσει.
Όταν η σκόνη καταλάγιασε,
οι αγωνιστές είχαν ήδη χαθεί μέσα στο τοπίο.
Ο Ζαχαρίας έμεινε για
λίγο ακόμη στη θέση του, κοιτάζοντας τον δρόμο. Δεν ένιωθε θρίαμβο. Μόνο εκείνη
τη βαθιά σιωπηλή βεβαιότητα ότι είχε κάνει το καθήκον του.
Ύστερα σηκώθηκε και χάθηκε κι αυτός μέσα στους αγρούς. Η αποστολή είχε
ολοκληρωθεί.
Χρόνια αργότερα, λίγοι θυμούνταν εκείνη την ενέδρα στην Καμήλα. Ο δρόμος
συνέχισε να ενώνει τα χωριά, οι πλαγιές πρασίνισαν ξανά και ο άνεμος της
θάλασσας πέρασε αμέτρητες φορές πάνω από τα ίδια χωράφια.
Μα κάπου μέσα στη
μνήμη του τόπου έμενε ακόμη η σιωπηλή μορφή ενός νεαρού που περίμενε ακίνητος
πίσω από έναν σωρό άχυρα, κρατώντας στα χέρια του την ευθύνη μιας ολόκληρης
ομάδας.
Ο Ζαχαρίας Γεωργίου
δεν ζήτησε ποτέ δόξα ούτε αναγνώριση. Για εκείνον ο Αγώνας ήταν χρέος προς τον
τόπο και τους ανθρώπους του.
Και έτσι, όπως τόσοι
άλλοι της γενιάς του, έμαθε να πολεμά μέσα στη σιωπή.
Γιατί η ελευθερία δεν γράφεται μόνο με μεγάλες μάχες και ηχηρά ονόματα. Χτίζεται και από τέτοιες στιγμές..
Ο Ζαχαρίας χάθηκε μέσα στα χωράφια όπως είχε έρθει — σιωπηλά.
Μα εκείνη τη μέρα, είχε χαράξει ακόμη μια μικρή γραμμή στην ιστορία της ελευθερίας της Κύπρου.
Ο ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ ΚΑΦΕΝΕΣ / Κατά λάθος δολοφόνοι
Ο Κυριακός καθόταν κάτω
από την τερατσιά της αυλής του και απολάμβανε το δροσερό θαλασσινό αεράκι που
φυσούσε και έσπαζε την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού. Από μακριά είδε τον
Ναπολή να έρχεται. Ήταν φίλος του και συγγενής του.
Κατάλαβε πως δεν
ερχόταν για καφέ.
Ήρθε για να ζητήσει
μια χάρη.
— Κυριακέ, του είπε,
ξέρεις την ιστορία του πατέρα μου, του Κλεόπα. Τον σκότωσε η οργάνωση. Άλλοι
λένε πως ήταν κατά λάθος. Θέλω να πάψω να έχω αμφιβολίες. Θέλω την αλήθεια.
Ο Κυριακός δεν
μπορούσε να του αρνηθεί. Ήταν χρέος του να ψάξει το ζήτημα. Ήταν και συγγενής
του. Ήταν γεγονότα παλιά, από τότε που και οι δυο τους ήταν μικρά παιδιά. Κι
όσοι τα έζησαν, δεν μιλούσαν. Είχαν όρκο σιωπής. Κι όμως, έψαξε. Υπήρχαν ακόμα άνθρωποι εν ζωή που
είχαν δει και ακούσει. Και καθώς οι περισσότεροι είχαν μεγάλη εκτίμηση στον
Κυριακό, άνοιξαν το στόμα τους. Είπαν αλήθειες κρυφές, αφανέρωτες. Άκουσε
πολλούς. Άκουσε κουβέντες που έστεκαν. Άκουσε και κουβέντες αντιφατικές. Κι όταν
έβγαλε τα συμπεράσματά του, όπως εκείνος ήξερε, φώναξε τον Ναπολή.
-Άκου, Ναπολή, τι
συνέβηκε πραγματικά. Ο πατέρας σου σκοτώθηκε στον καφενέ του Φουκιδή. Κι αυτός
ο καφενές, να ξέρεις, λένε πως είναι καταραμένος από τη μέρα που κτίστηκε,
αρχές του 1900, μέχρι σήμερα.
Όχι γιατί το είπε κανείς με το στόμα. Μα γιατί έτσι φερόταν ο τόπος.
Σαν να κρατούσε μνήμη.
Σαν να μη λησμονούσε τίποτα.
Από τότε που άνοιξε το μικρό πετρόχτιστο κτίριο, δεν έκλεισε ποτέ στ’ αλήθεια.
Μονάχα άλλαζε όψη. Άλλοτε φώτιζε από γέλια κι άλλοτε βούλιαζε σε σιωπές βαριές, που κολλούσαν στα ρούχα όσων έβγαιναν έξω.
Στα τραπέζια του χάθηκαν άνθρωποι χωρίς να φύγουν από τη θέση τους. Άφηναν πάνω
στην τσόχα τον ιδρώτα τους, το μισθό τους, ύστερα το χωράφι, κι ύστερα κάτι από
τον εαυτό τους. Το χαρτί γύριζε, τα μάτια γυάλιζαν, και κάπου εκεί τελείωνε η
επιστροφή. Όσοι έλεγαν «άλλη μια παρτίδα» δεν ήξεραν πως το χρέος είχε ήδη
γραφτεί.
Σε μια γωνιά καθόταν πάντα η ανάγκη. Άλλοτε είχε πρόσωπο τοκογλύφου, άλλοτε
φίλου που δάνειζε «για το καλό σου». Οι υποσχέσεις δίνονταν χαμηλόφωνα και οι
υπογραφές έμπαιναν χωρίς μελάνι. Το πρωί έβρισκε σπίτια δεμένα, στόματα κλειστά
και μάτια που δεν κοίταζαν πια κατάματα.
Λόγια ειπώθηκαν που
δεν ξελέγονταν. Καβγάδες γεννήθηκαν από μια ματιά στραβή, από ένα ποτήρι που
άδειασε πιο γρήγορα απ’ όσο έπρεπε. Κάποιοι έπεσαν, άλλοι σηκώθηκαν κουτσαίνοντας.
Το πάτωμα έμαθε το βάρος του ανθρώπινου σώματος, και οι τοίχοι έμαθαν να μη
μιλούν.
Μα δεν ήταν μόνο η
μικρή, καθημερινή καταστροφή.
Στους καπνούς και στα μισόκλειστα παντζούρια πάρθηκαν αποφάσεις βαριές.
Άνθρωποι κρίθηκαν χωρίς να το ξέρουν. Άλλοι σώθηκαν από τύχη κι άλλοι χάθηκαν
χωρίς λόγο. Πατρίδα ειπώθηκε σαν προσευχή, μα πληρώθηκε σαν αμαρτία.
Κάποια βράδια ο
καφενές γέμισε πανικό. Καρέκλες έπεσαν, ποτήρια έσπασαν, κι ανυποψίαστοι χωριανοί
βρέθηκαν στο χώμα πριν προλάβουν να ρωτήσουν το γιατί. Το αίμα στέγνωσε, μα η
μυρωδιά έμεινε. Έμεινε και η συνήθεια να χαμηλώνει η φωνή όταν περνάς απ’ έξω.
— Και οι μαρτυρίες λένε, συνέχισε ο Κυριακός, πως κι ο πατέρας σου εκεί μέσα
έφυγε. Άδικα. Δεν τον σκότωσε η οργάνωση. Τον σκότωσαν άνθρωποι της οργάνωσης.
Κατά λάθος.
Ήταν νύχτα γιορτής.
Μια βάφτιση. Αγωνιστές διασκέδαζαν και ήπιαν λίγο παραπάνω. Κάποιος πέταξε την ιδέα
να πάνε στον καταραμένο καφενέ να φοβερίσουν τους κουμαρτζήδες. Να σταματήσουν,
να μην πεινάνε τα παιδιά τους. Νόμισαν πως θα έκαναν θεάρεστο έργο.
Πήγαν με μάσκες. Έγινε σύγχυση. Έπεσαν πυροβολισμοί. Οι σφαίρες εξοστρακίστηκαν.
Ο Μακρής έφαγε μία στο κωλομέρι και γλίτωσε. Ο Κλεόπας έφαγε κι αυτός μία, που δεν
φαινόταν σοβαρή. Μα ώσπου να τον φορτώσει ο Χαμπής στο φορτηγό και να τον πάει
στο νοσοκομείο, πέθανε από αιμορραγία. Η πληγή ήταν στη φλέβα. Πήγε κατά λάθος, Ναπολή.
Και το κατά λάθος
πονά πιο πολύ απ’ το σκόπιμο.
— Κι όμως, συνέχισε ο Κυριακός, η κατάρα δεν σταμάτησε εκεί. Λίγο πριν από το
περιστατικό του πατέρα σου, προσπάθησαν εκεί να σκοτώσουν κι άλλον.
Διέταξαν τον Κόκο,
που ήταν εκτελεστής, να σκοτώσει τον Χριστοφή. Έστησε καρτέρι έξω απ’ τον
καφενέ με χειροβομβίδα. Δεν ήθελαν όπλο. Ήθελαν σιγουριά.
Μα όταν ο Χριστοφής βγήκε έξω, με το γνωστό του χαμόγελο, και τον κοίταξε στα
μάτια, όλα άλλαξαν. Ήταν φίλος του. Η διαταγή ήταν διαταγή, μα η καρδιά δεν το
επέτρεψε. Έριξε τη χειροβομβίδα λίγο πιο πέρα.
Ο Χριστοφής γλίτωσε, μα τραυματίστηκε βαριά. Θραύσμα στη φλέβα, πάνω από τον
μηρό. Στην τύχη του όμως βρέθηκε κοντά ένας νοσοκόμος και του έκλεισε την πληγή
με το χέρι. Έτσι δεν πέθανε από αιμορραγία, όπως ο Κλεόπας. Τη σκαπούλαρε.
— Μα η κατάρα, Ναπολή,
συνέχισε. Άλλοι καταστράφηκαν και πέθαναν από άχτι. Άλλοι από καρδιά. Όπως ο
Χαμπής. Ο ίδιος Χαμπής που μετέφερε τον πατέρα σου στο νοσοκομείο. Και αυτός
την κακή του τύχη την έπαθε μέσα στον καφενέ.
Γερός, έξυπνος,
δουλευταράς. Γύριζε το νησί με το φορτηγό του και ήξερε τα παζάρια καλύτερα απ’
όλους. Κι έλεγα μέσα μου: «Αυτόν δεν θα τον νικήσει τίποτα».
Κι όμως… τον νίκησε ο καφενές.
Όχι με βία. Με συνήθεια.
Καθόταν στα ίδια
τραπέζια. Έπαιζε χαρτιά. Έχανε, κέρδιζε, ξανακαθόταν. Όσα μάζευε στον δρόμο, τα
άφηνε εκεί. Δεν τον τραβούσε κανείς. Δεν τον πίεζε κανείς. Κι αυτό είναι το πιο
επικίνδυνο.
Όταν πέθανε, στο σπίτι
του, στην πολυθρόνα, είπαν πως ήταν η καρδιά.
Μα η καρδιά του τον
πρόδωσε μέσα στον καφενέ. Εκλεισε την παρτίδα, μα δεν πρόσεξε, δεν κατέβασε τα
χαρυτιά. Το ποσό ήταν τεράστιο. Και καθώς έχασε από απροσεξία, η συγκίνηση τον
νίκησε. Τον πρόδωσε εκεί, μέσα στο καφενέ. Και ωσπου να φτάσει σπίτι, τον
τελείωσε.
Κι ο καφενές, μετά το θάνατο του Χαμπή, φαλίρησε.
Όσοι προσπάθησαν να τον ξανανοίξουν, δεν πήγαν καλά. Ίσως οι κατάρες των
συγγενών, ίσως τα κακά που αιωρούνταν μέσα στην ατμόσφαιρα… κανείς δεν ξέρει.
Έμεινε ένας καταραμένος καφενές.
ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡ. ΤΣΕΛΕΠΟΣ / Διακοινοτικές ταραχές
Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στις δύο κοινότητες είχε αρ-χίσει να διαλύεται, καθώς πολιτικές διαφωνίες, φόβοι, καχυ-ποψία και αντικρουόμενα οράματα για το μέλλον του νησιού δηλητηρίαζαν την καθημερινότητα. Οι εντάσεις γύρω από τη διακυβέρνηση, η αμφισβήτηση των συμφωνιών της Ζυρίχης και η αυξανόμενη ανάμειξη εξωτερικών παραγόντων έσπρω-χναν τα πράγματα προς τη σύγκρουση.
Η Άννα δεν πίστευε στα φαντάσματα. Πίστευε, όμως, στη μνήμη. Και ήξερε πως η
μνήμη, όταν την αγνοούν, βαραίνει τους τόπους περισσότερο κι από τους ανθρώπους.
Ο πατέρας της Ανδρέας Τσέλεπος σκοτώθηκε εκεί. Στο κτίριο που κάποτε λεγόταν φυλάκιο
και αργότερα απλώς «εκείνο το μέρος». Από τότε, τίποτα δεν στάθηκε μέσα του για
πολύ. Το κτίριο έμενε άδειο όχι από απόφαση, αλλά σαν να απέρριπτε μόνο του τον
κόσμο. Όσοι επιχείρησαν να το κατοικήσουν έφευγαν γρήγορα, χωρίς εξηγήσεις,
χωρίς κατηγορίες, Μόνο με το βλέμμα χαμηλωμένο, σαν να είχαν περάσει από έναν
χώρο που δεν συγχωρούσε τη λήθη.
Με τα χρόνια γεννήθηκαν φήμες. Πως ο νεκρός δεν είχε δικαιωθεί. Πως
κάτι έμενε ανοιχτό. Πως γι’ αυτό ο τόπος δεν ησύχαζε.
Η Άννα τις άκουγε χωρίς να τις υιοθετεί. Μέχρι τη μέρα που ένας ένοικος
την αναζήτησε μόνος του.
Ήταν ταραγμένος. Δεν μιλούσε σαν άνθρωπος που θέλει να εντυπωσιάσει, αλλά σαν
κάποιος που φοβόταν μήπως θεωρηθεί τρελός. Της μίλησε για τις νύχτες. Ξυπνούσε
από έναν χαμηλό ήχο μέσα στον τοίχο του υπνοδωματίου. Δεν ήταν καθαρή φωνή.
Έμοιαζε περισσότερο με ανάσα που προσπαθούσε να γίνει λέξη και δεν τα
κατάφερνε. Η λάμπα άρχιζε να τρεμοπαίζει χωρίς λόγο. Όταν ανασηκωνόταν στο
κρεβάτι, ο ήχος κόβόταν απότομα — σαν να καταλάβαινε πως τον άκουαν.
Πλησίαζε τον τοίχο και ένιωθε κρύο. Όχι υγρασία. Όχι ρεύμα αέρα. Ένα παγωμένο
ρίγος, σαν να άνοιγε κάτι που δεν έπρεπε.
Δεν έμεινε μόνος του σ’ αυτό.
Λίγες μέρες αργότερα ήρθαν κι άλλοι. Άλλος ένιωθε ξαφνική δυσφορία σε
έναν διάδρομο. Άλλος δεν άντεχε να κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο δύο συνεχόμενες
νύχτες. Όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα. Όλοι έλεγαν πως δεν ήθελαν να φύγουν, αλλά
πως δεν τους άφηνε ο τόπος.
Τότε η Άννα κατάλαβε πως δεν επρόκειτο για φήμες. Κάτι συνέχιζε να υπάρχει εκεί
ίσως από το παρελθόν— αν όχι ως παρουσία, τότε ως βάρος. Και όσο δεν λεγόταν,
τόσο μεγάλωνε.
Ο πατέρας της δεν ήταν άνθρωπος που περνούσε απαρατήρητος όσο ζούσε.
Είχε λόγο διαφορετικό, στάση ζωής αδιαπραγμάτευτη και βλέμμα διεισδυτικό, σαν
να ζύγιζε τους ανθρώπους και τα πράγματα πριν ακόμη μιλήσει. Δεν ύψωνε τη φωνή
του — δεν χρειαζόταν. Η παρουσία του αρκούσε για να αλλάζει την ισορροπία ενός
χώρου.
Οι γύρω του το καταλάβαιναν χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν. Άλλοι ένιωθαν
ασφάλεια, άλλοι αμηχανία, μα κανείς δεν έμενε αδιάφορος. Ήταν από εκείνους τους
ανθρώπους που απαιτούν πρώτα από τον εαυτό τους και, άθελά τους, απαιτούν και
από τους άλλους. Δεν χώραγε σε μισές κουβέντες ούτε σε εύκολες υποχωρήσεις.
Γι’ αυτό και, όταν έφυγε, δεν έφυγε στ’ αλήθεια.
Η μνήμη του δεν περιορίστηκε σε φωτογραφίες και επετείους. Έμεινε σαν
αποτύπωμα στον χώρο, σαν να είχε μάθει το κτίριο τον ρυθμό του και να αρνιόταν
να τον ξεχάσει. Όχι ως σκιά ή μορφή, αλλά ως αίσθηση — εκείνη τη βαριά σιωπή
που επιβάλλεται όταν κάποιος είχε συνηθίσει να στέκει όρθιος.
Η φήμη του, το γεγονός πως το όνομά του λεγόταν ακόμη χαμηλόφωνα, επηρέαζαν τον τόπο όσο και οι τοίχοι του. Όσοι περνούσαν από εκεί το ένιωθαν. Μείωναν τη φωνή τους, κινούνταν πιο προσεκτικά, σαν να υπήρχε κάτι που δεν ανεχόταν την αδιαφορία.
Και η Άννα θυμήθηκε κάθε λεπτομέρεια από εκείνη την τελευταία μέρα του πατέρα
της όπως είχε καταγράψει τα γεγονότα ο αδελφός της Χριστόδουλος:
«Ο Αντρέας εκεί στο φυλάκιο χτυπά νευρικά το σέρτικο τσιγάρο στο πακέτο
και το βάζει στο στόμα. "Είναι το τελευταίο, ανάθεμα", μονολογεί. Το
ξανακτυπά, το σαλιώνει, το ξανακτυπά, θέλει να το απολαύσει. Γνωρίζει ότι είναι
το τελευταίο του… Οι κινήσεις του είναι αργές. Το ξανακτυπά και προσπαθεί να
βρει στο στρατιωτικό του σακάκι τα σπίρτα. Μέσα στην μεγάλη τσέπη, κάπου στο
βάθος ανάμεσα στις σφαίρες, τα βρίσκει. «Για δες», λέει από μέσα του, και το
τελευταίο σπίρτο. Ανάβει το σπίρτο και φέρνει τα δύο του χέρια γύρω να
προστατεύσει τη φλόγα αλλά και να ζεστάνει τα παγωμένα του δάκτυλα. Τα
καταφέρνει. Ρουφάει το τσιγάρο βαθειά και κρατάει λίγο τον καπνό στο στήθος.
Τον απελευθερώνει. Μαζί με τον καπνό βγαίνει και η άχνα του κρύου καιρού. Όλα
γίναν ένα.
Ο Αντρέας συνεχίζει το τελευταίο του τσιγάρο. Βγάζει από την εσωτερική
του τσέπη το στυλό του. Ξεδιπλώνει το πακέτο και θέλει να γράψει κάτι. Αυτά τα
πράγματα είναι αυθόρμητα. Είναι το χάρισμα που διακρίνει κάποιους που πρέπει να
μείνουν αθάνατοι. Που πρέπει να ξεχωρίσουν. Φυσάει τον καπνό και αρχίζει να
γράφει στο εσωτερικό άσπρο του πακέτου: «Το να ζει κανείς δεν είναι κατόρθωμα…»
Σκέφτεται, ξεφυσά τον καπνό και βλέπει το τσιγάρο. Έχει φτάσει στη μέση. Οι
πυροβολισμοί γύρω του δίνουν και παίρνουν. Θυμάται την τελευταία κουβέντα που
είχε με τη γυναίκα του, που είχε κακό προαίσθημα και τον έβλεπε να τρέχει να
οργανώσει τους νέους στην Εθνοφυλακή.
«Και καλά ρε Αντριάνα», της έλεγε, «αν όλοι καθίσουμε στα σπίτια μας,
ποιος θα πολεμήσει γι’ αυτόν τον τόπο; Να ξέρεις, εμείς ποτίσαμε με αίμα αυτήν
την πατρίδα και δεν την χαρίζουμε σε κανέναν. Όταν θα έρθει η ώρα μου και η
σφαίρα θα γράφει το όνομα μου, καλώς να ορίσει.
Θα περάσουμε και στην ιστορία. Και τι θα γίνουν τα τέσσερα παιδιά μου;»
Σκέφτεται. «Θα φροντίσει η πολιτεία. Είναι το ελάχιστο που θα πράξει για τους
ήρωες της».
Ξανάπιασε την πέννα και συνέχισε: «…το να αποθάνεις όμως για την πατρίδα είναι
μεγάλη τιμή». Κοίταξε τα γραφόμενα. Χαμογέλασε με ικανοποίηση. Δίπλωσε το πακέτο
και το φύλαξε στην τσέπη του στρατιωτικού σακακιού του, ανάμεσα στις σφαίρες.
Έβαλε τον σταυρό του και γύρισε να φιλήσει τους συναγωνιστές του. Πήρε το όπλο
του πιο ήρεμος, πιο πράος. Λες και πέρασε από τη θεία κοινωνία και πήγε προς τη
θυρίδα του φυλακίου.
Η μάχη είχε φουντώσει. Μια σφαίρα διαπέρασε τη θυρίδα. Ναι, ήταν αυτή που
έγραφε το όνομά του: «Αντρέας Χρ. Τσέλεπος». Τον βρήκε σχεδόν στο μάτι.
Ξεψύχησε ακαριαία. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Το χέρι του είχε
καταφέρει να φτάσει στην τσέπη του και να χαϊδέψει για τελευταία φορά την
«διαθήκη» του. «Το να ζει κανείς δεν είναι κατόρθωμα. Το ν’ αποθάνει για την
πατρίδα είναι μεγάλη τιμή».
Αυτό ήταν το αποτύπωμα που άφησε. Η μνήμη του δεν ζητούσε δάκρυα. Ζητούσε να ειπωθεί η αλήθεια.
Έτσι βρέθηκε η Άννα στο γραφείο του Κυριακού. Δεν του ζήτησε να κυνηγήσει
φαντάσματα. Του ζήτησε να δει ό,τι άλλοι απέφευγαν. Να μπει σε έναν χώρο που
κανείς δεν ήθελε να κατοικήσει, γιατί ίσως πρώτα έπρεπε να ειπωθεί η αλήθεια
που είχε θαφτεί μέσα του.
Ο πατέρας της έφυγε από το σπίτι όπως φεύγουν οι άνθρωποι που ξέρουν
πως δεν θα πείσουν κανέναν, αλλά πρέπει να πάνε. Η γυναίκα του τον κοίταξε
χωρίς να μιλήσει. Εκείνος έδεσε τα κορδόνια του αργά, σχεδόν τελετουργικά. Όχι
από φόβο. Από επίγνωση. Είχε περάσει πολέμους. Ήξερε πότε μια μέρα δεν μοιάζει
με τις άλλες.
«Αν όλοι μείνουμε μέσα», της είπε ήρεμα, «ποιος θα σταθεί έξω;»
Το φυλάκιο δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Ένα πρόχειρο κτίριο, με τοίχους
που κρατούσαν περισσότερο από συνήθεια παρά από αντοχή. Νέοι άνθρωποι γύρω του
— άπειροι, με μάτια που έψαχναν κάποιον να τους πει πού να σταθούν. Εκείνος
στάθηκε απλώς εκεί που έπρεπε.
Ήξερε πως η μάχη δεν είναι πάντα ανταλλαγή πυρών. Μερικές φορές είναι απλώς
παρουσία.
Μέσα σε μια παύση, άναψε τσιγάρο. Έγραψε λίγες λέξεις στο πακέτο και το
έβαλε πίσω, δίπλα στις σφαίρες.
Η σφαίρα ήρθε καθαρά. Τον βρήκε στο μάτι.
Ο χώρος πάγωσε. Όχι από τρόμο. Από συνειδητοποίηση.
Το σώμα έμεινε εκεί. Το αίμα σκούρυνε στο πάτωμα. Οι τοίχοι κράτησαν τη σιωπή.
Κανείς δεν σημάδεψε το σημείο.
Κι όμως, από τότε, το κτίριο δεν ήταν πια απλώς κτίριο. Ήταν τόπος. Γιατί
κάποιοι άνθρωποι, όταν φεύγουν, δεν αφήνουν φωνές ή σκιές. Αφήνουν εκκρεμότητες.
Και κάποιοι θάνατοι δεν ζητούν δάκρυα. Ζητούν να ειπωθεί η αλήθεια που τους
γέννησε. Και όσο αυτή δεν λέγεται, ο τόπος δεν ησυχάζει.
Η Άννα δεν σταμάτησε εκεί.
Συνέχισε να εξηγεί. Όχι σαν κόρη που θρηνεί, αλλά σαν άνθρωπος που
προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς ζητά ένας τόπος όταν αρνείται να ησυχάσει.
Του μίλησε για μια ηλικιωμένη γυναίκα που βρέθηκε νεκρή εκεί. Ο γιατρός μίλησε
για καρδιακή ανακοπή. Ήταν άλλωστε μόνη, μεγάλης ηλικίας, με ιστορικό. Τίποτα
το ύποπτο.
Οι γείτονες όμως μιλούσαν ψιθυριστά. Για «κάτι» που ακουγόταν το
προηγούμενο βράδυ. Για έναν ήχο που δεν ταίριαζε σε σωληνώσεις ούτε σε παλιούς
τοίχους. Κάποιος θυμήθηκε ότι η γυναίκα έλεγε συχνά πως «ο τοίχος της μιλούσε».
Όχι με λέξεις —με παρουσία.
Ο φόβος άρχισε να αποκτά συλλογική μορφή.
Η Άννα τον κοίταξε στα μάτια.
«Αποφάσισα λοιπόν να έρθω σε σένα», του είπε. «Η φήμη σου είναι μεγάλη.
Ξέρω πως θα ψάξεις μέχρι τέλους. Αλλά θέλω να είμαι κι εγώ μαζί σου. Θέλω να δω
την πραγματικότητα. Αν ο πατέρας μου, από όπου κι αν βρίσκεται, έχει κάποια
εκκρεμότητα. Αν πρέπει να γίνει κάτι. Ή αν
όλα έχουν τη φυσική τους εξήγηση».
Έτσι ο Κυριακός ανέλαβε την υπόθεση.
Η πρώτη επίσκεψη στο κτίριο έγινε μέρα. Ο Κυριακός παρατήρησε πράγματα
που οι άλλοι απέφευγαν: ρωγμές που δεν ακολουθούσαν τη λογική της φθοράς,
πρόχειρες ανακαινίσεις που κάλυπταν κάτι περισσότερο από υγρασία, τοίχους διαφορετικού
πάχους στο ίδιο πάτωμα. Η Άννα περπατούσε δίπλα του σιωπηλή. Όχι φοβισμένη.
Συγκεντρωμένη. Σαν να αναγνώριζε κάτι χωρίς να το κατονομάζει.
Έμειναν ως αργά τη νύχτα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όταν η θερμοκρασία έπεσε και
το κτίριο βυθίστηκε στη σιωπή, ο ψίθυρος ακούστηκε. Όχι δυνατός. Όχι
απειλητικός. Ρυθμικός. Σαν επανάληψη. Σαν κάτι που δοκιμάζει ξανά και ξανά να
βγει προς τα έξω.
Ο Κυριακός δεν τρόμαξε. Τον ενόχλησε η επιμονή.
Η Άννα τον άκουσε κι εκείνη. Έσφιξε τα χέρια της, όχι από φόβο, αλλά από ένα γνώριμο βάρος — σαν εκείνο που ένιωθε παιδί, όταν ο πατέρας της στεκόταν σιωπηλός πίσω της και ήξερε ότι κάτι σοβαρό ερχόταν. Οι ώρες καταγράφηκαν. Πάντα λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Πάντα όταν το κτίριο «ησύχαζε». Κάποιοι ένοικοι έφυγαν. Άλλοι κρέμασαν φυλαχτά. Ο φόβος έγινε επιθετικός — όχι προς το άγνωστο, αλλά προς όποιον προσπαθούσε να το εξηγήσει.
Στα αρχεία του δήμου, ο Κυριακός βρήκε το κενό. Ένα παλιό ενοικιαστήριο που δεν
ανανεώθηκε ποτέ. Ένα όνομα σβησμένο με στυλό. Έναν άνθρωπο που τυπικά «έφυγε»,
αλλά δεν καταγράφηκε ποτέ πού πήγε. Κανείς δεν τον θυμόταν καθαρά. Ή μάλλον,
κανείς δεν ήθελε.
Όταν ο ψίθυρος έγινε πιο καθαρός, ο Κυριακός ένιωσε άβολα. Όχι φόβο — σαν να
άκουγε κάποιον που προσπαθούσε να ακουστεί και είχε εξαντληθεί.
Η Άννα στεκόταν δίπλα του.
«Δεν είναι ο πατέρας μου», είπε χαμηλά. «Εκείνος δεν παρακαλούσε.
Εκείνος στεκόταν».
Αποφάσισαν να χαλάσουν τον τοίχο. Πίσω του υπήρχε ένας στενός χώρος και
μέσα ένας σκελετός ανθρώπου. Σημάδια ότι είχε προσπαθήσει να βγει. Να φωνάξει.
Να μείνει ζωντανός.
Κανένα φάντασμα. Μόνο ένας θάνατος που κανείς δεν παραδέχτηκε και δεν
ερεύνησε.
Ο Κυριακός, που είχε παρατηρήσει όλες τις λεπτομέρειες, αποφάνθηκε: Η
εξήγηση ήταν καθαρά τεχνική. Οι τοίχοι, με την πάροδο του χρόνου, διαστέλλονταν
και συστέλλονταν — μικρές κινήσεις που δημιουργούσαν ήχους σχεδόν
ανεπαίσθητους. Ο αέρας που περνούσε μέσα από τις παλιές σωληνώσεις δημιούργησε
σιγανές δονήσεις, σαν ψίθυρους που δεν υπήρχαν πραγματικά. Οι κενές κοιλότητες μέσα
στους τοίχους ενίσχυαν και διέδιδαν αυτούς τους ήχους, κάνοντάς τους να
φαίνονται πιο σταθεροί και συνεχιζόμενοι απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.
Και τότε ο εγκέφαλος έκανε το υπόλοιπο: συμπλήρωνε τα κενά, ένωνε τα
θραύσματα του ήχου και τα μετέτρεψε σε κάτι που μοιάζει με φωνή, με ρυθμό, με
νόημα. Ήταν σαν να «άκουγε» λόγια εκεί που υπήρχαν μόνο δονήσεις και θόρυβοι.
Ο φόβος ολοκλήρωνε τη διαδικασία. Όσο η αγωνία και η ανησυχία
μεγάλωναν, τόσο οι ψίθυροι φαινόντουσαν πιο καθαροί, πιο σταθεροί, πιο «αληθινοί».
Το παραφυσικό γεννήθηκε από τη λογική — όχι από μαγεία ή πνεύματα, αλλά από τη
συνδυασμένη δράση της φυσικής και της ανθρώπινης αντίληψης.
Το παραφυσικό κατέρρευσε με τις εξηγήσεις. Η ενοχή όμως όχι. Κάποιοι
είχαν κλείσει έναν άνθρωπο μέσα στον τοίχο και τον είχαν αφήσει εκεί. Ούτε ο
θάνατος της ηλικιωμένης, ούτε του αγνώστου είχαν σχέση με φαντάσματα ή
παραφυσικά φαινόμενα.
Η Άννα στάθηκε στον διάδρομο πριν φύγουν. Κατάλαβε κάτι σημαντικό: ο
πατέρας της δεν ζητούσε δικαίωση. Ήταν ήδη δικαιομένος από τους ανθρώπους και
από την ιστορία. Στάθηκε όπως έπρεπε. Άφησε το αποτύπωμά του με την ηρωική του
πράξη, με το να δώσει τη ζωή του για την πατρίδα.
Έτσι η υπόθεση έκλεισε.
Ο Κυριακός έγραψε στο αρχείο του:
«Δεν υπήρξε φάντασμα. Αυτό που βάραινε τον τόπο ήταν ένας άλλος θάνατος. Ένας άνθρωπος που αγνοήθηκε, που δεν ακούστηκε ποτέ. Γιατί οι πιο τρομακτικές φωνές δεν έρχονται από την άλλη όχθη, αλλά από εκείνες που δεν ακούσαμε όσο ζούσαν».
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: ΙΟΥΛΙΟΣ 1974 / Τόπος θανάτου: Ακρωτήρι
Η σύγκρουση, σιγά σιγά, έπαψε να είναι μόνο ανάμεσα σε κοινότητες και πέρασε μέσα στους ίδιους τους ανθρώπους. Αλλοίωσε σχέσεις, διέλυσε βεβαιότητες και άφησε πίσω της ένα κλίμα όπου η εμπιστοσύνη έμοιαζε αδύνατη.
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, το πραξικόπημα δεν εμφανίστηκε ως ξαφνικό γεγονός, αλλά ως η φυσική κατάληξη μιας πορείας που είχε ήδη χαραχθεί. Ήταν η στιγμή όπου η ένταση έπαψε να κρύβεται και πήρε τη μορφή ανοιχτής βίας, στρέφοντας τον έναν άνθρωπο απέναντι στον άλλον.
Ο
Κυριακός ήταν της ίδιας εποχής με τον πόλεμο. Ίσως όμως είχε άγιο άγγελο που
τον οδήγησε λίγο πριν τις φασαρίες να μπαρκάρει στα καράβια και να γλυτώσει
πραξικόπημα και πόλεμο. Όταν επέστρεψε, άκουσε για τα κακά συμβάντα — για
ανθρώπους που χάθηκαν, για οικογένειες που θρηνούσαν. Και μέσα στην καρδιά του,
ένιωσε σαν να είχε ζήσει ο ίδιος κάθε στιγμή. Όμως η λύπη του έγινε ανυπόφορη
μαθαίνοντας τη θλιβερή ιστορία του φίλου και συνομίληκού του, του Πάμπου.
Θυμόταν τις φορές που γελούσαν στο κουρείο του πατέρα του Πάμπου, όταν μετά το
σχολείο συναντιόνταν — στιγμές που τώρα φάνταζαν τόσο μακρινές και ανεκτίμητες
Ο Χαράλαμπος Κυρίλλου — ο Πάμπος, όπως τον φώναζαν όλοι — βρισκόταν ακόμη στο
κατώφλι της ζωής. Δεν τέλειωσε το σχολείο. Άφησε πίσω τα βιβλία και εντάχθηκε
στο Εφεδρικό Σώμα, επιλέγοντας να σταθεί εκεί όπου ένιωθε πως τον καλούσε το
καθήκον. Δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων λόγων, αλλά των πράξεων. Όταν ξέσπασαν
τα γεγονότα, συμμετείχε στη διαφυγή του Προέδρου Μακαρίου προς την Πάφο. Και ύστερα
χωρίς δεύτερη σκέψη, ακολούθησε τους συναδέλφους του προς τη Λεμεσό, με την
πεποίθηση πως πήγαιναν να αποκαταστήσουν την τάξη.
Ο
Πάμπος ήταν μοναχογιός, με μια μητέρα που ονειρευόταν να τον δει να σπουδάζει
και να ξεφεύγει από τις δυσκολίες της ζωής. Ο ίδιος όμως είχε επιλέξει
συνειδητά άλλο δρόμο.
Η
συνέχεια, ωστόσο, τον οδήγησε σε μια πορεία χωρίς επιστροφή.
Μαζί με άλλους συναδέλφους και πολίτες κατευθύνθηκε προς τη Λεμεσό για να
ενισχύσει τις αντιστασιακές δυνάμεις, όμως οι συνθήκες τούς εγκλώβισαν. Μετά
από συγκρούσεις και εξαντλητική πορεία, κατέληξαν στο Ακρωτήρι, αναζητώντας
λίγη ξεκούραση — λίγες στιγμές ανακούφισης από την ένταση των ημερών.
Η ανάπαυλα αυτή αποδείχθηκε προσωρινή και μοιραία. Η παρουσία τους προδόθηκε
και σύντομα περικυκλώθηκαν. Συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν δεμένοι στο Δημοτικό
Σχολείο του χωριού, έναν χώρο που μέχρι τότε φιλοξενούσε ζωή και μάθηση, αλλά
εκείνες τις μέρες μετατράπηκε σε τόπο βίας.
Όσα ακολούθησαν δεν είχαν καμία σχέση με ανάκριση ή αναζήτηση αλήθειας. Τα
βασανιστήρια ήταν σκληρά και συστηματικά — σημάδι όχι ανάγκης αλλά εκδίκησης
και επιβολής. Τα χτυπήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, αφήνοντας πάνω τους τα
ίχνη μιας βίας που ξεπερνούσε κάθε όριο. Το σώμα του Πάμπου έφερε αργότερα
εμφανή σημάδια κακοποίησης: τραύματα, εκχυμώσεις, το ένα μάτι πρησμένο και
μαυρισμένο — εικόνα που μαρτυρούσε όσα είχε υποστεί πριν από τον θάνατό του.
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω στο σχολείο. Ο Πάμπος ήταν καθισμένος στο πάτωμα,
με τα χέρια δεμένα πίσω του. Το κεφάλι του ακουμπούσε στον τοίχο. Δίπλα του
ακούγονταν ανάσες κοφτές, ψίθυροι που έσβηναν πριν ολοκληρωθούν.
Κάποιος πιο πέρα προσευχόταν χαμηλόφωνα.
Εκείνος δεν μίλησε. Σήκωσε μόνο το βλέμμα του προς το παράθυρο. Ένα μικρό
κομμάτι ουρανού φαινόταν ανάμεσα στα κάγκελα. Χωρίς φεγγάρι.
Για μια στιγμή, του πέρασε από το μυαλό το σπίτι. Η αυλή. Η φωνή της μάνας του.
Δεν φοβόταν. Ή ίσως δεν ήθελε να φοβηθεί. Έκλεισε τα μάτια για λίγο και πήρε
μια βαθιά ανάσα, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει κάτι μέσα του ζωντανό.
Βήματα ακούστηκαν στον διάδρομο. Βαριά. Αποφασιστικά.
Κανένας δεν μίλησε πια. Ο Πάμπος άνοιξε τα μάτια. Και περίμενε…
Η εκτέλεση έγινε χωρίς διαδικασία, χωρίς απόδοση ευθύνης, χωρίς καμία μορφή
δικαιοσύνης. Το σώμα του θάφτηκε πρόχειρα κοντά στο δάσος των Πολεμιδιών, σε
μια προσπάθεια να σβηστεί όχι μόνο η πράξη, αλλά και η μνήμη της.
Για την οικογένειά του ακολούθησαν εβδομάδες αβεβαιότητας. Πληροφορίες
αντικρουόμενες, ελπίδες που γεννιούνταν και διαψεύδονταν, φήμες για δήθεν εμφανίσεις
σε φυλακές. Η αναμονή έγινε καθημερινός πόνος — μια αργή φθορά που δεν άφηνε
περιθώριο ούτε για πένθος ούτε για λύτρωση.
Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1974, ο πατέρας του κλήθηκε να αναγνωρίσει τον γιο
του από φωτογραφίες. Η αναγνώριση δεν ήταν εύκολη. Η κακοποίηση είχε αλλοιώσει
τα χαρακτηριστικά του σε τέτοιο βαθμό, που η πατρική ματιά δυσκολεύτηκε να βρει
το γνώριμο πρόσωπο.
Κι όμως… Μέσα από τις πληγές και τη φθορά, αναγνώρισε εκείνο που δεν μπορούσε
να χαθεί.
Η σορός του ανασύρθηκε και τάφηκε στο κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου στη Λεμεσό.
Ο πατέρας του στάθηκε σιωπηλός. Δεν έκλαψε μπροστά σε κανέναν. Μόνο κοίταζε —
σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπο πριν από όλα.
Η βία εκείνες τις μέρες, δεν άφησε πίσω της μόνο νεκρούς. Άφησε μια βαθιά ρωγμή στη μνήμη, μια υπενθύμιση πως, όταν ο άνθρωπος στραφεί εναντίον του ανθρώπου, η απώλεια δεν μετριέται μόνο σε ζωές, αλλά και σε ό,τι χάνεται μέσα τους για πάντα.
Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ / Αίμα και τιμή
Η Λευκωσία είχε ήδη πέσει, και η Πάφος βρισκόταν σε αναβρασμό. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ψίθυρους, καχυποψία και φόβο. Μια λέξη, μια ματιά, μπορούσαν να γίνουν λόγος σύλληψης ή χειρότερης τιμωρίας. Όποιος υποψιαζόταν ότι δεν ήταν Μακαριακός, κινδύνευε.
Ο Κωστάκης, νεαρός στρατιώτης, είχε μόλις βγει για έξοδο όταν τον συνέλαβαν.
Μαζί με άλλους κρατούμενους οδηγήθηκε στα πειθαρχεία του ΚΕΝ, τώρα στα χέρια
εκείνων που μόλις είχαν πάρει τον έλεγχο, των Μακαριακών. Η σιωπή ήταν βαριά,
διακοπτόμενη μόνο από ψιθύρους φημών και κλάματα. Φμες για βασανισμούς και για
τον θάνατο του Πάμπου Κυρίλλου και των συντρόφων του τροφοδοτούσαν τον τρόμο.
Αλλά δύο μέρες μετά, ήρθε η είδηση που άλλαξε τα πάντα: μια μεγάλη μηχανοκίνητη
στρατιωτική φάλαγγα είχε ξεκινήσει από τη Λευκωσία. Οι Μακαριακοί φοβισμένοι
μπροστά στη δύναμη που πλησίαζε, παρέδωσαν τα στρατόπεδα και άνοιξαν τις πόρτες
για τους κρατούμενους. Ζήτησαν να μην υπάρξει εκδίκηση — όλοι ήταν γνωστοί,
συντοπίτες, χωριανοί, —είπαν ως δικαιολογία.
Οι ρόλοι είχαν αλλάξει. Το μίσος κυριαρχούσε, η εκδίκηση γλυκιά αίσθηση, αλλά η
εισβολή που πλησίαζε απαιτούσε την παύση των προσωπικών διαφορών. Ο Κωστάκης
ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Η ανάγκη να προστατεύσει την πατρίδα και
τους δικούς του υπερκάλυπτε κάθε άλλο συναίσθημα. Έτσι, εθελοντικά, αμέσως
κατατάχτηκε.
Και η εισβολή ξεκίνησε. Τα τουρκικά πλοία στον ορίζοντα άρχισαν να ρίχνουν
κανονιοβολισμούς, προσπαθώντας να ενισχύσουν τους θύλακες των Μουττάλλου, των
Μανδριών, της Επισκοπής και της Λεμεσού. Οι σφαίρες χτυπούσαν τη γη, σπάζοντας
στέγες και μάντρες, ενώ καπνοί και εκρήξεις θόλωναν τον ορίζοντα.
Όμως οι τουρκικοί θύλακες έπρεπε να καταλυφθούν για να μπορέσει ο στρατός να
στραφεί απερίσπαστα στην πρώτη γραμμή της εισβολής, στην Κερύνεια.
Τα στρατόπεδα καθώς είχαν ξαναρχίσει να λειτουργούν, οι στρατιωτικές αποστολές
ξεκίνησαν αμέσως. Ο Κωστάκης με τη διμοιρία του στάλθηκαν στην Επισκοπή, ένα
μικτό χωριό όπου κυριαρχούσαν οι Τουρκοκύπριοι. Το μέρος αυτό, από τα χρόνια
των διακοινοτικών ταραχών, ήταν πηγή συνεχών εντάσεων. Τώρα, κλεισμένοι στον
θύλακα που είχαν δημιουργήσει, αποτελούσαν άμεση απειλή. Η περιοχή ήταν στρατηγικής σημασίας, γιατί γειτνίαζε με
τη βρετανική βάση, η οποία παρουσίαζε έντονη ύποπτη δραστηριότητα.
Και όταν η μάχη άρχισε, η Επισκοπή φλεγόταν από τις πρώτες στιγμές. Οι σφαίρες
έσχιζαν τον αέρα σαν μέλισσες, οι εκρήξεις έτρεμαν τη γη, οι στρατιώτες έτρεχαν
από οχυρό σε οχυρό, ενώ η διμοιρία του Κωστάκη προχωρούσε με αποφασιστικότητα.
Ο Κωστάκης, με τον Γιάννη δίπλα του, ταμπουρωμένοι, πυροβολούσαν παρακολουθώντας
τα πυρά να πέφτουν γύρω τους σαν καταιγίδα φωτιάς. Κάθε δευτερόλεπτο μετρούσε.
Οι θύλακες έπρεπε να καταλυφθούν, οι Τουρκοκύπριοι να μην ενισχυθούν, και οι
άμαχοι να προστατευθούν. Κάθε κανονιοβολισμός ήταν απειλή, αλλά και υπενθύμιση
της ευθύνης που είχε: να μείνει ζωντανός, να κρατήσει τη θέση, να πολεμήσει για
κάθε σπίτι, για κάθε οικογένεια.
Το πεδίο της μάχης δονιζόταν από εκρήξεις. Οι ήχοι των όπλων και οι κραυγές των
στρατιωτών αναμειγνύονταν σε ένα χάος που μόνο σε πολύ σκληρό πόλεμο μπορεί να
δημιουργηθεί. Μα οι άντρες δεν υποχωρούσαν. Προχωρούσαν, σφιχταγκαλιάζοντας την
ελπίδα ότι η στρατηγική τους θα απέτρεπε τις ενισχύσεις και θα καταλάμβαναν
τους θύλακες.
Ο Γιάννης, ξαπλωμένος δίπλα στον Κωστάκη, ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε
να πηδήξει τον μαντρότοιχο που τους χώριζε από το τουρκικό φυλάκιο. Ατρόμητος
και θαρραλέος, ρίσκαρε να πεταχτεί ανάμεσα στις σφαίρες, να τρέξει, να ρίξει
χειροβομβίδα στο φυλάκιο.
Μα μια σφαίρα τον βρήκε. Έγειρε πάνω στον τοίχο μπρούμυτα να σπαράζει. Οι σφαίρες
συνέχιζαν να σφυρίζουν γύρω του. Αν δεν απομακρυνόταν, θα σκοτωνόταν.
Ο Κωστάκης ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται. Έπρεπε να τον τραβήξει — δεν
μπορούσε να τον αφήσει εκεί. Ήταν φίλος του. Ήταν δικός του. Ήταν χρέος του.
Ο διοικητής τους, ο Κατερινάκης, που κατάλαβε τι επρόκειτο να κάνει, φώναξε:
«Μην το κάνεις! Ο τοίχος είναι εκτεθειμένος!»
Αλλά ο Κωστάκης δεν σκέφτηκε τις προειδοποιήσεις. Ο φίλος του ήταν ζωντανός,
και αυτό ήταν αρκετό. Χαμήλωσε το σώμα, κύλησε δίπλα στον τοίχο, γλιστρώντας
ανάμεσα στις σφαίρες. Έφτασε στον Γιάννη και με κόπο τον τράβηξε από τον τοίχο,
κάτω στο χώμα, στην ασφάλεια. Το κορμί του πληγωμένο, ολόγαμάτο, με το αίμα σαν
συντριβάνι να λούζει και τους δύο. Η σφαίρα τουμ-τουμ είχε σκάσει μέσα στο μηρό
του Γιάννη, διαλύοντας το κρέας· το κόκκαλο φαινόταν γυμνό. Μα σώθηκε.
Η μάχη συνεχίστηκε άγρια, αλλά η Επισκοπή τελικά καταλήφθηκε. Ο Γιάννης
επέζησε, αλλά το πόδι του είχε μείνει σακατεμένο — μια μόνιμη σφραγίδα της
ημέρας εκείνης. Ο Κωστάκης στεκόταν δίπλα του, τα μάτια του γεμάτα ανακούφιση
και θλίψη. Η νίκη είχε έρθει, με την τιμή και τη φιλία τους πληρωμένες σε αίμα
και θυσία. Μια σκληρή μάχη που άφησε πίσω πληγωμένους και νεκρούς: τον Οδυσσέα
Κλεάνθους και τον Νεόφυτο Χατζηχριστοδούλου, που έπεσαν ηρωικά για την πατρίδα.
ΠΟΛΕΜΟΣ 1974: Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ / Πολεμιστής και Άνθρωπος
Οι δρόμοι της Λεμεσού είχαν πάψει πια να ανήκουν στους ανθρώπους. Είχαν μετατραπεί σε σιωπηλούς μάρτυρες του χάους. Το πραξικόπημα είχε αφήσει πίσω του καπνό, φόβο και μισοκατεστραμμένα όνειρα. Μια πόλη πληγωμένη, που ανέπνεε βαριά κάτω από το βάρος της αβεβαιότητας.
Σε κάθε σπίτι, σε κάθε αυλή, σε κάθε γειτονιά, κρυβόταν μια αόρατη αγωνία — μια ανάσα τρόμου που κανείς δεν τολμούσε να εκφράσει.
Οι φήμες κυκλοφορούσαν σαν φωτιά. Στρατιωτικές κινήσεις. Ξένες δυνάμεις. Επικείμενος πόλεμος. Κανείς δεν ήξερε τι ήταν αλήθεια και τι ψέμα. Όμως όλοι ένιωθαν πως κάτι μεγαλύτερο πλησίαζε.
Και ύστερα ήρθε. Η εισβολή. Δεν έφερε μόνο στρατό και όπλα. Έφερε την απώλεια, τον ξεριζωμό, τον φόβο που ρίζωσε βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων. Μέσα σε λίγες ώρες, η ζωή όπως την ήξεραν άρχισε να καταρρέει.
Κάποιοι έτρεξαν να σωθούν. Άλλοι έμειναν πίσω. Και κάποιοι στάθηκαν — είτε από καθήκον είτε από ανάγκη — για να πολεμήσουν, να βοηθήσουν ή απλώς να επιβιώσουν.
Μα σύντομα έγινε φανερό πως δεν πολεμούσαν μόνο έναν εχθρό στη Λεμεσό. Από τη μια, οι βομβαρδισμοί από τα αεροπλάνα και οι στρατιώτες που κατέβαιναν με αλεξίπτωτα. Από την άλλη, οι πάνοπλοι Τουρκοκύπριοι στην τουρκική συνοικία.
Ο Κυριακός κατάλαβε αργότερα πόσο δύσκολη ήταν η μάχη της Λεμεσού, όταν επέστρεψε στην Κύπρο και άρχισε να ακούει τις ιστορίες. Άνθρωποι που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, που πάλεψαν με ό,τι είχαν — και συχνά με ό,τι δεν είχαν. Χωρίς επαρκή όπλα. Χωρίς πυρομαχικά. Χωρίς καθαρές διαταγές.
Σε μια από αυτές τις συζητήσεις, ο ξάδερφός του, ο Μιχαλάκης — τολμηρός και ατρόμητος, από εκείνους που δεν μάθαιναν να σωπαίνουν — του είπε την αλήθεια χωρίς περιστροφές:
Ναι, το μέγεθος της προδοσίας δεν χωρούσε σε λέξεις. Τους έστελναν στη μάχη σχεδόν άοπλους. Με ελαφρά όπλα παλαιού τύπου, από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κι όμως, η διαταγή ήταν σαφής. Χωρίς περιθώρια για ερωτήσεις. Να καταλάβουν την τουρκική συνοικία.
Η ομάδα συγκεντρώθηκε σιωπηλά, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον με εκείνη τη βαριά κατανόηση που δεν χρειάζεται λόγια.
Οι πληροφορίες ήταν ξεκάθαρες: οι αντίπαλοι ήταν οχυρωμένοι και βαριά οπλισμένοι. Εκείνοι, αντίθετα, κρατούσαν κυρίως ελαφρύ οπλισμό. Η μάχη θα ήταν δύσκολη — το γνώριζαν. Μα κανείς δεν έκανε πίσω.
Καθώς πλησίαζαν, η συνοικία άλλαζε πρόσωπο. Οι δρόμοι στένευαν, τα σπίτια έμοιαζαν άδεια, μα «παρακολουθούσαν». Κάθε παράθυρο έκρυβε απειλή. Κάθε γωνία, μια παγίδα. Η σιωπή ήταν αφύσικη — σαν να κρατούσε την ανάσα της πριν ξεσπάσει.
Και ύστερα ξέσπασε. Οι πρώτες συγκρούσεις ήταν σκληρές. Οι αντίπαλοι, ταμπουρωμένοι, άρχισαν να βάλλουν ασταμάτητα. Η δύναμη πυρός ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες της ομάδας. Οι σφαίρες χτυπούσαν τοίχους, πόρτες, πέτρες Ο αέρας γέμιζε σκόνη και καπνό.
Οι άνδρες κινούνταν γρήγορα, σχεδόν ενστικτωδώς, καλυπτόμενοι ο ένας από τον άλλον, μετρώντας κάθε βήμα. Προχωρούσαν βήμα-βήμα.
Δεν ήταν μάχη ισορροπημένη. Κι όμως, προχωρούσαν. Όχι γιατί είχαν το πλεονέκτημα, αλλά γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή. Το θάρρος τους δεν ήταν κραυγαλέο. Ήταν πεισματικό, σχεδόν σιωπηλό. Ήταν η απόφαση να μην εγκαταλείψουν, ακόμη κι όταν όλα έδειχναν εναντίον τους.
Οι συγκρούσεις κράτησαν ώρες που έμοιαζαν με αιώνες. Σπίτι με σπίτι. Δρόμο με δρόμο. Η ένταση δεν υποχωρούσε. Μόνο μεταφερόταν, σαν φωτιά που δεν έσβηνε.
Κάποια στιγμή, σχεδόν ανεπαίσθητα, η αντίσταση άρχισε να λυγίζει.
Οι ήχοι της μάχης αραίωσαν. Οι σκιές στα παράθυρα χάθηκαν. Οι δρόμοι, που πριν έβραζαν από ένταση, άρχισαν να αδειάζουν.
Και μετά… σιωπή. Η συνοικία είχε περάσει στον έλεγχό τους.
Κανείς δεν πανηγύρισε. Στέκονταν μέσα στη σκόνη, τον ιδρώτα και τη σιωπή που ακολούθησε, γνωρίζοντας πως αυτό που είχαν καταφέρει δεν ήταν απλώς μια νίκη. Ήταν το αποτέλεσμα πείσματος, απώλειας και μιας δύναμης που γεννιέται μόνο όταν ο άνθρωπος δεν έχει πια τίποτα να χάσει.
Και τότε ήρθε η επόμενη διαταγή: Σπίτι προς σπίτι. Να ελεγχθούν όλα. Να εκκαθαριστούν από όσους μπορεί να είχαν απομείνει.
Ο Μιχάλης ζήτησε χειροβομβίδες. Ήξερε πως χωρίς αυτές, κάθε πόρτα ήταν παγίδα. Η απάντηση ήρθε κοφτή: δεν υπήρχαν. Θα έμπαιναν «στεγνά». Με μια κλωτσιά. Με μια ανάσα. Με το άγνωστο να τους περιμένει από την άλλη πλευρά.
Και άρχισαν. Στο πρώτο σπίτι, όλα τελείωσαν πριν καν προλάβουν να αρχίσουν.
Ο Αντρέας μπήκε πρώτος — όπως συνήθιζε πάντα. Ήταν από εκείνους που δεν δίσταζαν. Ήσυχος, χαμογελαστός, με εκείνο το βλέμμα που σε ηρεμούσε ακόμα και μέσα στο χάος. Με τον Μιχαλάκη είχαν μεγαλώσει σχεδόν μαζί. Ήξεραν ο ένας τον άλλον χωρίς λόγια.
Η πόρτα άνοιξε με δύναμη… Και αμέσως μετά, ριπή.
Δεν ακούστηκε κραυγή. Μόνο ο ξερός ήχος των πυροβολισμών και το σώμα που λύγισε πριν καν προλάβει να αντιδράσει. Ο Αντρέας έπεσε μπροστά τους.
Ο Μιχάλης πάγωσε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου — ένα κλάσμα που του φάνηκε αιώνας. Ήθελε να φωνάξει το όνομά του. Να τον τραβήξει πίσω. Να γυρίσει τον χρόνο. Μα δεν υπήρχε χρόνος. Μόνο η πραγματικότητα — ωμή, αμείλικτη.
Η εκκαθάριση συνεχίστηκε. Αργά. Βασανιστικά αργά.
Κάθε πόρτα άνοιγε τώρα με δισταγμό. Κάθε βήμα ζυγιζόταν. Τα μάτια τους είχαν αλλάξει — πιο άγρυπνα, πιο σκληρά. Τα νεύρα τεντωμένα σαν σύρμα έτοιμο να σπάσει.
Ο Αντρέας δεν ήταν απλώς ένας ακόμη μαχητής. Ήταν ο φίλος. Ο άνθρωπος που πριν λίγο καθόταν δίπλα τους, ζωντανός, ολόκληρος. Και τώρα είχε μείνει πίσω.
Ο Μιχάλης δεν μιλούσε. Προχωρούσε. Με κάτι μέσα του να έχει σπάσει — και κάτι άλλο, πιο σκοτεινό, να έχει πάρει τη θέση του.
Το επόμενο σπίτι ήταν διώροφο. Από εκεί, λίγο νωρίτερα, τους χτυπούσαν ασταμάτητα. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι σημάδια από σφαίρες, και η σιωπή που είχε απλωθεί τώρα έμοιαζε ύποπτη — σαν να περίμενε κάτι.
Ο Μιχάλης στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Το δάχτυλό του ακουμπούσε στη σκανδάλη. Μια ανάσα. Και εισέβαλε.
Το όπλο σηκώθηκε σχεδόν μηχανικά. Ήταν έτοιμος να πυροβολήσει.
Και θα το έκανε. Αν δεν έβλεπε.
Στο βάθος της κάμαρης, δύο σιλουέτες. Ακίνητες. Με τα χέρια υψωμένα.
Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, όλα κρεμάστηκαν από μια λεπτή γραμμή.
Ο Μιχάλης κοίταξε καλύτερα. Τα σηκωμένα χέρια. Την απουσία απειλής.
Το όπλο του έμεινε ακίνητο. Δεν ήθελε να σκοτώσει αιχμαλώτους. Δεν ήθελε εκδίκηση. Όχι έτσι.
Κατέβασε ελαφρά το όπλο και φώναξε:
«Μην πυροβολήσει κανένας!»
Η ομάδα πάγωσε. Η ένταση δεν έφυγε — απλώς άλλαξε μορφή. Και εκεί, μέσα στο μισοσκόταδο, επιλέχθηκε κάτι άλλο. Η ανθρωπιά.
Χρόνια αργότερα, ο Μιχάλης εξομολογήθηκε στον Κυριακό.
«Ξέρεις τι με κρατά;» του είπε. «Όχι οι μάχες. Εκείνη η στιγμή.»
Στάθηκε για λίγο.
«Χαίρομαι που δεν πυροβόλησα. Ναι… ήθελα εκδίκηση», παραδέχτηκε.
Σήκωσε όμως το βλέμμα.
«Αλλά όχι έτσι. Αν ήταν να πολεμήσω, θα πολεμούσα οπλισμένους στρατιώτες. Όχι αυτούς που είχαν τα χέρια ψηλά.»
Ο Κυριακός δεν απάντησε. Δεν χρειαζόταν.
Μέσα σε μια εποχή γεμάτη προδοσία και αίμα, υπήρχαν ακόμη στιγμές που καθόριζαν τον άνθρωπο. Όχι ως πολεμιστή. Αλλά ως άνθρωπο. Πρώτα άνθρωπος.
Και ύστερα πολεμιστής… Αυτός ήταν ο ξάδερφος του ο Μιχάλης.
ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ ΠΕΡΑΣΜΑ / Κάποιοι τόποι θυμούνται περισσότερα απ’ τους ανθρώπους
Ο Κυριακός γνώριζε
τον Αντωνή τ’ Αλέξανδρου από μικρός, αλλά τους έφερε πιο κοντά η ζωή όταν ο
Αντωνής γέρων πλέον, καθόταν συχνά στο καφενείο και ο Κυριακός τον έβρισκε
εκεί. Εκεί έπιαναν κουβέντες που διαρκούσαν ώρες, και ο Κυριακός γνώρισε
καλύτερα τον απλό και καλοκάγαθο γεωργό της υπομονής και του μόχθου, που από
παιδί αγωνιζόταν με τη γη — πρώτα για να στηρίξει τη μάνα του και τους
ανθρώπους γύρω του, και αργότερα τη μεγάλη οικογένεια που δημιούργησε με την
καλή χωριανή του την Ελενίτσα.
Τον
συναντούσε συχνά στο καφενείο του Κωστή σιωπηλό στην αρχή, και ύστερα να ανοίγεται
σιγά σιγά, σαν παλιό βιβλίο. Παρότι αγράμματος, είχε διαβάσει ό,τι βιβλίο και
περιοδικό μπόρεσε να βρει στα νιάτα του, πριν ξεθωριάσει το φως των ματιών του.
Θυμόταν με αξιοθαύμαστη διαύγεια ιστορίες, δοξασίες, έθιμα, πράγματα που οι περισσότεροι
είχαν πια ξεχάσει.
Ανάμεσα στις
αφηγήσεις του ξεχώριζε η ιστορία της μάνας του, της Φκωνούς. Που του έλεγε πως
κάτω από την αυλή τους υπήρχε μια ρεματιά — πέρασμα αερικών. Ένας δρόμος αθέατος,
απ’ όπου διάβαιναν φαντάσματα, ανεράδες και όντα άλλων εποχών ή και παράλληλων
χρόνων.
Ο Κυριακός ήξερε για τα αερικά περάσματα που ήταν γνωστά στα χωριά. Εκεί,
έλεγαν, ακουγόταν βουή χωρίς άνεμο, φωνές και γέλια που έρχονταν από το
πουθενά. Ήταν ρεματιές που κατέληγαν σε θάλασσα ή σε κάμπους, όπου το πέρασμα
της βουής έπιανε τους ανθρώπους και τα ζώα απροετοίμαστους. Εκεί διέβαιναν ξωτικά,
μικρά ανθρωπάκια σαν αγγελάκια που γίνονταν κακά αν παρεξηγούνταν. Περνούσαν
θηλυκά πνεύματα των λόφων και των ποταμιών, αόρατα και ελαφριά σαν τον αέρα. Τα
μέρη αυτά δεν έπρεπε να κατοικούνται. Ήταν γνωστά και χαρτογραφημένα στη μνήμη
των ανθρώπων, ώστε να τα αποφεύγουν, ιδιαίτερα τις νύχτες.
Η ρεματιά των «Μήλων», δίπλα στο σπίτι του Αντωνή, ήταν ένα τέτοιο μέρος. Εκεί είχε
σκοτωθεί κάποτε ο Γιαννάτσιης ένας πρόγονος του Κυριακού, πέφτοντας από μια
τρεμιθιά. Το αίμα του πότισε τη γη, κι από τότε οι χωριανοί έλεγαν πως το χώμα
κογκούσε. Το μέρος ήταν βουτηγμένο σε υγρασία, τα θαμνοειδή σκεπασμένα με
φτέρες και αγριόχορτα, και οι ήχοι από τα τρεχούμενα νερά έδιναν την αίσθηση
ότι κάτι κρυφό παρακολουθεί. Το φως του ήλιου έπεφτε μέσα από τα φύλλα σαν σκιές
που κινούνταν, και η μυρωδιά της υγρασίας ανακατευόταν με τον ήχο της γης που
ανασαίνει.
Μια ζοφερή, υγρή μέρα
καλοκαιριού — είπε ο Αντωνής, η Φκωνού ήταν μόνη στο σπίτι. Αυτός έλειπε στα
χωράφια, κι εκείνη είχε βάλει τη μαείρισσα στη νηστιά, έξω στην αυλή. Η μυρωδιά
του φαγητού απλωνόταν στον αέρα, ανακατεμένη με τη δροσιά της ρεματιάς και το
άρωμα της υγρασίας. Το απαλό αεράκι έφερνε μαζί του ψιθύρους, σαν τα φύλλα να
μιλούσαν μεταξύ τους. Ίσως ήταν αυτή η μυρωδιά που τράβηξε τα αερικά από τη
ρεματιά προς το σπίτι.
Και ξαφνικά, μέσα στην
απόλυτη ησυχία, η μάνα του άκουσε φωνές, γέλια, μουσικές και τον ήχο από άλογα
που έσερναν κάρα. Γεμάτη φόβο, θάρρισε πως περνούσε καραβάνι γανοματζήδων από το
μονοπάτι προς την Πάφο. Γεμάτη περιέργεια έτρεξε στην άκρη της αυλής να δει, μα
η στράτα ήταν άδεια. Τα στάχια των κριθαριών κάτω στον κάμπο λύγισαν απότομα,
και μια ψυχρή αύρα πέρασε δίπλα της, σαν σκιές ανθρώπων άυλων που έτρεχαν. Άκουγε
τις φωνές, τις κουβέντες, τα γέλια. Άκουγε τα άλογα και τα κάρα — μα δεν έβλεπε τίποτα. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά,
ο αέρας έφερε τη μυρωδιά της πυκνής βλάστησης και των λουλουδιών της ρεματιάς, και
για μια στιγμή ένιωσε σαν να περνά από μπροστά της μια παράλληλη πραγματικότητα.
Τότε η Φκωνού έκανε
ό,τι ήξερε, ότι της είχαν μάθει οι δικοί της γονιοί για τέτοιες περιπτώσεις.
Σταυροκοπήθηκε και παρακάλεσε την Παναγία να ανοίξει το πέρασμα και να φύγουν τα
αερικά. Και πράγματι, όλα κόπασαν. Όπως είχαν έρθει, έτσι χάθηκαν. Κάθε φορά
που θυμόταν το γεγονός, ανατρίχιαζε, μα οι σκέψεις της ημέρευαν μόλις παρακαλούσε
την Παναγία.
Και ύστερα από τόσα
χρόνια, ο Αντωνής είχε περιέργεια, ήθελε να μάθει. Ήθελε να καταλάβει τι
ακριβώς ήταν τα περάσματα που η μητέρα του φοβόταν.
Δεν πίστευε στις
δεισιδαιμονίες, αλλά η περιέργεια τον βασάνιζε.
Ο Κυριακός που έτυχε να είχε μελετήσει τα παράδοξα αυτά φαινόμενα, ήξερε.Έτσι οδήγησε
τον Αντωνή στη ρεματιά των «Μήλων». Στάθηκαν εκεί που κάποτε η Φκωνού είχε
νιώσει τις φωνές και τις σκιές των αερικών. Πρώτα με προσεχτική ματιά εξέτασε προσεκτικά
το έδαφος, την πυκνή βλάστη, τη μορφολογία της ρεματιάς και τον αέρα που
κατέβαινε από τη ρεματιά. Οι ήχοι των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων
δημιουργούσαν ένα αχνό υπόκωφο μοτίβο, σαν ψίθυροι παλιών εποχών, και το φως
που έπεφτε ανάμεσα στα κλαδιά ζωγράφιζε σκιές σαν να περνούσαν αόρατες φιγούρες.
«Δες», είπε ήσυχα,
«όλα αυτά που φοβόταν η μάνα σου έχουν φυσική εξήγηση». Έδειξε πώς οι
κοιλότητες και τα θάμνα δημιουργούν ρεύματα αέρα σαν χωνί, πώς οι χαμηλές
δονήσεις — υποήχοι — γίνονται αισθητές στο σώμα, πώς το μάτι και το μυαλό
συμπληρώνουν σκιές και ήχους, φτιάχνοντας μορφές που δεν υπάρχουν πραγματικά. Ο
ήχος του νερού που κυλούσε έμοιαζε με βουή πολυάριθμων βημάτων, και η δροσιά
που κατέβαινε από τα δένδρα με αόρατες παρουσίες.
«Η εμπειρία της μάνας
σου ήταν αληθινή», πρόσθεσε ο Κυριακός. «Ο φόβος της επίσης. Μα η αιτία ήταν
φυσική — συνδυασμός αέρα, ήχων, σκιάς και ανθρώπινης ψυχολογίας». Οι άνθρωποι
έδωσαν ονόματα και ιστορίες σε αυτά τα μέρη όχι για να φοβίζουν, αλλά για να τα
θυμούνται και να τα αποφεύγουν. Τα ονόμαζαν οι παλιοί «αερικά περάσματα» ως
χαρτογράφηση κινδύνου.
Ο Αντωνής ένιωσε ένα
γνώριμο ρίγος. Ο Κυριακός το παρατήρησε, αλλά δεν μίλησε. Ήξερε καλά πως, ακόμη
κι όταν εξηγείς τα φαινόμενα, το πέρασμα συνεχίζει να υπάρχει. Δεν ήταν πύλη
άλλου κόσμου, ήταν σημείο όπου ο τόπος και ο ανθρώπινος νους συναντιούνται με
τρόπο βαθύ, ανεξήγητο, και μερικές φορές τρομακτικό.
Ο Αντωνής στάθηκε σιωπηλός. Ο αέρας πέρασε ξανά, ελαφρύς αυτή τη φορά. Μα εκεί,
ανάμεσα στις σκιές και το ψυχρό ρεύμα, ένιωσε πως κάτι μικρό, ασυνείδητο,
παρέμενε — μια ανάμνηση ή μια υπόνοια της μητέρας του της Φκωνούς, ή ίσως ένα
ψιθύρισμα των αερικών που δεν είχαν φύγει ποτέ τελείως. Τα φύλλα θρόιζαν σαν να
μιλούσαν, τα κλαδιά κινούνταν ελαφρά, σχεδόν σαν να τον καλούσαν να ακολουθήσει,
και η μυρωδιά της υγρασίας και των λουλουδιών της ρεματιάς γέμιζε τη μύτη του
με αναπάντεχα συναισθήματα δέους και δισταγμού… Αλλά συμφώνησε απόλυτα με τις
εξηγήσεις του Κυριακού. Το ίδιο είχε σκεφτει και ο ίδιος, αλλά ήθελε και τη σύμφωνο
γνώμη του ερευνητή, του Κυριακού.
Ο
Αντώνης τ’ Αλέξανδρου γέρασε. Ο καιρός είχε αφήσει τα σημάδια του στο πρόσωπό,
στα χέρια και στην ψυχή του. Στο κορμί του ολόκληρο. Έτσι οι ταχτικές συναντήσεις
με το Κυριακό, λιγόστεψαν. Οι δουλειές, οι δρόμοι, η καθημερινότητα τους
χώριζαν. Και όταν η αρρώστια του Αντωνή έγινε σοβαρή, η απόσταση έγινε ακόμη
πιο μακρύτερη. Ο Κυριακός χωρίς να τον βλέπει πλέον, τον πεθυμούσε. Το
προσγέλιο του, την ευφυήα του, τη σοφία του.
Και όταν ήρθε η ώρα
τους τέλους, τον έκανε να νιώθει μια παράξενη απώλεια, σαν να είχε φύγει ένα
κομμάτι της ζωής του.
Ο Αντωνής βρέθηκε στο
νοσοκομείο, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πόνου. Το σώμα του είχε γίνει αδύναμο,
οι ανάσες του βαρύθυμες, και τα χέρια του κρύα. Οι νοσοκόμες και οι δικοί του άνθρωποι
προσπαθούσαν να του προσφέρουν ανακούφιση, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να γεμίσει
την κενότητα που πλημμύριζε τον χώρο. Τίποτε δεν μπορούσε να φέρει τον Αντωνή
πίσω.
Και την ώρα που έσβηνε,
ενώ η ζωή του έφευγε, ο Αντώνης άνοιξε τα μάτια του και, με φωνή που έμοιαζε με
ψίθυρο ανάμεσα σε δύο κόσμους, είπε:
«Ετον… Κυριακό… έτον που
έρχεται…»
Οι γύρω του πάγωσαν.
Οι νοσοκόμες τον κοίταζαν με δέος, οι συγγενείς του σάστισαν. Ο Κυριακός δεν ήταν
εκεί. Ούτε ήξεραν τη σχέση τους που τα τελευταία χρόνια μέσα στον καφενέ είχαν
ανπτυχθεί. Τις ατέλιωτες συζητήσεις τους και την ευχάριστη παρέα μεταξύ τους.
Την ανταλλαγή των γνώσεων τους και των απόψεων τους. Έτσι τα λόγια του Αντωνή
έφτασαν σε αυτόν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αργότερα, όταν οι δικοί του του
διηγήθηκαν τι είχε πει ο γέροντας την τελευταία στιγμή της ζωής του.
Αργότερα, ο Κυριακός
αναλογίστηκε την έννοια αυτής της φράσης. Τι σήμαινε; Πώς ένα όνομα, ένα
πρόσωπο που δεν ήταν δίπλα του, μπορούσε να βρει τον δρόμο και να ακουστεί στο
όριο της ζωής του; Οι μελέτες της παραψυχολογίας μιλούν για φαινόμενα ψυχικής
αντήχησης, για δεσμούς που υπερβαίνουν τον χώρο και τον χρόνο, για ψυχές που αναζητούν
η μια την άλλη όταν ο κόσμος της ύλης τις χωρίζει.
Και ένιωσε ένα ρίγος
να τον διαπερνά. Δεν ήταν απλά θλίψη. Ήταν κάτι βαθύτερο: η αίσθηση ότι η φωνή
του φίλου του είχε διασχίσει τον χώρο και το χρόνο, είχε ξεπεράσει τον πόνο και
τον θάνατο, για να τον φωνάξει, να τον ειδοποιήσει, να τον αγγίξει. Σαν ψίθυρος
από τα αερικά περάσματα που τόσο είχε μελετήσει, σαν μια υπερφυσική ανάμνηση
που έμενε ζωντανή στη μνήμη των ανθρώπων.
Λίγες μέρες αργότερα, η Ελενίτσα, η γυναίκα του Αντωνή, δεν άντεξε τον καημό. Η
καρδιά της λύγισε, τα μάτια της θόλωσαν από τη λύπη, και ο κόσμος της
σκοτείνιασε. Και τον ακολούθησε στον ίδιο κόσμο, για να μην μείνει ποτέ ξανά
χωρίς αυτόν. Και ο Κυριακός έμεινε να στέκεται ανάμεσα στη ζωή και στη μνήμη
τους, νιώθοντας το κενό τους, αλλά σκεφτόμενος ότι οι ψυχές τους είχαν βρει ξανά
η μια την άλλη ακόμα κι αν ο κόσμος της ύλης τους χώρισε για πάντα.
Και κάποιες νύχτες
που ακολούθησαν, ο Κυριακός καθώς καθόταν μόνος στο παλιό καφενείο ή στεκόταν
στη ρεματιά των «Μήλων», εκεί που κάποτε η μητέρα του Αντωνή είχε ακούσει τις
φωνές των αερικών, και καθώς άκουγε τον άνεμο να θροΐζει μέσα από τα δέντρα,
και τα φύλλα να ψιθυρίζουν, κάποιες στιγμές, σχεδόν πίστευε πως άκουγε τη φωνή
του Αντωνή:
«Ετον… Κυριακό… έτον που
έρχεται…»
Και ήξερε πως, όπως
τα αερικά περάσματα της ρεματιάς, έτσι και οι δεσμοί της ψυχής δεν σβήνουν
ποτέ. Υπάρχουν σημεία στον κόσμο όπου η ζωή και ο θάνατος, η ύλη και το πνεύμα,
συναντιούνται και η πραγματικότητα γίνεται υγρή, ανοιχτή σε μυστικά που μόνο οι
ψυχές μπορούν να καταλάβουν.
Ο Κυριακός, με το πέρασμα των χρόνων, κρατούσε ζωντανή την ανάμνηση τους. Κάθε φορά που ο άνεμος έφερνε μαζί του ψιθύρους, ή κάθε φορά που μια σκιά κινιόταν σαν να υπήρχε κάτι αόρατο, ένιωθε πως η φράση του Αντωνή ζούσε μέσα του. Κι έτσι, το όνομα που ξεχώρισε στον τελευταίο του ψίθυρο έγινε σημάδι μιας φιλίας που υπερβαίνει τη ζωή, θάνατο και χρόνο — μια σύνδεση που δεν μπορεί να σβήσει ποτέ.
ΔΙΑΒΑ ΑΕΡΙΚΩΝ / Ο άνθρωπος φοβάται ό,τι δεν καταλαβαίνει
Η Μαρία ήταν θεια του
Κυριακού. Μια φορά στον δρόμο της για τα χωράφια, όταν συνάντησε το άγνωστο και
το ανεξήγητο, τρόμαξε τόσο πολύ, που δεν ξαναπάτησε — ούτε για να μαζέψει
σοδειές, ούτε για να τα ξανακαλλιεργήσει.
Κι επειδή ο Κυριακός
είχε βγάλει φήμη ανθρώπου που ερευνούσε τα παράξενα και τα παραφυσικά, ήταν φυσικό
ο άντρας της, ο Γιώρκος —θειος κι αυτός— να στραφεί σ’ εκείνον για να λύσει το
μυστήριο.
Τον επισκέφθηκε ένα
δειλινό και, κάτω από την τερατσιά στην αυλή που κάθισαν, του μίλησε για το διάβα
των αερικών, κάτω στο Σκαλί. Εκεί όπου η θεια Μαρία συνάντησε κάτι τρομερό. Κάτι
που την έκανε να φοβηθεί όπως δεν είχε φοβηθεί ποτέ στη ζωή της:
Καθώς διάβαινε από
την περιοχή «Σταυρός», κάτω από την τοποθεσία «Σκαλί», εκεί όπου υπάρχει ένα
σταυροδρόμι δρόμων που οδηγούν προς την παραθαλάσσια περιοχή «Δήμμα», συνέβηκε
το περιστατικό. Σε νοητή ευθεία με την περιοχή «Μήλα» —γνωστό πέρασμα αερικών— ο
δρόμος συνεχίζει προς τη θάλασσα, προς το πέλαγος. Είναι ανοιχτός τόπος, κι από’
κει, από το μακρινό βάθος της θάλασσας, όταν ξεσπά και θυμώνει ο Σορόκος, γίνεται
άνεμος που τσακίζει καράβια.
Λένε πως το 1810 τσάκισε το «Χρυσοκάραβο», ένα επιβατικό πλοίο που διαλύθηκε
στις ξέρες του Φουρφουρή, πνίγοντας όλους τους επιβάτες. Και στα πιο πρόσφατα
χρόνια, το φορτηγό πλοίο «Δημήτριος» βρήκε το ίδιο τέλος, σφηνωμένο στις ίδιες
ξέρες. Μα και από τα αρχαία χρόνια, πλοία τσακίζονταν πάνω τους, όπως δείχνουν τα
αμέτρητα ναυάγια που βρίσκονται στον βυθό.
Οι παλιοί έλεγαν πως
δεν ήταν μόνο ο άνεμος. Πως κάποιο αερικό τα παρέσερνε και τα τσάκιζε.
Είναι τότε που, όταν
ο Σορόκος, μετά το θέριεμά του, ηρεμεί και γλυκοφυσά απαλά —σημάδι πως το
καλοκαίρι φεύγει και έρχεται το μουντό, γκρίζο φθινόπωρο— κι όταν η θάλασσα
γίνεται γαλήνια σαν απάνεμο λιμάνι, τα Αερικά βγαίνουν στη στεριά. Αναζητούν το
γραμμένο τους πεπρωμένο, εκείνο που ορίστηκε τον καιρό που ήταν ακόμη ζώντα
όντα, πριν η μοίρα τα καταδικάσει να γίνουν δαιμόνια και εξωτικά.
Κι η Μαρία του Γιωρκουθκιού, όταν καβαλικεμένη στον γάιδαρό της, πήγαινε στη
Μωροζό να ποτίσει το χωράφι, φτάνοντας στον Σταυρό, κατάλαβε ξαφνικά πως το
δροσερό αεράκι που φυσούσε σταμάτησε απότομα. Ταυτόχρονα έπεσε μια απόλυτη
ησυχία, βαριά, σαν σιωπή που πλακώνει.
Ο ήλιος χάθηκε από
τον ουρανό, χωρίς να υπάρχει σύννεφο. Ο γάιδαρος τσουλόκατσε και άρχισε να
γκαρίζει φοβισμένος. Δεν ήξερε αν σκοτείνιασαν τα μάτια της ή αν σκοτείνιασε ο
ίδιος ο καιρός γύρω της. Τα βάθη του ορίζοντα γκρίζαναν και η πλάση βάρυνε.
Κατέβηκε
τρομοκρατημένη από το ζώο και, τραβώντας το με το ζόρι, συνέχισε βιαστικά τον
δρόμο της, με την καρδιά σφιγμένη από φόβο.
Κι εκεί που περπατούσε
στο μονοπάτι, παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά της ένα μικρό παιδάκι, που βάδιζε κι
αυτό γρήγορα. Σκέφτηκε πως οι γονείς του θα
ήταν κοντά και, όπως ήταν ταραγμένη, το προσπέρασε.
Λίγο πιο κάτω όμως, ξανασυνάντησε το ίδιο παιδί — αυτή τη φορά μεγαλύτερο.
Και ακόμη παρακάτω, την κυρίευσε ο πραγματικός τρόμος: μπροστά της στεκόταν το
παιδί πια ως άντρας ντυμένος με σιδερένια στολή, κρατώντας σπαθί, που το κράδαινε
τρέχοντας, σαν να κυνηγούσε κάποιον. Το στόμα του ανοιχτό· φώναζε, μα φωνή δεν
έβγαινε. Μόνο άναρθρες ιαχές, μπερδεμένες με καλπασμούς αλόγων — χωρίς να
φαίνονται άλογα.
Κίτρινη από τον φόβο,
με την ψυχή της έτοιμη να φύγει, άρχισε να παρακαλεί. Να επικαλείται την
Παναγία, τον Χριστό και τον Πατέρα Θεό…
Και ξαφνικά έγινε το
θαύμα. Όλα πέρασαν. Έφυγαν. Χάθηκαν. Ο ήλιος φάνηκε ξανά. Ο κόσμος πήρε τη θέση
του. Τίποτα δεν έδειχνε αλλιώτικο. Νηνεμία και καλοκαιρία. Ήταν όλα όπως πριν.
Όλα καλά.
Η Μαρία του Γιωρκουθκιού
όμως πήρε τέτοια τρομάρα, που χρειάστηκε πολλή ώρα να πάρει ανάσα. Μια τρομάρα
που δεν της έφυγε ποτέ, όσο κι αν της είπαν αργότερα πως εκεί ήταν πέρασμα
αερικών. Πως κατά καιρούς περνούσε από κει ένα αόρατο καραβάνι άλλης εποχής,
που δεν πείραζε ανθρώπους.
Όμως η Μαρία, από εκείνη τη μέρα, δεν ξαναπέρασε ποτέ από εκείνον τον δρόμο.
Ο Κυριακός έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά και στη μελέτη, άλλη μια φορά.
Διάβασε πως Βυζαντινοί ιστοριογράφοι αναφέρουν ότι, παράλληλα με τα πνεύματα
της γης, της θάλασσας και των βυθών, γεμάτος δαιμόνια είναι και ο αέρας — «ὁ
ὑπέρθεν ἡμῶν καὶ περὶ ἡμᾶς».
Και με τις δοξασίες που εμπλουτίστηκαν έντονα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι
μελετητές κατέληγαν στη λεγόμενη Σολομωνική δαιμονολογία. Την Κλείδα του
Σολομώντος, βιβλίο μαγικών που αποδίδεται στον βασιλιά Σολομώντα και λένε πως
είναι απαγορευμένο και επικίνδυνο για όποιον διαβάσει το αυθεντικό του. Περιέχει
κλητεύσεις και επικλήσεις πνευμάτων νεκρών — δαιμόνων ή τιμωρημένων ψυχών. Και
για να προστατευτεί ο επικαλεστής από αυτά, υπάρχουν κατάρες και δεσμά λόγου,
ώστε να υποχρεώνονται τα απρόθυμα πνεύματα να υπακούσουν.
Ύστερα έψαξε την περιοχή, τη θάλασσα, μελέτησε τους ανέμους. Πίστευε πως θα υπήρχε
λογική εξήγηση. Σε όσες έρευνες είχε κάνει, πάντα κατέληγε σε λογικά συμπεράσματα.
Όλα είχαν την εξήγησή τους πίστευε. Αυτό, όμως, ήταν διαφορετικό.
Δεν μπορούσε να συνδέσει τα φαινόμενα. Τίποτα δεν ταίριαζε. Τίποτα δεν έδειχνε να έχει λογική εξήγηση. Άρχισε να αναρωτιέται μήπως τελικά συμβαίνουν παραφυσικά γεγονότα στην πραγματικότητα. Μήπως υπάρχει πράγματι ένας παράλληλος κόσμος. Μήπως η απάντηση βρισκόταν στην Κλείδα του Σολομώντος, περί δαιμόνων και τιμωρημένων ψυχών…
Τελικά, η εξήγηση που έδωσε στον θειό του ήταν πως, όσα κι αν γνωρίζει ο
άνθρωπος και η επιστήμη, πάντα θα υπάρχει το άγνωστο. Πάντα θα υπάρχει εκείνο
που, όσο κι αν ο άνθρωπος αποκτήσει γνώσεις, θα μένει ανεξερεύνητο.
Και του υποσχέθηκε πως δεν θα σταματήσει την έρευνα. Θα συνέχιζε να ψάχνει. Δεν
θα ησύχαζε. Ήταν μια πρόκληση που τον παρακινούσε.
Ναι. Θα συνέχιζε…
Η υπόθεση δεν τον
άφηνε να ησυχάσει. Δεν ήταν ο φόβος ή οι αφηγήσεις. ήταν ότι για πρώτη φορά δεν
είχε φέρει την έρευνα εις πέρας. Η υπόθεση έμεινε ανοιχτή — και μαζί της, κι
εκείνος.
Τις νύχτες, όταν ο
άνεμος φυσούσε από τη θάλασσα κουβαλώντας ψιθύρους παλιών εποχών, αναρωτιόταν.
Ό,τι κι αν είχε μελετήσει — ανέμους, τόπους, δοξασίες, παλιές γραφές — δεν
μπορούσε να ενώσει τα κομμάτια. Δεν υπήρχε εξήγηση ακέραιη, καμία απάντηση
χωρίς επιφύλαξη. Η σκέψη τον τρόμαξε: μήπως αυτή ήταν η πρώτη του αποτυχία; Ή
μήπως είχε αλλάξει, κουρασμένος από τη συνεχόμενη τριβή με το παράδοξο, τον φόβο
και τα όρια ζωής και θανάτου;
Δεν δεχόταν την
αποτυχία ως τελική απάντηση. Αν υπήρχε σφάλμα, έπρεπε να βρεθεί. Κι αν κάτι
είχε χαθεί, έπρεπε να εντοπιστεί. Έτσι αποφάσισε να ερευνήσει πρώτα τον ίδιο:
να δει αν η ψυχή του βάρυνε, αν είχε περάσει ένα αόρατο διάβα όπου η λογική
υποχωρεί μπροστά στο μυστήριο. Η πιο δύσκολη υπόθεση της ζωής του ξεκίνησε μέσα
του, χωρίς χάρτες, μαρτυρίες ή σίγουρα συμπεράσματα.
Η
ψυχολογία του δεν διαμορφώθηκε σε σχολές εγκληματολογίας. Σφυρηλατήθηκε βλέποντας
θάνατο και σιωπή των νεκροταφείων, στις καμπίνες των πλοίων οπου ταξίδεψε, και
στα πρόσωπα ανθρώπων που είδαν τη ζωή να τους γλιστρά από τα χέρια. Η έρευνα
δεν ήταν επάγγελμα. Ήταν ανάγκη. Ο Κυριακός δεν φοβόταν την αβεβαιότητα. Ήξερε
πως η αλήθεια δεν κραυγάζει, ψιθυρίζει. Είχε μάθει να παραμένει ακίνητος μέσα
στο χάος, να ακούει όσα οι άλλοι αγνοούν και να βλέπει όσα προσπερνούν βιαστικά.
Δούλεψε με ελάχιστα στοιχεία, σε υποθέσεις όπου ο φόβος ντύθηκε μεταφυσικό
μανδύα. Ιστορίες με σκιές ή φαντάσματα δεν τον τρόμαζαν. Γνώριζε πως πίσω από
κάθε «θαύμα» ή «κατάρα» κρύβεται η φύση ή ο άνθρωπος — και πίσω από αυτά, ένα
μυστικό. Δεν κυνηγούσε εγκλήματα, κυνηγούσε ρωγμές: στη λογική, στη μνήμη, στην
ανθρώπινη ψυχή. Κάθε λάθος, κάθε αδιέξοδο, κάθε σιωπή ήταν μέρος της διαδρομής.
Σαν πρώτο βήμα, ο Κυριακός αποφάσισε να δεχτεί — έστω και προσωρινά — την
κούραση. Όχι ως αδυναμία, αλλά ως φυσική φθορά ενός νου που είχε δουλέψει
αδιάκοπα, χωρίς παύση, χωρίς ανάσα. Αν κάτι είχε θολώσει, δεν θα το πολεμούσε με
περισσότερη σκέψη. Θα το άφηνε να φανεί μόνο του.
Έτσι πήρε μια απόφαση ασυνήθιστη για τον ίδιο: να αφήσει τον νου του ελεύθερο. Χωρίς σκοτούρες. Χωρίς έγνοιες. Χωρίς αναλύσεις που γύριζαν αδιάκοπα γύρω από τα ίδια ερωτήματα. Να μην πιέσει τη σκέψη να δώσει απαντήσεις. Να μην απαιτήσει από τον εαυτό του διαύγεια. Ήξερε πως μόνο ένας νους που αδειάζει μπορεί να ξαναγεμίσει σωστά. Όπως η γη που αφήνεται σε αγρανάπαυση για να ξαναδώσει καρπό, έτσι κι εκείνος άφησε τη σκέψη του να ξεκουραστεί. Να ηρεμήσει. Να επιστρέψει στο πρωταρχικό της σχήμα, εκεί όπου οι ιδέες αναδύονται χωρίς πίεση. Δεν επρόκειτο για φυγή. Ούτε για παραίτηση. Ήταν μέρος της έρευνας. Η πρώτη πράξη μιας πιο βαθιάς διερεύνησης, όπου το αντικείμενο δεν ήταν πια οι υποθέσεις, αλλά ο ίδιος ο ερευνητής.
Και
τότε, μέσα σε αυτή τη σιωπή, συνέβη κάτι μικρό. Σχεδόν ασήμαντο. Ένα απόγευμα,
καθώς καθόταν μόνος, θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει: στις Ξέρες του Φουρφουρή,
δίπλα στην ακτή, ο βυθός κρύβει ρωγμές που ανασαίνουν ψυχρό, γλυκό νερό και
φυσαλίδες αερίων. Μεθάνιο, υδρόθειο, ίσως και διοξείδιο του άνθρακα — ουσίες
που σε υψηλές συγκεντρώσεις κάνουν τη διάνοια να παραμορφώνεται, τον χρόνο να
λυγίζει και τα χρώματα να λάμπουν αλλόκοτα.
Οι
άνθρωποι που περνούν από εκεί επηρεασμένοι από την φορτωμένη ατμόσφαιρα, βλέπουν
μορφές που αιωρούνται, σκιές που χορεύουν στο ηλιακό φως, ακούνε ψίθυρους από
τα βάθη της θάλασσας. Τα αερικά δεν είναι φαντάσματα, είναι ψευδαισθήσεις που
γεννά η φύση, η υδρόσφαιρα και τα αέρια από τις ρωγμές. Η πραγματικότητα
γίνεται λεπτή σαν νερό που ανεβαίνει σαν μικρό συντριβάνι.
Ο
Κυριακός κοίταξε τα κύματα και χαμογέλασε. Τα αερικά περάσματα δεν ήταν φαντάσματα.
Ήταν η φύση που παίζει με το νου, και οι παρεσθήσεις που μπερδεύ-ουν την
πραγματικότητα με την αντίληψη. Μυστήρια υπάρχουν, ναι, αλλά μόνο για όποιον
δεν παρατηρεί με προσοχή. Η σιωπή, η υπομονή και η παρατήρηση ήταν τα όπλα του
— και για πρώτη φορά, η αλήθεια τον έκανε να νιώσει γαλήνη.
Τα κύματα χτύπαγαν απαλά τις ξέρες, οι σκιές και οι ψίθυροι χάνονταν στον αέρα. Οι ρωγμές του βυθού μιλούσαν, τα αέρια ανατάραζαν τις αισθήσεις, και ο ανθρώπινος νους έδινε μορφή στο ανεξήγητο. Τα αερικά περάσματα είχαν αποκαλυφθεί: όχι ως φαντάσματα, αλλά ως η αλήθεια που κρυβόταν πίσω από την ψευδαίσθηση. Και ο Κυριακός έμεινε να κοιτάζει τη θάλασσα, ήρεμος, με τη γνώση πως η φύση και η φαντασία συχνά διασταυρώνονται εκεί όπου οι άνθρωποι κοιτούν χωρίς να βλέπουν.
ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ / Το πάθος του τζόγου
Η κηδεία γινόταν μεσημέρι, από εκείνα τα μεσημέρια που ο ήλιος δεν ζεσταίνει,
μόνο φωτίζει ανελέητα. Ο Κυριακός στάθηκε λίγο πιο πίσω, κάτω από τη σκιά ενός
κυπαρισσιού, παρατηρώντας τους ανθρώπους που έμπαιναν στην εκκλησία με σκυφτό
κεφάλι και βιαστικό βήμα, σαν να ήθελαν να τελειώνουν γρήγορα με το καθήκον.
Είχε έρθει όπως όλοι
οι άλλοι: από υποχρέωση.
Δεν περίμενε ότι
εκεί, ανάμεσα στους ψιθύρους και τα μαύρα ρούχα, θα συναντούσε κάτι που θα τον
τάραζε.
Το φέρετρο ήταν ήδη μπροστά, κλειστό. Πάνω του λίγα λουλούδια, προσεγμένα,
ακριβά. Όχι πολλά. Όσα έπρεπε, για να δείχνουν ότι «έγινε το σωστό».
Δίπλα στεκόταν η χήρα,
ντυμένη στα μαύρα, ακίνητη, με πρόσωπο στεγνό.
Ο Κυριακός την κοίταξε
για λίγο και μετά γύρισε το βλέμμα αλλού. Δεν ήθελε να σταθεί εκεί. Κάτι μέσα του
τον τραβούσε στο πλάι, εκεί όπου είχαν μαζευτεί οι παλιοί γνωστοί. Ψίθυροι, χαμηλές
κουβέντες, μισοτελειωμένες φράσεις.
Και τότε τον είδε.
Στεκόταν λίγο πιο
πέρα, σχεδόν κρυμμένος πίσω από δυο άντρες. Ή μάλλον — όχι. Στεκόταν όπως
μπορεί να στέκεται ένας άνθρωπος που έχει ξεχάσει πώς στέκεται. Αδύνατος,
σχεδόν αποστεωμένος. Το πρόσωπό του τραβηγμένο, τα μάτια βαθιά χωμένα στις
κόγχες. Τα ρούχα του κρέμονταν επάνω του, σαν να είχαν μείνει από άλλη ζωή.
Ο Νίκος.
Ο Κυριακός ένιωσε ένα
μικρό σοκ, σαν να είχε ανοίξει ξαφνικά μια πόρτα στο παρελθόν. Θυμήθηκε τον
άλλον Νίκο: τον γελαστό, τον ζωηρό, εκείνον που μιλούσε γρήγορα, που είχε πάντα
μια ιδέα, ένα σχέδιο, μια βεβαιότητα πως «θα τα καταφέρει». Τον άνθρωπο που,
την εποχή του χρηματιστηρίου, έλαμπε.
Αυτός μπροστά του δεν
έλαμπε. Έσβηνε.
Πλησίασε διστακτικά.
«Νίκο;» είπε χαμηλόφωνα.
Ο άλλος σήκωσε αργά το
κεφάλι. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για μια στιγμή, σαν να έψαχνε κάτι χαμένο,
κι ύστερα στάθηκε στον Κυριακό.
«Κυριακέ…» είπε. Η
φωνή του ήταν ήρεμη. Παράξενα ήρεμη.
Μίλησαν λίγο. Λίγα
λόγια, απλά. Για την κηδεία. Για τον καιρό. Για τα χρόνια που πέρασαν. Ο Κυριακός
τον παρατηρούσε καθώς μιλούσε. Οι λέξεις του ήταν καθαρές. Οι σκέψεις του
λογικές. Καμία σύγχυση. Καμία παραφορά. Καμία σχέση με όσα λέγονταν: Πως ειχε
παραφρονησει, πως ειχε ψυχολογικα προβληματα.
Αυτός είναι ο τρελός;
σκέφτηκε.
Η μόνη διαφορά ήταν η
ζωή που έλειπε από μέσα του. Σαν να του την είχαν αφαιρέσει προσεκτικά, μεθοδικά,
χωρίς να αφήσουν σημάδια.
Ο Κυριακός κατάλαβε
πως όσα άκουγε δεν ταίριαζαν με όσα έβλεπε. Κι εκεί, μέσα στο θυμίαμα και στους
ψιθύρους, γεννήθηκε μια υποψία βαριά σαν πέτρα:
Αν αυτός δεν ήταν
τρελός… τότε τι του είχαν κάνει;
Η καμπάνα χτύπησε. Η τελετή άρχισε. Και ο Κυριακός, χωρίς να το ξέρει ακόμη, είχε μόλις κάνει το πρώτο βήμα σε μια ιστορία που δεν είχε πια επιστροφή.
Όταν τελείωσε η τελετή, ο κόσμος άρχισε να βγαίνει αργά από την εκκλησία, σαν να
μην ήθελε κανείς να κάνει το πρώτο βήμα προς την επιστροφή στην κανονικότητα. Ο
αέρας έξω ήταν πιο ψυχρός απ’ όσο έδειχνε ο ήλιος. Μύριζε χώμα και λιβάνι
ανακατεμένα — μια μυρωδιά που έμενε στο λαιμό.
Ο Κυριακός στάθηκε πλάι
στα σκαλιά, χωρίς να μιλά.
Δεν είχε διάθεση για
συλλυπητήρια, ούτε για τα τυπικά λόγια που λέγονται μηχανικά. Προτιμούσε να
ακούει. Πάντα έτσι έκανε.
Οι κουβέντες έφταναν
σπασμένες, σαν κομμάτια από κάτι μεγαλύτερο. Κάποιοι μιλούσαν για τον Νίκο:
«…από τότε με το
χρηματιστήριο δεν συνήλθε ποτέ.»
«Ήταν θέμα χρόνου…»
«Η γυναίκα του έκανε
ό,τι μπορούσε, να ’ναι καλά.»
«Τον έτρεχε σε
γιατρούς, δεν τον άφησε.»
Ο Κυριακός έσφιξε τα χείλη.
Οι φράσεις αυτές ακούγονταν τακτοποιημένες, σχεδόν καθησυχαστικές. Έμοιαζαν
έτοιμες από καιρό, σαν να είχαν επαναληφθεί τόσες φορές που είχαν χάσει το νόημά
τους.
Λίγο πιο πέρα, δυο άντρες
μιλούσαν χαμηλόφωνα και αυτοί για τον Νίκο.
«Είχε λεφτά, πολλά
λεφτά…»
«Και τι τα έκανε;
Τίποτα.»
«Όλα στην τράπεζα.
Φοβόταν.»
Ο Κυριακός θυμήθηκε
όσα ήξερε — ή όσα νόμιζε πως ήξερε. Τον Νίκο που ρίσκαρε, που έπαιζε χωρίς
φόβο, που γελούσε με τους κινδύνους. Και τώρα; Έναν άνθρωπο που κρατούσε τα
πάντα κλειδωμένα, σαν να προστάτευε όχι τα χρήματα, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό.
Παραξενεύτηκε ο
Κυριακός. Αντι να μιλούν για τον νεκρό, μιλούσαν για τον Νίκο. Μια γυναίκα, μεγαλύτερης
ηλικίας, πλησίασε κάποιον συγγενή και είπε με ύφος βέβαιο:
«Καλά του κάνανε που
τον κλείσανε. Είχε ξεφύγει.»
Η
λέξη «κλείσανε» έπεσε βαριά στ’ αυτιά του Κυριακού.
«Ενοχλούσε κόσμο…» συνέχισε
η ίδια.
«Είχε κολλήματα.»
«Αν δεν τον μάζευαν,
ποιος ξέρει τι θα γινόταν.»
Ο Κυριακός ένιωσε μια
δυσφορία, όχι για αυτά που λέγονταν, αλλά για την ευκολία με την οποία
λέγονταν. Κανείς δεν αναρωτιόταν. Κανείς δεν αμφέβαλλε. Όλα είχαν πάρει τη θέση
τους, τακτοποιημένα κάτω από μια λέξη: άρρωστος.
Και τότε κάτι άρχισε
να δένει μέσα του.
Ο Νίκος είχε λεφτά.
Ο Νίκος δεν τα άγγιζε.
Ο Νίκος “είχε
ξεφύγει”.
Ο Νίκος “χρειαζόταν
βοήθεια”.
Και
στο τέλος, ο Νίκος δεν αποφάσιζε πια για τίποτα.
Ο Κυριακός ένιωσε ένα βάρος στο στήθος. Δεν είχε αποδείξεις. Μόνο κομμάτια. Αλλά
τα κομμάτια άρχιζαν να σχηματίζουν κάτι ανησυχητικά καθαρό.
Δεν τον έχασαν τα
λεφτά, σκέφτηκε.
Τον έχασε κάτι άλλο.
Και για πρώτη φορά, η
σκέψη δεν ήταν θλίψη.
Ήταν υποψία.
Ο νίκος μπήκε στο παιχνίδι του χρηματιστηρίου σαν να έμπαινε σε δικό του κόσμο.
Κάθε αριθμός, κάθε τιμή μετοχής, κάθε φήμη, ήταν σαν νότα σε ένα κομμάτι που
μόνο αυτός ήξερε τη μελωδία του. Στην αρχή, όλα ήταν εύκολα. Ένα σωστό στοιχείο,
μια μικρή πρόβλεψη, και τα λεφτά έρχονταν. Τα πρώτα εκατομμύρια κατέφθαναν σαν
να τα φύτευε με τα χέρια του, και η αίσθηση παντοδυναμίας τον θόλωνε. Το χρήμα
δεν ήταν πια μέσο — ήταν παιχνίδι, τρόπος ζωής, ανάσα.
Η νίκη γρήγορα έγινε συνήθεια.
Κάθε μέρα που περνούσε, ήθελε περισσότερα, γρηγορότερα, πιο επικίνδυνα. Τα
πρώτα μεγάλα κέρδη έγιναν αφορμή για μεγαλύτερα ρίσκα. Έμαθε να διαβάζει τις
φήμες, να μυρίζεται τις διακυμάνσεις της αγοράς, να παίζει με τους άλλους σαν
κομμάτια σε σκάκι. Το σπίτι του, η οικογένεια, οι φίλοι — όλα έμεναν πίσω. Το
μυαλό του ήταν συνεχώς στους αριθμούς, στις τιμές, στις πιθανότητες. Κάθε
απώλεια, όσο μικρή κι αν ήταν, τον κυρίευε με αδηφάγο άγχος.
Ο
Κυριακός, μαζεύοντας αργότερα τις αφηγήσεις των γνωστών του Νίκου, άρχισε να συνδέει
τα κομμάτια. Καθώς άκουγε τις λεπτομέρειες για τις νίκες και τις ήττες, τα
ρίσκα και τους φόβους, κατάλαβε ότι το χρήμα είχε μετατραπεί σε όπλο — όχι μόνο
για κέρδος, αλλά για να απορροφήσει τον ίδιο τον Νίκο. Οι φήμες για την εμμονή του, για τις αποφάσεις
που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, και η φήμη της «παράνοιας» του, άρχιζαν
να σχηματίζουν ένα περίγραμμα που αποκάλυπτε μια αλήθεια διαφορετική από όσα
είχαν πει.
Όσο η φούσκα μεγάλωνε,
τόσο η ζωή του Νίκου περιστρεφόταν γύρω από την αγορά. Κανείς δεν γνώριζε ποιοι
ήταν οι χειριστές, ποιοι κινούσαν τα νήματα. Η συνεχής ανάγκη να προλάβει, να
κερδίσει, να μην χάσει, τον έκαναν να ζει σε έναν κόσμο που κανείς άλλος δεν
καταλάβαινε. Ο Κυριακός, παρατηρώντας τον στην κηδεία, θυμήθηκε τις ιστορίες των
ανθρώπων γύρω: οι νίκες, οι απώλειες, οι αποφάσεις, οι παράξενες σιωπές. Και συνειδητοποίησε
ότι η φήμη του «τρελού» δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα
ήταν πιο ύπουλη και οργανωμένη.
Το σπίτι δεν ήταν πια
καταφύγιο. Οι καβγάδες με τη γυναίκα του είχαν γίνει καθημερινότητα. Οι
τσακωμοί για μικροπράγματα κρύβανε μεγαλύτερες ρωγμές: την κούραση, την απόσταση,
την εμμονή του Νίκου με το παιχνίδι. Κάθε ένταση στο χρηματιστήριο έφερνε φωνές,
νεύρα και σιωπή. Όταν η φούσκα ξεφούσκωσε και οι πολλοί γύρω του κατέρρευσαν, η
γυναίκα του τον εγκατέλειψε για λίγο. Το πλήγμα δεν ήταν μόνο οικονομικό ή
κοινωνικό. Ήταν προσωπικό, βαθύ, αμετάκλητο.
Ο Κυριακός,
ακούγοντας αυτά τα κομμάτια, και παρατηρώντας τα προσεκτικά, άρχισε να συνειδητοποιεί
κάτι τρομακτικά απλό. Δεν τον έχασαν τα λεφτά. Τον έχασε κάτι άλλο — κάτι
αόρατο, μεθοδικό, οργανωμένο, που συνδέονταν με την εμμονή του, με τη φούσκα,
και με τους ανθρώπους που γύρω του διαμόρφωναν την εικόνα του. Κάθε λεπτομέρεια
που μάζευε τον οδηγούσε σε ένα συμπέρασμα: όσα έβλεπε μπροστά του ήταν μόνο η
επιφάνεια. Και η αλήθεια που έπρεπε να ανακαλύψει μόλις άρχιζε.
Ο Νίκος είχε αρχίσει
να απομονώνεται ολοένα και περισσότερο. Οι νίκες στο χρηματιστήριο είχαν αφήσει
πίσω τους όχι χαρά, αλλά έναν περίεργο φόβο: το μυαλό του κυλούσε ανάμεσα στην
εμμονή να κρατάει τα πάντα υπό έλεγχο και στην αίσθηση ότι χάνει τον ίδιο του
τον εαυτό. Η γυναίκα του παρακολουθούσε σιωπηλά, υπομονετικά, σαν να ήξερε ήδη
τι έπρεπε να κάνει.
Κάποια μέρα, μετά από
μια σειρά από μικρούς καβγάδες που κανείς δεν θυμόταν πια με ακρίβεια, εμφανίστηκαν
οι πρώτοι επισκέπτες: δυο αστυνομικοί, με ήρεμη φωνή και σημειώσεις στο χέρι. Η
γυναίκα του ήταν εκεί, ήρεμη, αποφασιστική. Η συζήτηση ήταν σύντομη, σχεδόν
τυπική: λίγα λόγια για την ασφάλεια, λίγες ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του, για
τις εμμονές, για τις «παραξενιές».
Ο Νίκος δεν κατάλαβε
τίποτα. Σήκωσε τα φρύδια, έριξε ένα αδύναμο χαμόγελο, και τους ακολούθησε. Ο
Κυριακός, μαθαίνοντας αργότερα από μαρτυρίες, θα καταλάβαινε κάθε λεπτομέρεια:
η διαδικασία ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τους κανονισμούς. Το δικαστήριο είχε εκδώσει
διαταγή μετά από καταθέσεις της γυναίκας και των αστυνομικών. Το αποτέλεσμα ήταν
ότι ο Νίκος θα έμπαινε σε ψυχιατρική θεραπεία — και κανείς δεν θα μπορούσε να
αμφισβητήσει το δίκαιο της πράξης.
Μα όταν βγήκε, δεν
ήταν πια ο Νίκος που γνώριζαν οι φίλοι του. Σαν φυτό, αμιλητος, αδύναμος, χωρίς
το πνεύμα που κάποτε τον έκανε να ξεχωρίζει. Τα φάρμακα που του χορηγούσαν οι
γιατροί, όπως υπέδειξαν, του είχαν αφαιρέσει την επιθυμία να παίρνει αποφάσεις,
την ικανότητα να αντιδρά, ακόμα και τη χαρά.
Ο Κυριακός θυμόταν
αργότερα τα λόγια που άκουγε από γνωστούς: «Τον είχαν μαζέψει για το καλό του»,
«Τον έτρεχαν σε γιατρούς», «Δεν αποφάσιζε πια τίποτα». Κι όμως, κοιτάζοντάς
τον, ο Κυριακός ήξερε ότι κάτι άλλο είχε συμβεί. Δεν ήταν μόνο τα φάρμακα, ούτε
η νόμιμη διαδικασία. Ήταν η μεθοδική αφαίρεση της ζωής του Νίκου, του ανθρώπου
που κάποτε έλαμπε στο χρηματιστήριο.
Ο Κυριακός έμεινε παρατηρητής,
ακούγοντας, μαζεύοντας ψίθυρους και παρατηρώντας κινήσεις. Κάθε μικρό στοιχείο
που άκουγε συνδεόταν με όσα είχε δει στην κηδεία, με όσα ήξερε για τα χρήματα,
με τη συμπεριφορά του Νίκου πριν από χρόνια. Και τότε σχηματίστηκε μέσα του μια
εικόνα σαφής και τρομακτική: η ζωή του Νίκου είχε γίνει αντικείμενο στρατηγικής,
όχι ανθρώπινης αδυναμίας.
Ο Κυριακός ήξερε ότι
τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Ο Νίκος είχε χαθεί — όχι από την αγορά, ούτε από την
τύχη, ούτε από τα χρήματα. Τον είχαν χάσει οι άνθρωποι γύρω του, μεθοδικά, με
νόμιμο τρόπο. Και τώρα, με κάθε κίνηση, κάθε ψίθυρο, κάθε παρατήρηση, ο Κυριακός
άρχιζε να συνδέει τα κομμάτια: η άνοδος, η φούσκα, η εμμονή, η απομόνωση, ο
εγκλεισμός, τα φάρμακα, η γυναίκα — όλα ήταν μέρος ενός παζλ που μόλις είχε αποκαλυφθεί.
Ένα παζλ όμως, που
παίχτηκε απολύτως σύμφωνα με το νόμο.
Ο Κυριακος καταλαβε τι ειχε συμβει, αλλα δεν μπορουσε να τα βαλει με το νομο. Ετσι εμεινε απλος παρατηρητης, μεχρι που ο Νίκος νεος ακομα, μαραζωσε και πέθανε. Πηγε απλως στην κηδεια του.
ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ / Από τα ψηλά στα χαμηλά
Ο Γιαννής ήταν ένας συνήθης άνθρωπος. Καλός, παντρεμένος, ήσυχος οικογενειάρχης.
Έκανε και δεύτερη δουλειά για να περνά η
οικογένειά του καλύτερα. Πάντα μαζί με τη γυναίκα του: στην εκκλησία, στον
περίπατο, στα χωράφια. Μόνο στο καφενείο πήγαινε μόνος. Απλός άνθρωπος, με ένα
διπλοκάμπινο της δουλειάς. Δεν ήξερε από πολυτέλειες. Και ήταν ευτυχισμένος.
Την εποχή του χρηματιστηρίου άκουγε στο
καφενείο τους περισσότερους θαμώνες να λένε πόσα κέρδισαν. Στην αρχή όλοι κέρδιζαν.
Και τον περιγελούσαν που ακόμα δεν είχε παίξει. Ήταν ο πρώτος καιρός, και ένα
αμόκ είχε πιάσει σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό. Όλοι έπαιζαν. Ακόμα και απλές
νοικοκυρές, που έκαναν οικονομίες χρόνων, απέσυραν τα λεφτά τους και μέσα σε
σακούλες τα κουβαλούσαν στους χρηματιστές. Πολλοί, ακόμα και επιτυχημένοι
επιχειρηματίες, παράτησαν τις δουλειές τους και έγιναν χρηματιστές. Ήταν μια
κατάσταση ανεξέλεγκτη. Μια παρόρμηση μαζική, που την έσπρωχναν διαφημίσεις, ειδήσεις
και επιτήδειοι. Κανείς δεν ήθελε να μείνει απ’ έξω.
Έτσι κι ο Γιαννής το καλό και ήσυχο παιδί,
αποφάσισε να δοκιμάσει. Στην αρχή έπαιξε λίγα. Δεν τους πίστεψε. Όταν είδε τα
λίγα να γίνονται πολλά, ήθελε να παίξει περισσότερα. Έπεισε τη γυναίκα του να
πουλήσουν το παραθαλάσσιο χωράφι. Τα χρήματα που πήραν αρκούσαν για μια ολόκληρη
ζωή. Μα εθισμένος πια στο χρηματιστήριο, τα επένδυσε όλα. Και ήταν τυχερός.
Κέρδισε ξανά.
Όμως τα πολλά λεφτά σπάνια αφήνουν τους
ανθρώπους όπως τους βρήκαν.
Άρχισε η μεγάλη ζωή. Ακριβό αυτοκίνητο πολυτελείας,
έξοδοι με φίλους, και στο τέλος καμπαρέ. Το χρήμα έρεε άφθονο και αυτός ξόδευε αβέρτα.
Και του άρεσε. Ήταν μια γλυκιά ζωή. Οι γυναίκες, αν και πολυέξοδες, ήξεραν
περισσότερα τερτίπια από τη γυναίκα του. Ύστερα μια επιτήδεια τον τύλιξε.
Χώρισε. Και άρχισαν μια ζωή που τη νόμιζε ευτυχισμένη.
Μα οι καιροί αλλάζουν, όπως αλλάζουν και
οι άνθρωποι. Το χρηματιστήριο άρχισε να καταρρέει. Ο Γιαννής έχανε, μα δεν σταματούσε.
Τον είχε κυριέψει το πάθος, και όπως κέρδιζε στην αρχή, έλπιζε να ξανασυμβεί
και πάλι… Αλλά αυτό δεν συνέβη. Στο τέλος τα έχασε όλα. Και μαζί με τα λεφτά έφυγαν
και οι άνθρωποι. Η γυναίκα του τον είχε ήδη αφήσει. Η άλλη τον παράτησε μόλις
στέρεψε το χρήμα. Έμεινε φτωχός, άκληρος και μόνος. Απελπισμένος χωρίς χωράφια,
χωρίς τη δουλειά του, χωρίς τίποτα. Για να ζήσει, έπιασε δουλειά ως εργάτης στις
οικοδομές. Από τα ψηλά, έπεσε στα χαμηλά.
Τότε θυμήθηκε τον Κυριακό. Γνωστοί από
παλιά. Δεν ήταν φίλοι στενοί, μα είχαν πιει καφέ μαζί, είχαν ανταλλάξει
κουβέντες στα πανηγύρια. Ήταν ήρεμος άνθρωπος. Δεν έπαιξε ποτέ στο χρηματιστήριο.
Έλεγε πως όταν όλοι τρέχουν προς μια πόρτα, κάποιος θα μείνει απ’ έξω
ποδοπατημένος.
Ο Γιαννής πήγε να τον βρει για να ψάξει
το θέμα. Ήθελε να μάθει αν όλο αυτό που έγινε ήταν κομπίνα. Αν υπήρχε τρόπος να
οδηγηθεί η κυβέρνηση στα δικαστήρια. Αν υπήρχε δίκιο.
Ο Κυριακός τον άκουσε χωρίς να τον
διακόψει. Όταν τελείωσε, του είπε ήρεμα:
— Ναι, Γιαννή. Κομπίνα ήταν.
— Τότε να τους κυνηγήσω;
— Ήταν όμως νόμιμη κομπίνα. Από το κράτος.
Με νόμους και υπογραφές.
Ο Γιαννής σώπασε.
— Και τι να κάνω;
— Να μην γυρέψεις το δίκιο σου. Δεν θα
το βρεις. Θα χάσεις τον χρόνο σου και θα ταλαιπωρηθείς. Και στο τέλος θα σου
πουν πως έφταιγες εσύ. Γιατί εσύ έφταιγες.
Ο Κυριακός δεν είπε τίποτε άλλο. Δεν
είχε να προσθέσει κάτι. Ο Γιαννής έφυγε πιο βαριά απ’ ό,τι είχε έρθει. Και ο
Κυριακός έμεινε να σκέφτεται πως παρόμοιες ιστορίες είχαν συμβεί κι άλλες.
Με άλλα ονόματα, άλλα χωριά, άλλα ποσά.
Κανένας δεν βρήκε δικαιοσύνη. Και κανένας δεν αθωώθηκε πραγματικά. Όσοι προσέφυγαν
στα δικαστήρια κουράστηκαν, χρεώθηκαν, περίμεναν, ή και θα
πέθαιναν περιμένοντας. Το κράτος δεν θα καταδικαζόταν ποτέ. Μόνο
οι άνθρωποι.
Και μονολογοντας, κατεληξε στο συμπέρασμα πως τέτοια εγκλήματα δεν ζητούν λύση, αλλά μνήμη.
ΤΟ ΚΡΑΧ ΤΟΥ 2013 / Όταν το εύκολο χρήμα έγινε παγίδα
Ο Κυριακός και ο Ανδρέας μεγάλωσαν μαζί. Κολλητοί από τα γεννοφάσκια τους, πορεύτηκαν δίπλα-δίπλα σε όλη τους τη ζωή — στα δύσκολα και στα εύκολα, στις χαρές και στις λύπες. Ήταν μια φιλία βαθιά, σπάνια, από εκείνες που αντέχουν στον χρόνο και δεν λυγίζουν στις δοκιμασίες.
Κι όμως, οι δυο τους δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί.
Ο Κυριακός ήταν άνθρωπος της λογικής. Συντηρητικός, μετρημένος, προσεκτικός σε κάθε του βήμα. Ό,τι έχτισε στη ζωή του, το έχτισε με σύνεση και τάξη. Δεν πίστευε στα ρίσκα, ούτε στις εύκολες επιτυχίες.
Ο Ανδρέας, αντίθετα, ήταν τολμηρός. Ριψοκίνδυνος. Από εκείνους που τολμούν χωρίς να λογαριάζουν πάντα το κόστος. Είχε οξυδέρκεια και εξυπνάδα περισσότερη από πολλούς, μα και μια ανήσυχη ψυχή που δεν χωρούσε στα στενά όρια της ασφάλειας.
Κάποιος θα έλεγε πως η λογική υπερέχει του τυχοδιωκτισμού. Μα η ζωή δεν είναι ποτέ τόσο απλή.
Ο Κυριακός, γνωρίζοντας καλά τη διαφορά των χαρακτήρων τους, παρακολουθούσε τον φίλο του σιωπηλά. Δεν παρενέβαινε. Δεν τον συμβούλευε, ούτε τον απέτρεπε. Ίσως γιατί ήξερε πως ο Ανδρέας δεν ήταν άνθρωπος που άλλαζε πορεία εύκολα. Ίσως γιατί, βαθιά μέσα του, ήθελε να δει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει.
Και ο Ανδρέας ήθελε να φτάσει μακριά. Δεν αρκείτο σε μια απλή ζωή. Τον διέκρινε μια βαθιά φιλοδοξία, μια αδιάκοπη ανάγκη να αναδειχθεί στον επιχειρηματικό κόσμο. Μα η ζωή δεν του είχε χαρίσει εύκολες αφετηρίες. Φτωχός και άκληρος, χωρίς πλάτες και κεφάλαια, έπρεπε να χτίσει μόνος του το μέλλον του.
Και ήταν αποφασισμένος να το κάνει — με όποιο κόστος.
Είχε σπουδάσει
μηχανικός αεροπλάνων, μα η Κύπρος δεν είχε ανάγκη από τέτοια επαγγέλματα. Οι
ευκαιρίες ήταν ανύπαρκτες. Έτσι, στράφηκε σε κάτι σκληρό, επίπονο, μα πιο
γειωμένο και κερδοφόρο. Έγινε σιδεράς στις οικοδομές.
Κάτω από τον καυτό
ήλιο του καλοκαιριού και μέσα στο παγωμένο αγιάζι του χειμώνα, δούλευε
ασταμάτητα. Μα δεν δούλευαν μόνο τα χέρια του, δούλευε και το μυαλό του.
Παρατηρούσε. Υπολόγιζε. Προέβλεπε. Έβλεπε ότι η οικοδομή είχε μέλλον. Το κλίμα
της Κύπρου, ήπιο και φωτεινό, προσέλκυε ξένους από βόρειες χώρες. Βρετανοί,
κυρίως, αναζητούσαν ένα κομμάτι ήλιου για να το κάνουν σπίτι τους. Υπήρχε
ζήτηση. Μεγάλη ζήτηση. Εκείνος το κατάλαβε νωρίς.
Το πρόβλημα ήταν ένα:
δεν είχε κεφάλαια.
Και τότε σκέφτηκε
κάτι που έμελλε να αλλάξει τη ζωή του.
Κάλεσε έναν φίλο του
αρχιτέκτονα και του ζήτησε να σχεδιάσει ένα σπίτι απλό στην κατασκευή, μα
εντυπωσιακό στην όψη. Ένα σπίτι που θα έδινε την ψευδαίσθηση πολυτέλειας χωρίς
το ανάλογο κόστος. Το διαφήμισε στον βρετανικό τύπο σε χαμηλή τιμή. Και πέτυχε.
Ήταν μια κίνηση που αργότερα την ακολούθησαμ κι άλλοι. Αλλά πρώτος, ο Ανδρέας.
Το πούλησε πριν καν
χτιστεί. Συμφώνησε με τον αγοραστή να πληρώνεται σταδιακά, ανάλογα με την
πρόοδο του έργου. Ήταν μια συμφωνία δίκαιη, σχεδόν πρωτοποριακή για την εποχή.
Και πάνω απ’ όλα, λειτουργική.
Έτσι απέκτησε τα πρώτα
του κεφάλαια. Από εκεί και πέρα, η πορεία του ήταν ανοδική. Με γνώση της
δουλειάς και πειθαρχία, προχώρησε, επένδυσε, μεγάλωσε. Δεν ήταν πια εργάτης.
Ήταν δημιουργός.
Όμως, όπως συμβαίνει
συχνά, η επιτυχία δεν περνά απαρατήρητη.
Ήρθε μια εποχή που τα
πράγματα άρχισαν να αλλάζουν.
Οι τράπεζες της
Κύπρου άρχισαν να δίνουν δάνεια με πρωτοφανή ευκολία. Το χρήμα κυκλοφορούσε
άφθονο. Μεγάλα κεφάλαια, κυρίως ξένα –και ιδιαίτερα ρωσικά– κατέληγαν στις
κυπριακές τράπεζες, και αυτές με τη σειρά τους τα διοχέτευαν στην αγορά, κυρίως
στην οικοδομή.
Το χρήμα έγινε
εύκολο. Και όταν το χρήμα γίνεται εύκολο, η κρίση αργά ή γρήγορα ακολουθεί.
Στη Χλώρακα, πολλοί
έβλεπαν τον Ανδρέα ως παράδειγμα επιτυχίας. Μα δεν έβλεπαν τον κόπο, την
υπομονή και τη σκέψη πίσω από την πορεία του. Έβλεπαν μόνο το αποτέλεσμα.
Και πίστεψαν πως
μπορούσαν να το επαναλάβουν — εύκολα.
Με τα δάνεια των
τραπεζών, υποθηκεύοντας τις περιουσίες τους, άρχισαν να αγοράζουν γη και να
χτίζουν. Η ζήτηση εκτοξεύθηκε. Οι τιμές της γης ανέβηκαν. Μαζί τους και τα
διαμερίσματα.
Η ευημερία έμοιαζε
δεδομένη.
Οι κάτοικοι πούλησαν
τα χωράφια τους. Έγιναν «επενδυτές». Έχτισαν πολυκατοικίες με την ελπίδα του
ενοικίου, του σταθερού εισοδήματος, της κοινωνικής ανόδου. Από γεωργοί και
μικροϊδιοκτήτες, ήθελαν να γίνουν επιχειρηματίες.
Μα η ανάπτυξη αυτή
δεν στηριζόταν σε στέρεα θεμέλια. Ο Ανδρέας, πιο προσεκτικός, άρχισε να
ανησυχεί. Έβλεπε την υπερθέρμανση της αγοράς. Έβλεπε το τραπεζικό σύστημα να
διογκώνεται πέρα από τα όρια της πραγματικής οικονομίας. Έβλεπε τους κινδύνους.
Άκουγε και τις
πιέσεις από την Ευρώπη για περιορισμό των ανεξέλεγκτων κεφαλαίων και
αυστηρότερη εποπτεία. Καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.
Και τότε έκανε αυτό
που λίγοι είχαν το θάρρος να κάνουν: Έκανε πίσω.
Δεν μπήκε στον
πειρασμό του εύκολου χρήματος. Δεν επέκτεινε επικίνδυνα τις δραστηριότητές του.
Περίμενε.
Και ύστερα ήρθε το
2013. Το τραπεζικό σύστημα κατέρρευσε κάτω από το βάρος των λαθών του — των
υπερβολικών δανείων, των κακών επενδύσεων, της υπερέκθεσης και της απληστίας.
Οι τράπεζες έκλεισαν, οι καταθέσεις κουρεύτηκαν, η οικονομία πάγωσε. Οι τιμές
των ακινήτων κατρακύλησαν. Τα δάνεια έγιναν θηλιά.
Οι άνθρωποι που είχαν
ονειρευτεί πλούτη, βρέθηκαν αντιμέτωποι με χρέη.
Στη Χλώρακα, όπως και
σε όλη την Κύπρο, οι «νέοι ντεβελοπερς» κατέρρευσαν. Οι τράπεζες πήραν
περιουσίες. Οικογένειες έχασαν τα πάντα. Άνθρωποι που μέχρι χθες έχτιζαν, τώρα
έψαχναν για μεροκάματο.
Οι επιχειρήσεις
έκλειναν η μία μετά την άλλη. Σχεδόν όλες.
Ο Ανδρέας έμεινε. Όχι
γιατί ήταν πιο τυχερός. Αλλά γιατί ήταν πιο προσεκτικός.
Στεκόταν και
παρακολουθούσε — με μια πίκρα που δεν κρυβόταν. Έβλεπε τους χωριανούς του να
χάνουν όσα με κόπο είχαν αποκτήσει. Έβλεπε την ευκολία να μετατρέπεται σε
καταστροφή.
Και κατάλαβε, ίσως πιο καθαρά από ποτέ, πως το πιο επικίνδυνο πράγμα δεν είναι η φτώχεια. Είναι η ψευδαίσθηση του εύκολου πλούτου.
Κείμενο οπισθόφυλλου
Η Χλώρακα, ένα παλιό χωριό της Πάφου απλωμένο πάνω από τη θάλασσα, κρύβει μέσα
στο πέρασμα των αιώνων μνήμες, ιστορίες και θρύλους που πέρασαν από γενιά σε
γενιά.
Στα χωράφια και στα μονοπάτια του τόπου αυτού οι παλιοί άνθρωποι μιλούσαν για
ανεράδες και αερικά, για παράξενους ξένους που πέρασαν από το χωριό, για
χαμένους θησαυρούς και μυστήρια της γης.
Μα μαζί με τους θρύλους ζουν και οι αληθινές ιστορίες των ανθρώπων της
Χλώρακας: οι αγώνες, οι δυσκολίες, οι χαρές και οι τραγωδίες μιας εποχής που
σημάδεψε την Κύπρο.
Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνονται αφηγήσεις που αντλούν υλικό από τη λαϊκή παράδοση,
τις διηγήσεις των γεροντότερων και τη μνήμη του τόπου. Κάποιες ιστορίες
βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, άλλες σε θρύλους που έζησαν για χρόνια στη
φαντασία των ανθρώπων.
Όλες όμως αποτελούν κομμάτι της ψυχής ενός χωριού.
Ένα ταξίδι σε μια Κύπρο που αλλάζει, αλλά συνεχίζει να ζει μέσα από τις μνήμες
και τις αφηγήσεις των ανθρώπων της.









