Ο Κυριάκος Ταπακούδης γεννήθηκε στην Κύπρο το 1953. Έχει γράψει βιβλία διηγήματα και νουβέλλες για μικρούς, για μεγάλους, και για τους ναυτικούς - Τηλέφωνο: 99435899 Email: k.tapakoudes@cytanet.com.cy

ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ - συγγραφέας ο Κυριάκος Ταπακούδης

Ιστορίες ανθρώπων, αγώνων και παλιών θρύλων

Τίτλος: ΜΝΗΜΕΣ ΚΑΙ ΘΡΥΛΟΙ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ

Είδος έργου: Μυθιστόρημα 

Συγγραφέας: Κυριάκος Ταπακούδης

Έτος έκδοσης: 2027

ISBN: 

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ:

Εισαγωγή 

Σημείωμα συγγραφέα  

Η μνήμη της χρυσής σπηλιάς 

Η καταστροφή της Χλώρακας

Όταν η θάλασσα ξεσκέπασε τη Χλώρακα 

Οι Ακρίτες της Κύπρου   

Ο Μωρόγιαννος

Ο Χριστός γυμνός   

Ο κόμης ντε Μαμμωνάς   

Το διπλό φονικό  

Ο στοισιωμένος του ΄21     

Το χρυσοκάραβο της Χλώρακας 

Το τραγικό τέλος του Χατζηγεωργάκη

Σιαμμάς: Οι ρίζες μιας οικογένειας   

Η έρευνα συνεχίζεται 

Οι νεράιδες της Χλώρακας  

Οι ανεράδες  

Ο θησαυρός του Πενταρά

ΤΑ ΧΑΣΑΜΠΟΥΛΙΑ

Η μέρα που δεν χύθηκε αίμα   

Όταν το αίμα χυνόταν

Οι Αλυκάτορες

Τα παλιώματα της Λαμπρής

Βαλκανικοί πόλεμοι 

Ένα κομμάτι γης

Β΄παγκόσμιος πόλεμος 

Ο φόρος της δεκάτης 

Το χωράφι της ΑλξΠατούς

Ο ανίερος

Σκιες του αγώνα 

Η σιωπηλή ενέδρα της Καμήλας 

Ο καταραμένος καφενές 

Οι κρυφές

Ανδρέας Χρ. Τσέλεπος 

Σκιές της εκκλησίας

Ο μεγάλος σεισμός του ΄53

Πόνος χωρίς εξιλέωση

Πως χάθηκε η μισή χλώρακα

Ημερομηνία θανάτου 

Η μάχη της Επισκοπής 

Η μάχη της Λεμεσού

Ο πρόσφυγας

Χρηματιστήριο 

Άνοδος και πτώση 

Το αερικό πέρασμα

Διάβα αερικών 

Το κραχ του 2013

Όταν η Χλώρακα λεγόταν Πρασκίουρο

Μικροί θρύλοι και παραμύθια

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Το παρόν βιβλίο, με τίτλο «Μνήμες και Θρύλοι της Χλώρακας», αποτελεί μια αφηγηματική καταγραφή της ιστορικής και λαϊκής μνήμης της Χλώρακας, από τους πρώτους αιώνες της ύπαρξής της μέχρι τη σύγχρονη εποχή. Μέσα από μια σειρά διηγημάτων επιχειρείται η ανάδειξη σημαντικών γεγονότων, κοινωνικών συνθηκών και ανθρώπινων εμπειριών που διαμόρφωσαν τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Στις σελίδες του βιβλίου συναντώνται ιστορικά γεγονότα, λαϊκές παραδόσεις, πρόσωπα της καθημερινής ζωής, αλλά και μορφές που ανήκουν στον χώρο του θρύλου και της προφορικής φαντασίας. Η φτώχεια, η ξενιτιά, η πίστη, η λεβεντιά και οι κοινωνικές αντιθέσεις αποτελούν σταθερούς άξονες των αφηγήσεων, μέσα από τους οποίους αναδεικνύεται ο χαρακτήρας της κυπριακής υπαίθρου.

Ο συγγραφέας, μεγαλωμένος στη Χλώρακα σε μια εποχή αγροτική και απλή, με έντονες τις μνήμες της καθημερινής ζωής και του μόχθου των ανθρώπων της υπαίθρου, ήρθε από νωρίς σε επαφή με τη θάλασσα, την εργασία και την προφορική παράδοση του τόπου. Η εμπειρία των ταξιδιών του και η μετέπειτα ενασχόλησή του με τη μελέτη και τη γραφή συνέβαλαν καθοριστικά στη διαμόρφωση της συγγραφικής του πορείας.

Οι ιστορίες του βιβλίου αντλούν υλικό από αφηγήσεις παλαιότερων κατοίκων της Χλώρακας, από τοπικές παραδόσεις και από μνήμες που διατηρήθηκαν ζωντανές μέσα στον χρόνο. Σε πολλές περιπτώσεις, πρόκειται για προφορικές αφηγήσεις που μεταδόθηκαν από γενιά σε γενιά, διατηρώντας στοιχεία ιστορικής εμπειρίας αλλά και λαϊκής φαντασίας.

Σκοπός του έργου δεν είναι η αυστηρή ιστορική τεκμηρίωση κάθε αφήγησης, αλλά η διάσωση και καταγραφή ενός μέρους αυτής της ζωντανής παράδοσης, πριν χαθεί μέσα στον χρόνο. Γιατί μέσα από αυτές τις ιστορίες επιβιώνει η μνήμη ενός τόπου και των ανθρώπων του.

Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΧΡΥΣΗΣ ΣΠΗΛΙΑΣ / Η γη κρατάει μυστικά που μόνο ο χρόνος αποκαλύπτει 

Υπάρχουν μύθοι που λέγονται για να ξεχαστούν, κι άλλοι που επιμένουν, σαν να περιμένουν κάποιον να τους ακούσει σωστά. Κι όπως και με το Χρυσοκάραβο, Ο Κυριακός ήξερε πως όταν ένας μύθος επιμένει, δεν το κάνει για τον θησαυρό. Το κάνει γιατί ζητά να ερευνηθεί.

Ο Κυριακός είχε μεγαλώσει ακούγοντας για τη σπηλιά της Αγίας Μαρίνας. Εκεί, στο όριο όπου τελειώνει η Χλώρακα και αρχίζει η Λέμπα, λέγανε πως η γη δεν ήταν όπως αλλού. Πως κρατούσε μέσα της κάτι βαρύ. Κάτι παλιό. Κάτι που δεν ήθελε να φανερωθεί.

Ο μύθος μιλούσε για χρυσάφι θαμμένο βαθιά, για θησαυρούς που δεν τους χωρά ανθρώπινο μάτι. Έλεγε πως κάθε εφτά χρόνια, για μια στιγμή μόνο, η γη άνοιγε και φανέρωνε μια σπηλιά που άστραφτε τόσο, που ζάλιζε όποιον την αντίκριζε. Και έλεγε ακόμη πως όποιος την έβλεπε, πέθαινε αμέσως — όχι από φόβο, αλλά από κατάρα.

Ο ίδιος δεν πίστευε στις κατάρες. Πίστευε όμως στους ανθρώπους που τις εφεύρισκαν.

Ήξερε ότι τέτοιοι θρύλοι δεν γεννιούνται τυχαία. Κάπου, κάποτε, κάτι είχε συμβεί. Κάτι αρκετά δυνατό ώστε να χρειαστεί να ντυθεί με θαύμα, με Αγίους και με θεϊκή βούληση για να αντέξει στον χρόνο.

Ο Κυριακός αποφάσισε ότι έπρεπε να μάθει την αλήθεια. Δεν ήταν περιέργεια, ούτε φιλοδοξία. Ήταν ανάγκη: να ξεκαθαρίσει αν ο θρύλος ήταν απλώς μια ιστορία για να φοβούνται τα παιδιά ή αν πίσω του κρυβόταν μια πραγματικότητα που κάποιοι γνώριζαν και προτίμησαν να ξεχάσουν.
Ξεκίνησε από τα λόγια των παλιών, από τις σιωπές τους, από τις μισές κουβέντες και τις μισές αλήθειες. Καθώς μάζευε τα κομμάτια, γινόταν φανερό ότι το πιο δύσκολο δεν ήταν να βρει τη σπηλιά, αλλά να ξεπεράσει αυτό που, από γενιά σε γενιά, κρατούσε τους ανθρώπους μακριά της.

Ήξερε ότι τέτοιοι θρύλοι δεν γεννιούνται τυχαία. Κάπου, κάποτε, κάτι είχε συμβεί αρκετά δυνατό ώστε να χρειαστεί να ντυθεί με θαύμα, Αγίους και θεϊκή βούληση για να αντέξει στον χρόνο.

Ο σεισμός του 1347, το μεγάλο κύμα που σκέπασε τη χαμηλή γη, η πανούκλα που θέρισε ό,τι είχε απομείνει — όλα αυτά ήταν καταγραμμένα στη μνήμη των παλαιών. Εκείνο που δεν ήταν καταγραμμένο πουθενά, ήταν τι υπήρχε πριν χαθούν τα πάντα, τι θάφτηκε μαζί με εκκλησίες, πύργους και ανθρώπους, και γιατί ακόμα αιώνες μετά κάποιοι κοιτούσαν το ίδιο σημείο της γης με δέος.

Αυτά ήταν γεγονότα που συνέβηκαν την παλαιάν εποχή: Ένας μεγάλος σεισμός που σήκωσε θεώρατο τσουνάμι, που σκέπασε όλη την παραλιακή γή, και έθαψε ότι υπήρχε πάνω της. Ίσως και τα χρυσάφια που ήταν φυλαγμένα στην εκκλησιά της Αγίας Μαρίνας, και τα οποία ξεχάστηκαν καθώς η πανούκλα, η αρρώστεια της εποχής, ξεκλήρισε τον μισό πληθισμό της Κύπρου.
Μια από τις πρώτες μαρτυρίες που συγκίνησαν τον Κυριακό ήταν εκείνη του Οθωνή της Ελεγγούς. Λεγόταν πως είχε ανακαλύψει τη σπηλιά σε μια χρονιά που η γη «άνοιξε». Και όταν μπήκε μέσα, είδε ένα υπόγειο οικοδόμημα γεμάτο χρυσάφι, τάματα και κειμήλια, τόσο πολλά που το μυαλό δεν μπορούσε να τα χωρέσει. Έμεινε σαστισμένος, με τον παλμό να χτυπά στα αυτιά, καθώς μια ακατανίκητη αίσθηση δέους τον περιέβαλε.
Και ζαλισμένος, άρρωστος, στο κρεββάτι του θανάτου, έλεγαν οι συγγενείς του, ότι παραμιλούσε για εκθαμβωτικά φώτα, για λάμψεις που αναπηδούσαν στους τοίχους, για χρυσές άμαξες και θησαυρούς κρυμμένους σε υπόγεια δωμάτια. Όμως η σπηλιά δεν τον άφησε να μιλήσει καθαρά για όσα είδε. Παραμιλούσε για μέρες, ανακατεύοντας φως και θησαυρούς σε ακατάληπτες εικόνες.

Πέθανε παίρνοντας το μυστικό μαζί του, αφήνοντας πίσω μόνο φόβο, υποψίες και έναν θρύλο που πλανιόταν στον τόπο.

Οι συγγενείς του δεν μίλησαν ποτέ ανοιχτά, και οι διηγήσεις για το τι είδε παρέμειναν ασυνάρτητες. Κάποιοι έλεγαν πως οραματίστηκε το φως και τον πλούτο, άλλοι πως είδε θεϊκά οράματα, μα όλοι συμφωνούσαν σε ένα πράγμα: εκεί υπήρχε κάτι που δεν ήταν για ανθρώπους.
Και έμαθε ο Κυριακός μια άλλη μαρτυρία, που συμπλήρωνε την πρώτη, εκείνη του γέρου Αζίνα λίγο μετά το 1900: Ένα καλοκαιρινό δείλι, την ώρα που ο ήλιος έδυε στη θάλασσα, είδε μια εκθαμβωτική λάμψη να ξεπηδά από βαθούλωμα της γης στην τοποθεσία «Κλούνοι», κάτω από το δυτικό οροπέδιο του χωριού. Το φως φώτιζε το σύθαμπο σαν μεσημεριανός ήλιος. Ο Αζίνας ένιωσε ακατανίκητη έλξη, σαν κάτι να τον καλούσε. Παρέλυσε η σκέψη του και σχεδόν άθελά του οδηγήθηκε προς τον γκρεμό, όπου μέσα από την άγρια βλάστηση ξεχυνόταν το χρυσαφένιο φως. Και ενώ ήταν έτοιμος να πηδήξει μέσα στο φώς, το φαινόμενο χάθηκε απότομα, συνήλθε, και σώθηκε την τελευταία στιγμή.

Και τέλος άλλες πληροφορίες έλεγαν πως μέσα στη χρυσή σπηλιά δεν βρίσκονταν χρυσά τάματα της Αγίας Μαρίνας, αλλά η χρυσή άμαξα της Ρήγαινας των Παλαιοκάστρων, που ενώ περνούσε με τη χρυσή της άμαξα να πάει στα λουτρά της Αφροδίτης, από τη θάλασσα φάνηκαν πειρατές, και οι ακόλουθοι της την έκρυψαν στη σπηλιά για να την προφυλάξουν.

Κοινό στοιχείο όλων των αφηγήσεων ήταν η κατάρα: το στόμιο της σπηλιάς ανοίγει μόνο στιγμές, μια φορά κάθε επτά χρόνια, και όποιος την αντικρίσει δεν προλαβαίνει να μιλήσει. Παρά τις έρευνες, ακόμη και από ξένους αρχαιολόγους, τίποτε δεν αποκαλύφθηκε ποτέ.

Στα τελικά του συμπεράσματα, ο Κυριακός δεν στάθηκε ούτε άκριτα πιστός στον μύθο ούτε εύκολα απορριπτικός. Η «Χρυσή Σπηλιά» δεν είναι απλή φανταστική αφήγηση, αλλά σύνθεση πραγματικών γεγονότων, φυσικών φαινομένων και ιστορικών μνημών. Οι μαρτυρίες των αρχών του 1900, η επιμονή των ίδιων γεωγραφικών σημείων, η επαναλαμβανόμενη αναφορά σε υπόγειους χώρους και η παρουσία ξένων ερευνητών δείχνουν ότι υπήρξε πραγματική βάση πάνω στην οποία χτίστηκε ο θρύλος.
Κατέληξε ότι στην περιοχή υπήρξαν όντως υπόγειες κατασκευές, πιθανότατα αποθηκευτικοί ή λατρευτικοί χώροι, συνδεδεμένοι είτε με την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας είτε με παλαιότερες ανάγκες απόκρυψης πλούτου που θάφτηκαν από το τσουνάμι. Και τα κατά καιρούς φυσικά φαινόμενα όπως κατολισθήσεις, σεισμοί και ιδιαίτερες αντανακλάσεις φωτός στα δειλινά, μπορούσαν να γεννήσουν εμπειρίες σαν εκείνη του Αζίνα, ενισχύοντας τη μεταφυσική διάσταση της αφήγησης.

Η «κατάρα» και η σιωπή όσων πλησίασαν περισσότερο λειτουργούσαν ως κοινωνικός μηχανισμός προστασίας, κρατώντας τους ανθρώπους μακριά από επικίνδυνα σημεία ή αλήθειες που δεν μπορούσαν να διαχειριστούν. Ο μύθος λειτούργησε ως φρουρός της μνήμης και όχι ως χάρτης θησαυρού.

Το τελικό συμπέρασμα ήταν σαφές: ακόμη κι αν δεν υπάρχει σήμερα σπηλιά γεμάτη χρυσάφι, υπάρχει κάτι εξίσου πολύτιμο — η ιστορία ενός τόπου που θυμάται, μεταμορφώνει και προστατεύει το παρελθόν του. Και ίσως, κατά τον Κυριακό, αυτός να είναι ο αληθινός θησαυρός της Χρυσής Σπηλιάς — όχι στη γη, αλλά στη συλλογική μνήμη των ανθρώπων.

Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ / Κάθε μυστικό που θάβει η γη περιμένει υπομονετικά να βρει το φως

Το 1347 ένας αόρατος εχθρός ξεκίνησε από την Ασία και απλώθηκε πάνω από την Ευρώπη σαν σκοτεινό σύννεφο. Ήταν η Μαύρη Πανούκλα — μια ασθένεια που μέσα σε λίγα χρόνια θα έσπερνε θάνατο, πανικό και σιωπή σε ολόκληρους τόπους.

Πόλεις άδειασαν, χωριά ερημώθηκαν και ολόκληρες οικογένειες χάθηκαν μέσα σε λίγες ημέρες. Οι δρόμοι γέμισαν νεκρούς και οι άνθρωποι άρχισαν να φοβούνται ακόμη και την ανάσα του διπλανού τους.

Η Κύπρος δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από τη μοίρα αυτή.
Πλοία χωρίς πλήρωμα, με τους ναυτικούς τους νεκρούς από την επιδημία, έπλεαν ανεξέλεγκτα στη Μεσόγειο.

Άλλα παρασύρονταν από τα ρεύματα, άλλα προσάραζαν σε ακτές και λιμάνια, κουβαλώντας μαζί τους τον αόρατο θάνατο.
Στα αμπάρια τους ζούσαν τα τρωκτικά των ταξιδιών — ποντίκια και αρουραίοι που κουβαλούσαν πάνω τους ψύλλους μολυσμένους από την ασθένεια. Αυτοί οι ψύλλοι έγιναν οι αόρατοι αγγελιοφόροι του Μαύρου Θανάτου, ακολουθώντας τους ανθρώπους σε κάθε λιμάνι και σε κάθε πόλη.

Κι όλα αυτά, σύμφωνα με τους θρύλους της εποχής, είχαν τις ρίζες τους σε σκοτεινές αποφάσεις και δεισιδαιμονίες.
Ο Πάπας Κλήμης ΣΤ’, πιστεύοντας ότι οι γάτες ήταν ζώα του κακού και σύντροφοι των μαγισσών, διέταξε την εξόντωσή τους. Οι γάτες, που για αιώνες κρατούσαν υπό έλεγχο τους πληθυσμούς των τρωκτικών, εξαφανίστηκαν από τις πόλεις και τα λιμάνια.

Και όταν χάθηκαν οι γάτες, τα ποντίκια πλήθυναν.

Πλήθυναν τόσο, ώστε οι άνθρωποι έλεγαν πως η γη σάλευε από τις φωλιές τους.

Και έτσι η πανούκλα βρήκε τον δρόμο της.

Οι ψύλλοι που κρύβονταν στα τρωκτικά των πλοίων έγιναν ζωντανές σκιές του Μαύρου Θανάτου, και η μόλυνση εξαπλώθηκε με φρενήρη ταχύτητα σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.
Όταν η αρρώστια έφτασε στην Κύπρο, κανείς δεν μπορούσε πια να τη σταματήσει.

Κι όμως, σαν να μην έφτανε η ασθένεια, μια ακόμη συμφορά περίμενε το νησί.

Ένα βράδυ του 1348 ο κόσμος φάνηκε να κρατά την ανάσα του.

Τα σκυλιά ούρλιαζαν χωρίς λόγο μέσα στη νύχτα. Τα ζώα ανησυχούσαν, τα πουλιά πετούσαν χαμηλά και ανήσυχα πάνω από τα χωράφια.

Και τότε συνέβη κάτι παράξενο. Η θάλασσα άρχισε να τραβιέται προς τα πίσω. Το νερό υποχώρησε από την ακτή, αφήνοντας γυμνό τον βυθό. Βάρκες έμειναν ξαπλωμένες στη λάσπη, ψάρια σπαρταρούσαν στο χώμα και οι άνθρωποι πλησίαζαν με απορία για να δουν το περίεργο αυτό θέαμα.

Κανείς δεν καταλάβαινε ακόμη τι ερχόταν.

Τότε η γη σείστηκε. Ένας ισχυρός σεισμός ταρακούνησε ολόκληρο το νησί.

Σπίτια ράγισαν, εκκλησίες σείστηκαν και η γη άνοιξε σε πολλά μέρη.

Και τότε η θάλασσα γύρισε πίσω. Όχι σαν κύμα — αλλά σαν βουνό. Ένα τεράστιο τείχος νερού όρμησε προς την ακτή με βουή που σκέπασε κάθε άλλο ήχο. Μέσα σε λίγες στιγμές η θάλασσα καταβρόχθισε τα πάντα στο πέρασμά της.

Πλοία έσπασαν πάνω στα βράχια σαν παιχνίδια. Οι αλιευτικοί στόλοι χάθηκαν. Οι ελαιώνες πνίγηκαν στη λάσπη και στο αλάτι.

Και η Χλώρακα, που τότε απλωνόταν στην πεδιάδα κάτω από το οροπέδιο όπου βρίσκεται σήμερα, βρέθηκε στο δρόμο της καταστροφής.

Τα κύματα σκέπασαν τα σπίτια, τα χωράφια και τις εκκλησίες. Ολόκληρος ο οικισμός χάθηκε κάτω από το νερό.
Το κύμα προχώρησε βαθιά μέσα στην πεδιάδα, ώσπου έφτασε στους γκρεμούς του οροπεδίου και εκεί σταμάτησε.
Όταν η θάλασσα τελικά υποχώρησε, τίποτα δεν ήταν όπως πριν.

Η παλιά Χλώρακα είχε χαθεί.

Οι κάτοικοι που επέζησαν εγκατέλειψαν τα χαλάσματα και ανέβηκαν στο οροπέδιο, εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το χωριό. Εκεί άρχισαν ξανά να χτίζουν σπίτια και να σπέρνουν τη γη.

Όμως η συμφορά δεν είχε τελειώσει. Η πανώλη τους ακολούθησε. Στα νέα σπίτια, στους δρόμους και στις αυλές, ο θάνατος άρχισε πάλι να περπατά ανάμεσα στους ανθρώπους. Σώματα έπεφταν το ένα μετά το άλλο, και η δυσοσμία των νεκρών απλωνόταν στον αέρα.

Ο φόβος κυρίευσε τους πάντες.

Και όταν ο φόβος γίνεται αφέντης των ανθρώπων, η ανθρωπιά χάνεται. Ληστείες ξέσπασαν στους δρόμους και στα εγκαταλελειμμένα χωριά. Όσοι είχαν όπλα τα χρησιμοποιούσαν για λίγο ψωμί, για λίγο νερό, για λίγη ασφάλεια. Οι δεσμοί της κοινότητας διαλύθηκαν. Ο θάνατος δεν προερχόταν πια μόνο από την πανώλη ή τη θάλασσα. Οι άνθρωποι άρχισαν να σκοτώνουν ο ένας τον άλλον — και ο πληθυσμός της Κύπρου αραίωσε, έμεινε ο μισός.

Στα υψώματα της Χλώρακας, κοντά στο εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου, ακόμη φαίνονται τα ίχνη από εκείνη την ημέρα που η θάλασσα και ο θάνατος συμμάχησαν εναντίον των ανθρώπων.

Τα παραθαλάσσια χωράφια αντί με χώμα, είναι σπαρμένα με άμμο που έβγαλε το τσουνάμι και σκέπασε τη γη,

Και στα ριζά του οροπεδίου της Λέμπας, ανάμεσα στη Λέμπα και την τοποθεσία του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, ευρίσκεται η περιοχή των Κλούνων, για την οποία οι παλιοί μιλούσαν για μια εκκλησία που χάθηκε. Την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας.

Στα θεμέλιά της, έλεγαν, υπήρχε υπόγειο γεμάτο τάματα και θησαυρούς πιστών. Όμως τα κύματα την έθαψαν μαζί με το ιερό και τα μυστικά της.

Από τότε γεννήθηκαν οι θρύλοι για τη Χρυσή Σπηλιά της Αγίας Μαρίνας.

Και έλεγαν οι παλιοί, πως όποιος την αντίκρυζε θα πέθαινε. Και αυτό θα σταματούσε όταν το πλήρωμα του χρόνου θα ολοκληρονώταν. Και τότε, - κάποτε στο μέλλον, η σπηλιά θα φανερωνόταν. Και ο πλούτος της, θα ήταν αρκετός για να ζήσουν γενεές ανθρώπων, και θα έδινε τη δύναμη στους Χριστιανούς να πάρουν πίσω την πόλη που χάθηκε. Την Κωνσταντινούπολη.

Σε αυτόν τον κόσμο της πανώλης, των κυμάτων και των θρύλων, της πείνας και της αλληλοκαταστροφής, η ιστορία των ανθρώπων μπλέχτηκε με τον φόβο και τη φαντασία.
Και κάπου μέσα σε όλα αυτά γεννήθηκαν ιστορίες που πέρασαν από στόμα σε στόμα. Αυτές τις ιστορίες ο Κυριακός τις άκουγε από μικρός.

Τις άκουγε από πάππου προς πάππου, ο ίδιος τις είχε ακούσει από τον δικό του παππού, και εκείνος από τους δικούς του.

Ήταν ιστορίες για τη θάλασσα που κάποτε σηκώθηκε σαν βουνό και σκέπασε τη γη. Για τον θησαυρό της Αγίας Μαρίνας που χάθηκε κάτω από τη λάσπη. Για τα χρόνια που ο θάνατος περπατούσε ανάμεσα στους ανθρώπους.
Οι ιστορίες αυτές τον γοήτευαν. Και έτσι αποφάσισε να συνεχίσει να ψάχνει την αλήθεια.

Για χρόνια ερευνούσε. Ξεφύλλισε παλιά χρονικά και χειρόγραφα, μελέτησε μαρτυρίες ταξιδιωτών και ξένων χρονικογράφων, έψαξε σε βιβλιοθήκες, σε μοναστήρια και σε ξεχασμένα αρχεία. Μίλησε με ιστορικούς, ερευνητές και ανθρώπους που είχαν αφιερώσει τη ζωή τους στη μελέτη της ιστορίας του τόπου.

Όμως τίποτα. Καμία σαφής καταγραφή. Καμία λεπτομερής μαρτυρία. Ήταν σαν η ιστορία να είχε σβηστεί από τα βιβλία.
Κι όμως, η γη έλεγε άλλα. Στο ύψωμα του Μουσαλλά υπήρχαν όστρακα και θαλασσινά απομεινάρια σε μέρη που δεν θα έπρεπε να υπάρχουν. Στους αγρούς της Χλώρακας είχαν βρεθεί αρχαία νομίσματα και σπάνιοι λίθοι διασκορπισμένοι μέσα στα χωράφια, σαν να είχε κάποτε σκορπίσει ένας θησαυρός. Και κανείς δεν σκορπά θησαυρούς στα χωράφια χωρίς λόγο.

Και έτσι, μετά από χρόνια έρευνας που δεν οδηγούσαν πουθενά, ο Κυριάκος κατέληξε σε ένα λογικό συμπέρασμα.
Ίσως η αλήθεια να χάθηκε μαζί με εκείνους που την έζησαν. Η πανώλη πήρε τους περισσότερους. Οι λίγοι που επέζησαν πάλευαν απλώς να ζήσουν. Σε τέτοιες εποχές δεν υπάρχουν άνθρωποι για να γράψουν ιστορία. Υπάρχουν μόνο άνθρωποι που προσπαθούν να επιβιώσουν.

Τα μοναστήρια ερημώθηκαν. Οι γραφείς χάθηκαν. Τα αρχεία καταστράφηκαν ή ξεχάστηκαν μέσα στους αιώνες.

Έτσι η μνήμη της καταστροφής πέρασε από στόμα σε στόμα. Και με τα χρόνια οι λεπτομέρειες χάθηκαν, οι φόβοι μεγάλωσαν και οι ιστορίες ντύθηκαν με προφητείες και θαύματα.

Και έτσι, αυτό που κάποτε ήταν μια πραγματική συμφορά μεταμορφώθηκε σιγά σιγά σε θρύλο.

Όμως η γη της Χλώρακας δεν τα ξέχασε ποτέ. Τα κράτησε θαμμένα μέσα της, περιμένοντας την ημέρα που κάποιος θα άρχιζε ξανά να ψάχνει.

Και ο Κυριακός όσο σκεφτόταν τις πλούσιες ενδείξεις, δεν μπορούσε να ησυχάσει. Όσο περισσότερο διάβαζε και ερευνούσε, τόσο περισσότερο ένιωθε ότι κάτι έλειπε από την ιστορία. Σαν να υπήρχε ένα κομμάτι που δεν είχε ακόμη αποκαλυφθεί.

Και κάποια μέρα, καθώς ξεφύλλιζε ένα παλιό χειρόγραφο στη βιβλιοθήκη της Πάφου, έπεσε πάνω σε μια σύντομη αναφορά που τον έκανε να σταματήσει.

Δεν μιλούσε για την καταστροφή. Μιλούσε για κάτι που συνέβη μετά.

Το χειρόγραφο αναφερόταν σε μια περίεργη ομάδα μοναχών που, λίγα χρόνια μετά τις μεγάλες συμφορές του 14ου αιώνα, κατέβηκαν στην περιοχή της Χλώρακας.

Οι μοναχοί αυτοί δεν έμειναν για πολύ. Κανείς δεν ήξερε τι ακριβώς έψαχναν.

Και ένα βράδυ εξαφανίστηκαν.

Το επόμενο πρωί οι κάτοικοι βρήκαν ένα μέρος σκαμμένο, σαν να είχε ανοιχτεί μια παλιά είσοδος στη γη. Και διαδόθηκε μια φημη πως είχαν βρει κάτι που δεν έπρεπε να βγει ποτέ στο φως.

Και ίσως αυτό να ήταν το μεγαλύτερο μυστήριο από όλα, σκέφτηκε ο Κυριακός.

Γιατί αν οι μοναχοί είχαν πράγματι βρει κάτι εκείνη τη νύχτα, τότε αυτό που έκρυβε η γη της Χλώρακας δεν ήταν μόνο ένας θησαυρός.

Ήταν ένα κομμάτι ιστορίας που είχε θαφτεί μαζί με την καταστροφή.
Και ο Κυριακός άρχισε να πιστεύει πως ο θρύλος της Χρυσής Σπηλιάς δεν ήταν απλώς μια ιστορία για να φοβίζουν τα παιδιά. Ίσως ήταν ένα σημάδι. Ένα σημάδι ότι κάτι υπήρχε θαμμένο κάτω από τη γη. Κάτι που περίμενε να το βρει κάποιος. Και ίσως εκείνος να ήταν ο πρώτος που θα τολμούσε να το ψάξει.
 

Η ιδέα δεν του έφευγε από το μυαλό. Όσο περισσότερο σκεφτόταν όσα είχε διαβάσει και ακούσει, τόσο περισσότερο ένιωθε πως κάτι σημαντικό κρυβόταν πίσω από εκείνες τις ιστορίες. Δεν ήταν μόνο οι θρύλοι των γερόντων του χωριού. Ήταν τα σημάδια στη γη, τα όστρακα στα υψώματα του Μουσαλλά, τα παράξενα ευρήματα στους αγρούς της Χλώρακας.

«Ήταν σαν η ίδια η γη να προσπαθούσε να θυμηθεί — να ξεθάψει μυστικά που είχαν θαφτεί μαζί με τον χρόνο.»

Ένα απόγευμα, ενώ καθόταν στο γραφείο του σπιτιού του, ξεφύλλιζε παλιά σημειωματάρια με καταγραφές που είχε κάνει από αφηγήσεις ηλικιωμένων της Χλώρακας.
Ανάμεσα στις σελίδες βρήκε μια παλιά σημείωση.
Την είχε γράψει χρόνια πριν, σχεδόν αφηρημένα, όταν ένας ηλικιωμένος ψαράς του είχε πει μια ιστορία που τότε του είχε φανεί απλώς υπερβολική.

Η σημείωση έλεγε: «Στο μέρος της Αγίας Μαρίνας υπήρχε παλιά πέτρα με χαραγμένο σημάδι. Οι παλιοί έλεγαν πως ήταν σημάδι για την είσοδο της σπηλιάς.»

Ο Κυριακός έμεινε για λίγο ακίνητος. Προσπάθησε να θυμηθεί τον άνθρωπο που του το είχε πει.

Ήταν ένας γέροντας που είχε πεθάνει λίγα χρόνια αργότερα. Θυμόταν όμως καθαρά μια λεπτομέρεια που είχε αναφέρει τότε.

Ο γέροντας είχε πει πως το σημάδι αυτό δεν ήταν σταυρός. Ήταν κάτι άλλο. Κάτι σαν χάρτης.

Η καρδιά του άρχισε να χτυπά πιο γρήγορα.

Την επόμενη μέρα πήγε στο κοινοτικό αρχείο του χωριού. Ήξερε πως εκεί φυλάγονταν παλιά έγγραφα, φωτογραφίες και καταγραφές που λίγοι είχαν διαβάσει.

Ο χώρος μύριζε υγρασία και παλιό χαρτί. Έψαξε για ώρες. Ξεφύλλισε κιτρινισμένα τετράδια, παλιές καταγραφές γεωργικών εκτάσεων, ακόμα και σημειώσεις ιερέων του χωριού.
Και τότε το βρήκε. Ήταν ένα φύλλο χαρτί διπλωμένο μέσα σε έναν παλιό φάκελο χωρίς τίτλο.

Το χαρτί ήταν κιτρινισμένο και τα άκρα του φαγωμένα από τον χρόνο.

Πάνω του υπήρχε ένα σχέδιο. Όχι ακριβώς χάρτης. Ήταν μια πρόχειρη σχεδίαση του οροπεδίου της Χλώρακας.

Διακρίνονταν το ψήλωμα της Λέμπας, το βαθούλωμα των Κλούνων, και το ύψωμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.

Το σύμβολο έμοιαζε με τρίγωνο. Και στη μέση του υπήρχε μια λέξη γραμμένη με ξεθωριασμένα γράμματα που δεν διαβάζονταν— έξι συνολικά.
Ίσως «ΜΑΡΙΝΑ», σκέφτηκε ο Κυριακός. Και μέσα του ένιωσε ότι είχε φτάσει στο κατώφλι της παλιάς ιστορίας.
Και ότι για πρώτη φορά, μετά από τόσα χρόνια έρευνας, βρισκόταν πολύ κοντά στο να μάθει αν οι ιστορίες της Χλώρακας ήταν απλώς θρύλοι…

ΟΤΑΝ Η ΘΑΛΑΣΣΑ ΞΕΣΚΕΠΑΣΕ ΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ / Το αυλάκι της Ρήγαινας

Λένε πως από το τσουνάμι, το κύμα ανέβηκε μέχρι το οροπέδιο, σε ύψος που ξεπερνούσε τα είκοσι μέτρα, σκεπάζοντας ολόκληρη την παραθαλάσσια πεδιάδα. Χώματα, περιβόλια και μονοπάτια χάθηκαν κάτω από το αλμυρό νερό. Κι όταν η θάλασσα τραβήχτηκε ξανά πίσω, άφησε πίσω της μια άλλη γη — βαριά, και αλμυρή. Στο χώμα της έμειναν κοχύλια και άμμος, σαν να ήθελε η θάλασσα να θυμίζει στους ανθρώπους την οργή της.
Για δεκαετίες, η γη καταστράφηκε. Οι καλλιέργειες δεν βλάσταιναν, η πεδιάδα παρέμενε πληγωμένη, ξερή, σιωπηλή. Οι κάτοικοι αραίωσαν, οι λίγοι που έμειναν ανέβηκαν στο οροπέδιο, με μόνο επάγγελμα του βοσκού. Το οροπέδιο ήταν καυκάλλα γη, αλλά πλούσια σε βλάστηση, μυστική σαν να ήθελε να κρύψει όσα η θάλασσα είχε αφανίσει από κάτω.
Κι επειδή η Κύπρος γνώρισε για αιώνες τη λιγοστή βροχή και τη μακρόχρονη ανομβρία, η πληγή εκείνου του κύματος δεν έκλεισε εύκολα. Το νερό της βροχής δεν έφτανε για να ξεπλύνει το αλάτι από τη γη, και τα χωράφια άργησαν πολύ να ξαναγίνουν γόνιμα. Έτσι ο κάμπος παρέμενε ξερός…
Μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες, πολλά από τα χωράφια της πεδιάδας παρέμεναν δύσκολα στην καλλιέργεια. Κοντά στις παραλίες, ακόμη και σήμερα, υπάρχουν τόποι όπου η άμμος ξεπροβάλλει λίγο κάτω από το χώμα ή απλώνεται στην επιφάνεια σαν σιωπηλή ανάμνηση εκείνης της μέρας. Εκεί η γη δεν δέχεται όλα τα φυτά. Μόνο όσα αντέχουν την αλμύρα και τον άνεμο της θάλασσας. Κάτω από τα ήσυχα χωράφια και τις σύγχρονες καλλιέργειες, κοιμάται ακόμη η μνήμη μιας παλιάς θάλασσας που κάποτε βγήκε στη στεριά.
Το τσουνάμι σκέπασε ολόκληρη την πεδιάδα. Τα χωράφια πνίγηκαν στην άμμο και στο αλάτι, κι οι καλλιέργειες για πολλά χρόνια έγιναν αδύνατες. Η μεγάλη πεδιάδα άρχιζε από την Κισσόνεργα και απλωνόταν αδιάκοπα μέχρι την Πέτρα του Ρωμιού, μια γη άλλοτε εύφορη που τώρα έμοιαζε πληγωμένη και σιωπηλή.
Πέρασαν δεκαετίες ώσπου να ξαναφανεί ζωή στον τόπο. Τότε, σύμφωνα με τον παλιό θρύλο, την περιοχή άρχισε να διαφεντεύει η Ρήγαινα της Πάφου. Μα η γη παρέμενε άνυδρη. Νερό δεν υπήρχε και τα χωράφια ακόμη δυσκολεύονταν να γεννήσουν καρπό. Έτσι η Ρήγαινα πρόσταξε να κτιστεί μεγάλο αυλάκι και να φέρουν νερό στη Χλώρακα από τα πέρατα της Πάφου — από την Κοίλη, από τα σημερινά Λουτρά του Άδωνι, εκεί όπου ακόμη και σήμερα πέφτει καταρράκτης με άφθονο νερό.
Σιγά σιγά η πεδιάδα ξαναπρασίνισε. Από τα φυτά που ευδοκίμησαν περισσότερο ήταν τα τεύτλα. Με αυτά γέμισε η απέραντη γη. Χωράφι δίπλα στο χωράφι, σειρές ολόκληρες από τεύτλα που έθρεφαν έναν νέο πλούτο. Από τον καρπό τους οι άνθρωποι άρχισαν να παράγουν ζάχαρη, την οποία η Ρήγαινα έστελνε μακριά, μέχρι τις αγορές της Ευρώπης.
Δεν χρησιμοποιούσε όμως το παλιό λιμάνι της Πάφου, γιατί είχε καταστραφεί από το μεγάλο κύμα. Αντί γι’ αυτό, τα πλοία άραζαν στην αμμουδιά του Κοττσιά της Χλώρακας. Η θάλασσα εισχωρούσε βαθιά στη στεριά, και οι άνεμοι σχημάτιζαν κατά καιρούς έναν απάνεμο όρμο μέσα στην άμμο, όπου τα καράβια έμεναν σχεδόν ακίνητα, σα να τα κρατούσε η ίδια η γη. Εκεί φόρτωναν και ξεφόρτωναν τα εμπορεύματα — σακιά ζάχαρης που έφταναν από τα τεύτλα της πεδιάδας, αγαθά από μακρινές χώρες, σπάνιες κούτες και μπαούλα γεμάτα πολύτιμα αντικείμενα. Και, δυστυχώς, καμιά φορά και ανθρώπους. Δεμένοι με αλυσίδες, οι σκλάβοι άλλαζαν χέρια σαν οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα, μεταφερόμενοι κάτω από τον καυτό ήλιο και τη θάλασσα που τους τσάκιζε με την αλμύρα της.
Ο τόπος έμοιαζε ζωντανός και θανατερός ταυτόχρονα: ο ήχος από τις σανίδες των καραβιών πάνω στην άμμο, το τράνταγμα των βαριών σακιών και οι ψίθυροι των σκλάβων που φοβούνταν τους αφέντες τους, όλα μαζί δημιουργούσαν έναν αέρα φόβου και μυστικότητας. Κι εκεί, μέσα σ’ αυτή την ησυχία που κρυφοκοιτούσε τη θάλασσα, ο Κυριακός φανταζόταν την παλιά Χλώρακα, την πεδιάδα πριν το κύμα, τις ζωές που χάθηκαν και τα μυστικά που η άμμος προστάτευε από τα ανθρώπινα μάτια.
Κάθε κόκκος άμμου, κάθε στρώμα αλμυρού χώματος φαινόταν να κουβαλάει τη μνήμη των γενεών. Ο Κυριακός άγγιζε την άμμο, σφίγγοντας τα δάχτυλά του σαν να ήθελε να πιάσει τον χρόνο, και ένιωθε πως τα μυστικά της γης δεν ήταν πια μόνο ιστορίες των γερόντων — ήταν παρόντα, ζωντανά, ανασαίνοντας μέσα στην άμμο, έτοιμα να αποκαλυφθούν σε όποιον θα τολμούσε να ψάξει.

Και ο Κυριακός τόλμησε.
Το αυλάκι της Ρήγαινας, παλιά —ως την εποχή που ήταν ακόμη παιδί— διέσχιζε ολόκληρο τον κάμπο της Χλώρακας και χανόταν πιο κάτω, στον κάμπο της Πάφου. Ήταν ένα πέτρινο σημάδι άλλων καιρών, ένα έργο που οι παλιοί έλεγαν πως κουβαλούσε ιστορία αιώνων. Όμως οι άνθρωποι, για να ανοίξουν δρόμους πλατιούς και καινούριους, το χάλασαν σχεδόν ολόκληρο. Έτσι σήμερα απέμενε μόνο ένα μικρό κομμάτι του, σαν πληγή στη γη.
Το θέμα του αυλακιού φάνταζε στον Κυριακό παράξενα ενδιαφέρον. Ήξερε πως πίσω από αυτές τις πέτρες κρυβόταν ιστορία που δεν είχε ειπωθεί ολόκληρη. Ιστορικά ντοκουμέντα δεν υπήρχαν. Μα οι προφορικοί θρύλοι ήταν πολλοί — και όλοι συμφωνούσαν σε ένα πράγμα.
Πως το αυλάκι το είχε χτίσει ο Διγενής Ακρίτας:

Το αυλάκι της Ρήγαινας, παλιά —ως την εποχή που ο Κυριακός ήταν ακόμη παιδί— διέσχιζε ολόκληρο τον κάμπο της Χλώρακας και χανόταν πιο κάτω, στον κάμπο της Πάφου. Ήταν ένα πέτρινο σημάδι άλλων καιρών, ένα έργο που οι παλιοί έλεγαν πως κουβαλούσε ιστορία αιώνων. Όμως οι άνθρωποι, για να ανοίξουν δρόμους πλατιούς και καινούριους, το χάλασαν σχεδόν ολόκληρο. Έτσι σήμερα απέμενε μόνο ένα μικρό κομμάτι του, σαν πληγή στη γη, να θυμίζει την απερισκεψία των ανθρώπων και τη λησμονιά των καιρών.
Το θέμα του γεφυριού και του αυλακιού φάνταζε στον Κυριακό παράξενα ενδιαφέρον. Κάτι μέσα του έλεγε πως πίσω από τις πέτρες αυτές κρυβόταν ιστορία που δεν είχε ειπωθεί ολόκληρη. Έτσι αποφάσισε να ξεκινήσει έρευνα. Ιστορικά ντοκουμέντα δεν υπήρχαν. Κανένα γραπτό που να λέει με βεβαιότητα πότε και πώς χτίστηκε. Όμως οι προφορικοί θρύλοι ήταν πολλοί —διάσπαρτοι σε αφηγήσεις γερόντων, σε παλιά κείμενα και σε μισοξεχασμένες διηγήσεις. Και όλοι συμφωνούσαν σε ένα πράγμα. Πως το αυλάκι το είχε χτίσει ο Διγενής Ακρίτας:
Εκείνη την εποχή που διαφέντευε τον τόπο της Πάφου η Ρήγαινα, έφτασε στην Κύπρο ο Διγενής Ακρίτας, ο ξακουστός φύλακας των συνόρων του Βυζαντίου. Κυνηγούσε έναν επικίνδυνο Σαρακηνό πειρατή που λυμαινόταν τις ακτές της αυτοκρατορίας. Στο πέρασμά του από την Πάφο είδε τη Ρήγαινα —και, λένε, την ερωτεύτηκε από την πρώτη ματιά.
Ο Διγενής έφτασε στο κατόπι του Σαρακηνού ως τα βόρεια του νησιού. Λένε πως, για να τον προλάβει, ακούμπησε το χέρι του στο ψηλό βουνό και πήδηξε με τεράστιο σάλτο προς τα νότια. Τα δάχτυλά του άφησαν βαθιά σημάδια στον βράχο. Από τότε το βουνό εκείνο ονομάστηκε Πενταδάχτυλος.
Παρόλα αυτά, ο Σαρακηνός κατάφερε να ξεγλιστρήσει. Έφτασε στην Πάφο και πρόλαβε να μπει σε καράβι για να ξεφύγει. Ο Διγενής όμως δεν τον άφησε. Άρπαξε έναν τεράστιο βράχο και τον εκσφενδόνισε προς τη θάλασσα. Ο βράχος έπεσε με φοβερό πάταγο και βούλιαξε το πλοίο. Από τότε εκείνος ο βράχος έμεινε γνωστός ως η Πέτρα του Ρωμιού.
Καθώς ο Κυριακός μελετούσε αυτές τις ιστορίες, ένιωθε κάτι παράξενο. Σαν η γη της Χλώρακας να μιλούσε ακόμη μέσα από τα σημάδια της. Κάθε πέτρα. Κάθε αυλάκι. Όλα έμοιαζαν να του ψιθυρίζουν μυστικά αιώνων.
Όταν λοιπόν ο Διγενής συνάντησε τη Ρήγαινα, λένε πως ήταν γυναίκα πανέμορφη, δυνατή και πανέξυπνη. Την ερωτεύτηκε, και τη θέλησε για γυναίκα του. Όμως η Ρήγαινα δεν δεχόταν να της επιβληθεί άντρας.
Έτσι για να τον αποφύγει, του έθεσε έναν όρο που έμοιαζε ακατόρθωτος.
—Αν μου φέρεις νερό στη Χλώρακα, τότε θα σε πάρω άντρα μου.
Το νερό ήταν σπάνιο. Η πεδιάδα διψούσε. Τα χωράφια ήταν άνυδρα και σκληρά σαν πέτρα.
Ο Διγενής όμως δεν φοβήθηκε. Με πέτρες από τα βουνά έκτισε πετραύλακο και έφερε το νερό από την Τάλα ως τη Χλώρακα και την Πάφο. Το νερό κύλησε στο αυλάκι, και πότισε τα χωράφια της πεδιάδας.
Όμως η Ρήγαινα μετάνιωσε. Και τον γέλασε.
Πήγε στο λιμάνι της Πάφου να μπαρκάρει να φύγει, ελπίζοντας πως ο Διγενής θα βαριόταν και θα έφευγε.
Ο Διγενής όμως θύμωσε. Ανέβηκε στο ψηλό ύψωμα του Μούτταλου στη Φάπρικα, άρπαξε έναν τεράστιο βράχο και τον πέταξε προς το καράβι της. Ο βράχος δεν έφτασε ποτέ στη θάλασσα, έπεσε πριν, και έμεινε εκεί κοντά στον Άη Αγαπητό και Μισητό, με σημάδι —λένε— από τη σπαθιά του Διγενή.
Η Ρήγαινα τότε οργίστηκε κι εκείνη. Άρπαξε έναν μεγάλο κίονα και τον εκσφενδόνισε προς τον Διγενή. Ο κίονας έπεσε σε χωράφι της Χλώρακας και έμεινε φυτεμένος στη γη για αιώνες. Οι άνθρωποι τον ονόμασαν «το Αδράχτι της Ρήγαινας», καθώς είχε μια στρογγυλή πέτρα στην κορυφή, σαν αδράχτι γιγάντων. Και έτσι, λένε οι παλιοί, η Χλώρακα κρατά ακόμη τα σημάδια εκείνης της σύγκρουσης: της Ρήγαινας που κυβερνούσε τον τόπο και του Διγενή που πέρασε σαν θύελλα από το νησί.
Και το αδράχτι της Ρήγαινας, σήμερα είναι στημένο στην αυλή του σχολείου του Μουτλου.

Υ.Γ. Ιστορικά, ίσως ο Διγενής και η Ρηγαινά να μην συμβαδίζουν. Το αυλάκι όμως φαίνεται να ξαναχτίστηκε πολλές φορές, και ίσως κάθε γενιά να τοποθετούσε τον Διγενή εκεί που χρειαζόταν.

ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ / Ο Διενής και ο Κωσταντάς

Ο Κυριακός, ψάχνοντας το αυλάκι της Ρηγαινάς, κατάλαβε πως οι πέτρες δεν κρατούν μόνο νερό, αλλά και ιστορίες. Και όσο ρωτούσε, τόσο οι αφηγήσεις κυλούσαν και άλλαζαν μορφή. Άλλοι μιλούσαν για βασίλισσες, άλλοι για στοιχειά, κι άλλοι — πιο σιγανά — για τον Διενή. Όχι τον Διγενή των βιβλίων, αλλά έναν δικό τους, που πέρασε από αυτά τα μέρη και στάθηκε στα ίδια παράλια.
Λέγανε πως δεν ήταν μόνο ήρωας των συνόρων, αλλά δικός τους. Κυπραίος. Και δεν ήταν μόνος. Είχε έναν αδελφό, τον Κωσταντά, και μαζί φύλαγαν τα παράλια της Πάφου από τους Σαρακηνούς, που έβγαιναν από τη θάλασσα σαν σκιά και χάνονταν ξανά μέσα της.
Όμως η ζωή τους δεν άρχιζε με δόξα. Ήταν μικροί, φτωχοί, κακορίζικοι, και τα άλλα παιδιά τους δέρνανε και τους περιπαίζαν. Μα εκείνοι, χωρίς άλλη δύναμη, παρακαλούσαν τον Θεό να τους λυπηθεί. Όχι για πλούτη, αλλά για δύναμη.
Και ο Θεός τους έδωσε δύναμη τόση, που δεν τους εσήκωνε η γη.
Ξανακλάφτηκαν στον Θεό και τους έδωσε δύναμη μόλις που τους σήκωνε η γη.
Μια μέρα, όταν πήγαν σχολείο, τα άλλα παιδιά προσπάθησαν πάλι να τους δέρουν και να τους περιπαίξουν. Όμως όπου άγγιζαν τα κακορίζικα τα μωρά, αυτά επεθαίναν. Τους έδιναν πάτσον και δεν έλεγαν μανά.
Μόλις είδαν τη δύναμή τους, τα δύο αδέλφια βγήκαν στον κόσμο για να τον γνωρίσουν. Αγόρασαν άλογα, αρματώθηκαν από ένα κοντάρι και από το Κτήμα ξεκίνησαν για την Πόλη της Χρυσοχούς.
Ο Θεός, που ήθελε να δει την καρδιά τους, μεταμορφώθηκε σε γέρο και στάθηκε στη στράτα τους:
«Βοηθήστε με να φορτωθώ το δισάκι μου, είμαι γέρος και δεν μπορώ», είπε.
Ο Διγενής προσπέρασε, αλλά ο Κωσταντάς ήταν πιο πίσω. Ο Διγενής του λέει:
«Άτε Κωσταντά, βοήθα τον γέρο να φορτωθεί το δισάκκι του».
Ο Κωσταντάς, επειδή βαριόταν να κατέβει από το άλογο, προσπάθησε να σηκώσει το δισάκκι με το σιδερένιο κοντάρι, αλλά το κοντάρι λύγισε από το πολύ βάρος. Θυμωμένος ο Διενής ξεπέζεψε, άρπαξε το δισάκκι και το σήκωσε ψηλά. Ο γέρος δεν κατέβηκε, αλλά του είπε:
«Άφηστο γιέ μου, έχε την ευχή μου. Εσήκωσες τον ήμιση κόσμο».
Και σκύβοντας άνοιξε το δισάκκι: μέσα είχε βάλει ο Θεός τον μισό κόσμο.

Κι εκεί, μέσα στη ροή των ιστοριών, η αφήγηση δεν σταμάτησε. Λέγανε πως ο Διενής κάποτε ήταν ένα παιδί κκέλικο, φτωχό και ορφανό, που δούλευε σε βοσκούς και άκουγε διαταγές όλη μέρα:
«Λάμνε εκεί, λάμνε εδώ, πέντα τις κουέλλες».
Του εθύμωνναν και τον περιπαίζαν. Μια μέρα, καθόταν σε έναν βράχο στεναχωρημένος και παραπονεμένος. Έβγαλε έναν μεγάλο αναστεναγμό στον Θεό και ένιωσε την πέτρα να ταράσσει. Κατάλαβε αμέσως πως ενδυνάμωσε το κορμί του. Σηκώθηκε και άρπαξε την πέτρα των 200 οκάδων, και την ένιωσε ίσαμε 200 δράμια.
Ένας βοσκός του φώναξε:
«Βρε παλιόκκελη, βούρα να κόψεις τις κουέλλες!»
Το παιδί αντιστάθηκε, και ο βοσκός προσπάθησε να τον δέρει. Ο κκέλης γύρισε έναν πάτσον και εστράβωσε η μουτσούνα του, και επιτούσαν τα γέματα του. Οι άλλοι βοσκοί έτρεξαν να τον δέρουν, και τους έκανε χειρότερα. Τότε κατάλαβαν πως η δύναμή του ήταν του Θεού και φοβισμένοι έκαμαν πίσω.
Όταν ο κκέλης κατάλαβε τη δύναμή του, έπιασε ένα αππαρί και γύριζε τον κόσμο, πηγαίνοντας να συναντήσει παλικάρια αντρειωμένα για να αναμετρηθεί μαζί τους. Μια φορά βρήκε έναν παλλικαρά που τον έλεγαν Γιάννη, που είχε μια όμορφη γυναίκα, την Κάλλη. Ο κκέλης επιτέθηκε και την πήρε.
Ο Γιάννης ποταβρίστηκε:
«Βρε ποιος είσαι εσύ και ήρθες να μου πάρεις τη γυναίκα;»
Κι ο κκέλης απάντησε:
«Είμαι ο Διγενής ο κκέλης που ακούεις».
Ο Γιάννης προσπάθησε να τον κατακόψει, και ο Διγενής γύρισε το χέρι του, του έδωσε έναν πάτσον και τον εμισοσκότωσε. Έμεινε ο Γιάννης χαμαί μισοσκοτωμένος, και ο Διγενής έπιασε τη γυναίκα του και έφυγε.
Όταν πέρασαν χρόνια, ο Διγενής ψυχωμαχούσε και φώναξε την Κάλλη του για να ρωτήσει ποιον άντρα θα πάρει όταν αποθάνει. Η Κάλλη του είπε:
«Διγενή μου, τον Γιάννη μου επαντρεύτηκα, τον Γιάννη μου θα πάρω».
Ο Διγενής σκέφτηκε και είπε:
«Καλάν γρουσή μου, άμα εν να πεθάνω, όποιον θέλεις πάρε. Έλα κοντά μου να αποχαιρετιστούμεν».
Η Κάλλη πλησίασε, και όταν ο Διγενής την έβαλε στα αγκάλια του για να την φιλήσει, την έσφιξε πάνω του και μαζί εξέψυξαν.

Μετά τα κατορθώματα του Διγενή Ακρίτα, η Κύπρος ησυχάζει για λίγο, αλλά οι θρύλοι των Ακριτών δεν πεθαίνουν ποτέ. Στην Χλώρακα, εκεί που τα κύματα σπάνε στα βράχια και η αύρα μυρίζει θάλασσα και χαρουπιές, κατοικούσε ο Κωσταντάς, ο μικρότερος αδερφός του Διγενή.
Από μικρός περπατούσε ξυπόλυτος στις πέτρες και τα αγκάθια, κι όταν στα επτά του χρόνια ζώστηκε τα άρματα, όλοι στο χωριό κατάλαβαν πως θα γινόταν ένας Ακρίτας όπως ο μεγάλος του αδερφός, αλλά πιο δεμένος με τη γη της Χλώρακας.
Ο Κωσταντάς ζούσε στον πύργο που κοιτούσε τα παράλια. Κάθε πρωί, πριν ξημερώσει, καβαλίκευε τον μαύρο του, το πετροκαταλύτικο άλογο, και γύριζε τα χωριά για να βοηθάει τους ανθρώπους.
Μια μέρα ακούστηκε πως ένα τεράστιο φίδι-δράκος είχε φωλιάσει στα βουνά της Τσάδας, τρομοκρατώντας τα χωριά και καίγοντας τα χωράφια. Οι χωρικοί παρακάλεσαν τον Κωσταντά να τους σώσει.
Ο Κωσταντάς πήρε τα άρματα του, ζώστηκε το σπαθί του και καβάλησε τον μαύρο του. Κατέβηκε στις στενές στράτες, και ανηφόρισε στο βουνό. Πέρασε από δύσβατους τόπους, από αμπελώνες και από ποταμούς.
Όταν συνάντησε τον δράκο, τον βρήκε κοιμισμένο κάτω από ένα γεφύρι. Τον ξύπνησε για να παλέψουν, και ο δράκος, με απορία, τον ρώτησε γιατί δεν τον σκότωσε ενώ κοιμόταν. Ο Κωσταντάς του απάντησε:
«Δεν σκοτώνω μπαμπέσικα. Μόνο με μάχη μετριέται η αντρειά».
Άρχισε η μάχη. Η πάλη κράτησε τρεις μέρες και νύχτες, με σπαθιά που διασταυρώνονταν σαν κεραυνοί και βράχια που εκσφενδονίζονταν σαν αστραπές. Την τέταρτη μέρα, ο δράκος κουράστηκε, και με μια κίνηση που θύμιζε τη δόξα των Ακριτών, ο Κωσταντάς έκοψε το κεφάλι του και το σήκωσε ψηλά, σα να ευλογούσε τη γη που πολέμησε για αυτήν.
Οι χωρικοί τον υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό. Τα κύματα στην παραλία της Χλώρακας, οι στράτες και οι τερατσιές, ακόμα και τα βουνά τριγύρω, τραγουδούσαν τη δόξα του Κωσταντά, του νέου Ακρίτα της Κύπρου.

Και έτσι, οι δύο αδερφοί Ακρίτες – ο Διενής και ο Κωσταντάς – συνέχιζαν να φυλάνε την Κύπρο, αφήνοντας τα σημάδια της γενναιότητας και της λεβεντιάς τους για τις γενιές που θα ακολουθήσουν.

Ο ΓΙΑΝΝΟΣ Ο ΜΩΡΟΓΙΑΝΝΟΣ

«βασισμένο σε κυπριακή παραλογή του Μωρόγιαννου»
Στην Κύπρο λένε πως δεν χάνονται όλοι όσοι φεύγουν. Κάποιοι, όσο μακριά κι αν πάνε, βρίσκουν τον δρόμο και γυρίζουν πίσω, άλλοι ίδιοι κι άλλοι αλλαγμένοι από τον χρόνο.
Οι παλιοί μιλούσαν για έναν τέτοιο άνθρωπο. Δεν ήταν από τους ξακουστούς Ακρίτες που φύλαγαν τα σύνορα με σπαθί και κοντάρι. Ήταν αλλιώτικος. Σαν να τον είχε διαλέξει η μοίρα να δοκιμαστεί όχι με θεριά, αλλά με τον ίδιο τον χρόνο. Κι έλεγαν πως χάθηκε νέος και γύρισε άντρας, χωρίς τα χρόνια να τον έχουν αγγίξει όπως τους άλλους ανθρώπους.
Ήταν ο Γιάννος ο Μωρόγιαννος, ο μωροπλανεμένος όπως τον έλεγαν στα τραγούδια οι γιαγιάδες. Από μικρός δεν έμοιαζε με τα άλλα παλικάρια. Σαν να τον τύλιγε μια αλλιώτικη μοίρα, που δεν άφηνε τα χρόνια να κυλούν όπως στους ανθρώπους.
Τριών ημερών γαμπρός έφυγε για ταξίδι να βρει περιπέτειες, αφήνοντας πίσω του την Κάλλη και μια ζωή που μόλις είχε αρχίσει, σαν να τον καλούσε κάτι μεγαλύτερο από τον ίδιο να δοκιμαστεί στον κόσμο.Έλεγαν πως θα έκανε το μεγάλο του ταξίδι και θα γύριζε σε λίγο καιρό. Μα ο καιρός δεν υπακούει στους ανθρώπους. Το λίγο έγινε πολύ, και το πολύ έγινε αμέτρητο. Τριάντα χρόνια πέρασαν σαν μια στιγμή και σαν αιώνας μαζί.
Και ο Γιάννος χάθηκε από τον κόσμο, σαν να τον κατάπιε η γη και να τον έκρυψε η θάλασσα μαζί. Η Κάλλη του έμεινε πίσω. Οι γονείς της τότε, αφού πέρασε τόσος καιρός, αποφάσισαν πως έπρεπε να την παντρέψουν με άλλον. Και την παντρολόγησαν…
Οι συγγενείς και το χωριό ολόκληρο, στην αρχή τον περίμεναν, ύστερα τον θρήνησαν, κι έπειτα τον έβαλαν στις μνήμες σαν να ήταν όνειρο που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Κι όμως, μέσα σε όλους υπήρχε πάντα μια φωνή που έλεγε πως ο Μωρόγιαννος δεν χάθηκε, μόνο παραπλανήθηκε από τον κόσμο και τον χρόνο.
Και η Κάλλη… εκείνη δεν ξέχασε ποτέ, ούτε άφησε τον χρόνο να θολώσει τις μνήμες που την καθόρισαν, κουβαλώντας τες μέσα της σαν σιωπηλή υπόσχεση που δεν έσβησε με τα χρόνια.
Και δόξα τω Θεώ, κάποτε, σε μια άκρη του κόσμου, εκεί όπου οι δρόμοι δεν έχουν όνομα και τα βουνά μιλούν μόνο σε λίγους, εδέησε ο Γιάννος να ξυπνήσει σαν να μην είχε κοιμηθεί ποτέ. Κι όταν στάθηκε όρθιος, ένιωσε πως η γη δεν τον γνώριζε πια, μα εκείνος τη θυμόταν, σαν να είχε χαθεί όχι από τον κόσμο, αλλά από τον ίδιο του τον χρόνο, κι όμως να γύριζε τώρα πίσω για να τον ξαναβρεί.
Βρήκε τον μαύρο του, το πετροκαταλύτικο άλογο, που τον περίμενε σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα. Κι όταν το χάιδεψε, το ζώο χλιμίντρισε, σαν να του έλεγε πως ο χρόνος δεν είχε δύναμη πάνω τους.
Κι έτσι άρχισε το ταξίδι της επιστροφής. Πέρασε βουνά και κάμπους, νερά και ξερασίες, μέρες και νύχτες που δεν ξεχώριζαν πια. Και όσο πλησίαζε, τόσο ο κόσμος γύρω του άλλαζε. Τα δέντρα του φαίνονταν γνώριμα, τα μονοπάτια σαν να τα είχε ξαναπατήσει κάποτε, κι ας μην θυμόταν πότε.
Όταν έφτασε κοντά στο παλιό τους σπίτι, είδε τη μάνα του έξω από την αυλή. Ξέπλενε ρούχα, σκυμμένη, σαν να είχε αφήσει εκεί όλη της τη ζωή.
Την πλησίασε.
— Ωρα καλή σου, θκιούλα μου, πλύννεις τα ρουχούθκια;
Η γυναίκα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε χωρίς να τον αναγνωρίζει. Κι όμως, κάτι μέσα της ταράχτηκε.
— Είμαι ο γιος σου, ο Μωρόγιαννος… ο χαμένος που γύρισε.
Τα χέρια της έμειναν ακίνητα. Τα ρούχα έπεσαν από τα δάχτυλά της. Και για μια στιγμή, ο χρόνος ξανασπάστηκε όπως τότε που εκείνος έφυγε…
Και συνέχισε τον δρόμο του, ώσπου έφτασε στην αυλή που κάποτε ήταν δική του. Και εκεί, σαν να τον περίμενε η ίδια η μοίρα, βρήκε την Κάλλη.
Στεκόταν μπροστά στην πόρτα και δεν ήξερε αν έβλεπε άνθρωπο ή όνειρο.
— Άνοιξε την πόρτα σου, καλή μου… της είπε.
Κι εκείνη απάντησε σαν να τον αναγνώρισε πριν τον δει:
— Πες μου σημάθκια της αυλής… για να σου ανοίξω.
Κι εκείνος τα είπε όλα. Το δέντρο, το σπίτι, τα μυστικά που μόνο οι δυο τους ήξεραν. Και τότε η πόρτα άνοιξε.
Και η Κάλλη τον ένιωσε.
Για μια στιγμή δεν μίλησε κανείς. Μόνο ο κόσμος έμεινε ακίνητος.
Ύστερα έτρεξε προς το μέρος του.
Και ο Γιάννος την πήρε στην αγκάλη του. Ο χρόνος που τους χώρισε έσπασε σαν να μην υπήρξε ποτέ. Και δεν νοιάστηκε κανείς για το καινούργιο παντρολόγημα. Ήρθε ο άντρας της, δεν υπήρχε πια άλλος δρόμος.
Κι εκεί, στην αυλή που τον είχε γεννήσει και τον είχε χάσει, ξαναβρέθηκαν όλοι. Συγγενείς, φωνές, κλάματα και χαρές μπλεγμένα σαν παλιά τραγούδια.
Κι ο Μωρόγιαννος, που κάποτε τον έλεγαν μωροπλανεμένο, έγινε σύμβολο πως ο χρόνος μπορεί να χαθεί, αλλά η αγάπη βρίσκει πάντα δρόμο να επιστρέψει.
Και από τότε, το όνομά του έμεινε στα τραγούδια. Όχι σαν θρήνος. Αλλά σαν επιστροφή.

ΧΡΙΣΤΟΣ ΓΥΜΝΟΣ, 11ος ΑΙΩΝΑΣ / (Ιστορικό διήγημα βασισμένο στην παράδοση της Χλώρακας) 

Κι όμως, όσο κι αν αντρειώθηκαν οι άνθρωποι και δυνάμωσαν τα χέρια των Ακριτών, ο κόσμος δεν έμενε ποτέ ο ίδιος. Οι καιροί αλλάζουν όπως αλλάζει η θάλασσα — άλλοτε ήσυχη, άλλοτε φουρτουνιασμένη.
Οι ιστορίες του Διενή και του Κωσταντά έμειναν να ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, να στέκονται πάνω σε βράχους και παλιά μονοπάτια. Μα οι ίδιοι χάθηκαν σιγά σιγά μέσα στον χρόνο, όπως χάνεται το ίχνος ενός καβαλάρη στην άμμο.
Και τότε, άλλες δυνάμεις πήραν τη θέση τους. Όχι πια σπαθιά και κοντάρια, αλλά εικόνες και προσευχές. Όχι μάχες και δράκοι, αλλά θαύματα και σημάδια. Η γη της Χλώρακας δεν έπαψε να φυλάγεται, μόνο που άλλαξε τρόπο.

Στα χρόνια που ακολούθησαν, οι άνθρωποι έζησαν με την αγωνία της ειρήνης και στράφηκαν στον Θεό. Σε λόφους και χωριά έχτιζαν εκκλησίες και μικρούς ναούς, που στέκονταν σαν φάροι πίστης μέσα στον χρόνο.
Και σε έναν τέτοιο τόπο, στη γη της σημερινής Χλώρακας, μια ευσεβής οικογένεια φύλαγε ως θησαυρό μια ιερή εικόνα της Παναγίας.
Δεν ήταν μια απλή εικόνα. Ήταν έργο σπάνιο, με χάρη και δύναμη, και η παρουσία της γέμιζε τον μικρό ιδιωτικό ναό της οικογένειας με ευλάβεια και σιωπή. Κάθε μέρα άναβαν το καντήλι μπροστά της, και κάθε γιορτή την τιμούσαν με δάκρυα και προσευχή.
Μα ένα πρωινό, ανήμερα της Παναγίας, συνέβη το ανεξήγητο.

Η νοικοκυρά μπήκε στο ναό να ανάψει το καντήλι, και η εικόνα έλειπε.

Ούτε σημάδι παραβίασης, ούτε ίχνος κλέφτη. Σαν να είχε χαθεί από μόνη της.

Η αναστάτωση μεγάλη. Σηκώθηκε όλη η οικογένεια, κι άρχισαν να ψάχνουν τη γύρω γη. Κι εκεί, ύστερα από δρόμο μακρύ, τη βρήκαν. Στηριγμένη πάνω σε έναν βράχο, στραμμένη προς τη δύση, σαν να είχε επιλέξει η ίδια τον τόπο της.

Την πήραν πίσω με συγκίνηση. Μα η ησυχία δεν κράτησε.

Την ημέρα της Γεννήσεως της Θεοτόκου, στις 8 Σεπτεμβρίου, το θαύμα επαναλήφθηκε. Τότε κατάλαβαν. Δεν ήταν απώλεια — ήταν υπόδειξη.

Και εκεί, στο σημείο που η εικόνα στεκόταν μόνη της, έκτισαν ναό. Τον αφιέρωσαν στην Παναγία τη Χρυσελεούσα, και την τοποθέτησαν στο τέμπλο ως βασίλισσα. 

Πέρασαν αιώνες. Ο τόπος άλλαξε κυρίους. Το 1192, μετά τις περιπέτειες των Σταυροφοριών, η Κύπρος πέρασε στα χέρια του Γκυ ντε Λουζινιάν, και άρχισε η εποχή της Φραγκοκρατίας. Μαζί της ήρθαν ιππότες, ευγενείς, και η επιβολή της Λατινικής Εκκλησίας εις βάρος της Ορθοδοξίας.

Και μέσα σε εκείνα τα ταραγμένα χρόνια, γεννήθηκε μια άλλη ιστορία.

Λένε πως ένας Σταυροφόρος, ξένος και σκληρός, πέρασε από τον ναό της Χρυσελεούσας. Δεν είδε ιερότητα — είδε πλούτο. Και τον λεηλάτησε.

Πήρε ό,τι πολύτιμο υπήρχε και έφυγε για την Ανατολή, να πολεμήσει στους Αγίους Τόπους.

Μα η τύχη γύρισε. Μετά τις ήττες των Σταυροφόρων, γύρισε στην Κύπρο. Πλούσιος πια από το εμπόριο του μεταξιού, ζούσε με δόξα και αφθονία στην Πάφο.

Ώσπου ήρθε η ώρα της κρίσης. Μια βαριά αρρώστια τον κατέβαλε. Πόνοι ανυπόφοροι, γιατροί ανίσχυροι. Και τις νύχτες — εφιάλτες.

Ένας εφιάλτης ξανά και ξανά: ο ίδιος να λεηλατεί τον ναό της Παναγίας.

Τότε κατάλαβε. Δεν ήταν αρρώστια. Ήταν κρίση.

Μετανόησε. Έδωσε ελεημοσύνες. Προσευχήθηκε. Μα η λύτρωση δεν ερχόταν.

Έτσι πήρε μια απόφαση. Να επιστρέψει ό,τι πήρε — όχι απλώς, αλλά πολλαπλάσιο.

Έστειλε ανθρώπους να βρουν όλους τους ναούς της Χρυσελεούσας. Προσέλαβε αγιογράφους, τους πλήρωσε πλουσιοπάροχα, και τους διέταξε να στολίσουν τις εκκλησίες με νέες εικόνες και τοιχογραφίες.

Ανάμεσα σε αυτούς τους ναούς ήταν και εκείνος της Χλώρακας. Και μέσα στο ιερό ο Αγιογράφος ζωγράφισε τον Χριστό γυμνό. Μια εξέχουσα απο τις άλλες Αγιογραφίες ως προς την τεχνοτροπία της και την καλλιτεχνική της αξία, που παριστά το Χριστό να στέκεται στη μέση του Ιορδάνη γυμνός ντυμένος με την Αδαμική γυμνότητα, αποδίδοντας τοιουτοτρόπως το ένδοξο ένδυμά του Παραδείσου με το οποίο θα έπρεπε να ενδύεται η ανθρωπότητα. Το ένα του πόδι προβάλλει μπροστά για να δείξει την υπέρτατη πρωτοβουλία του να βαπτιστεί από το Ιωάννη, αλλα και για να κρυψει την γυμνια του η οποια αισχύνει ίσως τις σκέψεις των αμαρτολών.

Στην εκκλησία της Παναγίας της Χρυσελεούσης στη Χλώρακα λοιπόν, ο Χριστός είναι γυμνός, εντελώς γυμνός. Ενώ αλλού του φορούν λευκό ρούχο, σ αυτή την Αγιογραφία ο ζωγράφος χωρίς ηθικολογικές φοβίες και ενδοιασμούς για το γυμνό, σε μια ύψιστη παράσταση του υιού του Θεού, αναπαραστά τη γύμνια της ανθρωπότητας χωρίς η δική του γυμνότητα να προκαλεί, δηλώνοντας τοιουτοτρόπως πως δεν είναι προκλητικοί οι δρόμοι που χαράσσει η Εκκλησία μας. Είναι η ασκητική γυμνή παρουσίαση του σώματος του Θεανθρώπου που ζωγραφισμένος με κατανυκτικές γραμμές, αποτελεί την γυμνή αγιογράφηση της αναβάπτισης του ανθρώπου.

Μα δεν πρόλαβε να δει το έργο ολοκληρωμένο. Ένα πρωί τον βρήκαν νεκρό — ήσυχο. Και οι άνθρωποι είπαν πως η Παναγία τον λυπήθηκε.

Πέρασαν κι άλλοι αιώνες. Η παλιά εκκλησία έμεινε όρθια, με το ξύλινο τέμπλο της φθαρμένο από τον χρόνο, μα με την εικόνα στη θέση της. Κανείς δεν τολμούσε να τη μετακινήσει.

Μέχρι το 1928. Τότε, οι κάτοικοι της Χλώρακας έκτισαν νέο, μεγάλο ναό — την Παναγία τη Χρυσοαιματούσα. Μεγάλος, πετρόχτιστος, περήφανος. Το έργο ξεκίνησε το 1924 και ολοκληρώθηκε το 1928, με την επίβλεψη των καλύτερων πρωτομάστορων της εποχής. Τα εγκαίνια τέλεσε ο Ιάκωβος.

Και αποφάσισαν να μεταφέρουν εκεί την εικόνα. Παρόντες οι ιερείς του χωριού και ο μητροπολίτης Ιάκωβος, έκαναν προσευχές και πλησίασαν. Μα η εικόνα δεν μετακινούνταν. Σαν να είχε ριζώσει.

Ο φόβος απλώθηκε. Μα τελικά, με επιμονή, την αποκόλλησαν — πληγώνοντας μάλιστα το παλιό τέμπλο. Παρά την αρχική αντίσταση της εικόνας στο ξύλινο τέμπλο, ο Παπάγιωρκης κατάφερε να την αφαιρέσει με σκεπάρνι. Μέχρι σήμερα λείπει ένα κομμάτι του ξυλόγλυπτου στολισμού από εκείνη την προσπάθεια.

Η εικόνα μεταφέρθηκε. Μα ο θρύλος δεν έσβησε.

Και όταν λίγα χρόνια μετά πέθανε τραγικά ο γιος ενός από τους παπάδες, άλλοι είπαν πως ήταν τιμωρία. Άλλοι πως η Παναγία δεν εκδικείται.

Και έτσι η ιστορία έμεινε να αιωρείται ανάμεσα στην πίστη και τον φόβο.

Την νέα εκκλησία, τον καθεδρικό ναό της Χλώρακας, όπου μεταφέρθηκε η θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, την ονόμασαν Παναγία Χρυσοαιματούσα, καθώς βοηθά τις γυναίκες σε προβλήματα υγείας σχετιζόμενα με το αίμα. Στο ιερό μέσα, στο πίσω μέρος της θαυματουργής εικόνας, κρέμεται κόκκινη κορδέλα που οι πιστοί παίρνουν και ζώνουν για τρεις μέρες, θεραπεύοντας τις πάσχουσες.

Το 1953, σεισμός κατέστρεψε μεγάλο μέρος του καινούργιου ναού. Και προσωρινά χρησιμοποιήθηκε μια στρογγυλή τσίγγενη παράγκα για τη λειτουργία, έως ότου ο ναός ξανακτισθεί και ολοκληρωθεί το 1959. Και μετέφεραν εκεί την εικόνα της Παναγίας.

Δεν ήταν βολετή, δεν είχε ιερό, δεν ήταν κανονική εκκλησία. Άλλοι έλεγαν πως έπρεπε να χρησιμοποιούν την κάτω εκκλησιά, άλλοι λέγανε πως η κάτω εκκλησιά ηταν μικρή και δεν τους χωρούσε. Κι ο κόσμος λειτουργώταν εκεί.

Αλλά μια νύχτα ύσηχη, ξαφνικά η υσηχία χάλασε. Ξαφνικά  ο ουρανός βάρυνε, ο αέρας άρχισε να βουίζει, και μια καταιγίδα ξέσπασε. Η πρόχειρη παράγκα έγινε συντρίμια.

Το πρωί ξημέρωνε Κυριακή, και ο κόσμος μαζεύτηκε για τη λειτουργία. Και αφού η τσίγγινη παράγκα στράβωσε από τους αέρηδες, μπήκαν στη μικρή παλιά εκκλησία για τη λειτουργία.

βαριά βροχή άρχισε να πέφτει με το τουλούμι. Κράτησε η κακοκαιρία ως το πρωί, ήταν ένα πρωινό μιας Κυριακής, ξημέρωσε και όλα γυρω στην πλατεία ήταν συντρίμμια.

Πρώτος μπήκε ο παπάς, και έκλπηχτος τι να δει;. Την εικόνα της Παναγίας πάνω στο εικονοστάσι. Και οι πιστοι μπου μπηκαν ύστερα, τον βρήκαν γονατιστό να σταυροκοπιεται και να αναφωνεί,

-Θαύμα, έγινε θαύμα.

Πολλοί θυμήθηκαν τον θρύλο και πίστεψαν πως έγινε θαύμα, καποιοι είπαν πως μάλλον κάποιος θα την μετέφερε.

Η θαυματουργή εικόνα μεταφέρθηκε και πάλι στον επανόρθωμένο ναό και λειτουργεί έως σήμερα ως καθεδρικός, με την πίστη των κατοίκων να περιμένει κάθε επόμενο θαύμα της.

Ο ΚΟΜΗΣ ΝΤΕ ΜΑΜΜΩΝΑ / Η γη κρύβει χρυσάφι, μα μόνο σε όσους ξέρουν να την ακούνε

Η περιώνυμη «νύμφη της Μεσογείου», η νήσος Κύπρος, κατά τον Κωστή Παλαμά, η οποία ανέδειξε σοφούς, Αγίους και Μάρτυρες, ανέδειξε επίσης και μάγους και αλχημιστές. Ένας εξ αυτών ήταν κάποιος με το ψευδώνυμο Μαμμωνάς. Γεννήθηκε στην Αμμόχωστο πριν από το 1571 και από νεαρή ηλικία ξενιτεύτηκε στην Ευρώπη. Εκεί μαθήτευσε κοντά σε αλχημιστή, έμαθε την τέχνη και κατόρθωσε να αναδειχθεί σε έξοχο γνώστη της αλχημείας.
Στις περιηγήσεις του εκτός Κύπρου χρησιμοποιούσε ακόμη ένα ψευδώνυμο, εκείνο του τελευταίου υπερασπιστή της Κύπρου, Μάρκου Βραγαδίνου, ισχυριζόμενος ότι ήταν στενός συγγενής του.
Όταν το 1571 οι ορδές του Σουλτάνου εισέβαλαν στην Κύπρο, σφαγιάζοντας χιλιάδες ανθρώπους και πολιορκώντας την Αμμόχωστο, ο Μάρκος Αντώνιος Βραγαδίνος έδωσε υπεράνθρωπη μάχη για να προστατεύσει την πόλη. Τελικά η πόλη έπεσε και ο Οθωμανός διοικητής διέταξε να γδαρθεί ζωντανός ο ανδρείος Ενετός υπερασπιστής. Εκμεταλλευόμενος το όνομα αυτό, στην Ιταλία — γενέτειρα του ήρωα — ο Μαμμωνάς έτυχε μεγάλης υποστήριξης, γεγονός που του επέτρεψε να αποκτήσει σημαντικό πλούτο. Στη Βενετία όμως δεν μπορούσε να χρησιμοποιεί το ψευδώνυμο αυτό, καθώς εκεί βρίσκονταν οι ρίζες της οικογένειας του Βραγαδίνου και ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες του τραγικού θανάτου του, όπως και της απώλειας της Κύπρου από τους Οθωμανούς Τούρκους.
Υπό το όνομα «κόμης ντε Μαμμωνά», άνοιξε εργαστήριο όπου προσέτρεχε πλήθος ανθρώπων για να παρακολουθήσει τα παράξενα πειράματά του. Η φήμη του ως αλχημιστή μεγάλωσε και διαδόθηκε ευρέως, ώστε ο Δόγης της Βενετίας τον κάλεσε στο παλάτι για να τον γνωρίσει. Με τον καιρό συνδέθηκαν με στενή φιλία. Χρησιμοποιώντας αυτή τη σχέση, αλλά και την υποτιθέμενη τέχνη του, ο πονηρός Κύπριος απέκτησε μυθώδη πλούτη. Η τέχνη της αλχημείας, όπως πίστευαν τότε, είχε τη δύναμη να μετατρέπει τα αγενή μέταλλα σε ευγενή. Σε συγκέντρωση στο σπίτι ενός ευγενή ονόματι Δάνδολου, παρουσία του Δόγη και άλλων αριστοκρατών, ο Μαμμωνάς παρουσίασε ένα εντυπωσιακό θέαμα.
Με επιδέξιες ταχυδακτυλουργίες έπεισε τους παρευρισκόμενους ότι με τη «φιλοσοφική λίθο» μετέτρεψε μια σιδερένια ράβδο σε χρυσή. Η λίθος, όπως πίστευαν οι αλχημιστές, δεν ήταν απλώς μέταλλο. Ήταν η καρδιά της γης, ικανή να μετατρέψει ό,τι κοινό σε πολύτιμο και να φέρει γνώση και δύναμη σε όποιον την κατείχε. Ένας από τους παρόντες, ο Μαρτινέγκος, εξαπατημένος από την παράσταση, αγόρασε τη «φιλοσοφική λίθο» έναντι τεράστιου χρηματικού ποσού.
Όταν όμως αργότερα η απάτη αποκαλύφθηκε, ο Μαμμωνάς δραπέτευσε για να αποφύγει τη σύλληψη και την κατηγορία για μαγεία από την Ιερά Εξέταση. Κατέφυγε στη Γερμανία, όπου πολλοί κάτοικοι ήταν προτεστάντες και επομένως ο κίνδυνος κατηγορίας για μαγεία ήταν μικρότερος. Περιόδευσε στις σημαντικότερες πόλεις με το ψευδώνυμο «κόμης Βραγαδίνος», επιδεικνύοντας την αλχημιστική του τέχνη και συσσωρεύοντας πλούτη και θαυμασμό. Με τον καιρό όμως παρασύρθηκε από την υπερηφάνεια και την αλαζονεία του και άρχισε να ισχυρίζεται ότι είχε υπό τις διαταγές του τον Σατανά. Οι δύο μαύροι σκύλοι που τον συνόδευαν, έλεγε, ήταν μεταμορφωμένοι διάβολοι βοηθοί του.
Η τελευταία μεγάλη του εμφάνιση στη Γερμανία έγινε το 1590 στο Μόναχο, όπου, καλεσμένος στο παλάτι, παρουσίασε τα πειράματά του ενώπιον του Βαυαρού ηγεμόνα προκαλώντας μεγάλη κατάπληξη.
Ύστερα από αυτή την περίοδο επιτυχίας άρχισε η πτώση του. Οι Γερμανοί αποδείχθηκαν πιο καχύποπτοι από τους Ιταλούς, ενώ αρκετοί συνάδελφοί του τον κατηγόρησαν ανοιχτά ως απατεώνα. Εκμεταλλεύτηκαν επίσης την έπαρσή του και τους ισχυρισμούς του περί διαβολικών βοηθών και κατάφεραν να στρέψουν την κοινή γνώμη εναντίον του.
Οι καθολικές αρχές τιμωρούσαν όσους θεωρούνταν συνεργάτες του διαβόλου με θάνατο στην πυρά. Ο Μαμμωνάς συνελήφθη από την Ιερά Εξέταση και οδηγήθηκε σε δίκη. Απολογήθηκε με ευγλωττία, προσπαθώντας να αποδείξει ότι επρόκειτο για σκευωρία. Οι δικαστές όμως, φανατικοί καθολικοί, τον καταδίκασαν σε θάνατο δια απαγχονισμού. Την επόμενη ημέρα εκτελέστηκε στην πλατεία της πόλης μαζί με τους δύο σκύλους του και θάφτηκαν όλοι σε τάφο έξω από την πόλη.

Στο χωριό της Χλώρακας διασώζεται η παράδοση ότι ο αλχημιστής αυτός επισκέφθηκε κάποτε την Κύπρο και, περνώντας έναν χειμώνα από το χωριό, εγκαταστάθηκε εκεί για μικρό χρονικό διάστημα.
Ζήτησε από τους χωρικούς που όργωναν στην περιοχή «Χρυσός» — τοποθεσία κοντά στη Βρύση της Χλώρακας, η οποία, σύμφωνα με το βιβλίο του Χρίστου Μαυρέση «Χλώρακα – Ιστορική και λαογραφική μελέτη», ονομάστηκε έτσι επειδή υπήρχαν ίχνη χρυσού — να του φέρνουν κάθε απόγευμα τον πηλό που έμενε πάνω στα αλέτρια τους. Για κάθε ποσότητα τους πλήρωνε είκοσι παράδες.
Αφού συγκέντρωσε μεγάλη ποσότητα πηλού, κλείστηκε στο σπίτι όπου διέμενε και δεν εμφανιζόταν σε κανέναν. Οι χωρικοί άρχισαν να υποψιάζονται ότι κάτι παράξενο συνέβαινε και μια μέρα αποφάσισαν να ανοίξουν την πόρτα για να δουν τι γίνεται.
Έκπληκτοι διαπίστωσαν ότι ο αλχημιστής είχε εξαφανιστεί. Πάνω στο τραπέζι όμως βρήκαν δύο χρυσά ψωμιά.
Κατά την παράδοση, ο Μαμμωνάς πειραματιζόταν με τον πηλό που αγόραζε από τους χωρικούς, ο οποίος ίσως περιείχε ψήγματα χρυσού, και με τις αλχημιστικές του μεθόδους προσπαθούσε να τον μετατρέψει σε πολύτιμο μέταλλο.
Πιστεύεται ότι εγκατέλειψε το χωριό νύχτα για να μη γίνει αντιληπτός, αφήνοντας όμως ένεκα της αλαζονείας του τα δύο χρυσά ψωμιά ως απόδειξη — και ως προς δόξαν αυτού.
Οι παλιοί της Χλώρακας έλεγαν ακόμη ότι ο ξένος εκείνος άνθρωπος δεν έψαχνε απλώς πηλό. Έψαχνε τη γη. Γιατί οι αλχημιστές πίστευαν πως η γη κρύβει μέσα της όλα τα μέταλλα, όπως η μήτρα κρύβει το παιδί. Και ότι ο χρόνος είναι εκείνος που τα μετατρέπει σιγά σιγά σε χρυσάφι.
Κάποιοι γεροντότεροι θυμούνταν ότι εκεί όπου ο ξένος ζητούσε τον πηλό, υπήρχαν από παλιά φήμες για «κίτρινη γη». Μια γη που, όταν την έβρεχε η βροχή, άφηνε μικρές λαμπερές σπίθες μέσα στο χώμα.
Άλλοι πάλι έλεγαν πως εκείνα τα χώματα ήταν στοιχειωμένα, και πως τις νύχτες, ιδιαίτερα τον χειμώνα, φαίνονταν μικρά φώτα να κινούνται πάνω από τα χωράφια. Οι γέροντες τα έλεγαν «τα φώτα της γης» και συμβούλευαν τους νεότερους να μην πλησιάζουν. «Είναι πράματα που δεν θέλουν να ταράζονται», έλεγαν.
Ίσως ο ξένος να γνώριζε κάτι που οι άλλοι αγνοούσαν. Ίσως να είχε βρει μέσα στον πηλό εκείνο που αναζητούσαν οι αλχημιστές σε όλη τους τη ζωή. Ίσως πάλι να ήταν απλώς ένας επιδέξιος απατεώνας.
Μα υπήρχε κι ένας παλιός θρύλος της Πάφου, που λίγοι θυμούνταν, και που ταιριάζει εκπληκτικά με τον Μαμμωνά. Έλεγε πως βαθιά στη γη, κάτω από τα οροπέδια και τις κοιλάδες, είχε θαφτεί χρυσάφι τόσο πολύ που κανένας άνθρωπος δεν μπόρεσε ποτέ να το βρει. Όποιος πλησίαζε κοντά, ένιωθε ένα αόρατο βάρος να τον κρατά μακριά. Και οι σοφοί της περιοχής μιλούσαν για μια γη που φυλάσσει τον θησαυρό της, μόνο για αυτούς που γνωρίζουν τα μυστικά της, ή για αυτούς που η τύχη τους το επιτρέπει.
Ίσως λοιπόν ο Μαμμωνάς να είχε καταλάβει κάτι που κανείς άλλος δεν μπορούσε να δει. Ίσως τα δύο χρυσά ψωμιά δεν ήταν απλώς επίδειξη τέχνης, αλλά ένα αποτύπωμα της γνώσης του για τη γη που κρύβει θησαυρούς — γνώση που έμεινε κρυφή και για τους επόμενους αιώνες.

Κανείς δεν ξέρει την αλήθεια. Ξέρουν μόνο κάποιοι ότι τα παλιά χωράφια της Χλώρακας, μοιάζουν να ψιθυρίζουν την ιστορία της γης που, ίσως, κρύβει ακόμα χρυσάφι.

Και αυτό ακριβώς συνδέεται με ένα άλλο μυστικό της περιοχής Χρυσός: δίπλα στη Βρύση της Χλώρακας υπήρχε μια μεγάλη πέτρα πελεκητή, πάνω στην οποία ήταν σκαλισμένη μια θύρα, μια θολωτή εισδοχή σαν παράθυρο εκκλησίας. Οι προφορικές παραδόσεις λένε πως η πέτρα αποτελούσε μέρος του τοίχου μιας μικρής κάμαρης, που κάποτε βρισκόταν στο ύψωμα του «Χρυσού» και ήταν το εργαστήρι κάποιου παλιού χρυσοχού. Η σκαλιστή θύρα, σφηνωμένη μέσα στην πέτρα, έκρυβε μια κρύπτη, σκαμμένη μέσα στο βράχο, αόρατη στα μάτια των ανθρώπων.

Κατά τον μεγάλο σεισμό του 1443-48, καθώς η κάμαρη χάλασε, η πέτρα κύλησε και βρέθηκε δίπλα στη Βρύση. Οι κάτοικοι λάτρεψαν τον τόπο για αιώνες, πιστεύοντας πως όσα μωρά δυσκολεύονταν να περπατήσουν, αν τα γύριζαν λιτή γύρω από την πέτρα με ένα νήμα δεμένο στα πόδια μέχρι να σπάσει, ο Άγιος Υπάτιος τα βοηθούσε να σταθούν.
Λέγεται πως πίσω από τη θύρα της πέτρας ο χρυσοχός φύλαγε τα χρυσαφικά του. Ακόμα και αιώνες μετά, οι ιστορίες γύρω από αυτήν ζούσαν: ότι ο τοκογλύφος του χωριού, ο Χ΄Φίλιππος, ανακάλυψε την κρύπτη και βρήκε μέσα πλάκες χρυσού.
Η πέτρα της Βρύσης, κρυμμένη και ταυτόχρονα φανερή, παρέμενε σύμβολο της γης που φυλά τα μυστικά της. Και όπως οι αλχημιστές πίστευαν, η γη μπορεί να μετατρέπει τον πηλό σε χρυσό — όχι με μαγεία, αλλά με τον χρόνο και την υπομονή εκείνων που την κατανοούν.

ΤΟ ΔΙΠΛΟ ΦΟΝΙΚΟ / Ο Οθωμανικός νόμος

Ο Κυριακός, αντί να πάρει τον δρόμο για την πόλη της Χρυσοχούς, ξέστρεψε το αμάξι του προς το χωριό της Κρήτου Τέρρα. Η μαγεία του τόπου τον τραβούσε, σαν να ήξερε ότι εκεί θα συναντούσε κάτι περισν ήταν μόνο η γενέτειρα του Δραγομάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, του πιο

εξέχοντος Δραγομάνου της Τουρκοκρατίας, αλλά και τόπος θρύλων και μυστικών. Ήθελε να επισκεφθεί την παλιά οικία του Χατζηγεωργάκη, το πέτρινο αρχοντικό με τα γαλάζια ξύλινα παράθυρα.

Και όσα ανακάλυψε εκεί τον εντυπωσίασαν βαθιά. Αν και ο Κορνέσιος είναι ευρύτερα γνωστός για το επιβλητικό του αρχοντικό στη Λευκωσία, η σύνδεσή του με την Κρήτου Τέρρα είχε ρίζες ιστορικές και συναισθηματικές: η εκκλησία της Παναγίας που χρηματοδότησε, η μαρμάρινη πλάκα που μαρτυρούσε την ευεργεσία του, ακόμη και το πρώτο καζίνο της Κύπρου που στεγαζόταν στο χωριό με τις σπάνιες τοιχογραφίες λαϊκής τέχνης, ήταν όλα κομμάτια της ψυχής αυτού του τόπου.
Κι όμως, πίσω από την ομορφιά και την υπερηφάνεια, οι ιστορίες των γέρων χωρικών μιλούσαν και για σκοτεινές εποχές. Την εποχή της Τουρκοκρατίας, που οι Πασάδες και οι Μπέηδες κυβερνούσαν με σκληρότητα. Οπου οι Χριστιανοί θεωρούνταν ραγιάδες, υποχρεωμένοι να φορούν μπλε σαρίκι, να μην οπλοφορούν και να μην ιππεύουν άλογα. Οι γάμοι ήταν αυστηρά καθορισμένοι, αν Τούρκος παντρευόταν Χριστιανή αυτή άλλαζε πίστη. Και γενικά η αδικία διακυβερνούσε τις ζωές των απλών ανθρώπων.
Η Κρήτου Τέρρα, όμως, ήταν καταπράσινη, προστατευμένη από ψηλές βουνοκορφές, με μοναδικό άνοιγμα προς τον κόλπο της Χρυσοχούς. Μικρό χωριό, μα με σπουδαίες προσωπικότητες: Δραγόμανους, αρχιεπισκόπους, ήρωες της Ε.Ο.Κ.Α., ποιητές. Οι πηγές του τρέφουν τη γη, η βλάστηση είναι πυκνή, και οι γραφικοί δρόμοι και οι πέτρινοι οικισμοί μαρτυρούν την παραδοσιακή της όψη, αμόλυντη από τον σύγχρονο πολιτισμό.
Μα μέσα σε αυτή τη γαλήνη τον καιρό εκείνο της τουρκοκρατίας,  μια μέρα σημάδεψε για πάντα το χωριό:
Ήταν δύο φτωχοί γείτονες, οικογενειάρχες χωρίς περιουσία, που μοίραζαν την καθημερινή τους ζωή ανάμεσα στη φτώχεια και τη φιλία. Ένας είχε κόρη, ο άλλος γιο. Τα παιδιά μεγάλωσαν, αγαπήθηκαν, και οι γονείς αποφάσισαν να τα παντρέψουν, ζητώντας δανεικά από τον πλούσιο τοκογλύφο του χωριού για τα έξοδα.
Εκείνη τη μέρα όμως που ζήτησαν τα δανικά, όλα άλλαξαν. Ο γιος του τοκογλύφου, ψηλός και όμορφος, είδε την όμορφη κόρη και την ερωτεύτηκε παράφορα. Μαράζωνε και έλιωνε, ήθελε να την κλάνει γυναίκα του.

Και ο πατέρας του βλέποντας τον πόνο του, αποφάσισε να τον βοηθήσει. Με απειλές και δώρα, ανάγκασε τον πατέρα της να διαλύσει τον αρραβώνα και να δώσει την κόρη του στο γιο του.

Και έτσι ο φτωχός νέος ξύπνησε ένα πρωινό και βρήκε το σπίτι άδειο, και την αγαπημένη του να έχει φύγει. Η καρδιά του έσπασε. Η αγάπη του, τόσο δυνατή και αθώα, είχε γίνει πληγή, πηγή αφόρητου πόνου.
Όσο περνούσαν οι μέρες, η θλίψη μετατρεπόταν σε μανία. Δεν άντεχε άλλο, και ο δυστυχής αποφάσισε το άνομο.

Ένα πρωινό πήγε στο παλιό πλυσταριό, το μυστικό καταφύγιο των γυναικών του χωριού που έπλεναν τα ρούχα, και έστησε καρτέρι. Κι όταν η αγαπημένη του εμφανίστηκε μόνη της, η τρέλα τον κυρίευσε. Την άρπαξε, προσπάθησε να την πείσει, μα ο τρόμος στα μάτια της τον εξαγρίωσε. Κι έτσι, σε μια στιγμή παράνοιας και πάθους, την έπνιξε.
Από απέναντι, ο πατέρας της τον είδε και έτρεξε. Μα η οργή και η τρέλα του νεαρού βλέποντας την αγαπημένη του κάτω νεκρή, η μανία του στράφηκε σ αυτόν, τον αίτιο. Και με φρικτό τρόπο τον μαχαίρωσε αμέτρητες φορές, αφήνοντάς τον κι αυτόν νεκρό στο χώμα.

Μα όταν ολοκληρώθηκε το έγκλημα και στάθηκε ακίνητος, κατάλαβε τι είχε κάνει. Τρόμος και απελπισία τον κυρίεψαν. Το μυαλό του σταμάτησε, και χωρίς να ξέρει τι κάνει, τα βήματα του τον οδήγησαν στο πατρικό του.
Οι γονείς του βλέποντας την αλαφιασμένη και ματωμένη όψη του, κατάλαβαν τι είχε συμβεί. Τους κυρίεψε και αυτούς ο τρόμος…

Μα ήταν γιός τους, έπρεπε να τον βοηθήσουν. Τον καθάρισαν, του έδωσαν καθαρά ρούχα και τον φυγάδευσαν στα βουνά, περιμένοντας να περάσουν οι μέρες και να εξαφανιστούν τα μπλόκα των στρατιωτών, ώστε να μπορέσει να φύγει μακριά.

Όμως η μοίρα ήταν αμείλικτη. Ο πλούσιος τοκογλύφος, έδωσε δυο πουγκιά γρόσια στον μπέηκαι ζήτησε την αμείλικτη τιμωρία του νεαρού.

Ο Μπέης, ο τοπικός διοικητής, φώναξε τον πατέρα του φονιά και τον έβαλε σε μια κάμαρη. Τι διαμείφθηκε κανένας δεν ξέρει, είναι ένα μυστήριο που ακόμα υπάρχει μέχρι σήμερα σε όσους διηγούνται την ιστορία. Την επόμενη μέρα πηγαίνοντας προμήθειες στο γιο του, τους άφησε να τον παρακολουθήσουν. Και την άλλη μέρα τον βρήκαν να κρεμιέται από ένα δένδρο δίπλα στο μικρό ρυάκι που διασχίζει το χωριό. Είχε βάλει τέρμα στη ζωή του. Δεν άντεχε που αναγκάστηκε να προδώσει το γιο του. Σε λίγες μέρες πέθανε και η γυναίκα του από το μαραζι της.

Σε λίγες μέρες ο καδής δικάζοντας το φονιά, του επέβαλε την Οθωμανική δικαιοσύνη: Να κρεμμαστεί.

Όταν ήρθε η αυγή εκείνης της μέρας, βρήκε τον νεαρό φονιά να είναι γονατισμένος στο πάτωμα, με τα χέρια ενωμένα σε προσευχή. Είχε το κεφάλι σκυμμένο και τα μακριά του μαλλιά έπεφταν στο μέτωπο του, και οι παλάμες του ίδρωναν. Είχε φτάσει το τέλος του. Λυπόταν για το διπλό φονικό που έκαμε, μα περισσότερο μαράζωνε που χάθηκαν άδικα οι γονείς του.

Η τάξη αποκαταστάθηκε, αλλά η μνήμη του πάθους, της αγάπης που έγινε φονική, έμεινε χαραγμένη στην ψυχή του χωριού.
Ο Κυριακός, κοιτώντας τις πέτρινες αυλές, ένιωσε πως οι τοίχοι της Κρήτου Τέρρα δεν φυλούν μόνο ιστορία. Φυλούν μυστικά, έρωτες και εγκλήματα που σφράγισαν την ψυχή της.

Ο ΣΤΟΙΣΙΩΜΕΝΟΣ ΤΟΥ 1821 Όταν ο πόλεμος γεννά δαίμονες

Την εποχή της Ελληνικής επανάστασης που οι αγριότητες των Τούρκων ήσαν απερίγραπτες, το ίδιο και μερικοί Έλληνες στην προσπάθεια τους να αντισταθούν αλλά και να πάρουν εκδίκηση, αγρίεψαν και οι ίδιοι, έγιναν το ίδιο σκληροί και απάνθρωποι.

Μια παλιά ιστορία, που πέρασε από στόμα σε στόμα και σώθηκε σαν σκιά μέσα στον χρόνο, λέει πως στα χρόνια της μεγάλης Επανάστασης, τότε που η φωτιά της λευτεριάς έκαιγε την Ελλάδα, δεν γεννήθηκαν μόνο ήρωες… μα και δαίμονες. Γιατί όταν το αίμα ποτίζει τη γη, δεν ξεχωρίζει πάντα το δίκαιο από το άδικο.
Ο παπά-Γιαννής της Χλώρακας έλεγε πως γνώρισε έναν τέτοιο άνθρωπο. Και όσα είδε και όσα άκουσε, τα κράτησε βαριά μέσα του, σαν αμαρτία που δεν του ανήκε.


Πολλοί Κύπριοι, φλογισμένοι από την αγάπη για την πατρίδα, έφυγαν τότε για την Ελλάδα, να πολεμήσουν δίπλα στους Κλέφτες και τους Αρματωλούς. Τα ονόματά τους γράφτηκαν σε χαρτιά και μαρτυρίες, σφραγισμένα από μεγάλους οπλαρχηγούς.
Μα ανάμεσα σε αυτούς, υπήρχε κι ένας που δεν πολεμούσε για την λευτεριά. Πολεμούσε για το αίμα.
Ήταν σύντροφος του Γιάννη Πασαπόρτη από την Κοίλη της Πάφου, και βρέθηκε μαζί του στο Μεσολόγγι, στην πολιορκία και στην Έξοδο. Εκεί, μέσα στη φωτιά και την πείνα, κάτι μέσα του έσπασε. Και δεν ξανάγινε άνθρωπος.
Οι άλλοι τον φώναζαν «Χασάπη». Όχι για την τέχνη του, μα για την ψυχή του. Δεν πολεμούσε τους Τούρκους — τους βασάνιζε. Δεν σκότωνε — διαμέλιζε. Έκοβε σάρκες και τάιζε τα σκυλιά, και γελούσε με τον τρόμο των ετοιμοθάνατων.
Λέγεται πως ακόμα και οι δικοί του τον φοβόντουσαν. Γιατί στον Αγώνα για τη λευτεριά, εκείνος είχε χάσει τον άνθρωπο.

Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι περισσότεροι γύρισαν με πληγές, μα και με τιμή. Εκείνος γύρισε με κάτι άλλο. Με μια σκιά.
Ήρθε στην Κύπρο, ελπίζοντας πως θα βρει νέο ξεσηκωμό. Μα η γη ήταν ήσυχη. Δεν υπήρχε πόλεμος. Δεν υπήρχε αίμα.
Και έτσι, άρχισε να σαπίζει ζωντανός. Γυρνούσε στα χωριά της Πάφου, σιωπηλός, αγριωπός. Οι άνθρωποι τον τάιζαν από φόβο, όχι από καλοσύνη. Κανείς δεν τον πλησίαζε. Κανείς δεν τον κοίταζε στα μάτια.
Μέχρι που είδε εκείνη. Μια κοπέλα της Χλώρακας. Και για πρώτη φορά μετά από χρόνια, η καρδιά του χτύπησε σαν ανθρώπου.
Την ζήτησε. Και του την έδωσαν. Όχι από χαρά αλλά από φόβο.

Και τότε έγινε το αδιανόητο. Ο Χασάπης άλλαξε. Έγινε ήρεμος. Έγινε σιωπηλός, μα όχι απειλητικός. Έστησε σπίτι. Άνοιξε χασαπιό. Και τα χέρια που κάποτε έσφαζαν ανθρώπους, τώρα έκοβαν ζώα με τάξη και τέχνη. Και όλα αυτά από έναν έρωυτα, μια αγάπη που γέμισε και αλάφρυνε την καρδιά του… Και άνθρωποι άρχισαν να ξεχνούν.
Μα όχι ο Θεός.
Δεν πήγαινε ποτέ στην εκκλησία, ούτε Πάσχα, ούτε Χριστούγεννα.
Γιατί, έλεγε ο παπά-Γιαννής, δεν ήταν πως δεν πίστευε… Ήταν πως ήξερε.

Πέθανε ξαφνικά ένα απόγευμα. Χωρίς αρρώστια. Χωρίς προειδοποίηση.
Σαν να τον κάλεσαν.
Και τον πήραν. Τον έθαψαν. Και τον ξέχασαν. Ή έτσι νόμιζαν:
Η γυναίκα του ήταν η πρώτη που τον είδε. Ζωντανο, στον κήπο.να σκάβει. Σαν να μην πέθανε ποτέ.
Ο παπάς της είπε να μην φοβάται. Πως η ψυχή περιπλανιέται μέχρι το σαρανταήμερο.
Μα οι μέρες πέρασαν. Και οι μήνες. Και τον ξαναείδε. Ο παπαΓιάννης είπε πως έπρεπε να ανοίξουν τον τάφο.
Όταν άνοιξαν τον τάφο, τον βρήκαν άθικτο. Σαν να κοιμόταν. Μα τα μάτια του… Δεν ήταν για ύπνο.
Ο παπάς είπε μόνο μία φράση:
«Αυτός δεν συγχωρέθηκε.»
Και τότε κατάλαβαν. Δεν ήταν νεκρός. Ήταν στοιχειωμένος.

Ό,τι και να έκαναν — αγιασμοί, ξόρκια — δεν έπιαναν.
Και άρχισαν να συμβαίνουν παράξενα πράγματα. Άνθρωποι και ζώα στο χωριό και στα γύρω χωριά, βρίσκονταν νεκροί, με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπο. Σαν να είδαν κάτι… που δεν έπρεπε να υπάρχει.

Και τότε ο παπά-Γιαννής πήρε την απόφαση. Τη νύχτα σιωπηλά. χωρίς προσευχές, χωρίς Θεό, με τον νεοκόρο τον ξέθαψαν, τον έκαψαν τον έκαναν στάχτη. Και τον σκόρπισαν στον άνεμο.
Και το κακό πέρασε. Κανείς δεν ξαναείδε τον στοιχειομένο, Και η ηρεμία επικρατησε στον τοπο.
Μα ο παπάς, μέχρι να πεθάνει, έλεγε:
«Ο Θεός συγχωρεί εκείνους που πολεμούν για τη λευτεριά. Μα εκείνους που μέσα στον πόλεμο γίνονται τέρατα… ούτε ο τάφος δεν τους κρατά.»

ΤΟ ΧΡΥΣΟΚΑΡΑΒΟ ΤΗΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ / Ό,τι χάθηκε στο πέλαγος γίνεται θρύλος στη στεριά

Ο Κυριακός, από το μικρό αρχοντικό του, ροβόλησε με τα πόδια προς τη θάλασσα. Του άρεσε το περπάτημα, μα περισσότερο αρεσκόταν να στέκει στην άκρια της ακτής και να αγναντεύει τα βάθη της, εκεί όπου τα βαπόρια έμοιαζαν κουκίδες στον ορίζοντα. Τα βήματά του τον οδήγησαν στο Δήμμα, έναν μικρό κολπίσκο, όπου, σε απόσταση πεντακοσίων μέτρων από τη στεριά, ξεπρόβαλλαν οι ξέρες του Φουρφουρή. Σκληρές και αδυσώπητες, σαν φύλακες ενός αρχαίου μυστικού, οι ξέρες είχαν στοιχειώσει τη θάλασσα της Χλώρακας για αιώνες. Ο βυθός γύρω τους ήταν γεμάτος σπασμένους αμφορείς, θραύσματα ξύλων και φορτία πλοίων που η θάλασσα είχε καταβροχθίσει, αφήνοντας πίσω της μόνο σιωπηλές μαρτυρίες. Οι άνεμοι, συχνά ανελέητοι, και το ανοιχτό πέλαγος δημιουργούσαν ξαφνικές θαλασσοταραχές, παρασέρνοντας τα πλοία και καρφώνοντάς τα στις ξέρες. Και ακόμη και σήμερα, όσοι τολμηροί δύτες βουτούν σ’ αυτά τα νερά λένε πως ο βυθός παραμένει στρωμένος με τα φορτία των ναυαγισμένων πλοίων — σαν η θάλασσα να φυλά μυστικά αιώνων και τις ψυχές των καραβιών που χάθηκαν, αθόρυβα, μέσα στο βαθύ μπλε.
Καθώς αγνάντευε κι αυτός τη θάλασσα, συνάντησε τον Βασίλη, ξακουστό βετεράνο ψαρά. Στα νιάτα του υπήρξε σπουδαίος βουτηχτής, από την εποχή των σκαφάνδρων που αλίευαν σφουγγάρια. Άρχισαν την κουβέντα. Και γεμάτος αναμνήσεις από τα βάθη της θάλασσας, ο Βασίλης άρχισε να μιλά.

«Ο βυθός εδώ», είπε, «είναι βραχώδης, σχιστρωτός, γεμάτος γκρεμούς, ανεξερεύνητος. Αν και γεμάτος υπολείμματα από ναυάγια, πολλοί δοκίμασαν να τα αλιεύσουν, μα κανείς δεν τα κατάφερε: η μορφολογία του εδάφους τα κρατά καλά κρυμμένα».

Και μίλησε για τα ναυάγια, και μίλησε για τον θρύλο του Χρυσοκάραβου. Ένα πλοίο που κάποτε μετέφερε πλούσιους επιβάτες, ανάμεσά τους τη Μαρουθκιά σύζυγο του δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη Κορνέσιου, και το παιδί τους, τον Νικολάκη. Ταξίδευαν προς τα Ιεροσόλυμα για να προσευχηθούν και να παρακαλέσουν μήπως ο δραγουμάνος ξαναβρεί την εύνοια της Μεγάλης Πύλης. Μα το πλοίο ναυάγησε στις ξέρες του Φουρφουρή, και όλοι πνίγηκαν.
«Το λένε Χρυσοκάραβο», συνέχισε ο Βασίλης, «γιατί μετέφερε πλούσιους και εύπορους. Μα η θάλασσα δεν κάνει διακρίσεις…».

Την ίδια μοίρα βρήκε και ο Χατζηγεωργάκης, όταν μετέβη στη Μεγάλη Πύλη. Εκεί τον συνάντησε Τούρκος αξιωματούχος που τον εχθρευόταν από παλιά και υπηρετούσε στη διοίκηση. Μόλις τον αντίκρισε, διέταξε τον αποκεφαλισμό του, κλείνοντας με βίαιο τρόπο την ιστορία της δύναμης και της τραγωδίας του.

«Μα ξέρεις, Κυριακέ», συνέχισε ο Βασίλης, «ο πατέρας μου μου έλεγε πως ο πατέρας του του έλεγε… δεν το είπαν Χρυσοκάραβο γιατί μετέφερε πλούσιους επιβάτες, αλλά γιατί η Μαρουθκιά, κρυφά, μετέφερε μπαούλα με χρυσάφια. Ο Δραγουμάνος έβλεπε την πτώση του να έρχεται και θέλησε να στείλει τον πλούτο του αλλού. Αν στη Μεγάλη Πύλη δεν έβρισκε ξανά εύνοια, θα κατέφευγε κι ο ίδιος εκεί. Μα δυστυχώς… πάει ο Χατζηγεωργάκης, πάει η Μαρουθκιά και ο Νικολάκης, πάει και το πλοίο… και μαζί τους χάθηκαν και τα χρυσάφια».

Ο Κυριακός σιώπησε. Η βαριά σιωπή της θάλασσας απλώθηκε γύρω τους. Τα νερά μπροστά του δεν ήταν πια απλώς θάλασσα, ήταν τάφος, μάρτυρας μιας μοίρας που δεν συγχωρεί, ενός πλούτου που κανείς δεν θα ξανάβλεπε ποτέ.

Την ιστορία την ήξερε. Μα πρώτη φορά άκουγε για τα μπαούλα με τα χρυσάφια. Ρώτησε τον Βασίλη τι άλλο του είχε πει ο πατέρας του. Κι εκείνος απάντησε πως τίποτε περισσότερο δεν γνώριζε, μόνο πως δεν βρέθηκαν ποτέ.
Ο Κυριακός έμεινε σκεφτικός. Η περιέργειά του φούντωνε. Και σαν ερευνητής, ήξερε πως όφειλε να μάθει. Ήταν η ιστορία του τόπου του, της γενέτειράς του.
Κι έτσι ξεκίνησε να ερευνά. Χωρίς πληρωμή από κανέναν. Θα ήταν μια έρευνα που θα διενεργούσε δωρεάν: για το κέφι του, για την περιέργειά του, για να γνωρίσει την ανεξερεύνητη ιστορία του τόπου που τον γέννησε.
Από την επόμενη κιόλας μέρα άρχισε να ψάχνει. Παλιές κοινοτικές καταγραφές, κιτρινισμένα πρακτικά, εκκλησιαστικά κατάστιχα με γραφές ξεθωριασμένες από τον χρόνο. Χειρόγραφα, διαθήκες, σημειώσεις ιερέων, φορολογικά έγγραφα. Έψαχνε μια αναφορά, μια λέξη, ένα ίχνος.
Μα δεν στάθηκε εκεί. Η έρευνα τον οδήγησε μακριά. Σε μεγάλες βιβλιοθήκες του εξωτερικού, σε αρχεία αυτοκρατοριών. Διάβασε ταξιδιωτικά ημερολόγια, προξενικές αναφορές, ναυτικά κατάστιχα. Έφτασε ακόμη και στα αρχεία του Βατικανού, ανάμεσα σε επιστολές προσκυνητών και καταγραφές πλοίων προς τους Αγίους Τόπους.
Και τα χρόνια καθώς πέρασαν, οι απαντήσεις ήταν λίγες, σπασμένες σαν τα όστρακα του βυθού. Μα όσο έψαχνε, τόσο βεβαιωνόταν πως η ιστορία δεν είχε χαθεί. Είχε απλώς θαφτεί βαθιά.

Και τελικά βρήκε κάτι. Η περιουσία του δραγουμάνου ήταν τεράστια, σε ακίνητα και μετρητά. Μα μετά τη δήμευσή της, μετρητά δεν βρέθηκαν πουθενά.
Αυτό ήταν αρκετό. Για τον Κυριακό, τα κενά μιλούσαν πιο δυνατά από τα χαρτιά.

Κάποτε, περπατώντας ξανά την ακτή, με τις σκέψεις του καρφωμένες στο Χρυσοκάραβο, συνάντησε στον φάρο της Πάφου τον τελευταίο φαροφύλακα, τον Νίκο Χαμπή.
Ο Νίκος Χαμπής ανέλαβε τον φάρο το 1977, όταν έφυγε από το Ριζοκάρπασο. Τα μάτια του είχαν δει φουρτούνες και ναυάγια, τον ήλιο να καίει και τον άνεμο να μαστιγώνει τους βράχους. Έμενε μόνος στο μικρό σπιτάκι του φάρου. Μακριά από την οικογένεια του. Ήταν η δουλειά του.
Μίλησε για τις λάμψεις, τα σβησμένα φώτα, τα καΐκια που καρφώθηκαν στις πέτρες, τα κύλινδρα της ασετιλίνης, τους τουρίστες που ήθελαν να ανέβουν ψηλά στο φάρο. Και μέσα απ’ τις μνήμες του, αναδύθηκε κι ένα περιστατικό.

Ο Νίκος είχε βρει το ημερολόγιο του προκατόχου του. Ανάμεσα στις σελίδες, υπήρχαν αναφορές για ένα καΐκι που, όταν η θάλασσα ήταν ήσυχη, αγκυροβολούσε στις ξέρες του Φουρφούρη. Για μέρες. Για μήνες. Για χρόνια.
Ώσπου μια μέρα εξαφανίστηκε. Και ο παλιός φαροφύλακας έγραψε πως ίσως εκείνοι που το κυβερνούσαν είχαν βρει αυτό που έψαχναν.

Ο Κυριακός δεν βούτηξε ποτέ στον Φουρφουρή για να ψάξει. Όχι από φόβο, αλλά από κατανόηση. Κάποια μυστικά διαλέγουν να μείνουν κρυμμένα.

Και ήξερε πως όσο θα υπάρχει κάποιος να αγναντεύει το πέλαγος και να αναρωτιέται, όσο η ιστορία θα περνά από πατέρα σε γιο, το Χρυσοκάραβο της Χλωρακάς δεν θα χαθεί.
Γιατί οι αληθινοί θησαυροί δεν βρίσκονται πάντα στον βυθό της θάλασσας. Βρίσκονται στη μνήμη του τόπου. 

ΤΟ ΤΡΑΓΙΚΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ ΧΑΤΖΗΓΕΩΡΓΑΚΗ

Έλεγαν οι παλιοί πως η θάλασσα δεν κρατά μόνο νερά, αλλά και μνήμες.
Και πως ό,τι παίρνει, κάποτε το επιστρέφει, μα όχι πάντα όπως το άφησε κανείς.
Ο Χατζηγεωργάκης Κορνέσιος το ήξερε αυτό καλύτερα από πολλούς. Εκεί, στη θάλασσα, είχε χαθεί η γυναίκα του, η Μαρουθκιά, μαζί με το παιδί τους, τον Νικολάκη. Σε ένα ταξίδι για τους Αγίους Τόπους που δεν τελείωσε ποτέ. Το καράβι του Χακή Αλεξανδρή, με το οποίο ταξίδευαν, πιάστηκε σε τρικυμία και τσακίστηκε πάνω στις ξέρες του Φουρφουρή, στη Χλώρακα. Κι από τότε, η θάλασσα έμεινε μέσα του σαν βάρος· σαν μια σιωπή που δεν έσπαγε.
Σαν δραγουμάνος της Κύπρου, άνθρωπος με λόγο και επιρροή, με δύναμη που έφτανε μέχρι την Υψηλή Πύλη, δίπλα στον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο, θείο της γυναίκας του, κρατούσε τα νήματα ενός τόπου που ισορροπούσε ανάμεσα στον φόβο και την επιβίωση…
Και κάπου εκεί, μέσα στη δύναμή του, ξέχασε πως οι μικρές στιγμές είναι εκείνες που γράφουν τη μοίρα.
Ήταν ένα απόγευμα, χρόνια πριν. Ένας Οθωμανός αξιωματικός πέρασε από το αρχοντικό του. Υπηρετούσε στην Αίγυπτο και τώρα επέστρεφε στην Τουρκιά μέσω Κύπρου. Φορούσε κίτρινα σανδάλια, σημάδι χαμηλής βαθμίδας. Μα όσο χαμηλόβαθμος κι αν ήταν ένας Οθωμανός, απέναντι στους κατακτημένους λαούς είχε εξουσία.
Με θράσος ζήτησε από τον δραγουμάνο δύο πουγγιά γρόσια. «Δανεικά».
Ο Χατζηγεωργάκης τον κοίταξε για λίγο και κατάλαβε: δεν θα τα ξανάβλεπε. Και του έδωσε ένα.
Ο αξιωματικός θύμωσε. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Στάθηκε για μια στιγμή, σαν να ήθελε να μιλήσει, μα συγκρατήθηκε. Φεύγοντας, γύρισε και μουρμούρισε:
«Θα ’ρθει ώρα… και θα πέσεις στα χέρια μου».
Ο δραγουμάνος χαμογέλασε ελαφρά, σχεδόν περιφρονητικά.
«Σαν εσένα με κίτρινα υποδήματα», του είπε, «είδαν πολλούς τα μάτια μου».
Και τον ξέχασε.
Μα οι άλλοι δεν ξέχασαν. Ο φθόνος άρχισε να μαζεύεται γύρω του σαν σύννεφο πριν την καταιγίδα. Οι αγάδες ήθελαν την πτώση του. Και όταν ήρθε η στιγμή, χτύπησαν, με κατηγορίες, με ψιθύρους, με διαβολές.
Οι δρόμοι που άλλοτε τον υποδέχονταν με σεβασμό, τώρα τον έφτυναν. Τον έβριζαν. Πέτρες χτυπούσαν τους τοίχους του σπιτιού του. Άνθρωποι που κάποτε τον χαιρετούσαν, τώρα γύριζαν το βλέμμα αλλού. Η δύναμη είχε φύγει. Και μαζί της, η ασφάλεια.
Κλείστηκε μέσα. Μα ούτε εκεί βρήκε ησυχία. Οι νύχτες έγιναν βαριές. Και μέσα στη σιωπή άρχισαν να επιστρέφουν όσα νόμιζε πως είχαν χαθεί:
Το πρόσωπο της Μαρουθκιάς. Η θάλασσα που τους έπνιξε. Εκείνοι που αδίκησε. Εκείνοι που τον φθόνησαν. Εκείνοι που τον μίσησαν. Και… εκείνα τα κίτρινα σανδάλια.
«Πρέπει να φύγουμε», του είπε ο φίλος του, ο Χριστόδουλος Παλταδώρος.
«Στην Πόλη. Εκεί θα βρούμε το δίκιο μας, θα ζητήσουμε ακρόαση».
Ήταν η τελευταία τους ελπίδα. Με τη βοήθεια του Άγγλου προξένου μπήκαν σε καράβι και έφυγαν. Η Κύπρος έμεινε πίσω, να μικραίνει στον ορίζοντα.
Στην Κωνσταντινούπολη όλα έμοιαζαν μεγάλα. Πολύ μεγάλα. Ο Παλταδώρος ήθελε να πάνε πρώτα στην πρεσβεία. Ο Χατζηγεωργάκης όμως δεν περίμενε.
«Θα πάω κατευθείαν στην Πύλη», είπε.
Και πήγε. Μόνος.
Η αίθουσα ήταν ψυχρή. Οι τοίχοι ψηλοί, βαριοί. Ο Βεζίρης τον κοίταξε καθώς πλησίαζε, με βλέμμα που έμοιαζε να ψάχνει κάτι.
Σιωπή.
«Με θυμάσαι;» ρώτησε.
Ο χρόνος πάγωσε. Ο Χατζηγεωργάκης τον κοίταξε προσεκτικά. Το πρόσωπο… κάτι του έλεγε. Μα δεν ερχόταν.
«Πώς θα μπορούσα…» άρχισε.
Και τότε το είδε. Όχι το πρόσωπο. Τα σανδάλια. Κίτρινα.
Σαν να άνοιξε μέσα του μια παλιά πληγή. Κατάλαβε. Μα ήταν αργά.
«Είμαι εκείνος που ήρθα στο σπίτι σου», είπε ο Βεζίρης ήρεμα. «Και με περιφρόνησες».
Κάτι έσπασε μέσα του. Όχι φόβος. Μοίρα. Δεν μίλησε. Δεν υπήρχε τίποτα να ειπωθεί. Μίλησε μόνο ο Βεζίρης. Με φωνή ήρεμη, σαν να έδινε μια απλή διαταγή:
«Αποκεφαλίστε τον».
Η διαταγή έπεσε βαριά. Τελική. Και εκτελέστηκε χωρίς καθυστέρηση.
Το κεφάλι του στήθηκε σε κοντάρι, για παραδειγματισμό, για επίδειξη δύναμης και αποφασιστικότητας.
Οι άνθρωποι στην Κύπρο άκουσαν τα μαντάτα. Άλλοι με φόβο. Άλλοι με σιωπή. Κανείς δεν ήξερε, ή δεν θυμόταν, πως όλα είχαν αρχίσει από ένα απόγευμα… και ένα πουγγί γρόσια λιγότερο.
Μα η ιστορία δεν τελείωσε εκεί. Οι εχθροί του Χατζηγεωργάκη ήταν και εχθροί του Χρύσανθου. Έτσι άρχισαν και εναντίον του οι ίδιες διαβολές.
Ο Αρχιεπίσκοπος είδε την πτώση να πλησιάζει. Και δεν άργησε.
Τον εξόρισαν και στη θέση του διόρισαν τον Κυπριανό. Πριν φύγει, ζήτησε να προσευχηθεί για τελευταία φορά στα χώματα του τόπου.
Γονάτισε και κοίταξε προς τη Λευκωσία. Και τα λόγια που είπε έμειναν. Όχι σαν προσευχή. Σαν κατάρα. Να πέσει τιμωρία σε εκείνον που τον πρόδωσε. Και να βρει τέλος από τα ίδια χέρια.
Στην εξορία δεν άντεξε. Λίγες μέρες αργότερα πέθανε από τον καημό.
Χρόνια μετά, ο Αρχιεπίσκοπος Κυπριανός κρεμάστηκε από τους Οθωμανούς.
Και οι παλιοί, όταν τα διηγούνταν, χαμήλωναν τη φωνή. Γιατί ήξεραν πως οι κατάρες πιάνουν τόπο. Πως κάποια χρέη δεν ξεπληρώνονται με χρυσάφι, ούτε με εξουσία. Μα με τον ίδιο τον άνθρωπο. Και πως η μοίρα… γίνεται κισμέτ.
Κι όσοι στη Χλώρακα γνωρίζουν την ιστορία, όταν κοιτάζουν προς τις ξέρες του Φουρφουρή, δεν βλέπουν μόνο πέτρα και κύμα. Βλέπουν μια αλυσίδα γεγονότων. Βλέπουν ανθρώπους δεμένους με κοινή μοίρα, τον θάνατο: Τη Μαρουθκιά. Τον Νικολάκη. Τον Χατζηγεωργάκη. Τον Χρύσανθο. Τον Κυπριανό. Και ένα καράβι γεμάτο χρυσάφι, το πλοίο του Χακή Αλεξανδρή,  σπασμένο πάνω στις ξέρες.

ΣΙΑΜΜΑΣ: ΟΙ ΡΙΖΕΣ ΜΙΑΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΣ / Οι άνθρωποι πεθαίνουν. Οι ρίζες μένουν 

Κάθε οικογένεια κουβαλά μέσα στον χρόνο τις δικές της ιστορίες. Άλλες παραμένουν ζωντανές μέσα από τις διηγήσεις των παλαιότερων και άλλες χάνονται σιγά-σιγά, σαν ψίθυροι που σβήνουν μέσα στη σιωπή των χρόνων.

Κι όμως, ακόμη κι όταν οι μνήμες ξεθωριάζουν, οι ρίζες παραμένουν βαθιά μέσα στη γη της ιστορίας, περιμένοντας κάποιον να τις αναζητήσει.

Η αφήγηση που ακολουθεί είναι ένα ταξίδι στο παρελθόν μιας κυπριακής οικογένειας. Ένα ταξίδι που ξεκινά από τα δύσκολα χρόνια της οθωμανικής εποχής, περνά μέσα από την ξενιτιά, την επιστροφή και τις δοκιμασίες των ανθρώπων, και φτάνει μέχρι τις μέρες μας.

Μέσα από την έρευνα και την αναζήτηση του Κυριακού ξεδιπλώνεται σιγά-σιγά η ιστορία των προγόνων του από τη μεριά της μητέρας του — μια ιστορία ανθρώπων που έζησαν, αγωνίστηκαν, ξενιτεύτηκαν και επέστρεψαν, αφήνοντας πίσω τους ίχνη που ο χρόνος δεν κατάφερε να σβήσει.
Ίσως κάποιες από αυτές τις αφηγήσεις να μοιάζουν με θρύλους. Ίσως πάλι να κρύβουν μέσα τους αλήθειες που πέρασαν από γενιά σε γενιά. Όπως κι αν έχουν τα πράγματα, αποτελούν κομμάτι της συλλογικής μνήμης ενός τόπου και μιας οικογένειας.

Γιατί, τελικά, όσο μακριά κι αν φτάσει κανείς στη ζωή, πάντα υπάρχει μια στιγμή που στρέφει το βλέμμα πίσω — εκεί όπου βρίσκονται οι ρίζες του.

Η έρευνα που ξεκίνησε ο Κυριακός για τον πρόγονό του, τον Χατζή Τσιυρκακό, και ιδιαίτερα για τον πατέρα του και τη δράση του κατά τα χρόνια της Τουρκοκρατίας, του κέντρισε έντονα το ενδιαφέρον. Θέλοντας να μάθει περισσότερα για το παρελθόν της οικογένειάς του, βυθίστηκε με πάθος στην ιστορία, αναζητώντας τα ίχνη εκείνων που έζησαν πριν από αυτόν.

Ήταν ιστορίες τραγικές που κανείς δεν έγραψε, αλλά σημάδεψαν τη ζωή πολλών την εποχή της Οθωμανοκρατίας. Και έμειναν στο χρόνο λησμονημένες να ξεθωριάσουν και να χαθούν. Ήταν μια δύσκολη ζωή των ανθρώπυν Ελλήνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων υπό τον ζυγό των πασάδων και των Αγάδων.

Την ιστορία της περιόδου κατέγραψαν λίγοι εκκλησιαστικοί παράγοντες και λόγιοι. Όσο και αν διάβασε όμως ο Κυριακός, τίποτα δεν ανακάλυψε για τους προγόνους του.

Ετσι ανέτρεξε σε ξένα συγγράμματα που έγραψαν ξένοι περιηγητές της εποχής, που επισκέφθηκαν την Κύπρο και κατέγραψαν σημαντικές πληροφορίες για την κατάσταση του νησιού, αποτελώντας έτσι σημαντική ιστορική πηγή.
Οι καταγραφές εστίαζαν στην οθωμανική διοίκηση, την καταπίεση των ραγιάδων (χριστιανών υπηκόων), και τις επαναστατικές κινήσεις όταν κάποιες ομάδες μη αντέχοντας άλλο, εξεγείροντο. Αλλά το περισσότερο ενδιαφέρον στις καταγραφές ευρίσκοντο στην αγριότητα με την οποία οι Οθωμανοί τις κατέστελλαν.

Ήταν μια δύσκολη έρευνα για τον Κυριακό, γιατί έψαχνε στο αγνωστο. Στα κυβερνητικά και εκκλησιαστικά αρχεία λίγα υπήρχαν, και έπρεπε έστω τυχαία να βρει ξένες πηγές.

Η έρευνα κράτησε καιρό. Και βήμα βήμα, τα γεγονόταν τον οδήγησαν πίσω, στην εξέγερση του 1764:


Οι αγρότες, οι τεχνίτες και οι φτωχοί κάτοικοι των χωριών ζούσαν με τον φόβο των φόρων και των αυθαίρετων αποφάσεων των διοικητών, ενώ η γη που τους έθρεφε γινόταν πολλές φορές και τόπος πόνου και αδικίας. Η εξουσία των τοπικών αξιωματούχων ήταν σκληρή, και οι άνθρωποι του νησιού, Χριστιανοί και Μουσουλμάνοι, ένιωθαν πως η καθημερινότητά τους βάραινε ολοένα περισσότερο κάτω από το ίδιο βάρος, την ανείπωτη φτώχεια. Λίγο πριν τα έτη του Δραγουμάνου Χατζηγεωργάκη, κατά το 1764, η κατάσταση έφτασε στα όριά της. Ο νέος Οθωμανός διοικητής του νησιού, ο Τζήλ Οσμάν Αγάς, είχε φτάσει στην Κύπρο αποφασισμένος να ανακτήσει τα χρήματα που είχε λαδώσει για να εξασφαλίσει τον διορισμό του. Για να το πετύχει, επέβαλε βαρείς και αβάσταχτους φόρους στον λαό, χωρίς διάκριση.

Η αγανάκτηση απλώθηκε γρήγορα σε πόλεις και χωριά. Οι άνθρωποι, είτε ήταν Ελληνοκύπριοι είτε Τουρκοκύπριοι, είτε ανήκαν στους λεγόμενους λινοβάμβακους, μοιράζονταν την ίδια δυστυχία και την ίδια οργή.

Τον Οκτώβριο εκείνης της χρονιάς, οι φήμες πως ο διοικητής σχεδίαζε να στραφεί εναντίον των προεστών του τόπου άναψαν το φιτίλι της εξέγερσης. Στις 26 και 27 Οκτωβρίου, πλήθος εξαγριωμένων κατοίκων συγκεντρώθηκε στη Λευκωσία και επιτέθηκε στο σεράι, το παλάτι του διοικητή. Μέσα σε λίγες ώρες, ο Τζήλ Οσμάν και αρκετοί από τους ανθρώπους του βρήκαν βίαιο θάνατο, ενώ το θησαυροφυλάκιο λεηλατήθηκε. Για μια στιγμή φάνηκε πως η εξουσία είχε λυγίσει μπροστά στη δύναμη του πλήθους.

Όμως η ηρεμία δεν κράτησε πολύ. Η Υψηλή Πύλη έστειλε νέο διοικητή για να αποκαταστήσει την τάξη και να τιμωρήσει τους εξεγερμένους. Βαριά πρόστιμα επιβλήθηκαν στον πληθυσμό και ο φόβος απλώθηκε ξανά πάνω από το νησί. Παρ’ όλα αυτά, η εξέγερση του 1764 έμεινε χαραγμένη στη μνήμη των ανθρώπων ως μια από τις πιο δυνατές και αιματηρές αντιδράσεις της εποχής, μια στιγμή όπου οι κάτοικοι της Κύπρου στάθηκαν μαζί απέναντι στην τυραννία.

Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια, όμως οι ιστορίες εκείνων των ημερών συνέχισαν να ψιθυρίζονται από γενιά σε γενιά — άλλοτε σαν ιστορία θάρρους, άλλοτε σαν προειδοποίηση για το τί συμβαίνει όταν η αδικία ξεπερνά τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Και κάπου μέσα σε αυτές τις αφηγήσεις, ανάμεσα σε αλήθειες, μύθους και μισοξεχασμένα γεγονότα, κρυβόταν μια που περίμενε ακόμη να ειπωθεί.

Ήταν η ιστορία του Σιαμμά, ενός αλύγιστου ανδρός που δεν γονάτιζε, ούτε προσκυνούσε αφέντη. Δυνάμενος σωματικά, και δυναμικός στη συμπεριφορά, είχε το ατόμφο του ηγέτη.

Έτσι πρωτοπόρος στην επανάσταση, οδήγησε πολλούς σε επίθεση στο σερράϊ όπου εσφαξαν, λεηλάτησαν και επεβλήθηκαν. Όμως οι άμοιροι ίσως δεν σκλέφτηκαν πως από τη μεγάλη πύλη θα στέλλονταν δυνάμεις καταστολής. Η εξέγερση κράτησε δυο χρόνια. Και καταπνίγηκε στο αίμα. Και οι υπαίτιοι καθώς και οι συγγενείς τους τιμωρήθηκαν παραδειγματικά.

Ο Σιαμμάς βγήκε αντάρτης στα βουνά να γλυτώσει, αλλά οι Οθωμανοί χωρίς να βιάζονται, δεν τον κυνήγησαν, αλλά τον ανάγκασαν να παραδωθεί μόνος του. Συνελάμβαναν λίγους λίγους από το σόι του, και αφού τους βασάνιζαν οικτρά, τους έπαιρναν τα κεφάλια.

Ένας απόγονος όμως, αποφάσισε πως η μόνη του ελπίδα να γλυτώσει, ήταν η φυγή του από την Κύπρο αναζητώντας σωτηρία σε ξένα μέρη.

Έτσι ένα σκοτεινό βράδυ, όταν η θάλασσα ήταν ήσυχη και ο άνεμος ελαφρύς, κατέβηκε σιωπηλά σε μια απόμερη ακτή μακριά από τα μάτια των φρουρών. Εκεί τον περίμενε ένα μικρό καΐκι ψαράδων, που είχε συμφωνήσει να τον πάρει μαζί του σαν απλό ναύτη, για να μη κινήσει υποψίες. Χωρίς φώτα και χωρίς φωνές, το πλοιάριο άνοιξε πανιά και γλίστρησε αθόρυβα στο σκοτάδι της θάλασσας.
Πίσω του έμεινε το νησί των προγόνων του, τυλιγμένο στη νυχτερινή σιωπή, ενώ μπροστά του απλωνόταν το άγνωστο ταξίδι προς τα απέναντι παράλια της Ανατολής, όπου ήλπιζε να βρει σωτηρία και μια νέα αρχή. Έτσι ο απόγονος Σιαμμάς χάθηκε μέσα στο πέλαγος, παίρνοντας μαζί του τη μνήμη των γεγονότων και την ιστορία μιας εξέγερσης που σημάδεψε τον τόπο του.


Πέρασαν τα χρόνια και οι καιροί άλλαξαν. Η Κύπρος πέρασε κάτω από την Αγγλική κατοχή και για πολλούς από τους κατοίκους του νησιού γεννήθηκε μια νέα ελπίδα. Οι άνθρωποι πίστεψαν πως η τυραννία των παλιών καιρών είχε τελειώσει και πως μια διαφορετική διοίκηση, από έναν λαό που θεωρούσαν ευγενή και δίκαιο, θα έφερνε καλύτερες μέρες.

Κι όμως, παρόλο που η αλλαγή έγινε δεκτή με ανακούφιση από τον χριστιανικό πληθυσμό, η επιστροφή των ξενιτεμένων δεν έγινε αμέσως. Πολλοί από εκείνους που είχαν φύγει στα δύσκολα χρόνια της φτώχειας και της αυθαιρεσίας της οθωμανικής εποχής παρέμειναν στη Μικρά Ασία, όπου ο ελληνισμός εξακολουθούσε να ανθίζει και να προσφέρει κάποια ασφάλεια.

Ωστόσο, μερικοί πήραν τον δρόμο της επιστροφής. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και τρία αδέλφια, παιδιά του απόγονου του Σιαμμά — εκείνου που, στα χρόνια των μεγάλων διωγμών, είχε αναγκαστεί να φύγει κρυφά από την Κύπρο για να γλιτώσει από την οργή των αρχών.

Ένας από αυτούς, ο Τζιυρκακός, τράβηξε προς τη μεριά της Πάφου. Στον δρόμο της επιστροφής πέρασε από τους Αγίους Τόπους και, από τότε, οι άνθρωποι τον αποκαλούσαν Χατζή Τζιυρκακό.

Ήταν άνθρωπος λιγομίλητος, φίλος της σιωπής και της μοναξιάς. Όταν έφτασε στον τόπο, ζήτησε δουλειά από έναν βοσκό με αντάλλαγμα μονάχα λίγο φαγητό και κάθε χρόνο έξι αρνιά. Με τον καιρό το μικρό κοπάδι που του εμπιστεύτηκαν μεγάλωσε, κι έτσι αποφάσισε να αποτραβηχτεί ψηλά στα βουνά. Εκεί, μέσα στις ερημιές και τα βαθιά λαγκάδια, έκτισε μια μάντρα και μια μικρή κάμαρη από ξερόλιθους.

Έζησε εκεί σαν ασκητής της φύσης. Μόνη του συντροφιά τα πρόβατα, τα πουλιά του ουρανού και καμιά φορά οι αλεπούδες που κατέβαιναν σιωπηλά από τα βράχια. Οι μέρες περνούσαν χωρίς ανθρώπινες φωνές και ο χρόνος κυλούσε αργά, σαν νερό που γλιστρά μέσα από πέτρες.

Ώσπου ήρθε ένας βαρύς χειμώνας.

Ένα παγωμένο βράδυ τον βρήκε απροστάτευτο. Το κρύο ήταν τόσο δυνατό που τρυπούσε το σώμα σαν μαχαίρι.

Αρρώστησε βαριά. Μόνος μέσα στη μικρή πέτρινη κάμαρη, κατάκοιτος και χωρίς γιατρειά, πάλευε με τον θάνατο.

Το φεγγάρι εκείνη τη νύχτα ήταν ολόγιομο. Το φως του, κίτρινο και άρρωστο, απλωνόταν πάνω στη βουνοπλαγιά σαν κακός οιωνός. Μια παγωμένη πνοή φυσούσε από παντού — όχι άνεμος συνηθισμένος, αλλά κάτι βαθύτερο, μια ανάσα κρύα που σκότωνε ό,τι άγγιζε.

Οι παλιοί θα έλεγαν πως τέτοια πνοή δεν τη φέρνει μόνο ο χειμώνας, αλλά και τα αερικά που γυρίζουν τις νύχτες του ολόγιομου φεγγαριού.

Τα ζώα σώπασαν. Τα φυτά λύγισαν. Η υγρασία πάγωσε και η γιάλλα σκέπασε τη γη σαν καθρέφτης, όπου το φεγγάρι φαινόταν διπλό και απειλητικό.

Μόνο το μακρόσυρτο ουρλιαχτό ενός λύκου ακουγόταν στο βάθος, δεμένο με τους επιθανάτιους ρόγχους του νεαρού βοσκού.

Και ύστερα… σιωπή.

Το στήθος του σταμάτησε να ανεβοκατεβαίνει. Η καρδιά έπαψε να χτυπά. Το πρόσωπό του άσπρισε σαν κερί. Το σώμα του έμεινε ακίνητο πάνω στο αχυρένιο στρώμα, ενώ η παγωμένη πνοή έμπαινε από τις χαραμάδες της πόρτας.


Όμως το πρωί, όταν η παγωνιά άρχισε να λιώνει και το πρώτο φως της αυγής χάραξε τον ουρανό, η πόρτα της καλύβας άνοιξε από τον αέρα. Ένα δροσερό αεράκι μπήκε μέσα και άγγιξε το πρόσωπο του νεκρού.

Και τότε — σαν να ξυπνούσε από βαθύ ύπνο — άνοιξε τα μάτια.

Σηκώθηκε απότομα και στάθηκε στην πόρτα. Κοίταξε τα αντικρινά βουνά. Θυμόταν τα πάντα. Τον θάνατό του. Τη στιγμή που ένιωσε την ψυχή του να φεύγει από το σώμα και να ταξιδεύει με τρομακτική ταχύτητα μέσα στην ύλη και πέρα από αυτήν.

Θυμόταν το φως — ένα φως απέραντο — και την ένωση μαζί του. Την αγαλλίαση που ένιωθε η ψυχή του όταν το άγγιξε.
Κατάλαβε πως είχε περάσει το κατώφλι του άλλου κόσμου. Γονάτισε και προσευχήθηκε.

Ύστερα κατέβηκε στη μάντρα. Εκεί βρήκε όλα τα ζώα νεκρά. Η ίδια παγωμένη πνοή που τον είχε πάρει μαζί της τη νύχτα, τα είχε πάρει κι εκείνα.

Κι όμως, μέσα του δεν ένιωθε τρόμο. Μια παράξενη γαλήνη τον είχε καταλάβει. Ήξερε πως είχε δει κάτι που λίγοι άνθρωποι βλέπουν. Είχε περάσει από την κρίση και είχε επιστρέψει.

Μάζεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα, πήρε την κάπα του και κατηφόρισε από τα βουνά.

Έβαλε σημάδι τις Ξέρες του Φουρφουρή, στη θάλασσα της Χλώρακας. Εκεί ήθελε να πάει. Εκεί να αλλάξει ζωή. Να αφήσει πίσω του τη σιωπή των βουνών και να ζήσει ξανά ανάμεσα σε ανθρώπους — και να ελευθερώσει όσα η μακρόχρονη μοναξιά είχε φυλακίσει βαθιά μέσα στην ψυχή του.


Και κάπως έτσι τελείωνε το νήμα της παλιάς ιστορίας.

Ο Κυριακός άφησε το παλιό τετράδιο πάνω στο τραπέζι και έμεινε για λίγο σιωπηλός. Το φως της λάμπας έπεφτε πάνω στις κιτρινισμένες σελίδες, εκεί όπου οι λέξεις είχαν κρατήσει ζωντανή τη μνήμη τόσων γενεών.

Μέρες ολόκληρες είχε ψάξει. Είχε γυρίσει αρχεία, είχε ακούσει τις αφηγήσεις των γερόντων του χωριού, είχε ενώσει θρύλους, ψιθύρους και ξεχασμένα ονόματα. Κι έτσι, σιγά σιγά, το σκοτάδι άρχισε να ξεκαθαρίζει.

Η ιστορία του Σιαμμά, η φυγή του στα χρόνια των διωγμών, η ξενιτιά των απογόνων του στη Μικρά Ασία και η επιστροφή των τριών αδελφιών στην Κύπρο… όλα ενώθηκαν σαν κομμάτια ενός παλιού παζλ.

Και στο κέντρο αυτής της ιστορίας στεκόταν ο Χατζή Τζιυρκακός. Ο άνθρωπος που είχε περάσει το κατώφλι του θανάτου και είχε επιστρέψει. Ο άνθρωπος που άφησε τα βουνά και κατηφόρισε προς τη θάλασσα της Χλώρακας για να αρχίσει μια νέα ζωή.

Ο Κυριακός σήκωσε το βλέμμα του προς το παράθυρο. Έξω η νύχτα ήταν ήσυχη, κι ένα αχνό φως φεγγαριού απλωνόταν πάνω από τη θάλασσα.

Πολλοί θα έλεγαν πως όλα αυτά ήταν απλώς ιστορίες των παλιών — παραμύθια για αερικά, για παράξενες πνοές του χειμώνα και για ανθρώπους που γύρισαν από τον άλλο κόσμο.

Μα εκείνος ήξερε πως μέσα σε αυτές τις ιστορίες κρυβόταν η μνήμη ενός τόπου. Και μαζί της, η μνήμη του αίματός του. Γιατί ο Χατζή Τζιυρκακός δεν ήταν απλώς μια μορφή από το παρελθόν. Ήταν ένας από τους προγόνους του. Από τη μεριά της μάνας του.

Ο Κυριακός έκλεισε αργά το τετράδιο. Η έρευνα είχε τελειώσει.
Μα η ιστορία δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά. Συνεχίζει να ζει μέσα στους ανθρώπους που τη θυμούνται — και μέσα σε εκείνους που ψάχνουν να τη βρουν ξανά.

Η ΕΡΕΥΝΑ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ / Πίσω από κάθε θρύλο κρύβεται μια αλήθεια που περιμένει να αποκαλυφθεί.

Ο Κυριακός, μετά την έρευνα που έκανε για τις ρίζες της καταγωγής του από την πλευρά της μητέρας του και αφού ολοκλήρωσε εκείνη την αναζήτηση, ένιωσε πως ένα ακόμη ζήτημα ζητούσε απάντηση. Ήταν το ζήτημα του μικρού παρεκκλησιού του Αρχαγγέλου Μιχαήλ, που βρισκόταν μέσα στη γη την οποία είχαν κληρονομήσει οι απόγονοι της οικογένειας.

Το παρεκκλήσι στεκόταν εκεί σιωπηλό για δεκαετίες, μέσα στη γη της Χλώρακας. Ήταν ένα μικρό, απλό μονόκλιτο κτίσμα της κυπριακής υπαίθρου. Χτισμένο με πέτρα της περιοχής και ασβεστωμένο με ασβέστη, με δίρριχτη στέγη και μια χαμηλή καμαρωτή είσοδο που κοιτούσε προς τον δρόμο. Πάνω από την πρόσοψη υψωνόταν ένας λιτός σταυρός, ενώ γύρω του απλωνόταν γη πετρώδης, χαμηλοί θάμνοι και παλιές τερατσιές που άντεχαν στον άνεμο της θάλασσας. Δεν ήταν ναός μεγαλόπρεπος, αλλά ένα ταπεινό παρεκκλήσι, από εκείνα που έχτιζαν οι άνθρωποι άλλοτε από τάμα, άλλοτε από ευγνωμοσύνη και άλλοτε από βαθιά ανάγκη να συμφιλιωθούν με τη μοίρα τους.

Σύμφωνα με την παράδοση της οικογένειας, το κτίσμα αυτό το είχε ανεγείρει ο Χατζη-Τσιυρκακός μετά από τη δύσκολη περίοδο της ζωής του όταν τότε που, στα βουνά όπου διατηρούσε τη μάντρα του, είχε βρεθεί αντιμέτωπος με το θανατικό και είχε δει τον θάνατο να περνά ξυστά από τη ζωή του. Επέστρεψε όμως ζωντανός. Και όταν κατέβηκε από τα βουνά και εγκαταστάθηκε στη Χλώρακα, η ψυχή του βρισκόταν σε βαθιά κρίση πίστεως — ανάμεσα στην ευγνωμοσύνη για τη σωτηρία του και στην απορία για όσα είχε χάσει.

Τότε, μέσα σε εκείνη τη σύγχυση, συνέβη και ένα ακόμη περιστατικό στη νέα του ζωή, μέσα στην περιουσία του. Ένα γεγονός που, όπως έλεγαν οι παλιοί, στάθηκε η αφορμή για να πάρει την απόφαση και να κτίσει το μικρό παρεκκλήσι του Αρχαγγέλου.

Και αυτήν ακριβώς την ιστορία θέλησε τώρα να ξεδιαλύνει ο Κυριακός.

Η μάντρα του εκτεινόταν σ’ ένα μεγάλο οροπέδιο, όπου η γη, σκληρή και καυκάλλα, ξεπρόβαλλε μέσα από πετρώματα, αλλά δεν ήταν στερημένη από ζωή. Θάμνοι, μαζιά και κάθε είδους βλάστηση ξεφύτρωναν ατίθασα, ενώ λίγες γέρικες τερατσιές σιωπηλές μαρτυρούσαν τα παλιά χέρια που τις είχαν φροντίσει. Εκεί, τα κοπάδια του έβοσκαν αδέσποτα, ελεύθερα, σαν να χόρευαν με τον άνεμο που σάρωνε το οροπέδιο.

Κάτω στον γκρεμμό, στα ριζά του οροπεδίου στη νότια μεριά, ανέβλυζε νερό, σχηματίζοντας μια πλατιά λιμνούλα που καθρεφτιζόταν σαν καθαρή αργυρή πηγή που κυλούσε αργά προς τη θάλασσα. Η οικογένεια του Χατζη-Τσιυρκάκου χρησιμοποιούσε το νερό για όλα: να ποτίζει τα ζώα και τα χωράφια, να πλένεται και να δροσίζεται, ενώ οι κοπέλες του χωριού έτρεχαν εκεί τα καλοκαίρια για να πλύνουν τα ρούχα τους και να δροσιστού κάτω από τον ήλιο, μέσα στα νερά της.

Μα σύντομα η γαλήνη χάθηκε από έναν μύθο που κυκλοφόρησε σαν ψίθυρος στον αέρα: Μια γριά μάγισσα, κακάσχημη και παράξενη, με όψη φοβερή, είχε εγκατασταθεί στη λιμνούλα, λουζόμενη καθημερινά στα καθαρά νερά της. Οι χωρικοί φοβήθηκαν. Τα βήματά τους απέφευγαν να πλησιάσουν το νερό. Οι κοπέλλες σταμάτησαν να πηγαίνου. Τα ζώα δίψαγαν, και τα χωράφια ξέραναν.
Τότε ο Τσιυρκακός εξέδωσε φιρμάνι: όποιος διώξει τη μάγισσα, θα κερδίσει την κόρη του για σύζυγο και τη μισή περιουσία του. Πολλοί νέοι το επιχείρησαν, μα κανείς δεν τόλμησε να τα βάλει μαζί της. Η μάγισσα ήταν δυνατή, έδειχνε ανίκητη.

Ο καιρός περνούσε, τα χωράφια ξέραιναν, οι άνθρωποι διψούσαν, τα ζώα το ίδιο.

Και ξαφνικά μια μέρα, ένας νεαρός περαστικός έφτασε στο χωριό. Χωρίς άρματα, χωρίς άλογο. Ήρθε περπατητός, μόνο με μια μαγκούρα να τον βαστάζει στο περπάτημα.
Και ακούοντας τον πόνο των χωριανών, τους είπε πως θα τους βοηθήσει… Και πήγε να ανταμώσει την κακιά μάγισσα. Δεν τη φοβήθηκε, δεν κρύφτηκε. Μα την αντιμετώπισε. Με τη μαγκούρα στα χέρια του, αντιμετώπισε το σκοτάδι και την αδυναμία της. Της έδωσε κάμποσες ξυλειές στη ράχη, ώσπου φοβισμένη και νικημένη, έφυγε μακριά και δεν ξαναγύρισε.

Οι χωριανοί χαρούμενοι θέλησαν να τον ευχαριστήσουν. Και ο Χατζη-Τσιυρκάκος., θέλησε να του δώσει την κόρη του και τη μισή περιουσία του όπως είχε τάξει στο φιρμάνι του.

Μα ο νεαρός αρνήθηκε κάθε ανταμοιβή. Ζήτησε μόνο να χτιστεί ένα εξωκλήσι στη μνήμη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Και έφυγε και δεν ξαναφάνηκε. Οι παλιοί είπαν πως δεν ήταν άλλος παρά ο ίδιος ο Αρχάγγελος Μιχαήλ και έκαμε το θαύμα του. Και ο Χατζη-Τσιυρκάκος έκτισε το ξωκλήσι σαν ζωντανή ανάμνηση αυτού του θαύματος.

Από τότε, το νερό που ανέβλυζε κάτω από το οροπέδιο συνεχίζει να τρέχει προς τη θάλλασα, και ονομάζεται «το αγίασμα του Αρχαγγέλου Μιχαήλ»,

Κι αυτήν ακριβώς την ιστορία ξεκίνησε τώρα να ξεδιαλύνει ο Κυριακός, ψάχνοντας για την αλήθεια πίσω από τους θρύλους, ανάμεσα στα σιωπηλά μυστικά και στα γεγονότα που ο χρόνος είχε καλύψει με πέπλο λησμονιάς.

Ο Κυριακός καθόταν στην αυλή, λίγο πιο πέρα από το ξωκκλήσι, κάτω από μια από εκείνες τις γέρικες τερατσιές που στέκονταν σαν φύλακες του χρόνου. Τα ξερά κλαδιά της, και τα πράσινα τους φύλλα θρόϊζαν ελαφρά στο αεράκι, φιλτράριζαν το φως του ήλιου και έπεφταν σαν παιχνίδια σκιάς πάνω στο χώμα. Εκεί, μέσα σε αυτήν τη σιωπή που μύριζε παλιά μυστικά και ξεχασμένες ιστορίες, ο Κυριακός αναλογιζόταν τον μύθο που ακόμα ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους.

Δεν πίστευε σε θαύματα. Ήξερε καλά ότι οι ιστορίες γεννιούνται στη φαντασία των ανθρώπων, ταξιδεύουν από στόμα σε στόμα, αλλάζουν και μετεξελίσσονται, γίνονται μύθοι θρύλοι, και συχνά διαδίδονται με σκοπό να εξυπηρετήσουν συμφέροντα. Κι όμως, η καρδιά του ήθελε να καταλάβει τι κρυβόταν πίσω από τη φαντασία, να βρει τη λογική που κρυβόταν κάτω από το θρύλο και το θαύμα του Αγιάσματος.

Δεν χρειαζόταν να κοπιάσει. Του αρκούσε όσα ήξερε για την Ορθόδοξη πίστη, τα διδάγματα και τις παραδόσεις της, για να φτάσει σε μια εξήγηση. Γνώριζε τη δική του ευφυΐα και ήξερε πώς θα επινοούσε ο ίδιος ένα θαύμα. Σκέφτηκε πως ο πρόγονός του, κληροδοτώντας του το ίδιο DNA, θα σκεφτόταν με τον ίδιο τρόπο όπως και αυτός. Και, ταυτόχρονα, ήξερε πόσο βαθιά πίστευε στο Θεό μετά την περιπέτεια που είχε ζήσει — όταν είχε βρεθεί αντιμέτωπος με τον θάνατο και επέστρεψε στη ζωή. Σίγουρα δεν θα παραβίαζε τις εντολές Του.

Έτσι, κατέληξε στο συμπέρασμα πως για να επιβεβαιώσει τις υποψίες του, χρειαζόταν μόνο μια ερώτηση. Από την απάντηση θα φαινόταν ξεκάθαρα αν οι σκέψεις του ήταν αληθινές ή αν ο θρύλος θα παρέμενε για πάντα μυστικός, κρυμμένος κάτω από τη σκιά των γέρικων τερατσιών και το θρόισμα του ανέμου.

Το 2008, όταν ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου, Χρυσόστομος Β’, επισκέφθηκε τη Χλώρακα για να τελέσει τα εγκαίνια του ανδριάντα του ήρωα Παπακώστα Λεωνίδα, ο Κυριακός βρήκε την ευκαιρία να κάνει την ερώτηση. Στη δεξίωση που ακολούθησε, κάθισε δίπλα του και, χωρίς περιστροφές, τον ρώτησε:

— Σεβασμιώτατε, αν είμαι συγγραφέας και επινοώ θαύματα στις ιστορίες μου προς δόξαν του Θεού, διαπράττω αμαρτία;

Ο Αρχιεπίσκοπος, με διφορούμενο τρόπο, του απάντησε:

— Είναι μόνον αμαρτία αν κάποιος διαπράττει πράγματα που βλάπτουν τον Θεό. Αν κάποιος πράττει μόνο για το όφελος του Θεού, πώς να είναι αμαρτία;

Ο Κυριακός κατάλαβε. Σίγουρα ο πρόγονός του, αφού συμβουλεύτηκε κάποιον ιερωμένο, έπραξε ό,τι έπραξε ώστε οι άνθρωποι να ενισχύσουν την πίστη τους προς δόξαν του Θεού.

ΟΙ ΝΕΡΑΪΔΕΣ ΧΛΩΡΑΚΑΣ / Κάθε μύθος είναι η σκιά μιας αλήθειας που χάθηκε

Οι παλιοί έλεγαν πως οι Κλούννοι δεν ήταν ένας τόπος σαν τους άλλους. Δεν τολμούσαν να μπαίνουν βαθιά στο φαράγγι μετά τη δύση του ήλιου, όχι από φόβο για τα άγρια βάτα ή τα φίδια, αλλά από έναν άρρητο σεβασμό. Κάτι ζούσε εκεί. Κάτι αρχαιότερο από τους ανθρώπους.
Ανάμεσα στους καλαμιώνες και τις μυρσίνες, εκεί όπου το νερό ανέβλυζε ασταμάτητα από τα σπλάχνα της γης και σχημάτιζε μικρά ρυάκια που τραγουδούσαν νύχτα και μέρα, έλεγαν πως κατοικούσαν νεράιδες. Δεν τις έβλεπες εύκολα. Φανερώνονταν μόνο σε όσους είχαν καθαρή ψυχή ή σε εκείνους που σέβονταν τη γη. Άλλοτε τις άκουγες σαν ψίθυρο μέσα στα φύλλα, άλλοτε σαν γέλιο που χανόταν μέσα στον άνεμο, κι άλλοτε σαν το ανεξήγητο τρέμουλο του νερού όταν δεν φυσούσε πουθενά.
Οι θεόρατοι δρύες και οι βελανιδιές δεν φύτρωσαν τυχαία εκεί. Οι ρίζες τους, έλεγαν, αγκάλιαζαν τις φωλιές των νεράιδων βαθιά μέσα στο χώμα, προστατεύοντάς τες από τον χρόνο και τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και το μέρος έμεινε ανέγγιχτο για αιώνες. Κανένα ανθρώπινο χέρι δεν τολμούσε να το πειράξει, λες και η ίδια η φύση έβαζε όρια αόρατα αλλά αδιαπέραστα.

Στη Χλώρακα, οι Κλούννοι ήταν γνωστοί ως τόπος «στοιχειωμένος» με την καλή έννοια. Οι βοσκοί έπαιρναν άλλους δρόμους, και τα ζώα, παράξενα υπάκουα, δεν πλησίαζαν ποτέ τα βαθύτερα σημεία του φαραγγιού. Κι αν κάποιος άκουγε τη νύχτα νερό να τρέχει πιο δυνατό απ’ ό,τι έπρεπε, έλεγε χαμηλόφωνα πως οι νεράιδες χόρευαν.
Αλλά δυστυχώς όταν ήρθαν οι άνθρωποι με τις μηχανές και τις μπουλντόζες, δεν κατέστρεψαν μόνο τη βλάστηση. Έθαψαν και τα ρυάκια, ξερίζωσαν τα δέντρα, σκόρπισαν τις φωλιές των ζώων — κι μαζί μ’ αυτά, έδιωξαν και τις νεράιδες. Άλλες χάθηκαν, άλλες λένε πως έφυγαν προς τα βουνά, κι άλλες πως έμειναν παγιδευμένες κάτω από το μπετόν, δεμένες για πάντα με τα θαμμένα νερά.
Κι έτσι, ο τόπος στέγνωσε. Όχι μόνο από νερό, αλλά κι από ψυχή.

Το πατρικό σπίτι του Κυριακού γειτόνευε με την όμορφη εκείνη περιοχή, πριν ακόμη η ανθρώπινη απληστία τη μετατρέψει σε σωρό από μπετόν και σίδερο. Θυμόταν τον εαυτό του παιδί, να τρυπώνει στα όρια του φαραγγιού, να σεργιανίζει ανάμεσα στους καλαμιώνες και να εξερευνά κάθε γωνιά του τόπου, με την αθωότητα και την τόλμη που μόνο τα παιδιά γνωρίζουν. Το μέρος τον τραβούσε, όχι μόνο για την ομορφιά του, αλλά για μια ανεξήγητη οικειότητα, σαν να τον καλούσε πίσω ξανά και ξανά.
Πιο έντονα απ’ όλα, όμως, είχαν χαραχτεί στο μυαλό του οι ιστορίες που άκουγε μικρός. Ιστορίες ψιθυρισμένες, σχεδόν τελετουργικές, για τους Κλούνους και για όσα κατοικούσαν εκεί παλιά. Η πιο παράξενη απ’ όλες αφορούσε τον παλιό τους πρόγονο, τον Τζιυρκακό. Έλεγαν πως εκείνος ισχυριζόταν πως το γένος του δεν ήταν εξ ολοκλήρου ανθρώπινο, πως οι απόγονοί του κατάγονταν από νεράιδες, από πλάσματα δεμένα με τα νερά, τα δέντρα και τη γη του φαραγγιού.

Ο Κυριακός δεν πίστευε σε τέτοια πράγματα. Η λογική του δεν άφηνε χώρο για μύθους και δοξασίες. Κι όμως, υπήρχε πάντα μια μικρή σκιά αμφιβολίας. Έφερε το ίδιο όνομα με τον προγονό του, κι ίσως γι’ αυτό ένιωθε πως η ιστορία τον αφορούσε περισσότερο απ’ όσο θα ήθελε να παραδεχτεί. Τώρα πια, ως ερευνητής, αποφάσισε να ξεδιαλύνει τον μύθο. Να καταλάβει πώς και γιατί γεννήθηκε, και για ποιο λόγο ο Τζιυρκακός ισχυριζόταν κάτι τόσο παράδοξο.
Η έρευνα ξεκίνησε σχεδόν φυσικά. Δεν ήταν δύσκολη. Επρόκειτο για μια καθαρά οικογενειακή υπόθεση. Έπρεπε απλώς να ακολουθήσει τις ρίζες της οικογένειας από την πλευρά της μητέρας του, να ξετυλίξει τα νήματα μιας μεγάλης γενιάς που απλωνόταν πίσω στον χρόνο. Ήξερε πως θα του έπαιρνε καιρό. Η οικογένεια ήταν πολυάριθμη, οι αφηγήσεις πολλές και συχνά αντιφατικές. Όμως δεν θα συναντούσε μεγάλες δυσκολίες. Μόνο θα χρειαζόταν υπομονή και επιμονή.

Και κάπου ανάμεσα στα ονόματα, τα κιτρινισμένα χαρτιά και τις προφορικές μαρτυρίες, ο Κυριακός ένιωθε πως δεν ερευνούσε απλώς ένα οικογενειακό παρελθόν. Ερευνούσε έναν τόπο που είχε χαθεί, τους Κλούνους της Χλώρακα, και ίσως —χωρίς να το παραδέχεται ακόμη— κάτι από τον ίδιο του τον εαυτό.

Στην έρευνα του διαπίστωσε ότι ανάμεσα σε παλιά τετράδια και αφηγήσεις που περνούσαν από στόμα σε στόμα, ξεχώριζε πάντα το ίδιο όνομα φορτωμένο φόβο, δέος και σιωπή, Τζιυρκακός. Μια ιστορία μυθιστορηματική, η ιστορία της φυγής και του γυρισμού.

Μια ιστορία για τον άνθρωπο τον λιγομίλητο που μια νύχτα παγωμένη που ήταν το φεγγάρι ολόγιομο και το φως του κίτρινο και άρρωστο, ενώ απλωνόταν στην άγρια βουνοπλαγιά σαν προμήνυμα κακών, μια παγωμένη πνοή φύσηξε — όχι άνεμος, αλλά κάτι βαθύτερο, μια ψυχρή ανάσα που σκότωνε ό,τι άγγιζε, και σκότωσε και τον ίδιο. Μα το πρωί, όταν η παγωνιά έλιωσε και το φως της αυγής χάραξε τον ορίζοντα, καθώς η πόρτα άνοιξε από τον αέρα, το δροσερό αεράκι άγγιξε το πρόσωπο του και τον ξύπνησε από το θάνατο. Και καθώς κατάλαβε πως είχε περάσει το μεγάλο κατώφλι, γονάτισε και προσευχήθηκε. Και μάζεψε τα λιγοστά του υπάρχοντα, και κατηφόρισε προς τη θάλασσα της Χλώρακας.

Καθώς προχωρούσε στις έρευνες, ο Κυριακός συνειδητοποιούσε πως για να καταλάβει πραγματικά το παρελθόν του, δεν αρκούσαν τα έγγραφα και τα ονόματα. Έπρεπε να ακούσει εκείνους που έζησαν με αυτόν. Να σκύψει πάνω από τις μνήμες, τις προλήψεις, τα πιστεύω, τα γεννοφάσκια.

Θυμήθηκε τότε τα λόγια της στετές του, της Δεσποινούς που παντρευτηκε τον εγγονό του Τζιυρκακού τον Λεωνή, και που δεν ζούσαν πια. Του είχε πει κάποτε πως μερικοί από τους κατοίκους της Χλώρακας είχαν ρίζες αλλόκοτες και όμορφες. Πως κατάγονταν από νεράιδες που μια φορά κι έναν καιρό ζούσαν στην καταπράσινη λαγκαδιά, στην τέλειωση του χωριού, στους Κλούνους.

Ήταν, έλεγε, ένας τόπος ευλογημένος. Το νερό ανέβλυζε ασταμάτητα από τη γη και σχημάτιζε ρυάκια που, διασχίζοντας την πυκνή βλάστηση, ενώνονταν και γίνονταν ποταμός μεγάλος, ώσπου να χαθεί στη θάλασσα του Κοτσιά. Τα δέντρα ήταν πανύψηλα, λες και συναγωνίζονταν το ένα το άλλο για το ποιο θα φτάσει πιο κοντά στον ουρανό. Όλη η κυπριακή χλωρίδα φύτρωνε εκεί, κι άγρια λουλούδια χρωμάτιζαν το τοπίο, κάνοντάς το να μοιάζει με παράδεισο — έναν τόπο πλασμένο για να τον κατοικούν νεράιδες.

Τα βάτα και η άγρια βλάστηση σχημάτιζαν αδιαπέραστο τοίχο. Κανένας άνθρωπος δεν μπορούσε να διαβεί. Μόνο άγρια ζώα και ξωτικά. Τα μούρα, κόκκινα και μούρα, κρέμονταν κατάφορτα - εύκολη τροφή για τις νεράιδες που ζούσαν εκεί.

Και του έλεγε πως οι νεράιδες υπάρχουν για όποιον πιστεύει πραγματικά. Κι όποιος πιστεύει, μπορεί να τις δει: να πετούν στον ουρανό τις νύχτες της πανσελήνου ή να χορεύουν μέσα στις λίμνες, αν έχει την υπομονή να τις παραμονεύσει τα μεσάνυχτα των καλοκαιρινών νυχτών. Έπαιρναν πολλές μορφές: ζώα, πουλιά, μα κυρίως ανθρώπινες. Κατοικούσαν σε ρυάκια, λιβάδια και λίμνες.
Η πατρίδα τους ήταν άγνωστη. Μα όταν το φεγγάρι γινόταν ολόγιομο, φορούσαν τα φτερά τους και το ακολουθούσαν. Από ψηλά αγνάντευαν τη γη, κι όπου έβλεπαν νερά και πράσινο, βουτούσαν για να λουστούν. Ένας τόπος που αγαπούσαν ιδιαίτερα, έλεγε η Δεσποινού, ήταν οι Κλούνοι.

Η στετέ του δεν μιλούσε μόνο για νεράιδες. Μιλούσε για τραγούδια, για Ρηγάδες και Ακρίτες, για θρύλους πειρατών, για τη Θεά Αφροδίτη, για την Αγιά Μαρίνα, για σπηλιές γεμάτες χρυσάφι.

Οι Κλούνοι στο πέρασμα των αιώνων είχαν καταστραφεί πολλές φορές από πλημμύρες, σεισμούς, καταποντισμούς, ακόμη κι από μεγάλο σεισμό και τσουνάμι. Κι όμως, πάντα ξαναβλάσταιναν. Το πράσινο σκέπαζε ξανά τη γη, σαν να την προστάτευε κάτι αόρατο.
Εκεί, όταν κάθε φορά που οι νεράιδες ακολουθούσαν το φεγγάρι, κατέβαιναν και χαριεντίζονταν για μέρες: έπαιζαν, χόρευαν και τραγουδούσαν. Ήταν πανέμορφες, μα ανέραστες, φτιαγμένες έτσι από τη φύση. Όμως μία απ’ αυτές, σε μια επίσκεψή της στους Κλούνους, είδε ένα παλληκάρι και το ερωτεύτηκε παράφορα. Ήταν ο Χατζητσιυρκακός.
Για να ενωθεί μαζί του, έπρεπε να χάσει τη νεραϊδική της οντότητα. Κι έτσι, από έρωτα, έβγαλε το φόρεμά της και βούτηξε στη λίμνη. Το παλληκάρι το έκλεψε. Έγινε θνητή. Παντρεύτηκαν. Έκαναν παιδιά. Και τα παιδιά τους παιδιά άλλα.

«Έτσι», έλεγε η Δεσποινού, «ζουν σήμερα στη Χλώρακα άνθρωποι με αίμα νεράιδας. Είσαστε εσείς, οι πρόγονοι σας και οι απόγονοι σας».

Ο Κυριακός έκλεισε τις σημειώσεις του αργά. Τώρα καταλάβαινε γιατί ο Τζιυρκακός μιλούσε για γένος νεράιδων. Δεν ήταν απλός μύθος, ήταν η μνήμη ενός τόπου που χάθηκε. Γιατί οι Κλούνοι δεν υπάρχουν πια. Οι άνθρωποι τους ξήλωσαν. Έθαψαν τα νερά, ξερίζωσαν τη βλάστηση, έδιωξαν τα ζώα — κι έδιωξαν μαζί και τις νεράιδες. Εκεί που άλλοτε υπήρχε όαση, τώρα υψώνονται πολυκατοικίες. Δρόμοι και σκαλοπάτια χαράχτηκαν στα φαράγγια. Αυτοκίνητα παρκάρουν εκεί όπου κάποτε υπήρχαν φωλιές. Κι ο τόπος στέγνωσε. Όχι μόνο από νερό. Αλλά από μνήμη.
Από τη μέρα που ο Κυριακός κατέγραψε τις μαρτυρίες της στετές του, τίποτα μέσα του δεν έμεινε το ίδιο. Δεν ήταν φόβος, ήταν κάτι βαθύτερο. Μια αίσθηση εγρήγορσης, σαν να είχε ξυπνήσει μέσα του κάτι που κοιμόταν χρόνια. Άρχισε να βλέπει τον τόπο αλλιώς. Τα μέρη που περνούσε καθημερινά, τα έβλεπε σαν να είχαν στρώματα αόρατα από κάτω — σαν να πατούσε πάνω σε μνήμη.
Τις νύχτες δεν κοιμόταν εύκολα. Ο ύπνος του γινόταν ρηχός και γεμάτος εικόνες: νερό που έτρεχε χωρίς ήχο, φύλλα που κινούνταν χωρίς άνεμο, φως σε απόχρωση ωχρή, όχι του ήλιου, ούτε ακριβώς της σελήνης. Ξυπνούσε με την αίσθηση πως κάποιος τον παρατηρούσε. Όχι με κακία, αλλά με προσμονή.

Άρχισε να νιώθει το σώμα του να αντιδρά παράξενα. Όταν πλησίαζε την περιοχή των Κλούνων, τον έπιανε ρίγος, ακόμη κι αν έκανε ζέστη. Το δέρμα του ανατρίχιαζε, η αναπνοή του άλλαζε ρυθμό, και μια αδιόρατη υγρασία γέμιζε τον αέρα, σαν ανάμνηση νερού που είχε θαφτεί βαθιά.

Ο Κυριακός, στην έρευνα και τη μελέτη του, άρχισε να παρατηρεί κάτι που στην αρχή του φάνηκε τυχαίο. Όσο όμως προχωρούσε, τόσο το τυχαίο έδινε τη θέση του σε ένα μοτίβο επίμονο και ανησυχητικά καθαρό.

Σχεδόν όλοι οι απόγονοι του Χατζή Τσιυρκακού διέφεραν από τους υπόλοιπους κατοίκους. Όχι με τρόπο κραυγαλέο, αλλά με μια διαφορά λεπτή, που γινόταν αισθητή μόνο σε όποιον κοιτούσε προσεκτικά. Ήταν άνθρωποι με οξυμένη αντίληψη, με βλέμμα που έμοιαζε να διαπερνά τους άλλους. Μιλούσαν λιγότερο, μα όταν μιλούσαν, οι κουβέντες τους είχαν βάρος. Είχαν μια έμφυτη ικανότητα να καθοδηγούν, να παίρνουν αποφάσεις χωρίς δισταγμό, σαν να γνώριζαν εκ των προτέρων τον δρόμο.
Ήταν, επίσης, ομορφότεροι. Όχι με τη συμβατική έννοια, αλλά με μια αρμονία σχεδόν αφύσικη. Τα χαρακτηριστικά τους έμοιαζαν ισορροπημένα, το παρουσιαστικό τους ήρεμο, μα συνάμα επιβλητικό. Κάτι πάνω τους πρόδιδε μια καταγωγή αλλιώτικη, σαν να μην είχαν φθαρεί από τον χρόνο με τον ίδιο τρόπο που φθείρονταν οι άλλοι.
Ακόμη και η τύχη, παρατήρησε, έδειχνε να τους ευνοεί. Πολλοί βρέθηκαν σε θέσεις ισχύος, απέκτησαν περιουσία, έγιναν άρχοντες του τόπου χωρίς να το επιδιώξουν φανερά. Οι άνθρωποι τους ακολουθούσαν φυσικά, χωρίς ερώτηση, χωρίς αντίρρηση. Ήταν αρχηγικοί από φύση, όχι από φιλοδοξία.

Κι αυτό που τον τάραξε περισσότερο ήταν το κοινό συναίσθημα που κατέγραφε στις μαρτυρίες: μια ανεξήγητη αίσθηση γαλήνης κοντά τους. Άλλοι μιλούσαν για «καλό χερικό», άλλοι για «φως», άλλοι απλώς έλεγαν πως «ο Θεός τους φύλαγε». Κανείς όμως δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Τότε ήταν που άρχισε να διερωτάται. Μήπως, τελικά, υπήρχε ένα δίκιο σ’ όλη αυτή την ιστορία;
Μέχρι εκείνη τη στιγμή πίστευε πως οι ισχυρισμοί του Τζιυρκακού ήταν κατασκευάσματα ενός ανθρώπου που είχε αγγίξει τον θάνατο και γύρισε πίσω αλλοιωμένος. Μια φαντασίωση γεννημένη από μοναξιά, ασκητισμό και μυστικιστική εμπειρία. Μα τώρα, βλέποντας τα δεδομένα να επαναλαμβάνονται από γενιά σε γενιά, άρχισε να αμφιβάλλει για τη δική του βεβαιότητα.

Δεν ήθελε να πιστέψει. Όμως δεν μπορούσε πια να απορρίψει. Η λογική του έλεγε πως όλα εξηγούνται: κληρονομικότητα, κοινωνικές συνθήκες, αυτοεκπληρούμενοι μύθοι. Κι όμως, υπήρχε κάτι που δεν χωρούσε σε καμία εξίσωση. Ένα υπόλειμμα ανεξήγητο. Ένα ίχνος ανωτερότητας, σχεδόν θεϊκής, όχι αλαζονικής αλλά ήρεμης, σαν να κουβαλούσαν μέσα τους μια μνήμη αρχαιότερη από τον άνθρωπο.
Και τότε γεννήθηκε μέσα του η δυσπιστία. Όχι προς τον μύθο. Αλλά προς την άρνησή του.

Για πρώτη φορά, ο Κυριακός αναρωτήθηκε αν αυτό που ονόμαζαν νεράιδες δεν ήταν απλώς πλάσματα των παραμυθιών, αλλά κάτι που άφησε αποτύπωμα στο αίμα, στη μορφή, στη μοίρα. Κάτι που δεν φώναζε την παρουσία του, αλλά περίμενε — ήσυχο, υπομονετικό — να αναγνωριστεί.
Και όσο το σκεφτόταν, τόσο ένιωθε πως αυτή η έρευνα δεν αφορούσε πια μόνο το παρελθόν.

Αφορούσε τον ίδιο.

Όταν η έρευνα ολοκληρώθηκε, ο Κυριακός έμεινε για καιρό σιωπηλός.

Τα στοιχεία είχαν πλέον τακτοποιηθεί. Οι μαρτυρίες είχαν διασταυρωθεί, τα χρονικά είχαν ελεγχθεί, οι προφορικές αφηγήσεις είχαν μπει στη σωστή τους θέση. Όσο κι αν τον είχε παρασύρει η ένταση της αναζήτησης, το συμπέρασμα ήταν σαφές: η ιστορία των νεράιδων δεν μπορούσε να σταθεί ως γεγονός. Ήταν ένας αστικός μύθος, γεννημένος από την ανάγκη των ανθρώπων να εξηγήσουν το ανεξήγητο. Ένας ποιητικός τρόπος να δοθεί νόημα σε μια διαφορετικότητα, σε μια σειρά ανθρώπων που ξεχώριζαν, σε έναν τόπο που χάθηκε. Ένας μύθος φτιαγμένος από φόβο και θαυμασμό, από μνήμη και απώλεια, από τη βαθιά ανάγκη του ανθρώπου να νιώθει πως δεν είναι μόνο χώμα και χρόνος.
Και όμως.

Παρά τη βεβαιότητα της λογικής, μέσα του δεν ένιωθε απογοήτευση. Αντίθετα, τον διαπερνούσε μια παράξενη ικανοποίηση. Όχι γιατί πίστεψε τελικά στις νεράιδες, αλλά γιατί κατάλαβε τι πραγματικά εκπροσωπούσαν. Ήταν η αντανάκλαση ενός ανώτερου μέτρου — όχι θεϊκού με τη στενή έννοια, αλλά ανθρώπινου σε αρμονία με τη φύση, με τον τόπο, με τον χρόνο.

Ακόμη κι αν μυθολογικά, οι ρίζες του προέρχονταν από ένα γένος ανώτερο, όχι επειδή πετούσε ή μεταμορφωνόταν, αλλά επειδή σεβόταν. Επειδή άκουγε. Επειδή δεν βίαζε τη γη που το γέννησε.

Κοίταξε για τελευταία φορά προς την περιοχή των Κλούνων, εκεί όπου σήμερα δεν υπήρχε πια τίποτε από όσα περιέγραφαν οι ιστορίες. Μόνο κτίρια, δρόμοι και σιωπή. Κι όμως, μέσα του ο τόπος παρέμενε ζωντανός — όχι ως πραγματικότητα, αλλά ως μνήμη.

Και κατάλαβε κάτι απλό και βαρύ μαζί: Δεν έχει σημασία αν οι νεράιδες υπήρξαν. Σημασία έχει πως υπήρξε ένας τόπος που άξιζε να γεννήσει έναν τέτοιο μύθο.
Στη Χλώρακα, οι Κλούνοι χάθηκαν. Όμως η ανάγκη να θυμόμαστε τι χάθηκε, παρέμενε. Και αυτό — σκέφτηκε — ίσως να ήταν η πιο αληθινή κληρονομιά.

ΟΙ ΑΝΕΡΑΔΕΣ / Νεράιδες, μνήμη του τόπου 

Ο Κυριακός, ύστερα από όσα μυστήρια είχε δει, δεν μπορούσε να αφήσει τη σκέψη του ήσυχη. Ρωτούσε τους παλιούς — εκείνους που είχαν ζήσει πολλά και μιλούσαν λίγο — ξεφύλλιζε κιτρινισμένα τετράδια, σημειώσεις λαογράφων, ξεχασμένες αφηγήσεις γραμμένες στο περιθώριο της ιστορίας, και άκουγε ιστορίες χαμηλόφωνα, σαν να φοβούνταν μην τις ακούσει ο ίδιος ο τόπος:
Οι άνθρωποι είναι προληπτικοί. Πιστεύουν σε δοξασίες και φοβούνται ανεράδες, αερικά και φαντάσματα. Παλαιότερα, περισσότερο από σήμερα, οι φόβοι αυτοί ήταν πιο ζωντανοί. Η φτώχεια και η έλλειψη μόρφωσης ενίσχυαν τη δύναμη της λαϊκής παράδοσης. Από τις προφορικές ιστορίες γεννήθηκαν μύθοι για νεράιδες και Νηρηίδες — τις καλές κυράδες, όπως τις ονόμαζαν παλιά. Από τις Νηρηίδες έγιναν οι νεράιδες και σήμερα οι Ανεράδες, γυναίκες ανέραστες, πανέμορφες και μυστηριώδεις, που συχνάζουν σε θάλασσες και λίμνες, φτιαγμένες από χάρη και μαγεία.

Άκουσε ακόμα μια μαγευτική ιστορία όχι σαν παραμύθι, αλλά σαν μνήμη που ποτέ δεν είχε καταγραφεί επίσημα, σαν ένα παραμύθι που χαράκτηκε μέσα του βαθιά:
Ήταν μια φορά, στα Παλιόκαστρα της Πάφου, ένα βοσκόπουλο που μια μέρα αποφάσισε να βοσκήσει τα πρόβατά του λίγο πιο μακριά απ’ ό,τι συνήθιζε. Έφτασε στον Καπυρό, έναν πλούσιο σε βλάστηση κάμπο της Χλώρακας. Η περιοχή ήταν μαγευτική:

δέντρα, πλούσια βοσκή και ένα μικρό ποταμάκι που πήγαζε από τη γη, σχηματίζοντας μια λιμνούλα πριν συνεχίσει το δρόμο προς τη θάλασσα.

Τα πρόβατα απλώθηκαν και έβοσκαν ήσυχα. Ο ίδιος ξάπλωσε κάτω από τον πυκνό ίσκιο των δέντρων. Καθώς πλησίαζε το δείλι, σκέφτηκε να διανυχτερεύσει εκεί, ώστε τα πρόβατα να συνεχίσουν την επόμενη μέρα τη βοσκή τους, ενώ εκείνος θα απολάμβανε τη δροσιά και την ομορφιά του τόπου. Κοίταξε στη βούρκα του. Είχε τροφή για την επόμενη μέρα και αποφάσισε να μείνει.
Όταν τα πρόβατα ηρέμησαν, ξάπλωσε πάνω σε ένα γουνάρι από φύλλα και αποκοιμήθηκε με το τραγούδι των γρύλλων να τον νανουρίζει. Πίστευε πως το τραγούδι τους ήταν οιωνός καλοτυχίας και, ευχαριστημένος, παραδόθηκε στον Μορφέα.

Ξαφνικά, κοντά στα μεσάνυχτα, ο ύπνος του διακόπηκε από φωνές, γέλια και τραγούδια. Ανασηκώθηκε και, μέσα στο φεγγαρόφωτο που περνούσε ανάμεσα από τα πλατιά φύλλα των ευκαλύπτων, είδε κοπέλες να χαριεντίζονται και να παίζουν στα νερά της λίμνης. Εκθαμβωμένος, αναρωτήθηκε αν ήταν ονειρο ή πραγματικότητα.

Ήταν όμως αλήθεια. Νεράιδες των νερών, που συνήθιζαν μετά τα μεσάνυχτα να βγαίνουν στις δροσερές πηγές και να λούζονται υπό τη σκεπή των αστεριών. Το βοσκόπουλο σηκώθηκε αθόρυβα και κρύφτηκε πίσω από ένα δέντρο. Τις παρακολουθούσε μαγεμένο από τη χάρη τους και τη μελωδική τους φωνή. Ανάμεσά τους ξεχώρισε μια με κατάμαυρα μαλλιά, που χόρευε πιο όμορφα απ’ όλες και η εικόνα της αιχμαλώτιζε το βλέμμα του και την καρδιά του.
Έμεινε ώρες ολόκληρες να τις κοιτάζει και, λίγο πριν ξημερώσει, οι νεράιδες χάθηκαν στον πρωινό ορίζοντα, αφήνοντας στα αυτιά του τον γλυκό απόηχο των κρυστάλλινων γέλιων τους. Από εκείνη τη στιγμή, η νεράιδα κατοίκησε τη σκέψη του. Την αγάπησε με πάθος. Η καρδιά του πονούσε, γνωρίζοντας ότι δεν μπορούσε να την έχει. Όμως δεν το δεχόταν αυτό,   αποφάσισε να βρει τρόπο. Έτσι κατεφυγε στους γεροντότερους να μάθει. Ένας από αυτούς του είπε πως η μόνη ελπίδα να την «ξεματιάσει» ήταν να την στεφανωθεί. Αλλά οι ανεράδες ήταν άπιαστες· θα έπρεπε να αιχμαλωτιστούν και να εκτεθούν στο φως της ημέρας, λουσμένες από τις ακτίνες του ήλιου.

Το βοσκόπουλο σκέφτηκε καλά και αποφάσισε να παραμονεύσει. Νύχτες ολόκληρες έκαμε καρτέρι δίπλα στη λίμνη, οπλισμένος με υπομονή και αγάπη. Οι μέρες περνούσαν χωρίς να φανούν οι νεράιδες. Σκεφτόταν ότι ίσως είχαν βρει άλλες λίμνες, αλλά πίστευε πως κάποτε θα επέστρεφαν.

Μία νύχτα, κοντά στα μεσάνυχτα, άκουσε πάλι τα γέλια τους να γεμίζουν τη φεγγαρόλουστη νύχτα. Η στιγμή είχε φτάσει. Και όταν η αγαπημένη του στάθηκε σε ένα συγκεκριμένο σημείο, τράβηξε το δίχτυ που είχε στήσει πάνω από τα κλαριά του ευκαλύπτου και την αιχμαλώτισε. Σπαρταρούσε και φώναζε, αλλά οι υπόλοιπες νεράιδες τρομοκρατήθηκαν και έφυγαν.

Περίμενε μέχρι να ανατείλει ο ήλιος. Τότε η νεράιδα έχασε τα μαγικά της και έγινε μια απλή κοπέλα. Το βοσκόπουλο την απελευθέρωσε, την αγκάλιασε και την παντρεύτηκε. Από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του άλλαξε: απέκτησε πλούτη, περιουσία και μια κόρη, τη Μαργαρινή -παιδί μισό ανθρώπινο και μισό από τον κόσμο των νεράιδων.

Καθώς μεγάλωνε, η κόρη αγαπούσε να περπατά στον Καπυρό, τον ίδιο τόπο που είχε μαγέψει τον πατέρα της. Και μια φορά, μια νύχτα κοντά στα μεσάνυχτα, το φεγγάρι φώτισε τη λίμνη και μια νεράιδα εμφανίστηκε, καλώντας τη Μαργαρινή κοντά της.

Και εκείνη τη νύχτα, τα μεσάνυχτα, ενώ το φεγγάρι ήταν ολόγιομο, και οι ανεράδες βγήκαν και έστησαν χορό μέσα στα νερά της λίμνης, ανάμεσά τους είδε την κόρη του. Πιο όμορφη από όλες, να λάμπει από χαρά και να χορεύει ξένοιαστα, ευτυχισμένη και ελεύθερη μέσα στη μαγεία του νερού και του φεγγαριού.

Και κατάλαβε: η κόρη του καθώς μισή νεράιδα, ήταν περισσότερο ευτυχισμένη μέσα στο φυσικό της στοιχείο, παρά μαζί του, μια ζωή να μαραζώνει.

Στάθηκε εκεί, στην όχθη της λίμνης, και την παρακολουθούσε να χορεύει με τις ανεράδες. Η καρδιά του πλημμύριζε από αγάπη, αλλά και από σεβασμό στη μαγεία της φύσης και στα μυστικά που η ζωή φυλάει προσεκτικά για εκείνους που ξέρουν να βλέπουν. Κατάλαβε πως μερικές χαρές δεν μπορούν να ανήκουν σε κανέναν με το ζόρι. Η ευτυχία της δεν ήταν δική του να την κρατήσει. Σιώπησε και αποχώρησε αργά, αφήνοντας την κόρη του να ζήσει ελεύθερη μέσα στον κόσμο που ανήκε σε εκείνη. Κι όπως έφευγε, ένιωσε μέσα του μια βαθιά γαλήνη. Γιατί είχε καταλάβει ότι η αγάπη δεν σημαίνει κατοχή, αλλά σεβασμό και ελευθερία.

Ο Κυριακός έμεινε με τις σκέψεις του στα παραμύθια των αερικών και των Ανεράδων, στις μαγικές αφηγήσεις των παλιών. Ήξερε πως αυτές οι ιστορίες δεν ήταν απλώς παραμύθια, ήταν θρύλοι που ζούσαν μέσα στη μνήμη του τόπου, ψίθυροι μαγείας που κρατούσαν ζωντανή τη φαντασία και τη χαρά της καρδιάς.

Ο ΘΗΣΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΠΕΝΤΑΡΑ

Η Χλώρακα δεν ήταν για τον Κυριάκο απλώς ένας τόπος, ήταν μια ζωντανή αφήγηση που ανάσαινε μέσα στους αιώνες. Ως ερευνητής και ιστορικός, είχε αφιερώσει αμέτρητες ώρες από τη ζωή του στο να συλλέγει μαρτυρίες, να ξετυλίγει νήματα και ιστορίες, να δίνει φωνή σε εκείνους που είχαν χαθεί μέσα στον χρόνο και κινδύνευαν να ξεχαστούν.
Συχνά στεκόταν σε ένα ύψωμα του χωριού, εκεί όπου η γη γίνεται μπαλκόνι προς τη θάλασσα. Την ώρα που ο ήλιος έσβηνε μέσα στο πέλαγος, το βλέμμα του χανόταν στον ορίζοντα, εκεί όπου οι ξέρες του Φουρφουρή αφρίζανε από το κύμα που τις χτυπούσε — μια άσπρη κουκκίδα μέσα στο απέραντο γαλάζιο.
Το ύψωμα εκείνο το έλεγαν οι παλιοί «Χρυσοχό». Ένα χωράφι που, όπως διηγούνταν, όταν το όργωναν με το άροτρο, στο σιδερένιο νι που έσχιζε τη γη κολλούσαν ψήγματα χρυσού. Έτσι του έδωσαν το όνομα — σαν να ήθελαν να κρατήσουν μέσα του κάτι από το μυστήριο και τη λάμψη του τόπου.
Και κάθε φορά που ο Κυριάκος στεκόταν εκεί, ανάμεσα στη γη και τη θάλασσα, ανάμεσα στο παρόν και στο παρελθόν, άφηνε τον νου του να γλιστρήσει στις ιστορίες που κουβαλούσε ο τόπος. Κι ανάμεσα σε όλες, ξεχώριζε μία — μια ιστορία για χρυσάφια, για θάλασσα και για μοίρα.
Ήταν η ιστορία του παλιού ναυαγίου… του «χρυσοκάραβου» στις ξέρες.
Ήταν τα χρόνια γύρω στο 1800 με 1810 — χρόνια δύσκολα, μα και γεμάτα ιστορίες που έμειναν να στοιχειώνουν τον τόπο.
Ένα καράβι, το χρυσοκάραβο του Χακή Αλεξανδρή, ταξίδευε για τους Αγίους Τόπους. Ήταν φορτωμένο με πλούσιους προσκυνητές, ανθρώπους που κουβαλούσαν μαζί τους τάματα, ελπίδες και χρυσαφικά. Μα η θάλασσα δεν λογάριασε ούτε τον πλούτο ούτε την πίστη. Μια ξαφνική τρικυμία το άρπαξε και το έσυρε αλύπητα, ώσπου το τσάκισε πάνω στις ξέρες.
Έτσι το είπαν οι άνθρωποι: χρυσοκάραβο.
Η ακτή γέμισε πνιγμένους. Τα κύματα ξέβραζαν κορμιά και συντρίμμια, κι ο τόπος βυθίστηκε σε μια βαριά σιωπή. Όταν οι αρχές περιμάζεψαν τους νεκρούς και τους απομάκρυναν, οι κάτοικοι βγήκαν στην παραλία. Όχι μόνο από περιέργεια, μα κι από ανάγκη — να περισυλλέξουν ό,τι είχε απομείνει από το τραγικό ναυάγιο.
Ανάμεσά τους βρίσκονταν και δύο νεαροί, ο Συμεών και ο μεγαλύτερος αδελφός του. Παιδιά εποίκων που είχαν αφήσει την Τάλα και είχαν ριζώσει στη Χλώρακα, κουβαλώντας μαζί τους τη φτώχεια και την ελπίδα για μια καλύτερη ζωή.
Ψάχνοντας στην ακτή της Βρέξης, σε απόμερο σημείο, βρήκαν έναν πνιγμένο που δεν είχε εντοπιστεί. Ήταν σφηνωμένος σε μια χάστρα των βράχων, πρησμένος και αλλοιωμένος από το νερό, μισοσκεπασμένος από το κύμα.
Στη μέση του είχε μια ζώνη σφιχτά δεμένη. Μόλις την είδαν, οι δυο νέοι αντάλλαξαν ένα βλέμμα. Δεν χρειάστηκαν λόγια. Και οι δυο σκέφτηκαν το ίδιο: λίρες.
Ο ένας έσκυψε, με δισταγμό μα και λαχτάρα, να την ξεκουμπώσει. Μα τη στιγμή που μετακίνησε το πτώμα, από το στόμα του νεκρού βγήκε ένας βαθύς, τρομακτικός ρόγχος. Και ένας αέρας βαρύς, μολυσμένος, ξεχύθηκε και τον τύλιξε.
Ο φόβος τον διαπέρασε σαν μαχαίρι. Και το μυαλό του σάλεψε. Δεν ήταν πια ο ίδιος άνθρωπος. Αμέσως αρρώστησε βαριά, έπεσε σε παραλήρημα, και πριν προλάβει να συνέλθει από τον τρόμο που τον είχε κυριεύσει, άφησε την τελευταία του πνοή.
Και έτσι, η ιστορία του χρυσοκάραβου δεν έμεινε μόνο ιστορία πλούτου και ναυαγίου — έγινε και ιστορία φόβου, μοίρας… και μιας κατάρας που, όπως έλεγαν οι παλιοί, δεν άφηνε εύκολα όποιον άπλωνε χέρι στον χρυσό της θάλασσας.
Η ζώνη πράγματι ήταν γεμάτη λίρες χρυσές. Τις λίρες τις πήρε ο αδελφός του, ο Συμεών. Μα δεν τις χάρηκε ποτέ. Από τη στιγμή που τις κράτησε στα χέρια του, ένιωσε πως κάτι βαρύ είχε περάσει μαζί τους — όχι μόνο χρυσάφι, αλλά και θάνατος. Η εικόνα του νεκρού, ο ρόγχος που είχε βγει από το στόμα του πνιγμένου, το παγωμένο άγγιγμα του φόβου, όλα του είχαν χαραχτεί βαθιά στο μυαλό.
Τις θεώρησε καταραμένες. Δεν μπορούσε να τις ξοδέψει. Δεν τολμούσε ούτε να τις κοιτάζει για πολύ ώρα. Έτσι, αποφάσισε να τις κρύψει, σαν να έκρυβε κάτι που δεν έπρεπε ποτέ να είχε αγγίξει ανθρώπινο χέρι.
Έσκαψε μια τρύπα μέσα στον τοίχο του σπιτιού του και τις έκτισε εκεί, σφραγίζοντάς τες με πέτρα και ασβέστη. Από εκείνη τη μέρα, ο τοίχος εκείνος έγινε για τον Συμεών κάτι σαν τάφος — όχι μόνο για τον χρυσό, αλλά και για τον φόβο του.
Όσο κι αν οι καιροί δυσκόλευαν, όσο κι αν η φτώχεια τον πίεζε, δεν τις άγγιξε ποτέ ξανά. Έζησε με τη γνώση πως κάτω από τον σοβά, μέσα στη σιωπή του τοίχου, υπήρχε ένας πλούτος που δεν του ανήκε. Και κράτησε το μυστικό του σαν βάρος ιερό και τρομακτικό μαζί, μέχρι που πέθανε και το πήρε μαζί του, χωρίς να το αποκαλύψει σε κανέναν.
Χρόνια πέρασαν. Δεκαετίες. Το σπίτι άλλαξε χέρια, πουλήθηκε σε έναν φτωχό άνθρωπο που δεν είχε πολλά, μα είχε ανάγκη από μια στέγη. Το κτίριο με τον καιρό ρήμαξε, οι τοίχοι άρχισαν να υποχωρούν, η πέτρα να διαλύεται, το χώμα να ξαναμπαίνει μέσα στο σπίτι σαν να ήθελε να το πάρει πίσω.
Και κάποια στιγμή, καθώς το παλιό σπίτι γκρεμιζόταν σχεδόν από το πέρασμα του χρόνου, ένας τοίχος άνοιξε. Και τότε αποκαλύφθηκε το μυστικό που είχε μείνει θαμμένο για γενιές: οι λίρες, ακόμη εκεί, ανέγγιχτες, σκοτεινές από την υγρασία αλλά άθικτες.
Και από εκείνη τη στιγμή, η ζωή του φτωχού ανθρώπου άλλαξε απότομα. Από τη μια μέρα στην άλλη, βρέθηκε με πλούτη που δεν μπορούσε ούτε να φανταστεί. Το σπίτι που κάποτε έμοιαζε ερείπιο έγινε πηγή μιας απρόσμενης ευημερίας, κι εκείνος βρέθηκε ξαφνικά από την αφάνεια στην αφθονία — σαν η μοίρα να άνοιξε τον παλιό τοίχο για να ξεπληρώσει ένα μυστικό αιώνων.
Υ.Γ. Ένας από τους απογόνους του Συμεών, ο Κωνσταντής, μετονομάστηκε Πενταράς — επίθετο το οποίον κληροδότησε σε όλες τις κατοπινές γενιές μέχρι σήμερα.

ΠΩΣ ΧΑΘΗΚΕ Η ΜΙΣΗ ΧΛΩΡΑΚΑ / Η μισή Χλώρακα που χάθηκε στην Έμπα

Πριν ακόμη χαραχτούν οι γραμμές πάνω στους χάρτες και φυλακιστεί η γη μέσα σε αριθμούς και τίτλους, η ιδιοκτησία στην Κύπρο δεν ήταν πράγμα, ήταν βίωμα. Δεν μετριόταν, δεν οριζόταν με τίτλους. Ήταν μνήμη που ρίζωνε βαθιά, βλέμμα που αγκάλιαζε τον τόπο, λόγος που δέσμευε πιο ισχυρά κι από γραμμένο νόμο. Μια συμφωνία άγραφη, σμιλεμένη μέσα στον χρόνο, όπως οι ρίζες των δέντρων που μπλέκονταν με το χώμα και δεν ξεχώριζαν πια από αυτό.
Στα χωριά, οι άνθρωποι δεν είχαν σχέδια και τοπογράφους για να γνωρίζουν τι τους ανήκε. Η γη μιλούσε. Τα όριά της χαράζονταν από τη φύση την ίδια — μια ξερολιθιά που άντεχε τους αιώνες, μια χαρουπιά που έριχνε τη βαριά σκιά της, ένας βράχος που στεκόταν ρησημιός σαν φύλακας, ένα ρυάκι που άλλαζε πορεία. Ακόμα και τα χωριά οριοθετούνταν με σημαδια της γης, με φυσικά σύνορα που έδιναν ταυτότητα και ασφάλεια στους ανθρώπους. Έτσι, «με το μάτι», όπως έλεγαν, γνώριζε ο καθένας τη γη του — όχι σαν ιδιοκτησία, αλλά σαν προέκταση της ύπαρξής του.
Η μνήμη περνούσε από γενιά σε γενιά σαν ιερό φορτίο. Οι γεροντότεροι δεν κουβαλούσαν μόνο ιστορίες· κουβαλούσαν σύνορα, ευθύνες και δικαιοσύνη. Κι όταν γεννιόταν διαφορά, δεν χρειάζονταν δικαστές. Ο λόγος τους αρκούσε. Γιατί τότε, η κοινότητα δεν ήταν πλήθος, ήταν συνείδηση.
Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή την άγραφη τάξη, άρχισε να παρεισφρέει η ανάγκη του νόμου. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εμφανίστηκαν τα τάπια — τίτλοι ιδιοκτησίας, σκιές γραφής πάνω σε χαρτί. Μα ούτε κι αυτά μπορούσαν να φυλακίσουν τη γη. Ήταν μόνο περιγραφές: «γειτονεύει με το χωράφι του τάδε», «φτάνει ως τη μεγάλη ελιά». Λόγια που προσπαθούσαν να συγκρατήσουν κάτι που δεν συγκρατιόταν.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η ίδια η ιδιοκτησία διασπάστηκε. Άλλος κρατούσε τη γη, κι άλλος τα δέντρα που φύτρωναν πάνω της. Σαν να αρνιόταν ο τόπος να δοθεί ολόκληρος σε έναν άνθρωπο. Σαν να απαιτούσε να μοιράζεται — όχι από δικαιοσύνη, αλλά από ανάγκη.
Ήταν ένα σύστημα που στεκόταν όρθιο όσο υπήρχε εμπιστοσύνη. Μα η εμπιστοσύνη, όπως και η γη, δεν είναι αιώνια. Εκεί όπου η μνήμη ξεθώριαζε και το πάθος φούντωνε, τα όρια άρχισαν να σβήνουν. Και τότε, η γη — που άλλοτε ένωνε — έγινε αφορμή για διχασμό. Για μίσος. Για αίμα.
Και ίσως γι’ αυτό, ακόμη και σε καιρούς πιο κοντινούς, πιο «πολιτισμένους», η γη δεν έπαψε ποτέ να γεννά σκιές.
Στα βορειοανατολικά της άκρα, η Χλώρακα σταματά απότομα. Όχι γιατί τελειώνει ο τόπος, αλλά γιατί κάποιος τον έκοψε. Μια λεωφόρος — ένας δρόμος που ξεκινά από την Πάφο και τραβά προς τη Λέμπα — στέκεται σαν γραμμή χαραγμένη όχι μόνο στη γη, αλλά και στη μνήμη.
Κι όμως, στην απέναντι πλευρά, εκεί όπου απλώνεται μια έκταση μεγάλη, σχεδόν απέραντη, οι άνθρωποι είναι Χλωρακιώτες. Οι ανάσες τους, οι κόποι τους, οι ρίζες τους είναι δεμένες με τη Χλώρακα. Τα χωράφια τους τους ανήκουν. Μα ο τόπος… όχι.
Ανήκει στην Έμπα.
Κάτι δεν ταίριαζε. Κάτι αντιστεκόταν στη λογική, μα και στη μνήμη. Σαν να είχε μετακινηθεί η γη μέσα στη σιωπή. Σαν να είχε γίνει μια πράξη χωρίς μάρτυρες. Η σκέψη της υφαρπαγής δεν γεννιόταν, αναδυόταν, σαν παλιά ενοχή που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Ο Κυριακός δεν μπόρεσε να αγνοήσει αυτή την ενοχή. Το ερώτημα ρίζωσε μέσα του. Γιατί να συμβαίνει αυτό; Και άρχισε να ψάχνει.
Μα δεν έψαχνε χώμα. Έψαχνε τις σιωπές. Στα χαρτιά, τίποτα. Στα αρχεία, κενό. Στα στόματα των γερόντων, μια φράση μονάχα, επαναλαμβανόμενη σαν όρκος: πως εκείνη η γη… ήταν πάντα Χλώρακα.
Κι όσο η αλήθεια φαινόταν να χάνεται, τόσο ο Κυριάκος δυσκολευόταν να πλησιάσει. Ώσπου βρέθηκε μπροστά στον έναν. Τον μοναδικό. Εκείνον που ήξερε, που το ανακάλυψε τυχαία, καθώς όλα έγιναν κρυφά.
Η ιστορία δεν ήταν παλιά. Δεν ανήκε στο βάθος των αιώνων. Ήταν σχεδόν πρόσφατη. Τόσο πρόσφατη που πονούσε ακόμη. Τότε που ο Κυριακός έλειπε στα ξένα. Και όταν γύρισε, βρήκε τον τόπο του μικρότερο:
Η μισή Χλώρακα είχε χαθεί. Όχι με πόλεμο. Όχι με βία. Μα με κάτι πιο σκληρό: με την αδιαφορία και τη σιωπή.
Η χαρτογράφηση έγινε χωρίς τους ανθρώπους. Τα όρια χαράχτηκαν χωρίς εκείνους που τα ζούσαν. Και η αδικία δεν φώναξε. Πέρασε σαν σκιά.
Κι όμως, υπήρχε κάποιος που μπορούσε να σταθεί εμπόδιο. Και δεν στάθηκε. Ο κοινοτάρχης του χωριού.
Εκείνος που όφειλε να γίνει φωνή, έγινε σιωπή. Εκείνος που όφειλε να σταθεί, υποχώρησε. Κι έτσι, χωρίς αντίσταση, το χωριό κόπηκε στα δύο.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ το γιατί. Και ίσως να μην το μάθει ποτέ. Γιατί υπάρχουν σιωπές που δεν σπάζουν, μόνο βαραίνουν.
Όταν λοιπόν ο Κυριακός έφερε την αλήθεια στο φως, δεν υπήρχε πια τίποτα να σωθεί. Η μισή Χλώρακα δεν ήταν πια τόπος. Ήταν μνήμη. Και το χωριό… μισό:
Μετά το 1960 για πρώτη φορά η Κύπρος γύρεψε τον δικό της χάρτη, όχι απλώς σαν χαρτί αλλά σαν ανάσα ελεύθερης γης. Κάθε δρόμος, κάθε λόφος, κάθε μικρό ρυάκι σφραγιζόταν με ένα όνομα, μια γραμμή, μια αίσθηση ότι το νησί γινόταν επιτέλους δικό του. Οι γεωμέτρες και οι χαρτογράφοι περιπλανιόντουσαν σε χωράφια και οροσειρές, με τα μάτια τους να ψάχνουν τα όρια που οι άνθρωποι κρατούσαν στο μυαλό τους και που τώρα έπρεπε να μετατραπούν σε σκληρές γραμμές χαρτογράφων.
Το Κτηματολόγιο γεννιόταν σαν σιωπηλός φύλακας: κάθε ιδιοκτησίας, κάθε αγροτεμαχίου, και κάθε πατρικό σπίτι καταγραφόταν προσεκτικά. Η γη που είχε γνωρίσει αιώνες ξένων αφεντάδων, τώρα στεκόταν υπό την προστασία ενός χαρτογραφικού βλέμματος που ήθελε να τιμήσει την ιστορία και την κληρονομιά της. Κι έτσι, πίσω από αριθμούς και συντεταγμένες, χτιζόταν η νέα Κύπρος: ένας τόπος όπου το παρελθόν και το μέλλον συναντιόνταν στα όρια των χαρτών και στην καρδιά των ανθρώπων.
Έτσι κατά την περίοδο της Κοινοταρχίας στη Χλώρακα του Μαυρόγιαννου Λιασίδη, τα χωριά γνώρισαν ξανά νέα χαρτογράφηση, χαράζοντας τον χάρτη της Έμπας όπως τον ξέρουμε σήμερα.
Ο Εμπάτης κοινοτάρχης, ο Έλληνας, με την αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου που γνώριζε τα αχαρτογράφητα όρια της γης, διεκδίκησε και κατόρθωσε να ενσωματώσει το μισό τμήμα της Χλώρακας στην Έμπα. Αυτό συνέβη, κυρίως, λόγω της αμέλειας και της αδιαφορίας του κοινοτάρχη της Χλώρακας, που άφησε τα σύνορα να ξεθωριάσουν και τις ευκαιρίες να χαραχτούν από τον επιτήδειο γείτονα.
Ο Εμπάτης κοινοτάρχης έκανε αίτηση στον Επαρχο, κι όπως ήταν φυσικό, εκείνος αρχικά αρνήθηκε. Μα ο επιτήδειος κοινοτάρχης, του εξήγησε πως είχε μιλήσει με τον κοινοτάρχη της Χλώρακας, και έλαβε μια απροσδόκητη απάντηση: Του δήλωσε πως η κοινότητα δεν ενδιαφερόταν για το συγκεκριμένη γη, γιατί δεν ήταν Χλώρακα αλλά ήταν Έμπα. Και του διηγήθηκε μια ιστορία: λίγο πριν την ανεξαρτησία της Κύπρου: Μουχτάρης ήταν το Γιωρκακούην που τον φώναζαν έτσι για το μικροκαμωμένο του ανάστημα. Όταν η πυρκαγιά κατέκαψε τον τόπο, οι Βρεττανικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο στη κοινότητα, γιατί έκριναν πως η φωτιά ήταν κακόβουλη. Το ποσό ήταν δέκα λίρες — τεράστιο για την εποχή. Το Γιωρκακούην αρνήθηκε να το πληρώσει και δήλωσε στις αποικιακές αρχές: «Αυτός ο τόπος δεν είναι Χλώρακα, είναι Έμπα». Και έτσι, το πρόστιμο επεβλήθηκε στην Έμπα.
Με αυτό ως πρόσχημα, ο μουχτάρης της Έμπας ζήτησε να χαρτογραφηθεί η περιοχή επισήμως ως Έμπα. Ο Επαρχος, γνωρίζοντας ότι η περιοχή ανέκαθεν ήταν Χλώρακα, επικοινώνησε με τον Μαυρόγιαννο και τον ενημέρωσε. Του είπε πως, επειδή ήταν άδικο, θα έπρεπε να του κάνει μια απλή αίτηση και να διεκδικήσει την περιοχή, κι εκείνος θα τη χαρτογραφούσε ως Χλώρακα. Μα ο Μαυρόγιαννος έδειξε αδιαφορία.
Και έτσι, χάθηκε η μισή Χλώρακα — και αιτία ήταν δύο μουχτάρηδες από τη Χλώρακα και ένας από την Έμπα, που με μικρές αποφάσεις και μεγάλα λόγια άλλαξαν για πάντα τα όρια των χωριών. Οι δύο έδρασαν προς ζημίαν του δικού τους χωριού, και ο τρίτος προς όφελος του χωριού του. Μικρές αποφάσεις, πολλή αδιαφορία — και οι χάρτες έγιναν η σκιά μιας αδικίας που κράτησε για πάντα.

Ο ΦΟΡΟΣ ΤΗΣ ΔΕΚΑΤΗΣ / Μαμμούρης: η μορφή της εξουσίας στην κυπριακή ύπαιθρο

Στην Κύπρο των περασμένων αιώνων, τότε που η ζωή του ανθρώπου ήταν δεμένη με τη γη και τον κύκλο της σοδειάς, υπήρχαν μορφές που δεν άφηναν πίσω τους μνήμη καλή. Ανάμεσά τους ο Μαμμούρης, άνθρωπος της εξουσίας που εμφανιζόταν την ώρα που τέλειωνε ο μόχθος για να πάρει το μερίδιο που δεν του ανήκε, μα του είχε δοθεί ως δικαίωμα από τον νόμο.
Ο Μαμμούρης ήταν ο υπάλληλος της δεκάτης, του φόρου που υποχρέωνε κάθε γεωργό να αποδίδει το ένα δέκατο της παραγωγής του. Ένας φόρος που καθιερώθηκε από τα χρόνια της Φραγκοκρατίας, ρίζωσε βαθιά στην Οθωμανική περίοδο και διατηρήθηκε, έστω και τροποποιημένος, μέχρι και τα πρώτα χρόνια της Αγγλοκρατίας. Στην πράξη, όμως, ο φόρος αυτός σπάνια έμενε απλώς ένας αριθμός. Γινόταν βάρος, πολλές φορές δυσβάσταχτο, ιδιαίτερα όταν η γη δεν απέδιδε και ο κόπος του γεωργού πήγαινε χαμένος.
Έφιππος συνήθως, ο Μαμμούρης διέσχιζε την ύπαιθρο και έφτανε στα χωριά την εποχή του αλωνίσματος. Εκεί, πάνω στο αλώνι, μπροστά στα μάτια του γεωργού και της οικογένειάς του, άρχιζε η διαδικασία της καταμέτρησης. Με τη βοήθεια της «αμπούστας» — ενός κυλινδρικού δοχείου μέτρησης — υπολόγιζε τη σοδειά. Για κάθε δέκα δοχεία, το ένα αποσυρόταν και τοποθετείτο σε ξεχωριστό σάκο: το μερίδιο της εξουσίας.
Ο γεωργός δεν είχε το δικαίωμα να μεταφέρει τη σοδειά του στο σπίτι πριν ολοκληρωθεί η διαδικασία. Το αλώνι μετατρεπόταν σε τόπο ελέγχου και επιβολής, και ο Μαμμούρης σε κριτή της επιβίωσης μιας ολόκληρης οικογένειας.
Η θέση του, ωστόσο, δεν ήταν πάντοτε απλή. Σε πολλές περιπτώσεις, η είσπραξη της δεκάτης δεν γινόταν απευθείας από το κράτος, αλλά μέσω ενός πολύπλοκου συστήματος εκμίσθωσης. Το δικαίωμα είσπραξης πωλείτο σε ιδιώτες, οι οποίοι το μεταπωλούσαν ή το υπενοικίαζαν, δημιουργώντας μια αλυσίδα συμφερόντων. Έτσι, ο Μαμμούρης συχνά υπηρετούσε όχι μόνο την εξουσία, αλλά και τον κερδοσκόπο που βρισκόταν πίσω από αυτήν. Το αποτέλεσμα ήταν η ενίσχυση της πίεσης προς τον γεωργό, καθώς κάθε κρίκος της αλυσίδας επιδίωκε το δικό του όφελος.
Η ίδια η διαδικασία της μέτρησης άφηνε περιθώρια αυθαιρεσίας. Η χωρητικότητα των δοχείων δεν ήταν πάντα απόλυτα σταθερή, ενώ ο τρόπος πλήρωσής τους μπορούσε να επηρεάσει το τελικό αποτέλεσμα. Σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο Μαμμούρης είχε συχνά προσωπικό οικονομικό κίνητρο — είτε μέσω μισθού είτε μέσω ποσοστού — η καταμέτρηση γινόταν πεδίο αμφισβήτησης και δυσπιστίας.
Δεν ήταν λίγες οι φορές που οι Μαμμούρηδες προχωρούσαν και σε ελέγχους πέρα από το αλώνι, αναζητώντας κρυμμένα γεννήματα σε αποθήκες ή χωράφια. Η παρουσία τους, έτσι, αποκτούσε χαρακτήρα σχεδόν ανακριτικό. Για τον χωρικό, δεν ήταν απλώς ένας εισπράκτορας, αλλά ο άνθρωπος που μπορούσε να καθορίσει αν η χρονιά θα τελείωνε με επιβίωση ή με χρέος.
Γι’ αυτό και στη λαϊκή συνείδηση ο Μαμμούρης ταυτίστηκε συχνά με την αδικία. Η δεκάτη υπήρξε αιτία εντάσεων και εξεγέρσεων, ενώ έφερε κοντά ακόμη και ανθρώπους διαφορετικών θρησκειών σε κοινή αντίσταση.
Η ονομασία «Μαμμούρης», πιθανότατα προερχόμενη από τη λέξη «μαμούρι» που δήλωνε τον νεαρό υπηρέτη, μαρτυρεί την ταπεινή καταγωγή του ρόλου, ο οποίος όμως εξελίχθηκε σε κρίσιμο μηχανισμό εξουσίας στην ύπαιθρο.
Η κατάργηση της δεκάτης το 1926 έφερε και το τέλος του. Μαζί του χάθηκε και μια από τις πιο χαρακτηριστικές μορφές της αγροτικής ζωής — όχι γιατί ξεχάστηκε, αλλά γιατί έμεινε χαραγμένη στη μνήμη ως σύμβολο μιας εποχής όπου ο κόπος της γης δεν ανήκε ποτέ ολοκληρωτικά σε εκείνον που τον παρήγε.
Κι όμως, για όσους τον έβλεπαν να ανεβαίνει το μονοπάτι προς το χωριό, η εικόνα του δεν ήταν ποτέ απλώς ιστορία. Ήταν η στιγμή που η εξουσία έμπαινε στο αλώνι.
Τον έβλεπαν πριν ακόμη φανεί. Πρώτα ερχόταν η σκόνη στον χωματόδρομο, ύστερα ο ήχος από τα πέταλα του αλόγου, και στο τέλος ξεχώριζε η μορφή του. Ο Μαμμούρης. Κανείς δεν χρειαζόταν να ρωτήσει ποιος ήταν ούτε γιατί ερχόταν. Ήξεραν. Ήταν η εποχή του αλωνίσματος.
Και τότε απλωνόταν μια σιωπή παράξενη. Οι άντρες στέκονταν στα αλώνια με τα χέρια σκονισμένα από το σιτάρι, και οι γυναίκες παρακολουθούσαν από τις αυλές. Τα παιδιά μαζεύονταν κοντά στις πόρτες, όχι από περιέργεια, αλλά από ένστικτο. Κάτι άλλαζε όταν ερχόταν. Σαν να βάραινε ο αέρας.
Ο Μαμμούρης κατέβαινε από το άλογο αργά, με μια κίνηση μετρημένη, σχεδόν τελετουργική. Δεν φώναζε. Δεν απειλούσε. Δεν χρειαζόταν. Η παρουσία του ήταν αρκετή. Ήταν ο άνθρωπος της δεκάτης — εκείνος που θα μετρούσε τον κόπο της χρονιάς και θα αποφάσιζε, σιωπηλά, τι ανήκε στον γεωργό και τι στην εξουσία.
Η αμπούστα περνούσε από τα χέρια του με ακρίβεια. Ένα δοχείο, δύο, τρία… Στο δέκατο, σταματούσε για μια στιγμή σαν να έπαιρνε ανάσα, και το άδειαζε σε ξεχωριστό σάκο. Το μερίδιο. Το αναπόφευκτο. Κανείς δεν μιλούσε. Μόνο το σιτάρι ακουγόταν καθώς έπεφτε.
Κάποτε, έσκυβε λίγο περισσότερο μέσα στο δοχείο. Άλλοτε το γέμιζε πιο “γερά”. Κανείς δεν τολμούσε να πει αν ήταν σωστό ή όχι. Η μέτρηση δεν ήταν ποτέ απλώς μέτρηση, ήταν κρίση. Και η κρίση δεν δεχόταν αντίλογο.

Εκείνη τη μέρα ο Πιστέντης στεκόταν στο κέντρο του αλωνιού πριν ακόμη φανεί το άλογο. Ήταν άνθρωπος γεροδεμένος, με χέρια που είχαν μάθει να σηκώνουν βάρη και να μη λυγίζουν εύκολα. Στο χωριό τον ήξεραν για τη δύναμή του, μα περισσότερο για τη σιωπή του. Δεν μιλούσε πολύ. Δεν χρειαζόταν.
Είχε υπάρξει κι ο ίδιος Μαμμούρης. Είχε περάσει από τα ίδια αλώνια, είχε κρατήσει την ίδια αμπούστα, είχε γεμίσει τα ίδια σακιά. Ήξερε καλά τη δουλειά — ίσως καλύτερα από όλους. Ήξερε πού τελειώνει το μέτρο και πού αρχίζει η αδικία. Και κάποια στιγμή, χωρίς φωνές και χωρίς εξηγήσεις, είχε αφήσει τη θέση.
«Δεν είναι δουλειά για άνθρωπο», είχε πει μόνο.
Και τώρα βλέποντας τον κανούργιο Μαμμούρη κάθε φορά να σηκώνει την αμπούστα, θυμόταν. Θυμόταν τον εαυτό του, χρόνια πριν, να στέκεται στη θέση του. Και τον γεωργό απέναντι να παρακολουθεί με αγωνία. Να μετρά με τα μάτια, να περιμένει πότε θα έρθει το δέκατο. Να νιώθει το στομάχι του να σφίγγεται. Και ο ιδρώτας, η αγωνία, και η αδικία να τον κατακλύζουν. Και ο ίδιος πριν, σαν Μαμμούρης, ήταν το χέρι που τα προκαλούσε. Τα βράδια δεν κοιμόταν εύκολα. Ο ήχος του σιταριού τον ακολουθούσε σαν βάρος. Οι απελπισμένες εκφράσεις των γεωργών που έσκυβαν το κεφάλι και δεν μιλούσαν. Που άντεχαν την αδικία αγώγγυστα καθώς ήξεραν πως είσαν αδύναμοι μπροστά στην εξουσία. Που ήξεραν πως οι διαμαρτυρίες τους δεν θα έπιαναν τόπο μπροστά στην ανέλγητη εξουσία. Που έβλεπαν το βιός τους να λιγοστεύει και τους κόπους τους να τους καρπούνται άλλοι: μεσάζοντες και κυβέρνηση.
Αυτές οι σκέψεις του κατέτρωγαν το μυαλό. Καποτε υπήρξε και ο ιδιος γεωργός, και υπέστηκε τα ίδια. Τώρα πως μπορούσε ο ίδιος να κάνει τα ίδια σε άλλους;

Ώσπου ένα πρωί, χωρίς να πει πολλά, πήγε στον άνθρωπο που τον είχε διορίσει. Του άφησε την αμπούστα μπροστά του.
«Δεν μπορώ άλλο», είπε.
Δεν ζήτησε εξηγήσεις. Δεν έδωσε.
Άφησε πίσω του τον μισθό, το άλογο, το δικαίωμα να δίνει διαταγές. Άφησε πίσω του όλα όσα έκαναν τον Μαμμούρη ισχυρό. Και γύρισε στη γη.
Και οι χωριανοί πλέον τον έβλεπαν, όχι να έρχεται από τον δρόμο, αλλά σκυμμένο στο χωράφι. Στα ίδια χέρια που κρατούσε την αμπούστα, τώρα να κρατά το άροτρο και να οργώνει.
Κάποιοι είπαν πως ήταν τρέλα. Άλλοι πως ήταν αδυναμία.
Μα εκείνος ήξερε: ήταν η συνείδηση του.

Όταν ο νέος Μαμμούρης άρχισε να μετρά, ο Πιστέντης δεν κουνήθηκε. Περίμενε. Οι άλλοι τον κοίταζαν χωρίς να μιλούν. Δεν ήξεραν τι θα έκανε, μόνο ότι κάτι θα γινόταν.
Μόλις κατέβηκε από το άλογο ο νέος Μαμμούρης, έριξε μια ματιά γύρω του. Το βλέμμα του στάθηκε για λίγο πάνω στον Πιστέντη. Τον ζύγισε. Σαν να αναγνώρισε κάτι — ή κάποιον που δεν ταίριαζε εκεί.
Ύστερα η αμπούστα σηκώθηκε. Το πρώτο δοχείο γέμισε. Το δεύτερο.
Στο τρίτο, ο Πιστέντης έκανε ένα βήμα μπροστά. Δεν ύψωσε τη φωνή του.
«Γέμισέ το όπως πρέπει», είπε. Ήταν η πρώτη φορά που ακουγόταν λόγος πάνω στο αλώνι την ώρα της μέτρησης.
Ο Μαμμούρης σταμάτησε. Για μια στιγμή μόνο. Ύστερα χαμογέλασε ελαφρά — όχι από καλοσύνη, αλλά από συνήθεια. Συνέχισε.
Μα αυτή τη φορά, τα μάτια όλων ήταν πάνω του. Και το δοχείο γέμισε… ακριβώς όσο έπρεπε.

ΤΑ ΧΑΣΑΜΠΟΥΛΙΑ

Ο Παπασάββας καθόταν αραχτός στο καφενείο, με τα πόδια απλωμένα σε μια άδεια καρέκλα, μισοβυθισμένος σ’ έναν γλυκό λαγοΰπνο. Ήταν μέρα σχόλης, χωρίς λειτουργίες και θυμιάματα. Είχε γυρίσει από το περβόλι, ιδρωμένος ακόμα από τον ήλιο της άνοιξης, κι είπε να σταθεί για έναν καφέ.

Ο ήλιος τον χτυπούσε κατακούτελα, βαρύς και ζεστός, κι έτσι αποκοιμήθηκε, έναν ύπνο ήσυχο, σαν ανθρώπου που δεν τον βαραίνει έγνοια.

«Ώρα καλή σου, πάτερ!»

Πετάχτηκε απότομα. Άνοιξε τα μάτια και είδε μπροστά του μια μικροκαμωμένη φιγούρα να του κόβει τον ήλιο.

«Ώρα καλή και σε σένα, ξένε…»

Ήταν περαστικός, από την περιοχή της Λαόνας. Ξεπέζεψε να ξαποστάσει τα ζα του.

Ο παπάς τον κάλεσε να καθίσει.

«Κόπιασε. Να σε κεράσω έναν καφέ.»

Το καφενείο ήταν άδειο. Η κουβέντα αναπόφευκτη. Από τα τυπικά, η συζήτηση γύρισε στα νέα. Και στάθηκε εκεί που στεκόταν σε κάθε στόμα εκείνον τον καιρό.

«Κάτι πήρε τ’ αυτί μου στον δρόμο… για κάτι Χασαμπούλια που τα συνέλαβαν», είπε ο ξένος.

Ο παπάς ένευσε αργά.

«Ναι… Ευτυχώς. Γιατί ακόμα και για μένα, είχαν πάρει λεφτά να με ξεπαστρέψουν.»

Ο ξένος σάστισε.

«Εσένα;»

Ο Παπασάββας ανακάθισε.

Ο λόγος του έβγαινε κοφτός, σχεδόν σαν να ξαναζούσε το περιστατικό εκείνη τη στιγμή.

«Άκου να δεις…» είπε και πήρε μια ανάσα βαριά, σαν να μάζευε από μέσα του χρόνια ολόκληρα.

Και του άρχισε την ιστορία με τον Τούρκο γείτονα, μια ιστορία που, όποτε την έλεγε, του άρεσε να την στολίζει λίγο παραπάνω, να τη γυρίζει από δω κι από κει, να φαίνεται πως πάντα εκείνος είχε το δίκιο και το πάνω χέρι.

«Είχαμε τα χωράφια μας κολλητά,» συνέχισε. «Σύνορα παλιά, από παππούδες. Και κάθε τόσο… ο Τούρκος, αθόρυβα, χωρίς ντροπή, μετακινούσε τους πασσάλους. Πόντο πόντο. Σαν να μην ήταν τίποτα.»

Σταμάτησε για λίγο, το βλέμμα του στένεψε.

«Του μιλούσα ήρεμα στην αρχή. Του έλεγα να σταματήσει. Ότι δεν είναι σωστό. Ότι θα τα βρούμε με τον καλό τρόπο. Αλλά αυτός… τίποτα. Σαν να μην άκουγε.»

Η φωνή του χαμήλωσε, μα δυνάμωσε το πάθος.

«Και μέσα μου… έβραζε ο θυμός. Έφουσκωνε σιγά σιγά. Όχι από την αρχή. Μα κάθε φορά που έβλεπα τοους πασσάλους πιο μέσα στο δικό μου χώμα… κάτι έσπαζε.»

Έσφιξε τα δόντια.

«Δεν είναι το χώμα μόνο, καταλαβαίνεις; Είναι το δίκιο σου. Είναι το ότι σε γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια. Και εγώ… δεν ήμουν άνθρωπος να το αφήσω έτσι.»

«Μια μέρα τον έπιασα. Και… δεν κρατήθηκα.»

Με το άλογο τον έριξε κάτω. Του έδωσε ένα μάθημα να το θυμάται.

«Μα αυτός ήταν μεγάλος άνθρωπος», συνέχισε. «Πλούσιος. Προεστός. Δεν σήκωνε τέτοια ντροπή.»

Σώπασε για λίγο.

«Και πλήρωσε τα Χασαμπούλια να με ξεκάνουν»

Ο ξένος έσκυψε μπροστά.

«Μα… ποιοι ήταν στ’ αλήθεια αυτοί;»

Ο Παπασάββας τον κοίταξε με μιαν απορία που άγγιζε τα όρια της δυσπιστίας.

«Πώς; Δεν άκουσες ποτέ για τα Χασαμπούλια;»

Τον περιεργάστηκε καλύτερα, σαν να τον ζύγιζε.

«Από πού είσαι, μωρέ;»

«Απ’ τον Ακάμα…» απάντησε ο ξένος διστακτικά. «Βοσκός είμαι. Μέσα στις ερημιές. Σπάνια ανεβαίνω στα χωριά, σπάνια μαθαίνω τα νέα του κόσμου…»

Ο παπάς χαμογέλασε μισά, καταλαβαίνοντας.

«Ε, καλά… εσύ ζεις αλλού. Εδώ κάτω… άλλος κόσμος.»

Ο ξένος έγνεψε.

«Ήρθα σήμερα κάτω, στην πόλη… φέρνω χαλούμια. Παραγγελιά.»

Ο Παπασάββας πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να ετοιμαζόταν να ξετυλίξει κάτι βαρύ.

«Άκου λοιπόν την ιστορία των Χασαμπουλιών…»

Έγειρε λίγο μπροστά.

«Δεν ήταν ένας… ούτε δυο. Τρεις ήταν.»

«Και πίσω τους… η μισή Πάφος. Όλα ξεκίνησαν χρόνια πριν… το 1887. Από έναν καβγά για γυναίκα. Ο Χασάν Πουλλή, από τα Μαμώνια, πυροβόλησε έναν συγχωριανό του. Τον έβαλαν φυλακή… μα το ’σκασε. Βγήκε στα βουνά.»

Σταμάτησε για μια στιγμή.

«Στην αρχή δεν πείραζε κανέναν. Οι χωρικοί τον βοηθούσαν. Μα όταν τον κατέδωσε ένας από τα Κελοκέδαρα… τον σκότωσε.»

Ο ξένος κατάπιε.

«Ύστερα… μπήκαν στο παιχνίδι και οι ανιψιοί του. Ο Καϊμακκάμ και ο Καβουνής. Δυο αδέρφια. Άγριοι… μα ξύπνιοι. Ζούσαν με ληστείες, κλεψιές και ατιμίες.»

Ο παπάς έδειξε προς τα βουνά.

«Εκεί πάνω ζούσαν. Και κατέβαιναν όποτε ήθελαν. Σε γάμους, σε γλέντια… μπροστά στα μάτια της αστυνομίας.»

«Και δεν τους έπιαναν;»

Ο παπάς χαμογέλασε πικρά.

«Πώς να τους πιάσουν; Τους τάιζαν οι χωρικοί. Τους έκρυβαν. Άλλοι από φόβο… άλλοι γιατί τους θαύμαζαν.»

«Δηλαδή έγιναν θρύλος», ρώτησε ο ξένος.

«Θρύλος;» είπε ο παπάς. «Όποιος έκανε τον μάγκα, τον έλεγαν “Χασαμπουλλή”.»

Έγειρε πίσω.

«Μέχρι και οι Άγγλοι ανησύχησαν. Έβγαλαν νόμους. Έταξαν λεφτά. Τίποτε.»

Η φωνή του έγινε πιο βαριά.

«Ο ίδιος ο Χασάν… σκοτώθηκε σε απόδραση στη Λευκωσία. Μα οι άλλοι δυο… συνέχισαν.»

Σιωπή.

«Και πώς τέλειωσαν;» ρώτησε ο ξένος.

Ο παπάς τον κοίταξε ίσια.

«Όπως άρχισαν. Από γυναίκα. Τους πρόδωσε. Και εκεί στο Κιδάσι τους περικύκλωσαν και τους έπιασαν. Και τους κρέμασαν στη Λευκωσία.»

Ο αέρας βάρυνε.

«Κι έτσι τελείωσαν τα Χασαμπούλια…» είπε ο ξένος.

Ο παπάς κούνησε αργά το κεφάλι.

«Όχι. Τέτοιοι δεν τελειώνουν.»

Κοίταξε μακριά.

«Μένουν στις ιστορίες.»

Γύρισε πάλι προς τον ξένο.

«Και καμιά φορά… πληρώνονται για να σκοτώσουν έναν παπά.»

Ο ξένος χαμογέλασε αμήχανα.

«Και εσύ; Δεν φοβήθηκες;»

Ο Παπασάββας χαμογέλασε μισά.

«Για τα μάτια του κόσμου… είπα πως θα πιάσουν το αγγούρι μου.»

Έσκυψε λίγο μπροστά.

«Μα μέσα μου…, άλλο πράμα.»

Ένας αέρας πέρασε από το καφενείο. Ο καφές είχε κρυώσει. Και κάπου μακριά, στα βουνά που δεν φαίνονταν, έμοιαζε σαν να ζει ακόμα ο απόηχος των Χασαμπουλιών

Η ΜΕΡΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΧΥΘΗΚΕ ΑΙΜΑ / Ο Αντάρτης Παπάς της Χλώρακας

Ο Παπασάββας έζησε σε μια ταραγμένη και μεταβατική εποχή, όταν η Κύπρος περνούσε από την Οθωμανική κυριαρχία στην Αγγλοκρατία, μια περίοδο γεμάτη αβεβαιότητα, αλλά και αλλαγές που επηρέαζαν βαθιά τη ζωή των κατοίκων των χωριών. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, ξεχώρισε ως μια έντονη και επιβλητική φυσιογνωμία, παρά το μικρό του ανάστημα. Όπως καταγράφει ο Κυριακός, ο ερευνητής που αφηγήθηκε τα παλιά αυτά γεγονότα της Χλώρακας, ο Παπασάββας ήταν όχι απλώς ένας παπάς· ήταν μια μορφή σχεδόν θρυλική, ένας φύλακας του χωριού, με δύναμη και αποφασιστικότητα που επηρέαζαν κάθε πλευρά της ζωής της κοινότητας.
Ήταν μικρόσωμος στο σώμα, αλλά γεμάτος ενέργεια και νεύρο. Οι κινήσεις του ήταν γρήγορες και αποφασιστικές, και η παρουσία του ενέπνεε ταυτόχρονα σεβασμό και δέος. Στις μετακινήσεις του χρησιμοποιούσε πάντοτε το άλογό του. Πάνω σε αυτό, με τα ράσα του να ανεμίζουν και το βλέμμα του αυστηρό, έδινε την εντύπωση ενός αντάρτη παπά. Δεν ήταν τυχαίο που οι χωριανοί τον αποκαλούσαν «αντάρτη», όχι μόνο για την όψη του, αλλά και για τον χαρακτήρα του, που δεν υποτασσόταν εύκολα ούτε σε ανθρώπους ούτε σε καταστάσεις.
Ο Παπασάββας ήταν άνθρωπος αυστηρός και αδιάλλακτος απέναντι στο άδικο. Δεν ανεχόταν την καταπίεση, τις αυθαιρεσίες ή τις αδικίες, είτε προέρχονταν από ισχυρούς είτε από απλούς ανθρώπους. Η φωνή του είχε βαρύτητα, και ο λόγος του ήταν νόμος στο χωριό. Ως δερβέναγας, προστάτης και άτυπος άρχοντας της κοινότητας, είχε αναλάβει έναν ρόλο που συνδύαζε ευθύνη και εξουσία. Φρόντιζε για την τάξη, την ασφάλεια και τη δικαιοσύνη, και πολλές φορές λειτουργούσε ως κριτής σε διαφορές μεταξύ των συγχωριανών.
Οι αποφάσεις του ήταν άμεσες και ξεκάθαρες. Δεν δίσταζε να επιβληθεί όταν το έκρινε απαραίτητο, και η αποφασιστικότητά του ενίσχυε την επιρροή του. «Ό,τι έλεγε, αυτό γινόταν» — όχι από φόβο μόνο, αλλά και από την εμπιστοσύνη που του είχαν οι άνθρωποι, πως, όσο σκληρός κι αν ήταν, ενεργούσε με γνώμονα το δίκαιο και το καλό της κοινότητας.
Ακόμα και στα συνοικέσια είχε λόγο ο Παπασάββας. Δεν ήταν απλώς ένας ιερέας που ευλογούσε τον γάμο. Ήταν ο άνθρωπος που θα έβαζε τη σφραγίδα του πριν ακόμη αποφασιστεί. Έπρεπε να ερευνήσει την ξένη οικογένεια — αν ήταν καλοί και σεβαστοί άνθρωποι, τι όνομα είχαν, ποια ήταν η περιουσία τους — και στο τέλος να πει τη γνώμη του, που συχνά ήταν και καθοριστική.
Τα παλιά εκείνα χρόνια, στη Χλώρακα με τους λιγοστούς κατοίκους, τα συνοικέσια δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι περισσότεροι ήταν μεταξύ τους συγγενείς, κοντινοί ή μακρινοί, κι έτσι οι επιλογές περιορίζονταν. Γι’ αυτό συχνά έφερναν γαμπρούς και νύφες από τα γύρω χωριά. Συνήθως οι γαμπροί γίνονταν σσώγαμπροι, έμεναν δηλαδή στο χωριό της νύφης, κοντά στην οικογένειά της.
Υπήρχε όμως ένα αυστηρό, άγραφο έθιμο: την ημέρα του γάμου, ο γαμπρός όφειλε να φτάσει καβαλικεμένος στο άλογο μέχρι τις παρυφές του χωριού της νύφης και εκεί να ξεκαβαλικεύσει, συνεχίζοντας πεζός μέχρι την εκκλησία. Ήταν μια πράξη συμβολική — ένδειξη σεβασμού και αποδοχής της νέας του θέσης ως σσώγαμπρου.
Μα υπήρχε και η άλλη πλευρά του ίδιου εθίμου, πιο σκοτεινή και επικίνδυνη. Αν ο γαμπρός αρνιόταν να κατεβεί από το άλογο και έμπαινε καβάλα μέχρι την εκκλησία, αυτό σήμαινε πως δεν δεχόταν να υποταχθεί. Ότι θα έπαιρνε τη νύφη στο δικό του χωριό και θα επέβαλλε τη δική του κυριαρχία. Και τότε… άναβε φωτιά.
Οι συγγενείς της νύφης συνήθως δεν το άφηναν να περάσει έτσι. Μαζεύονταν πολλοί, οπλισμένοι με ρόπαλα, μαχαίρια, ακόμη και πέτρες. Από την άλλη, ο γαμπρός δεν ερχόταν μόνος. Είχε μαζί του συγγενείς, κουμπάρους και φίλους — έναν μικρό «στρατό» έτοιμο για σύγκρουση. Η συνάντηση των δύο πλευρών, στα όρια του χωριού, δεν ήταν απλή υποδοχή. Ήταν αντιπαράθεση που εύκολα μετατρεπόταν σε μάχη.
Τα λόγια γρήγορα τελείωναν. Σπρωξίματα, βρισιές, απειλές — και μέσα σε λίγες στιγμές, τα χέρια γίνονταν όπλα. Ρόπαλα υψώνονταν, μαχαίρια γυάλιζαν στον ήλιο, και άντρες ορμούσαν ο ένας πάνω στον άλλο. Φωνές, κραυγές, άλογα που αφηνίαζαν, γυναίκες που ούρλιαζαν από μακριά. Το χώμα γινόταν λάσπη από το αίμα και τη σκόνη. Δεν ήταν σπάνιο να πέσουν τραυματίες· ούτε και να υπάρξουν νεκροί. Και πολλά συνοικέσια να τελειώσουν άδοξα.
Κάποιες φορές, για να αποφευχθεί το κακό, πιο ψύχραιμοι ή πιο εύποροι παρενέβαιναν την τελευταία στιγμή, τάζοντας περισσότερη προίκα στον γαμπρό για να κατεβεί από το άλογο και να λήξει η ένταση. Μα όταν το πείσμα και η περηφάνια κυριαρχούσαν, τίποτα δεν τους σταματούσε.
Κι αν το αίμα χυνόταν, η συμφορά δεν τελείωνε εκεί. Αντί για γάμους και χαρές, κάποτε ακολουθούσαν κηδείες και θρήνοι. Και συχνά άνοιγαν βεντέτες που κρατούσαν χρόνια, χωρίζοντας χωριά και οικογένειες σε εχθρικά στρατόπεδα.
Αν επικρατούσε η πλευρά του γαμπρού, προχωρούσαν θριαμβευτές, έπαιρναν τη νύφη, την ανέβαζαν στο άλογο, της έδεναν τα χέρια γύρω από τον γαμπρό με μεταξωτά μαντήλια και έφευγαν για το χωριό του. Αν όμως νικούσαν οι συγγενείς της νύφης, ο γαμπρός κατέβαινε από το άλογο χτυπημένος και ταπεινωμένος, και αναγκαζόταν να πάει πεζός μέχρι το σπίτι της, ζητώντας τη νύφη σύμφωνα με το έθιμο.
Οι Τούρκοι διοικούντες σπάνια επενέβαιναν. Αντίθετα, άφηναν αυτές τις συγκρούσεις να εκτυλίσσονται, παρακολουθώντας σχεδόν αδιάφορα — ή και με ικανοποίηση — τους Χριστιανούς να στρέφονται ο ένας εναντίον του άλλου.
Το βίαιο αυτό έθιμο κράτησε σε όλη τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας. Μόνο με την έλευση της Αγγλοκρατίας άρχισε να σβήνει, καθώς τα αγγλικά δικαστήρια επέβαλλαν αυστηρές ποινές και βαριά πρόστιμα, βάζοντας τέλος σε αυτές τις αιματηρές «τελετουργίες» που τόσες φορές μετέτρεπαν τη χαρά του γάμου σε τραγωδία.

Και καθώς ο Παπασάββας δεν θεωρείτο απλώς ένας ιερέας, αλλά μια μορφή σχεδόν θρυλική — ένας ανυπότακτος παπάς, άγρυπνος φύλακας του χωριού και άνθρωπος με ακατάβλητη βούληση — τέτοια πράγματα δεν τα ανεχόταν. Δεν μπορούσε να δεχτεί πως μια μέρα χαράς θα μετατρεπόταν σε αιματοχυσία, ούτε πως το πείσμα και η επίδειξη δύναμης θα έμπαιναν πάνω από την τιμή και την ειρήνη της κοινότητας.
Έτσι, όταν ανέλαβε να τελέσει ένα από τα πιο «δύσκολα» συνοικέσια της εποχής, στάθηκε από την αρχή ανυποχώρητος. Έβαλε όρο απαράβατο: ο γαμπρός να εισέλθει στο χωριό πεζός. Όχι διαπραγματεύσεις, όχι υπεκφυγές. Ήταν όρος που δεν σήκωνε κουβέντα.
Και δεν ήταν τυχαίο που το έκανε. Γνώριζε καλά πως ο γαμπρός προερχόταν από ισχυρή και πλούσια οικογένεια από την Έμπα — ανθρώπους με δύναμη, περηφάνια και επιρροή, που δύσκολα υποχωρούσαν. Από την άλλη, και η οικογένεια της νύφης, της Ελεγγούς, κόρης του Τζιυπρή, δεν υστερούσε σε κύρος και αποφασιστικότητα. Ήταν κι αυτοί άνθρωποι που δεν σήκωναν εύκολα το κεφάλι κανενός πάνω από το δικό τους.
Ο γαμπρός, ο Σπύρος από την οικογένεια «Έλληνες», κουβαλούσε μαζί του όχι μόνο το όνομά τους, αλλά και το βάρος της δύναμης και της φήμης της οικογένειάς του. Ήταν σχεδόν βέβαιο πως, αν του δινόταν η ευκαιρία, θα δοκίμαζε να επιβληθεί — να κρατήσει το άλογο μέχρι τέλους και να πάρει τη νύφη στο χωριό του, όπως πρόσταζε το πείσμα και η ανδρική του τιμή.
Ο Παπασάββας όμως έβλεπε πιο μπροστά. Ήξερε πως, αν άφηνε το παραμικρό περιθώριο, η κατάσταση θα ξέφευγε. Οι δύο οικογένειες θα συγκρούονταν, οι συγγενείς θα οπλίζονταν, και το έθιμο θα μετατρεπόταν για άλλη μια φορά σε πεδίο μάχης.
Γι’ αυτό επέμεινε. Με λόγο αυστηρό και βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση, ξεκαθάρισε πως η συμφωνία έπρεπε να τηρηθεί μέχρι τέλους: ο γαμπρός θα σεβόταν το έθιμο, θα κατέβαινε από το άλογο πριν μπει στο χωριό και θα προχωρούσε πεζός.
Και προς στιγμήν, όλοι συμφώνησαν. Οι δύο οικογένειες έδωσαν τον λόγο τους. Μα ο Παπασάββας, γνωρίζοντας καλά τους ανθρώπους και τα πάθη τους, δεν επαναπαύτηκε. Μέσα του ήξερε πως η πραγματική δοκιμασία δεν ήταν τα λόγια — αλλά η στιγμή που ο γαμπρός θα φαινόταν στον ορίζοντα, καβάλα στο άλογο, με τους δικούς του πίσω του… και τότε θα φαινόταν αν η συμφωνία θα κρατούσε ή αν το αίμα θα ξανακυλούσε.
Η μέρα του γάμου έφτασε.
Ο Παπασάββας, έτοιμος για το μυστήριο, καθόταν στο καφενείο δίπλα στην εκκλησία, πίνοντας τον καφέ του και περιμένοντας. Ήταν ήσυχος, σχεδόν αμέριμνος. Όλα είχαν συμφωνηθεί με ακρίβεια, ο λόγος είχε δοθεί, και πίστευε - ή ίσως ήθελε να πιστεύει - πως αυτή τη φορά το έθιμο δεν θα ξέφευγε. Είχε καιρό μπροστά του. Ο καφές αχνίζε, και η μέρα έμοιαζε να κυλά σαν όλες τις άλλες.
Μα η ησυχία δεν κράτησε.
Ξαφνικά, ένα μικρό παιδί φάνηκε να τρέχει λαχανιασμένο προς το μέρος του. Με μάτια γεμάτα τρόμο και φωνή κομμένη από την αγωνία, του φώναξε:
— Τρέχα! Σκοτώνονται… ο γαμπρός δεν ξεπεζεύει! Οι συγγενείς φωνάζουν!
Ο Παπασάββας πάγωσε για μια στιγμή. Ήξερε πολύ καλά τι σήμαιναν αυτά τα λόγια. Δεν ήταν απλώς μια φασαρία — ήταν η αρχή μιας σύγκρουσης που μπορούσε μέσα σε λίγα λεπτά να γίνει μακελειό.
Πετάχτηκε όρθιος. Το πρόσωπό του σκλήρυνε, τα μάτια του άστραψαν. Όλο του το σώμα γέμισε ένταση. Χωρίς να πει λέξη, έτρεξε στο άλογό του που ήταν δεμένο δίπλα. Το καβαλίκεψε με μια κίνηση, και με δυνατό κέντρισμα το έβαλε σε καλπασμό.
Σε ελάχιστο χρόνο έφτασε την πομπή.
Εκεί επικρατούσε χάος. Φωνές, σπρωξίματα, άντρες έτοιμοι να ορμήσουν. Ο γαμπρός, ακόμη καβάλα στο άλογο, αρνιόταν να κατέβει. Οι συγγενείς της νύφης τον περικύκλωναν, άλλοι τον έβριζαν, άλλοι προσπαθούσαν να τον τραβήξουν. Ήταν η στιγμή πριν ξεσπάσει η βία.
Και τότε εμφανίστηκε ο Παπασάββας.
Με μια απότομη κίνηση, έβαλε το χέρι στο δισάκι του και άρπαξε τον μεγάλο ασημένιο σταυρό που είχε πάντα μαζί του. Χωρίς δισταγμό, τον σήκωσε και, με ορμή και αποφασιστικότητα, τον εκτόξευσε προς τον γαμπρό.
Ο σταυρός τον βρήκε ξώφαλτσα στο κεφάλι.
Ο Σπύρος ζαλίστηκε, έχασε την ισορροπία του και σωριάστηκε από το άλογο στο χώμα.
Και τότε… όλα σταμάτησαν.
Σαν να πάγωσε ο χρόνος. Οι φωνές κόπηκαν. Τα χέρια χαμήλωσαν. Κανείς δεν κινήθηκε. Όλοι έκαναν πίσω.
Η σύγκρουση έσβησε την ίδια στιγμή που είχε ανάψει.
Ο Παπασάββας, αγριεμένος, με βλέμμα που δεν σήκωνε αντίρρηση, επέβαλε την τάξη χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η παρουσία του και μόνο αρκούσε. Κανείς δεν τόλμησε να τον αμφισβητήσει.
Ο γαμπρός σηκώθηκε, ζαλισμένος και ταπεινωμένος. Αυτή τη φορά, χωρίς αντίσταση, στάθηκε στα πόδια του.
Και έτσι, είτε από φόβο είτε από μεταμέλεια, όλοι μαζί κατευθύνθηκαν προς την εκκλησία.
Ο γάμος τελέστηκε κανονικά.
Ο Σπύρος ο Έλληνας έμεινε στη Χλώρακα με την Ελεγγού του Τζιυπρή, όπως είχε συμφωνηθεί. Έγινε σςώγαμπρος, και οι απόγονοί τους έκαναν ρίζες στον τόπο, συνεχίζοντας τη γενιά μέχρι σήμερα. Ο ασημένιος σταυρός, με τα εμφανή σημάδια από το ρίξιμο, υπάρχει ακόμη και χρησιμοποιείται στην εκκλησία της Χλώρακας.
Λέγεται πως αυτό ήταν το τελευταίο τέτοιο περιστατικό που συνέβηκε στην Κύπρο. Με την έλευση των Άγγλων, οι αιματηρές αυτές συγκρούσεις απαγορεύτηκαν αυστηρά, και τα δικαστήρια τιμωρούσαν βαριά κάθε τέτοια απόπειρα.
Κι έτσι, ένα έθιμο που τόσες φορές είχε ποτιστεί με αίμα, έσβησε.
Μα η ιστορία του Παπασάββα έμεινε σαν παράδειγμα δύναμης, αποφασιστικότητας και της στιγμής που ένας άνθρωπος στάθηκε απέναντι στη βία… και την σταμάτησε.

ΟΤΑΝ ΤΟ ΑΙΜΑ ΧΥΝΟΤΑΝ
Λέγεται πως το περιστατικό με τον ασημένιο σταυρό που έριξε ο Παπασάββας στον νταή γαμπρό ήταν από τα τελευταία εκείνου του είδους. Με την έλευση των Άγγλων, τέτοιες αιματηρές συγκρούσεις απαγορεύτηκαν αυστηρά και τα δικαστήρια τιμωρούσαν πλέον βαριά κάθε απόπειρα.

Μα λίγα χρόνια πριν, είχε συμβεί ακόμη ένα. Η Στασιά, ξαδέρφη της Ελεγγούς του Τζιυπρή, είχε κι αυτή το ριζικό της δεμένο με προξενιό. Της έφεραν γαμπρό από την Τάλα. Τον έλεγαν Μωϋσή. Ήταν άντρας αδύνατος, λυγόκορμος, όχι από εκείνους που γεμίζουν τον χώρο όταν μπαίνουν. Μα η οικογένειά του δεν ήταν έτσι. Είχε αδέρφια σκληρά, και ανάμεσά τους τον Προκόπη, παλαιστή ξακουστό σε όλη την Πάφο.
Την ημέρα του γάμου, ο Μωϋσής έφτασε καβάλα στο γαϊδούρι του, με τη συνοδεία των δικών του.
Και εκεί έγινε το λάθος. Δεν ξεκαβαλίκεψε στην είσοδο του χωριού.
Στην αρχή δεν μίλησε κανείς. Μόνο βλέμματα, βαριά και κοφτερά, που δεν έλεγαν πολλά αλλά εννοούσαν τα πάντα.
Κάποιος από τους συγγενείς της νύφης έκανε ένα βήμα μπροστά.
— «Κατέβα.»
Η φωνή του δεν σήκωνε αντίρρηση.
Ο Μωϋσής δίστασε για μια στιγμή. Ύστερα χαμογέλασε αμήχανα, σαν να ήθελε να το περάσει για αστείο. Μα δεν ήταν.
Μέσα σε λίγες στιγμές, οι συγγενείς της νύφης —τα παλικάρια της Χλώρακας— είχαν ήδη πλησιάσει. Το πρώτο σπρώξιμο ήταν αρκετό. Μετά δεν υπήρχε επιστροφή.
Το σώμα με σώμα έγινε κραυγή. Οι φωνές σκέπασαν τον δρόμο. Άλογα ανασηκώθηκαν, άνθρωποι έπεφταν στο χώμα, και ο γάμος χάθηκε μέσα σε μια άναρχη σύγκρουση.
Ο Μωϋσής βρέθηκε στο έδαφος. Δεν προλάβαινε να σηκωθεί. Χέρια έπεσαν πάνω του, χτυπήματα, θυμός που δεν ξεχώριζε πρόσωπα. Και όταν όλα τελείωσαν, δεν υπήρχε νικητής που να μην είχε αίμα στα χέρια του.
Σήκωσαν τον Μωϋσή όπως ήταν. Σκισμένα ρούχα, πρόσωπο πρησμένο, αίματα στο λευκό του γάμου. Και έτσι τον οδήγησαν στην εκκλησία. Ένας γάμος που θα έπρεπε να είναι χαρά, έγινε εικόνα ντροπής και σιωπής. Κι όμως τελέστηκε.

Όταν τα έμαθε ο Προκόπης, δεν είπε πολλά. Έσφιξε τα δόντια του, ο θυμός τον έπνιξε. Πέρασαν μέρες, μα δεν καταλάγιαζε.
Και ύστερα γύρισε για να τους τιμωρήσει. Δεν ρώτησε ποιος έφταιξε περισσότερο και ποιος λιγότερο. Μόνο ποιοι ήταν εκεί.
Και τότε άρχισαν οι απαντήσεις. Όχι με λόγια, αλλά με πράξεις. Η εκδίκηση απλώθηκε στο χωριό όπως είχε απλωθεί και η ντροπή πριν από αυτήν.

Και έτσι ήταν τότε τα πράγματα. Το πείσμα γεννούσε βία. Και η βία ζητούσε πάντα συνέχεια.
Κι ίσως γι’ αυτό εκείνες οι μέρες έμειναν στη μνήμη των ανθρώπων. Όχι για τη δύναμη που επικράτησε. Αλλά για το πόσο εύκολα μπορούσε να χαθεί ο έλεγχος.
Και πόσο δύσκολα ξαναγύριζε.

ΟΙ ΑΛΥΚΑΤΟΡΕΣ
Μια ιστορία από τα χρόνια της Αγγλοκρατίας όπως καταγράφηκαν από τον Κυριάκο, ερευνητή και ιστοριογράφο της Χλώρακας


Ο Κυριάκος, ερευνητής και ιστοριογράφος της Χλώρακας, συνήθιζε να λέει πως η αληθινή ιστορία ενός τόπου δεν βρίσκεται μόνο στα αρχεία και στα βιβλία, αλλά κυρίως στις αφηγήσεις των ανθρώπων. Εκεί όπου η μνήμη διασταυρώνεται με τον θρύλο και τα γεγονότα αποκτούν ψυχή. Μέσα από τέτοιες αφηγήσεις κατέγραψε και την ιστορία των Αλυκατόρων:
Το αλάτι, αν και σήμερα θεωρείται αυτονόητο, υπήρξε για αιώνες πολύτιμο αγαθό. Απαραίτητο για τη συντήρηση των τροφίμων και, κατ’ επέκταση, για την ίδια την επιβίωση. Στην αρχαία Ρώμη, η αξία του ήταν τέτοια ώστε οι στρατιώτες πληρώνονταν «εις άλας», από όπου προήλθε και η λέξη salarium — ο μισθός.
Στην Κύπρο, η σημασία του υπήρξε εξίσου μεγάλη. Από την εποχή του Διοσκουρίδη, το κυπριακό θαλασσινό αλάτι θεωρείτο από τα ποιοτικότερα. Στις ακτές, εκεί όπου το νερό παγιδευόταν στις πέτρινες κοιλότητες, ο ήλιος το αφαιρούσε αργά, αφήνοντας πίσω του λευκούς, καθαρούς κρυστάλλους — σαν ίχνη της ίδιας της θάλασσας.
Αργότερα, η παραγωγή οργανώθηκε στις αλυκές, με σημαντικότερη την Αλυκή Λάρνακας, που για αιώνες αποτέλεσε πηγή πλούτου για το νησί.
Ωστόσο, κατά την περίοδο της Αγγλοκρατίας, το αλάτι μετατράπηκε σε αντικείμενο αυστηρού ελέγχου. Η συλλογή του από τις ακτές απαγορεύτηκε, καθώς η αποικιακή διοίκηση επιδίωκε τον πλήρη έλεγχό του. Για τον σκοπό αυτό διορίστηκαν φύλακες, γνωστοί στον λαό ως Αλυκάτορες.
Οι Αλυκάτορες περιπολούσαν τις παραλίες, επιτηρώντας και καταγγέλλοντας όσους παρανομούσαν. Για τους κατοίκους των παραθαλάσσιων χωριών, όμως, το αλάτι δεν ήταν πολυτέλεια αλλά ανάγκη. Ήταν απαραίτητο για την παρασκευή των χαλουμιών και τη συντήρηση των τροφίμων.
Ανάμεσα στους Αλυκάτορες που έμειναν στη μνήμη των ανθρώπων ξεχώρισε ο ΣαβαώΜπασιης από την Τσάδα. Οι προφορικές μαρτυρίες τον παρουσιάζουν ως άνθρωπο αυστηρό και αδιάλλακτο, χωρίς καμία επιείκεια απέναντι στους φτωχούς χωρικούς. Αντίθετα, φέρεται να απαιτούσε «κανίσσια» για να αποφεύγει τις καταγγελίες, γεγονός που τον κατέστησε ιδιαίτερα αντιπαθή.
Καβάλα στο άλογό του, περιπολούσε τις ακτές σαν σκιά της εξουσίας. Δεν δίσταζε να ανακρίνει ακόμη και παιδιά, αναζητώντας μέσα από τις αθώες τους λέξεις την ενοχή των γονιών τους.
Ένα από τα περιστατικά που διασώθηκαν αφορά τη Μαρίκα Στυλιανού από τη Χλώρακα. Ο Σαβαώς την εντόπισε να μαζεύει αλάτι στην ακτή. Εκείνη, προσπαθώντας να αποφύγει την τιμωρία, του έδωσε ψεύτικο όνομα.
Ο Σαβαώς όμως δεν αρκέστηκε στη καταγγελία, αλλά επιχείρησε να τη συλλάβει, και στην προσπάθεια αυτή φέρεται να άπλωσε χέρι πάνω της — πράξη που για τα ήθη της εποχής θεωρείτο βαριά προσβολή.
Τη στιγμή εκείνη περνούσε από την περιοχή ο Συμαιώς Λιασίδης, συγγενής της γυναίκας. Σύμφωνα με τις αφηγήσεις, επενέβη χωρίς δισταγμό και επιτέθηκε στον Σαβαώ, ξυλοκοπώντας τον.
Ο Σαβαώς δεν προχώρησε σε καταγγελία. Ήξερε καλά πως, μέσα στο πλαίσιο των κοινωνικών αντιλήψεων περί τιμής της εποχής, μια τέτοια υπόθεση δύσκολα θα έβρισκε δικαίωση καθώς οι αποικιακές αρχές αντιμετώπιζαν τέτοια ζητήματα με ανοχή, γεγονός που καθιστούσε κάθε καταγγελία αβέβαιη και επισφαλή.
Ο Σαβαώς, ωστόσο, συνέχισε να αναζητά τη γυναίκα στο χωριό, χωρίς αποτέλεσμα, καθώς το όνομα που του είχε δοθεί δεν ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα.
Την επόμενη ημέρα εντόπισε άλλη γυναίκα, την Ερυφίλλη. Εκείνη, αντιλαμβανόμενη τον κίνδυνο, κατέφυγε σε τέχνασμα: εισήλθε στη θάλασσα προσποιούμενη πως λουζόταν. Ο Σαβαώς, βλέποντάς την, δίστασε — και τελικά δεν προχώρησε, ίσως γιατί η μνήμη του προηγούμενου περιστατικού ήταν ακόμη νωπή.
Λίγο καιρό αργότερα, σύμφωνα με τις ίδιες μαρτυρίες, ο ΣαβαώΜπασιης δέχθηκε επίθεση στην περιοχή του Ακάμα. Οι δράστες, που φέρονται να ήταν βοσκοί από την Πέγεια, του έστησαν ενέδρα και τον χτύπησαν μέχρι θανάτου με κάλτσες γεμάτες άμμο — έναν τρόπο που δεν άφηνε εμφανή ίχνη.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αντίδραση των κατοίκων των παραθαλάσσιων χωριών. Όπως καταγράφει ο Κυριάκος, ο θάνατός του δεν προκάλεσε συλλογική θλίψη. Αντίθετα, πολλοί χάρηκαν και γιόρτασαν καθώς τον είδαν ως το τέλος μιας περιόδου αδικίας.
Ο Κυριάκος επισημαίνει πως τέτοιες αφηγήσεις κινούνται πάντα ανάμεσα στην ιστορική πραγματικότητα και τη λαϊκή μνήμη. Παρότι δεν τεκμηριώνονται πλήρως από γραπτές πηγές, παραμένουν πολύτιμες, καθώς αποτυπώνουν τον τρόπο που οι άνθρωποι έζησαν και αντιλήφθηκαν την εποχή τους.
Και έτσι, η ιστορία των Αλυκατόρων δεν μένει απλώς ως επεισόδιο του παρελθόντος, αλλά ως κομμάτι της συλλογικής μνήμης της Χλώρακας — εκεί όπου το αλάτι, από απλό αγαθό, μετατράπηκε σε σύμβολο ανάγκης, σύγκρουσης και δικαιοσύνης.

ΤΑ ΠΑΛΙΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΛΑΜΠΡΗΣ ΣΤΗ ΧΛΩΡΑΚΑ

Η Σαρακοστή ήταν, θαρρείς, μια γριά καλογριά που νήστευε πολλές μέρες ώσπου να φτάσει η Λαμπρή — εκείνη η φωτεινή μέρα που ο Χριστός αναστήθηκε.

Με λαχτάρα τα παιδιά ρωτούσαν τους γονιούς τους πόσες μέρες απόμειναν για το Πάσχα. Κι οι γονιοί, καλοσυνάτοι, κοίταζαν το ημερολόγιο της κυράς Σαρακοστής και τους έλεγαν να κάνουν υπομονή, λίγες ακόμα έμεναν.

Πενήντα ολάκερες μέρες για τα παιδιά του χωριού, που νήστευαν και περίμεναν με ανυπομονησία την άγια εκείνη μέρα. Τη μέρα που θα μίλλωναν και θα μαζεύονταν στην πλατεία της εκκλησιάς για τρεις συνεχόμενες ημέρες, μικροί και μεγάλοι μαζί, για να παίξουν τα εθιμικά παιχνίδια. Ήταν το τριήμερο όπου τα ήθη και τα έθιμα έσμιγαν τους ανθρώπους και περνούσαν από γενιά σε γενιά — από τους μεγάλους στους μικρούς, από σπίτι σε σπίτι, από μάνα σε κόρη, από παππού σε εγγόνι.

Εκείνη τη χρονιά ο καιρός ήταν βροχερός και το Πάσχα ήρθε νωρίς. Όλη τη Μεγάλη Εβδομάδα μια ανησυχία φώλιαζε στις καρδιές των παιδιών. Φοβούνταν μήπως ο καιρός χαλάσει τα σχέδιά τους. Παρ’ όλα αυτά, γύρισαν κάμπους και ρεματιές και μάζεψαν μεγάλα κούτσουρα για τη λαμπρατσιά. Ήταν αποφασισμένα: ό,τι κι αν γινόταν, θα άναβαν τη φωτιά για να κάψουν τον Ιούδα. Θα ξενυχτούσαν, θα άναβαν λαμπάδες, θα πηδούσαν τις φλόγες, θα έριχναν τσάκρες και θα τσούγκριζαν κόκκινα αυγά.

— Χριστός Ανέστη!
έψαλλε ο παπάς.

— Χριστός Ανέστη!
απαντούσαν οι χωριανοί, και με ανάταση ψυχής φιλιούνταν οι συγγενείς και αντάλλασσαν ττόκες οι συγχωριανοί.

Η επόμενη μέρα, η Κυριακή, ήταν η πιο ξεχωριστή από το δοξαστικό εκείνο τριήμερο. Εκείνη τη μέρα θα αγωνίζονταν τα παλληκάρια του χωριού. Θα πάλιωναν, και ο νικητής θα κέρδιζε δόξα και καταξίωση. Οι πιο ρωμαλέοι νέοι, πέντε-έξι τον αριθμό, περίμεναν πώς και πώς τη στιγμή να αναμετρηθούν και να εντυπωσιάσουν, να κερδίσουν τον θαυμασμό και την αγάπη των κοριτσιών.

Ξημέρωσε, λοιπόν, η Κυριακή, και το μεσημέρι ο παπάς έψαλλε τη Δεύτερη Ανάσταση. Έπειτα οι οικογένειες μαζεύτηκαν για το πασχαλινό τραπέζι, με ψητά, φλαούνες και βαρελίσιο κοκκινέλι.

Το απόγευμα η πλατεία γέμισε κόσμο. Όλοι γιόρταζαν χαρούμενοι, ντυμένοι με τα καλά τους, καλοπλυμένα και καλοσιδερωμένα. Ο καιρός είχε καθαρίσει, κι ο ήλιος, χαμηλά στο στερέωμα, ζέσταινε τη μέρα. Στα καφενεία δεν έβρισκες καρέκλα, ενώ οι νέοι και οι νέες σουλατσάριζαν, ανταλλάζοντας κλεφτές ματιές, γυρεύοντας το τυχερό τους ταίρι.

Ο Κυρηναίας, πλούσιος προεστός του χωριού, είχε έναν μισταρκό, το Αντρεούιν — κοντούτσικο νέο, που όμως έκρυβε μέσα του μεγάλη καρδιά. Ήταν ερωτευμένος με την κόρη του αφεντικού του, τη Μαρικού, και ήθελε να την εντυπωσιάσει. Φτωχός καθώς ήταν, δεν έτρεφε πολλές ελπίδες. Πίστευε όμως πως, αν κατάφερνε ένα ανδραγάθημα, ίσως άλλαζε η μοίρα του.

Έτσι αποφάσισε να πάρει μέρος στο πάλιωμα της Λαμπρής. Μικρός στο μπόι, ήξερε πως δύσκολα θα νικούσε το πρωτοπαλίκαρο του χωριού, τον Αντωνά, έναν άντρα δυνατό σαν βράχο, με μπράτσα χοντρά και κορμί θεόρατο. Κανείς δεν τολμούσε να τα βάλει μαζί του.

Κι όμως, το Αντρεούιν τον προκάλεσε.

Τα νέα απλώθηκαν σαν φωτιά. Οι χωρικές, με τα σούρτα-φέρτα τους, αποκάλυψαν και το μυστικό του έρωτά του. Άλλοι θαύμασαν το θάρρος του, άλλοι τον κορόιδεψαν, κι άλλοι τον λυπήθηκαν. Μα όλοι μιλούσαν γι’ αυτόν, τον μικρό Δαυίδ που θα τα έβαζε με έναν Γολιάθ.

Η Μαρικού, όμορφη και καλομαθημένη, καμάρωνε για την αναστάτωση που είχε προκαλέσει. Όμως, σιγά σιγά, η καρδιά της άρχισε να μαλακώνει. Η τόση αγάπη και τόλμη του παλληκαριού την άγγιξαν. Ένιωσε μέσα της να φυτεύεται ο πρώτος σπόρος του έρωτα.

Το απόγευμα μαζεύτηκαν όλοι στην πλατεία και σχημάτισαν έναν μεγάλο κύκλο — μια άτυπη αρένα. Εκεί στάθηκαν τα παλληκάρια, κι άρχισαν τα παλιώματα.

Η πάλη ήταν ελεύθερη: νικητής όποιος έριχνε τον άλλο κάτω. Χρειάζονταν δύναμη, τέχνη και πονηριά.

Ήταν έξι όλοι κι όλοι. Έβγαλαν τα πανωφόρια, έσφιξαν τα ζωνάρια τους και άλειψαν τα κορμιά τους με λάδι. Πήραν βαθιές ανάσες, έτοιμοι να ορμήξουν, μέσα σε ζητωκραυγές.

Το Αντρεούιν στάθηκε απέναντι στον Αντωνά. Η διαφορά ήταν χαώδης. Κανείς δεν αμφέβαλλε για το αποτέλεσμα.

Η πάλη άρχισε.

Και τελείωσε σχεδόν αμέσως.

Μέσα σε λίγα λεπτά, ο Αντωνάς βρέθηκε στο χώμα.

Σιωπή απλώθηκε. Έπειτα ψίθυροι, κι ύστερα φωνές. Κανείς δεν πίστευε στα μάτια του. Το Αντρεούιν στεκόταν από πάνω του, χαμογελαστός.

Τι είχε συμβεί;

Η απάντηση ήταν απλή, και πονηρή.

Το Αντρεούιν, γνωστό για την εξυπνάδα του, είχε καταστρώσει σχέδιο. Ήξερε πως ο Αντωνάς δεν φορούσε εσώρουχο. Και την κατάλληλη στιγμή, μέσα στην πάλη, του έλυσε το βρακοζώνι. Η βράκα άρχισε να γλιστρά, κι ο Αντωνάς, για να μην εκτεθεί μπροστά σε όλο το χωριό, έπεσε μόνος του στο έδαφος για να καλυφθεί.

Έτσι, με δόλο αλλά και εξυπνάδα, το Αντρεούιν βγήκε νικητής.

Η ιστορία αυτή, που συνέβη κάπου στις αρχές του 1900, έμεινε να διηγείται από γενιά σε γενιά. Και το Αντρεούιν, τελικά, παντρεύτηκε τη Μαρικού. Έκαναν παιδιά, εγγόνια και δισέγγονα — τόσα πολλά, που σήμερα οι απόγονοι του Κυρηναία αποτελούν μια από τις μεγαλύτερες οικογένειες της Χλώρακας.

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ / Φυτός Σιαμμάς, ο ημιονοδηγός

Ο Κυριακός, ψάχνοντας ιστορίες για τον τόπο του, έμαθε πως η Κύπρος δεν έμεινε ποτέ πραγματικά έξω από τους μεγάλους πολέμους. Ακόμα κι όταν δεν πολεμούσε με δικό της στρατό, το νησί βρισκόταν στο επίκεντρο στρατηγικών παιχνιδιών και περάσματα στρατευμάτων. Στα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η Κύπρος ήταν υπό βρετανική διοίκηση, που την προσάρτησε οριστικά όταν η Οθωμανική Αυτοκρατορία μπήκε στον πόλεμο στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας. Έγινε πέρασμα και στήριγμα στρατευμάτων, μια σιωπηλή βάση στην άκρη της Μεσογείου.
Χιλιάδες Κύπριοι, φτωχοί στην πλειοψηφία τους, άφησαν τα χωριά τους και κατατάχθηκαν εθελοντικά. Κάποιοι για το ψωμί τους, για να ζήσουν τις οικογένειές τους, άλλοι για δόξα. Πολλοί βρέθηκαν στο Cyprus Mule Corps, οδηγώντας μουλάρια φορτωμένα πυρομαχικά και τρόφιμα σε μακρινούς τόπους, σε βουνά και λάσπες, κάτω από φωτιά και αρρώστιες. Πέρασαν από την Εκστρατεία της Καλλίπολης και από τα μέτωπα της Ανατολής, κουβαλώντας όχι μόνο φορτία αλλά και τον ίδιο τον πόλεμο στις πλάτες τους.
Πολλοί δεν γύρισαν ποτέ. Άφησαν πίσω μάνες, γυναίκες, παιδιά. Κι όσοι γύρισαν, δεν ήταν πια οι ίδιοι. Είχαν δει τον κόσμο, είχαν γνωρίσει τον φόβο και τον θάνατο, και κουβαλούσαν μια νέα ματιά για τη ζωή και τον τόπο τους. Στην Κύπρο, οι γυναίκες κράτησαν σπίτια και χωράφια, η φτώχεια ανακουφίστηκε για λίγο, μα η απουσία και η απώλεια άφησαν βαθιά σημάδια. Μέσα σε όλα αυτά γεννήθηκε μια προσδοκία — πως οι θυσίες θα ανταμειφθούν, πως ίσως το νησί θα βρει νέα μοίρα. Οι ελπίδες όμως έμειναν ανεκπλήρωτες, κι η απογοήτευση ρίζωσε σιωπηλά.

Και πριν ακόμη σβήσουν οι σκιές του μεγάλου πολέμου, άλλες φωτιές είχαν ανάψει πιο κοντά· στα Βαλκάνια, όπου ο ελληνισμός ετοιμαζόταν να γράψει νέα, αιματηρή σελίδα ιστορίας. Οι Κύπριοι, ακόμα υπό βρετανική διοίκηση, και πάλιν δεν έμειναν θεατές. Οι ειδήσεις για τους πολέμους του 1912 και 1913 άναβαν μέσα τους μια παλιά επιθυμία: να βοηθήσουν, να πολεμήσουν, να γίνουν μέρος της απελευθέρωσης των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν ακόμη κάτω από την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
Πολλοί άφησαν τα χωριά και τις οικογένειές τους και ταξίδεψαν εθελοντικά για να καταταγούν στον ελληνικό στρατό. Δεν τους κάλεσε κανείς επίσημα. Τους κάλεσε η ιδέα, η πίστη, η ανάγκη να ανήκουν σε κάτι μεγαλύτερο από το νησί τους. Ανάμεσά τους ήταν νέοι, εργάτες, μαθητές, άνθρωποι που δεν είχαν κρατήσει ποτέ όπλο. Πολέμησαν δίπλα σε Έλληνες στρατιώτες στα μέτωπα της Μακεδονίας και της Ηπείρου, μέσα στο κρύο και τη λάσπη. Πολλοί έπεσαν μακριά από την Κύπρο, άλλοι γύρισαν με πληγές στο σώμα και στην ψυχή, κουβαλώντας ιστορίες από τόπους που μέχρι τότε ήταν μόνο ονόματα.
Η συμμετοχή τους στους Βαλκανικούς Πολέμους δεν ήταν μόνο πόλεμος. Ήταν πράξη ταυτότητας. Ήταν ένας τρόπος να δηλώσουν ποιοι είναι και πού ανήκουν. Ήταν η ελπίδα πως, μέσα από τη θυσία, θα πλησίαζε και για την Κύπρο η ώρα της ελευθερίας ή της ένωσης. Κι έτσι, όπως άλλοτε οι Ακρίτες φύλαγαν τα σύνορα με σπαθί και αντρειοσύνη, τώρα άλλοι Κύπριοι άφηναν το νησί τους και πήγαιναν να πολεμήσουν σε ξένες στεριές, κρατώντας μέσα τους την ίδια φλόγα.
Και μέσα σε αυτή τη ροή των ιστοριών ξεχώριζε η ζωή ενός βοσκού από τη Χλώρακα, του Νεόφυτου Χριστοδούλου Σιαμμά, του Φύτου, θείου του Κυριακού. Από μικρό παιδί πρόσεχε τα πρόβατα του πατέρα του. Μόνο αυτά είχε για παρέα, και ποτέ δεν είχε πάει παραπέρα από το χωριό.
Αλλά βαρέθηκε τη μονοτονία και τη μοναξιά. Ήθελε να γνωρίσει άλλους τόπους, άλλες πατρίδες, και ανθρώπους για συντροφιά. Στα είκοσι ένα του χρόνια, όταν ξέσπασαν οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, αμέσως έτρεξε να καταταγεί στον ελληνικό στρατό. Σκεφτόταν τις περιπέτειες που θα ζούσε, τις εμπειρίες που θα αποκόμιζε, και τη δόξα που θα απολάμβανε όταν γύριζε πίσω.
Κατατάχθηκε και τοποθετήθηκε ως ημιονοδηγός. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες, αλλά η ζωή του στα μέτωπα δεν ήταν γεμάτη από τιμές και θρίαμβο. Τα φορτία που κουβαλούσε ήταν βαριά — όχι μόνο τρόφιμα και πυρομαχικά, αλλά και η φρίκη του πολέμου που ζούσε κάθε μέρα. Τα μουλάρια τραντάζονταν πάνω σε μονοπάτια γεμάτα λάσπη, οι σφαίρες και οι οβίδες χτυπούσαν γύρω του, και οι πληγές δεν ήταν πάντα σωματικές· η κούραση, η πείνα, το κρύο, η δίψα, η απώλεια συντρόφων και η αδυναμία να βοηθήσει εκείνους που έπεφταν, άφηναν βαριά σημάδια στην ψυχή του.
Πολλές νύχτες ξαγρυπνούσε, ακούγοντας τα βογγητά των τραυματιών και το κλάμα των τραυματισμένων ζώων, νιώθοντας αβοήθητος, και οι εικόνες των νεκρών κυλούσαν στα όνειρά του για χρόνια μετά. Κάθε γυρισμός στο στρατόπεδο ήταν μια δοκιμασία. Τα κορμιά των ημιόνων, κουρασμένα και τραυματισμένα, κατέρρεαν κάτω από τα φορτία, και ο Φυτός συχνά αναγκαζόταν να επιλέγει ποιο ζώο να σώσει πρώτα, ζώντας τον πόνο της αδυναμίας και της απώλειας.
Κινδύνεψε πολλές φορές. Πληγώθηκε βαριά μια μέρα σε μάχη στην ορεινή περιοχή, και η ζωή του σώθηκε μόλις την τελευταία στιγμή. Οι πληγές του σωματικές επουλώθηκαν αργά, αλλά οι ψυχικές άφησαν σημάδια που δεν φαίνονταν. Κάθε ήχος, κάθε φωνή, κάθε σκιά μπορούσε να ξυπνήσει μέσα του τον φόβο και την αγωνία των ημερών εκείνων.
Όμως ο Θεός τον φύλαξε, και κάποτε γύρισε στη Χλώρακα. Όμως δεν ήταν πια ο ίδιος. Αναθεώρησε όσα πίστευε. Ήθελε μόνο να ζήσει ήσυχα, όπως πριν — να γίνει ξανά βοσκός και να έχει για παρέα τα ζώα του και τη μοναξιά του.
Έπιασε ξανά τη παλιά του δουλειά, με αντάλλαγμα φαγητό και μικρό επίδομα στο τέλος του χρόνου. Μα μέσα του κουβαλούσε τις εικόνες και τις πληγές των μερών που είχε περάσει, και η ησυχία που αναζητούσε δεν ήταν ποτέ εντελώς αθώα από τις μνήμες της φρίκης που είχε ζήσει. Κάθε αναστεναγμός των μουλαριών, κάθε βήμα στο μονοπάτι, του θύμιζε πως η ειρήνη, η γαλήνη και η καθημερινότητα είναι δώρα που κερδίζονται μέσα από πόνο και θυσία.
Ο Φυτός δεν είχε δικό του ούτε σπίτι, ούτε χωράφι, ούτε κοπάδι. Αγάπησε όμως τη Δεσποινου, μια φτωχή κόρη χωρίς προίκα και ήθελε να την παντρευτεί. Πως να την παντρευτεί όμως; Χωρίς μια στέγη να ζήσουν;
Έτσι ένα Μεγάλο Σάββατο μάντρισε το κοπάδι, φόρεσε τα καλά του, και πήγε στην εκκλησία να ζητήσει τη Δεσποινού για γυναίκα.

Πέρασε όμως πρώτα από το καφενείο του Χατζηφίλιππου, και ζήτησε να αγοράσει το μικρό σπιτάκι στην πάνω γειτονιά που ο τοκογλύφος κατάσχεσε από έναν φτωχό βιοπαλαιστή. Ο Χατζηφίλιπος γέλασε ειρωνικά, σχεδόν χλευαστικά, για το αστείο που είχε ακουστεί. Με φωνή δυνατή και γεμάτη ειρωνεία, του είπε πως, αν έφερνε δεκατρείς λίρες, το σπίτι θα ήταν δικό του. Ο Φυτός, αψηφώντας την ειρωνεία και την αμφιβολία του άλλου, δέχτηκε. Έδωσαν τα χέρια, και η συμφωνία φαινόταν σίγουρη. Τότε ο Φυτός πήγε να ζητήσει τη Δεσποινού, κρατώντας την ελπίδα και την αποφασιστικότητά του.
Μέρες αργότερα, επέστρεψε με τις δεκατρείς λίρες, έτοιμος να ολοκληρώσει τη συμφωνία. Όμως ο Χατζηφίλιππος, βλέποντας τα χρήματα στο χέρι του φτωχού βοσκού, αρνήθηκε. Του είπε πως το σπίτι άξιζε πολύ περισσότερα, και πως όλα όσα είχε πει ήταν ένα χωρατό. Δεν πίστευε πως ο Φυτός θα έβρισκε ποτέ τις δεκατρείς λίρες, καθώς ήταν αδύνατος, έρμαιο της φτώχειας και της μοίρας του.
Μάλωσαν έντονα, και ο Φυτός, αποφασισμένος να μη χάσει το δίκιο του, κατέφυγε στο δικαστήριο. Οι μάρτυρες που είχαν δει τη συμφωνία εκείνο το Μεγάλο Σάββατο κατέθεσαν με ακρίβεια όσα είχαν ακούσει και δει. Ο δικαστής, ακούγοντας όλες τις μαρτυρίες, επικύρωσε τη συμφωνία. Το σπίτι πέρασε στον Φυτό.
Ο Φυτός παντρεύτηκε τη Δεσποινού, και οι δυο τους έζησαν εκεί με ευτυχία. Το σπίτι, επισκευασμένο και συντηρημένο, υπάρχει μέχρι σήμερα και κατοικείται από τους απογόνους του.
Και ο Κυριακός, γνωρίζοντας την ιστορία, κατάλαβε κάτι σημαντικό: οι ήρωες δεν βρίσκονται μόνο στους παλιούς θρύλους και στους μεγάλους πολέμους. Κάποιοι γύρισαν ψυχικά νικημένοι από φρικιαστικούς πολέμους, αλλά έγιναν θρύλοι χωρίς να το ξέρουν — όχι για τις μάχες τους, αλλά για το πείσμα τους, για την επιμονή τους στο δίκιο και για τη ζωή που ξανάχτισαν με τα χέρια τους.
Έτσι, οι ιστορίες της Κύπρου συνέχιζαν να πλέκονται — από Ακρίτες και πολέμους μέχρι βοσκούς και μικρά σπίτια — όλες μέρος του ίδιου, μεγάλου αφηγήματος που συνδέει γενιές και τόπους.

Το κομμάτι της γης
Ο Κυριακός καθόταν στην αυλή, κάτω από τη σκιά της τερατσιάς. Δίπλα του, ο μικρός Γιώργος τον κοιτούσε με εκείνη την ανυπομονησία που έχουν τα παιδιά όταν περιμένουν ιστορία.
— «Παππού, πες μου για τα παλιά…» είπε.
Ο Κυριακός χαμογέλασε ελαφρά. Έγειρε πίσω και πήρε μια βαθιά ανάσα.
— «Θα σου πω μια ιστορία που μου την έλεγε και μένα ο δικός μου παππούς…
Τότε, γύρω στο 1920, εδώ στη Χλώρακα… ήταν ένας άνθρωπος, ο Χατζηφίλιπος.»
Εκείνα τα χρόνια, οι άνθρωποι μετρούσαν τη γη με τα βήματα και όχι με χαρτιά. Και το όνομα του Χατζηφίλιπου ακουγόταν βαρύ.
Ήταν ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας της περιοχής. Τα χωράφια του απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Ελιές, σιτάρια, αμπέλια — όλα περνούσαν από τα χέρια του. Οι περισσότεροι τον σέβονταν. Μερικοί τον φοβόντουσαν.
Μα υπήρχε κάτι που τον ενοχλούσε. Ένα μικρό κομμάτι γης. Σφηνωμένο ανάμεσα στις περιουσίες του, σχεδόν σαν αγκάθι. Δεν άξιζε πολλά. Λίγα δέντρα, λίγο χώμα. Μα δεν ήταν δικό του. Ανήκε στον Φυτό.
— «Ήταν αδερφός του παππού μου», πρόσθεσε χαμηλόφωνα ο Κυριακός.
Ο Φυτός ήταν άνθρωπος φτωχός, μα σιωπηλός και πεισματάρης. Δούλευε μόνος του τη γη, από το χάραμα μέχρι που έπεφτε το σκοτάδι. Δεν μιλούσε πολύ, ούτε ανακατευόταν με τους άλλους. Όταν τότε πολλοί Κύπριοι έφυγαν για τον πόλεμο το 1912
άλλοι για το ψωμί και άλλοι για τη δόξα, ανάμεσά τους, ήταν και ο Φυτός. Είδε μάχες και σκοτωμούς, και βίωσε συνθήκες άθλιες. Και κατάφερε να γυρίσει πίσω ζωντανός, αλλά άλλος άνθρωπος. Πολύ αλλαγμένος.
Ένα πρωινό, ο Χατζηφίλιπος πήγε να τον βρει. Τον βρήκε σκυμμένο, να σκάβει.
— «Φυτέ», του είπε, «θέλω το χωράφι σου.»
Ο Φυτός σήκωσε το κεφάλι. Τον κοίταξε χωρίς φόβο.
— «Δεν πουλιέται.»
Ο Χατζηφίλιπος χαμογέλασε ελαφρά.
— «Όλα πουλιούνται. Πες την τιμή σου.»
Ο Φυτός σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του.
— «Δεν είναι για πούλημα.»
Δεν υπήρχε θυμός στη φωνή του. Μόνο βεβαιότητα. Αυτό ήταν που ενόχλησε περισσότερο τον Χατζηφίλιπο. Έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα. Μα μέσα του, κάτι είχε ήδη αρχίσει.
Λίγες μέρες αργότερα, βρέθηκε στο γραφείο ενός γνωστού δικηγόρου της πόλης. Ο άνθρωπος αυτός δεν έμοιαζε με τους άλλους. Δεν μιλούσε γρήγορα, ούτε έταζε σίγουρες νίκες. Άκουγε.
Ο Χατζηφίλιπος του εξήγησε την υπόθεση. Τα όρια, τις παλιές συμφωνίες, τις μαρτυρίες. Όταν τελείωσε, ο δικηγόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα είπε:
— «Αν ξεκινήσει ένας πόλεμος στα δικαστήρια… ένα είναι σίγουρο. Ο ένας θα χάσει.»
Ο Χατζηφίλιπος χαμογέλασε.
— «Το ξέρω», είπε. «Και δεν θα είμαι εγώ.»
Ο δικηγόρος δεν απάντησε…Και η υπόθεση ξεκίνησε.
Στην αρχή, όλοι έλεγαν πως θα τελείωνε γρήγορα. Ήταν απλή. Χωρίς χαρτιά, χωρίς σαφή όρια — λόγος ενάντια σε λόγο… Μα δεν τελείωσε.
Ο Χατζηφίλιπος προσέλαβε τους καλύτερους. Δικηγόρους που ήξεραν να καθυστερούν, να βρίσκουν παραθυράκια, να ξανανοίγουν υποθέσεις που είχαν κλείσει.
Ο Φυτός στάθηκε απέναντι. Χωρίς πολλά λόγια. Μόνο με την επιμονή του.
— «Είναι δικό μου», έλεγε. «Το δούλεψα. Το βρήκα το απέκτησα με κόπο.»
Τα χρόνια πέρασαν. Οι δίκες έγιναν πολλές. Οι φάκελοι γέμισαν. Τα έξοδα αυξάνονταν. Κάθε τόσο, κάποιος πρότεινε συμβιβασμό.
— «Άσ’ το», του έλεγαν. «Δεν αξίζει.»
Μα ο Χατζηφίλιπος δεν υποχωρούσε. Δεν ήταν πια για το χωράφι. Ήταν για το πείσμα. Για το «δεν γίνεται να χάσω».
Ένα απόγευμα, μετά από μια ακόμα διαδικασία, ο Χατζηφίλιπος στάθηκε έξω από το δικαστήριο. Είδε τον Φυτό να κάθεται σε ένα πεζούλι. Κουρασμένος, μα ήρεμος. Για μια στιγμή, οι δυο τους κοιτάχτηκαν.
— «Γιατί το κάνεις;» τον ρώτησε.
Ο Φυτός απάντησε απλά:
— «Γιατί είναι δικό μου.»
Τίποτα παραπάνω.
Η τελευταία δίκη ήρθε χρόνια μετά. Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Όλοι ήξεραν την υπόθεση. Είχε γίνει σχεδόν θρύλος. Ο δικαστής διάβασε την απόφαση. Η φωνή του ήταν σταθερή. Και ξεκάθαρη… Ο Φυτός κέρδιζε.
Για λίγα δευτερόλεπτα, κανείς δεν μίλησε. Ο Χατζηφίλιπος έμεινε ακίνητος. Σαν να μην είχε καταλάβει. Ύστερα, αργά, κάθισε. Δεν αντέδρασε. Δεν φώναξε… Μόνο τότε… θυμήθηκε. Τα λόγια του δικηγόρου. Βγήκε έξω μόνος. Ο κόσμος γύρω του μιλούσε, μα εκείνος δεν άκουγε. Στο μυαλό του περνούσαν αριθμοί. Χρόνια. Χρήματα. Δικηγόροι. Έξοδα.
Είχε χάσει τη δίκη. Μα δεν ήταν αυτό το χειρότερο. Είχε χάσει σχεδόν τη μισή του περιουσία και την ΄ςχασε για ένα κομμάτι γης που ποτέ δεν άξιζε τόσο.
Λίγες μέρες μετά, πέρασε από το χωράφι. Ο Φυτός δούλευε όπως πάντα. Σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Ο Χατζηφίλιπος στάθηκε για λίγο. Ήθελε να πει κάτι. Μα δεν είπε. Γύρισε και έφυγε.

Ο Κυριακός σταμάτησε. Για λίγο δεν μιλούσε. Ο μικρός Γιώργος τον κοίταζε σιωπηλός.
— «Και ύστερα;» ρώτησε χαμηλόφωνα.
Ο Κυριακός χαμογέλασε πικρά.
— «Ύστερα, γιε μου… π΄ςρασαν τα χρόνια.
Μα ο κόσμος δεν αλλάζει εύκολα.»
Έσκυψε λίγο μπροστά και τον κοίταξε στα μάτια.
— «Να το θυμάσαι τούτο:
ο άνθρωπος δεν χάννεται που τους άλλους, χάννεται που το πείσμα του.»

ΤΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΓΗΣ

Ο Κυριακός καθόταν στην αυλή, κάτω από τη σκιά της τερατσιάς. Δίπλα του, ο μικρός Γιώργος τον κοιτούσε με εκείνη την ανυπομονησία που έχουν τα παιδιά όταν περιμένουν ιστορία.

— «Παππού, πες μου για τα παλιά…» είπε.
Ο Κυριακός χαμογέλασε ελαφρά. Έγειρε πίσω και πήρε μια βαθιά ανάσα.
— «Θα σου πω μια ιστορία που μου την έλεγε και μένα ο δικός μου παππούς…
Τότε, γύρω στο 1920, εδώ στη Χλώρακα… ήταν ένας άνθρωπος, ο Χατζηφίλιπος.»
Εκείνα τα χρόνια, οι άνθρωποι μετρούσαν τη γη με τα βήματα και όχι με χαρτιά. Και το όνομα του Χατζηφίλιπου ακουγόταν βαρύ.
Ήταν ο μεγαλύτερος γαιοκτήμονας της περιοχής. Τα χωράφια του απλώνονταν μέχρι εκεί που έφτανε το μάτι. Ελιές, σιτάρια, αμπέλια — όλα περνούσαν από τα χέρια του. Οι περισσότεροι τον σέβονταν. Μερικοί τον φοβόντουσαν.
Μα υπήρχε κάτι που τον ενοχλούσε. Ένα μικρό κομμάτι γης. Σφηνωμένο ανάμεσα στις περιουσίες του, σχεδόν σαν αγκάθι. Δεν άξιζε πολλά. Λίγα δέντρα, λίγο χώμα. Μα δεν ήταν δικό του. Ανήκε στον Φυτό.
— «Ήταν αδερφός του παππού μου», πρόσθεσε χαμηλόφωνα ο Κυριακός.
Ο Φυτός ήταν άνθρωπος φτωχός, μα σιωπηλός και πεισματάρης. Δούλευε μόνος του τη γη, από το χάραμα μέχρι που έπεφτε το σκοτάδι. Δεν μιλούσε πολύ, ούτε ανακατευόταν με τους άλλους. Όταν τότε πολλοί Κύπριοι έφυγαν για τον πόλεμο το 1912 άλλοι για το ψωμί και άλλοι για τη δόξα, ανάμεσά τους, ήταν και ο Φυτός. Είδε μάχες και σκοτωμούς, και βίωσε συνθήκες άθλιες. Και κατάφερε να γυρίσει πίσω ζωντανός, αλλά άλλος άνθρωπος. Πολύ αλλαγμένος.
Ένα πρωινό, ο Χατζηφίλιπος πήγε να τον βρει. Τον βρήκε σκυμμένο, να σκάβει.
— «Φυτέ», του είπε, «θέλω το χωράφι σου.»
Ο Φυτός σήκωσε το κεφάλι. Τον κοίταξε χωρίς φόβο.
— «Δεν πουλιέται.»
Ο Χατζηφίλιπος χαμογέλασε ελαφρά.
— «Όλα πουλιούνται. Πες την τιμή σου.»
Ο Φυτός σκούπισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του.
— «Δεν είναι για πούλημα.»
Δεν υπήρχε θυμός στη φωνή του. Μόνο βεβαιότητα. Αυτό ήταν που ενόχλησε περισσότερο τον Χατζηφίλιπο. Έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα. Μα μέσα του, κάτι είχε ήδη αρχίσει.
Λίγες μέρες αργότερα, βρέθηκε στο γραφείο ενός γνωστού δικηγόρου της πόλης. Ο άνθρωπος αυτός δεν έμοιαζε με τους άλλους. Δεν μιλούσε γρήγορα, ούτε έταζε σίγουρες νίκες. Άκουγε.
Ο Χατζηφίλιπος του εξήγησε την υπόθεση. Τα όρια, τις παλιές συμφωνίες, τις μαρτυρίες. Όταν τελείωσε, ο δικηγόρος έμεινε για λίγο σιωπηλός. Ύστερα είπε:
— «Αν ξεκινήσει ένας πόλεμος στα δικαστήρια… ένα είναι σίγουρο. Ο ένας θα χάσει.»
Ο Χατζηφίλιπος χαμογέλασε.
— «Το ξέρω», είπε. «Και δεν θα είμαι εγώ.»
Ο δικηγόρος δεν απάντησε…Και η υπόθεση ξεκίνησε.
Στην αρχή, όλοι έλεγαν πως θα τελείωνε γρήγορα. Ήταν απλή. Χωρίς χαρτιά, χωρίς σαφή όρια — λόγος ενάντια σε λόγο… Μα δεν τελείωσε.
Ο Χατζηφίλιπος προσέλαβε τους καλύτερους. Δικηγόρους που ήξεραν να καθυστερούν, να βρίσκουν παραθυράκια, να ξανανοίγουν υποθέσεις που είχαν κλείσει.
Ο Φυτός στάθηκε απέναντι. Χωρίς πολλά λόγια. Μόνο με την επιμονή του.
— «Είναι δικό μου», έλεγε. «Το δούλεψα. Το βρήκα το απέκτησα με κόπο.»
Τα χρόνια πέρασαν. Οι δίκες έγιναν πολλές. Οι φάκελοι γέμισαν. Τα έξοδα αυξάνονταν. Κάθε τόσο, κάποιος πρότεινε συμβιβασμό.
— «Άσ’ το», του έλεγαν. «Δεν αξίζει.»
Μα ο Χατζηφίλιπος δεν υποχωρούσε. Δεν ήταν πια για το χωράφι. Ήταν για το πείσμα. Για το «δεν γίνεται να χάσω».
Ένα απόγευμα, μετά από μια ακόμα διαδικασία, ο Χατζηφίλιπος στάθηκε έξω από το δικαστήριο. Είδε τον Φυτό να κάθεται σε ένα πεζούλι. Κουρασμένος, μα ήρεμος. Για μια στιγμή, οι δυο τους κοιτάχτηκαν.
— «Γιατί το κάνεις;» τον ρώτησε.
Ο Φυτός απάντησε απλά:
— «Γιατί είναι δικό μου.»
Τίποτα παραπάνω.
Η τελευταία δίκη ήρθε χρόνια μετά. Η αίθουσα ήταν γεμάτη. Όλοι ήξεραν την υπόθεση. Είχε γίνει σχεδόν θρύλος. Ο δικαστής διάβασε την απόφαση. Η φωνή του ήταν σταθερή. Και ξεκάθαρη… Ο Φυτός κέρδιζε.
Για λίγα δευτερόλεπτα, κανείς δεν μίλησε. Ο Χατζηφίλιπος έμεινε ακίνητος. Σαν να μην είχε καταλάβει. Ύστερα, αργά, κάθισε. Δεν αντέδρασε. Δεν φώναξε… Μόνο τότε… θυμήθηκε. Τα λόγια του δικηγόρου. Βγήκε έξω μόνος. Ο κόσμος γύρω του μιλούσε, μα εκείνος δεν άκουγε. Στο μυαλό του περνούσαν αριθμοί. Χρόνια. Χρήματα. Δικηγόροι. Έξοδα.
Είχε χάσει τη δίκη. Μα δεν ήταν αυτό το χειρότερο. Είχε χάσει σχεδόν τη μισή του περιουσία και την ΄ςχασε για ένα κομμάτι γης που ποτέ δεν άξιζε τόσο.
Λίγες μέρες μετά, πέρασε από το χωράφι. Ο Φυτός δούλευε όπως πάντα. Σαν να μην είχε αλλάξει τίποτα. Ο Χατζηφίλιπος στάθηκε για λίγο. Ήθελε να πει κάτι. Μα δεν είπε. Γύρισε και έφυγε.

Ο Κυριακός σταμάτησε. Για λίγο δεν μιλούσε. Ο μικρός Γιώργος τον κοίταζε σιωπηλός.
— «Και ύστερα;» ρώτησε χαμηλόφωνα.
Ο Κυριακός χαμογέλασε πικρά.
— «Ύστερα, γιε μου… πέρασαν τα χρόνια.
Μα ο κόσμος δεν αλλάζει εύκολα.»
Έσκυψε λίγο μπροστά και τον κοίταξε στα μάτια.
— «Να το θυμάσαι τούτο:
ο άνθρωπος δεν χάννεται που τους άλλους, χάννεται που το πείσμα του.»

1949, Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ / Αφανείς ήρωες

Στα χρόνια του Β΄πολέμου, τότε που η νιότη δεν είχε τον χρόνο να ωριμάσει, ο Χαμπής, πατέρας του Κυριακού, ήταν μόλις δεκαεπτά χρονών. Στην ορμή της ηλικίας του, ανάμεσα σε όνειρα και ανάγκες, πήρε μια απόφαση που θα τον σημάδευε για πάντα. Με μια ξένη ταυτότητα στο χέρι —γιατί ήταν ακόμη ανήλικος— κατατάχθηκε στη βρετανική ταξιαρχία Κυπρίων εθελοντών. Δεν ήταν μόνο το μεροκάματο· ήταν και η αίσθηση πως η ζωή τον καλούσε να αποδείξει κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό του.
Στο Ελ Αλαμέιν έμαθε τι σημαίνει πόλεμος. Όχι από αφηγήσεις, αλλά μέσα από τον καπνό, τη φωτιά και τις κραυγές που δεν σταματούσαν ούτε μέρα ούτε νύχτα. Άνθρωποι ζητούσαν νερό με σπασμένη φωνή. Άλλοι σιωπούσαν για πάντα πριν προλάβουν να σωθούν. Κι όμως, μέσα σε εκείνη την κόλαση της ερήμου, δεν υπήρχαν διαφορές. Δεν υπήρχαν Έλληνες και Τούρκοι. Υπήρχαν μόνο Κύπριοι. Μοιράζονταν το λίγο νερό, τον φόβο και τις αναμνήσεις από τα χωριά τους. Κι όταν κάποιος λύγιζε, οι άλλοι του μιλούσαν για τη θάλασσα, για το σπίτι, για να κρατηθεί όρθιος.
Ο Χαμπής γύρισε από τον πόλεμο χωρίς ιστορίες. Δεν του άρεσε να μιλά. Έφερε όμως μαζί του κάτι βαθύτερο: γνώση. Ήξερε από όπλα, ήξερε από πειθαρχία, ήξερε να περιμένει. Έφερε και μια πληγή στο σώμα από σφαίρα στο κορμί ως ενθύμιο.
Και όταν αργότερα ήρθε η ώρα της Κύπρου, δεν αναρωτήθηκε τι θα κερδίσει. Ρώτησε μόνο πού χρειάζεται.
Στα χρόνια του Αγώνα στάθηκε δίπλα στους άλλους νέους. Εκπαίδευσε αγωνιστές στα όπλα, ακόμη και παιδιά που μόλις άρχιζαν να καταλαβαίνουν τον κόσμο. Τους έμαθε να στέκονται όρθιοι, να αγαπούν την ελευθερία και να ξέρουν τι σημαίνει ευθύνη. Κάποιοι από αυτούς έμελλε να γίνουν ήρωες. Ο ίδιος όμως έμεινε στη σκιά. Δεν ζήτησε ποτέ αναγνώριση. Έκανε ό,τι μπορούσε, σιωπηλά.
Μεγαλώνοντας δίπλα σε έναν τέτοιο πατέρα, ο Κυριακός ένιωθε πως κουβαλούσε μια κληρονομιά. Ήθελε να μάθει. Να καταλάβει. Έσκυψε πάνω από την ιστορία του πολέμου και βρήκε μέσα της μορφές γνώριμες — ανθρώπους από το χωριό του, τη Χλώρακα.
Τότε, το χωριό αριθμούσε περίπου οκτακόσιους κατοίκους. Κι όμως, τριάντα από αυτούς άφησαν τα σπίτια τους και κατατάχθηκαν εθελοντικά. Άλλοι έμειναν στην Κύπρο, άλλοι στάλθηκαν μακριά — στην Αίγυπτο, την Παλαιστίνη, τη Λιβύη, την Ιταλία. Κάποιοι πολέμησαν, κάποιοι τραυματίστηκαν. Όλοι όμως κουβάλησαν μέσα τους την ίδια ελπίδα: πως στο τέλος του πολέμου, η πατρίδα τους θα ήταν ελεύθερη.
Ανάμεσά τους ξεχώριζε ο Μενέλαος Αριστείδης. Από τους πρώτους που κατατάχθηκαν, πριν ακόμη ξεσπάσει ολοκληρωτικά η θύελλα. Εκπαιδεύτηκε στην Αίγυπτο και στάλθηκε στην Ελλάδα, όπου πολέμησε με πάθος, δίπλα σε άλλους Έλληνες, ενάντια στον φασισμό. Δεν λογάριαζε κακουχίες ούτε φόβο. Τον οδηγούσε μια βαθιά πίστη στο καθήκον.
Όταν η Ελλάδα κατέρρευσε, εκείνος δεν παραδόθηκε. Μαζί με άλλους κατάφερε να διαφύγει στην Αίγυπτο και συνέχισε τον αγώνα. Η Κύπρος εκείνα τα χρόνια έγινε καταφύγιο για πρόσφυγες και στρατιώτες — ένα μικρό νησί που κουβαλούσε μεγάλο βάρος.
Το καλοκαίρι του 1942, η έρημος της Βόρειας Αφρικής έγινε ξανά θέατρο μάχης. Οι δυνάμεις του Άξονα προέλαυναν, κι οι Σύμμαχοι οχυρώθηκαν γύρω από το Ελ Αλαμέιν. Οι συγκρούσεις ήταν σφοδρές, οι απώλειες βαριές. Η άμμος έκρυβε ιδρώτα και αίμα.

Οι πορείες μέσα στην έρημο δεν συγχωρούσαν λάθη.
Ο ήλιος έκαιγε αλύπητα την ημέρα, το κρύο τρυπούσε τα κόκαλα τη νύχτα, και ο ορίζοντας έμοιαζε πάντα ίδιος — ένας ατέλειωτος κύκλος άμμου που κατάπινε κάθε ελπίδα προσανατολισμού. Κάθε βήμα μπορούσε να είναι και το τελευταίο προς τη σωστή κατεύθυνση… ή το πρώτο προς τον χαμό.
Σε δύο τέτοιες αποστολές αναγνώρισης, η διμοιρία του Μενέλαου χάθηκε.
Στην αρχή ήταν η σιωπή.
Καμία επικοινωνία. Καμία ένδειξη. Μόνο ο άνεμος που σκέπαζε τα ίχνη τους, σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Οι ελπίδες έσβηναν μία-μία.
Στις οικογένειες έφτασε η λέξη που παγώνει το αίμα: αγνοούμενοι.
Όχι νεκροί. Όχι ζωντανοί. Χαμένοι κάπου ανάμεσα.
Δύο φορές έζησαν τον ίδιο εφιάλτη. Δύο φορές ένιωσαν πως τους κατάπιε η έρημος.
Κι όμως… Και τις δύο φορές, όταν πια κανείς δεν περίμενε τίποτα, όταν τα πάντα είχαν σχεδόν τελειώσει, εμφανίστηκαν. Σαν σκιές μέσα από τη θύελλα της άμμου.
Σαν άνθρωποι που γύρισαν από έναν τόπο όπου δεν επιστρέφει κανείς. Ζωντανοί. Εξαντλημένοι. Με βλέμματα που κουβαλούσαν κάτι που δεν λεγόταν.
Ήταν ένα θαύμα μέσα στην απεραντοσύνη της ερήμου.
Όταν τελείωσε ο πόλεμος, οι άντρες γύρισαν στα σπίτια τους. Δεν έφεραν πλούτη. Μόνο παράσημα, μνήμες και ένα βαθύ, σιωπηλό καμάρι. Είχαν υπάρξει μέρος ενός αγώνα τεράστιου, ίσως του μεγαλύτερου που γνώρισε ποτέ η ανθρωπότητα.
Μα πάνω απ’ όλα, κουβαλούσαν μια ελπίδα που δεν έσβησε ποτέ: πως μια μέρα δεν θα ήταν πια αποκομμένοι. Πως θα ανήκαν ολοκληρωτικά εκεί όπου ένιωθαν ότι ανήκουν. Και αυτή η ελπίδα, όσο κι αν δοκιμάστηκε, έμεινε ζωντανή — όπως μένουν ζωντανές οι ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ δυνατά.

Ο ΑΝΙΕΡΟΣ / Ο κριματισμένος

Η πόρτα της χαμηλής κάμαρης έμενε μισάνοιχτη, όχι από φιλοξενία αλλά από ανάγκη. Η μπόχα που έβγαινε από μέσα δεν άντεχε κλεισούρα. Ήταν βαριά, γλυκερή, κολλημένη στους τοίχους, σαν να είχε ποτίσει το χώμα και να ξαναγύριζε πίσω. Από εκεί μέσα ακούγονταν βογκητά. Όχι κραυγές πόνου πια, αλλά εκείνα τα χαμηλά, σπασμένα βογκητά που δεν ζητούν βοήθεια — ζητούν τέλος.
Ο γέρος κειτόταν στο στενό σιδερένιο κρεβάτι, καρφωμένος πάνω του σαν κατάδικος. Το κορμί του είχε μαζέψει, είχε συρρικνωθεί τόσο που τα ρούχα του κρέμονταν πάνω του σαν παλιά πανιά σε σκιάχτρο. Το πρόσωπό του δεν θύμιζε άνθρωπο. Ήταν σκαμμένο, χαραγμένο, σαν να το είχε δουλέψει η ίδια η γη με τα νύχια της. Τα μάτια του, βαθουλωμένα, ανοιγόκλειναν αργά, όχι για να δουν, αλλά σαν να μετρούσαν πόσες ανάσες ακόμα τους είχαν απομείνει.
Ο θάνατος είχε περάσει πολλές φορές από μπροστά του. Τον είχε νιώσει, τον είχε μυρίσει. Είχε δει τη σκιά του να στέκεται στην άκρη του κρεβατιού, είχε ακούσει το συρτό του βήμα. Κι όμως, κάθε φορά, τον προσπερνούσε. Σαν να μην ήταν ακόμα η σειρά του. Σαν να είχε χρέη να ξεπληρώσει.
Μήνες τώρα έτσι. Μήνες που το σώμα του έλιωνε και η ψυχή του δεν έφευγε.

Μια φορά τη μέρα άνοιγε περισσότερο η πόρτα και έμπαινε η κόρη του. Δεν μιλούσε. Δεν χαιρετούσε. Έφερνε ένα μικρό μπολ με χυλό ή λίγο νερό. Του άνοιγε το στόμα με τα δάχτυλα, σπρώχνοντας το κουτάλι μέσα, όπως ταΐζουν ζώο άρρωστο που δεν μπορεί πια να σταθεί. Εκείνος προσπαθούσε να μην καταπιεί. Έσφιγγε τα δόντια, γύριζε το κεφάλι. Μέσα του παρακαλούσε: «Άφησέ με να πεθάνω». Μα εκείνη επέμενε. Όχι από αγάπη. Ούτε από καθήκον. Από κάτι πιο σκοτεινό. Τον έβλεπε να υποφέρει και δεν γύριζε το βλέμμα. Σκεφτόταν πως αυτό ήταν το μόνο που του άξιζε.

Ήταν κακός άνθρωπος. Σκληρός από τα νιάτα του. Δεν αγάπησε ποτέ. Ούτε τη γυναίκα που του γένναγε παιδιά κάθε φορά που την επισκεπτόταν σαν να ήταν ξένο κορμί. Ούτε τα παιδιά που έσπειρε χωρίς να λογαριάσει τι σημαίνει να μεγαλώνεις ψυχές. Τους έδερνε, τους καταπίεζε, τους φόβιζε. Τα λίγα χρήματα που έμπαιναν στο σπίτι τα άρπαζε και τα έτρωγε στο ποτό και στις γυναίκες. Η γυναίκα του ζούσε σαν δούλα. Τα παιδιά σαν βάρος.
Και μια φορά — μια φορά έκανε το χειρότερο. Πούλησε ένα παιδί του. Βρήκε μια άτεκνη οικογένεια, πήρε τα λεφτά και έδωσε την κόρη του χωρίς να λογαριάσει τα κλάματα, τα παρακάλια, τα ουρλιαχτά της μάνας και των αδερφών της. Από εκείνη τη μέρα, η οικογένεια δεν ξαναέγινε ποτέ ολόκληρη.

Η κοινότητα ήξερε. Όλοι ήξεραν. Μα κανείς δεν μίλησε. Τον φοβούνταν. Τώρα, κανείς δεν τον φοβόταν πια.
Όταν ήρθε ο ιερέας, μπήκε διστακτικά. Το πάτωμα ήταν χωμάτινο, υγρό. Η στέγη είχε στάξει τη νύχτα και μια μυρωδιά μούχλας ανακατευόταν με τη μπόχα του σαπισμένου κορμιού. Στάθηκε κοντά στο κρεβάτι και τον κοίταξε. Για μια στιγμή, δεν είδε άνθρωπο. Είδε κάτι που είχε υπάρξει άνθρωπος.

Ο γέρος άνοιξε τα μάτια του. Τον αναγνώρισε. Και χωρίς προλόγους, με φωνή που έτρεμε σαν σπασμένο κλαδί, άρχισε να μιλά νομίζοντας πως έτσι θα εξιλεωθεί, θα βρει λύπηση από τον ιερέα, πως θα του δώσει άφεση αμαρτιών.
Είπε για τη σκληρότητά του. Πως έδερνε τα παιδιά του με το καμουτσίκι. Για το μίσος. Για το παιδί που πούλησε. Είπε πως δεν τον παίρνει ο θάνατος. Πως παρακαλεί και δεν έρχεται. Θέλει να συγχωρεθεί. Όχι για να σωθεί — αλλά για να τελειώσει.

Ο ιερέας άκουγε και μέσα του πάλευαν δύο φωνές. Η μία έλεγε πως δεν υπάρχει συγχώρεση χωρίς μετάνοια. Η άλλη έλεγε πως υπάρχει πόνος που δεν αντέχεται άλλο, ούτε από τον ένοχο.

«Υπάρχει ένα πράγμα», είπε στο τέλος ο γέρος. «Το παιδί. Εκείνο που χάθηκε. Είναι η μεγαλύτερη μου αμαρτία. Πρέπει να βρεθεί, να με συγχωρέσει για να αναπαυθώ».
Και άρχισε να κλαίει. Όχι δυνατά. Σιωπηλά. Δάκρυα που έτρεχαν μέσα στις χαρακιές του προσώπου του και χάνονταν στο μαξιλάρι.

Ο ιερέας βγήκε έξω. Ο αέρας της Χλώρακας του φάνηκε ξαφνικά βαρύς. Πήγε και βρήκε τον Κυριακό. Άνθρωπο λιγομίλητο. Περπατημένο. Από εκείνους που δεν κάνουν ερωτήσεις πριν έρθει η ώρα. Ήταν ερευνητής, θα ήξερε πού και πώς να ψάξει. Όλοι έλεγαν πως ήταν καλός στη δουλειά του.

«Θέλω να βρεις ένα παιδί», του είπε. «Που χάθηκε πριν χρόνια. Που πουλήθηκε. Δεν ξέρω αν ζει. Ούτε αν θέλει να βρεθεί. Μα πρέπει να το μάθουμε».

Ο Κυριακός δεν ρώτησε γιατί. Κατάλαβε.

Και όσο έπαιρνε τον δρόμο της έρευνας, πίσω, στο χαμηλό δωμάτιο, ο γέρος συνέχιζε να λιώνει. Να παρακαλεί. Να μισεί τον εαυτό του. Να ελπίζει χωρίς δικαίωμα. Και ο θάνατος — πάντα εκεί, πάντα λίγο πιο πέρα.
Ο Κυριακός όπως ήταν φυσικό, ξεκίνησε από τη μάνα. Και στάθηκε τυχερός — ή άτυχος. Γιατί εκείνη ήξερε. Ήξερε πού είχε πάει η κόρη της. Ήξερε ποιοι την είχαν πάρει. Πλούσιοι άνθρωποι. Όχι μόνο στα υλικά, αλλά και στην καρδιά. Την αγάπησαν. Τη μεγάλωσαν σαν δικό τους παιδί. Της έδωσαν όνομα, ασφάλεια, χαρά. Η ζωή της δεν κύλησε μέσα στη στέρηση και στον φόβο. Κύλησε ήσυχα. Ανθρώπινα.

Αλλά όμως — δεν συγχωρούσε. Ούτε τον πατέρα της, ούτε την οικογένεια που στάθηκε γύρω του και τον άφησε να κάνει το ανείπωτο. Ούτε τη σιωπή. Ούτε τον φόβο. Ούτε το «δεν μπορούσαμε». Ούτε τη μάνα της, που πίστευε πως επειδή η ευτυχία που γνώρισε η κόρη της έσβηνε το έγκλημα. Ήταν σκληρή, δεν είχε ανάγκη να συγχωρήσει κανέναν. Δεν είχε σκοπό να το κάνει.
Τώρα ζούσε τη δική της οικογενειακή ζωή. Με γονείς όχι εξ αίματος, αλλά εξ αγάπης. Αγάπης πραγματικής, ανιδιοτελούς. Δεν κοίταζε πίσω. Δεν ήθελε να κοιτάξει. Το παρελθόν δεν το ανακάτευε — το είχε θάψει βαθιά.
Όταν ο Κυριακός την πλησίασε, τον άκουσε. Ήσυχα. Ακίνητη. Και όταν τελείωσε, του είπε μόνο ένα πράγμα: όχι. Δεν υπήρχε λύπηση μέσα της. Ούτε χώρος για αυτήν.
Ο άνθρωπος εκείνος είχε πάψει προ πολλού να είναι πατέρας. Και οι δεσμοί του αίματος είχαν κοπεί τη μέρα που πούλησε το παιδί του. Μα ούτε την υπόλοιπη οικογένεια. Δεν την γύρεψαν, δεν την αναζήτησαν. Δεν τους κατηγορούσε, αλλά δεν τους αγαπούσε κιόλας. Γι’ αυτήν ήταν ξένοι.
Ο Κυριακός έφυγε. Μα δεν παραιτήθηκε. Σκέφτηκε. Και κατάλαβε πως αν μιλούσε για εκείνον, θα αποτύγχανε. Έπρεπε να μιλήσει για τους άλλους.

Όταν ξαναπήγε, δεν της μίλησε για συγχώρεση. Ούτε για Θεό. Ούτε για λύτρωση. Της μίλησε για την αδερφή της. Της είπε πως εκείνη δεν έφταιξε. Πως έμεινε πίσω. Πως έζησε τη βία, τη φτώχεια, τον φόβο. Πως τώρα, ήταν εκείνη που τον περιποιόταν. Που έμπαινε καθημερινά σε εκείνη την κάμαρη. Που έσκυβε πάνω από ένα σώμα χτικιασμένο, σαπισμένο, επικίνδυνο. Πως υπήρχε κίνδυνος. Αληθινός. Αρρώστια. Μόλυνση. Θάνατος που δεν διαλέγεται.
«Κι αν δεν σας δένει αγάπη, εντούτοις είναι αδερφή σου», της είπε. «Δεν σου ζητώ να τον λυπηθείς. Σου ζητώ να λυπηθείς εκείνους που δεν σώθηκαν όπως σώθηκες εσύ».

Η γυναίκα δεν απάντησε αμέσως. Για πρώτη φορά, το βλέμμα της έφυγε από μπροστά και γύρισε πίσω. Όχι στον πατέρα. Στην αδερφή. Στο σπίτι που έμεινε όρθιο πάνω στον φόβο. Στη ζωή που δεν της χαρίστηκε.
Η συγχώρεση δεν ήρθε σαν έλεος. Ήρθε σαν πράξη άμυνας. Και αυτό — ήταν το πιο βαρύ της φορτίο.
Ο Κυριακός μετέφερε τα νέα στον ιερέα. Δεν τα είπε καλά μαντάτα. Δεν τόλμησε. Είπε μόνο πως η γυναίκα λύγισε. Όχι για εκείνον. Για τους άλλους.

Ο ιερέας κατάλαβε. Και εκ καθήκοντος πήγε εκείνο το ίδιο βράδυ στη χαμηλή κάμαρη. Ο γέρος ήταν ακόμη ζωντανός. Ανέπνεε βαριά, κοφτά, σαν να του χρωστούσε κάθε ανάσα. Τα μάτια του άνοιξαν όταν τον ένιωσε κοντά του. Δεν ζήτησε πολλά. Μόνο τον κοίταξε. Περίμενε.
Ο ιερέας δεν μίλησε για συγχώρεση. Δεν μίλησε για άφεση. Δεν είπε πως τα κρίματα σβήστηκαν. Μόνο στάθηκε δίπλα του. Έκανε το σημείο του σταυρού. Και για πρώτη φορά, όχι από δικαιοσύνη αλλά από ανθρώπινη αδυναμία, τον λυπήθηκε. Και αυτό ήταν όλο.
Την άλλη μέρα που ξημέρωσε, πήγε πάλι. Η κάμαρη ήταν ήσυχη.

Ο γέρος κειτόταν ακίνητος στο στενό κρεβάτι. Το στόμα του μισάνοιχτο, τα μάτια κλειστά. Το κορμί του είχε πάψει να παλεύει. Ο θάνατος, επιτέλους, δεν τον προσπέρασε.
Όχι γιατί συγχωρήθηκε. Όχι γιατί δικαιώθηκε. Αλλά γιατί κάποιος, έστω και αργά, δεν άντεξε άλλο να τον βλέπει να λιώνει. Ο Χάροντας δεν ήρθε με θριαμβευτικό βήμα. Ήρθε σιωπηλά. Και πήρε ό,τι είχε απομείνει.

Έτσι τελείωσε η ζωή του κακού πατέρα. Όχι με λύτρωση, αλλά με παύση. Και για το τι τον περίμενε πέρα από αυτό — κανείς δεν ήξερε. Ούτε ο ιερέας. Ούτε οι ζωντανοί.

Ούτε εκείνοι που υπέφεραν.

Γιατί υπάρχουν ζωές που τελειώνουν εδώ. Και κρίσεις που δεν ανήκουν στους ανθρώπους.

ΤΟ ΧΩΡΑΦΙ ΤΗΣ ΑΛΗ ΠΑΤΟΥΣ

Κατά την καταγραφή της ιστορίας της Χλώρακας, ο Κυριακός άκουσε πολλές διηγήσεις από τους γεροντότερους του χωριού. Κάποιες ξεχάστηκαν, κάποιες ήταν πικρές, και άλλες έμειναν ζωντανές, γιατί άφησαν ανεξίτηλο σημάδι στον τόπο.
Μία από αυτές είναι η ιστορία της Πατούς. Του τη διηγήθηκαν όπως την άκουσαν κι εκείνοι από τους παλαιότερους, και την κατέγραψε όπως σώθηκε στη μνήμη του χωριού.

Ξέροντας πως κάθε τόπος κουβαλά τις δικές του ιστορίες — άλλες ξεχασμένες, άλλες χαραγμένες στο χώμα και στο στόμα των ανθρώπων — αποφάσισε να γράψει την ιστορία της Πατούς, της ορφανής κοπέλας από τη Χλώρακα που γνώρισε την αδικία, την πίκρα και τη μοναξιά, αλλά στο τέλος δικαιώθηκε από τον ίδιο τον χρόνο.
Κι όσοι ξέρουν ακόμη δείχνουν το μέρος και ψιθυρίζουν:
«Εκεί… είναι το χωράφι της Αληπατούς».

 

Ήταν μια φορά μια μικρή ορφανή, που την έλεγαν Πατού. Ζούσε μόνη της σε ένα μικρό σπιτάκι, κτισμένο μέσα σε ένα φτωχικό χωραφάκι, γεμάτο τρεμιθιές, τερατσιές και βελανιδιές που φύτρωναν άγρια, σαν να της κρατούσαν συντροφιά.

Ήταν μόλις δεκαπέντε χρονών. Για να ζήσει, μάζευε τεράτσια και έφτιαχνε τερατσόμελο, τρεμίθια για τρεμιχόλαδο, και βελανίδια για τροφή των ζώων. Φύτευε και λίγα χόρτα και οπωρικά, που τα πότιζε με νερό από τη βρύση του χωριού. Όλα αυτά τα πουλούσε στις καλόκαρδες γειτόνισσες, που με χαρά τα αγόραζαν, βοηθώντας τη σιωπηλά να τα βγάζει πέρα με τη φτώχεια της.

Ζούσε δύσκολα, μα τίμια. Ήταν καλή χριστιανή, όμορφη και σεμνή, και όλοι τη συμπαθούσαν. Είχε σεβασμό στους μεγαλύτερους και τιμούσε κάθε χωριανό. Όποτε έβρισκε καιρό, επισκεπτόταν τις νοικοκυρές του χωριού και προσφερόταν πρόθυμα να βοηθήσει στις δουλειές. Κι εκείνες την αγαπούσαν σαν παιδί τους. Τη συμβούλευαν, τη στήριζαν και ευχόντουσαν να βρει μια μέρα ένα καλό παλικάρι, να φτιάξει σπιτικό και να αλλάξει η μοίρα της.

Δίπλα της έμενε μια άλλη κοπέλα, συνομήλική της, μα ο πατέρας της, άνθρωπος άδικος και κακεντρεχής, της απαγόρευσε να έχουν φιλία.
«Δεν θέλω να κάνεις παρέα με ορφανά αδέσποτα», της έλεγε. «Θα σε πάρει στον κακό δρόμο. Δεν έχει γονείς να τη μαζεύουν».

Η κόρη του αντιδρούσε, μα εκείνος επέμενε. Και όταν βρήκε ευκαιρία, άρχισε να κακολογεί την Πατού για να πείσει την κόρη του και το χωριό. Ήταν εποχές που οι άνθρωποι απαξιώνοντας την ατίμωση, έλεγαν: «Καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά το όνομα».

Εκείνον τον καιρό, στο χωριό ερχόταν ένας μικρέμπορας, που τον έλεγαν Αλή. Είχε έρθει από μακριά, με φορτηγό πλοίο στο λιμάνι της Κάτω Πάφου, και εγκαταστάθηκε στο Κτήμα. Γύριζε τα χωριά πουλώντας ψιλικά — μαντήλια, κουβαρίστρες και κάθε λογής μικροπράγματα.

Σε ένα από τα γυρολόγια του γνώρισε την Πατού.

Και ερωτεύτηκαν.

Ήταν ένας έρωτας αγνός, σιωπηλός. Κάθε φορά που περνούσε από το σπίτι της, εκείνη κατέβαινε δήθεν για να ψωνίσει. Μια κουβέντα, ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα… ώσπου κάποτε φανέρωσαν την αγάπη τους και πήραν την απόφαση να παντρευτούν.

Το νέο μαθεύτηκε στο χωριό. Και όλοι χάρηκαν. Όλοι… εκτός από τον κακό γείτονα.

Μα μια μέρα, ο γυρολόγος έφυγε, με την υπόσχεση πως θα ξαναγυρίσει. Και δεν γύρισε ποτέ. Χάθηκε. Σαν να τον κατάπιε η γη.

Τότε άρχισαν οι κακές γλώσσες. Πρώτος και χειρότερος ο γείτονας. Την κατηγορούσε, πρώτα στην κόρη του κι ύστερα σε όλο το χωριό, αποκαλώντας την «κατεφτίσημη». Λίγο λίγο, το δηλητήριό του απλώθηκε.

Και βγήκε το όνομά της. Οι ίδιες γυναίκες που την αγαπούσαν, τώρα την κοιτούσαν με μισό μάτι. Κι όταν πήγαιναν να ξεχάσουν, εκείνος τους το ξαναθύμιζε.

Η Πατού ντρεπόταν πια να βγει από το σπίτι της. Έσκυβε το κεφάλι, δεν έτρωγε, μαράζωνε. Έγινε μια σκιά του εαυτού της.

Και ο καιρός περνούσε… κι εκείνη έμενε πάντα λυπημένη.

Μα ο καιρός έφερε γυρίσματα. Η κόρη του κακού γείτονα γνώρισε κι εκείνη την αγάπη. Ένας όμορφος νέος πέρασε από το χωριό, και η καρδιά της σκίρτησε όπως κάθε νέας κοπέλας. Τον πίστεψε, του δόθηκε, και έμεινε έγκυος.

Κι εκείνος… χάθηκε. Όπως ακριβώς και ο άλλος.

Ήταν μια ιστορία ίδια με της Πατού. Μια παράλληλη μοίρα, μα με διαφορετική κατάληξη.

Η Πατού άντεξε. Μα η φίλη της δεν άντεξε.

Και ενώ ο πατέρας της συνέχιζε να κατηγορεί την Πατού, η ίδια του η κόρη ανέβαινε τον δικό της Γολγοθά, μόνη, ντροπιασμένη και απελπισμένη.

Και όταν φάνηκε η κοιλιά της και το μυστικό δεν μπορούσε πια να κρυφτεί, το χωριό άρχισε να ψιθυρίζει.

Κι εκείνη δεν άντεξε. Μέσα στη ντροπή και την απελπισία, έβαλε τέλος στη ζωή της.

Ο πατέρας της λύγισε. Μαράζωσε, όπως μαραίνεται το δέντρο που το τρώει από μέσα σαράκι. Και πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ομολόγησε το σφάλμα του.

«Δεν έβλεπα το δοκάρι στο μάτι μου… και έβλεπα την ακίδα στο μάτι της γειτόνισσας…»

Μα ύστερα από κάμποσο καιρό, ο καιρός γύρισε ξανά.

Ήταν μια Κυριακή, μόλις είχε τελειώσει η λειτουργία, και πολλοί χωριανοί κάθονταν στον καφενέ, κουβεντιάζοντας αργά και ήσυχα. Τότε, από μακριά, στη στράτα, φάνηκε ένα ψηλό άλογο. Πάνω του καβαλίκευε ένας νέος, καλοντυμένος, με φορεσιά που μαρτυρούσε αρχοντιά.

Όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν με περιέργεια. Ο ξένος πλησίασε, ξεπέζεψε με χάρη, έδεσε το άλογο και προχώρησε προς τον καφενέ. Σήκωσε το χέρι του και τους χαιρέτησε εγκάρδια.

Και τότε… τον αναγνώρισαν. Ήταν ο παλιός πραματευτής. Ο Αλής.

Μα δεν ήταν πια ο φτωχός γυρολόγος. Ήταν ένας άρχοντας, καθώς φαινόταν — άλλος άνθρωπος.

Η είδηση απλώθηκε στο χωριό σαν φωτιά. Και δεν άργησε να φανερωθεί ο λόγος της επιστροφής του.

Ο Αλής είχε έρθει για την Πατού. Να τη ζητήσει γυναίκα του.

Και τότε χαρά μεγάλη έγινε στο χωριό. Οι ίδιοι άνθρωποι που κάποτε την είχαν αδικήσει, τώρα χαμογελούσαν και την καμάρωναν. Στρώθηκαν τραπέζια πλούσια, με φαγιά και κρασιά, και κράτησε το γλέντι μέρες.

Και παντρεύτηκαν. Κι όλοι χάρηκαν για την καλή τύχη της ορφανής.

Ύστερα η Πατού έφυγε με τον άντρα της, και το μικρό της χωράφι έμεινε έρημο και ακαλλιέργητο. Οι τρεμιθιές και οι τερατσιές άφησαν τους καρπούς τους να πέφτουν στη γη, δίχως να τους μαζεύει κανείς.

Μα το όνομα έμεινε. Και μέχρι σήμερα το λένε: «το χωράφι της Αληπατούς».

Λένε πως είναι αληθινή ιστορία. Και το χωράφι της Αληπατούς βρίσκεται ακόμη εκεί, στην οδό Νικόλα Πενταρά, λίγο πιο κάτω από την παλιά βρύση του χωριού — να θυμίζει πως η αδικία πληγώνει, μα η αλήθεια πάντα βρίσκει τον δρόμο της.

Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΕΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΄53 

Ο Κυριάκος θυμόταν τα χαλάσματα. Το μεγάλο σπίτι γκρεμμισμένο με τις πέτρες πεσμένες γουνάρι από τη πτώση που προκάλεσε ο σεισμός. Πέρασαν είκοσι χρόνια ως τότε, αλλά κανείς δεν τις ειχε καθαρίσει. Εμεναν εκεί για να θυμιζουν τον μεγάλο σεισμό. Ήταν το σπίτι των γωνιών του. Εκεί γεννήθηκαν τα μεγαλύτερα του αδέρφια. Αυτός γεννήθηκε αλλού, αφού γεννήθηκε μετά το σεισμό.

Ήταν Σεπτέμβρης του 1953.

Η γη ήταν ανήσυχη και ο ουρανός στεκόταν καθαρός, μα δίχως φως. Ένα παράξενο ημίφως, ξεθωριασμένο, σαν να είχε περάσει μέσα από στάχτη, φώτιζε τη γη. Ο αέρας δεν φυσούσε — ήταν βαρύς. Κι η σιωπή που επικρατούσε δεν ήταν γαλήνηήταν προμήνυμα.

Όλη τη νύχτα, τα σκυλιά δεν ησύχαζαν. Δεν γάβγιζαν — θρηνούσαν. Μακρόσυρτες φωνές έσκιζαν το σκοτάδι, σαν να καλούσαν τους ανθρώπους να ξυπνήσουν, να προφυλαχτούν, να σωθούν. Μα οι πόρτες έμεναν κλειστές και τα μάτια βαριά από τη νύστα. Τα πουλιά πετάχτηκαν πριν την ώρα τους και τα ζώα στις μάντρες τραβήχτηκαν ανήσυχα στις άκρες.

Κάτι ερχόταν. Φαινόταν στον καιρό — σ’ εκείνη την αφύσικη ησυχία της φύσης.

Και τότε, η γη άνοιξε το στόμα της. Ένας βόμβος βαθύς, σαν να έσπαζαν αιώνες κάτω από το χώμα. Κι ύστερα, το τίναγμα — δυνατό, ανελέητο, δίχως έλεος. Ήταν το θεριό που ξύπνησε στα έγκατα της γης.

Σπίτια γκρεμίστηκαν, βράχοι ξεριζώθηκαν, δρόμοι χάθηκαν, καμπαναριά έγειραν σαν να προσκυνούσαν το χώμα.

«Σαν τα Σόδομα και τα Γόμορρα…» είπαν κάποιοι αργότερα. «Τιμωρία Θεού».

Από την Παλαιά Πάφο ως το Κτήμα, κι από το Στρουμπί και το Κιδάσι μέχρι τη Μεσόγη και την Τσάδα, η γη πήρε πίσω ό,τι της ανήκε. Σπίτια έγιναν σκόνη, αυλές έγιναν τάφοι, κι ανθρώπινες φωνές πνίγηκαν κάτω από πέτρα και χώμα.

Κι όταν καταλάγιασε ο θυμός της γης, μάνες έσκαβαν με γυμνά χέρια, με αίμα στα νύχια. Πατέρες καλούσαν ονόματα μέσα σε σκονισμένες σιωπές. Και τα παιδιά — όσα σώπασαν — έμειναν θαμμένα μαζί με τα όνειρα που δεν πρόλαβαν να ζήσουν.

Η γη ησύχασε, μα δεν ήταν ειρήνη.

Ήταν η σιωπή μετά την καταστροφή.

Κι ανάμεσα στα ερείπια, γοερά κλάματα σκέπαζαν τον τόπο. Ο πόνος απλώθηκε παντού, βαρύς, ασήκωτος. Μάνες έψαχναν τα παιδιά τους — και παιδιά τις μάνες τους.

Μα μέσα από την καταστροφή γεννήθηκαν και συνθήκες που επηρέασαν, έστω έμμεσα, την πορεία της ιστορίας.

Το 1953 ήταν ήδη μια περίοδος σιωπηλής προετοιμασίας για τον επερχόμενο αγώνα της ΕΟΚΑ. Χωρίς ακόμη οργανωμένη δομή, είχαν αρχίσει διακριτικές επαφές, δημιουργία μικρών πυρήνων εμπιστοσύνης και θεωρητικός σχεδιασμός για μια ενδεχόμενη ένοπλη δράση. Παράλληλα, η ηγεσία του τόπου εξέταζε σοβαρά το ενδεχόμενο αυτό, αναμένοντας και τις διεθνείς εξελίξεις.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο σεισμός και τα επακόλουθά του — οι καταστροφές, οι απώλειες ζωών, οι μετακινήσεις πληθυσμών και η γενικευμένη σύγχυση — δημιούργησαν ένα περιβάλλον λιγότερο ελεγχόμενο από τις αποικιακές αρχές, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές. Αυτό λειτούργησε ως συγκυριακός παράγοντας που, σε κάποιο βαθμό, διευκόλυνε τη μετέπειτα προετοιμασία.

Έτσι, τα γεγονότα εκείνης της χρονιάς, φυσικά και ιστορικά, άρχισαν να διαμορφώνουν το υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα στηριζόταν η επόμενη φάση.

Και η 1η Απριλίου 1955 βρήκε την οργάνωση έτοιμη. Ο αγώνας που ξεκίνησε εκείνη τη νύχτα αποτέλεσε την κορύφωση μιας ολόκληρης εποχής διεκδικήσεων, θυσιών και σιωπηλής προετοιμασίας. 

Ο Χαμπης επιλέχθηκε από την οργανωση για να εκπαιδευσει τους νεαρους αγωνιστες στα οπλα. Ηταν βετερανος του Β΄ Παγκοσμιου πολέμου, και ειχε λάβει μέρος στις μάχες του Ελ Αλαμέιν. Εκεινο το χρονο του σεισμού, με τη γυναικα του τη Στασου είχαν «το καφενειο του Ταπάκη» στην κεντρική πλατεία του χωριού. Ηταν χώρος συναθροισεων και διαβουλεύσεων για την προετοιμασία του Αγώνα. Η Στασού ήταν έγκυος τον Κυριάκο. Ήταν κατάβαρη εφτά μηνών. Ειχε μια δύσκολη εγκυμοσύη, και αστειευόμενη συνήθιζε να λέγει πως θα γεννούσε ένα δύσκολο παιδί.

Κουβαλούσε ήδη επτά μήνες μέσα της ζωήΤο σώμα της βαρύ, οι πόνοι συχνοί, και η κούραση δεν την άφηνε ούτε στιγμή. Κι όμως, εκείνο το βράδυ δεν την άφηνε να κοιμηθεί μόνο η δυσφορία. Ήταν κι εκείνη η παράξενη ανησυχία που είχε απλωθεί παντού.

Και τελικά ήρθε το χτύπημα. Το σπίτι σείστηκε σαν να το άρπαξε θυμωμένο χέρι. Οι τοίχοι έτριξαν, το πάτωμα τινάχτηκε, και η Στασού, ανήμπορη να σηκωθεί γρήγορα, ένιωσε το σώμα της να την προδίδει. Με την κοιλιά βαριά και τον φόβο να τη διαπερνά, προσπάθησε να φωνάξει.

«Τα μωρά μου!»

Η φωνή της πνίγηκε μέσα στον βόμβο της γης. Προσπάθησε να συρθεί, να φτάσει κοντά τους, μα κάθε κίνηση ήταν μαρτύριο. Η ανάσα της κοβόταν. Τα μάτια της γέμισαν σκόνη και δάκρυα. Δεν ήξερε πού ήταν. Δεν άκουγε τις φωνές τους.

Μόνο τον φόβο για τα παιδιά της.

Χέρια την άρπαξαν. Κάποιοι την τραβούσαν έξω. Αντιστάθηκε.

«Τα παιδιά μου! Αφήστε με!»

Μα δεν την άφησαν. Την έσυραν σχεδόν έξω από το σπίτι — και την ίδια στιγμή, σαν να περίμενε εκείνη τη στιγμή το κακό, το σπίτι κατέρρευσε πίσω τους. Ένας εκκωφαντικός ήχος, σύννεφο σκόνης, πέτρα πάνω σε πέτρα. Αν είχαν αργήσει λίγα δευτερόλεπτα…

Η Στασού έμεινε εκεί, στο χώμα, με τα χέρια απλωμένα προς τα ερείπια. Η ανάσα της κοφτή, η καρδιά της να χτυπά άγρια. Δεν πονούσε πια το σώμα — μόνο η ψυχή.

«Τα παιδιά μου…»

Η αγωνία την έτρωγε. Κάθε δευτερόλεπτο αιώνας. Το μυαλό της γέμιζε εικόνες που δεν άντεχε. Τα μάτια της καρφωμένα στο χαλάσματα, σαν να περίμενε να τα δει να ξεπροβάλλουν.

Και τότε— Μια φιγούρα μέσα από τη σκόνη. Ο Χαμπής.

Με τα ρούχα σκισμένα, το πρόσωπο γεμάτο χώμα, και στην αγκαλιά του — τα δύο παιδιά. Τον μικρό Χριστάκη και τη Στέλλα. Ζωντανοί. Τρομαγμένοι, μα ζωντανοί.

Για μια στιγμή, η Στασού δεν κατάλαβε. Σαν να μην πίστευε αυτό που έβλεπε.

Και ύστερα έσπασε. Ένα κλάμα βαθύ, λυτρωτικό, που έβγαινε από τα σωθικά της. Άπλωσε τα χέρια και τους αγκάλιασε όπως μπορούσε, σφίγγοντάς τους πάνω της, σαν να φοβόταν πως θα χαθούν ξανά.

Τα φιλούσε ξανά και ξανά, με δάκρυα και σκόνη μαζί. Η καρδιά της, που πριν λίγο βούλιαζε στο σκοτάδι, γέμισε φως.

Ο φόβος δεν έφυγε — μα μεταμορφώθηκε. Έγινε ευγνωμοσύνη. Έγινε ζωή.

Κι εκεί, ανάμεσα στα ερείπια, με τη γη ακόμη να τρέμει μέσα της, κράτησε τα παιδιά της και κατάλαβε πως, μέσα στην απόλυτη καταστροφή, είχε σωθεί ό,τι είχε πιο πολύτιμο στον κόσμο. 

ΟΙ ΣΚΙΕΣ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ / Μνήμες και αμφισβητήσεις από τη Χλώρακα του ’50

Για τον Κυριακό οι μέρες κυλούσαν μέσα σε μια ρουτίνα που ο ίδιος είχε φτιάξει για τη ζωή του, όπως συνηθίζουν οι άνθρωποι όταν θέλουν να κρατήσουν τα πράγματα σταθερά. Πρωί–πρωί, πριν ακόμη φανεί ο ήλιος πάνω από τον ορίζοντα, περνούσε από το καφενείο. Εκεί συναντούσε τους θαμώνες, άκουγε τα νέα, τις ίδιες ιστορίες ειπωμένες με λίγο διαφορετικό τόνο, τα μικρά και τα μεγάλα του χωριού. Δεν μιλούσε πολύ, άκουγε. Πάντα άκουγε.
Ύστερα πήγαινε στο γραφείο. Άλλος ένας καφές, αυτή τη φορά μαζί με την οικονόμο του. Λίγες κουβέντες για το σπίτι, για όσα έλειπαν και όσα περίσσευαν, για πράγματα καθημερινά που κρατούσαν τη ζωή σε μια ισορροπία. Όταν έμενε μόνος, άνοιγε τα ντοσιέ του και τους έριχνε μια ματιά, όχι τόσο για να διαβάσει όσο για να νιώσει πως όλα βρίσκονταν στη θέση τους.

Κι όταν καμιά φορά ένιωθε πως το μυαλό του βάραινε, κατέβαινε με τα πόδια στην παραλία. Καθόταν σε έναν βράχο και, αγναντεύοντας τη θάλασσα, έβαζε τις σκέψεις του σε τάξη. Ήταν μια συνήθεια παλιά, αγαπημένη. Η θάλασσα τού θύμιζε τα χρόνια της ναυτοσύνης του — τα ταξίδια, τις σιωπές των ανοιχτών νερών, τον τρόπο που το κύμα μπορούσε να σε ταράξει και να σε γαληνέψει την ίδια στιγμή. Οι αναμνήσεις αυτές τον συγκινούσαν. Τον ηρεμούσαν.
Εκείνη τη μέρα πήγε στην Αλική. Κάτω από τη σκιά του υποστέγου/μνημείου που στέγαζε το καϊκι, το σύμβολο του αγώνα της ΕΟΚΑ, ήρθαν οι μνήμες αδυσώπητες:
Η εποχή του Αγώνα δεν άφησε πίσω της μόνο μνημεία και ονόματα ηρώων. Άφησε και σκιές. Σκιές βαριές, που για δεκαετίες κατοίκησαν τις αυλές των χωριών, τις χαμηλόφωνες συζητήσεις, τις παύσεις στη μέση μιας πρότασης. Στον κόσμο της παρανομίας και της απόλυτης πειθαρχίας, όπου η προδοσία ισοδυναμούσε με θάνατο, η αλήθεια συχνά δεν είχε τον χρόνο να αποδειχθεί.
Στη Χλώρακα, στα χρόνια του Αγώνα της ΕΟΚΑ, δύο εκτελέσεις σημάδεψαν την κοινότητα και έμειναν να βαραίνουν τη συλλογική μνήμη. Όχι τόσο για τον τρόπο που έγιναν, όσο για όσα ακολούθησαν — ή για όσα δεν ακολούθησαν ποτέ.

Στην περίπτωση του Φύτου, η ιστορία δεν έμεινε για πάντα μετέωρη. Χρόνια αργότερα ήρθε η αναγνώριση από την ίδια την πλευρά του Αγώνα: δεν υπήρξε προδότης. Ο θάνατός του δεν υπηρέτησε την ελευθερία, αλλά ξένα προς αυτήν συμφέροντα. Η δικαίωση ήρθε αργά, σχεδόν σιωπηλά. Δεν επέστρεψε όσα χάθηκαν, αποκατέστησε όμως το όνομα.

Η δεύτερη περίπτωση έμεινε πιο βαριά και πιο σκοτεινή. Εκείνη του Γεώργιου Πολεμίτη.

Χωρίς επίσημη αμφισβήτηση, αλλά και χωρίς επίσημη επιβεβαίωση. Χωρίς αποκατάσταση, αλλά και χωρίς καθαρή ενοχή. Η υπόθεση δεν εξετάστηκε ξανά, δεν φωτίστηκε, δεν ξεκαθαρίστηκε. Η οικογένεια δεν ζήτησε δικαίωση — κι έτσι η σιωπή σκέπασε τα πάντα.

Μέσα σε αυτό το κενό, η αλήθεια δεν χάθηκε, διαλύθηκε. Στη θέση της έμειναν φήμες, υπαινιγμοί, αντιφατικές αφηγήσεις και μισές κουβέντες που δεν γράφτηκαν ποτέ, αλλά ειπώθηκαν ξανά και ξανά πίσω από κλειστές πόρτες. Όσο περνούσε ο χρόνος, τόσο λιγότερο ξεκάθαρο γινόταν τι ήταν αλήθεια και τι κατασκεύασμα της ανθρώπινης ανάγκης να εξηγηθεί το ανεξήγητο.

Το όνομα της οργάνωσης στάθηκε βαρύ. Για άλλους ασπίδα, για άλλους σφραγίδα σιωπής. Εκεί όπου ο Αγώνας απαιτούσε απόλυτη πίστη, κάποιοι άνθρωποι βρέθηκαν εκτεθειμένοι όχι σε αποδεδειγμένη ενοχή, αλλά σε υποψίες, αντιπαλότητες, πάθη και ανθρώπινες αδυναμίες. Η γραμμή ανάμεσα στην επαναστατική αναγκαιότητα και στην ιδιωτική βία θόλωσε επικίνδυνα.

Ο Γεώργιος Πολεμίτης δεν ανήκε στους ανθρώπους που έζησαν μια ζωή ευθύγραμμη. Πέρασε μέσα από τη φωτιά της ιστορίας και βγήκε σημαδεμένος — όχι μόνο στο σώμα, αλλά και στο όνομα. Μεγαλωμένος στη Χλώρακα, υιοθετημένος σε σπίτι προεστών και ανθρώπων με λόγο βαρύ στα κοινά, έμαθε από νωρίς τι θα πει ευθύνη και σιωπή. Δεν ήταν παιδί του αίματος, αλλά της επιλογής. Κι αυτή η λεπτή διαφορά τον ακολούθησε σε όλη του τη ζωή.
Ο πόλεμος τον βρήκε νέο και έτοιμο. Όχι από ρομαντισμό, αλλά από εσωτερική ανάγκη. Στα μέτωπα της Αφρικής και της Ιταλίας έγινε άλλος άνθρωπος. Μπαρουτοκαπνισμένος κομάντο, γνώρισε τον φόβο, τη δίψα, τον θάνατο από κοντά. Εκεί έμαθε πως η ανθρώπινη ζωή μπορεί να κριθεί σε δευτερόλεπτα και πως η αλήθεια, μέσα στον πόλεμο, σπάνια είναι καθαρή.

Όταν γύρισε, δεν γύρισε θριαμβευτής. Γύρισε σιωπηλός. Και ίσως αυτή η σιωπή να ήταν το πρώτο σημάδι πως ο αγώνας του δεν είχε τελειώσει. Γιατί υπάρχουν πόλεμοι που δεν αφήνουν μετάλλια — μόνο ερωτήματα.

Δεκαετίες αργότερα, ένα απόγευμα ήσυχο, η κόρη του, η Κατερίνα, κάθισε απέναντι από τον Κυριακό. Δεν ήρθε βιαστικά, ήρθε αποφασισμένη. Του είπε πως είχε ακούσει τα καλύτερα για εκείνον, για τη μεθοδικότητά του, για την επιμονή του, για το ότι δεν φοβόταν να σκαλίζει υποθέσεις που άλλοι είχαν μάθει να αποφεύγουν.
Ύστερα από τόσα χρόνια, ήθελε να ερευνηθεί ο θάνατος του πατέρα της.

Τον σκότωσαν ως προδότη. Άνδρες της ΕΟΚΑ τον εκτέλεσαν μέρα μεσημέρι, ενώ καθόταν ανυποψίαστος στο καφενείο του χωριού. Μαζί του έπεσε και ο Φύτος. Δύο κορμιά στο χώμα, δύο ονόματα φορτωμένα με την ίδια κατηγορία.
Για τον Φύτο, είπε η Κατερίνα, η αλήθεια βρήκε τελικά τον δρόμο της. Για τον πατέρα της όμως, όχι. Κι όμως, στο χωριό, ποτέ δεν έλειψαν οι ψίθυροι. «Το ίδιο έγινε κι εδώ», έλεγαν κάποιοι. «Όπως με τον Φύτο». Μα κανείς δεν το είπε φωναχτά. Κανείς δεν το ζήτησε επίσημα. Κι έτσι η υπόθεση έμεινε χωρίς έρευνα, χωρίς φως, χωρίς απάντηση.
Δεν ζητούσε εκδίκηση. Το ξεκαθάρισε. Ούτε μια συγκεκριμένη εκδοχή. Ήθελε μόνο την καθαρή αλήθεια — όποια κι αν ήταν. Αν ήταν ένοχος, να το ξέρουν. Κι αν δεν ήταν, να τελειώσει επιτέλους η σιωπή.

Ο Κυριακός δεν απάντησε αμέσως. Ήξερε πως τέτοιες υποθέσεις δεν ανοίγουν μόνο φακέλους. Ανοίγουν μνήμες, στόματα και πληγές που κάποιοι πίστευαν πως είχαν κλείσει οριστικά. Ήξερε όμως και κάτι ακόμη: πως η αλήθεια, όσο κι αν αργεί, πάντα ζητά τον λόγο.
Και έτσι, χωρίς χειραψίες και χωρίς μεγάλες υποσχέσεις, ξεκίνησε ξανά μια υπόθεση που το χωριό είχε μάθει να μην προφέρει.

Ο Κυριακός ξεκίνησε την έρευνα αθόρυβα, όπως συνήθιζε. Δεν άνοιξε αρχεία ούτε αναζήτησε έγγραφα από την αρχή. Πρώτα πήγε στους ανθρώπους. Σε όσους ζούσαν ακόμη και κουβαλούσαν μέσα τους εκείνα τα χρόνια — άλλοι σαν παράσημο κι άλλοι σαν βάρος.

Ρωτώντας παλιούς αγωνιστές, άκουσε την ίδια ιστορία να ξετυλίγεται με διαφορετικές αποχρώσεις.

Ο Πολεμίτης, του είπαν, ήταν ταξιτζής. Είχε δικό του ταξί — πράγμα σπάνιο για την εποχή. Ήταν εργατικός, σχεδόν ακούραστος, και το αυτοκίνητό του δεν έμενε ποτέ ακίνητο. Με αυτό μετέφερε συγγενείς φυλακισμένων αγωνιστών στα βρετανικά στρατόπεδα, για να επισκεφθούν τους δικούς τους. Σε χρόνια φόβου και αποκλεισμών, εκείνος έκανε το δρομολόγιο ξανά και ξανά και έμπαινε στα εχθρικα στρατοπεδα ελευθερα.
Και ακριβώς αυτό στάθηκε το πρώτο σημείο που στηλίτευσαν όσοι τον κατηγόρησαν.

«Πολλά μπαινοβγαίνει στα στρατόπεδα», έλεγαν.
«Πολλά ξέρει».

«Πολλά βλέπει».

Το δεύτερο επιχείρημα ήρθε από αλλού. Ο Πολεμίτης ήταν χαρτοπαίκτης. Και όχι φτωχός. Πάντα ματσωμένος, πάντα με λεφτά στην τσέπη, πάντα πρόθυμος να ρίξει χαρτί. Σε μια εποχή που η φτώχεια ήταν κοινή μοίρα, η οικονομική του άνεση φάνηκε σε κάποιους ύποπτη. «Από πού τα βρίσκει;» ρωτούσαν. Και η υποψία, όταν βρει χώρο, μεγαλώνει εύκολα.

Όμως υπήρχε και η άλλη πλευρά. Εκείνη που μιλούσε χαμηλότερα, αλλά με περισσότερη βεβαιότητα.

Άλλοι αγωνιστές έλεγαν πως τίποτα από αυτά δεν στέκoνταν. Πως αν υπήρχε έστω και η παραμικρή ένδειξη συνεργασίας, οι ίδιες οι οικογένειες των φυλακισμένων δεν θα τον εμπιστεύονταν ποτέ. Κι όμως, με τη δική τους σύμφωνη γνώμη, μόνο εκείνον καλούσαν να τους μεταφέρει στη Κοκκινοτριμιθιά, στο αγγλικό στρατόπεδο με τα κρατητήρια. Μόνο στο δικό του τιμόνι ανέβαιναν γυναίκες, γονείς, αδέλφια αγωνιστών — άνθρωποι που δεν είχαν περιθώριο για λάθος.

Υπήρχε κι άλλο. Κάτι που, για όσους το γνώριζαν, έκλεινε τη συζήτηση.

Η οικογένειά του ήταν γνωστή για τον πατριωτισμό της. Και ιδιαίτερα ένας θείος του, που σχεδόν καθημερινά βρισκόταν στο σπίτι του ο Πολεμίτης. Άνθρωπος πρώτης γραμμής. Από τους πρώτους ανάμεσα στους πρώτους αρχηγούς των αγωνιστών του χωριού. Δύσκολα θα μπορούσε — έλεγαν — να συμβαίνει κάτι σκοτεινό κάτω από την ίδια στέγη, χωρίς να το γνωρίζει, κάτω από τη μύτη του. Και ακόμη δυσκολότερα να το ανεχθεί.

Ο Κυριακός άκουγε χωρίς να διακόπτει. Σημείωνε όχι μόνο όσα λέγονταν, αλλά και τον τρόπο που λέγονταν. Ποιοι μιλούσαν με βεβαιότητα, ποιοι με επιφύλαξη, ποιοι κοιτούσαν χαμηλά όταν ανέφεραν το όνομα του Πολεμίτη.
Οι απόψεις ήταν αντικρουόμενες. Μα όσο περνούσαν οι μέρες, ένα πράγμα γινόταν όλο και πιο καθαρό: οι περισσότερες μαρτυρίες δεν έγερναν προς την πλευρά του συνεργάτη των Άγγλων. Όχι με αποδείξεις, όχι με ντοκουμέντα — αλλά με εκείνη τη βαριά, ανθρώπινη βεβαιότητα που γεννιέται όταν κάτι «δεν κολλά».

Και αυτό, για τον Κυριακό, ήταν αρκετό για να προχωρήσει στο επόμενο βήμα. Γιατί αν η κατηγορία δεν στεκόταν στους ανθρώπους, τότε έπρεπε να αναζητηθεί αλλού:
στο ποιος την ξεκίνησε, πότε ειπώθηκε για πρώτη φορά, και ποιον εξυπηρέτησε.

Όσο κι αν έψαξε ο Κυριακός, όσο κι αν γύρισε την υπόθεση από όλες τις πλευρές, τα συμπεράσματα οδηγούσαν πάντα στο ίδιο σημείο.

Ο Πολεμίτης δεν είχε εχθρούς.

Δεν υπήρχε οικονομικό όφελος από τον θάνατό του.
Δεν εξυπηρετούσε καμία στρατηγική, κανέναν σκοπό του Αγώνα, καμία ανάγκη της εποχής.

Κι όμως, κάποιος τον ήθελε νεκρό.

Όχι επειδή πρόδωσε.

Όχι επειδή συνεργάστηκε.

Αλλά επειδή, με έναν τρόπο αθέλητο, βρέθηκε να ενοχλεί.
Ο Κυριακός κατάλαβε πως, σε τέτοιες εποχές, δεν χρειάζονται πάντα αποδείξεις για να στηθεί μια κατηγορία. Αρκεί ο λόγος ενός ανθρώπου με κύρος. Κάποιου που η φωνή του μετρούσε. Που δεν χρειαζόταν να εξηγήσει, ούτε να δικαιολογήσει. Κάποιου που έδινε εντολές — και αυτές εκτελούνταν.

Η αλήθεια δεν αποκαλύφθηκε με έγγραφα ούτε με ομολογίες. Φανερώθηκε μέσα από τις σιωπές. Από τα βλέμματα που απέφευγαν να συναντηθούν. Από τις φράσεις που έμεναν μισές. Από εκείνες τις λεπτομέρειες που όλοι γνώριζαν, αλλά κανείς δεν ήθελε να κατονομάσει.
Δεν ήταν πολιτικό το ζήτημα. Ήταν ανθρώπινο. Οικείο. Επώδυνα προσωπικό.

Κάπου ψηλά, κοντά στην κορυφή, υπήρξε ένας άνθρωπος που ένιωσε πως ο Πολεμίτης είχε περάσει ένα όριο — όχι του Αγώνα, αλλά της ζωής. Και σε εκείνη τη λεπτή γραμμή, όπου η εξουσία συναντά την ανθρώπινη αδυναμία, δόθηκε η εντολή.

Χωρίς φωνές. Χωρίς ίχνη. Χωρίς επιστροφή.

Ο Κυριακός δεν έγραψε ονόματα. Δεν τα χρειαζόταν. Η Κατερίνα κατάλαβε. Και αυτό ήταν αρκετό. Γιατί η αλήθεια, όταν ειπωθεί ολόκληρη, δεν χρειάζεται πάντα να κατονομάζει. Αρκεί να φωτίζει.

Και έτσι έκλεισε η έρευνα. Όχι με δικαίωση. Αλλά με γνώση. Και με τη σιωπή — αυτή τη φορά — να μην βαραίνει, αλλά να εξηγεί.

ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ / Η Σιωπηλή Ενέδρα της Καμήλας

Η νύχτα είχε πέσει βαριά στην Κισσόνεργα και ο Ζαχαρίας κρυβόταν πίσω από έναν σωρό άχυρα, κρατώντας σφιχτά τον ασύρματο πομπό. Από μακριά ακούστηκε το βαρύ βήμα των Βρετανών στρατιωτών να πλησιάζει αργά το μονοπάτι. Χωρίς να χάσει χρόνο, άπλωσε το χέρι προς το καλάθι με τα περιστέρια. Ένα μήνυμα έπρεπε να φτάσει στους συντρόφους του πριν οι στρατιώτες αντιληφθούν την παρουσία τους.

Κάθε κίνηση ήταν βουβή, κάθε ανάσα υπολογισμένη. Η νύχτα ήταν πεδίο δοκιμής θάρρους και ευφυΐας.

Ο Ζαχαρίας Γεωργίου δεν ήταν απλώς ένας νεαρός κρυμμένος στη σκιά. Ήταν αγωνιστής της ΕΟΚΑ και ενεργό μέλος της πρώτης οργανωμένης ομάδας στη Χλώρακα, ένας από εκείνους που έβαλαν την καθημερινή τους ζωή στην υπηρεσία του Αγώνα. Συμμετείχε στην πρώτη ομάδα Χλωρακιωτών που ορκίστηκαν στον Αγώνα, διακινώντας μηνύματα, μεταφέροντας οπλισμό και οργανώνοντας τοπικά δίκτυα αντίστασης.

Η σοβαρότητα και η πειθαρχία του τον κατέστησαν κρίκο ζωτικό στην αλυσίδα των αγωνιστών, όμως ποτέ δεν αναζήτησε δημοσιότητα. Πίστευε πως η σιωπή ήταν μορφή ευθύνης.

Χρόνια αργότερα, όταν ο Κυριακός μελετούσε τις εκτελέσεις Χλωρακιωτών αριστερών από την ΕΟΚΑ — εκτελέσεις που, σύμφωνα με την έρευνά του, είχαν γίνει άδικα και χωρίς εντολές — συνάντησε τον Ζαχαρία. Τώρα γέρος πλέον, ο νεαρός τότε αγωνιστής του εξιστόρησε πολλές από τις εμπειρίες του στον αγώνα.

Αυτό που εντυπωσίασε περισσότερο τον ερευνητή Κυριακό, δεν ήταν μόνο η δραστήρια συμμετοχή του Ζαχαρία, αλλά ένα συγκεκριμένο, σχεδόν άγνωστο περιστατικό που αποκάλυπτε τη σκέψη, την εφευρετικότητα και την αφοσίωσή του. Ήταν η ιστορία μιας ενέδρας.

Η ομάδα του Ζαχαρία είχε διαταχθεί να στήσει ενέδρα στη τοποθεσία Καμήλα της Κισσόνεργας. Ένα κομβόι αυτοκινήτων θα μετέφερε οπλισμό και στρατιώτες προς τον κόλπο της Μάας και η αποστολή ήταν σαφής: να το ανατινάξουν.
Πονηρός και προνοητικός, ο Ζαχαρίας εισηγήθηκε να πάει ο ίδιος από νωρίς για παρακολούθηση. Υπήρχε πάντα ο κίνδυνος προδοσίας. Οι Άγγλοι θα μπορούσαν να έχουν πληροφορηθεί το σχέδιο και να στήσουν αντιενέδρα.
Έτσι, πριν ακόμη χαράξει καλά η μέρα, βρέθηκε στη θέση του. Πίσω από τη σωρό άχυρα και τους χαμηλούς θάμνους, μπορούσε να βλέπει καθαρά τον δρόμο, τις πλαγιές και τη θάλασσα στο βάθος. Οι ώρες περνούσαν αργά. Το κορμί του είχε μουδιάσει από τη νυχτερινή παγωνιά. Τα δάχτυλά του είχαν παγώσει γύρω από τον πομπό. Κάθε φορά που ένα κλαδί έσπαγε στο βάθος, η καρδιά του χτυπούσε πιο δυνατά.
Κάθε ανάσα ήταν μια λεπτή γραμμή ζωής. Κάθε σκέψη ένας στρατηγικός υπολογισμός.

Ο ήλιος άρχισε να ανεβαίνει αργά πάνω από τη θάλασσα και το φως έλουσε τις πλαγιές της Κισσόνεργας. Ο Ζαχαρίας παρέμενε ακίνητος, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να στείλει το σινιάλο στους συντρόφους του.
Και τότε άκουσε βήματα. Σιωπηλά.

Αθόρυβα τυλίχτηκε μέσα στα άχυρα και κράτησε την αναπνοή του. Από μπροστά του περνούσαν Βρετανοί στρατιώτες. Ήταν πολλοί και βαριά οπλισμένοι.

Ο Ζαχαρίας κατάλαβε αμέσως.Υπήρχε προδοσία.

Έμεινε ακίνητος, κάθε μυς του κορμιού του σφιγμένος.

Το μυαλό του δούλευε με ταχύτητα. Παρατηρούσε κάθε τους κίνηση, κάθε τους βήμα. Οι στρατιώτες προχωρούσαν αργά και έπαιρναν θέσεις στις πλαγιές. Έστηναν αντιενέδρα.
Ο ιδρώτας κυλούσε στην πλάτη του, αλλά δεν κουνήθηκε. Ακόμη και το παραμικρό τρίξιμο θα μπορούσε να τον προδώσει.
Όταν οι στρατιώτες πέρασαν από το επικίνδυνο σημείο, ο Ζαχαρίας τράβηξε αργά την ανάσα του. Με σταθερό χέρι έστειλε το σινιάλο στους συντρόφους του. Η επιχείρηση έπρεπε να αναβληθεί.

Και αναβλήθηκε. Η ομάδα γλίτωσε από την αντιενέδρα χάρη στην προνοητικότητα του Ζαχαρία. Όμως ο στόχος δεν είχε εγκαταλειφθεί.

Οι μέρες πέρασαν σιωπηλά. Το σχέδιο επανεξετάστηκε και οι αγωνιστές περίμεναν την κατάλληλη στιγμή.
Και εκείνη η στιγμή ήρθε. Πριν ακόμη χαράξει καλά, ο Ζαχαρίας βρέθηκε ξανά στην ίδια θέση. Το τοπίο ήταν ίδιο. Οι πλαγιές σιωπηλές, ο δρόμος άδειος και η θάλασσα στο βάθος γυάλιζε στο φως του πρωινού.
Αυτή τη φορά όμως δεν υπήρχε παγίδα. Όταν τα οχήματα εμφανίστηκαν στον δρόμο, το βλέμμα του παρέμεινε σταθερό. Παρακολούθησε προσεκτικά τις κινήσεις τους.

Καμία αντιενέδρα.

Με προσεκτική κίνηση έδωσε το συνθηματικό.

Σαν να ζωντάνεψε ξαφνικά η πλαγιά, οι αγωνιστές πήραν τις θέσεις τους. Το κομβόι πλησίαζε χωρίς να γνωρίζει τι το περίμενε.

Και όταν έφτασε στο σημείο της ενέδρας, η σιωπή έσπασε.
Η αποστολή εκτελέστηκε γρήγορα και αποφασιστικά. Μέσα σε λίγα λεπτά όλα είχαν τελειώσει.

Όταν η σκόνη καταλάγιασε, οι αγωνιστές είχαν ήδη χαθεί μέσα στο τοπίο.

Ο Ζαχαρίας έμεινε για λίγο ακόμη στη θέση του, κοιτάζοντας τον δρόμο. Δεν ένιωθε θρίαμβο. Μόνο εκείνη τη βαθιά σιωπηλή βεβαιότητα ότι είχε κάνει το καθήκον του.
Ύστερα σηκώθηκε και χάθηκε κι αυτός μέσα στους αγρούς. Η αποστολή είχε ολοκληρωθεί.

Χρόνια αργότερα, λίγοι θυμούνταν εκείνη την ενέδρα στην Καμήλα. Ο δρόμος συνέχισε να ενώνει τα χωριά, οι πλαγιές πρασίνισαν ξανά και ο άνεμος της θάλασσας πέρασε αμέτρητες φορές πάνω από τα ίδια χωράφια.

Μα κάπου μέσα στη μνήμη του τόπου έμενε ακόμη η σιωπηλή μορφή ενός νεαρού που περίμενε ακίνητος πίσω από έναν σωρό άχυρα, κρατώντας στα χέρια του την ευθύνη μιας ολόκληρης ομάδας.

Ο Ζαχαρίας Γεωργίου δεν ζήτησε ποτέ δόξα ούτε αναγνώριση. Για εκείνον ο Αγώνας ήταν χρέος προς τον τόπο και τους ανθρώπους του.

Και έτσι, όπως τόσοι άλλοι της γενιάς του, έμαθε να πολεμά μέσα στη σιωπή.

Γιατί η ελευθερία δεν γράφεται μόνο με μεγάλες μάχες και ηχηρά ονόματα. Χτίζεται και από τέτοιες στιγμές..

Ο Ζαχαρίας χάθηκε μέσα στα χωράφια όπως είχε έρθει — σιωπηλά.

Μα εκείνη τη μέρα, είχε χαράξει ακόμη μια μικρή γραμμή στην ιστορία της ελευθερίας της Κύπρου.

Ο ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ ΚΑΦΕΝΕΣ / Κατά λάθος δολοφόνοι 

Ο Κυριακός καθόταν κάτω από την τερατσιά της αυλής του και απολάμβανε το δροσερό θαλασσινό αεράκι που φυσούσε και έσπαζε την αφόρητη ζέστη του καλοκαιριού. Από μακριά είδε τον Ναπολή να έρχεται. Ήταν φίλος του και συγγενής του.

Κατάλαβε πως δεν ερχόταν για καφέ.

Ήρθε για να ζητήσει μια χάρη.

— Κυριακέ, του είπε, ξέρεις την ιστορία του πατέρα μου, του Κλεόπα. Τον σκότωσε η οργάνωση. Άλλοι λένε πως ήταν κατά λάθος. Θέλω να πάψω να έχω αμφιβολίες. Θέλω την αλήθεια.

Ο Κυριακός δεν μπορούσε να του αρνηθεί. Ήταν χρέος του να ψάξει το ζήτημα. Ήταν και συγγενής του. Ήταν γεγονότα παλιά, από τότε που και οι δυο τους ήταν μικρά παιδιά. Κι όσοι τα έζησαν, δεν μιλούσαν. Είχαν όρκο σιωπής. Κι όμως, έψαξε. Υπήρχαν ακόμα άνθρωποι εν ζωή που είχαν δει και ακούσει. Και καθώς οι περισσότεροι είχαν μεγάλη εκτίμηση στον Κυριακό, άνοιξαν το στόμα τους. Είπαν αλήθειες κρυφές, αφανέρωτες. Άκουσε πολλούς. Άκουσε κουβέντες που έστεκαν. Άκουσε και κουβέντες αντιφατικές. Κι όταν έβγαλε τα συμπεράσματά του, όπως εκείνος ήξερε, φώναξε τον Ναπολή.

-Άκου, Ναπολή, τι συνέβηκε πραγματικά. Ο πατέρας σου σκοτώθηκε στον καφενέ του Φουκιδή. Κι αυτός ο καφενές, να ξέρεις, λένε πως είναι καταραμένος από τη μέρα που κτίστηκε, αρχές του 1900, μέχρι σήμερα.
Όχι γιατί το είπε κανείς με το στόμα. Μα γιατί έτσι φερόταν ο τόπος.

Σαν να κρατούσε μνήμη. Σαν να μη λησμονούσε τίποτα.
Από τότε που άνοιξε το μικρό πετρόχτιστο κτίριο, δεν έκλεισε ποτέ στ’ αλήθεια. Μονάχα άλλαζε όψη. Άλλοτε φώτιζε από γέλια κι άλλοτε βούλιαζε σε σιωπές βαριές, που κολλούσαν στα ρούχα όσων έβγαιναν έξω.
Στα τραπέζια του χάθηκαν άνθρωποι χωρίς να φύγουν από τη θέση τους. Άφηναν πάνω στην τσόχα τον ιδρώτα τους, το μισθό τους, ύστερα το χωράφι, κι ύστερα κάτι από τον εαυτό τους. Το χαρτί γύριζε, τα μάτια γυάλιζαν, και κάπου εκεί τελείωνε η επιστροφή. Όσοι έλεγαν «άλλη μια παρτίδα» δεν ήξεραν πως το χρέος είχε ήδη γραφτεί.
Σε μια γωνιά καθόταν πάντα η ανάγκη. Άλλοτε είχε πρόσωπο τοκογλύφου, άλλοτε φίλου που δάνειζε «για το καλό σου». Οι υποσχέσεις δίνονταν χαμηλόφωνα και οι υπογραφές έμπαιναν χωρίς μελάνι. Το πρωί έβρισκε σπίτια δεμένα, στόματα κλειστά και μάτια που δεν κοίταζαν πια κατάματα.

Λόγια ειπώθηκαν που δεν ξελέγονταν. Καβγάδες γεννήθηκαν από μια ματιά στραβή, από ένα ποτήρι που άδειασε πιο γρήγορα απ’ όσο έπρεπε. Κάποιοι έπεσαν, άλλοι σηκώθηκαν κουτσαίνοντας. Το πάτωμα έμαθε το βάρος του ανθρώπινου σώματος, και οι τοίχοι έμαθαν να μη μιλούν.

Μα δεν ήταν μόνο η μικρή, καθημερινή καταστροφή.
Στους καπνούς και στα μισόκλειστα παντζούρια πάρθηκαν αποφάσεις βαριές. Άνθρωποι κρίθηκαν χωρίς να το ξέρουν. Άλλοι σώθηκαν από τύχη κι άλλοι χάθηκαν χωρίς λόγο. Πατρίδα ειπώθηκε σαν προσευχή, μα πληρώθηκε σαν αμαρτία.

Κάποια βράδια ο καφενές γέμισε πανικό. Καρέκλες έπεσαν, ποτήρια έσπασαν, κι ανυποψίαστοι χωριανοί βρέθηκαν στο χώμα πριν προλάβουν να ρωτήσουν το γιατί. Το αίμα στέγνωσε, μα η μυρωδιά έμεινε. Έμεινε και η συνήθεια να χαμηλώνει η φωνή όταν περνάς απ’ έξω.
— Και οι μαρτυρίες λένε, συνέχισε ο Κυριακός, πως κι ο πατέρας σου εκεί μέσα έφυγε. Άδικα. Δεν τον σκότωσε η οργάνωση. Τον σκότωσαν άνθρωποι της οργάνωσης. Κατά λάθος.

Ήταν νύχτα γιορτής. Μια βάφτιση. Αγωνιστές διασκέδαζαν και ήπιαν λίγο παραπάνω. Κάποιος πέταξε την ιδέα να πάνε στον καταραμένο καφενέ να φοβερίσουν τους κουμαρτζήδες. Να σταματήσουν, να μην πεινάνε τα παιδιά τους. Νόμισαν πως θα έκαναν θεάρεστο έργο.
Πήγαν με μάσκες. Έγινε σύγχυση. Έπεσαν πυροβολισμοί. Οι σφαίρες εξοστρακίστηκαν. Ο Μακρής έφαγε μία στο κωλομέρι και γλίτωσε. Ο Κλεόπας έφαγε κι αυτός μία, που δεν φαινόταν σοβαρή. Μα ώσπου να τον φορτώσει ο Χαμπής στο φορτηγό και να τον πάει στο νοσοκομείο, πέθανε από αιμορραγία. Η πληγή ήταν στη φλέβα.
Πήγε κατά λάθος, Ναπολή.

Και το κατά λάθος πονά πιο πολύ απ’ το σκόπιμο.
— Κι όμως, συνέχισε ο Κυριακός, η κατάρα δεν σταμάτησε εκεί. Λίγο πριν από το περιστατικό του πατέρα σου, προσπάθησαν εκεί να σκοτώσουν κι άλλον.

Διέταξαν τον Κόκο, που ήταν εκτελεστής, να σκοτώσει τον Χριστοφή. Έστησε καρτέρι έξω απ’ τον καφενέ με χειροβομβίδα. Δεν ήθελαν όπλο. Ήθελαν σιγουριά.
Μα όταν ο Χριστοφής βγήκε έξω, με το γνωστό του χαμόγελο, και τον κοίταξε στα μάτια, όλα άλλαξαν. Ήταν φίλος του. Η διαταγή ήταν διαταγή, μα η καρδιά δεν το επέτρεψε. Έριξε τη χειροβομβίδα λίγο πιο πέρα.
Ο Χριστοφής γλίτωσε, μα τραυματίστηκε βαριά. Θραύσμα στη φλέβα, πάνω από τον μηρό. Στην τύχη του όμως βρέθηκε κοντά ένας νοσοκόμος και του έκλεισε την πληγή με το χέρι. Έτσι δεν πέθανε από αιμορραγία, όπως ο Κλεόπας. Τη σκαπούλαρε.

— Μα η κατάρα, Ναπολή, συνέχισε. Άλλοι καταστράφηκαν και πέθαναν από άχτι. Άλλοι από καρδιά. Όπως ο Χαμπής. Ο ίδιος Χαμπής που μετέφερε τον πατέρα σου στο νοσοκομείο. Και αυτός την κακή του τύχη την έπαθε μέσα στον καφενέ.

Γερός, έξυπνος, δουλευταράς. Γύριζε το νησί με το φορτηγό του και ήξερε τα παζάρια καλύτερα απ’ όλους. Κι έλεγα μέσα μου: «Αυτόν δεν θα τον νικήσει τίποτα».
Κι όμως… τον νίκησε ο καφενές.

Όχι με βία. Με συνήθεια.

Καθόταν στα ίδια τραπέζια. Έπαιζε χαρτιά. Έχανε, κέρδιζε, ξανακαθόταν. Όσα μάζευε στον δρόμο, τα άφηνε εκεί. Δεν τον τραβούσε κανείς. Δεν τον πίεζε κανείς. Κι αυτό είναι το πιο επικίνδυνο.

Όταν πέθανε, στο σπίτι του, στην πολυθρόνα, είπαν πως ήταν η καρδιά.

Μα η καρδιά του τον πρόδωσε μέσα στον καφενέ. Εκλεισε την παρτίδα, μα δεν πρόσεξε, δεν κατέβασε τα χαρυτιά. Το ποσό ήταν τεράστιο. Και καθώς έχασε από απροσεξία, η συγκίνηση τον νίκησε. Τον πρόδωσε εκεί, μέσα στο καφενέ. Και ωσπου να φτάσει σπίτι, τον τελείωσε.
Κι ο καφενές, μετά το θάνατο του Χαμπή, φαλίρησε.
Όσοι προσπάθησαν να τον ξανανοίξουν, δεν πήγαν καλά. Ίσως οι κατάρες των συγγενών, ίσως τα κακά που αιωρούνταν μέσα στην ατμόσφαιρα… κανείς δεν ξέρει.
Έμεινε ένας καταραμένος καφενές.

ΟΙ ΚΡΥΦΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ / Μια πραγματική ιστορία χωρίς ονόματα

Από την εποχή της Τουρκοκρατίας μέχρι και τα χρόνια της Αγγλοκρατίας, η πορνεία στην Κύπρο δεν έπαψε ποτέ να υπάρχει. Απλώς άλλαζε μορφές και πρόσωπα. Οι περισσότερες γυναίκες που εξασκούσαν το επάγγελμα βρίσκονταν υπό την προστασία κάποιου μαστροπού. Εκείνος φρόντιζε για την «τάξη», για την ασφάλεια, για τους πελάτες. Κρατούσε μακριά τους περίεργους και διασφάλιζε πως το κάθε τι γινόταν σιωπηλά, χωρίς να ενοχλεί την κοινωνία που ήξερε — μα δεν μιλούσε.
Υπήρχαν όμως και οι άλλες. Οι λίγες, οι πιο σιωπηλές, οι πιο μόνες. Εκείνες που δούλευαν χωρίς μαστροπό, χωρίς προστασία, χωρίς κανέναν να λογοδοτούν πέρα από την ανάγκη της επιβίωσης. Πίστευαν πως έτσι δεν θα φανερωθούν, πως δεν θα στιγματιστούν.
Μα αυτές ζούσαν σε έναν κόσμο πιο επικίνδυνο. Χωρίς προστασία, έρμαια στις ορέξεις καλών και κακών ενοχλητικών ανθρώπων.
Όμως αυτές, διάλεγαν προσεκτικά ποιον θα δεχτούν, κρατούσαν τις πόρτες τους κλειστές και τη ζωή τους ακόμη πιο κρυφή. Δεν ανήκαν πουθενά. Ούτε στην κοινωνία, ούτε στο «σύστημα» της μαστροπίας. Ήταν αόρατες — και γι’ αυτό, πιο μόνες από όλες. Όμως, όσο κι αν προσπαθούσαν, το κακό τους όνομα σιγοψιθυριζόταν, ιδιαίτερα στις μικρές κοινωνίες.
Στη Χλώρακα, στα τελευταία χρόνια του Αγώνα της ΕΟΚΑ, ζούσε μία από αυτές. Από πάμπτωχη οικογένεια. Μεγάλωσε μέσα στη στέρηση, σε ένα σπίτι που δεν είχε να της δώσει ούτε φαγητό, πόσο μάλλον προίκα ή άλλες επιλογές. Έτσι, χωρίς να τη ρωτήσουν, την πάντρεψαν με τον πρώτο τυχαίο. Ήταν ένας γάμος ανάγκης — όχι επιλογής.
Μα ο κόσμος γνώριζε. Στην οικογένεια του άντρα υπήρχε μια βαριά σκιά. Μια κληρονομιά που δεν φαινόταν, μα όλοι την ψιθύριζαν: η τρέλα. Ο αδελφός του ήταν ήδη κλεισμένος στο τρελοκομείο. Ένας άλλος συγγενής είχε την ίδια μοίρα. Και παρ’ όλα αυτά, ο γάμος έγινε.
Στην αρχή, όλα έμοιαζαν ήσυχα. Ύστερα, σιγά σιγά, ήρθαν τα σημάδια. Ο άντρας της άλλαζε. Το βλέμμα του γινόταν βαρύ, οι κινήσεις του αλλόκοτες, οι νύχτες του ανήσυχες. Και μια μέρα, όπως ακριβώς φοβόντουσαν όλοι, τον πήραν. Τον έκλεισαν κι εκείνον μέσα.
Δεν πέρασε πολύς καιρός. Πέθανε. Η χήρα έμεινε μόνη. Χωρίς άντρα, χωρίς οικογένεια να τη στηρίξει, χωρίς περιουσία. Ούτε όμορφη ήταν, ούτε είχε κάτι να προσφέρει σε έναν δεύτερο γάμο. Στο χωριό, οι γυναίκες σαν κι αυτήν δεν είχαν πολλές επιλογές.
Και έτσι, σιγά σιγά, χωρίς να το πει σε κανέναν, πήρε τον δρόμο που τόσες πριν από εκείνη είχαν πάρει. Έγινε μία από τις «κρυφές».
Η ζωή της άλλαξε, μα όχι προς το καλό. Όμως μπορούσε να έχει ένα πιάτο φαϊ στο τραπέζι.
Ζούσε σε μια μικρή κάμαρη σε μια απόμερη γειτονιά. Την ημέρα ήταν αόρατη — μια απλή, σιωπηλή γυναίκα που περνούσε απαρατήρητη. Μα τη νύχτα, ο κόσμος της ξυπνούσε.
Δεν δούλευε όπως οι άλλες. Δεν είχε μαστροπό. Δεν ήθελε κανέναν πάνω από το κεφάλι της. Προτιμούσε τον κίνδυνο από την εξάρτηση. Διάλεγε η ίδια. Έλεγχε η ίδια. Ήθελε να μείνει κρυφή. Να μη γνωρίζει ο κόσμος. Τον φοβόταν.
Έτσι είχε πάντα την πόρτα της κλειστή. Δεν έβγαινε, έμενε κλεισμένη στη μικρή της κάμαρη. Αλλά όπως συμαβαίνει πάντα, το όνομα της κυκλοφόρησε. Κάποιοι ήξεραν. Και καθώς όπως ήταν φυσικό, κυκλοφόρησε στους κύκλους των ανδρών, κάποιοι της χτυπούσαν την πόρτα. Μα εκείνη δεν απαντούσε. Μόνο όσοι γνώριζαν το συνθηματικό χτύπημα μπορούσαν να περάσουν το κατώφλι της.
Οι επισκέπτες πελάτες της δεν ήταν από το χωριό. Δεν ήθελε μπλεξίματα, ούτε βλέμματα που θα την ακολουθούσαν την ημέρα. Είχε στήσει το δικό της σχέδιο: κάποια πρωινά πήγαινε στο παζάρι της Πάφου, εκεί που δεν τη γνώριζε κανείς, και έβρισκε πελάτες. Πήγαινε μόνο με ξένους. Στρατιώτες Άγγλους στα χρόνια της Αγγλοκρατίας, αργότερα άνδρες των Ηνωμένων Εθνών. Και κάποιους ναύτες, όταν κανένα πλοίο έπιανε στο λιμάνι της Πάφου. Αυτοί έρχονταν και έφευγαν. Δεν ρωτούσαν. Δεν έμεναν. Και αυτό της ταίριαζε.
Τα χρόνια πέρασαν. Η νιότη της έσβησε αθόρυβα, όπως είχε έρθει. Οι επισκέπτες λιγόστεψαν. Το σώμα της κουράστηκε. Η ζωή της μίκρυνε, όπως μίκραινε και ο κόσμος γύρω της.
Έμεινε φτωχή. Απένταρη. Μόνη. Στην ίδια μικρή κάμαρη.
Κάποιες φορές, κάποιος χτυπούσε ακόμη την πόρτα. Εκείνη καθόταν ακίνητη, ακούγοντας. Αν δεν άκουγε το σωστό σήμα, δεν απαντούσε. Ποτέ. Μόνο στους λίγους που γνώριζαν. Στους παλιούς. Σ’ εκείνους που κουβαλούσαν μαζί τους τις νύχτες μιας άλλης εποχής. Μα κι αυτοί είχαν πια λιγοστέψει, είχαν χαθεί.
Κάποια βράδια καθόταν στο παράθυρο. Κοίταζε τα σοκάκια της Χλώρακας και καθώς σκεφτόταν, διαιροτόταν:
«Έζησα… ή απλώς πέρασα; Τι μου έμεινε; Μια μίζερη ζωή, φτωχή και πονεμένη… χωρίς φαΐ, χωρίς ψωμί.»
Αλλά δεν είχε απάντηση.
Και τα χρόνια πέρασαν. Πέθανε μόνη. Δεν την είδε, ούτε τη νοιάστηκε κανείς. Μόνο ύστερα από μέρες, όταν η μυρωδιά απλώθηκε στη γειτονιά, την ανακάλυψαν. Έφυγε όπως έζησε, χωρίς θόρυβο.
Στην κηδεία της ήταν μόνο ο παπάς, ο νεωκόρος και ο νεκροθάφτης, που πληρώθηκε από τις αρχές του χωριού για να την θάψει.
Η κάμαρά της έμεινε για χρόνια κλειστή. Άδεια — μα όχι πραγματικά άδεια. Οι τοίχοι της κρατούσαν κάτι: μια βαριά σιωπή, ένα ίχνος ζωής, μια ανάμνηση που δεν έφευγε. Οι περαστικοί ένιωθαν κάτι όταν περνούσαν απ’ έξω, μα δεν ήξεραν τι.
Ίσως ήταν οι ψίθυροι. Ίσως ήταν εκείνη.
Χρόνια μετά, το σπίτι χαλάστηκε για να πλατύνει ο δρόμος. Οι πέτρες έπεσαν, η κάμαρη χάθηκε, και μαζί της χάθηκε και το τελευταίο ίχνος της φτωχής γυναίκας.
Μα όχι εντελώς. Γιατί σε κάθε χωριό υπάρχουν ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ. Μόνο ψιθυρίστηκαν. Και η κρυφή της Χλώρακας, έμεινε μία από αυτές: Για πάντα κρυφή.

ΑΝΔΡΕΑΣ ΧΡ. ΤΣΕΛΕΠΟΣ / Διακοινοτικές ταραχές 

Η εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα στις δύο κοινότητες είχε αρ-χίσει να διαλύεται, καθώς πολιτικές διαφωνίες, φόβοι, καχυ-ποψία και αντικρουόμενα οράματα για το μέλλον του νησιού δηλητηρίαζαν την καθημερινότητα. Οι εντάσεις γύρω από τη διακυβέρνηση, η αμφισβήτηση των συμφωνιών της Ζυρίχης και η αυξανόμενη ανάμειξη εξωτερικών παραγόντων έσπρω-χναν τα πράγματα προς τη σύγκρουση.

Η Άννα δεν πίστευε στα φαντάσματα. Πίστευε, όμως, στη μνήμη. Και ήξερε πως η μνήμη, όταν την αγνοούν, βαραίνει τους τόπους περισσότερο κι από τους ανθρώπους.
Ο πατέρας της Ανδρέας Τσέλεπος σκοτώθηκε εκεί. Στο κτίριο που κάποτε λεγόταν φυλάκιο και αργότερα απλώς «εκείνο το μέρος». Από τότε, τίποτα δεν στάθηκε μέσα του για πολύ. Το κτίριο έμενε άδειο όχι από απόφαση, αλλά σαν να απέρριπτε μόνο του τον κόσμο. Όσοι επιχείρησαν να το κατοικήσουν έφευγαν γρήγορα, χωρίς εξηγήσεις, χωρίς κατηγορίες, Μόνο με το βλέμμα χαμηλωμένο, σαν να είχαν περάσει από έναν χώρο που δεν συγχωρούσε τη λήθη.

Με τα χρόνια γεννήθηκαν φήμες. Πως ο νεκρός δεν είχε δικαιωθεί. Πως κάτι έμενε ανοιχτό. Πως γι’ αυτό ο τόπος δεν ησύχαζε.

Η Άννα τις άκουγε χωρίς να τις υιοθετεί. Μέχρι τη μέρα που ένας ένοικος την αναζήτησε μόνος του.
Ήταν ταραγμένος. Δεν μιλούσε σαν άνθρωπος που θέλει να εντυπωσιάσει, αλλά σαν κάποιος που φοβόταν μήπως θεωρηθεί τρελός. Της μίλησε για τις νύχτες. Ξυπνούσε από έναν χαμηλό ήχο μέσα στον τοίχο του υπνοδωματίου. Δεν ήταν καθαρή φωνή. Έμοιαζε περισσότερο με ανάσα που προσπαθούσε να γίνει λέξη και δεν τα κατάφερνε. Η λάμπα άρχιζε να τρεμοπαίζει χωρίς λόγο. Όταν ανασηκωνόταν στο κρεβάτι, ο ήχος κόβόταν απότομα — σαν να καταλάβαινε πως τον άκουαν.
Πλησίαζε τον τοίχο και ένιωθε κρύο. Όχι υγρασία. Όχι ρεύμα αέρα. Ένα παγωμένο ρίγος, σαν να άνοιγε κάτι που δεν έπρεπε.

Δεν έμεινε μόνος του σ’ αυτό.

Λίγες μέρες αργότερα ήρθαν κι άλλοι. Άλλος ένιωθε ξαφνική δυσφορία σε έναν διάδρομο. Άλλος δεν άντεχε να κοιμηθεί στο ίδιο δωμάτιο δύο συνεχόμενες νύχτες. Όλοι μιλούσαν χαμηλόφωνα. Όλοι έλεγαν πως δεν ήθελαν να φύγουν, αλλά πως δεν τους άφηνε ο τόπος.
Τότε η Άννα κατάλαβε πως δεν επρόκειτο για φήμες. Κάτι συνέχιζε να υπάρχει εκεί ίσως από το παρελθόν— αν όχι ως παρουσία, τότε ως βάρος. Και όσο δεν λεγόταν, τόσο μεγάλωνε.

Ο πατέρας της δεν ήταν άνθρωπος που περνούσε απαρατήρητος όσο ζούσε. Είχε λόγο διαφορετικό, στάση ζωής αδιαπραγμάτευτη και βλέμμα διεισδυτικό, σαν να ζύγιζε τους ανθρώπους και τα πράγματα πριν ακόμη μιλήσει. Δεν ύψωνε τη φωνή του — δεν χρειαζόταν. Η παρουσία του αρκούσε για να αλλάζει την ισορροπία ενός χώρου.
Οι γύρω του το καταλάβαιναν χωρίς να μπορούν να το εξηγήσουν. Άλλοι ένιωθαν ασφάλεια, άλλοι αμηχανία, μα κανείς δεν έμενε αδιάφορος. Ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που απαιτούν πρώτα από τον εαυτό τους και, άθελά τους, απαιτούν και από τους άλλους. Δεν χώραγε σε μισές κουβέντες ούτε σε εύκολες υποχωρήσεις.

Γι’ αυτό και, όταν έφυγε, δεν έφυγε στ’ αλήθεια.

Η μνήμη του δεν περιορίστηκε σε φωτογραφίες και επετείους. Έμεινε σαν αποτύπωμα στον χώρο, σαν να είχε μάθει το κτίριο τον ρυθμό του και να αρνιόταν να τον ξεχάσει. Όχι ως σκιά ή μορφή, αλλά ως αίσθηση — εκείνη τη βαριά σιωπή που επιβάλλεται όταν κάποιος είχε συνηθίσει να στέκει όρθιος.

Η φήμη του, το γεγονός πως το όνομά του λεγόταν ακόμη χαμηλόφωνα, επηρέαζαν τον τόπο όσο και οι τοίχοι του. Όσοι περνούσαν από εκεί το ένιωθαν. Μείωναν τη φωνή τους, κινούνταν πιο προσεκτικά, σαν να υπήρχε κάτι που δεν ανεχόταν την αδιαφορία.

Και η Άννα θυμήθηκε κάθε λεπτομέρεια από εκείνη την τελευταία μέρα του πατέρα της όπως είχε καταγράψει τα γεγονότα ο αδελφός της Χριστόδουλος:

«Ο Αντρέας εκεί στο φυλάκιο χτυπά νευρικά το σέρτικο τσιγάρο στο πακέτο και το βάζει στο στόμα. "Είναι το τελευταίο, ανάθεμα", μονολογεί. Το ξανακτυπά, το σαλιώνει, το ξανακτυπά, θέλει να το απολαύσει. Γνωρίζει ότι είναι το τελευταίο του… Οι κινήσεις του είναι αργές. Το ξανακτυπά και προσπαθεί να βρει στο στρατιωτικό του σακάκι τα σπίρτα. Μέσα στην μεγάλη τσέπη, κάπου στο βάθος ανάμεσα στις σφαίρες, τα βρίσκει. «Για δες», λέει από μέσα του, και το τελευταίο σπίρτο. Ανάβει το σπίρτο και φέρνει τα δύο του χέρια γύρω να προστατεύσει τη φλόγα αλλά και να ζεστάνει τα παγωμένα του δάκτυλα. Τα καταφέρνει. Ρουφάει το τσιγάρο βαθειά και κρατάει λίγο τον καπνό στο στήθος. Τον απελευθερώνει. Μαζί με τον καπνό βγαίνει και η άχνα του κρύου καιρού. Όλα γίναν ένα.

Ο Αντρέας συνεχίζει το τελευταίο του τσιγάρο. Βγάζει από την εσωτερική του τσέπη το στυλό του. Ξεδιπλώνει το πακέτο και θέλει να γράψει κάτι. Αυτά τα πράγματα είναι αυθόρμητα. Είναι το χάρισμα που διακρίνει κάποιους που πρέπει να μείνουν αθάνατοι. Που πρέπει να ξεχωρίσουν. Φυσάει τον καπνό και αρχίζει να γράφει στο εσωτερικό άσπρο του πακέτου: «Το να ζει κανείς δεν είναι κατόρθωμα…» Σκέφτεται, ξεφυσά τον καπνό και βλέπει το τσιγάρο. Έχει φτάσει στη μέση. Οι πυροβολισμοί γύρω του δίνουν και παίρνουν. Θυμάται την τελευταία κουβέντα που είχε με τη γυναίκα του, που είχε κακό προαίσθημα και τον έβλεπε να τρέχει να οργανώσει τους νέους στην Εθνοφυλακή.

«Και καλά ρε Αντριάνα», της έλεγε, «αν όλοι καθίσουμε στα σπίτια μας, ποιος θα πολεμήσει γι’ αυτόν τον τόπο; Να ξέρεις, εμείς ποτίσαμε με αίμα αυτήν την πατρίδα και δεν την χαρίζουμε σε κανέναν. Όταν θα έρθει η ώρα μου και η σφαίρα θα γράφει το όνομα μου, καλώς να ορίσει.

Θα περάσουμε και στην ιστορία. Και τι θα γίνουν τα τέσσερα παιδιά μου;» Σκέφτεται. «Θα φροντίσει η πολιτεία. Είναι το ελάχιστο που θα πράξει για τους ήρωες της».
Ξανάπιασε την πέννα και συνέχισε: «…το να αποθάνεις όμως για την πατρίδα είναι μεγάλη τιμή». Κοίταξε τα γραφόμενα. Χαμογέλασε με ικανοποίηση. Δίπλωσε το πακέτο και το φύλαξε στην τσέπη του στρατιωτικού σακακιού του, ανάμεσα στις σφαίρες. Έβαλε τον σταυρό του και γύρισε να φιλήσει τους συναγωνιστές του. Πήρε το όπλο του πιο ήρεμος, πιο πράος. Λες και πέρασε από τη θεία κοινωνία και πήγε προς τη θυρίδα του φυλακίου.
Η μάχη είχε φουντώσει. Μια σφαίρα διαπέρασε τη θυρίδα. Ναι, ήταν αυτή που έγραφε το όνομά του: «Αντρέας Χρ. Τσέλεπος». Τον βρήκε σχεδόν στο μάτι. Ξεψύχησε ακαριαία. Ένα χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του. Το χέρι του είχε καταφέρει να φτάσει στην τσέπη του και να χαϊδέψει για τελευταία φορά την «διαθήκη» του. «Το να ζει κανείς δεν είναι κατόρθωμα. Το ν’ αποθάνει για την πατρίδα είναι μεγάλη τιμή».

Αυτό ήταν το αποτύπωμα που άφησε. Η μνήμη του δεν ζητούσε δάκρυα. Ζητούσε να ειπωθεί η αλήθεια.

Έτσι βρέθηκε η Άννα στο γραφείο του Κυριακού. Δεν του ζήτησε να κυνηγήσει φαντάσματα. Του ζήτησε να δει ό,τι άλλοι απέφευγαν. Να μπει σε έναν χώρο που κανείς δεν ήθελε να κατοικήσει, γιατί ίσως πρώτα έπρεπε να ειπωθεί η αλήθεια που είχε θαφτεί μέσα του.

Ο πατέρας της έφυγε από το σπίτι όπως φεύγουν οι άνθρωποι που ξέρουν πως δεν θα πείσουν κανέναν, αλλά πρέπει να πάνε. Η γυναίκα του τον κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Εκείνος έδεσε τα κορδόνια του αργά, σχεδόν τελετουργικά. Όχι από φόβο. Από επίγνωση. Είχε περάσει πολέμους. Ήξερε πότε μια μέρα δεν μοιάζει με τις άλλες.
«Αν όλοι μείνουμε μέσα», της είπε ήρεμα, «ποιος θα σταθεί έξω;»

Το φυλάκιο δεν ήταν τίποτα σπουδαίο. Ένα πρόχειρο κτίριο, με τοίχους που κρατούσαν περισσότερο από συνήθεια παρά από αντοχή. Νέοι άνθρωποι γύρω του — άπειροι, με μάτια που έψαχναν κάποιον να τους πει πού να σταθούν. Εκείνος στάθηκε απλώς εκεί που έπρεπε.
Ήξερε πως η μάχη δεν είναι πάντα ανταλλαγή πυρών. Μερικές φορές είναι απλώς παρουσία.

Μέσα σε μια παύση, άναψε τσιγάρο. Έγραψε λίγες λέξεις στο πακέτο και το έβαλε πίσω, δίπλα στις σφαίρες.
Η σφαίρα ήρθε καθαρά. Τον βρήκε στο μάτι.

Ο χώρος πάγωσε. Όχι από τρόμο. Από συνειδητοποίηση.
Το σώμα έμεινε εκεί. Το αίμα σκούρυνε στο πάτωμα. Οι τοίχοι κράτησαν τη σιωπή. Κανείς δεν σημάδεψε το σημείο.
Κι όμως, από τότε, το κτίριο δεν ήταν πια απλώς κτίριο. Ήταν τόπος. Γιατί κάποιοι άνθρωποι, όταν φεύγουν, δεν αφήνουν φωνές ή σκιές. Αφήνουν εκκρεμότητες.
Και κάποιοι θάνατοι δεν ζητούν δάκρυα. Ζητούν να ειπωθεί η αλήθεια που τους γέννησε. Και όσο αυτή δεν λέγεται, ο τόπος δεν ησυχάζει.

Η Άννα δεν σταμάτησε εκεί.

Συνέχισε να εξηγεί. Όχι σαν κόρη που θρηνεί, αλλά σαν άνθρωπος που προσπαθεί να καταλάβει τι ακριβώς ζητά ένας τόπος όταν αρνείται να ησυχάσει. Του μίλησε για μια ηλικιωμένη γυναίκα που βρέθηκε νεκρή εκεί. Ο γιατρός μίλησε για καρδιακή ανακοπή. Ήταν άλλωστε μόνη, μεγάλης ηλικίας, με ιστορικό. Τίποτα το ύποπτο.

Οι γείτονες όμως μιλούσαν ψιθυριστά. Για «κάτι» που ακουγόταν το προηγούμενο βράδυ. Για έναν ήχο που δεν ταίριαζε σε σωληνώσεις ούτε σε παλιούς τοίχους. Κάποιος θυμήθηκε ότι η γυναίκα έλεγε συχνά πως «ο τοίχος της μιλούσε». Όχι με λέξεις —με παρουσία.

Ο φόβος άρχισε να αποκτά συλλογική μορφή.

Η Άννα τον κοίταξε στα μάτια.

«Αποφάσισα λοιπόν να έρθω σε σένα», του είπε. «Η φήμη σου είναι μεγάλη. Ξέρω πως θα ψάξεις μέχρι τέλους. Αλλά θέλω να είμαι κι εγώ μαζί σου. Θέλω να δω την πραγματικότητα. Αν ο πατέρας μου, από όπου κι αν βρίσκεται, έχει κάποια εκκρεμότητα. Αν πρέπει να γίνει κάτι. Ή αν όλα έχουν τη φυσική τους εξήγηση».

Έτσι ο Κυριακός ανέλαβε την υπόθεση.

Η πρώτη επίσκεψη στο κτίριο έγινε μέρα. Ο Κυριακός παρατήρησε πράγματα που οι άλλοι απέφευγαν: ρωγμές που δεν ακολουθούσαν τη λογική της φθοράς, πρόχειρες ανακαινίσεις που κάλυπταν κάτι περισσότερο από υγρασία, τοίχους διαφορετικού πάχους στο ίδιο πάτωμα. Η Άννα περπατούσε δίπλα του σιωπηλή. Όχι φοβισμένη. Συγκεντρωμένη. Σαν να αναγνώριζε κάτι χωρίς να το κατονομάζει.
Έμειναν ως αργά τη νύχτα. Λίγο μετά τα μεσάνυχτα, όταν η θερμοκρασία έπεσε και το κτίριο βυθίστηκε στη σιωπή, ο ψίθυρος ακούστηκε. Όχι δυνατός. Όχι απειλητικός. Ρυθμικός. Σαν επανάληψη. Σαν κάτι που δοκιμάζει ξανά και ξανά να βγει προς τα έξω.

Ο Κυριακός δεν τρόμαξε. Τον ενόχλησε η επιμονή.

Η Άννα τον άκουσε κι εκείνη. Έσφιξε τα χέρια της, όχι από φόβο, αλλά από ένα γνώριμο βάρος — σαν εκείνο που ένιωθε παιδί, όταν ο πατέρας της στεκόταν σιωπηλός πίσω της και ήξερε ότι κάτι σοβαρό ερχόταν. Οι ώρες καταγράφηκαν. Πάντα λίγο μετά τα μεσάνυχτα. Πάντα όταν το κτίριο «ησύχαζε». Κάποιοι ένοικοι έφυγαν. Άλλοι κρέμασαν φυλαχτά. Ο φόβος έγινε επιθετικός — όχι προς το άγνωστο, αλλά προς όποιον προσπαθούσε να το εξηγήσει.

Στα αρχεία του δήμου, ο Κυριακός βρήκε το κενό. Ένα παλιό ενοικιαστήριο που δεν ανανεώθηκε ποτέ. Ένα όνομα σβησμένο με στυλό. Έναν άνθρωπο που τυπικά «έφυγε», αλλά δεν καταγράφηκε ποτέ πού πήγε. Κανείς δεν τον θυμόταν καθαρά. Ή μάλλον, κανείς δεν ήθελε.
Όταν ο ψίθυρος έγινε πιο καθαρός, ο Κυριακός ένιωσε άβολα. Όχι φόβο — σαν να άκουγε κάποιον που προσπαθούσε να ακουστεί και είχε εξαντληθεί.

Η Άννα στεκόταν δίπλα του.

«Δεν είναι ο πατέρας μου», είπε χαμηλά. «Εκείνος δεν παρακαλούσε. Εκείνος στεκόταν».

Αποφάσισαν να χαλάσουν τον τοίχο. Πίσω του υπήρχε ένας στενός χώρος και μέσα ένας σκελετός ανθρώπου. Σημάδια ότι είχε προσπαθήσει να βγει. Να φωνάξει. Να μείνει ζωντανός.

Κανένα φάντασμα. Μόνο ένας θάνατος που κανείς δεν παραδέχτηκε και δεν ερεύνησε.

Ο Κυριακός, που είχε παρατηρήσει όλες τις λεπτομέρειες, αποφάνθηκε: Η εξήγηση ήταν καθαρά τεχνική. Οι τοίχοι, με την πάροδο του χρόνου, διαστέλλονταν και συστέλλονταν — μικρές κινήσεις που δημιουργούσαν ήχους σχεδόν ανεπαίσθητους. Ο αέρας που περνούσε μέσα από τις παλιές σωληνώσεις δημιούργησε σιγανές δονήσεις, σαν ψίθυρους που δεν υπήρχαν πραγματικά. Οι κενές κοιλότητες μέσα στους τοίχους ενίσχυαν και διέδιδαν αυτούς τους ήχους, κάνοντάς τους να φαίνονται πιο σταθεροί και συνεχιζόμενοι απ’ ό,τι ήταν στην πραγματικότητα.

Και τότε ο εγκέφαλος έκανε το υπόλοιπο: συμπλήρωνε τα κενά, ένωνε τα θραύσματα του ήχου και τα μετέτρεψε σε κάτι που μοιάζει με φωνή, με ρυθμό, με νόημα. Ήταν σαν να «άκουγε» λόγια εκεί που υπήρχαν μόνο δονήσεις και θόρυβοι.

Ο φόβος ολοκλήρωνε τη διαδικασία. Όσο η αγωνία και η ανησυχία μεγάλωναν, τόσο οι ψίθυροι φαινόντουσαν πιο καθαροί, πιο σταθεροί, πιο «αληθινοί». Το παραφυσικό γεννήθηκε από τη λογική — όχι από μαγεία ή πνεύματα, αλλά από τη συνδυασμένη δράση της φυσικής και της ανθρώπινης αντίληψης.

Το παραφυσικό κατέρρευσε με τις εξηγήσεις. Η ενοχή όμως όχι. Κάποιοι είχαν κλείσει έναν άνθρωπο μέσα στον τοίχο και τον είχαν αφήσει εκεί. Ούτε ο θάνατος της ηλικιωμένης, ούτε του αγνώστου είχαν σχέση με φαντάσματα ή παραφυσικά φαινόμενα.

Η Άννα στάθηκε στον διάδρομο πριν φύγουν. Κατάλαβε κάτι σημαντικό: ο πατέρας της δεν ζητούσε δικαίωση. Ήταν ήδη δικαιομένος από τους ανθρώπους και από την ιστορία. Στάθηκε όπως έπρεπε. Άφησε το αποτύπωμά του με την ηρωική του πράξη, με το να δώσει τη ζωή του για την πατρίδα.
Έτσι η υπόθεση έκλεισε.

Ο Κυριακός έγραψε στο αρχείο του:

«Δεν υπήρξε φάντασμα. Αυτό που βάραινε τον τόπο ήταν ένας άλλος θάνατος. Ένας άνθρωπος που αγνοήθηκε, που δεν ακούστηκε ποτέ. Γιατί οι πιο τρομακτικές φωνές δεν έρχονται από την άλλη όχθη, αλλά από εκείνες που δεν ακούσαμε όσο ζούσαν».

ΣΚΙΕΣ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ: Μαρτυρίες από δύσκολους καιρούς

Στους αιώνες που κύλησαν πάνω από την Κύπρο από τα παλιά χρόνια των πρώτων χριστιανών έως τη σημερινή εποχή, η Εκκλησία στάθηκε άλλοτε φάρος και άλλοτε σκιά. Στις πέτρινες αυλές των ναών, κάτω από τα καμπαναριά που αντιλαλούσαν σε χαρές και λύπες, οι άνθρωποι έβρισκαν παρηγοριά, μα και αφορμές για πίκρα.
Ο ιερέας, ο παπάς στα χωριοά, δεν ήταν απλώς ένας λειτουργός. Ήταν πατέρας, εξομολόγος, καθοδηγητής. Το καθήκον του βαρύ: να αγαπά, να συγχωρεί, να σκύβει πάνω στον άνθρωπο με κατανόηση. Να κρατά τα μυστικά της ψυχής σαν ιερά. Να γίνεται παράδειγμα.
Έτσι λέει η πίστη. Έτσι ζητά η Εκκλησία.
Μα η ζωή… δεν υπάκουε πάντα στη διδασκαλία.
Από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας κι έπειτα της Αγγλοκρατίας, η Εκκλησία βρέθηκε πολλές φορές σε λεπτή θέση. Για να επιβιώσει, αναγκάστηκε να ισορροπεί ανάμεσα στον κατακτητή και τον λαό. Η στάση της ήταν συχνά διπλωματική, για κάποιους αναγκαία για άλλους ύποπτη. Δεν έλειψαν εκείνοι που την κατηγόρησαν για συμβιβασμούς, ακόμη και για συνεργασία.
Μα δεν ήταν μόνο οι εποχές δύσκολες. Ήταν και οι άνθρωποι.
Γιατί ο παπάς, όσο κι αν φέρει το ράσο, παραμένει άνθρωπος. Με αδυναμίες, πάθη, θυμούς. Και όταν ο άνθρωπος αυτός σφάλλει, το σφάλμα του βαραίνει διπλά, γιατί πέφτει πάνω στην πίστη των άλλων.
Έτσι γεννήθηκε η δυσπιστία. Οι χωρικοί έβλεπαν περιπτώσεις όπου: η εξομολόγηση δεν έμενε πάντα μυστική, η εξουσία του ιερέα γινόταν φόβος αντί για παρηγοριά, η συμπεριφορά του δεν ταίριαζε με το παράδειγμα του Χριστού, και η Εκκλησία, αντί να ενώνει, φαινόταν να πληγώνει.
Και το ερώτημα άρχισε να πλανιέται σιωπηλά στα καφενεία και στις αυλές: Είναι οι παπάδες η Εκκλησία; Ή μήπως η Εκκλησία είναι κάτι πέρα από αυτούς;

Τη δεκαετία του 1920 στη Χλώρακα, ο ιερέας του χωριού είχε μια κόρη όμορφη σαν την άνοιξη. Την ήθελε για καλή τύχη, για γάμο προκομμένο, με οικογένεια πλούσια και σεβαστή.
Μα μια γυναίκα του χωριανή, με πείσμα και επιμονή, έφερε κοντά την κοπέλα με τον ανιψιό της. Τα λόγια έγιναν βλέμματα, τα βλέμματα έγιναν αγάπη. Και όταν ήρθε η ώρα προξενιού με άλλον, η κόρη αρνήθηκε.

Ο παπάς θύμωσε. Όχι σαν πατέρας μόνο, μα σαν άνθρωπος που ένιωσε πως τον αψήφησαν.
Πήγε στη χωριανή γυναίκα. Και αντί για λόγια και συμβουλές συμφιλίωσης, ξεστόμισε κατάρες:
«Για το κακό που έκανες, το παιδί που κουβαλάς να γεννηθεί κουτσό και να σέρνεται.»
Και η κετάρα έπιασε, και έτσι έγινε. Το παιδί γεννήθηκε κουστσό και δεν περπάτησε ποτέ. Σερνόταν στους δρόμους με τα πόδια ατροφηκά, που τα τραβούσε σαν βάρος Για όλη του τη ζωή.
Στο χωριό, η ιστορία αυτή δεν ξεχάστηκε. Όχι γιατί ήταν θαύμα — αλλά γιατί ήταν πληγή και κατάρα. Γιατί ο άνθρωπος που έπρεπε να συγχωρεί, καταριόταν.

Χρόνια αργότερα, τη δεκαετία του 1940, στην Τίμη, ο παπάς είχε ένα μεγάλο περιβόλι, γεμάτο όρνιθες. Ήταν χρόνια φτώχειας. Οι άνθρωποι πεινούσαν. Ήταν μετά το μεγάλο κραχ του μεσοπολέμου.
Στη γειτονιά ζούσε ένας νεαρός, άνεργος, πεινασμένος. Ήταν άνεργος όχι από επιλογή, αλλά γιατί υπήρχαν αναδουλειές.
Έτσι καμιά φορά, έκλεβε ένα κοτόπουλο να γεμίσει την κοιλιά του, να θρέψει την πείνα του.
Ο παπάς δεν το κατάλαβε ποτέ, και έτσι ήταν σαν να μην γινόταν. Όυτε υποψίες, ούτε παράπονα.
Ο νεαρός όμως το κουβαλούσε μέσα του. Όταν τον λόγιασαν στη Χλώρακα, και όταν ήρθε η ώρα να φύγει από την Τίμη, πήγε να εξομολογηθεί. Να καθαρίσει την ψυχή του.
Μα εκεί, αντί για συγχώρεση, βρήκε καταγγελία. Ο παπάς αντί να τον συμβουλεύσει, αντί έστω να του ζητήσει πληρωμή, πήγε στην αστυνομία και τον κατήγγειλε.
Και τη νύχτα των αρραβώνων του, η αστυνομία τον συνέλαβε. Τον σήκωσε από το τραπέζι της χαράς και τον οδήγησε στα κρατητήρια. Και ο δικαστής του επέβαλε δύο μήνες φυλακή.
Και μαζί, μια ζωή μακριά από την Εκκλησία. Αγαναχτισμένος με τους παπάδες και ότι εκπροσωπούσαν, δεν ξαναπήγε. Παρά μόνο δύο φορές: μία για τον γάμο του και μία, τελευταία, για την κηδεία του.

Και πιο μετά, στη δεκαετία του 1970, στην Κερύνεια, ένας νεαρός στρατιώτης περίμενε την άδεια με λαχτάρα. Μα πριν φύγει, τον έστειλαν μαζί με μικρή ομάδα υποχρεωτικά στην εκκλησία.
Ήταν τα χρόνια της Χούντας. Η πίστη γινόταν επίδειξη. Κάθε Κυριακή έπρεπε να σταλούν στρατιώτες για να λειτουργηθούν και να εξομολογηθούν.Έπρεπε στην πράξη να επιδεικωύουν το «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών».
Στην εξομολόγηση, ο αρχιμανδρίτης άρχισε τις ερωτήσεις. Μικρές, καθημερινές. Για κοπέλες, για σκέψεις, για νεανικές πράξεις.
Ο νεαρός απαντούσε ειλικρινά. Δεν ένιωθε πως είχε κάνει κάτι κακό.
Μα στο τέλος, ο Αρχιμανδρίτης για τις αμαρτίες του, του επέβαλε κάνονα για δύο χρόνια. Δύο χρόνια να μην πάει εκκλησία. Ώς τιμώρία. Για να συγχωρεθεί.
Εκείνη τη στιγμή, η αδικία τον έπνιξε. Και, για μια στιγμή, ξέφυγε:
«Αν θέλεις, βάλε μου εκατό χρόνια.»
Την επόμενη μέρα, η απάντηση ήρθε σκληρή. Καταγγελία στον αξιωματικό: Ο στρατιώτης τον μείωσε, τον ειρονεύτηκε.
Και τιμωρήθηκε ο στρατιώτης.Τιμωρία σκληρή, στέρηση άδειας.
Και έτσι μια ακόμη ψυχή απομακρύνθηκε από την εκκλησία. Ο στρατιώτης δεν ξαναπήγε εκκλησία.

Την ίδια περίοδο συνέβηκε και το μεγάλο κακό, η καθαίρεση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ΄.
Ήταν μια εποχή ταραγμένη. Η πίστη, η πολιτική και η εξουσία μπλέκονταν σε έναν κόμπο δύσκολο να λυθεί. Εκείνος που για πολλούς ήταν πνευματικός πατέρας και εθνικός ηγέτης, βρέθηκε ξαφνικά στο στόχαστρο. Η Εκκλησία δεν ήταν πια μόνο τόπος προσευχής, είχε γίνει και πεδίο σύγκρουσης.
Ο κόσμος παρακολουθούσε διχασμένος. Άλλοι πίστευαν, άλλοι αμφέβαλλαν. Άλλοι σιωπούσαν.
Και ύστερα, ήρθε το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου 1974. Μέσα σε λίγες ώρες, όλα άλλαξαν. Η εξουσία πέρασε βίαια από χέρι σε χέρι. Φωνές, φόβος, προδοσία. Και μέσα σε όλα αυτά, η Εκκλησία — ή τουλάχιστον κάποιοι από τους ανθρώπους της — βρέθηκε ξανά στο επίκεντρο των ερωτημάτων. Πού στεκόταν; Με τον λαό ή με την εξουσία;
Λίγες μέρες μετά, ήρθε η καταστροφή. Η τουρκική Εισβολή. Ο πόλεμος, οι νεκροί, οι αγνοούμενοι, οι ξεριζωμένοι. Η Κερύνεια χάθηκε. Σπίτια άδεια, εκκλησίες βουβές, καμπάνες που δεν ξαναχτύπησαν.
Και μέσα σε αυτό το χάος, ο άνθρωπος έμεινε μόνος με την πίστη του. Όχι την πίστη που του δίδαξαν, αλλά την πίστη που του απέμεινε. Γιατί εκείνες τις στιγμές, δεν είχε σημασία ποιος φορούσε ράσο και ποιος όχι. Δεν είχε σημασία ποιος έδινε κανόνες και ποιος τιμωρούσε.
Σημασία είχε ποιος στάθηκε δίπλα στον άνθρωπο.
Και πολλοί θυμούνται… πως σε εκείνες τις σκοτεινές μέρες, δεν ήταν όλοι εκεί.
Έτσι, η πληγή μεγάλωσε. Όχι μόνο από τον πόλεμο. Αλλά κι από τη σιωπή.
Και η δυσπιστία ρίζωσε πιο βαθιά. Γιατί όταν ο κόσμος χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του, ψάχνει να κρατηθεί από κάτι αληθινό.
Και όταν αυτό το κάτι ραγίσει… δύσκολα ξαναχτίζεται.

Οι ιστορίες αυτές δεν είναι μοναδικές. Είναι σκιές μέσα στο φως. Μαρτυρίες μιας αλήθειας δύσκολης: Ότι η πίστη των ανθρώπων δεν κλονίζεται από τον Θεό, αλλά από τους ανθρώπους που Τον εκπροσωπούν.
Κι όμως… Η Εκκλησία δεν είναι μόνο οι παπάδες της. Είναι η πίστη της γιαγιάς που ανάβει το καντήλι. Είναι το δάκρυ του ανθρώπου που προσεύχεται σιωπηλά. Είναι η ελπίδα που δεν σβήνει, ακόμη κι όταν πληγώνεται.
Ίσως, τελικά, το ερώτημα να μην είναι αν οι παπάδες είναι η Εκκλησία. Αλλά αν οι άνθρωποι μπορούν, παρά τα λάθη των άλλων, να κρατήσουν μέσα τους την πίστη ζωντανή.
Και αυτό… είναι η πιο δύσκολη δοκιμασία.

ΠΟΝΟΣ ΧΩΡΙΣ ΕΞΙΛΕΩΣΗ

Καμιά φορά στο καφενείο, ο Κυριάκος καθόταν στο γνώριμο τραπεζάκι του, κοντά στο παράθυρο, εκεί όπου το φως της μέρας έμπαινε κουρασμένο και έπεφτε πάνω στα παλιά ξύλα. Ο καφές του πάντα σκέτος, πικρός — σαν να μην ήθελε να χαλάσει τη γεύση της συνήθειας.
Κι όταν ερχόταν ο Καλός, χωρίς πολλά λόγια, του τον κερνούσε.
Ο Καλός… κανείς δεν ήξερε αν αυτό ήταν το όνομά του ή απλώς ένα παρατσούκλι που του έμεινε από χρόνια παλιά, τότε που ίσως να ήταν αλλιώς τα πράγματα. Ήταν ένας γεράκος κοντός, κακορίζικος, με ρούχα φθαρμένα και μάτια βαθιά, σαν να είχαν δει περισσότερα απ’ όσα άντεχαν. Ήταν από άλλη επαρχία, μα εδώ και χρόνια σσώγαμπρος στο χωριό, ξένος που ποτέ δεν έγινε δικός τους.
Πάντα λυπημένος. Πάντα μελαγχολικός.
Η θλίψη ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, όχι σαν έκφραση, αλλά σαν σημάδι ανεξίτηλο, σαν να γεννήθηκε μαζί της. Κανείς δεν τον θυμόταν να χαμογελά. Ούτε μία φορά.
Καθόταν πάντα μόνος, στην άκρη. Δεν ενοχλούσε, δεν ζητούσε. Μόνο τα χείλη του κινούνταν αργά, ψιθυρίζοντας κάτι ακατάληπτο — σαν προσευχή, ή σαν κουβέντα με κάποιον που δεν ήταν εκεί. Ίσως με το παρελθόν του.
Ο Κυριάκος τον παρατηρούσε συχνά, χωρίς να τον κοιτάζει κατάματα. Υπήρχε μια σιωπηλή συμφωνία ανάμεσά τους — μια κατανόηση χωρίς λέξεις. Όταν έμπαινε ο Καλός, ο καφετζής ήξερε: «Έναν καφέ ακόμα». Και ο Κυριάκος πλήρωνε.
Δεν ήταν λύπηση. Ή τουλάχιστον, δεν ήταν μόνο αυτό. Ήταν κάτι πιο βαθύ. Έβλεπε στον Καλό έναν πόνο ασήκωτο, αλύτρωτο, σαν να έφερε ολόκληρο το παρελθόν του στις πλάτες του.
Μια νύχτα χειμωνιάτικη, με το καφενείο σχεδόν άδειο, ο Καλός είχε καθίσει απέναντί του. Τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά, όχι από το κρύο, μα από κάτι που έβραζε μέσα του χρόνια.
«Είναι τιμωρία από τον Θεό, Κυριάκο…» είχε πει χαμηλόφωνα. «Με τιμωρεί ο Θεός… και καλά μου κάνει. Ήμουν κακός… έκανα μεγάλο κακό.»
Δεν είπε περισσότερα. Δεν χρειαζόταν.
Ο Κυριάκος δεν ρώτησε. Μονάχα τον κοίταξε για λίγο περισσότερο απ’ όσο συνήθιζε. Γιατί κατάλαβε. Όχι τι ακριβώς έγινε — μα το βάρος. Εκείνο το βάρος που δεν φεύγει, που δεν ξεπληρώνεται, μόνο κουβαλιέται.
Και από τότε, κάθε καφές που του κερνούσε, ήταν σαν μια μικρή, σιωπηλή κατανόηση — και μαζί μια ερώτηση που δεν ειπώθηκε ποτέ:
Αν το κακό που προκάλεσε μπορούσε να συγχωρεθεί.
Αν η τιμωρία από τον Θεό, όπως πίστευε ο Καλός, ήταν το τέλος… ή η αρχή μιας εξιλέωσης.
Ο Κυριάκος πολλές φορές τον κοιτούσε κρυφά, προσπαθώντας να διαβάσει κάτι στο πρόσωπό του. Μα εκεί δεν υπήρχε απάντηση. Μόνο η ίδια σκιά, η ίδια βαριά σιωπή. Σαν ο γέρος να είχε ήδη κριθεί — όχι από τους ανθρώπους, μα από τον ίδιο του τον εαυτό.
Κι αυτό ήταν ίσως το πιο βαρύ απ’ όλα.
Γιατί η συγχώρεση των άλλων έρχεται κάποτε, αργά ή γρήγορα. Μα η συγχώρεση του εαυτού… αυτή σπάνια βρίσκει τον δρόμο της.
Ίσως γι’ αυτό τα χείλη του ψιθύριζαν αδιάκοπα. Όχι για να μιλήσει σε κάποιον άλλον, αλλά για να πείσει τον εαυτό του πως άξιζε, έστω και λίγο, να συγχωρεθεί.
Και ο Κυριάκος, χωρίς να το ξέρει με βεβαιότητα, συνέχιζε να του κερνά τον καφέ σαν να έδινε μια απάντηση. Όχι με λόγια. Αλλά με μια πράξη που έλεγε σιγά: «Ίσως…»
Ο Κυριάκος, αν ήθελε, μπορούσε να ψάξει το θέμα. Να μάθει τι κακό έκανε, πόσο μεγάλο ήταν, τι ήταν αυτό που τον βασάνιζε τόσο πολύ. Οι άνθρωποι στο χωριό πάντα κάτι ξέρουν, πάντα κάτι λένε. Μια κουβέντα εδώ, μια υπόνοια εκεί — δεν θα ήταν δύσκολο.
Αλλά προτίμησε όχι. Δεν ήθελε να μάθει. Δεν ήθελε να δώσει σχήμα στο σκοτάδι που κουβαλούσε ο Καλός. Γιατί όσο έμενε άγνωστο, ήταν απλώς πόνος. Αν γινόταν συγκεκριμένο, ίσως να γινόταν και ασήκωτο.
Κι ύστερα… δεν ήθελε να διαταράξει εκείνο το μουντό, εύθραυστο περιβάλλον που υπήρχε γύρω του. Εκείνη τη σιωπή που τον τύλιγε σαν κουβέρτα. Ήταν το μόνο που είχε απομείνει στον γέρο.
Μια μέρα, ο Καλός άργησε.
Το καφενείο γέμισε και άδειασε, οι καφέδες ήρθαν και έφυγαν, τα τάβλια χτύπησαν δυνατά, οι φωνές ανέβηκαν και έσβησαν. Μα εκείνος δεν φάνηκε.
Ο Κυριάκος κοίταξε προς την πόρτα περισσότερες φορές απ’ όσες ήθελε να παραδεχτεί.
Την επόμενη μέρα, το ίδιο. Και την άλλη.
Μέχρι που κάποιος, χαμηλόφωνα, σαν να μην ήθελε να χαλάσει τη σιωπή που τον συνόδευε ακόμα και στην απουσία του, είπε πως ο Καλός «έφυγε». Έτσι απλά. Χωρίς θόρυβο. Όπως ζούσε.
Ο Κυριάκος δεν μίλησε.
Μόνο την επόμενη φορά που παρήγγειλε καφέ, σήκωσε τα μάτια του και είπε: «Δύο.»
Ο καφετζής τον κοίταξε για λίγο, σαν να μην κατάλαβε.
«Δύο,» επανέλαβε εκείνος ήσυχα.
Ο δεύτερος καφές έμεινε απέναντι, να αχνίζει. Κανείς δεν κάθισε να τον πιει.
Κι όμως, ο Κυριάκος, κοιτάζοντας την άδεια καρέκλα, ένιωσε για μια στιγμή πως δεν ήταν άδεια. Σαν κάποιος να καθόταν ακόμη εκεί, σκυφτός, σιωπηλός… με τα χείλη να ψιθυρίζουν.
Και για πρώτη φορά — ή ίσως μόνο έτσι του φάνηκε — τα μάτια εκείνα δεν ήταν πλέον βαριά. Είχαν κλείσει να ξεκουραστούν.

Κάποια πράγματα δεν λέγονται. Ή λέγονται μόνο όταν περάσει καιρός, όταν οι πρωταγωνιστές φύγουν και δεν έχουν πια τίποτα να χάσουν. Στη Χλώρακα, πολλά σκοτεινά έμειναν αναπάντητα από τις περιόδους των πολέμων. Από την εποχή της ΕΟΚΑ, από τα χρόνια των δικοινοτικών ταραχών. Μυστικά κρυμμένα, ανείπωτα, θαμμένα κάτω από βλέμματα που ήξεραν και στόματα που δεν άνοιξαν ποτέ.
Υπήρχε ένας άγραφος όρκος σιωπής. Κανείς να μην ομολογήσει για κανέναν. Κανείς να μην ξεθάψει το κακό. Μόνο τα καλά μπορούσαν να ειπωθούν — και αυτά, μισά.
Μα μια μέρα, εκεί στο καφενείο, μέσα σε μια κουβέντα που δεν προοριζόταν να ειπωθεί δυνατά, ο Κυριάκος άκουσε μια φράση: «Έκανε πολλά στον πόλεμο…»
Μισή κουβέντα. Αρκετή.
Η περιέργεια, που τόσα χρόνια κρατούσε δεμένη μέσα του, λύθηκε απότομα. Όχι από κουτσομπολιό — αλλά από εκείνη τη βαθιά ανάγκη να καταλάβει. Να δώσει νόημα στη θλίψη που κουβαλούσε ο Καλός.
Και ρώτησε. Όχι πολλούς. Ούτε φανερά. Μα βρήκε τους λίγους που ήξεραν. Εκείνους που μιλούσαν αργά, με παύσεις, σαν να ζύγιζαν κάθε λέξη πριν την αφήσουν να βγει.
Και έμαθε.
Έμαθε πως ο Καλός δεν ήταν πάντα έτσι. Πως κάποτε ήταν άλλος άνθρωπος. Νέος, σκληρός, γεμάτος ορμή και θυμό. Στα χρόνια της φωτιάς, τότε που ο πόλεμος μπέρδευε το σωστό με το λάθος, βρέθηκε στη μέση των πραγμάτων.
Δεν ήταν μόνο θεατής. Ήταν από εκείνους που εκτελούσαν εντολές χωρίς να ρωτούν. Που πίστεψαν πως υπηρετούν έναν σκοπό μεγαλύτερο από τον εαυτό τους.
Μα κάποια στιγμή… πέρασε τη γραμμή.
Σε μια μάχη — έτσι την έλεγαν, μα όσοι ήξεραν χαμήλωναν τη φωνή — συνέλαβαν μια μικρή ομάδα αιχμαλώτων. Εφτά ψυχές. Μικροί και μεγάλοι. Τους έστησαν στον τοίχο.
Κανείς δεν ήθελε να τραβήξει τη σκανδάλη. Η σιωπή εκείνη κράτησε μια στιγμή — μα έμοιαζε αιώνας.
Και τότε, μέσα στον αναβρασμό του πολέμου, εκεί που ο άνθρωπος χάνει το μέτρο και γίνεται κάτι άλλο, ο Καλός προχώρησε. Και πυροβόλησε. Μια ριπή. Και όλα τελείωσαν.
Κανείς δεν μίλησε τότε. Κανείς δεν μίλησε μετά. Μα εκείνη η πράξη δεν ξεχάστηκε ποτέ — ούτε από τους άλλους, μα κυρίως από τον ίδιο.
Κι από τότε, άλλαξε. Σαν να άφησε εκεί, μπροστά σε εκείνον τον τοίχο, ό,τι ήταν πριν. Και να πήρε μαζί του μόνο το βάρος. Ένα βάρος που δεν μοιραζόταν, δεν ελάφραινε, δεν έφευγε.
Έγινε σιωπηλός. Έγινε σκιά. Έγινε εκείνος ο άνθρωπος στο καφενείο, που καθόταν μόνος και ψιθύριζε αδιάκοπα, σαν να προσπαθούσε να ξεπλύνει με λέξεις κάτι που δεν ξεπλένεται.
Ο Κυριάκος, όταν τα έμαθε όλα αυτά, δεν ήξερε τι να νιώσει. Θυμό; Απογοήτευση; Λύπηση;
Ένιωσε μόνο μια βαριά, ασήκωτη απογοήτευση. Όχι μόνο για τον Καλό. Αλλά για τον άνθρωπο.
Γιατί κατάλαβε πως υπάρχουν πράξεις που, όταν δεν τιμωρούνται αρκετά από τον κόσμο, τις αναλαμβάνει η ίδια η ψυχή. Και τότε… η τιμωρία δεν τελειώνει ποτέ. Γυρνά μέσα σου. Σε ξυπνά τη νύχτα. Σου ψιθυρίζει ξανά και ξανά την ίδια στιγμή, την ίδια πράξη, το ίδιο λάθος — μέχρι να γίνει η μόνη σου πραγματικότητα.
Ίσως γι’ αυτό ο Καλός μιλούσε μόνος του. Όχι γιατί είχε χάσει το μυαλό του. Αλλά γιατί δεν άντεχε τη σιωπή. Γιατί μέσα στη σιωπή, άκουγε καθαρά. Κι έτσι προτιμούσε να ψιθυρίζει, να σκεπάζει τις φωνές με άλλες φωνές, πιο αδύναμες, πιο υποφερτές.
Ο Κυριάκος κάθισε ξανά στο τραπεζάκι του, κοντά στο παράθυρο. Παρήγγειλε τον καφέ του. Και μετά από μια μικρή παύση, είπε: «Δύο.»
Ο καφετζής δεν ρώτησε αυτή τη φορά. Τον έφερε. Ο δεύτερος καφές έμεινε απέναντι, να αχνίζει.
Μα τώρα, ο Κυριάκος τον κοίταζε αλλιώς. Όχι πια με απορία. Ούτε μόνο με συμπόνια. Αλλά με εκείνη τη βαριά γνώση που δεν αλλάζει τίποτα — μόνο σε κάνει να βλέπεις καθαρότερα.
Και για πρώτη φορά, αναρωτήθηκε πραγματικά:
Η συγχώρεση… είναι για όλους;
Ή υπάρχουν άνθρωποι που είναι καταδικασμένοι να ζουν — και να πεθαίνουν — χωρίς αυτήν;
Ο καφές κρύωσε σιγά σιγά. Κι έξω, το φως έπεφτε πάλι πάνω στα παλιά ξύλα. Όπως πάντα.

ΠΩΣ ΧΑΘΗΚΕ Η ΜΙΣΗ ΧΛΩΡΑΚΑ

Τα βοριοανατολικά σύνορα της Χλώρακας άρχιζαν από τα Διπλαρκάτσια και ακολουθούσαν το σημερινό δρόμο της Έμπας μέχρι το δημοτικό σχολείο, γύριζαν προς τη Κισσόνεργα και τέλειωναν λίγο πριν τη περιοχή της Ζιλιχού.

Πριν ακόμη χαραχτούν οι γραμμές πάνω στους χάρτες και φυλακιστεί η γη μέσα σε αριθμούς και τίτλους, η ιδιοκτησία στην Κύπρο δεν ήταν πράγμα, ήταν βίωμα. Δεν μετριόταν, δεν οριζόταν με τίτλους. Ήταν μνήμη που ρίζωνε βαθιά, βλέμμα που αγκάλιαζε τον τόπο, λόγος που δέσμευε πιο ισχυρά κι από γραμμένο νόμο. Μια συμφωνία άγραφη, σμιλεμένη μέσα στον χρόνο, όπως οι ρίζες των δέντρων που μπλέκονταν με το χώμα και δεν ξεχώριζαν πια από αυτό.
Στα χωριά, οι άνθρωποι δεν είχαν σχέδια και τοπογράφους για να γνωρίζουν τι τους ανήκε. Η γη μιλούσε. Τα όριά της χαράζονταν από τη φύση την ίδια — μια ξερολιθιά που άντεχε τους αιώνες, μια χαρουπιά που έριχνε τη βαριά σκιά της, ένας βράχος που στεκόταν ρησημιός σαν φύλακας, ένα ρυάκι που άλλαζε πορεία. Ακόμα και τα χωριά οριοθετούνταν με σημαδια της γης, με φυσικά σύνορα που έδιναν ταυτότητα και ασφάλεια στους ανθρώπους. Έτσι, «με το μάτι», όπως έλεγαν, γνώριζε ο καθένας τη γη του — όχι σαν ιδιοκτησία, αλλά σαν προέκταση της ύπαρξής του.
Η μνήμη περνούσε από γενιά σε γενιά σαν ιερό φορτίο. Οι γεροντότεροι δεν κουβαλούσαν μόνο ιστορίες· κουβαλούσαν σύνορα, ευθύνες και δικαιοσύνη. Κι όταν γεννιόταν διαφορά, δεν χρειάζονταν δικαστές. Ο λόγος τους αρκούσε. Γιατί τότε, η κοινότητα δεν ήταν πλήθος, ήταν συνείδηση.
Κι όμως, ακόμη και μέσα σε αυτή την άγραφη τάξη, άρχισε να παρεισφρέει η ανάγκη του νόμου. Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, εμφανίστηκαν τα τάπια — τίτλοι ιδιοκτησίας, σκιές γραφής πάνω σε χαρτί. Μα ούτε κι αυτά μπορούσαν να φυλακίσουν τη γη. Ήταν μόνο περιγραφές: «γειτονεύει με το χωράφι του τάδε», «φτάνει ως τη μεγάλη ελιά». Λόγια που προσπαθούσαν να συγκρατήσουν κάτι που δεν συγκρατιόταν.
Και σαν να μην έφτανε αυτό, η ίδια η ιδιοκτησία διασπάστηκε. Άλλος κρατούσε τη γη, κι άλλος τα δέντρα που φύτρωναν πάνω της. Σαν να αρνιόταν ο τόπος να δοθεί ολόκληρος σε έναν άνθρωπο. Σαν να απαιτούσε να μοιράζεται — όχι από δικαιοσύνη, αλλά από ανάγκη.
Ήταν ένα σύστημα που στεκόταν όρθιο όσο υπήρχε εμπιστοσύνη. Μα η εμπιστοσύνη, όπως και η γη, δεν είναι αιώνια. Εκεί όπου η μνήμη ξεθώριαζε και το πάθος φούντωνε, τα όρια άρχισαν να σβήνουν. Και τότε, η γη — που άλλοτε ένωνε — έγινε αφορμή για διχασμό. Για μίσος. Για αίμα.
Και ίσως γι’ αυτό, ακόμη και σε καιρούς πιο κοντινούς, πιο «πολιτισμένους», η γη δεν έπαψε ποτέ να γεννά σκιές.
Στα βορειοανατολικά της άκρα, η Χλώρακα σταματά απότομα. Όχι γιατί τελειώνει ο τόπος, αλλά γιατί κάποιος τον έκοψε. Μια λεωφόρος — ένας δρόμος που ξεκινά από την Πάφο και τραβά προς τη Λέμπα — στέκεται σαν γραμμή χαραγμένη όχι μόνο στη γη, αλλά και στη μνήμη.
Κι όμως, στην απέναντι πλευρά, εκεί όπου απλώνεται μια έκταση μεγάλη, σχεδόν απέραντη, οι άνθρωποι είναι Χλωρακιώτες. Οι ανάσες τους, οι κόποι τους, οι ρίζες τους είναι δεμένες με τη Χλώρακα. Τα χωράφια τους τους ανήκουν. Μα ο τόπος… όχι.
Ανήκει στην Έμπα.
Κάτι δεν ταίριαζε. Κάτι αντιστεκόταν στη λογική, μα και στη μνήμη. Σαν να είχε μετακινηθεί η γη μέσα στη σιωπή. Σαν να είχε γίνει μια πράξη χωρίς μάρτυρες. Η σκέψη της υφαρπαγής δεν γεννιόταν, αναδυόταν, σαν παλιά ενοχή που δεν ειπώθηκε ποτέ.
Ο Κυριακός δεν μπόρεσε να αγνοήσει αυτή την ενοχή. Το ερώτημα ρίζωσε μέσα του. Γιατί να συμβαίνει αυτό; Και άρχισε να ψάχνει.
Μα δεν έψαχνε χώμα. Έψαχνε τις σιωπές. Στα χαρτιά, τίποτα. Στα αρχεία, κενό. Στα στόματα των γερόντων, μια φράση μονάχα, επαναλαμβανόμενη σαν όρκος: πως εκείνη η γη… ήταν πάντα Χλώρακα.
Κι όσο η αλήθεια φαινόταν να χάνεται, τόσο ο Κυριάκος δυσκολευόταν να πλησιάσει. Ώσπου βρέθηκε μπροστά στον έναν. Τον μοναδικό. Εκείνον που ήξερε, που το ανακάλυψε τυχαία, καθώς όλα έγιναν κρυφά.
Η ιστορία δεν ήταν παλιά. Δεν ανήκε στο βάθος των αιώνων. Ήταν σχεδόν πρόσφατη. Τόσο πρόσφατη που πονούσε ακόμη. Τότε που ο Κυριακός έλειπε στα ξένα. Και όταν γύρισε, βρήκε τον τόπο του μικρότερο:
Η μισή Χλώρακα είχε χαθεί. Όχι με πόλεμο. Όχι με βία. Μα με κάτι πιο σκληρό: με την αδιαφορία και τη σιωπή.
Η χαρτογράφηση έγινε χωρίς τους ανθρώπους. Τα όρια χαράχτηκαν χωρίς εκείνους που τα ζούσαν. Και η αδικία δεν φώναξε. Πέρασε σαν σκιά.
Κι όμως, υπήρχε κάποιος που μπορούσε να σταθεί εμπόδιο. Και δεν στάθηκε. Ο κοινοτάρχης του χωριού.
Εκείνος που όφειλε να γίνει φωνή, έγινε σιωπή. Εκείνος που όφειλε να σταθεί, υποχώρησε. Κι έτσι, χωρίς αντίσταση, το χωριό κόπηκε στα δύο.
Κανείς δεν έμαθε ποτέ το γιατί. Και ίσως να μην το μάθει ποτέ. Γιατί υπάρχουν σιωπές που δεν σπάζουν, μόνο βαραίνουν.
Όταν λοιπόν ο Κυριακός έφερε την αλήθεια στο φως, δεν υπήρχε πια τίποτα να σωθεί. Η μισή Χλώρακα δεν ήταν πια τόπος. Ήταν μνήμη. Και το χωριό… μισό:
Μετά το 1960 για πρώτη φορά η Κύπρος γύρεψε τον δικό της χάρτη, όχι απλώς σαν χαρτί αλλά σαν ανάσα ελεύθερης γης. Κάθε δρόμος, κάθε λόφος, κάθε μικρό ρυάκι σφραγιζόταν με ένα όνομα, μια γραμμή, μια αίσθηση ότι το νησί γινόταν επιτέλους δικό του. Οι γεωμέτρες και οι χαρτογράφοι περιπλανιόντουσαν σε χωράφια και οροσειρές, με τα μάτια τους να ψάχνουν τα όρια που οι άνθρωποι κρατούσαν στο μυαλό τους και που τώρα έπρεπε να μετατραπούν σε σκληρές γραμμές χαρτογράφων.
Το Κτηματολόγιο γεννιόταν σαν σιωπηλός φύλακας: κάθε ιδιοκτησίας, κάθε αγροτεμαχίου, και κάθε πατρικό σπίτι καταγραφόταν προσεκτικά. Η γη που είχε γνωρίσει αιώνες ξένων αφεντάδων, τώρα στεκόταν υπό την προστασία ενός χαρτογραφικού βλέμματος που ήθελε να τιμήσει την ιστορία και την κληρονομιά της. Κι έτσι, πίσω από αριθμούς και συντεταγμένες, χτιζόταν η νέα Κύπρος: ένας τόπος όπου το παρελθόν και το μέλλον συναντιόνταν στα όρια των χαρτών και στην καρδιά των ανθρώπων.
Έτσι κατά την περίοδο της Κοινοταρχίας στη Χλώρακα του Μαυρόγιαννου Λιασίδη, τα χωριά γνώρισαν ξανά νέα χαρτογράφηση, χαράζοντας τον χάρτη της Έμπας όπως τον ξέρουμε σήμερα.
Ο Εμπάτης κοινοτάρχης, ο Έλληνας, με την αποφασιστικότητα ενός ανθρώπου που γνώριζε τα αχαρτογράφητα όρια της γης, διεκδίκησε και κατόρθωσε να ενσωματώσει το μισό τμήμα της Χλώρακας στην Έμπα. Αυτό συνέβη, κυρίως, λόγω της αμέλειας και της αδιαφορίας του κοινοτάρχη της Χλώρακας, που άφησε τα σύνορα να ξεθωριάσουν και τις ευκαιρίες να χαραχτούν από τον επιτήδειο γείτονα.
Ο Εμπάτης κοινοτάρχης έκανε αίτηση στον Επαρχο, κι όπως ήταν φυσικό, εκείνος αρχικά αρνήθηκε. Μα ο επιτήδειος κοινοτάρχης, του εξήγησε πως είχε μιλήσει με τον κοινοτάρχη της Χλώρακας, και έλαβε μια απροσδόκητη απάντηση: Του δήλωσε πως η κοινότητα δεν ενδιαφερόταν για το συγκεκριμένη γη, γιατί δεν ήταν Χλώρακα αλλά ήταν Έμπα. Και του διηγήθηκε μια ιστορία: λίγο πριν την ανεξαρτησία της Κύπρου: Μουχτάρης ήταν το Γιωρκακούην που τον φώναζαν έτσι για το μικροκαμωμένο του ανάστημα. Όταν η πυρκαγιά κατέκαψε τον τόπο, οι Βρεττανικές αρχές επέβαλαν πρόστιμο στη κοινότητα, γιατί έκριναν πως η φωτιά ήταν κακόβουλη. Το ποσό ήταν δέκα λίρες — τεράστιο για την εποχή. Το Γιωρκακούην αρνήθηκε να το πληρώσει και δήλωσε στις αποικιακές αρχές: «Αυτός ο τόπος δεν είναι Χλώρακα, είναι Έμπα». Και έτσι, το πρόστιμο επεβλήθηκε στην Έμπα.
Με αυτό ως πρόσχημα, ο μουχτάρης της Έμπας ζήτησε να χαρτογραφηθεί η περιοχή επισήμως ως Έμπα. Ο Επαρχος, γνωρίζοντας ότι η περιοχή ανέκαθεν ήταν Χλώρακα, επικοινώνησε με τον Μαυρόγιαννο και τον ενημέρωσε. Του είπε πως, επειδή ήταν άδικο, θα έπρεπε να του κάνει μια απλή αίτηση και να διεκδικήσει την περιοχή, κι εκείνος θα τη χαρτογραφούσε ως Χλώρακα. Μα ο Μαυρόγιαννος έδειξε αδιαφορία.
Και έτσι, χάθηκε η μισή Χλώρακα — και αιτία ήταν δύο μουχτάρηδες από τη Χλώρακα και ένας από την Έμπα, που με μικρές αποφάσεις και μεγάλα λόγια άλλαξαν για πάντα τα όρια των χωριών. Οι δύο έδρασαν προς ζημίαν του δικού τους χωριού, και ο τρίτος προς όφελος του χωριού του. Μικρές αποφάσεις, πολλή αδιαφορία — και οι χάρτες έγιναν η σκιά μιας αδικίας που κράτησε για πάντα.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΘΑΝΑΤΟΥ: ΙΟΥΛΙΟΣ 1974 / Τόπος θανάτου: Ακρωτήρι

Τα χρόνια που ακολούθησαν τις διακοινοτικές ταραχές δεν έφεραν την ηρεμία που πολλοί περίμεναν. Άφησαν πίσω τους μια εύθραυστη ισορροπία, φορτωμένη καχυποψία και ανοιχτές πληγές. Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις οξύνθηκαν, οι ιδεολογικές διαφορές βάθυναν και το όραμα για το μέλλον της Κύπρου διχάστηκε επικίνδυνα: από τη μια η επιμονή για ένωση με την Ελλάδα, από την άλλη η ανάγκη για ανεξαρτησία και σταθερότητα.
Η σύγκρουση, σιγά σιγά, έπαψε να είναι μόνο ανάμεσα σε κοινότητες και πέρασε μέσα στους ίδιους τους ανθρώπους. Αλλοίωσε σχέσεις, διέλυσε βεβαιότητες και άφησε πίσω της ένα κλίμα όπου η εμπιστοσύνη έμοιαζε αδύνατη.
Μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα, το πραξικόπημα δεν εμφανίστηκε ως ξαφνικό γεγονός, αλλά ως η φυσική κατάληξη μιας πορείας που είχε ήδη χαραχθεί. Ήταν η στιγμή όπου η ένταση έπαψε να κρύβεται και πήρε τη μορφή ανοιχτής βίας, στρέφοντας τον έναν άνθρωπο απέναντι στον άλλον.

Ο Κυριακός ήταν της ίδιας εποχής με τον πόλεμο. Ίσως όμως είχε άγιο άγγελο που τον οδήγησε λίγο πριν τις φασαρίες να μπαρκάρει στα καράβια και να γλυτώσει πραξικόπημα και πόλεμο. Όταν επέστρεψε, άκουσε για τα κακά συμβάντα — για ανθρώπους που χάθηκαν, για οικογένειες που θρηνούσαν. Και μέσα στην καρδιά του, ένιωσε σαν να είχε ζήσει ο ίδιος κάθε στιγμή. Όμως η λύπη του έγινε ανυπόφορη μαθαίνοντας τη θλιβερή ιστορία του φίλου και συνομίληκού του, του Πάμπου.
Θυμόταν τις φορές που γελούσαν στο κουρείο του πατέρα του Πάμπου, όταν μετά το σχολείο συναντιόνταν — στιγμές που τώρα φάνταζαν τόσο μακρινές και ανεκτίμητες

Ο Χαράλαμπος Κυρίλλου — ο Πάμπος, όπως τον φώναζαν όλοι — βρισκόταν ακόμη στο κατώφλι της ζωής. Δεν τέλειωσε το σχολείο. Άφησε πίσω τα βιβλία και εντάχθηκε στο Εφεδρικό Σώμα, επιλέγοντας να σταθεί εκεί όπου ένιωθε πως τον καλούσε το καθήκον. Δεν ήταν άνθρωπος των μεγάλων λόγων, αλλά των πράξεων. Όταν ξέσπασαν τα γεγονότα, συμμετείχε στη διαφυγή του Προέδρου Μακαρίου προς την Πάφο. Και ύστερα χωρίς δεύτερη σκέψη, ακολούθησε τους συναδέλφους του προς τη Λεμεσό, με την πεποίθηση πως πήγαιναν να αποκαταστήσουν την τάξη.
Ο Πάμπος ήταν μοναχογιός, με μια μητέρα που ονειρευόταν να τον δει να σπουδάζει και να ξεφεύγει από τις δυσκολίες της ζωής. Ο ίδιος όμως είχε επιλέξει συνειδητά άλλο δρόμο.

Η συνέχεια, ωστόσο, τον οδήγησε σε μια πορεία χωρίς επιστροφή.
Μαζί με άλλους συναδέλφους και πολίτες κατευθύνθηκε προς τη Λεμεσό για να ενισχύσει τις αντιστασιακές δυνάμεις, όμως οι συνθήκες τούς εγκλώβισαν. Μετά από συγκρούσεις και εξαντλητική πορεία, κατέληξαν στο Ακρωτήρι, αναζητώντας λίγη ξεκούραση — λίγες στιγμές ανακούφισης από την ένταση των ημερών.
Η ανάπαυλα αυτή αποδείχθηκε προσωρινή και μοιραία. Η παρουσία τους προδόθηκε και σύντομα περικυκλώθηκαν. Συνελήφθησαν και μεταφέρθηκαν δεμένοι στο Δημοτικό Σχολείο του χωριού, έναν χώρο που μέχρι τότε φιλοξενούσε ζωή και μάθηση, αλλά εκείνες τις μέρες μετατράπηκε σε τόπο βίας.
Όσα ακολούθησαν δεν είχαν καμία σχέση με ανάκριση ή αναζήτηση αλήθειας. Τα βασανιστήρια ήταν σκληρά και συστηματικά — σημάδι όχι ανάγκης αλλά εκδίκησης και επιβολής. Τα χτυπήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, αφήνοντας πάνω τους τα ίχνη μιας βίας που ξεπερνούσε κάθε όριο. Το σώμα του Πάμπου έφερε αργότερα εμφανή σημάδια κακοποίησης: τραύματα, εκχυμώσεις, το ένα μάτι πρησμένο και μαυρισμένο — εικόνα που μαρτυρούσε όσα είχε υποστεί πριν από τον θάνατό του.
Η νύχτα είχε πέσει βαριά πάνω στο σχολείο. Ο Πάμπος ήταν καθισμένος στο πάτωμα, με τα χέρια δεμένα πίσω του. Το κεφάλι του ακουμπούσε στον τοίχο. Δίπλα του ακούγονταν ανάσες κοφτές, ψίθυροι που έσβηναν πριν ολοκληρωθούν.
Κάποιος πιο πέρα προσευχόταν χαμηλόφωνα.
Εκείνος δεν μίλησε. Σήκωσε μόνο το βλέμμα του προς το παράθυρο. Ένα μικρό κομμάτι ουρανού φαινόταν ανάμεσα στα κάγκελα. Χωρίς φεγγάρι.
Για μια στιγμή, του πέρασε από το μυαλό το σπίτι. Η αυλή. Η φωνή της μάνας του.
Δεν φοβόταν. Ή ίσως δεν ήθελε να φοβηθεί. Έκλεισε τα μάτια για λίγο και πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει κάτι μέσα του ζωντανό.
Βήματα ακούστηκαν στον διάδρομο. Βαριά. Αποφασιστικά.
Κανένας δεν μίλησε πια. Ο Πάμπος άνοιξε τα μάτια. Και περίμενε…
Η εκτέλεση έγινε χωρίς διαδικασία, χωρίς απόδοση ευθύνης, χωρίς καμία μορφή δικαιοσύνης. Το σώμα του θάφτηκε πρόχειρα κοντά στο δάσος των Πολεμιδιών, σε μια προσπάθεια να σβηστεί όχι μόνο η πράξη, αλλά και η μνήμη της.
Για την οικογένειά του ακολούθησαν εβδομάδες αβεβαιότητας. Πληροφορίες αντικρουόμενες, ελπίδες που γεννιούνταν και διαψεύδονταν, φήμες για δήθεν εμφανίσεις σε φυλακές. Η αναμονή έγινε καθημερινός πόνος — μια αργή φθορά που δεν άφηνε περιθώριο ούτε για πένθος ούτε για λύτρωση.
Τελικά, τον Σεπτέμβριο του 1974, ο πατέρας του κλήθηκε να αναγνωρίσει τον γιο του από φωτογραφίες. Η αναγνώριση δεν ήταν εύκολη. Η κακοποίηση είχε αλλοιώσει τα χαρακτηριστικά του σε τέτοιο βαθμό, που η πατρική ματιά δυσκολεύτηκε να βρει το γνώριμο πρόσωπο.
Κι όμως… Μέσα από τις πληγές και τη φθορά, αναγνώρισε εκείνο που δεν μπορούσε να χαθεί.
Η σορός του ανασύρθηκε και τάφηκε στο κοιμητήριο του Αγίου Νικολάου στη Λεμεσό.
Ο πατέρας του στάθηκε σιωπηλός. Δεν έκλαψε μπροστά σε κανέναν. Μόνο κοίταζε — σαν να προσπαθούσε να θυμηθεί το πρόσωπο πριν από όλα.

Η βία εκείνες τις μέρες, δεν άφησε πίσω της μόνο νεκρούς. Άφησε μια βαθιά ρωγμή στη μνήμη, μια υπενθύμιση πως, όταν ο άνθρωπος στραφεί εναντίον του ανθρώπου, η απώλεια δεν μετριέται μόνο σε ζωές, αλλά και σε ό,τι χάνεται μέσα τους για πάντα.

Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ / Αίμα και τιμή

Η Λευκωσία είχε ήδη πέσει, και η Πάφος βρισκόταν σε αναβρασμό. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι ψίθυρους, καχυποψία και φόβο. Μια λέξη, μια ματιά, μπορούσαν να γίνουν λόγος σύλληψης ή χειρότερης τιμωρίας. Όποιος υποψιαζόταν ότι δεν ήταν Μακαριακός, κινδύνευε.

Ο Κωστάκης, νεαρός στρατιώτης, είχε μόλις βγει για έξοδο όταν τον συνέλαβαν. Μαζί με άλλους κρατούμενους οδηγήθηκε στα πειθαρχεία του ΚΕΝ, τώρα στα χέρια εκείνων που μόλις είχαν πάρει τον έλεγχο, των Μακαριακών. Η σιωπή ήταν βαριά, διακοπτόμενη μόνο από ψιθύρους φημών και κλάματα. Φμες για βασανισμούς και για τον θάνατο του Πάμπου Κυρίλλου και των συντρόφων του τροφοδοτούσαν τον τρόμο.
Αλλά δύο μέρες μετά, ήρθε η είδηση που άλλαξε τα πάντα: μια μεγάλη μηχανοκίνητη στρατιωτική φάλαγγα είχε ξεκινήσει από τη Λευκωσία. Οι Μακαριακοί φοβισμένοι μπροστά στη δύναμη που πλησίαζε, παρέδωσαν τα στρατόπεδα και άνοιξαν τις πόρτες για τους κρατούμενους. Ζήτησαν να μην υπάρξει εκδίκηση — όλοι ήταν γνωστοί, συντοπίτες, χωριανοί, —είπαν ως δικαιολογία.
Οι ρόλοι είχαν αλλάξει. Το μίσος κυριαρχούσε, η εκδίκηση γλυκιά αίσθηση, αλλά η εισβολή που πλησίαζε απαιτούσε την παύση των προσωπικών διαφορών. Ο Κωστάκης ένιωσε την καρδιά του να σφίγγεται. Η ανάγκη να προστατεύσει την πατρίδα και τους δικούς του υπερκάλυπτε κάθε άλλο συναίσθημα. Έτσι, εθελοντικά, αμέσως κατατάχτηκε.
Και η εισβολή ξεκίνησε. Τα τουρκικά πλοία στον ορίζοντα άρχισαν να ρίχνουν κανονιοβολισμούς, προσπαθώντας να ενισχύσουν τους θύλακες των Μουττάλλου, των Μανδριών, της Επισκοπής και της Λεμεσού. Οι σφαίρες χτυπούσαν τη γη, σπάζοντας στέγες και μάντρες, ενώ καπνοί και εκρήξεις θόλωναν τον ορίζοντα.
Όμως οι τουρκικοί θύλακες έπρεπε να καταλυφθούν για να μπορέσει ο στρατός να στραφεί απερίσπαστα στην πρώτη γραμμή της εισβολής, στην Κερύνεια.
Τα στρατόπεδα καθώς είχαν ξαναρχίσει να λειτουργούν, οι στρατιωτικές αποστολές ξεκίνησαν αμέσως. Ο Κωστάκης με τη διμοιρία του στάλθηκαν στην Επισκοπή, ένα μικτό χωριό όπου κυριαρχούσαν οι Τουρκοκύπριοι. Το μέρος αυτό, από τα χρόνια των διακοινοτικών ταραχών, ήταν πηγή συνεχών εντάσεων. Τώρα, κλεισμένοι στον θύλακα που είχαν δημιουργήσει, αποτελούσαν άμεση απειλή. Η περιοχή ήταν στρατηγικής σημασίας, γιατί γειτνίαζε με τη βρετανική βάση, η οποία παρουσίαζε έντονη ύποπτη δραστηριότητα.
Και όταν η μάχη άρχισε, η Επισκοπή φλεγόταν από τις πρώτες στιγμές. Οι σφαίρες έσχιζαν τον αέρα σαν μέλισσες, οι εκρήξεις έτρεμαν τη γη, οι στρατιώτες έτρεχαν από οχυρό σε οχυρό, ενώ η διμοιρία του Κωστάκη προχωρούσε με αποφασιστικότητα.
Ο Κωστάκης, με τον Γιάννη δίπλα του, ταμπουρωμένοι, πυροβολούσαν παρακολουθώντας τα πυρά να πέφτουν γύρω τους σαν καταιγίδα φωτιάς. Κάθε δευτερόλεπτο μετρούσε. Οι θύλακες έπρεπε να καταλυφθούν, οι Τουρκοκύπριοι να μην ενισχυθούν, και οι άμαχοι να προστατευθούν. Κάθε κανονιοβολισμός ήταν απειλή, αλλά και υπενθύμιση της ευθύνης που είχε: να μείνει ζωντανός, να κρατήσει τη θέση, να πολεμήσει για κάθε σπίτι, για κάθε οικογένεια.
Το πεδίο της μάχης δονιζόταν από εκρήξεις. Οι ήχοι των όπλων και οι κραυγές των στρατιωτών αναμειγνύονταν σε ένα χάος που μόνο σε πολύ σκληρό πόλεμο μπορεί να δημιουργηθεί. Μα οι άντρες δεν υποχωρούσαν. Προχωρούσαν, σφιχταγκαλιάζοντας την ελπίδα ότι η στρατηγική τους θα απέτρεπε τις ενισχύσεις και θα καταλάμβαναν τους θύλακες.
Ο Γιάννης, ξαπλωμένος δίπλα στον Κωστάκη, ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος και έτρεξε να πηδήξει τον μαντρότοιχο που τους χώριζε από το τουρκικό φυλάκιο. Ατρόμητος και θαρραλέος, ρίσκαρε να πεταχτεί ανάμεσα στις σφαίρες, να τρέξει, να ρίξει χειροβομβίδα στο φυλάκιο.
Μα μια σφαίρα τον βρήκε. Έγειρε πάνω στον τοίχο μπρούμυτα να σπαράζει. Οι σφαίρες συνέχιζαν να σφυρίζουν γύρω του. Αν δεν απομακρυνόταν, θα σκοτωνόταν.
Ο Κωστάκης ένιωσε το στήθος του να σφίγγεται. Έπρεπε να τον τραβήξει — δεν μπορούσε να τον αφήσει εκεί. Ήταν φίλος του. Ήταν δικός του. Ήταν χρέος του.
Ο διοικητής τους, ο Κατερινάκης, που κατάλαβε τι επρόκειτο να κάνει, φώναξε:
«Μην το κάνεις! Ο τοίχος είναι εκτεθειμένος!»
Αλλά ο Κωστάκης δεν σκέφτηκε τις προειδοποιήσεις. Ο φίλος του ήταν ζωντανός, και αυτό ήταν αρκετό. Χαμήλωσε το σώμα, κύλησε δίπλα στον τοίχο, γλιστρώντας ανάμεσα στις σφαίρες. Έφτασε στον Γιάννη και με κόπο τον τράβηξε από τον τοίχο, κάτω στο χώμα, στην ασφάλεια. Το κορμί του πληγωμένο, ολόγαμάτο, με το αίμα σαν συντριβάνι να λούζει και τους δύο. Η σφαίρα τουμ-τουμ είχε σκάσει μέσα στο μηρό του Γιάννη, διαλύοντας το κρέας· το κόκκαλο φαινόταν γυμνό. Μα σώθηκε.
Η μάχη συνεχίστηκε άγρια, αλλά η Επισκοπή τελικά καταλήφθηκε. Ο Γιάννης επέζησε, αλλά το πόδι του είχε μείνει σακατεμένο — μια μόνιμη σφραγίδα της ημέρας εκείνης. Ο Κωστάκης στεκόταν δίπλα του, τα μάτια του γεμάτα ανακούφιση και θλίψη. Η νίκη είχε έρθει, με την τιμή και τη φιλία τους πληρωμένες σε αίμα και θυσία. Μια σκληρή μάχη που άφησε πίσω πληγωμένους και νεκρούς: τον Οδυσσέα Κλεάνθους και τον Νεόφυτο Χατζηχριστοδούλου, που έπεσαν ηρωικά για την πατρίδα.

ΠΟΛΕΜΟΣ 1974: Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ / Πολεμιστής και Άνθρωπος

Οι δρόμοι της Λεμεσού είχαν πάψει πια να ανήκουν στους ανθρώπους. Είχαν μετατραπεί σε σιωπηλούς μάρτυρες του χάους. Το πραξικόπημα είχε αφήσει πίσω του καπνό, φόβο και μισοκατεστραμμένα όνειρα. Μια πόλη πληγωμένη, που ανέπνεε βαριά κάτω από το βάρος της αβεβαιότητας.

Σε κάθε σπίτι, σε κάθε αυλή, σε κάθε γειτονιά, κρυβόταν μια αόρατη αγωνία — μια ανάσα τρόμου που κανείς δεν τολμούσε να εκφράσει.
Οι φήμες κυκλοφορούσαν σαν φωτιά. Στρατιωτικές κινήσεις. Ξένες δυνάμεις. Επικείμενος πόλεμος. Κανείς δεν ήξερε τι ήταν αλήθεια και τι ψέμα. Όμως όλοι ένιωθαν πως κάτι μεγαλύτερο πλησίαζε.
Και ύστερα ήρθε. Η εισβολή.
Δεν έφερε μόνο στρατό και όπλα. Έφερε την απώλεια, τον ξεριζωμό, τον φόβο που ρίζωσε βαθιά στις καρδιές των ανθρώπων. Μέσα σε λίγες ώρες, η ζωή όπως την ήξεραν άρχισε να καταρρέει.
Κάποιοι έτρεξαν να σωθούν. Άλλοι έμειναν πίσω. Και κάποιοι στάθηκαν — είτε από καθήκον είτε από ανάγκη — για να πολεμήσουν, να βοηθήσουν ή απλώς να επιβιώσουν.
Μα σύντομα έγινε φανερό πως δεν πολεμούσαν μόνο έναν εχθρό στη Λεμεσό.
Από τη μια, οι βομβαρδισμοί από τα αεροπλάνα και οι στρατιώτες που κατέβαιναν με αλεξίπτωτα. Από την άλλη, οι πάνοπλοι Τουρκοκύπριοι στην τουρκική συνοικία.
Ο Κυριακός κατάλαβε αργότερα πόσο δύσκολη ήταν η μάχη της Λεμεσού, όταν επέστρεψε στην Κύπρο και άρχισε να ακούει τις ιστορίες. Άνθρωποι που βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή, που πάλεψαν με ό,τι είχαν — και συχνά με ό,τι δεν είχαν. Χωρίς επαρκή όπλα. Χωρίς πυρομαχικά. Χωρίς καθαρές διαταγές.
Σε μια από αυτές τις συζητήσεις, ο ξάδερφός του, ο Μιχαλάκης — τολμηρός και ατρόμητος, από εκείνους που δεν μάθαιναν να σωπαίνουν — του είπε την αλήθεια χωρίς περιστροφές:
Ναι, το μέγεθος της προδοσίας δεν χωρούσε σε λέξεις. Τους έστελναν στη μάχη σχεδόν άοπλους. Με ελαφρά όπλα παλαιού τύπου, από την εποχή του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Κι όμως, η διαταγή ήταν σαφής. Χωρίς περιθώρια για ερωτήσεις. Να καταλάβουν την τουρκική συνοικία.
Η ομάδα συγκεντρώθηκε σιωπηλά, κοιτάζοντας ο ένας τον άλλον με εκείνη τη βαριά κατανόηση που δεν χρειάζεται λόγια.
Οι πληροφορίες ήταν ξεκάθαρες: οι αντίπαλοι ήταν οχυρωμένοι και βαριά οπλισμένοι. Εκείνοι, αντίθετα, κρατούσαν κυρίως ελαφρύ οπλισμό. Η μάχη θα ήταν δύσκολη — το γνώριζαν. Μα κανείς δεν έκανε πίσω.
Καθώς πλησίαζαν, η συνοικία άλλαζε πρόσωπο. Οι δρόμοι στένευαν, τα σπίτια έμοιαζαν άδεια, μα «παρακολουθούσαν». Κάθε παράθυρο έκρυβε απειλή. Κάθε γωνία, μια παγίδα. Η σιωπή ήταν αφύσικη — σαν να κρατούσε την ανάσα της πριν ξεσπάσει.
Και ύστερα ξέσπασε. Οι πρώτες συγκρούσεις ήταν σκληρές. Οι αντίπαλοι, ταμπουρωμένοι, άρχισαν να βάλλουν ασταμάτητα. Η δύναμη πυρός ξεπερνούσε κατά πολύ τις δυνατότητες της ομάδας. Οι σφαίρες χτυπούσαν τοίχους, πόρτες, πέτρες Ο αέρας γέμιζε σκόνη και καπνό.
Οι άνδρες κινούνταν γρήγορα, σχεδόν ενστικτωδώς, καλυπτόμενοι ο ένας από τον άλλον, μετρώντας κάθε βήμα. Προχωρούσαν βήμα-βήμα.
Δεν ήταν μάχη ισορροπημένη. Κι όμως, προχωρούσαν. Όχι γιατί είχαν το πλεονέκτημα, αλλά γιατί δεν είχαν άλλη επιλογή. Το θάρρος τους δεν ήταν κραυγαλέο. Ήταν πεισματικό, σχεδόν σιωπηλό. Ήταν η απόφαση να μην εγκαταλείψουν, ακόμη κι όταν όλα έδειχναν εναντίον τους.

Μετά από πυρ και κίνηση 500 μ. υπό καταιγισμό σφαιρών στην γυμνή Χωράφα που υπήρχε τότε, από τα φώτα Σιμιλλίδη μέχρι το κέντρο του Αρίφη, φτάσανε στα πρώτα τους φυλάκια .
Οι συγκρούσεις κράτησαν ώρες που έμοιαζαν με αιώνες. Σπίτι με σπίτι. Δρόμο με δρόμο. Η ένταση δεν υποχωρούσε. Μόνο μεταφερόταν, σαν φωτιά που δεν έσβηνε.
Κάποια στιγμή, σχεδόν ανεπαίσθητα, η αντίσταση άρχισε να λυγίζει.
Οι ήχοι της μάχης αραίωσαν. Οι σκιές στα παράθυρα χάθηκαν. Οι δρόμοι, που πριν έβραζαν από ένταση, άρχισαν να αδειάζουν.
Και μετά… σιωπή. Η συνοικία είχε περάσει στον έλεγχό τους.
Κανείς δεν πανηγύρισε. Στέκονταν μέσα στη σκόνη, τον ιδρώτα και τη σιωπή που ακολούθησε, γνωρίζοντας πως αυτό που είχαν καταφέρει δεν ήταν απλώς μια νίκη. Ήταν το αποτέλεσμα πείσματος, απώλειας και μιας δύναμης που γεννιέται μόνο όταν ο άνθρωπος δεν έχει πια τίποτα να χάσει.
Και τότε ήρθε η επόμενη διαταγή: Σπίτι προς σπίτι. Να ελεγχθούν όλα. Να εκκαθαριστούν από όσους μπορεί να είχαν απομείνει.
Ο Μιχάλης ζήτησε χειροβομβίδες. Ήξερε πως χωρίς αυτές, κάθε πόρτα ήταν παγίδα. Η απάντηση ήρθε κοφτή: δεν υπήρχαν. Θα έμπαιναν «στεγνά». Με μια κλωτσιά. Με μια ανάσα. Με το άγνωστο να τους περιμένει από την άλλη πλευρά.
Και άρχισαν. Στο πρώτο σπίτι, όλα τελείωσαν πριν καν προλάβουν να αρχίσουν.
Ο Ρήγας Ροδίωνας ήταν ακόμα μαθητής. Μπήκε πρώτος. Ήταν από εκείνους που δεν δίσταζαν. Ήσυχος, χαμογελαστός, με εκείνο το βλέμμα που σε ηρεμούσε ακόμα και μέσα στο χάος. Με τον Μιχαλάκη ήταν φίλοι. Ήξεραν ο ένας τον άλλον χωρίς λόγια.
Η πόρτα άνοιξε με δύναμη… Και αμέσως μετά, ριπή.
Δεν ακούστηκε κραυγή. Μόνο ο ξερός ήχος των πυροβολισμών και το σώμα που λύγισε πριν καν προλάβει να αντιδράσει. Ο Ρήγας έπεσε μπροστά τους.
Ο Μιχάλης πάγωσε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου — ένα κλάσμα που του φάνηκε αιώνας. Ήθελε να φωνάξει το όνομά του. Να τον τραβήξει πίσω. Να γυρίσει τον χρόνο. Μα δεν υπήρχε χρόνος. Μόνο η πραγματικότητα — ωμή, αμείλικτη.
Η εκκαθάριση συνεχίστηκε. Αργά. Βασανιστικά αργά.
Κάθε πόρτα άνοιγε τώρα με δισταγμό. Κάθε βήμα ζυγιζόταν. Τα μάτια τους είχαν αλλάξει — πιο άγρυπνα, πιο σκληρά. Τα νεύρα τεντωμένα σαν σύρμα έτοιμο να σπάσει.
Ο Ρήγας δεν ήταν απλώς ένας ακόμη μαχητής. Ήταν ο φίλος. Ο άνθρωπος που πριν λίγο καθόταν δίπλα τους, ζωντανός, ολόκληρος. Και τώρα είχε μείνει πίσω.
Ο Μιχάλης δεν μιλούσε. Προχωρούσε. Με κάτι μέσα του να έχει σπάσει — και κάτι άλλο, πιο σκοτεινό, να έχει πάρει τη θέση του.

Το επόμενο σπίτι ήταν διώροφο. Από εκεί, λίγο νωρίτερα, τους χτυπούσαν ασταμάτητα. Οι τοίχοι ήταν γεμάτοι σημάδια από σφαίρες, και η σιωπή που είχε απλωθεί τώρα έμοιαζε ύποπτη — σαν να περίμενε κάτι.
Ο Μιχάλης στάθηκε μπροστά στην πόρτα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Το δάχτυλό του ακουμπούσε στη σκανδάλη. Μια ανάσα. Και εισέβαλε.
Το όπλο σηκώθηκε σχεδόν μηχανικά. Ήταν έτοιμος να πυροβολήσει.
Και θα το έκανε. Αν δεν έβλεπε.
Στο βάθος της κάμαρης, δύο σιλουέτες. Ακίνητες. Με τα χέρια υψωμένα.
Για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου, όλα κρεμάστηκαν από μια λεπτή γραμμή.
Ο Μιχάλης κοίταξε καλύτερα. Τα σηκωμένα χέρια. Την απουσία απειλής.
Το όπλο του έμεινε ακίνητο. Δεν ήθελε να σκοτώσει αιχμαλώτους. Δεν ήθελε εκδίκηση. Όχι έτσι.
Κατέβασε ελαφρά το όπλο και φώναξε:
«Μην πυροβολήσει κανένας!»
Η ομάδα πάγωσε. Η ένταση δεν έφυγε — απλώς άλλαξε μορφή. Και εκεί, μέσα στο μισοσκόταδο, επιλέχθηκε κάτι άλλο. Η ανθρωπιά.

Χρόνια αργότερα, ο Μιχάλης εξομολογήθηκε στον Κυριακό.
«Ξέρεις τι με κρατά;» του είπε. «Όχι οι μάχες. Εκείνη η στιγμή.»
Στάθηκε για λίγο.
«Χαίρομαι που δεν πυροβόλησα. Ναι… ήθελα εκδίκηση», παραδέχτηκε.
Σήκωσε όμως το βλέμμα.
«Αλλά όχι έτσι. Αν ήταν να πολεμήσω, θα πολεμούσα οπλισμένους στρατιώτες. Όχι αυτούς που είχαν τα χέρια ψηλά.»
Ο Κυριακός δεν απάντησε. Δεν χρειαζόταν.
Μέσα σε μια εποχή γεμάτη προδοσία και αίμα, υπήρχαν ακόμη στιγμές που καθόριζαν τον άνθρωπο. Όχι ως πολεμιστή. Αλλά ως άνθρωπο. Πρώτα άνθρωπος.
Και ύστερα πολεμιστής… Αυτός ήταν ο ξάδερφος του ο Μιχάλης.

Ο ΠΡΟΣΦΥΓΑΣ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΠΙΣΩ

Υπήρξαν εκείνες τις μέρες άνθρωποι που δεν πρόλαβαν να τρέξουν.
Άλλοι που έτρεξαν… αλλά δεν έφτασαν ποτέ. Υπήρξαν σώματα που έμειναν άταφα σε χωράφια και δρόμους. Άνθρωποι που χάθηκαν σε στρατόπεδα αιχμαλώτων, χωρίς όνομα, χωρίς φωνή.
Υπήρξαν μανάδες που κράτησαν τα παιδιά τους σφιχτά μέσα σε βάρκες που έσταζαν φόβο. Παιδιά που έμαθαν τη λέξη «σπίτι» σαν κάτι που ανήκει στο παρελθόν.
Και υπήρξαν κι εκείνοι που έφυγαν… κουβαλώντας μια ζωή σε μια βαλίτσα που δεν έκλεινε ποτέ.
Μα υπήρξαν και άλλοι. Εκείνοι που δεν μπήκαν στη βάρκα. Εκείνοι που δεν έφτασαν ποτέ. Εκείνοι που έμειναν πίσω και έγιναν πρόσφυγες χωρίς να φύγουν.

Ο Κυριάκος δεν έζησε τα γεγονότα. Τα κουβαλούσε, όμως, σαν να ήταν δικά του.
Του τα είχε διηγηθεί ο Σίμιλλος, ο κουμπάρος του, ένας άνθρωπος λιγομίλητος, κλειδαράς στην Πάφο — από εκείνους που έμαθαν να φτιάχνουν κλειδαριές για τους άλλους, ενώ οι δικές τους πληγές έμεναν για πάντα ανοιχτές.
Ζούσαν δίπλα, κοντά στις τρεμιθιές της Ζήνας, και κάθε απόγευμα, καθισμένοι στο καφενείο του χωριού, έλεγαν τις ίδιες ιστορίες, σαν να μην είχαν τελειώσει ποτέ.

Η ιστορία άρχιζε πάντα το ίδιο. Ιούλιος 1974. Τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου, η θάλασσα στο Πέντε Μίλι δεν έφερε κύματα καλοκαιριού, αλλά πόλεμο. Η απόβαση έγινε γρήγορα, σχεδόν αθόρυβα στην αρχή, σαν κάτι που δεν ήθελε ακόμη να πιστευτεί.
Βομβαρδισμοί, καπνός, φωνές που έσβηναν απότομα. Δρόμοι που άδειασαν. Σπίτια που έμειναν ανοιχτά, σαν να περίμεναν ακόμη τους ανθρώπους τους να επιστρέψουν.
Μέσα σε τρεις μέρες, η Κερύνεια είχε χαθεί. Όχι μόνο ως πόλη. Αλλά ως ζωή.
Οι κάτοικοι δεν έφυγαν. Ξεριζώθηκαν. Άφησαν πίσω αυλές, εικόνες στους τοίχους, τραπέζια στρωμένα. Άφησαν πίσω το «αύριο» τους. Και έγιναν πρόσφυγες μέσα στην ίδια τους την πατρίδα.
Ανάμεσα σε αυτούς, και μια μικρή οικογένεια. Ένα μικρό σπίτι λίγο έξω από την πόλη. Ένας πατέρας, μια μητέρα, δύο παιδιά.
Το πρωί πριν την εισβολή, όλα ήταν ακόμη στη θέση τους. Το ψωμί στον φούρνο, οι φωνές των παιδιών, η καθημερινότητα που δεν γνώριζε ότι τελείωνε.
Μέχρι που άρχισαν οι πρώτοι ήχοι. Στην αρχή μακρινοί. Μετά, όλο και πιο κοντά.
Κάποιοι είπαν ότι ήταν ασκήσεις. Άλλοι ότι ήταν φήμες. Μα η θάλασσα δεν κάνει λάθος όταν γεμίζει σίδερο.
Το απόγευμα, οι δρόμοι είχαν ήδη αρχίσει να αδειάζουν. Ο πατέρας γύρισε σπίτι με ένα βλέμμα που δεν άφηνε περιθώρια για ερωτήσεις.
Είπε μόνο:
«Φεύγουμε.»
Δεν υπήρχε χρόνος για περισσότερα. Η μητέρα μάζευε ρούχα σε μια βαλίτσα που δεν έκλεινε ποτέ. Κάθε αντικείμενο που έμπαινε μέσα, ήταν και μια παραδοχή ότι κάτι άλλο θα μείνει πίσω για πάντα.
Η μικρή κόρη κρατούσε ένα λούτρινο παιχνίδι. Δεν μιλούσε πολύ. Μόνο ρωτούσε:
«Θα γυρίσουμε;»
Κανείς δεν απαντούσε.

Όταν έφτασαν στη θάλασσα, δεν βρήκαν σωτηρία. Βρήκαν επιλογή. Μια παλιά βάρκα, ήδη γεμάτη. Άνθρωποι στριμωγμένοι, πρόσωπα άγνωστα, μάτια άδεια.
Ο πατέρας βοήθησε πρώτα τα παιδιά να ανέβουν. Μετά τη γυναίκα του.
Εκείνη τον κοίταξε.
Δεν ρώτησε πολλά. Μόνο:
«Θα έρθεις;»
Μα η βάρκα δεν χωρούσε άλλον.
Εκείνος κοίταξε πίσω. Το χωριό στεκόταν ακόμη, μισοσβησμένο μέσα στον καπνό, σαν να ανέπνεε για τελευταία φορά.
Ύστερα γύρισε σε εκείνη. Και είπε:
«Πρέπει να βεβαιωθώ ότι δεν θα μας ακολουθήσουν.»
Ήταν ψέμα. Από εκείνα που λέγονται μόνο όταν η αλήθεια είναι αβάσταχτη.
Η βάρκα έφυγε. Και εκείνος έμεινε.

Ο Σίμιλλος τον γνώρισε τότε. Ήταν από τους άντρες που δεν πρόλαβαν, ή δεν μπόρεσαν, να φύγουν. Μαζί με άλλους, προσπάθησαν να διαφύγουν αργότερα. Από χωράφια, από μονοπάτια, μέσα από καμένα σπίτια. Δεν τα κατάφεραν. Συνελήφθησαν. Και πολλοί από αυτούς δεν ξαναγύρισαν ποτέ. Ο πατέρας ήταν ανάμεσά τους.
Πριν χωριστούν, είχαν ανταλλάξει λίγες λέξεις. Όχι πολλές. Μόνο όσες χωρούν σε μια στιγμή που τελειώνει.
«Αν ζήσεις… βρες τους.»
Ο Σίμιλλος έζησε. Και κουβάλησε αυτή την υπόσχεση σαν βάρος.
Χρόνια μετά, βρήκε την κόρη. Είχε μεγαλώσει σε μια πόλη που δεν της ανήκε. Σε μια ζωή που δεν είχε επιλέξει.
Της έδωσε ένα γράμμα. Δεν το είχε ανοίξει ποτέ. Το γράμμα έγραφε:
«Αν φτάσατε, σημαίνει ότι σωθήκατε. Δεν μπορούσα να έρθω. Αν ερχόμουν… κάποιος θα έμενε πίσω. Διάλεξα να είμαι εγώ. Προτίμησα να με χάσετε… παρά να σας χάσω όλους μαζί.»
Δεν υπήρχε υπογραφή. Δεν χρειαζόταν.
Η μητέρα δεν έκλαψε δυνατά όταν το άκουσε. Μόνο έσκυψε το κεφάλι. Σαν να αποδεχόταν, επιτέλους, κάτι που πάντα φοβόταν ότι ήταν αλήθεια.
«Μας έσωσε…» ψιθύρισε.
Η κόρη την κοίταξε. Και απάντησε:
«Ή μας έχασε για πάντα.»

Ο Κυριάκος, κάθε φορά που θυμόταν την ιστορία, στεκόταν σε μία εικόνα. Όχι στη βάρκα. Ούτε στο γράμμα. Αλλά σε εκείνον τον άνθρωπο στην ακτή. Να λέει ένα ψέμα. Και να μένει πίσω.
Γιατί, τελικά, η προσφυγιά δεν είναι μόνο δρόμοι και θάλασσες. Είναι και εκείνοι που δεν έφυγαν ποτέ. Και χάθηκαν… για να μπορέσουν οι άλλοι να σωθούν.
Γιατί η προσφυγιά δεν αρχίζει πάντα με ένα ταξίδι. Μερικές φορές αρχίζει με μια απόφαση. Και τελειώνει σε ένα σημείο που δεν υπάρχει πια επιστροφή.
Υπάρχουν άνθρωποι που φεύγουν και γίνονται πρόσφυγες. Και υπάρχουν κι άλλοι. Εκείνοι που μένουν. Που χάνονται σιωπηλά, για να σωθούν οι υπόλοιποι. Και που ποτέ δεν θα τους ζητηθεί να αφηγηθούν την ιστορία τους. Και ίσως… οι πιο μεγάλοι πρόσφυγες είναι εκείνοι που δεν έφυγαν ποτέ.

ΤΟ ΑΕΡΙΚΟ ΠΕΡΑΣΜΑ / Κάποιοι τόποι θυμούνται περισσότερα απ’ τους ανθρώπους 

Ο Κυριακός γνώριζε τον Αντωνή τ’ Αλέξανδρου από μικρός, αλλά τους έφερε πιο κοντά η ζωή όταν ο Αντωνής γέρων πλέον, καθόταν συχνά στο καφενείο και ο Κυριακός τον έβρισκε εκεί. Εκεί έπιαναν κουβέντες που διαρκούσαν ώρες, και ο Κυριακός γνώρισε καλύτερα τον απλό και καλοκάγαθο γεωργό της υπομονής και του μόχθου, που από παιδί αγωνιζόταν με τη γη — πρώτα για να στηρίξει τη μάνα του και τους ανθρώπους γύρω του, και αργότερα τη μεγάλη οικογένεια που δημιούργησε με την καλή χωριανή του την Ελενίτσα.

Τον συναντούσε συχνά στο καφενείο του Κωστή σιωπηλό στην αρχή, και ύστερα να ανοίγεται σιγά σιγά, σαν παλιό βιβλίο. Παρότι αγράμματος, είχε διαβάσει ό,τι βιβλίο και περιοδικό μπόρεσε να βρει στα νιάτα του, πριν ξεθωριάσει το φως των ματιών του. Θυμόταν με αξιοθαύμαστη διαύγεια ιστορίες, δοξασίες, έθιμα, πράγματα που οι περισσότεροι είχαν πια ξεχάσει.

Ανάμεσα στις αφηγήσεις του ξεχώριζε η ιστορία της μάνας του, της Φκωνούς. Που του έλεγε πως κάτω από την αυλή τους υπήρχε μια ρεματιά — πέρασμα αερικών. Ένας δρόμος αθέατος, απ’ όπου διάβαιναν φαντάσματα, ανεράδες και όντα άλλων εποχών ή και παράλληλων χρόνων.
Ο Κυριακός ήξερε για τα αερικά περάσματα που ήταν γνωστά στα χωριά. Εκεί, έλεγαν, ακουγόταν βουή χωρίς άνεμο, φωνές και γέλια που έρχονταν από το πουθενά. Ήταν ρεματιές που κατέληγαν σε θάλασσα ή σε κάμπους, όπου το πέρασμα της βουής έπιανε τους ανθρώπους και τα ζώα απροετοίμαστους. Εκεί διέβαιναν ξωτικά, μικρά ανθρωπάκια σαν αγγελάκια που γίνονταν κακά αν παρεξηγούνταν. Περνούσαν θηλυκά πνεύματα των λόφων και των ποταμιών, αόρατα και ελαφριά σαν τον αέρα. Τα μέρη αυτά δεν έπρεπε να κατοικούνται. Ήταν γνωστά και χαρτογραφημένα στη μνήμη των ανθρώπων, ώστε να τα αποφεύγουν, ιδιαίτερα τις νύχτες.
Η ρεματιά των «Μήλων», δίπλα στο σπίτι του Αντωνή, ήταν ένα τέτοιο μέρος. Εκεί είχε σκοτωθεί κάποτε ο Γιαννάτσιης ένας πρόγονος του Κυριακού, πέφτοντας από μια τρεμιθιά. Το αίμα του πότισε τη γη, κι από τότε οι χωριανοί έλεγαν πως το χώμα κογκούσε. Το μέρος ήταν βουτηγμένο σε υγρασία, τα θαμνοειδή σκεπασμένα με φτέρες και αγριόχορτα, και οι ήχοι από τα τρεχούμενα νερά έδιναν την αίσθηση ότι κάτι κρυφό παρακολουθεί. Το φως του ήλιου έπεφτε μέσα από τα φύλλα σαν σκιές που κινούνταν, και η μυρωδιά της υγρασίας ανακατευόταν με τον ήχο της γης που ανασαίνει.

Μια ζοφερή, υγρή μέρα καλοκαιριού — είπε ο Αντωνής, η Φκωνού ήταν μόνη στο σπίτι. Αυτός έλειπε στα χωράφια, κι εκείνη είχε βάλει τη μαείρισσα στη νηστιά, έξω στην αυλή. Η μυρωδιά του φαγητού απλωνόταν στον αέρα, ανακατεμένη με τη δροσιά της ρεματιάς και το άρωμα της υγρασίας. Το απαλό αεράκι έφερνε μαζί του ψιθύρους, σαν τα φύλλα να μιλούσαν μεταξύ τους. Ίσως ήταν αυτή η μυρωδιά που τράβηξε τα αερικά από τη ρεματιά προς το σπίτι.

Και ξαφνικά, μέσα στην απόλυτη ησυχία, η μάνα του άκουσε φωνές, γέλια, μουσικές και τον ήχο από άλογα που έσερναν κάρα. Γεμάτη φόβο, θάρρισε πως περνούσε καραβάνι γανοματζήδων από το μονοπάτι προς την Πάφο. Γεμάτη περιέργεια έτρεξε στην άκρη της αυλής να δει, μα η στράτα ήταν άδεια. Τα στάχια των κριθαριών κάτω στον κάμπο λύγισαν απότομα, και μια ψυχρή αύρα πέρασε δίπλα της, σαν σκιές ανθρώπων άυλων που έτρεχαν. Άκουγε τις φωνές, τις κουβέντες, τα γέλια. Άκουγε τα άλογα και τα κάρα μα δεν έβλεπε τίποτα. Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά, ο αέρας έφερε τη μυρωδιά της πυκνής βλάστησης και των λουλουδιών της ρεματιάς, και για μια στιγμή ένιωσε σαν να περνά από μπροστά της μια παράλληλη πραγματικότητα.

Τότε η Φκωνού έκανε ό,τι ήξερε, ότι της είχαν μάθει οι δικοί της γονιοί για τέτοιες περιπτώσεις. Σταυροκοπήθηκε και παρακάλεσε την Παναγία να ανοίξει το πέρασμα και να φύγουν τα αερικά. Και πράγματι, όλα κόπασαν. Όπως είχαν έρθει, έτσι χάθηκαν. Κάθε φορά που θυμόταν το γεγονός, ανατρίχιαζε, μα οι σκέψεις της ημέρευαν μόλις παρακαλούσε την Παναγία.

Και ύστερα από τόσα χρόνια, ο Αντωνής είχε περιέργεια, ήθελε να μάθει. Ήθελε να καταλάβει τι ακριβώς ήταν τα περάσματα που η μητέρα του φοβόταν.

Δεν πίστευε στις δεισιδαιμονίες, αλλά η περιέργεια τον βασάνιζε.
Ο Κυριακός που έτυχε να είχε μελετήσει τα παράδοξα αυτά φαινόμενα, ήξερε.Έτσι οδήγησε τον Αντωνή στη ρεματιά των «Μήλων». Στάθηκαν εκεί που κάποτε η Φκωνού είχε νιώσει τις φωνές και τις σκιές των αερικών. Πρώτα με προσεχτική ματιά εξέτασε προσεκτικά το έδαφος, την πυκνή βλάστη, τη μορφολογία της ρεματιάς και τον αέρα που κατέβαινε από τη ρεματιά. Οι ήχοι των πουλιών και το θρόισμα των φύλλων δημιουργούσαν ένα αχνό υπόκωφο μοτίβο, σαν ψίθυροι παλιών εποχών, και το φως που έπεφτε ανάμεσα στα κλαδιά ζωγράφιζε σκιές σαν να περνούσαν αόρατες φιγούρες.

«Δες», είπε ήσυχα, «όλα αυτά που φοβόταν η μάνα σου έχουν φυσική εξήγηση». Έδειξε πώς οι κοιλότητες και τα θάμνα δημιουργούν ρεύματα αέρα σαν χωνί, πώς οι χαμηλές δονήσεις — υποήχοι — γίνονται αισθητές στο σώμα, πώς το μάτι και το μυαλό συμπληρώνουν σκιές και ήχους, φτιάχνοντας μορφές που δεν υπάρχουν πραγματικά. Ο ήχος του νερού που κυλούσε έμοιαζε με βουή πολυάριθμων βημάτων, και η δροσιά που κατέβαινε από τα δένδρα με αόρατες παρουσίες.

«Η εμπειρία της μάνας σου ήταν αληθινή», πρόσθεσε ο Κυριακός. «Ο φόβος της επίσης. Μα η αιτία ήταν φυσική — συνδυασμός αέρα, ήχων, σκιάς και ανθρώπινης ψυχολογίας». Οι άνθρωποι έδωσαν ονόματα και ιστορίες σε αυτά τα μέρη όχι για να φοβίζουν, αλλά για να τα θυμούνται και να τα αποφεύγουν. Τα ονόμαζαν οι παλιοί «αερικά περάσματα» ως χαρτογράφηση κινδύνου.

Ο Αντωνής ένιωσε ένα γνώριμο ρίγος. Ο Κυριακός το παρατήρησε, αλλά δεν μίλησε. Ήξερε καλά πως, ακόμη κι όταν εξηγείς τα φαινόμενα, το πέρασμα συνεχίζει να υπάρχει. Δεν ήταν πύλη άλλου κόσμου, ήταν σημείο όπου ο τόπος και ο ανθρώπινος νους συναντιούνται με τρόπο βαθύ, ανεξήγητο, και μερικές φορές τρομακτικό.
Ο Αντωνής στάθηκε σιωπηλός. Ο αέρας πέρασε ξανά, ελαφρύς αυτή τη φορά. Μα εκεί, ανάμεσα στις σκιές και το ψυχρό ρεύμα, ένιωσε πως κάτι μικρό, ασυνείδητο, παρέμενε — μια ανάμνηση ή μια υπόνοια της μητέρας του της Φκωνούς, ή ίσως ένα ψιθύρισμα των αερικών που δεν είχαν φύγει ποτέ τελείως. Τα φύλλα θρόιζαν σαν να μιλούσαν, τα κλαδιά κινούνταν ελαφρά, σχεδόν σαν να τον καλούσαν να ακολουθήσει, και η μυρωδιά της υγρασίας και των λουλουδιών της ρεματιάς γέμιζε τη μύτη του με αναπάντεχα συναισθήματα δέους και δισταγμού… Αλλά συμφώνησε απόλυτα με τις εξηγήσεις του Κυριακού. Το ίδιο είχε σκεφτει και ο ίδιος, αλλά ήθελε και τη σύμφωνο γνώμη του ερευνητή, του Κυριακού.

Ο Αντώνης τ’ Αλέξανδρου γέρασε. Ο καιρός είχε αφήσει τα σημάδια του στο πρόσωπό, στα χέρια και στην ψυχή του. Στο κορμί του ολόκληρο. Έτσι οι ταχτικές συναντήσεις με το Κυριακό, λιγόστεψαν. Οι δουλειές, οι δρόμοι, η καθημερινότητα τους χώριζαν. Και όταν η αρρώστια του Αντωνή έγινε σοβαρή, η απόσταση έγινε ακόμη πιο μακρύτερη. Ο Κυριακός χωρίς να τον βλέπει πλέον, τον πεθυμούσε. Το προσγέλιο του, την ευφυήα του, τη σοφία του.

Και όταν ήρθε η ώρα τους τέλους, τον έκανε να νιώθει μια παράξενη απώλεια, σαν να είχε φύγει ένα κομμάτι της ζωής του.

Ο Αντωνής βρέθηκε στο νοσοκομείο, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του πόνου. Το σώμα του είχε γίνει αδύναμο, οι ανάσες του βαρύθυμες, και τα χέρια του κρύα. Οι νοσοκόμες και οι δικοί του άνθρωποι προσπαθούσαν να του προσφέρουν ανακούφιση, αλλά τίποτα δεν μπορούσε να γεμίσει την κενότητα που πλημμύριζε τον χώρο. Τίποτε δεν μπορούσε να φέρει τον Αντωνή πίσω.

Και την ώρα που έσβηνε, ενώ η ζωή του έφευγε, ο Αντώνης άνοιξε τα μάτια του και, με φωνή που έμοιαζε με ψίθυρο ανάμεσα σε δύο κόσμους, είπε:

«Ετον… Κυριακό… έτον που έρχεται…»

Οι γύρω του πάγωσαν. Οι νοσοκόμες τον κοίταζαν με δέος, οι συγγενείς του σάστισαν. Ο Κυριακός δεν ήταν εκεί. Ούτε ήξεραν τη σχέση τους που τα τελευταία χρόνια μέσα στον καφενέ είχαν ανπτυχθεί. Τις ατέλιωτες συζητήσεις τους και την ευχάριστη παρέα μεταξύ τους. Την ανταλλαγή των γνώσεων τους και των απόψεων τους. Έτσι τα λόγια του Αντωνή έφτασαν σε αυτόν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αργότερα, όταν οι δικοί του του διηγήθηκαν τι είχε πει ο γέροντας την τελευταία στιγμή της ζωής του.

Αργότερα, ο Κυριακός αναλογίστηκε την έννοια αυτής της φράσης. Τι σήμαινε; Πώς ένα όνομα, ένα πρόσωπο που δεν ήταν δίπλα του, μπορούσε να βρει τον δρόμο και να ακουστεί στο όριο της ζωής του; Οι μελέτες της παραψυχολογίας μιλούν για φαινόμενα ψυχικής αντήχησης, για δεσμούς που υπερβαίνουν τον χώρο και τον χρόνο, για ψυχές που αναζητούν η μια την άλλη όταν ο κόσμος της ύλης τις χωρίζει.

Και ένιωσε ένα ρίγος να τον διαπερνά. Δεν ήταν απλά θλίψη. Ήταν κάτι βαθύτερο: η αίσθηση ότι η φωνή του φίλου του είχε διασχίσει τον χώρο και το χρόνο, είχε ξεπεράσει τον πόνο και τον θάνατο, για να τον φωνάξει, να τον ειδοποιήσει, να τον αγγίξει. Σαν ψίθυρος από τα αερικά περάσματα που τόσο είχε μελετήσει, σαν μια υπερφυσική ανάμνηση που έμενε ζωντανή στη μνήμη των ανθρώπων.
Λίγες μέρες αργότερα, η Ελενίτσα, η γυναίκα του Αντωνή, δεν άντεξε τον καημό. Η καρδιά της λύγισε, τα μάτια της θόλωσαν από τη λύπη, και ο κόσμος της σκοτείνιασε. Και τον ακολούθησε στον ίδιο κόσμο, για να μην μείνει ποτέ ξανά χωρίς αυτόν. Και ο Κυριακός έμεινε να στέκεται ανάμεσα στη ζωή και στη μνήμη τους, νιώθοντας το κενό τους, αλλά σκεφτόμενος ότι οι ψυχές τους είχαν βρει ξανά η μια την άλλη ακόμα κι αν ο κόσμος της ύλης τους χώρισε για πάντα.

Και κάποιες νύχτες που ακολούθησαν, ο Κυριακός καθώς καθόταν μόνος στο παλιό καφενείο ή στεκόταν στη ρεματιά των «Μήλων», εκεί που κάποτε η μητέρα του Αντωνή είχε ακούσει τις φωνές των αερικών, και καθώς άκουγε τον άνεμο να θροΐζει μέσα από τα δέντρα, και τα φύλλα να ψιθυρίζουν, κάποιες στιγμές, σχεδόν πίστευε πως άκουγε τη φωνή του Αντωνή:

«Ετον… Κυριακό… έτον που έρχεται…»

Και ήξερε πως, όπως τα αερικά περάσματα της ρεματιάς, έτσι και οι δεσμοί της ψυχής δεν σβήνουν ποτέ. Υπάρχουν σημεία στον κόσμο όπου η ζωή και ο θάνατος, η ύλη και το πνεύμα, συναντιούνται και η πραγματικότητα γίνεται υγρή, ανοιχτή σε μυστικά που μόνο οι ψυχές μπορούν να καταλάβουν.

Ο Κυριακός, με το πέρασμα των χρόνων, κρατούσε ζωντανή την ανάμνηση τους. Κάθε φορά που ο άνεμος έφερνε μαζί του ψιθύρους, ή κάθε φορά που μια σκιά κινιόταν σαν να υπήρχε κάτι αόρατο, ένιωθε πως η φράση του Αντωνή ζούσε μέσα του. Κι έτσι, το όνομα που ξεχώρισε στον τελευταίο του ψίθυρο έγινε σημάδι μιας φιλίας που υπερβαίνει τη ζωή, θάνατο και χρόνο — μια σύνδεση που δεν μπορεί να σβήσει ποτέ.

ΔΙΑΒΑ ΑΕΡΙΚΩΝ / Ο άνθρωπος φοβάται ό,τι δεν καταλαβαίνει 

Η Μαρία ήταν θεια του Κυριακού. Μια φορά στον δρόμο της για τα χωράφια, όταν συνάντησε το άγνωστο και το ανεξήγητο, τρόμαξε τόσο πολύ, που δεν ξαναπάτησε — ούτε για να μαζέψει σοδειές, ούτε για να τα ξανακαλλιεργήσει.

Κι επειδή ο Κυριακός είχε βγάλει φήμη ανθρώπου που ερευνούσε τα παράξενα και τα παραφυσικά, ήταν φυσικό ο άντρας της, ο Γιώρκος —θειος κι αυτός— να στραφεί σ’ εκείνον για να λύσει το μυστήριο.

Τον επισκέφθηκε ένα δειλινό και, κάτω από την τερατσιά στην αυλή που κάθισαν, του μίλησε για το διάβα των αερικών, κάτω στο Σκαλί. Εκεί όπου η θεια Μαρία συνάντησε κάτι τρομερό. Κάτι που την έκανε να φοβηθεί όπως δεν είχε φοβηθεί ποτέ στη ζωή της:

Καθώς διάβαινε από την περιοχή «Σταυρός», κάτω από την τοποθεσία «Σκαλί», εκεί όπου υπάρχει ένα σταυροδρόμι δρόμων που οδηγούν προς την παραθαλάσσια περιοχή «Δήμμα», συνέβηκε το περιστατικό. Σε νοητή ευθεία με την περιοχή «Μήλα» —γνωστό πέρασμα αερικών— ο δρόμος συνεχίζει προς τη θάλασσα, προς το πέλαγος. Είναι ανοιχτός τόπος, κι από’ κει, από το μακρινό βάθος της θάλασσας, όταν ξεσπά και θυμώνει ο Σορόκος, γίνεται άνεμος που τσακίζει καράβια.
Λένε πως το 1810 τσάκισε το «Χρυσοκάραβο», ένα επιβατικό πλοίο που διαλύθηκε στις ξέρες του Φουρφουρή, πνίγοντας όλους τους επιβάτες. Και στα πιο πρόσφατα χρόνια, το φορτηγό πλοίο «Δημήτριος» βρήκε το ίδιο τέλος, σφηνωμένο στις ίδιες ξέρες. Μα και από τα αρχαία χρόνια, πλοία τσακίζονταν πάνω τους, όπως δείχνουν τα αμέτρητα ναυάγια που βρίσκονται στον βυθό.

Οι παλιοί έλεγαν πως δεν ήταν μόνο ο άνεμος. Πως κάποιο αερικό τα παρέσερνε και τα τσάκιζε.

Είναι τότε που, όταν ο Σορόκος, μετά το θέριεμά του, ηρεμεί και γλυκοφυσά απαλά —σημάδι πως το καλοκαίρι φεύγει και έρχεται το μουντό, γκρίζο φθινόπωρο— κι όταν η θάλασσα γίνεται γαλήνια σαν απάνεμο λιμάνι, τα Αερικά βγαίνουν στη στεριά. Αναζητούν το γραμμένο τους πεπρωμένο, εκείνο που ορίστηκε τον καιρό που ήταν ακόμη ζώντα όντα, πριν η μοίρα τα καταδικάσει να γίνουν δαιμόνια και εξωτικά.
Κι η Μαρία του Γιωρκουθκιού, όταν καβαλικεμένη στον γάιδαρό της, πήγαινε στη Μωροζό να ποτίσει το χωράφι, φτάνοντας στον Σταυρό, κατάλαβε ξαφνικά πως το δροσερό αεράκι που φυσούσε σταμάτησε απότομα. Ταυτόχρονα έπεσε μια απόλυτη ησυχία, βαριά, σαν σιωπή που πλακώνει.

Ο ήλιος χάθηκε από τον ουρανό, χωρίς να υπάρχει σύννεφο. Ο γάιδαρος τσουλόκατσε και άρχισε να γκαρίζει φοβισμένος. Δεν ήξερε αν σκοτείνιασαν τα μάτια της ή αν σκοτείνιασε ο ίδιος ο καιρός γύρω της. Τα βάθη του ορίζοντα γκρίζαναν και η πλάση βάρυνε.

Κατέβηκε τρομοκρατημένη από το ζώο και, τραβώντας το με το ζόρι, συνέχισε βιαστικά τον δρόμο της, με την καρδιά σφιγμένη από φόβο.

Κι εκεί που περπατούσε στο μονοπάτι, παρουσιάστηκε ξαφνικά μπροστά της ένα μικρό παιδάκι, που βάδιζε κι αυτό γρήγορα. Σκέφτηκε πως οι γονείς του θα ήταν κοντά και, όπως ήταν ταραγμένη, το προσπέρασε.
Λίγο πιο κάτω όμως, ξανασυνάντησε το ίδιο παιδί — αυτή τη φορά μεγαλύτερο. Και ακόμη παρακάτω, την κυρίευσε ο πραγματικός τρόμος: μπροστά της στεκόταν το παιδί πια ως άντρας ντυμένος με σιδερένια στολή, κρατώντας σπαθί, που το κράδαινε τρέχοντας, σαν να κυνηγούσε κάποιον. Το στόμα του ανοιχτό· φώναζε, μα φωνή δεν έβγαινε. Μόνο άναρθρες ιαχές, μπερδεμένες με καλπασμούς αλόγων — χωρίς να φαίνονται άλογα.

Κίτρινη από τον φόβο, με την ψυχή της έτοιμη να φύγει, άρχισε να παρακαλεί. Να επικαλείται την Παναγία, τον Χριστό και τον Πατέρα Θεό…

Και ξαφνικά έγινε το θαύμα. Όλα πέρασαν. Έφυγαν. Χάθηκαν. Ο ήλιος φάνηκε ξανά. Ο κόσμος πήρε τη θέση του. Τίποτα δεν έδειχνε αλλιώτικο. Νηνεμία και καλοκαιρία. Ήταν όλα όπως πριν. Όλα καλά.

Η Μαρία του Γιωρκουθκιού όμως πήρε τέτοια τρομάρα, που χρειάστηκε πολλή ώρα να πάρει ανάσα. Μια τρομάρα που δεν της έφυγε ποτέ, όσο κι αν της είπαν αργότερα πως εκεί ήταν πέρασμα αερικών. Πως κατά καιρούς περνούσε από κει ένα αόρατο καραβάνι άλλης εποχής, που δεν πείραζε ανθρώπους.

Όμως η Μαρία, από εκείνη τη μέρα, δεν ξαναπέρασε ποτέ από εκείνον τον δρόμο.

Ο Κυριακός έπεσε με τα μούτρα στη δουλειά και στη μελέτη, άλλη μια φορά. Διάβασε πως Βυζαντινοί ιστοριογράφοι αναφέρουν ότι, παράλληλα με τα πνεύματα της γης, της θάλασσας και των βυθών, γεμάτος δαιμόνια είναι και ο αέρας — «ὁ ὑπέρθεν ἡμῶν καὶ περὶ ἡμᾶς».
Και με τις δοξασίες που εμπλουτίστηκαν έντονα στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, οι μελετητές κατέληγαν στη λεγόμενη Σολομωνική δαιμονολογία. Την Κλείδα του Σολομώντος, βιβλίο μαγικών που αποδίδεται στον βασιλιά Σολομώντα και λένε πως είναι απαγορευμένο και επικίνδυνο για όποιον διαβάσει το αυθεντικό του. Περιέχει κλητεύσεις και επικλήσεις πνευμάτων νεκρών — δαιμόνων ή τιμωρημένων ψυχών. Και για να προστατευτεί ο επικαλεστής από αυτά, υπάρχουν κατάρες και δεσμά λόγου, ώστε να υποχρεώνονται τα απρόθυμα πνεύματα να υπακούσουν.
Ύστερα έψαξε την περιοχή, τη θάλασσα, μελέτησε τους ανέμους. Πίστευε πως θα υπήρχε λογική εξήγηση. Σε όσες έρευνες είχε κάνει, πάντα κατέληγε σε λογικά συμπεράσματα. Όλα είχαν την εξήγησή τους πίστευε. Αυτό, όμως, ήταν διαφορετικό.

Δεν μπορούσε να συνδέσει τα φαινόμενα. Τίποτα δεν ταίριαζε. Τίποτα δεν έδειχνε να έχει λογική εξήγηση. Άρχισε να αναρωτιέται μήπως τελικά συμβαίνουν παραφυσικά γεγονότα στην πραγματικότητα. Μήπως υπάρχει πράγματι ένας παράλληλος κόσμος. Μήπως η απάντηση βρισκόταν στην Κλείδα του Σολομώντος, περί δαιμόνων και τιμωρημένων ψυχών…

Τελικά, η εξήγηση που έδωσε στον θειό του ήταν πως, όσα κι αν γνωρίζει ο άνθρωπος και η επιστήμη, πάντα θα υπάρχει το άγνωστο. Πάντα θα υπάρχει εκείνο που, όσο κι αν ο άνθρωπος αποκτήσει γνώσεις, θα μένει ανεξερεύνητο.
Και του υποσχέθηκε πως δεν θα σταματήσει την έρευνα. Θα συνέχιζε να ψάχνει. Δεν θα ησύχαζε. Ήταν μια πρόκληση που τον παρακινούσε.

Ναι. Θα συνέχιζε…

Η υπόθεση δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Δεν ήταν ο φόβος ή οι αφηγήσεις. ήταν ότι για πρώτη φορά δεν είχε φέρει την έρευνα εις πέρας. Η υπόθεση έμεινε ανοιχτή — και μαζί της, κι εκείνος.

Τις νύχτες, όταν ο άνεμος φυσούσε από τη θάλασσα κουβαλώντας ψιθύρους παλιών εποχών, αναρωτιόταν. Ό,τι κι αν είχε μελετήσει — ανέμους, τόπους, δοξασίες, παλιές γραφές — δεν μπορούσε να ενώσει τα κομμάτια. Δεν υπήρχε εξήγηση ακέραιη, καμία απάντηση χωρίς επιφύλαξη. Η σκέψη τον τρόμαξε: μήπως αυτή ήταν η πρώτη του αποτυχία; Ή μήπως είχε αλλάξει, κουρασμένος από τη συνεχόμενη τριβή με το παράδοξο, τον φόβο και τα όρια ζωής και θανάτου;

Δεν δεχόταν την αποτυχία ως τελική απάντηση. Αν υπήρχε σφάλμα, έπρεπε να βρεθεί. Κι αν κάτι είχε χαθεί, έπρεπε να εντοπιστεί. Έτσι αποφάσισε να ερευνήσει πρώτα τον ίδιο: να δει αν η ψυχή του βάρυνε, αν είχε περάσει ένα αόρατο διάβα όπου η λογική υποχωρεί μπροστά στο μυστήριο. Η πιο δύσκολη υπόθεση της ζωής του ξεκίνησε μέσα του, χωρίς χάρτες, μαρτυρίες ή σίγουρα συμπεράσματα.

Η ψυχολογία του δεν διαμορφώθηκε σε σχολές εγκληματολογίας. Σφυρηλατήθηκε βλέποντας θάνατο και σιωπή των νεκροταφείων, στις καμπίνες των πλοίων οπου ταξίδεψε, και στα πρόσωπα ανθρώπων που είδαν τη ζωή να τους γλιστρά από τα χέρια. Η έρευνα δεν ήταν επάγγελμα. Ήταν ανάγκη. Ο Κυριακός δεν φοβόταν την αβεβαιότητα. Ήξερε πως η αλήθεια δεν κραυγάζει, ψιθυρίζει. Είχε μάθει να παραμένει ακίνητος μέσα στο χάος, να ακούει όσα οι άλλοι αγνοούν και να βλέπει όσα προσπερνούν βιαστικά.
Δούλεψε με ελάχιστα στοιχεία, σε υποθέσεις όπου ο φόβος ντύθηκε μεταφυσικό μανδύα. Ιστορίες με σκιές ή φαντάσματα δεν τον τρόμαζαν. Γνώριζε πως πίσω από κάθε «θαύμα» ή «κατάρα» κρύβεται η φύση ή ο άνθρωπος — και πίσω από αυτά, ένα μυστικό. Δεν κυνηγούσε εγκλήματα, κυνηγούσε ρωγμές: στη λογική, στη μνήμη, στην ανθρώπινη ψυχή. Κάθε λάθος, κάθε αδιέξοδο, κάθε σιωπή ήταν μέρος της διαδρομής.

Σαν πρώτο βήμα, ο Κυριακός αποφάσισε να δεχτεί — έστω και προσωρινά — την κούραση. Όχι ως αδυναμία, αλλά ως φυσική φθορά ενός νου που είχε δουλέψει αδιάκοπα, χωρίς παύση, χωρίς ανάσα. Αν κάτι είχε θολώσει, δεν θα το πολεμούσε με περισσότερη σκέψη. Θα το άφηνε να φανεί μόνο του.

Έτσι πήρε μια απόφαση ασυνήθιστη για τον ίδιο: να αφήσει τον νου του ελεύθερο. Χωρίς σκοτούρες. Χωρίς έγνοιες. Χωρίς αναλύσεις που γύριζαν αδιάκοπα γύρω από τα ίδια ερωτήματα. Να μην πιέσει τη σκέψη να δώσει απαντήσεις. Να μην απαιτήσει από τον εαυτό του διαύγεια. Ήξερε πως μόνο ένας νους που αδειάζει μπορεί να ξαναγεμίσει σωστά. Όπως η γη που αφήνεται σε αγρανάπαυση για να ξαναδώσει καρπό, έτσι κι εκείνος άφησε τη σκέψη του να ξεκουραστεί. Να ηρεμήσει. Να επιστρέψει στο πρωταρχικό της σχήμα, εκεί όπου οι ιδέες αναδύονται χωρίς πίεση. Δεν επρόκειτο για φυγή. Ούτε για παραίτηση. Ήταν μέρος της έρευνας. Η πρώτη πράξη μιας πιο βαθιάς διερεύνησης, όπου το αντικείμενο δεν ήταν πια οι υποθέσεις, αλλά ο ίδιος ο ερευνητής. 

Και τότε, μέσα σε αυτή τη σιωπή, συνέβη κάτι μικρό. Σχεδόν ασήμαντο. Ένα απόγευμα, καθώς καθόταν μόνος, θυμήθηκε κάτι που είχε διαβάσει: στις Ξέρες του Φουρφουρή, δίπλα στην ακτή, ο βυθός κρύβει ρωγμές που ανασαίνουν ψυχρό, γλυκό νερό και φυσαλίδες αερίων. Μεθάνιο, υδρόθειο, ίσως και διοξείδιο του άνθρακα — ουσίες που σε υψηλές συγκεντρώσεις κάνουν τη διάνοια να παραμορφώνεται, τον χρόνο να λυγίζει και τα χρώματα να λάμπουν αλλόκοτα.

Οι άνθρωποι που περνούν από εκεί επηρεασμένοι από την φορτωμένη ατμόσφαιρα, βλέπουν μορφές που αιωρούνται, σκιές που χορεύουν στο ηλιακό φως, ακούνε ψίθυρους από τα βάθη της θάλασσας. Τα αερικά δεν είναι φαντάσματα, είναι ψευδαισθήσεις που γεννά η φύση, η υδρόσφαιρα και τα αέρια από τις ρωγμές. Η πραγματικότητα γίνεται λεπτή σαν νερό που ανεβαίνει σαν μικρό συντριβάνι.

Ο Κυριακός κοίταξε τα κύματα και χαμογέλασε. Τα αερικά περάσματα δεν ήταν φαντάσματα. Ήταν η φύση που παίζει με το νου, και οι παρεσθήσεις που μπερδεύ-ουν την πραγματικότητα με την αντίληψη. Μυστήρια υπάρχουν, ναι, αλλά μόνο για όποιον δεν παρατηρεί με προσοχή. Η σιωπή, η υπομονή και η παρατήρηση ήταν τα όπλα του — και για πρώτη φορά, η αλήθεια τον έκανε να νιώσει γαλήνη.

Τα κύματα χτύπαγαν απαλά τις ξέρες, οι σκιές και οι ψίθυροι χάνονταν στον αέρα. Οι ρωγμές του βυθού μιλούσαν, τα αέρια ανατάραζαν τις αισθήσεις, και ο ανθρώπινος νους έδινε μορφή στο ανεξήγητο. Τα αερικά περάσματα είχαν αποκαλυφθεί: όχι ως φαντάσματα, αλλά ως η αλήθεια που κρυβόταν πίσω από την ψευδαίσθηση. Και ο Κυριακός έμεινε να κοιτάζει τη θάλασσα, ήρεμος, με τη γνώση πως η φύση και η φαντασία συχνά διασταυρώνονται εκεί όπου οι άνθρωποι κοιτούν χωρίς να βλέπουν.

ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΟ / Το πάθος του τζόγου

Η κηδεία γινόταν μεσημέρι, από εκείνα τα μεσημέρια που ο ήλιος δεν ζεσταίνει,μόνο φωτίζει ανελέητα. Ο Κυριακός στάθηκε λίγο πιο πίσω, κάτω από τη σκιά ενός κυπαρισσιού, παρατηρώντας τους ανθρώπους που έμπαιναν στην εκκλησία με σκυφτό κεφάλι και βιαστικό βήμα, σαν να ήθελαν να τελειώνουν γρήγορα με το καθήκον.

Είχε έρθει όπως όλοι οι άλλοι: από υποχρέωση.

Δεν περίμενε ότι εκεί, ανάμεσα στους ψιθύρους και τα μαύρα ρούχα, θα συναντούσε κάτι που θα τον τάραζε.
Το φέρετρο ήταν ήδη μπροστά, κλειστό. Πάνω του λίγα λουλούδια, προσεγμένα, ακριβά. Όχι πολλά. Όσα έπρεπε, για να δείχνουν ότι «έγινε το σωστό».

Δίπλα στεκόταν η χήρα, ντυμένη στα μαύρα, ακίνητη, με πρόσωπο στεγνό.

Ο Κυριακός την κοίταξε για λίγο και μετά γύρισε το βλέμμα αλλού. Δεν ήθελε να σταθεί εκεί. Κάτι μέσα του τον τραβούσε στο πλάι, εκεί όπου είχαν μαζευτεί οι παλιοί γνωστοί. Ψίθυροι, χαμηλές κουβέντες, μισοτελειωμένες φράσεις.

Και τότε τον είδε.

Στεκόταν λίγο πιο πέρα, σχεδόν κρυμμένος πίσω από δυο άντρες. Ή μάλλον — όχι. Στεκόταν όπως μπορεί να στέκεται ένας άνθρωπος που έχει ξεχάσει πώς στέκεται. Αδύνατος, σχεδόν αποστεωμένος. Το πρόσωπό του τραβηγμένο, τα μάτια βαθιά χωμένα στις κόγχες. Τα ρούχα του κρέμονταν επάνω του, σαν να είχαν μείνει από άλλη ζωή.

Ο Νίκος.

Ο Κυριακός ένιωσε ένα μικρό σοκ, σαν να είχε ανοίξει ξαφνικά μια πόρτα στο παρελθόν. Θυμήθηκε τον άλλον Νίκο: τον γελαστό, τον ζωηρό, εκείνον που μιλούσε γρήγορα, που είχε πάντα μια ιδέα, ένα σχέδιο, μια βεβαιότητα πως «θα τα καταφέρει». Τον άνθρωπο που, την εποχή του χρηματιστηρίου, έλαμπε.

Αυτός μπροστά του δεν έλαμπε. Έσβηνε.

Πλησίασε διστακτικά.

«Νίκο;» είπε χαμηλόφωνα.

Ο άλλος σήκωσε αργά το κεφάλι. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για μια στιγμή, σαν να έψαχνε κάτι χαμένο, κι ύστερα στάθηκε στον Κυριακό.

«Κυριακέ…» είπε. Η φωνή του ήταν ήρεμη. Παράξενα ήρεμη.

Μίλησαν λίγο. Λίγα λόγια, απλά. Για την κηδεία. Για τον καιρό. Για τα χρόνια που πέρασαν. Ο Κυριακός τον παρατηρούσε καθώς μιλούσε. Οι λέξεις του ήταν καθαρές. Οι σκέψεις του λογικές. Καμία σύγχυση. Καμία παραφορά. Καμία σχέση με όσα λέγονταν: Πως ειχε παραφρονησει, πως ειχε ψυχολογικα προβληματα.

Αυτός είναι ο τρελός; σκέφτηκε.

Η μόνη διαφορά ήταν η ζωή που έλειπε από μέσα του. Σαν να του την είχαν αφαιρέσει προσεκτικά, μεθοδικά, χωρίς να αφήσουν σημάδια.

Ο Κυριακός κατάλαβε πως όσα άκουγε δεν ταίριαζαν με όσα έβλεπε. Κι εκεί, μέσα στο θυμίαμα και στους ψιθύρους, γεννήθηκε μια υποψία βαριά σαν πέτρα:

Αν αυτός δεν ήταν τρελός… τότε τι του είχαν κάνει;

Η καμπάνα χτύπησε. Η τελετή άρχισε. Και ο Κυριακός, χωρίς να το ξέρει ακόμη, είχε μόλις κάνει το πρώτο βήμα σε μια ιστορία που δεν είχε πια επιστροφή.

Όταν τελείωσε η τελετή, ο κόσμος άρχισε να βγαίνει αργά από την εκκλησία, σαν να μην ήθελε κανείς να κάνει το πρώτο βήμα προς την επιστροφή στην κανονικότητα. Ο αέρας έξω ήταν πιο ψυχρός απ’ όσο έδειχνε ο ήλιος. Μύριζε χώμα και λιβάνι ανακατεμένα — μια μυρωδιά που έμενε στο λαιμό.

Ο Κυριακός στάθηκε πλάι στα σκαλιά, χωρίς να μιλά.

Δεν είχε διάθεση για συλλυπητήρια, ούτε για τα τυπικά λόγια που λέγονται μηχανικά. Προτιμούσε να ακούει. Πάντα έτσι έκανε.

Οι κουβέντες έφταναν σπασμένες, σαν κομμάτια από κάτι μεγαλύτερο. Κάποιοι μιλούσαν για τον Νίκο:

«…από τότε με το χρηματιστήριο δεν συνήλθε ποτέ.»

«Ήταν θέμα χρόνου…»

«Η γυναίκα του έκανε ό,τι μπορούσε, να ’ναι καλά.»

«Τον έτρεχε σε γιατρούς, δεν τον άφησε.»

Ο Κυριακός έσφιξε τα χείλη. Οι φράσεις αυτές ακούγονταν τακτοποιημένες, σχεδόν καθησυχαστικές. Έμοιαζαν έτοιμες από καιρό, σαν να είχαν επαναληφθεί τόσες φορές που είχαν χάσει το νόημά τους.

Λίγο πιο πέρα, δυο άντρες μιλούσαν χαμηλόφωνα και αυτοί για τον Νίκο.

«Είχε λεφτά, πολλά λεφτά…»

«Και τι τα έκανε; Τίποτα.»

«Όλα στην τράπεζα. Φοβόταν.»

Ο Κυριακός θυμήθηκε όσα ήξερε — ή όσα νόμιζε πως ήξερε. Τον Νίκο που ρίσκαρε, που έπαιζε χωρίς φόβο, που γελούσε με τους κινδύνους. Και τώρα; Έναν άνθρωπο που κρατούσε τα πάντα κλειδωμένα, σαν να προστάτευε όχι τα χρήματα, αλλά τον ίδιο του τον εαυτό.

Παραξενεύτηκε ο Κυριακός. Αντι να μιλούν για τον νεκρό, μιλούσαν για τον Νίκο. Μια γυναίκα, μεγαλύτερης ηλικίας, πλησίασε κάποιον συγγενή και είπε με ύφος βέβαιο:

«Καλά του κάνανε που τον κλείσανε. Είχε ξεφύγει.»

Η λέξη «κλείσανε» έπεσε βαριά στ’ αυτιά του Κυριακού.

«Ενοχλούσε κόσμο…» συνέχισε η ίδια.

«Είχε κολλήματα.»

«Αν δεν τον μάζευαν, ποιος ξέρει τι θα γινόταν.»

Ο Κυριακός ένιωσε μια δυσφορία, όχι για αυτά που λέγονταν, αλλά για την ευκολία με την οποία λέγονταν. Κανείς δεν αναρωτιόταν. Κανείς δεν αμφέβαλλε. Όλα είχαν πάρει τη θέση τους, τακτοποιημένα κάτω από μια λέξη: άρρωστος.

Και τότε κάτι άρχισε να δένει μέσα του.

Ο Νίκος είχε λεφτά.

Ο Νίκος δεν τα άγγιζε.

Ο Νίκος “είχε ξεφύγει”.

Ο Νίκος “χρειαζόταν βοήθεια”.

Και στο τέλος, ο Νίκος δεν αποφάσιζε πια για τίποτα.
Ο Κυριακός ένιωσε ένα βάρος στο στήθος. Δεν είχε αποδείξεις. Μόνο κομμάτια. Αλλά τα κομμάτια άρχιζαν να σχηματίζουν κάτι ανησυχητικά καθαρό.

Δεν τον έχασαν τα λεφτά, σκέφτηκε.

Τον έχασε κάτι άλλο.

Και για πρώτη φορά, η σκέψη δεν ήταν θλίψη.

Ήταν υποψία.

Ο νίκος μπήκε στο παιχνίδι του χρηματιστηρίου σαν να έμπαινε σε δικό του κόσμο. Κάθε αριθμός, κάθε τιμή μετοχής, κάθε φήμη, ήταν σαν νότα σε ένα κομμάτι που μόνο αυτός ήξερε τη μελωδία του. Στην αρχή, όλα ήταν εύκολα. Ένα σωστό στοιχείο, μια μικρή πρόβλεψη, και τα λεφτά έρχονταν. Τα πρώτα εκατομμύρια κατέφθαναν σαν να τα φύτευε με τα χέρια του, και η αίσθηση παντοδυναμίας τον θόλωνε. Το χρήμα δεν ήταν πια μέσο — ήταν παιχνίδι, τρόπος ζωής, ανάσα.

Η νίκη γρήγορα έγινε συνήθεια. Κάθε μέρα που περνούσε, ήθελε περισσότερα, γρηγορότερα, πιο επικίνδυνα. Τα πρώτα μεγάλα κέρδη έγιναν αφορμή για μεγαλύτερα ρίσκα. Έμαθε να διαβάζει τις φήμες, να μυρίζεται τις διακυμάνσεις της αγοράς, να παίζει με τους άλλους σαν κομμάτια σε σκάκι. Το σπίτι του, η οικογένεια, οι φίλοι — όλα έμεναν πίσω. Το μυαλό του ήταν συνεχώς στους αριθμούς, στις τιμές, στις πιθανότητες. Κάθε απώλεια, όσο μικρή κι αν ήταν, τον κυρίευε με αδηφάγο άγχος.

Ο Κυριακός, μαζεύοντας αργότερα τις αφηγήσεις των γνωστών του Νίκου, άρχισε να συνδέει τα κομμάτια. Καθώς άκουγε τις λεπτομέρειες για τις νίκες και τις ήττες, τα ρίσκα και τους φόβους, κατάλαβε ότι το χρήμα είχε μετατραπεί σε όπλο — όχι μόνο για κέρδος, αλλά για να απορροφήσει τον ίδιο τον Νίκο. Οι φήμες για την εμμονή του, για τις αποφάσεις που κανείς δεν μπορούσε να καταλάβει, και η φήμη της «παράνοιας» του, άρχιζαν να σχηματίζουν ένα περίγραμμα που αποκάλυπτε μια αλήθεια διαφορετική από όσα είχαν πει.

Όσο η φούσκα μεγάλωνε, τόσο η ζωή του Νίκου περιστρεφόταν γύρω από την αγορά. Κανείς δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι χειριστές, ποιοι κινούσαν τα νήματα. Η συνεχής ανάγκη να προλάβει, να κερδίσει, να μην χάσει, τον έκαναν να ζει σε έναν κόσμο που κανείς άλλος δεν καταλάβαινε. Ο Κυριακός, παρατηρώντας τον στην κηδεία, θυμήθηκε τις ιστορίες των ανθρώπων γύρω: οι νίκες, οι απώλειες, οι αποφάσεις, οι παράξενες σιωπές. Και συνειδητοποίησε ότι η φήμη του «τρελού» δεν είχε σχέση με την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα ήταν πιο ύπουλη και οργανωμένη.

Το σπίτι δεν ήταν πια καταφύγιο. Οι καβγάδες με τη γυναίκα του είχαν γίνει καθημερινότητα. Οι τσακωμοί για μικροπράγματα κρύβανε μεγαλύτερες ρωγμές: την κούραση, την απόσταση, την εμμονή του Νίκου με το παιχνίδι. Κάθε ένταση στο χρηματιστήριο έφερνε φωνές, νεύρα και σιωπή. Όταν η φούσκα ξεφούσκωσε και οι πολλοί γύρω του κατέρρευσαν, η γυναίκα του τον εγκατέλειψε για λίγο. Το πλήγμα δεν ήταν μόνο οικονομικό ή κοινωνικό. Ήταν προσωπικό, βαθύ, αμετάκλητο.

Ο Κυριακός, ακούγοντας αυτά τα κομμάτια, και παρατηρώντας τα προσεκτικά, άρχισε να συνειδητοποιεί κάτι τρομακτικά απλό. Δεν τον έχασαν τα λεφτά. Τον έχασε κάτι άλλο — κάτι αόρατο, μεθοδικό, οργανωμένο, που συνδέονταν με την εμμονή του, με τη φούσκα, και με τους ανθρώπους που γύρω του διαμόρφωναν την εικόνα του. Κάθε λεπτομέρεια που μάζευε τον οδηγούσε σε ένα συμπέρασμα: όσα έβλεπε μπροστά του ήταν μόνο η επιφάνεια. Και η αλήθεια που έπρεπε να ανακαλύψει μόλις άρχιζε.

Ο Νίκος είχε αρχίσει να απομονώνεται ολοένα και περισσότερο. Οι νίκες στο χρηματιστήριο είχαν αφήσει πίσω τους όχι χαρά, αλλά έναν περίεργο φόβο: το μυαλό του κυλούσε ανάμεσα στην εμμονή να κρατάει τα πάντα υπό έλεγχο και στην αίσθηση ότι χάνει τον ίδιο του τον εαυτό. Η γυναίκα του παρακολουθούσε σιωπηλά, υπομονετικά, σαν να ήξερε ήδη τι έπρεπε να κάνει.

Κάποια μέρα, μετά από μια σειρά από μικρούς καβγάδες που κανείς δεν θυμόταν πια με ακρίβεια, εμφανίστηκαν οι πρώτοι επισκέπτες: δυο αστυνομικοί, με ήρεμη φωνή και σημειώσεις στο χέρι. Η γυναίκα του ήταν εκεί, ήρεμη, αποφασιστική. Η συζήτηση ήταν σύντομη, σχεδόν τυπική: λίγα λόγια για την ασφάλεια, λίγες ερωτήσεις για τη συμπεριφορά του, για τις εμμονές, για τις «παραξενιές».

Ο Νίκος δεν κατάλαβε τίποτα. Σήκωσε τα φρύδια, έριξε ένα αδύναμο χαμόγελο, και τους ακολούθησε. Ο Κυριακός, μαθαίνοντας αργότερα από μαρτυρίες, θα καταλάβαινε κάθε λεπτομέρεια: η διαδικασία ήταν νόμιμη, σύμφωνα με τους κανονισμούς. Το δικαστήριο είχε εκδώσει διαταγή μετά από καταθέσεις της γυναίκας και των αστυνομικών. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ο Νίκος θα έμπαινε σε ψυχιατρική θεραπεία — και κανείς δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσει το δίκαιο της πράξης.

Μα όταν βγήκε, δεν ήταν πια ο Νίκος που γνώριζαν οι φίλοι του. Σαν φυτό, αμιλητος, αδύναμος, χωρίς το πνεύμα που κάποτε τον έκανε να ξεχωρίζει. Τα φάρμακα που του χορηγούσαν οι γιατροί, όπως υπέδειξαν, του είχαν αφαιρέσει την επιθυμία να παίρνει αποφάσεις, την ικανότητα να αντιδρά, ακόμα και τη χαρά.

Ο Κυριακός θυμόταν αργότερα τα λόγια που άκουγε από γνωστούς: «Τον είχαν μαζέψει για το καλό του», «Τον έτρεχαν σε γιατρούς», «Δεν αποφάσιζε πια τίποτα». Κι όμως, κοιτάζοντάς τον, ο Κυριακός ήξερε ότι κάτι άλλο είχε συμβεί. Δεν ήταν μόνο τα φάρμακα, ούτε η νόμιμη διαδικασία. Ήταν η μεθοδική αφαίρεση της ζωής του Νίκου, του ανθρώπου που κάποτε έλαμπε στο χρηματιστήριο.

Ο Κυριακός έμεινε παρατηρητής, ακούγοντας, μαζεύοντας ψίθυρους και παρατηρώντας κινήσεις. Κάθε μικρό στοιχείο που άκουγε συνδεόταν με όσα είχε δει στην κηδεία, με όσα ήξερε για τα χρήματα, με τη συμπεριφορά του Νίκου πριν από χρόνια. Και τότε σχηματίστηκε μέσα του μια εικόνα σαφής και τρομακτική: η ζωή του Νίκου είχε γίνει αντικείμενο στρατηγικής, όχι ανθρώπινης αδυναμίας.

Ο Κυριακός ήξερε ότι τίποτα δεν ήταν τυχαίο. Ο Νίκος είχε χαθεί — όχι από την αγορά, ούτε από την τύχη, ούτε από τα χρήματα. Τον είχαν χάσει οι άνθρωποι γύρω του, μεθοδικά, με νόμιμο τρόπο. Και τώρα, με κάθε κίνηση, κάθε ψίθυρο, κάθε παρατήρηση, ο Κυριακός άρχιζε να συνδέει τα κομμάτια: η άνοδος, η φούσκα, η εμμονή, η απομόνωση, ο εγκλεισμός, τα φάρμακα, η γυναίκα — όλα ήταν μέρος ενός παζλ που μόλις είχε αποκαλυφθεί.

Ένα παζλ όμως, που παίχτηκε απολύτως σύμφωνα με το νόμο.

Ο Κυριακος καταλαβε τι ειχε συμβει, αλλα δεν μπορουσε να τα βαλει με το νομο. Ετσι εμεινε απλος παρατηρητης, μεχρι που ο Νίκος νεος ακομα, μαραζωσε και πέθανε. Πηγε απλως στην κηδεια του.

ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΠΤΩΣΗ / Από τα ψηλά στα χαμηλά

Ο Γιαννής ήταν ένας συνήθης άνθρωπος. Καλός, παντρεμένος, ήσυχος οικογενειάρχης.

Έκανε και δεύτερη δουλειά για να περνά η οικογένειά του καλύτερα. Πάντα μαζί με τη γυναίκα του: στην εκκλησία, στον περίπατο, στα χωράφια. Μόνο στο καφενείο πήγαινε μόνος. Απλός άνθρωπος, με ένα διπλοκάμπινο της δουλειάς. Δεν ήξερε από πολυτέλειες. Και ήταν ευτυχισμένος.

Την εποχή του χρηματιστηρίου άκουγε στο καφενείο τους περισσότερους θαμώνες να λένε πόσα κέρδισαν. Στην αρχή όλοι κέρδιζαν. Και τον περιγελούσαν που ακόμα δεν είχε παίξει. Ήταν ο πρώτος καιρός, και ένα αμόκ είχε πιάσει σχεδόν ολόκληρο τον πληθυσμό. Όλοι έπαιζαν. Ακόμα και απλές νοικοκυρές, που έκαναν οικονομίες χρόνων, απέσυραν τα λεφτά τους και μέσα σε σακούλες τα κουβαλούσαν στους χρηματιστές. Πολλοί, ακόμα και επιτυχημένοι επιχειρηματίες, παράτησαν τις δουλειές τους και έγιναν χρηματιστές. Ήταν μια κατάσταση ανεξέλεγκτη. Μια παρόρμηση μαζική, που την έσπρωχναν διαφημίσεις, ειδήσεις και επιτήδειοι. Κανείς δεν ήθελε να μείνει απ’ έξω.

Έτσι κι ο Γιαννής το καλό και ήσυχο παιδί, αποφάσισε να δοκιμάσει. Στην αρχή έπαιξε λίγα. Δεν τους πίστεψε. Όταν είδε τα λίγα να γίνονται πολλά, ήθελε να παίξει περισσότερα. Έπεισε τη γυναίκα του να πουλήσουν το παραθαλάσσιο χωράφι. Τα χρήματα που πήραν αρκούσαν για μια ολόκληρη ζωή. Μα εθισμένος πια στο χρηματιστήριο, τα επένδυσε όλα. Και ήταν τυχερός. Κέρδισε ξανά.

Όμως τα πολλά λεφτά σπάνια αφήνουν τους ανθρώπους όπως τους βρήκαν.

Άρχισε η μεγάλη ζωή. Ακριβό αυτοκίνητο πολυτελείας, έξοδοι με φίλους, και στο τέλος καμπαρέ. Το χρήμα έρεε άφθονο και αυτός ξόδευε αβέρτα. Και του άρεσε. Ήταν μια γλυκιά ζωή. Οι γυναίκες, αν και πολυέξοδες, ήξεραν περισσότερα τερτίπια από τη γυναίκα του. Ύστερα μια επιτήδεια τον τύλιξε. Χώρισε. Και άρχισαν μια ζωή που τη νόμιζε ευτυχισμένη.

Μα οι καιροί αλλάζουν, όπως αλλάζουν και οι άνθρωποι. Το χρηματιστήριο άρχισε να καταρρέει. Ο Γιαννής έχανε, μα δεν σταματούσε. Τον είχε κυριέψει το πάθος, και όπως κέρδιζε στην αρχή, έλπιζε να ξανασυμβεί και πάλι… Αλλά αυτό δεν συνέβη. Στο τέλος τα έχασε όλα. Και μαζί με τα λεφτά έφυγαν και οι άνθρωποι. Η γυναίκα του τον είχε ήδη αφήσει. Η άλλη τον παράτησε μόλις στέρεψε το χρήμα. Έμεινε φτωχός, άκληρος και μόνος. Απελπισμένος χωρίς χωράφια, χωρίς τη δουλειά του, χωρίς τίποτα. Για να ζήσει, έπιασε δουλειά ως εργάτης στις οικοδομές. Από τα ψηλά, έπεσε στα χαμηλά.

Τότε θυμήθηκε τον Κυριακό. Γνωστοί από παλιά. Δεν ήταν φίλοι στενοί, μα είχαν πιει καφέ μαζί, είχαν ανταλλάξει κουβέντες στα πανηγύρια. Ήταν ήρεμος άνθρωπος. Δεν έπαιξε ποτέ στο χρηματιστήριο. Έλεγε πως όταν όλοι τρέχουν προς μια πόρτα, κάποιος θα μείνει απ’ έξω ποδοπατημένος.

Ο Γιαννής πήγε να τον βρει για να ψάξει το θέμα. Ήθελε να μάθει αν όλο αυτό που έγινε ήταν κομπίνα. Αν υπήρχε τρόπος να οδηγηθεί η κυβέρνηση στα δικαστήρια. Αν υπήρχε δίκιο.

Ο Κυριακός τον άκουσε χωρίς να τον διακόψει. Όταν τελείωσε, του είπε ήρεμα:

— Ναι, Γιαννή. Κομπίνα ήταν.

— Τότε να τους κυνηγήσω;

— Ήταν όμως νόμιμη κομπίνα. Από το κράτος. Με νόμους και υπογραφές.

Ο Γιαννής σώπασε.

— Και τι να κάνω;

— Να μην γυρέψεις το δίκιο σου. Δεν θα το βρεις. Θα χάσεις τον χρόνο σου και θα ταλαιπωρηθείς. Και στο τέλος θα σου πουν πως έφταιγες εσύ. Γιατί εσύ έφταιγες.

Ο Κυριακός δεν είπε τίποτε άλλο. Δεν είχε να προσθέσει κάτι. Ο Γιαννής έφυγε πιο βαριά απ’ ό,τι είχε έρθει. Και ο Κυριακός έμεινε να σκέφτεται πως παρόμοιες ιστορίες είχαν συμβεί κι άλλες.

Με άλλα ονόματα, άλλα χωριά, άλλα ποσά. Κανένας δεν βρήκε δικαιοσύνη. Και κανένας δεν αθωώθηκε πραγματικά. Όσοι προσέφυγαν στα δικαστήρια κουράστηκαν, χρεώθηκαν, περίμεναν,  ή και θα πέθαιναν περιμένοντας. Το κράτος δεν θα καταδικαζόταν ποτέ. Μόνο οι άνθρωποι.

Και μονολογοντας, κατεληξε στο συμπέρασμα πως τέτοια εγκλήματα δεν ζητούν λύση, αλλά μνήμη.

ΤΟ ΚΡΑΧ ΤΟΥ 2013 / Όταν το εύκολο χρήμα έγινε παγίδα

Ο Κυριακός και ο Ανδρέας μεγάλωσαν μαζί. Κολλητοί από τα γεννοφάσκια τους, πορεύτηκαν δίπλα-δίπλα σε όλη τους τη ζωή — στα δύσκολα και στα εύκολα, στις χαρές και στις λύπες. Ήταν μια φιλία βαθιά, σπάνια, από εκείνες που αντέχουν στον χρόνο και δεν λυγίζουν στις δοκιμασίες.
Κι όμως, οι δυο τους δεν θα μπορούσαν να είναι πιο διαφορετικοί.
Ο Κυριακός ήταν άνθρωπος της λογικής. Συντηρητικός, μετρημένος, προσεκτικός σε κάθε του βήμα. Ό,τι έχτισε στη ζωή του, το έχτισε με σύνεση και τάξη. Δεν πίστευε στα ρίσκα, ούτε στις εύκολες επιτυχίες.
Ο Ανδρέας, αντίθετα, ήταν τολμηρός. Ριψοκίνδυνος. Από εκείνους που τολμούν χωρίς να λογαριάζουν πάντα το κόστος. Είχε οξυδέρκεια και εξυπνάδα περισσότερη από πολλούς, μα και μια ανήσυχη ψυχή που δεν χωρούσε στα στενά όρια της ασφάλειας.
Κάποιος θα έλεγε πως η λογική υπερέχει του τυχοδιωκτισμού. Μα η ζωή δεν είναι ποτέ τόσο απλή.
Ο Κυριακός, γνωρίζοντας καλά τη διαφορά των χαρακτήρων τους, παρακολουθούσε τον φίλο του σιωπηλά. Δεν παρενέβαινε. Δεν τον συμβούλευε, ούτε τον απέτρεπε. Ίσως γιατί ήξερε πως ο Ανδρέας δεν ήταν άνθρωπος που άλλαζε πορεία εύκολα. Ίσως γιατί, βαθιά μέσα του, ήθελε να δει μέχρι πού μπορούσε να φτάσει.
Και ο Ανδρέας ήθελε να φτάσει μακριά. Δεν αρκείτο σε μια απλή ζωή. Τον διέκρινε μια βαθιά φιλοδοξία, μια αδιάκοπη ανάγκη να αναδειχθεί στον επιχειρηματικό κόσμο. Μα η ζωή δεν του είχε χαρίσει εύκολες αφετηρίες. Φτωχός και άκληρος, χωρίς πλάτες και κεφάλαια, έπρεπε να χτίσει μόνος του το μέλλον του.
Και ήταν αποφασισμένος να το κάνει — με όποιο κόστος.

Είχε σπουδάσει μηχανικός αεροπλάνων, μα η Κύπρος δεν είχε ανάγκη από τέτοια επαγγέλματα. Οι ευκαιρίες ήταν ανύπαρκτες. Έτσι, στράφηκε σε κάτι σκληρό, επίπονο, μα πιο γειωμένο και κερδοφόρο. Έγινε σιδεράς στις οικοδομές.

Κάτω από τον καυτό ήλιο του καλοκαιριού και μέσα στο παγωμένο αγιάζι του χειμώνα, δούλευε ασταμάτητα. Μα δεν δούλευαν μόνο τα χέρια του, δούλευε και το μυαλό του. Παρατηρούσε. Υπολόγιζε. Προέβλεπε. Έβλεπε ότι η οικοδομή είχε μέλλον. Το κλίμα της Κύπρου, ήπιο και φωτεινό, προσέλκυε ξένους από βόρειες χώρες. Βρετανοί, κυρίως, αναζητούσαν ένα κομμάτι ήλιου για να το κάνουν σπίτι τους. Υπήρχε ζήτηση. Μεγάλη ζήτηση. Εκείνος το κατάλαβε νωρίς.

Το πρόβλημα ήταν ένα: δεν είχε κεφάλαια.

Και τότε σκέφτηκε κάτι που έμελλε να αλλάξει τη ζωή του.

Κάλεσε έναν φίλο του αρχιτέκτονα και του ζήτησε να σχεδιάσει ένα σπίτι απλό στην κατασκευή, μα εντυπωσιακό στην όψη. Ένα σπίτι που θα έδινε την ψευδαίσθηση πολυτέλειας χωρίς το ανάλογο κόστος. Το διαφήμισε στον βρετανικό τύπο σε χαμηλή τιμή. Και πέτυχε. Ήταν μια κίνηση που αργότερα την ακολούθησαμ κι άλλοι. Αλλά πρώτος, ο Ανδρέας.

Το πούλησε πριν καν χτιστεί. Συμφώνησε με τον αγοραστή να πληρώνεται σταδιακά, ανάλογα με την πρόοδο του έργου. Ήταν μια συμφωνία δίκαιη, σχεδόν πρωτοποριακή για την εποχή. Και πάνω απ’ όλα, λειτουργική.

Έτσι απέκτησε τα πρώτα του κεφάλαια. Από εκεί και πέρα, η πορεία του ήταν ανοδική. Με γνώση της δουλειάς και πειθαρχία, προχώρησε, επένδυσε, μεγάλωσε. Δεν ήταν πια εργάτης. Ήταν δημιουργός.

Όμως, όπως συμβαίνει συχνά, η επιτυχία δεν περνά απαρατήρητη.

Ήρθε μια εποχή που τα πράγματα άρχισαν να αλλάζουν.

Οι τράπεζες της Κύπρου άρχισαν να δίνουν δάνεια με πρωτοφανή ευκολία. Το χρήμα κυκλοφορούσε άφθονο. Μεγάλα κεφάλαια, κυρίως ξένα –και ιδιαίτερα ρωσικά– κατέληγαν στις κυπριακές τράπεζες, και αυτές με τη σειρά τους τα διοχέτευαν στην αγορά, κυρίως στην οικοδομή.

Το χρήμα έγινε εύκολο. Και όταν το χρήμα γίνεται εύκολο, η κρίση αργά ή γρήγορα ακολουθεί.

Στη Χλώρακα, πολλοί έβλεπαν τον Ανδρέα ως παράδειγμα επιτυχίας. Μα δεν έβλεπαν τον κόπο, την υπομονή και τη σκέψη πίσω από την πορεία του. Έβλεπαν μόνο το αποτέλεσμα.

Και πίστεψαν πως μπορούσαν να το επαναλάβουν — εύκολα.

Με τα δάνεια των τραπεζών, υποθηκεύοντας τις περιουσίες τους, άρχισαν να αγοράζουν γη και να χτίζουν. Η ζήτηση εκτοξεύθηκε. Οι τιμές της γης ανέβηκαν. Μαζί τους και τα διαμερίσματα.

Η ευημερία έμοιαζε δεδομένη.

Οι κάτοικοι πούλησαν τα χωράφια τους. Έγιναν «επενδυτές». Έχτισαν πολυκατοικίες με την ελπίδα του ενοικίου, του σταθερού εισοδήματος, της κοινωνικής ανόδου. Από γεωργοί και μικροϊδιοκτήτες, ήθελαν να γίνουν επιχειρηματίες.

Μα η ανάπτυξη αυτή δεν στηριζόταν σε στέρεα θεμέλια. Ο Ανδρέας, πιο προσεκτικός, άρχισε να ανησυχεί. Έβλεπε την υπερθέρμανση της αγοράς. Έβλεπε το τραπεζικό σύστημα να διογκώνεται πέρα από τα όρια της πραγματικής οικονομίας. Έβλεπε τους κινδύνους.

Άκουγε και τις πιέσεις από την Ευρώπη για περιορισμό των ανεξέλεγκτων κεφαλαίων και αυστηρότερη εποπτεία. Καταλάβαινε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.

Και τότε έκανε αυτό που λίγοι είχαν το θάρρος να κάνουν: Έκανε πίσω.

Δεν μπήκε στον πειρασμό του εύκολου χρήματος. Δεν επέκτεινε επικίνδυνα τις δραστηριότητές του. Περίμενε.

Και ύστερα ήρθε το 2013. Το τραπεζικό σύστημα κατέρρευσε κάτω από το βάρος των λαθών του — των υπερβολικών δανείων, των κακών επενδύσεων, της υπερέκθεσης και της απληστίας. Οι τράπεζες έκλεισαν, οι καταθέσεις κουρεύτηκαν, η οικονομία πάγωσε. Οι τιμές των ακινήτων κατρακύλησαν. Τα δάνεια έγιναν θηλιά.

Οι άνθρωποι που είχαν ονειρευτεί πλούτη, βρέθηκαν αντιμέτωποι με χρέη.

Στη Χλώρακα, όπως και σε όλη την Κύπρο, οι «νέοι ντεβελοπερς» κατέρρευσαν. Οι τράπεζες πήραν περιουσίες. Οικογένειες έχασαν τα πάντα. Άνθρωποι που μέχρι χθες έχτιζαν, τώρα έψαχναν για μεροκάματο.

Οι επιχειρήσεις έκλειναν η μία μετά την άλλη. Σχεδόν όλες.

Ο Ανδρέας έμεινε. Όχι γιατί ήταν πιο τυχερός. Αλλά γιατί ήταν πιο προσεκτικός.

Στεκόταν και παρακολουθούσε — με μια πίκρα που δεν κρυβόταν. Έβλεπε τους χωριανούς του να χάνουν όσα με κόπο είχαν αποκτήσει. Έβλεπε την ευκολία να μετατρέπεται σε καταστροφή.

Και κατάλαβε, ίσως πιο καθαρά από ποτέ, πως το πιο επικίνδυνο πράγμα δεν είναι η φτώχεια. Είναι η ψευδαίσθηση του εύκολου πλούτου.

ΟΤΑΝ Η ΧΛΩΡΑΚΑ ΛΕΓΟΤΑΝ ΠΡΑΣΚΙΟΥΡΟ

Ο Αλέξανδρος ήταν ξάδερφος του Κυριακού, μεγαλύτερος σε ηλικία και πιο «ψημένος» στα πράγματα της ζωής. Οι γονιοί του είχαν περβόλια διάσπαρτα στον κάμπο, κάτω από το οροπέδιο της Χλώρακας, κι εκείνος πήγαινε τακτικά να τα ποτίσει, να τα φροντίσει, να δει τον κόπο τους να καρπίζει. Καμιά φορά, όταν ο Κυριακός σχόλανε από το δημοτικό σχολείο, τον ακολουθούσε με προθυμία, σαν να’ταν μια μικρή περιπέτεια η διαδρομή προς τα χωράφια.

Ο Αλέξανδρος ήξερε πολλές ιστορίες. Δεν ήταν μόνο οι δουλειές που τον κρατούσαν δεμένο με τη γη· ήταν κι ένας άλλος κόσμος που κουβαλούσε μέσα του. Ήξερε τα Ακριτικά έπη, τραγουδούσε νεοελληνικά πατριωτικά άσματα, και σαν έπιανε να μιλά, η φωνή του έπαιρνε έναν τόνο σχεδόν τελετουργικό. Μα πάνω απ’ όλα, ήξερε την ιστορία της Χλώρακας — όχι όπως γραφόταν στα βιβλία, αλλά όπως τη διηγούνταν οι παλιοί, από στόμα σε στόμα.

Ο Κυριακός, ακριβώς γιατί του άρεσε να τον ακούει να τα διηγείται, τον ακολουθούσε με πολλή όρεξη. Περπατούσε δίπλα του και ρουφούσε κάθε λέξη, κάθε ιστορία, κάθε μικρή λεπτομέρεια που έκανε τον τόπο να ζωντανεύει μπροστά του. Από αυτόν έμαθε πολλά — περισσότερα ίσως απ’ όσα μπορούσε τότε να καταλάβει.

Όσα έμαθε από τον Αλέξανδρο, αργότερα τα συνάντησε στη σχολική ύλη και τα ξαναδιδάχτηκε από τους δασκάλους του. Κάποια τα αναγνώρισε, άλλα τα είδε αλλιώς, πιο τακτοποιημένα, πιο «σωστά». Ένα όμως του έκανε μεγάλη εντύπωση. Κάτι που έμεινε μέσα του σαν απορία και σαν μικρό μυστικό μαζί.

Πουθενά αλλού δεν το συνάντησε. Ούτε στα βιβλία, ούτε από γεροντότερους άκουσε κάτι παρόμοιο. Κι όμως, ο Αλέξανδρος το έλεγε με σιγουριά, σαν να μετέφερε μια αλήθεια παλιά, σχεδόν ξεχασμένη:

Πως κάποτε, πολύ παλιά, η Χλώρακα ονομαζόταν Πρασκίουρο.

Ο Αλέξανδρος, όμως, δεν έμενε μόνο στις ιστορίες που άκουγες και ξανάκουγες. Κάποιες φορές, σαν να χαμήλωνε λίγο τη φωνή του, έμπαινε σε πράγματα πιο βαθιά — πράγματα που δεν τα έβρισκες εύκολα ούτε στα βιβλία.

«Το όνομα της Χλώρακας», έλεγε, «το βρίσκεις και γραμμένο αλλιώς…»

Και τότε ανέφερε πως σε παλιούς βενετικούς χάρτες του 1400, όπως γράφει ο Χρίστος Μαυρέσης, το χωριό καταγράφεται ως FLORAKAS. Το έλεγε με έναν τρόπο που έδειχνε πως αυτά είναι τα «επίσημα», τα καταγραμμένα.

Ύστερα όμως σταματούσε για λίγο, κοίταζε γύρω του τον κάμπο, και σαν να γύριζε πίσω στον χρόνο, συμπλήρωνε:

«Μα οι παλιοί… άλλα λένε.»

Και τότε μιλούσε για το όνομα που δεν γράφτηκε σε χάρτες, αλλά έμεινε στη μνήμη των ανθρώπων. Πρασκίουρο.

Ένα όνομα παράξενο στ’ αυτιά του Κυριακού, μα γεμάτο εικόνες. «Πράσινη ουρά», του εξηγούσε ο Αλέξανδρος. Έτσι το έλεγαν, γιατί αν έβλεπες το χωριό από ψηλά, τα σπίτια απλώνονταν πάνω στην άκρη του οροπεδίου σαν μια γραμμή, κι από κάτω απλωνόταν η γη — βαθιά, γόνιμη, καταπράσινη. Εκεί φύτρωναν δρύες θεόρατες, βελανιδιές και τρεμιθιές, που έσμιγαν τα κλαδιά τους και σχημάτιζαν, σαν ζωγραφιά, μια μακριά πράσινη ουρά που εκτεινόταν μέχρι την Κισσόνεργα.

Οι πρώτοι κάτοικοι, του έλεγε, ήταν βοσκοί και γεωργοί. Άνθρωποι δεμένοι με τη γη, μα και αναγκασμένοι να την προστατεύουν. Έκτισαν τα σπίτια και τις μάντρες τους στις παρυφές του οροπεδίου — όχι τυχαία. Από εκεί μπορούσαν να αγναντεύουν τη θάλασσα, να βλέπουν από μακριά κάθε κίνηση. Γιατί εκείνα τα χρόνια, οι επιδρομές από πειρατές και Σαρακηνούς δεν ήταν σπάνιο πράγμα· ήταν φόβος καθημερινός.

Κι έτσι, με το πρώτο σημάδι κινδύνου, είχαν τον χρόνο να κρύψουν τα υπάρχοντά τους, να μαζέψουν τα ζώα, να προφυλαχτούν.

Τα πρώτα όρια της κατοικημένης περιοχής, συνέχιζε ο Αλέξανδρος, ξεκινούσαν από τα υψώματα της σημερινής περιοχής της οδού Χατζηφιλίππου και έφταναν ως τα υψώματα της Λέμπας, εκεί κοντά στον προϊστορικό συνοικισμό. Όλα τα άλλα ήταν γη δουλεμένη — χωράφια που δεν ήθελαν να χαθούν.

Και καθώς τα χρόνια περνούσαν και οι άνθρωποι πλήθαιναν, ήρθε η ώρα της επιλογής: να χτίσουν πάνω στη γόνιμη γη και να τη χάσουν ή να μετακινηθούν αλλού.

Και διάλεξαν το δεύτερο.

Σιγά-σιγά άρχισαν να ανεβαίνουν πιο μέσα στο οροπέδιο. Εκεί η γη ήταν διαφορετική — καυκάλλα, σκληρή, άγονη για καλλιέργεια. Μα είχε κάτι άλλο: ήταν γεμάτη ζωή άγρια — σχοινιές, αρκόσσιηλλες, θάμνοι που έμεναν πράσινοι όλο τον χρόνο, πεισματικά δεμένοι με το χώμα.

Ο Κυριακός θυμόταν τον Αλέξανδρο να σκύβει, να πιάνει λίγο χώμα στο χέρι του και να λέει:

«Βλέπεις; Χλωρή γη…»

Και τότε του εξηγούσε πως, όπως λένε, από αυτή τη χλωρή καυκάλλα γη γεννήθηκε σιγά-σιγά και το νέο όνομα του χωριού.

Χλώρακα.

Κι έτσι, το Πρασκίουρο έμεινε πίσω — όχι χαμένο, μα κρυμμένο μέσα στις λέξεις των παλιών και στις ιστορίες που περνούσαν από γενιά σε γενιά.

Ο Κυριακός δεν ήξερε τότε ποιο από τα δύο ονόματα ήταν πιο αληθινό. Μα ένιωθε πως και τα δύο ανήκαν στον ίδιο τόπο.

Κάτω από το οροπέδιο, του έλεγε ο Αλέξανδρος, περνούσε κάποτε μια αρχαία στράτα. Δεν ήταν ένας απλός δρόμος· ήταν πέρασμα χρόνων και ιστοριών. Ξεκινούσε από τα Παλιόκαστρα της Πάφου και τραβούσε βόρεια, διασχίζοντας τον κάμπο, για να καταλήξει στα λουτρά της Αφροδίτης, στην Πόλη Χρυσοχούς.

Μέχρι πρόσφατα, υπήρχαν ακόμη σημάδια που μαρτυρούσαν το πέρασμά της. Ο Κυριακός τα πρόλαβε. Τα είδε με τα ίδια του τα μάτια, πριν τα σκεπάσει ο καινούργιος δρόμος. Ήταν χαραγμένα πάνω στην πέτρα — στενά, βαθιά αυλάκια, σκαλισμένα από τους τροχούς των αμαξών που περνούσαν ξανά και ξανά από το ίδιο σημείο. Σαν να είχε χαραχτεί ο χρόνος μέσα στη γη.

«Από ’δω περνούσε άμαξα», του έλεγε ο Αλέξανδρος. «Και όχι όποια κι όποια…»

Άλλοι έλεγαν πως ήταν της Αφροδίτη. Άλλοι πως ανήκε στη Ρήγαινα, τη βασίλισσα των παλιών θρύλων. Μια άμαξα χρυσή, λαμπερή, που την έσερναν δυνατά άλογα, και πίσω της ακολουθούσαν πεζοί οι υπηρέτες.

Κι ο δρόμος αυτός δεν ήταν τυχαίος. Τον ακολουθούσε για να φτάνει στα νερά των λουτρών, εκεί όπου —όπως έλεγαν— η ομορφιά ξαναγεννιόταν.

Μια φορά όμως, συνέχιζε ο Αλέξανδρος χαμηλώνοντας τη φωνή του, κάτι συνέβη.

Καθώς η χρυσή άμαξα περνούσε από τις παρυφές της Χλώρακας, εκεί που το οροπέδιο κοιτά τη θάλασσα, κάποιος από τους υπηρέτες διέκρινε στον ορίζοντα ένα καράβι. Δεν ήταν εμπορικό. Ήταν κουρσάρικο.

Η θάλασσα, που άλλοτε έδινε ζωή, γινόταν ξαφνικά απειλή.

Χωρίς να χάσουν χρόνο, οι υπηρέτες άρπαξαν τη βασίλισσά τους και την οδήγησαν προς τα ψηλώματα του οροπεδίου, εκεί όπου μπορούσε να κρυφτεί και να σωθεί. Η άμαξα όμως δεν μπορούσε να ακολουθήσει.

Έπρεπε να εξαφανιστεί.

Και τότε, μέσα στον πανικό και τη σιωπηλή βιασύνη, την έκρυψαν σε μια σπηλιά, στις ρίζες του οροπεδίου — εκεί όπου η γη ήταν σκεπασμένη με πυκνή βλάστηση, δέντρα και θάμνους που δεν άφηναν το φως να περάσει εύκολα.

Από εκείνη τη μέρα, έλεγε ο Αλέξανδρος, κανείς δεν την ξαναείδε.

Μα η ιστορία δεν χάθηκε.

Έμεινε και μεγάλωσε, άλλαξε και παραλλάχτηκε με τα χρόνια. Έγινε θρύλος που περνούσε από στόμα σε στόμα, από γενιά σε γενιά. Ο μύθος της Χρυσής Σπηλιάς.

Άλλοι έλεγαν πως εκεί μέσα βρίσκεται ο αμύθητος θησαυρός της Αγία Μαρίνα, κρυμμένος για να μην πέσει σε ξένα χέρια. Άλλοι ορκίζονταν πως βαθιά στο σκοτάδι της σπηλιάς παραμένει ακόμη η χρυσή άμαξα της Αφροδίτης, άθικτη, σαν να περιμένει την ώρα που θα ξαναβγεί στο φως.

Ο Κυριακός άκουγε και κοίταζε γύρω του τον τόπο αλλιώς.

Τα χωράφια, τα μονοπάτια, οι πέτρες — όλα έμοιαζαν να κρύβουν κάτι. Σαν να υπήρχε κάτω από τη γη μια δεύτερη ιστορία, αθέατη, που περίμενε κάποιον να την ανακαλύψει.

Και τότε ήταν που για πρώτη φορά σκέφτηκε…

Μήπως το Πρασκίουρο δεν ήταν μόνο ένα παλιό όνομα.

Μήπως ήταν ένας τόπος γεμάτος μυστικά.

Κι από τότε, κάθε φορά που περπατούσε στον κάμπο ή κοίταζε το χωριό από μακριά, αναρωτιόταν:

Πόσα ακόμα ονόματα, πόσες ιστορίες να κρύβονται κάτω από το χώμα που πατούσαν;

Κείμενο οπισθόφυλλου
Η Χλώρακα, ένα παλιό χωριό της Πάφου απλωμένο πάνω από τη θάλασσα, κρύβει μέσα στο πέρασμα των αιώνων μνήμες, ιστορίες και θρύλους που πέρασαν από γενιά σε γενιά.
Στα χωράφια και στα μονοπάτια του τόπου αυτού οι παλιοί άνθρωποι μιλούσαν για ανεράδες και αερικά, για παράξενους ξένους που πέρασαν από το χωριό, για χαμένους θησαυρούς και μυστήρια της γης.
Μα μαζί με τους θρύλους ζουν και οι αληθινές ιστορίες των ανθρώπων της Χλώρακας: οι αγώνες, οι δυσκολίες, οι χαρές και οι τραγωδίες μιας εποχής που σημάδεψε την Κύπρο.
Στο βιβλίο αυτό συγκεντρώνονται αφηγήσεις που αντλούν υλικό από τη λαϊκή παράδοση, τις διηγήσεις των γεροντότερων και τη μνήμη του τόπου. Κάποιες ιστορίες βασίζονται σε πραγματικά γεγονότα, άλλες σε θρύλους που έζησαν για χρόνια στη φαντασία των ανθρώπων.
Όλες όμως αποτελούν κομμάτι της ψυχής ενός χωριού.
Ένα ταξίδι σε μια Κύπρο που αλλάζει, αλλά συνεχίζει να ζει μέσα από τις μνήμες και τις αφηγήσεις των ανθρώπων της.

ΜΙΚΡΟΙ ΘΡΥΛΟΙ ΚΑΙ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ 


Ο ΠΑΡΑΚΑΣ ΚΑΙ Η ΒΟΣΚΟΠΟΥΛΑ

Μια φορά κι έναν καιρό, στα δυτικά παράλια της Χλώρακας, εκεί όπου ένας πανύψηλος γκρεμός στέκει αγέρωχος και τα άγρια κύματα σπάζουν με ορμή στα πόδια του, ζούσε μια πανέμορφη χωριατοπούλα. Ήταν κόρη πλούσιου βοσκού, που είχε τη μάντρα και τα κοπάδια του απλωμένα στα χωράφια της ακτής.
Οι γονείς της την είχαν μη βρέξει και μη στάξει. Δεν την άφηναν να καταγίνεται με βαριές δουλειές. Μονάχα να γνέθει με το αδράχτι της και να υφαίνει με το σμιλί της, περνώντας τις ώρες της ήσυχα και προστατευμένα. Κι όταν κουραζόταν, ανέβαινε στην άκρη του γκρεμού και αγνάντευε τον μακρινό ορίζοντα.
Εκεί, με τα μαλλιά της λυτά να ανεμίζουν στον θαλασσινό αγέρα, έπλαθε όνειρα. Παρακαλούσε τον Χριστό να της στείλει ένα καράβι, κι απ’ αυτό να κατέβει ένα όμορφο πριγκιπόπουλο, όπως στα παραμύθια που της έλεγαν μικρή.
Παρέα με τους γλάρους που χάραζαν κύκλους στον ουρανό και τα ψάρια που γλιστρούσαν στα νερά, στεκόταν ώρες πολλές, χαμένη στις φαντασιώσεις της.
Πιο πολύ απ’ όλα αγαπούσε το ηλιοβασίλεμα. Την ώρα που ο ήλιος έσμιγε με τη θάλασσα και τα χρώματα σκορπίζονταν σε πορφυρές και χρυσαφιές αποχρώσεις, της φαινόταν καμιά φορά πως ξεπρόβαλλε στον ορίζοντα ένα καράβι· κι εκεί, στην πλώρη, στεκόταν το βασιλόπουλό της και της έγνεφε.
Η ομορφιά της δεν περνούσε απαρατήρητη. Άρχοντες και πλούσιοι αφέντες τη ζητούσαν σε γάμο. Μα εκείνη, πεισματικά πιστή στο όνειρό της, αρνιόταν όλους. Περίμενε τον πρίγκιπα που θα της έφερνε η θάλασσα.
Οι γονείς της πονούσαν για την απόφασή της, κι τον καημό τους τον έπαιρνε ο αγέρας της θάλασσας και τον σκόρπιζε παντού. Λένε πως ο αγέρας αυτός, θυμωμένος και ανήσυχος, ταξίδεψε μακριά και μετέφερε το μυστικό της ως τα πέρατα του κόσμου.
Κι έτσι, μια μέρα, στη μακρινή Βενετιά, ένας νέος όμορφος και ανδρείος, ο Πάρακας, άκουσε για την κοπέλα της Χλώρακας. Ήταν πολεμιστής και ετοιμαζόταν να ταξιδέψει ως Σταυροφόρος στα Ιεροσόλυμα. Μα σαν έφτασε στ’ αυτιά του η ιστορία της, πήρε την απόφαση: στον δρόμο του θα περνούσε από την Κύπρο, να τη γνωρίσει.
Ένα απόγευμα, ένα αρματωμένο καράβι φάνηκε στον ορίζοντα. Σαν μαύρη κουκκίδα μέσα στα πορφυρά χρώματα του δειλινού, γύρισε την πλώρη του προς τη στεριά. Στην άκρη του, στεκόταν ο Πάρακας, λαμπερός μέσα στη φορεσιά του, κοιτάζοντας για πρώτη φορά την κόρη που στεκόταν στον βράχο, ίδια η Αφροδίτη, με τα μαλλιά της να κυλούν ως τη γη.
Τα μάτια τους συναντήθηκαν από μακριά, και η αγάπη γεννήθηκε αμέσως. Κι όταν βρέθηκαν από κοντά, δεν άργησαν να δώσουν όρκο και να αρραβωνιαστούν.
Οι γονείς της χάρηκαν για το παλληκάρι. Μα η χαρά τους σκιάστηκε από τη μοίρα του. Ήταν στρατιώτης και όφειλε να φύγει για τον πόλεμο.
Συμφώνησαν, λοιπόν, να τον περιμένει. Σε έναν χρόνο θα γύριζε, και τότε θα παντρεύονταν.
Οι μέρες περνούσαν αργά. Η βοσκοπούλα, με καρτερία και πίστη, στεκόταν καθημερινά στον γκρεμό, με το χέρι σκιά στα μάτια, αγναντεύοντας το πέλαγος.
Μα η μοίρα είχε άλλα γραμμένα.
Μια μέρα, ένα δηλητηριώδες φίδι τη δάγκωσε. Οι γιατροί στάθηκαν ανήμποροι. Έπεσε σε βαθύ λήθαργο, και όταν συνήλθε, τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Το δηλητήριο είχε αλλοιώσει το σώμα της. Το δέρμα της κιτρίνισε, οι μύες της παραμορφώθηκαν, κι η ομορφιά της χάθηκε σαν όνειρο που σβήνει με το φως.
Έκλαψε πικρά και είπε:
«Χθες ήμουν όμορφη… σήμερα είμαι ένα τέρας.»
Πίστεψε πως ο αγαπημένος της δεν θα την ήθελε πια. Και, από αγάπη βαθιά, πήρε μια σκληρή απόφαση: να τον ελευθερώσει από τον όρκο του. Δεν απαντούσε στα μηνύματά του, προσπαθώντας να τον κάνει να πιστέψει πως τον είχε ξεχάσει.
Πέρασε ο χρόνος. Και τότε, ο Πάρακας γύρισε.
Έμαθε τα κακά μαντάτα, μα δεν λύγισε. Δεν τον τρόμαξε η αλλοιωμένη όψη της· γιατί την αγαπούσε αληθινά. Πήγε κοντά της, γονάτισε μπροστά της και της ζήτησε ξανά να τον παντρευτεί.
Και τότε έγινε το θαύμα. Η αγάπη του πλημμύρισε την καρδιά της. Το δηλητήριο άρχισε να υποχωρεί. Μια ζεστασιά απλώθηκε μέσα της, κι ένιωσε πως μπορούσε να γιατρευτεί.
Και πράγματι, με τον καιρό, η υγεία και η ομορφιά της επέστρεψαν.
Παντρεύτηκαν και έζησαν μαζί, αγαπημένοι. Και κάθε δειλινό ανέβαιναν στον μεγάλο βράχο, αγκαλιασμένοι, και κοιτούσαν τον ήλιο να βυθίζεται στη θάλασσα, ευχαριστώντας τον που τους ένωσε.
Τα χρόνια πέρασαν, μα η ιστορία τους έμεινε ζωντανή.
Κι έτσι, ο γκρεμός εκείνος ονομάστηκε «του Πάρακα». Και μέχρι σήμερα, οι νέοι που ερωτεύονται ανεβαίνουν εκεί στο ηλιοβασίλεμα, αγναντεύουν το πέλαγος και ψιθυρίζουν μια ευχή αγάπης.

ΟΙ ΚΑΡΑΜΑΝΟΙ
Τους πέτρινους καιρούς της Οθωμανοκρατίας, η Κύπρος ζούσε κάτω από βαρύ ζυγό και δυσβάσταχτους φόρους. Ο λαός, πότε πότε, μη αντέχοντας την πίεση, ξεσηκωνόταν σε μικρές εξεγέρσεις που έσβηναν γρήγορα μέσα στη φωτιά της καταστολής. Τότε, σύμφωνα με τη λαϊκή μνήμη, κατέφθαναν στο νησί στρατιωτικά σώματα από την απέναντι Καραμανιά, για να επιβάλουν την τάξη με σκληρότητα.
Οι Καραμάνοι, όπως τους αποκαλούσε ο κόσμος, ήταν ομάδες μισθοφόρων που επιστρατεύονταν προσωρινά από τις οθωμανικές αρχές. Η παρουσία τους σκόρπιζε φόβο στα χωριά, όχι μόνο για τη βία των επιδρομών αλλά και για την απρόβλεπτη συμπεριφορά τους, που είχε γίνει θρύλος στα χείλη των ανθρώπων.
Μερικοί από αυτούς, μετά την αποστράτευσή τους, έμεναν στην Κύπρο και περιπλανιόνταν από τόπο σε τόπο σαν νομάδες. Έλεγαν πως έμπαιναν κρυφά στα σπίτια και όχι μόνο έκλεβαν, αλλά καμιά φορά, όταν έβρισκαν όμορφα μωρά αφύλαχτα στην κούνια, τα αντάλλασσαν με τα δικά τους, τα άρρωστα και καχεκτικά. Έτσι, οι ιστορίες για αυτούς μεγάλωναν με τον καιρό, όπως συμβαίνει πάντα όταν ο φόβος γίνεται αφήγηση.
Η Φκωνού έμενε στο σπίτι μόνη τις περισσότερες ώρες της ημέρας. Οι δικοί της βρίσκονταν στα χωράφια, και εκείνη φρόντιζε το νοικοκυριό, το φαγητό και το άπλωμα των ρούχων στην αυλή. Ήταν από εκείνες τις γυναίκες που έμαθαν να ζουν με σιωπή και εγρήγορση μαζί.
Εκείνη τη μέρα, ο ήλιος έκαιγε τις πέτρες της αυλής όταν η Φκωνού άπλωνε τα ρούχα. Μπαίνοντας ξανά στο σπίτι για λίγο νερό, ένιωσε κάτι παράξενο, σαν να είχε αλλάξει ο αέρας μέσα στο δωμάτιο. Τα μάτια της έπεσαν ασυναίσθητα κάτω από το κρεβάτι. Εκεί, διακριτικά, ξεχώριζε ένα μαυριδερό πόδι.
Η καρδιά της πάγωσε. Χωρίς να φωνάξει, χωρίς να κινηθεί απότομα, κατάλαβε πως κάποιος είχε χωθεί στο σπίτι. Ένας Καραμάνος, κρυμμένος, περίμενε τη σωστή στιγμή για να βγει.
Για λίγες στιγμές έμεινε ακίνητη. Όμως ο φόβος στη Φκωνού δεν έμεινε φόβος· έγινε σκέψη, κι η σκέψη έγινε σχέδιο.
Πήγε ήρεμα στο δουλάπι, εκεί όπου γυρνούσε η ανέμη. Έκατσε και άρχισε να γυρίζει τον τροχό, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα. Και τότε άρχισε να τραγουδά με φωνή καθαρή, δυνατή, σχεδόν γιορτινή:
— Είπαν μου πιάς τ’ αδράχτι σβούρα να βουρά,
είπαν μου ‘ν γιορτή τζιαι βλάφτει,
τζιαι η καρδιά μου εσυντρομάχτην.
Ούννου ούννου το ουλάππι, βούρα Λεωνή,
εν που κάτω στο κρεββάτι ένας Καραμανής…
Ο Λεωνής, ο αδερφός της, που όλοι τον φώναζαν Λιόνταρο για τη δύναμή του, δούλευε στο κοντινό χωράφι. Άκουσε τη φωνή και το τραγούδι και αμέσως κατάλαβε πως κάτι δεν πήγαινε καλά.
Άφησε τη δουλειά του χωρίς δεύτερη σκέψη και όρμησε προς το σπίτι. Μπήκε μέσα σαν αστραπή, κρατώντας το στελίφι της τσάπας. Η σκηνή δεν κράτησε πολύ. Ο κρυμμένος άντρας πρόλαβε μόνο να φανεί για μια στιγμή πριν βρεθεί αντιμέτωπος με τη δύναμη του Λεωνή.
Και ύστερα, όλα τελείωσαν γρήγορα.
Ο ξένος βγήκε τρεκλίζοντας από το σπίτι και χάθηκε στον δρόμο, τρέχοντας προς τη θάλασσα, σαν να τον κυνηγούσε ο ίδιος ο φόβος που είχε σκορπίσει. Και λέει ο λαός πως έτρεχε ακόμη για πολύ καιρό, ώσπου χάθηκε προς την Καραμανιά, χωρίς ποτέ να ξαναγυρίσει.
Η Φκωνού έμεινε όρθια δίπλα στο δουλάπι, με το τραγούδι της ακόμη μισοτελειωμένο στα χείλη της. Και ο Λεωνής στάθηκε στην πόρτα, σαν λιοντάρι που μόλις είχε διώξει τον κίνδυνο από το σπίτι του.
Υ.Γ. Το δουλάπι ήταν ξύλινος τροχός για το τύλιγμα της κλωστής. Στα παλιά χρόνια, μετά το κούρεμα των προβάτων, το μαλλί γινόταν νήμα με το αδράχτι, και έπειτα τυλιγόταν στην ανέμη και στα μασούρια με τη βοήθεια του δουλαπιού.

ΤΟ ΜΑΚΡΥ ΠΕΤΡΑΥΛΑΚΟ
Το αυλάκι της Ρήγαινας στη Χλώρακα, κατά τον θρύλο, το έκτισε ο Διγενής. Ωστόσο, καθώς πρόκειται για θρύλο, υπάρχει μια σύγχυση: ο Διγενής έζησε κατά τον 7ο αιώνα, ενώ η Ρήγαινα αιώνες αργότερα. Έτσι, ο Κυριάκος, έχοντας ακούσει και μια άλλη εκδοχή, κατέγραψε και αυτήν:
Ο Βασίλης, ανδρειωμένος από την καθημερινή του πάλη με τη θάλασσα, έχαιρε εκτίμησης από τα άλλα παιδιά. Τον θαύμαζαν για την αφοβιά του, αλλά και για τις γνώσεις του ως βαρκάρης και ψαράς. Μα απ’ όλους, ο Βασίλης διάλεξε δύο ακόμη ανδρειωμένους νέους, τον Αρέστη και τον Κορκό, και μαζί τους έκανε συντροφιά, αναζητώντας περιπέτειες και ανδραγαθήματα.
Τις ζεστές μέρες περιδιάβαιναν τη θάλασσα, ενώ τις κρύες νύχτες, πίσω από το φεγγίτη της μικρής καλύβας στην ακτή, αγνάντευαν τα άγρια κύματα που υψώνονταν τόσο, ώστε έκρυβαν τον σκοτεινό ουρανό.
Σαν παιδιά με άφθονο χρόνο, γύριζαν και στους αγρούς και στους δρόμους του μικρού χωριού. Μα κάθε φορά η ψυχή τους μαράζωνε απ’ όσα αντίκριζαν. Έτσι, γύριζαν γρήγορα στη θάλασσα, όπου το θέαμά της λειτουργούσε σαν βάλσαμο: γαλήνευε τη σκέψη τους και ανάπαυε την καρδιά τους.
Ο λόγος του μαρασμού τους ήταν βαρύς. Έβλεπαν τους χωριανούς να κλαίνε, να προσεύχονται και να παρακαλούν τον Χριστό και την Παναγία. Η γη υπέφερε, είχε να βρέξει πολύ καιρό. Οι σοδειές είχαν ξεραθεί, το χορτάρι είχε κιτρινίσει κάτω από τον καυτό ήλιο. Τα ζώα πέθαιναν, τα δέντρα δεν καρποφορούσαν, και η πλάση γέμισε φίδια και τρωκτικά.
Μια γυναίκα με κάτασπρα μαλλιά, κρατώντας στην αγκαλιά της ένα κοκαλιάρικο παιδάκι, ήταν γονατισμένη και, κλαίγοντας, μουρμούριζε:
—Σε παρακαλώ, Θεέ μου, στείλε μας βροχή, για να μπορέσουμε να σπείρουμε, να δώσουμε λίγο ψωμί στα παιδιά μας.
—Πόσο φτωχοί είναι οι άνθρωποι… Αν δεν βρέξει σύντομα, θα πεθάνουν από την πείνα, είπαν τα παιδιά.
Μα ο καιρός περνούσε και βροχή δεν ερχόταν. Κι έτσι, από τη στενοχώρια και την πείνα, πολλοί άνθρωποι αρρώσταιναν και πέθαιναν, ο ένας μετά τον άλλον.
Τότε τα παιδιά ορκίστηκαν μέσα τους πως έπρεπε να μεγαλώσουν γρήγορα, να αποκτήσουν δύναμη και να βοηθήσουν τους ανθρώπους.
Όταν μεγάλωσαν, κι ενώ η κατάσταση παρέμενε ίδια, η θλίψη τους έγινε πιο βαριά. Έπρεπε να βρουν τρόπο να σώσουν τον τόπο από τα βάσανά του.
Μια μέρα, κοιτάζοντας την απέραντη θάλασσα, ο Βασίλης είπε στους άλλους:
—Δεν νομίζετε πως, αφού η θάλασσα δεν στέλνει τη βροχή που περιμένουν οι άνθρωποι, μπορούμε εμείς να φέρουμε νερό από αλλού και να ποτίσουμε τη γη;
—Καλή ιδέα… μα πώς θα γίνει αυτό; ρώτησαν οι άλλοι.
—Θα κάνουμε ό,τι χρειαστεί για να σώσουμε τους ανθρώπους. Ας δώσουμε όρκο, είπε αποφασιστικά.
Κι όλοι μαζί συμφώνησαν. Έδωσαν όρκο και, αποφασισμένοι, μπάρκαραν σε ένα πλοίο. Έφυγαν στα πέρατα της θάλασσας, στη ξενιτιά, και χάθηκαν για πολύ καιρό από τον τόπο τους.
Ύστερα από καιρό, ένα καΐκι φάνηκε να φουντάρει στο μικρό όρμο των Ροαδαφινιών. Οι κάτοικοι είδαν βάρκες να αποβιβάζουν στη στεριά ένα ολόκληρο τσούρμο από χειροδύναμους εργάτες, και μπροστά τους, αρχηγούς, τους τρεις φίλους.
Έστησαν τσαντήρια στην ακτή και εγκαταστάθηκαν. Από την επόμενη κιόλας μέρα άρχισαν δουλειά. Γρήγορα έκτισαν ένα μακρύ αυλάκι που απλωνόταν ως πέρα, μακριά σε μια πηγή, για να φέρει νερό στον τόπο. Ήθελαν να ποτίσουν τη διψασμένη γη. Ήθελαν να σώσουν τους ανθρώπους.
Και το γλυκό νερό άρχισε να ρέει, ποτίζοντας τη γη που ως τότε ήταν κίτρινη και ξεραμένη.
—Νερό! Νερό! Οι σοδειές θα ξαναβλαστήσουν! φώναζαν οι άνθρωποι, κλαίγοντας από χαρά.
Το σιτάρι ξαναφύτρωσε, η γη ζωντάνεψε, και το χορτάρι άρχισε να πρασινίζει.
Από τότε, οι άνθρωποι είχαν τους τρεις φίλους σε μεγάλη υπόληψη και σεβασμό. Τους τιμούσαν και τους αγαπούσαν.
Κι εκείνοι, ευχαριστημένοι που κράτησαν τον όρκο τους, έβλεπαν τους

Η ΛΟΤΤΑ ΜΕ ΤΑ ΚΟΥΝΙΑ
Ο Κυριάκος συνήθιζε να λέει πως οι παλιοί άνθρωποι ζούσαν αλλιώς, όχι μόνο φτωχότερα, μα και πιο φοβισμένα. Η ζωή τους ήταν άρρηκτα δεμένη με τη φύση, κι η φύση ήταν γεμάτη μυστήριο και απειλές. Δεν είχαν τις εξηγήσεις που έχουν οι νεότεροι, γι’ αυτό και έβλεπαν σημάδια παντού. Ήταν πιο προληπτικοί από τους σημερινούς, κι αυτό οφειλόταν κυρίως στον φόβο τους απέναντι στις άγνωστες και ισχυρές δυνάμεις της φύσης, που συχνά στέκονταν εχθρικές προς τη ζωή τους.

Έτσι γεννήθηκαν αναρίθμητες προλήψεις. Για πρόσωπα και πράγματα, για φυσικά φαινόμενα, για τη ζωή και τον θάνατο, για τα πουλιά και τα ζώα. Και για να προφυλαχθούν από τις βλαπτικές ενέργειες και τις κακές επιδράσεις τους, άρχισαν να λαμβάνουν προληπτικά μέτρα, σαν να μπορούσαν έτσι να κατευνάσουν το άγνωστο.
Γι’ αυτούς, ένα κλάμα σκύλου μέσα στη νύχτα μακρόσυρτο και θλιμμένο, ήταν προμήνυμα θανάτου. Μια όρνιθα που λάλησε σαν πετεινός, και μάλιστα τρεις φορές, γέμιζε τις αυλές με τρόμο. Κι ένα πουλί που καθόταν σε δέντρο και έσκιζε το σκοτάδι με τη φωνή του, θεωρούνταν κακός οιωνός για το σπίτι.
Τα ζώα, όμως, δεν ήταν μόνο φορείς φόβου, ήταν η ίδια η ζωή. Κάθε 18 Δεκεμβρίου, στη γιορτή του Αγίου Μόδεστου προστάτη των ζώων, οι άνθρωποι συνήθιζαν να κάνουν δεήσεις στις εκκλησίες. Άλλοι τους έκαναν ευχέλαιο, άλλοι τα ράντιζαν με αγιασμό, άλλοι τα τάιζαν χωρίς να τα ζεύουν ή να τα βαρυφορτώνουν. Τα φρόντιζαν σαν παιδιά τους, γιατί χωρίς αυτά δεν υπήρχε σπίτι ούτε ευλογία. Πρώτα φρόντιζαν εκείνα και ύστερα τον εαυτό τους, γιατί η αξία τους ξεπερνούσε ακόμη και τη γη. Η γη χωρίς αυτά, δεν είχε καμία αξία.
Ήταν φυσικό, λοιπόν, αυτή η βαθιά σχέση να γεννήσει δοξασίες λατρευτικές και προλήψεις δεισιδαιμονικές. Πίστευαν πως τα ζώα και τα πτηνά μπορούσαν να προμηνύσουν, αλάθητα τον θάνατο κάποιου.
Σήμερα, πολλά από αυτά έχουν ξεχαστεί. Η πρόοδος της επιστήμης απελευθέρωσε τους νεότερους από τέτοιους φόβους. Κι όμως, όταν κάτι παράδοξο συμβεί, οι άνθρωποι εξακολουθούν να στρέφονται, σχεδόν ενστικτωδώς, στις παλιές δοξασίες.
Ανάμεσα σε αυτές, ξεχώριζε μια ιστορία που περνούσε από γενιά σε γενιά. Η ιστορία της λόττας με τα κούνια.
Οι πρωτινοί χωρικοί ανάγιωναν λόττες που γεννούσαν πλήθος γουρουνιών και αποτελούσαν σημαντικό εισόδημα για την οικογένεια. Σε ορισμένα χωριά της χαμηλής Πάφου, όμως, συνήθιζαν να λένε στα παιδιά ιστορίες για μια λόττα με τα γουρουνάκια της, που έβγαινε τα μεσάνυχτα από τη σπηλιά της. Με τα κουδούνια της να ηχούν μέσα στη νύχτα, γύριζε στις αυλές, ρήμαζε τα περβόλια και κατασπάραζε τα μωρά που δεν κοιμούνταν.
Κάποιοι τα θεωρούσαν απλές ιστορίες, φτιαγμένες για να φοβίζουν τα παιδιά ώστε να κοιμούνται νωρίς. Άλλοι, όμως, πίστευαν πως οι λόττες δεν ήταν απλώς ζώα, αλλά ήταν μορφές του ίδιου του κακού. Πως ο Σατανάς μπορούσε να πάρει τέτοια μορφή. Και πως μόνο οι αλαφροΐσκιωτοι μπορούσαν να τις δουν να εμφανίζονται και να χάνονται μέσα στη νύχτα.
Και τότε ερχόταν η ιστορία που, όπως έλεγε ο Κυριάκος, δεν ήταν απλώς παραμύθι:
Πριν από πολλά χρόνια, όταν η Χλώρακα ήταν ένας μικρός και φτωχικός συνοικισμός με λίγους κατοίκους, οι άνθρωποι ζούσαν από τη βοσκή και την καλλιέργεια λίγων χωραφιών. Ο τόπος ήταν καυκάλλα. Πέτρα παντού, λίγο χώμα και σχεδόν καθόλου νερό.
Υπήρχε μόνο ένα τρεχούμενο νερό σε ένα ύψωμα, αυτό του Αγίου Νικολάου στο Μέλανο, που ανάβλυζε όλο τον χρόνο από ένα λαγούμι. Από εκεί υδρεύονταν και αρδεύονταν.
Μια μέρα, όμως, η πηγή στέρεψε. Δεν υπήρχε νερό ούτε για να πιουν, ούτε για να μαγειρέψουν, ούτε για να πλυθούν. Η ζωή έγινε αβίωτη. Προσπάθησαν να βρουν την αιτία, και τότε ανακάλυψαν κάτι τρομερό.
Τις νύχτες ερχόταν μια πελώρια λόττα με τα γουρούνια της. Από τον Καπυρό, έναν δύσβατο τόπο όπου είχε το λημέρι της, ανηφόριζε προς το χωριό, προς το λαγούμι, Και αναμόχλευε τη γη μέσα στο νερό για να βρει ρίζες. Και με το ανακάτωμα οι λάσπες έκλειναν την πηγή.
Ήταν μεγάλη και επικίνδυνη. Στον λαιμό της κρέμονταν κουδούνια, και στον ήχο τους τα γουρουνάκια την ακολουθούσαν. Τα άκουγαν και οι άνθρωποι και κλείνονταν τρομαγμένοι στα σπίτια τους. Γιατί φοβούνταν πως όποιον συναντούσε, θα τον κατασπάραζε.
Η ζωή έγινε δυστυχισμένη. Πολλοί έφυγαν από τον τόπο. Όσοι έμειναν, ζούσαν με τον φόβο και την προσευχή. Όλοι παρακαλούσαν το Θεό να γίνει ένα θαύμα.
Και τότε, από το πολύ παρακάλιο, ο Θεός άκουσε.
Και ένα πρωινό φάνηκε να έρχεται από μακριά ένας ξένος. Ήταν ο Νικόλας — ένας νέος λιγνός, με αδύνατη κορμοστασιά και ήρεμο, σχεδόν φωτεινό πρόσωπο.
Οι ντόπιοι τον καλωσόρισαν και τον προειδοποίησαν να μην βγαίνει έξω τη νύχτα.
Εκείνος, όμως, τους είπε ήρεμα:
— Μην φοβάστε. Ήρθα για να σκοτώσω το θεριό.
Οι άνθρωποι γέμισαν ελπίδα — μα και αγωνία. Πώς μπορούσε ένας τόσο λιγνός νέος να νικήσει ένα τέτοιο τέρας; Κι όμως, μέσα τους γεννήθηκε η σκέψη πως ίσως να τον είχε στείλει ο Θεός.
Και ήρθε η νύχτα.
Βαθιά. Σκοτεινή. Χωρίς αστέρια. Μια νύχτα βαριά, σχεδόν ζωντανή. Οι κάτοικοι, κλεισμένοι στα σπίτια τους, περίμεναν με κομμένη την ανάσα.
Και τότε ακούστηκαν τα κουδούνια…
Στην αρχή μακρινά — σαν ανάμνηση. Ύστερα ολοένα και πιο κοντά, πιο βαριά. Οι πατημασιές του θεριού χτυπούσαν τη γη με δύναμη, κι ο ήχος αντηχούσε μέσα στη νύχτα σαν απειλή. Ήταν αβάσταχτος. Επίμονος. Μοιραίος.
Και όσο πλησίαζε, τόσο φούσκωνε ο φόβος μέσα τους. Και ξαφνικά… σιωπή.
Ένα άγριο στρίγγλισμα έσκισε το σκοτάδι — κι ύστερα τίποτα. Απόλυτη ησυχία.
Μια ησυχία αφύσικη. Σαν να είχε σταματήσει ο κόσμος να αναπνέει.
Οι άνθρωποι βγήκαν διστακτικά έξω και έτρεξαν προς την πηγή.
Το φεγγάρι φώτιζε τον τόπο με ένα χλωμό, σχεδόν νεκρικό φως.
Και τότε τον είδαν. Ο Νικόλας στεκόταν στην άκρη του γκρεμού. Ακίνητος. Σιωπηλός. Και γύρω από το κεφάλι του απλωνόταν ένα φως παράξενο — ψυχρό, απόκοσμο.
Σαν φωτοστέφανο που δεν ανήκε στους ζωντανούς.
Δεν είναι άνθρωπος, ψιθύρισαν.
Είναι ο Άγιος Νικόλαος.
Με σοφία — όχι με δύναμη — νίκησε το θεριό. Το προκάλεσε. Και όταν εκείνο όρμησε, παραμέρισε.
Και το θεριό, παρασυρμένο από την ίδια του την ορμή, έπεσε στον βαθύ γκρεμό και τσακίστηκε.
Το κακό τελείωσε. Το νερό ξανακύλησε. Η ζωή επέστρεψε.
Γεμάτοι ευγνωμοσύνη, οι κάτοικοι έκτισαν ένα παρεκκλήσι στο σημείο εκείνο, με πέτρες από αρχαία απομεινάρια. Το αφιέρωσαν στον Άγιο Νικόλα.
Και το εκκλησάκι στέκει ακόμη στην άκρη του γκρεμού, αγναντεύοντας τη θάλασσα — γιατί είναι Άγιος της στεριάς και της θάλασσας.
Και κάποιοι λένε πως, τις νύχτες που φυσά ο άνεμος και όλα ησυχάζουν, ακούγεται κάπου μακριά ένα αχνό κουδούνισμα.
Κανείς δεν ξέρει αν είναι αλήθεια. Μα κανείς δεν τολμά να το αρνηθεί.

Ο ΠΑΟΥΛΛΟΣ

Ο Κυριάκος, μέσα από τις έρευνές του και ανακαλώντας μνήμες από τα παιδικά του χρόνια — όταν και τον ίδιο οι γονείς του τον φοβέριζαν με τον Πάουλλο — έσκυψε στο θέμα και κατέγραψε τον θρύλο:

Στη Χλώρακα, τα παιδιά μεγάλωναν με μια σιωπηλή απειλή να στέκει πάνω από τα κρεβάτια τους.
«Αν δεν κοιμηθείς, θα έρθει ο Πάουλλος να σε πάρει».
Και τότε, μέσα στη μικρή τους φαντασία, το σκοτάδι γινόταν πιο πυκνό, τα σεντόνια πιο βαριά, και η ανάσα τους κρυβόταν κάτω από το πάπλωμα, σαν να μπορούσε εκεί να τα βρει λιγότερο εύκολα ο φόβος.
Μα ο Πάουλλος δεν ήταν απλώς ένα όνομα για να τρομάζουν τα παιδιά. Ήταν κάποτε άνθρωπος. Ή, όπως έλεγαν οι παλιότεροι. κάτι που έπαψε να είναι άνθρωπος πολύ πριν πεθάνει.
Τον παλιά εποχή, στα χρόνια τα μεσαιωνικά, ο άνθρωπος αυτός, υπηρετούσε ως επιστάτης σε ένα μεγάλο αγρόκτημα της χαμηλής Πάφου. Η εξουσία του δεν ήταν μεγάλη, μα η σκληρότητά του ήταν απέραντη. Κρατούσε πάντα ένα μακρύ ραβδί από αγνιά, λες και εκεί μέσα είχε συμπυκνωθεί όλη του η ψυχή: σκληρή, αλύγιστη, χωρίς έλεος.
Οι εργάτες-σκλάβοι τον έτρεμαν. Δεν μιλούσαν όταν πλησίαζε. Δεν σήκωναν βλέμμα. Γιατί ο Πάουλλος δεν τιμωρούσε μόνο την ανυπακοή, τιμωρούσε και τη σιωπή, και την κούραση, και καμιά φορά ακόμη και την ύπαρξη.
Λένε πως άνθρωποι σακατεύτηκαν κάτω από τα χτυπήματά του. Άλλοι δεν σηκώθηκαν ποτέ ξανά. Και το όνομά του απλώθηκε σαν σκιά σε όλη την περιοχή, πιο γρήγορα κι από τον άνεμο που περνά τα χωράφια.
Όμως ο κόσμος δεν αντέχει το άδικο χωρίς να το κουβαλά μέσα του. Και έτσι, μαζί με τον φόβο, γεννήθηκαν και οι κατάρες.
Κάθε χτύπημα που έπεφτε, κάθε κραυγή που δεν ακουγόταν, κάθε δάκρυ που έσβηνε στο χώμα, γύριζε πίσω σαν κάτι αόρατο. Και άρχισε να τον βρίσκει τις νύχτες.
Ο Πάουλλος δεν κοιμόταν πια. Έπινε για να ξεχάσει. Έπινε για να σωπάσει η φωνή μέσα του. Μα όσο πιο πολύ έπινε, τόσο πιο καθαρά άκουγε εκείνο που δεν ήθελε να ακούσει: πως δεν έφταιγε μόνο το αφεντικό, όπως έλεγε, αλλά και το χέρι του, που υπάκουε χωρίς να ρωτά.
Και τότε ήρθε η στιγμή που ο κόσμος σαν να αποφάσισε μόνος του να τον κρίνει.
Ένα πρωί, καθώς καβαλούσε το άλογό του, το ζώο αφηνίασε από ένα φίδι που πάτησε. Μια κίνηση, μια στιγμή, και ο Πάουλλος βρέθηκε στο χώμα. Το κεφάλι του χτύπησε πάνω σε μια πέτρα μυτερή.
Κανείς δεν έτρεξε. Μόνο σταυροκοπήθηκαν οι εργάτες. Κάποιοι είπαν πως ήταν δικαιοσύνη. Άλλοι πως ήταν τέλος.
Κι όμως, όταν πλησίασαν, τα μάτια του άνοιξαν. Δεν ήταν βλέμμα ανθρώπου. Δεν ήταν καν βλέμμα που έψαχνε. Ήταν κενό. Σαν να είχε αδειάσει μέσα του κάτι που δεν ξαναγέμιζε.
Από εκείνη τη μέρα, ο Πάουλλος περιφερόταν σαν σκιά. Χωρίς λέξη, χωρίς σκοπό, χωρίς κατεύθυνση. Μονάχα ένα σώμα που κινούνταν μέσα στους αγρούς, σαν να είχε ξεχάσει γιατί υπάρχει.
Οι άνθρωποι τον έβλεπαν από μακριά και δεν τον πλησίαζαν. Κάποιοι έλεγαν πως ο Θεός τον είχε αφήσει ζωντανό, όχι για να τον σώσει, αλλά για να τον αδειάσει από αυτό που ήταν.
Κι έπειτα, μια μέρα, έφυγε. Πήρε έναν δρόμο χωρίς να κοιτάξει πίσω, με ένα μικρό μπογαλάκι στον ώμο, και χάθηκε προς τους Κλούνους.
Οι Κλούνοι ήταν τόπος αλλόκοτος και ευλογημένος μαζί. Ένα λαγκάδι κρυμμένο στα όρια της Χλώρακας, όπου το νερό ανέβλυζε ασταμάτητα από τη γη και γινόταν ρυάκια που έτρεχαν ανάμεσα σε πυκνή, σχεδόν άγρια βλάστηση. Τα δέντρα εκεί ψήλωναν σαν να συναγωνίζονταν τον ουρανό, και τα βάτα έπλεκαν τείχη που δεν άφηναν άνθρωπο να περάσει. Όποιος έμπαινε, ένιωθε πως έμπαινε σε άλλον κόσμο.
Εκεί έμεινε ο Πάουλλος. Μόνος. Χωρίς ανθρώπους. Χωρίς φωνές. Χωρίς εξουσία. Μονάχα με τα ζώα και το νερό και τη σιωπή που δεν τον ρωτούσε τίποτα.
Έτρωγε ό,τι έδινε η γη. Έπινε από τα ρυάκια. Κάποτε μάζεψε λίγα πρόβατα και τα έκανε μικρό κοπάδι, σαν να ήθελε να κρατηθεί ακόμη από κάτι ζωντανό. Μα δεν ξαναγύρισε ποτέ στο χωριό.
Ντύθηκε με προβιά. Άφησε τα γένια του να μεγαλώσουν μέχρι που σκέπασαν το πρόσωπό του. Και σιγά σιγά έπαψε να μοιάζει με άνθρωπο. Ή τουλάχιστον έτσι έλεγαν όσοι τον είδαν από μακριά και δεν τόλμησαν να πλησιάσουν.
«Το φάντασμα του Πάουλλου στους Κλούνους», έλεγαν.
Και έτσι έγινε θρύλος. Κανείς δεν ήξερε πια αν ζούσε ή αν απλώς τον κρατούσε εκεί η ίδια η ιστορία του. Μόνο ότι οι Κλούνοι έμειναν μακριά από τους ανθρώπους, σαν να τους προστάτευε κάτι αόρατο και επικίνδυνο μαζί.
Και ο Πάουλλος, είτε άνθρωπος είτε σκιά, έμεινε εκεί. Στη σιωπή. Σαν τιμωρία που δεν τελείωσε ποτέ. Και όταν τα παιδιά δεν ήθελαν να κοιμηθούν, οι γονείς τους τούς ψιθύριζαν ξανά:
«Θα έρθει ο Πάουλλος να σε πάρει…»
Και η νύχτα γινόταν ξαφνικά πιο ήσυχη. Έτσι, η μορφή του Πάουλλου πέρασε στη συλλογική μνήμη όχι μόνο ως ιστορικό πρόσωπο, αλλά και ως συμβολική παρουσία. Μέχρι και σήμερα, η αναφορά στο όνομά του χρησιμοποιείται για να συνετίσει τα μικρά παιδιά, υπενθυμίζοντας ότι:
«όποιος πράττει το κακό, δεν ξεφεύγει από την τιμωρία».
Ο θρύλος αυτός αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της τοπικής λαογραφίας της Χλώρακας, όπου ιστορικά στοιχεία, θρησκευτικές αντιλήψεις και φαντασία συνυφαίνονται, δημιουργώντας αφηγήσεις με διαχρονικό διδακτικό χαρακτήρα.


Ο ΚΩΣΤΑΝΤΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΘΕΡΙΟ ΤΗΣ ΠΕΓΕΙΑΣ
Στην Κύπρο λένε πως κάθε τόπος κρύβει και το μυστικό του. Άλλοτε είναι πέτρα που μιλά, άλλοτε νερό που θυμώνει, κι άλλοτε είναι φόβος που γεννιέται στις καρδιές των ανθρώπων και γίνεται θρύλος.
Στην Πέγεια, σε χρόνια παλιά, ο φόβος ήρθε από το νερό.
Ήταν ένας χωρικός, ο Γιωρκάτσιης, που έχασε μια μέρα τη λόττα του. Έψαξε στα χωράφια, γύρισε τις στράτες, ρώτησε τους ανθρώπους, μα δεν τη βρήκε πουθενά. Και σαν δεν βρήκε άκρη, έβαλε με τον νου του πως την έκλεψε ο γείτονάς του, ο Χαραλάμπης.
Τον κατηγόρησε, τον έσυρε ως το δικαστήριο, μα ο λόγος του δεν στάθηκε. Χωρίς μαρτυρία και χωρίς απόδειξη, ο Χαραλάμπης βγήκε αθώος. Μα η αθωότητα δεν γιατρεύει πάντα την πίκρα. Ο ένας μαράζωνε για την απώλεια, ο άλλος για τη ντροπή, κι ανάμεσά τους το χωριό χωρίστηκε στα δύο. Άλλοι πίστευαν τον έναν, άλλοι τον άλλον, κι άλλοι δεν ήξεραν τι να πιστέψουν.
Και τότε, σαν να ήθελε η ίδια η γη να δώσει απάντηση, άρχισε το νερό της βρύσης να αλλάζει. Άλλοτε το νερό καθάριζε, άλλοτε μαύριζε πάλι.
Και από τα βάθη του λαγουμιού, κάτω από τη γη, ακούγονταν μουγκρητά και βρυχηθμοί, σαν κάτι ζωντανό να πάλευε μέσα στο σκοτάδι.
Οι άνθρωποι τρόμαξαν. Έλεγαν πως ήταν δράκος του νερού, ή ένα ζώθκιο παλιό όσο και η γη, που ξύπνησε και ζητούσε θυσία. Οι γυναίκες δεν πλησίαζαν τη βρύση, τα παιδιά δεν έβγαιναν στις στράτες, και οι νύχτες γέμισαν φόβο.
Χωρίς νερό, χωρίς θάρρος, μαζεύτηκαν οι προεστοί και έβγαλαν φιρμάνι:
όποιος κατέβει στο λαγούμι και σκοτώσει το θεριό, να ανταμειφθεί.
Το νέο απλώθηκε από χωριό σε χωριό, ώσπου έφτασε στη Χλώρακα.
Κι εκεί το άκουσε ο Κωσταντάς. Ήταν παλικάρι δοκιμασμένο, με καρδιά βαριά σαν σίδερο και χέρι που δεν λύγιζε στη μάχη. Δεν πολεμούσε για το κέρδος, μα για την τιμή. Και σαν άκουσε για το θεριό, δεν δίστασε.
Ζώστηκε τα άρματά του, καβάλησε τον μαύρο του, κι έπιασε τον δρόμο.
Σαν μπήκε στην Πέγεια, οι άνθρωποι πήραν θάρρος. Σαν να έσβησε για λίγο ο φόβος από τα μάτια τους. Κι δυο νεαροί, βλέποντάς τον, πήραν δύναμη και στάθηκαν δίπλα του.
— Μαζί σου, είπαν. Ό,τι κι αν είναι εκεί κάτω.
Κι έτσι, οι τρεις τους κατέβηκαν στο λαγούμι. Μπροστά ο Κωσταντάς, με το σπαθί στο χέρι, πίσω οι άλλοι με τις δάδες που έτρεμαν. Το σκοτάδι τους κατάπινε σιγά σιγά, και ο αέρας βάραινε όσο προχωρούσαν.
Και τότε ακούστηκε. Ένα μουγκρητό βαθύ, που δεν έμοιαζε με κανενός ζώου. Ο αντίλαλος το έκανε να μοιάζει μεγαλύτερο, πιο άγριο, πιο φοβερό.
Οι νεαροί λύγισαν για μια στιγμή. Μα ο Κωσταντάς στάθηκε.
— Μη φοβάστε, είπε. Ό,τι είναι, είναι της γης. Και ό,τι είναι της γης, νικιέται.
Κι προχώρησε.
Έξω, το χωριό περίμενε. Άνθρωποι μαζεμένοι, με μάτια καρφωμένα στη γη, με προσευχές σφιγμένες στα χείλη. Η ώρα περνούσε βαριά, σαν να είχε σταματήσει.
Και ξαφνικά, σιωπή. Τα μουγκρητά έσβησαν. Ο αέρας πάγωσε. Κανείς δεν μιλούσε.
Ώσπου, μέσα από το σκοτάδι, φάνηκε φως. Οι δάδες. Και πίσω τους, οι άντρες.
Βγήκαν από το λαγούμι, κι όλοι έτρεξαν κοντά τους. Μα αντί για θεριό, είδαν κάτι που δεν περίμεναν.
Μια λόττα. Αδύνατη, βρεγμένη, μα ζωντανή.
Ήταν εκείνη που είχε χαθεί. Η άμοιρη είχε πέσει στο φωτιστικό, βαθιά στο λαγούμι, και για μέρες πολλές ζούσε με νερό και ρίζες. Και όταν πεινούσε, ανακάτωνε τη γη, θόλωνε το νερό και βογκούσε. Και οι άνθρωποι, χωρίς να ξέρουν, έκαναν τον φόβο τους θεριό.
Σώπασαν όλοι, κατάλαβαν. Δεν ήταν δράκος. Ήταν ο φόβος τους.
Ο Χαραλάμπης δικαιώθηκε. Ο Γιωρκάτσιης ντράπηκε και ζήτησε συγχώρεση. Μα κάποιες πληγές δεν κλείνουν εύκολα.
Κι ο Κωσταντάς; Δεν πήρε τίποτα μαζί του. Μόνο ανέβηκε στο άλογό του και έφυγε, όπως ήρθε.
Γιατί οι γενναίοι δεν μένουν εκεί που τελειώνει ο φόβος. Πάνε εκεί που αρχίζει.

 

 ΟΙ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΙ

Τα παραμύθια και οι θρύλοι ενός τόπου δεν γεννιούνται τυχαία. Πηγάζουν από την παράδοση, τις φοβίες και τις εμπειρίες των ανθρώπων, και περνούν από γενιά σε γενιά αλλάζοντας μορφή, όπως αλλάζει και η μνήμη.
Στη λαϊκή φαντασία της Χλώρακας, οι καλικάντζαροι δεν ήταν απλώς πλάσματα του Δωδεκαημέρου. Ήταν παρουσία υπαρκτή, που τρύπωνε στον κόσμο των ανθρώπων όταν ο χρόνος άνοιγε ρωγμές ανάμεσα στα Χριστούγεννα και στα Φώτα.
Και κάθε χωριό, κάθε σπίτι, είχε τη δική του ιστορία να διηγηθεί.

Η ΜΑΜΜΗ
Από καταβολής κόσμου υπάρχουν οι γυναίκες που ξεγεννούν τα μωρά, γιατί είναι δύσκολο να επιβιώσει ένα νεογέννητο παιδί όταν η μητέρα το φέρνει μόνη της στον κόσμο. Όταν γεννήθηκε ο Χριστός, δίπλα στην Παναγία υπήρχαν δύο μαμμές, όπως αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του Ιακώβου. Στην εποχή του Μεσαίωνα οι μαμές κατηγορήθηκαν για μαγεία και κυνηγήθηκαν από την Ιερά Εξέταση, ενώ η Καθολική Εκκλησία απαιτούσε να είναι βαφτισμένες χριστιανές.
Η μαμή, ακόμη και στα όνειρα, θεωρείται καλός οιωνός. Αν στον ύπνο δει κανείς μια μαμή να ξεγεννά μωρό, λένε πως θα απαλλαγεί από βάρη και στενοχώριες και πως ευχάριστα γεγονότα θα ακολουθήσουν.
Έτσι, οι άνθρωποι τη θεωρούσαν απαραίτητη στη ζωή τους αλλά και καλό ποδαρικό, γιατί δεν έφερνε μόνο μια καινούργια ζωή σε μια οικογένεια, μα και χαρά σε όσους την ονειρεύονταν, όπως πίστευαν οι παλιοί.
Στα παλιά χρόνια, τότε που η φτώχεια ήταν μεγάλη, μια μαμμού αμειβόταν καλύτερα από άλλα επαγγέλματα, έστω κι αν η πληρωμή της γινόταν σε είδη, γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα ή και ρούχα.
Μια τέτοια φημισμένη μαμμού ζούσε κάποτε στη Χλώρακα. Ήταν η Ελενούα, που έζησε μέχρι βαθιά γεράματα και για δεκαετίες επέβλεψε εγκυμοσύνες και ξεγέννησε σχεδόν όλα τα μωρά της κοινότητας. Γι’ αυτό όλοι τη σέβονταν. Και ο Κυριάκος που μόλις την θυμόταν, την έφερνε στη μνήμη του σαν μια σεβάσμια γριά, που έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από όλους τους χωριανούς. Όλοι είχαν να πουν μια ιστορία για τη μαμμού, και όλοι τη θεωρούσαν δεύτερη μάνα, γιατί η μάνα τους τούς γέννησε, μα εκείνη τους ξεγέννησε. Η Χατζηελενούα ήταν η μάνα της Στασιάς του Μωυσή. Καταγόταν από την οικογένεια Σιαμμάς, μια από τις μεγαλύτερες και αρχαιότερες της Χλώρακας. Εκτός από νοικοκυρά, ασκούσε και το επάγγελμα της μαμμούς, ένα δύσκολο έργο που απαιτούσε τεχνική, ελαφρύ χέρι και γνώσεις. Ήταν η γυναίκα που στεκόταν δίπλα στις έγκυες, από την αρχή της εγκυμοσύνης μέχρι και τη στιγμή της γέννας. Άλλες γέννες ήταν εύκολες, κι άλλες δύσκολες. Κι από τις δύσκολες γεννήθηκαν ιστορίες, όπως της Ελενούας και των καλικαντζάρων:
Το Δωδεκαήμερο των Χριστουγέννων οι άνθρωποι συνηθίζουν να ανάβουν κάρβουνα και θυμιατίζουν τα σπίτια τους, γιατί πιστεύουν πως οι καλικάντζαροι καιροφυλακτούν γύρω, έτοιμοι να μπουν και να βλάψουν τους ανθρώπους. Το έθιμο αυτό, λένε, προήλθε από μια ξεγέννα της Ελενούας:
Μια κρύα νύχτα του Δωδεκαημέρου, την κάλεσαν να πάει να ξεγεννήσει μια γυναίκα. Η γυναίκα αυτή όμως δεν ήταν άνθρωπος, αλλά μεταμφιεσμένη καλικαντζαρίνα.
Όταν έφτασε στο σπίτι, είδε γύρω της μικρά ανθρωπάκια να χορεύουν και να τραγουδούν:
— Αν είναι αγόρι, χαρά στη μαμμή, αν είναι κορίτσι, κατύσιη της μαμμής. Τα ανθρωπάκια ήταν καλικάντζαροι και, όπως λέγαν οι παλιοί, ήθελαν οι γυναίκες τους να γεννούν πάντα αρσενικά. Όταν γεννιόταν αγόρι, έδιναν στη μαμμή κρομμυόφυλλα που στο ξημέρωμα γίνονταν χρυσά, ενώ όταν γεννιόταν κορίτσι, της έδιναν χρυσά κρομμυόφυλλα που στο φως της ημέρας μετατρέπονταν σε ξερά και άχρηστα φύλλα.
Η έγκυος γέννησε και έκανε κορίτσι. Η μαμμή, ακούγοντας τα λόγια τους, φοβήθηκε. Για να τους ξεγελάσει, έβαλε στο μωρό δυο μικρούλια κουβάρια νήμα και το φάσκιωσε σφιχτά. Οι καλικάντζαροι ξεγελάστηκαν. Έτσι της γέμισαν την ποδιά με κρομμυόφυλλα και την άφησαν να φύγει.
Μα όταν λίγο αργότερα κατάλαβαν την απάτη, πήγαν στο σπίτι της για να την τιμωρήσουν και να πάρουν πίσω τα χρυσά.
Η Ελενούα όμως ήταν προνοητική και πονηρή. Κλείδωσε τις πόρτες, άναψε κάρβουνα στο τζάκι και έριξε πάνω φύλλα ελιάς, θυμιάματα και τα ίδια τα κρομμυόφυλλα. Τα θυμιάματα γέμισαν το σπίτι, κι όλη νύχτα οι καλικάντζαροι δεν μπόρεσαν να μπουν. Έμειναν έξω μέχρι που έφεξε ο ήλιος. Και τότε, όπως είναι το γραμμένο τους, τρύπωσαν πίσω στη γη, όπου είναι καταδικασμένοι να ζουν μέχρι να ξαναβγούν τις επόμενες γιορτές.
Όταν ξημέρωσε, η γριά μαμμού βρήκε ένα μόνο κρομμυόφυλλο που είχε απομείνει σφηνωμένο στην ποδιά της, και αυτό είχε γίνει χρυσό. Από τη μια μαράζωσε που έχασε τα υπόλοιπα, από την άλλη όμως χάρηκε που γλίτωσε τη ζωή της από τους καλικάντζαρους.
Και από τότε, οι άνθρωποι πήραν το έθιμο και θυμιατίζουν τα σπίτια τους, για να φεύγει κάθε κακό.

Ο ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ ΦΑΤΑΟΥΛΑΣ
Τα παραμύθια έχουν για υπόβαθρό τους την κουλτούρα και την παράδοση των λαών, καθώς και τους θρύλους που γεννήθηκαν από παραλλαγές διηγήσεων, από ιστορίες που άλλοτε λέγονταν όπως συνέβησαν και άλλοτε όπως τις ήθελε η φαντασία των ανθρώπων. Γι’ αυτό πολλές αφηγήσεις έχουν κοινή ρίζα, ιδιαίτερα όσες στηρίζονται στη θρησκεία και στα ήθη και έθιμα κάθε τόπου.
Οι καλικάντζαροι, λένε, βγαίνουν από τα σκότη της γης κάθε Χριστούγεννα και τριγυρίζουν στα σπίτια των χωρικών, ψάχνοντας να βρουν χοιρινό κρέας, που το έχουν μεγάλη αδυναμία.
Μια φορά, ένας καλικάντζαρος φαταούλας κατέβηκε στη Χλώρακα για να βρει λουκάνικα και κρέας. Μα όπου κι αν πήγε, τα βρήκε όλα κλειδαμπαρωμένα, και δεν έβρισκε τίποτα να φάει. Τότε, μη αντέχοντας την πείνα, πήρε τη μορφή ανθρώπου και χτύπησε την πόρτα ενός χωρικού, ζητώντας με επιμονή να του δώσει κάτι να φάει.
Ο χωρικός, σκληροτράχηλος και χειροδύναμος γεωργός, δεν του έδινε. Μα ο καλικάντζαρος δεν έφευγε. Με θράσος και επιμονή ζητούσε ξανά και ξανά κρέας. Ο χωρικός θύμωσε τόσο από την επιμονή του, που τον άρπαξε και τον έκανε τουλούμι στο ξύλο.
Ο καλικάντζαρος, αφού τις έφαγε, ντράπηκε και θύμωσε μαζί. Θέλοντας να εκδικηθεί, άλλαξε ύφος, έγινε μειλίχιος και τον ρώτησε το όνομά του, με σκοπό να επιστρέψει αργότερα με τους συντρόφους του για να τον τιμωρήσουν. Μα ο πονηρός χωρικός του αποκρίθηκε πως τον λένε Κανένα.
Πήγε τότε ο Φαταούλας και βρήκε τους άλλους καλικάντζαρους. Τους είπε πως τον έδειρε ο Κανένας και τους κάλεσε να πάνε όλοι μαζί να πάρουν εκδίκηση. Εκείνοι όμως γέλασαν μαζί του, νομίζοντας πως είχε πιει και παραμιλούσε.
Εκείνος επέμενε τόσο πολύ, που τους νευρίασε. Και για να γλιτώσουν από τη μουρμούρα του, τον έδεσαν σε μια μεγάλη τρεμιθιά, έξω από το εκκλησάκι του Αρχαγγέλου Μιχαήλ.
Κι όταν πέρασαν τα Φώτα και οι καλικάντζαροι έφυγαν, ξέχασαν τον σύντροφό τους δεμένο στο δέντρο. Έτσι έμεινε εκεί για αιώνες, λένε, δεμένος στην τρεμιθιά, να τον περιγελούν τα μικρά παιδιά και να τον παίρνουν οι νοικοκυρές για να τους κάνει τις σκληρές δουλειές.
Αυτή την ιστορία την διηγήθηκε στον Κυριάκο όταν ήταν μικρός, η στετέ του η Δεσποινού, επιμένοντας πως είναι αληθινή. Έλεγε πως ο καημένος καλικάντζαρος έμεινε δεμένος εκεί για αιώνες, μέχρι πριν από λίγα μόλις χρόνια, να δουλεύει για τις νοικοκυρές και να γίνεται περίγελος των παιδιών.
Στον τόπο εκείνο φύτρωναν κάποτε θεόρατες τρεμιθιές, δέντρα αιωνόβια, που στέκονταν σαν φύλακες της μνήμης. Μα αργότερα, όταν ο τόπος αγοράστηκε και δόθηκε για ανάπτυξη, οι περισσότερες κόπηκαν για να κτιστούν σπίτια και να ανοιχτούν δρόμοι.
Μόνο μία μεγάλη τρεμιθιά έμεινε, εκείνη όπου, είχαν ξεχάσει δεμένο τον καλικάντζαρο. Στέκει ακόμη, να θυμίζει την παλιά ιστορία, μα και το μένος των ανθρώπων, που για την πρόοδο δεν δίστασαν να χαλάσουν ό,τι κράτησε αιώνες.
Κι έτσι ο τόπος έμεινε να λέγεται μέχρι σήμερα: οι τρεμιθιές της Ζήνας.

Ο ΜΕΓΑΣ ΚΑΛΙΚΑΝΤΖΑΡΟΣ
Ο Κατσικοπόδαρος ήταν ο Μέγας Καλικάντζαρος, ο πιο ελεεινός και ο πιο γρουσούζης απ’ όλους. Όπου πατούσε το πόδι του, άφηνε πίσω του καταστροφή και αναποδιά.
Μια φορά, στα χρόνια τα παλιά, την εποχή των Χριστουγέννων, κατέβηκε στη Χλώρακα. Τρύπωσε στο μπακάλικο του χωριού και, βρίσκοντας μπροστά του κάθε λογής λιχουδιές, δεν έλεγε να φύγει. Κρυμμένος στην αόρατη μορφή του, έτρωγε ό,τι έβρισκε στα ράφια.
Πέρασαν τα Φώτα, μα εκείνος δεν έφυγε. Έμεινε εγκατεστημένος στο μαγαζί, τρώγοντας νύχτα μέρα, χωρίς να τον παίρνει κανείς είδηση.
Σιγά σιγά, τα τρόφιμα άρχισαν να λιγοστεύουν. Τα γλυκά χάνονταν, τα ράφια άδειαζαν. Ο καημένος ο Στάθιος ο μπακάλης έβλεπε το βιός του να κάνει φτερά και δεν μπορούσε να καταλάβει πώς. Και σαν να μην έφτανε αυτό, όλα του πήγαιναν στραβά.
Τότε ήταν που το υποψιάστηκε.
«Δεν μπορεί», είπε μέσα του. «Κάποιος ανεπιθύμητος μουσαφίρης τρύπωσε εδώ μέσα… και δεν είναι άνθρωπος».
Κι όσο το σκεφτόταν, τόσο πιο πολύ βεβαιωνόταν πως είχε συγκάτοικο έναν καλικάντζαρο.
Έφερε αγιασμό και ράντισε το μαγαζί, τίποτα. Φώναξε τον παπά να ξορκίσει το κακό, πάλι τίποτα.
Απελπισμένος, ένα βράδυ πήγε στην ταβέρνα του χωριού και άρχισε να λέει τον πόνο του στον φίλο του τον Βάσο.
Ο Βάσος τον άκουσε προσεκτικά και, αφού το σκέφτηκε λίγο, του είπε:
— Μην στενοχωριέσαι, φίλε μου. Κάτι θα σκεφτούμε. Θα του στήσουμε παγίδα… και θα τον πιάσουμε.
Σκέφτηκαν, ξανασκέφτηκαν, ώσπου βρήκαν τρόπο.
Αγόρασαν τα πιο ωραία γλυκά και τα έβαλαν σε μια άκρη, πάνω στο ράφι. Τα σύνδεσαν με σπάγκο, δεμένο σε ένα σακούλι γεμάτο αλεύρι, και κάθισαν παραφυλαγμένοι, περιμένοντας.
Δεν άργησε. Ο καλικάντζαρος, σαν είδε τα γλυκά, δεν κρατήθηκε. Με την αόρατη μορφή του όρμησε και τα άρπαξε. Μα μαζί με τα γλυκά τράβηξε και το σακούλι. Και τότε έγινε το κακό. Μα το σακούλι γύρισε και άδειασε όλο το αλεύρι πάνω του. Σε μια στιγμή, το κορμί του ασπρίστηκε, και η μορφή του φανερώθηκε.
Οι δυο φίλοι τον είδαν μπροστά τους. Δεν έχασαν καιρό. Όρμησαν πάνω του και άρχισαν να τον δέρνουν χωρίς έλεος. Του έδωσαν τόσες πολλές πατσαρκές, που ο Κατσικοπόδαρος, ουρλιάζοντας, ξέφυγε και το ’βαλε στα πόδια…
Και λένε πως ακόμα τρέχει, και φεύγει μακριά.

Έτσι διηγούσαν οι παλιοί τους θρύλους των καλικαντζάρων στη Χλώρακα. Άλλοι τους πίστευαν, άλλοι τους γελούσαν, μα όλοι τους θυμούνταν.
Γιατί οι ιστορίες αυτές δεν ζουν για να αποδειχθούν, ζουν για να λέγονται.

Ο ΤΟΚΟΓΛΥΦΟΣ
Στα παλιά χρόνια της Χλώρακας, όταν οι άνθρωποι μιλούσαν πιο πολύ με ιστορίες παρά με χαρτιά και νόμους, έλεγαν πως ο πλούτος δεν γεννιόταν πάντα από τον κόπο. Άλλοτε γεννιόταν από την τύχη, άλλοτε από την πονηριά, κι άλλοτε από κάτι που κανείς δεν τολμούσε να ονομάσει καθαρά. Κι έτσι, μέσα στους καιρούς της φτώχειας και της ανάγκης, εμφανίστηκε ένας άνθρωπος που έμελλε να γίνει θρύλος. Άλλοι τον θυμούνταν σαν φτωχό γεωργό που πάλεψε σκληρά με τη γη και την τύχη του, και που σιγά-σιγά πρόκοψε, μετατρέποντας τον κόπο του σε χρήμα και το χρήμα σε δανεισμό με υπέρογκο τόκο. Άλλοι όμως ψιθύριζαν διαφορετικά. Έλεγαν πως τα πρώτα του χρήματα δεν τα έβγαλε ποτέ από το χώμα που όργωνε, αλλά τα βρήκε κρυμμένα μέσα σε μια πέτρα, εκεί στη Βρύση του χωριού· μια παλιά κρύπτη γεμάτη χρυσάφια, ξεχασμένη από ανθρώπους και καιρούς, την οποία λέγεται πως ανακάλυψε τυχαία, σαν να τον διάλεξε η ίδια η μοίρα.

Κανείς δεν ήξερε με σιγουριά την αρχή. Μόνο το τέλος φαινόταν πάντα το ίδιο: πως τα χρήματα, όποια μορφή κι αν είχαν, άρχισαν να κινούνται από χέρι σε χέρι, από ανάγκη σε ανάγκη, και να γίνονται αλυσίδες που έδεναν τους ανθρώπους μεταξύ τους· όλους υπόλογους και χρεώστες απέναντι στον τοκογλύφο.
Κάποιοι λένε πως τότε ξεκίνησε η πρώτη μεγάλη ιστορία, με έναν φτωχό κουνουπιέρη που προσπάθησε να νικήσει τον τοκογλύφο με το ίδιο του το νόμισμα. Άλλοι θυμούνται ένα νεαρό Τουρκάκι που πίστεψε πως η πονηριά μπορεί να γυρίσει πίσω σαν δίκιο. Και άλλοι μιλούν για μια γυναίκα από σπουδαίο σόι, που είδε την περιουσία της να χάνεται όχι από φτώχεια, αλλά από τον ίδιο τον νόμο και τα χρέη των άλλων.
Και στο τέλος, όλα αυτά δεν ήταν παρά διαφορετικοί δρόμοι που οδηγούσαν στον ίδιο άνθρωπο — εκείνον που άλλοι φοβήθηκαν, άλλοι μίσησαν, κι άλλοι υπερασπίστηκαν σαν ευεργέτη. Γιατί στην πραγματικότητα, ο κάθε τόπος δεν έχει μόνο την ιστορία των ανθρώπων του· έχει και την ιστορία των χρεών τους, των συμφωνιών τους και των λαθών που πέρασαν από γενιά σε γενιά, μέχρι να γίνουν θρύλος.
Ο τοκογλύφος της Χλώρακας γεννήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα. Δεν ήταν πλούσιος από γεννησιμιού του, αλλά ένας φτωχός βιοπαλαιστής που, για να ζήσει με την οικογένειά του, έκανε τον γεωργό. Ένα δύσκολο επάγγελμα, γεμάτο κόπο και πενιχρά έσοδα. Εκείνους τους καιρούς οι άνθρωποι κυρίως καλλιεργούσαν καννάβια, σιτηρά και κρεμμύδια· αυτός όμως συνήθιζε να φυτεύει μόνο κρεμμύδια.
Κάποια χρονιά, στις αρχές του 20ού αιώνα, η παραγωγή των κρεμμυδιών ήταν μεγάλη και έμειναν απούλητα. Την επόμενη εποχή οι περισσότεροι γεωργοί δεν τα φύτεψαν, με αποτέλεσμα η ζήτηση του προϊόντος να είναι πολύ μεγαλύτερη από την προσφορά. Όμως εκείνος, επειδή κυρίως μόνο κρεμμύδια καλλιεργούσε — αλλά και γιατί ίσως μέσα του κάτι τον παρακινούσε, φύτεψε όλη τη γη του, έναν απέραντο κάμπο, με αυτό το προϊόν.
Εκείνη τη χρονιά που κανείς άλλος δεν καλλιέργησε κρεμμύδια, έμεινε σχεδόν μονοπώλιο σε όλη την επαρχία, κατέχοντας τεράστιες ποσότητες, τις οποίες πούλησε σε τιμές υψηλές που ο ίδιος καθόρισε. Μάζεψε πολλά χρήματα, τα οποία επένδυσε αρχικά ανοίγοντας ένα παντοπωλείο, γεμίζοντάς το εμπορεύματα, τα οποία διέθετε στους φτωχούς χωρικούς βερεσιέ, αλλά με ψηλό τόκο. Σιγά-σιγά με αυτό τον τρόπο το κεφάλαιό του μεγάλωσε. Μπόρεσε και έδινε απεριόριστο βερεσιέ σε όλους, αργότερα επεκτάθηκε στον δανεισμό χρημάτων και στο τέλος κατέληξε από μπακάλης σε έναν τοκογλύφο–τραπεζίτη.
Τα χρόνια τα δύσκολα ήταν πολλά. Η μια δεκαετία χειρότερη ακολουθούσε την άλλη και αυτός θησαύριζε κάθε χρόνο περισσότερο. Έγινε πολύ πλούσιος, απέκτησε τεράστια περιουσία από τις κατασχέσεις και έγινε ξακουστός σε όλη την Πάφο. Έκανε πελάτες από άλλες κοινότητες· ακόμα Τούρκοι και Εγγλέζοι έρχονταν σε αυτόν για δανικά. Πολλοί χωριανοί τον κατηγόρησαν ότι τους εκμεταλλεύτηκε και τους πήρε τις περιουσίες. Οι απόγονοί του όμως, που σήμερα είναι οι μισοί χωριανοί, διηγούνται ότι ήταν ένας απλός άνθρωπος με καλοσύνη, και ότι δεν έπραττε όπως οι σημερινές τράπεζες, αλλά χαρίστηκε σε πολλούς και σε πολλούς έδωσε βοήθεια. Υπήρξε ακόμη δωρητής για την ανοικοδόμηση, μετά το χάλασμα από τον μεγάλο σεισμό του 1953, της μεγάλης καθεδρικής εκκλησίας Παναγίας Χρυσοαιματούσης.

Ο ΑΛΑΚΑΤΗΣ
Η ζωή κυρίως στην ύπαιθρο ήταν σκληρή. Η φτώχεια κυριαρχούσε, οι άνθρωποι πάλευαν για το καθημερινό τους ψωμί και πολλοί έπεφταν στα χέρια τοκογλύφων, χάνοντας τις περιουσίες τους για λίγα δανικά.
Η εργασία ήταν λίγη και βαριά. Άλλοι δούλευαν στα μεταλλεία, άλλοι σε κυβερνητικές υπηρεσίες της Αγγλικής διοίκησης, συχνά για ένα πενιχρό μεροκάματο. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο καθέναςπροσπαθούσε να επιβιώσει όπως μπορούσε. Με κόπο, με εξυπνάδα ή και με πονηριά.
Σε αυτή την εποχή που ζούσε ο Αλακάτης ένας φτωχός κουνουπιέρης, όλη μέρα γύριζε τα χωράφια με ένα σακίδιο φάρμακα στον ώμο, ψεκάζοντας στάσιμα νερά για να προστατεύει τις καλλιέργειες και τους ανθρώπους. Ήταν δουλειά δύσκολη, μα έστω και πενιχρή, που του έδινε ένα σταθερό μεροκάματο.
Σε μια τοποθεσία κοντά στη θάλασσα, στη Βρέξη, υπήρχε ένας μικρός λοφίσκος. Από εκεί ο Αλακάτης όποτε γυρνούσε στους αγρούς για να ψεκάσει, αγνάντευε τον ορίζοντα και ονειρευόταν. Καράβια, ταξίδια, άλλους κόσμους. Εκεί έχτισε και μια μικρή πρόχειρη καλύβα και άρχισε να σκέφτεται κάτι σταθερά: να αποκτήσει δικό του το κομμάτι εκείνο της γης. Μα δεν είχε χρήματα.
Και τότε γεννήθηκε η σκέψη. Αν δεν μπορούσε να το αγοράσει νόμιμα, θα το αποκτούσε αλλιώς, χωρίς όμως να αδικηθεί κάποιος φτωχός. Το βάρος θα το πλήρωνε εκείνος που είχε ήδη χτίσει τον πλούτο του πάνω στη δυστυχία των άλλων. Ο τοκογλύφος του χωριού.
Το σχέδιο ήταν απλό. Παρουσιάστηκε ένα πρωινό στο καφενείο-μπακάλικο του τοκογλύφου.
— Έχω έναν φίλο Άγγλο, είπε. Στρατιώτης. Σπαταλά τα λεφτά του και χρειάζεται συχνά δανικά μέχρι να πληρωθεί. Δεν έχει υποθήκες, αλλά δέχεται να πληρώνει μεγαλύτερο τόκο.
Ο τοκογλύφος σήκωσε το κεφάλι του. Το ενδιαφέρον του άναψε. Μικρό ρίσκο, μεγάλο κέρδος. Δέχτηκε.
Οι πρώτες πέντε λίρες έγιναν έξι. Μετά οι δέκα έγιναν δώδεκα. Ύστερα οι είκοσι έγιναν είκοσι τέσσερις.
Κάθε φορά ο τοκογλύφος έτριβε τα χέρια του πιο δυνατά. Μέχρι που ήρθε η μεγάλη πρόταση.
Πενήντα λίρες. Το ρίσκο ήταν μεγάλο. Μα η απληστία μεγαλύτερη. Δέχτηκε.
Αλλά η μέρα της επιστροφής των χρημάτων δεν ήρθε ποτέ. Ο “Άγγλος φίλος” εξαφανίστηκε. Μα μαζί του χάθηκε και ο Αλακάτης.
Ο τοκογλύφος έψαχνε, ρωτούσε, φώναζε. Χωρίς αποτέλεσμα.
Χρόνια μετά, στη Βρέξη, ο μικρός λοφίσκος ανήκε στον Αλακάτη.
Πενήντα λίρες. Όσα ακριβώς είχε δώσει ο τοκογλύφος που ήθελε να πλουτίσει περισσότερο.

ΤΟ ΤΟΥΡΚΑΚΙ
Η ιστορία του Αλακάτη και του τοκογλύφου είχε ήδη αρχίσει να κυκλοφορεί στο χωριό. Άλλοι τη θεωρούσαν καπάτσο τέχνασμα, άλλοι μιλούσαν για μεγάλη απάτη. Όπως και να είχε, το όνομα του τοκογλύφου είχε αποκτήσει φήμη ανθρώπου που δύσκολα ξεγελιέται.
Μα όσο έξυπνος κι αν είναι κάποιος, πάντα βρίσκεται κάποιος που θα δοκιμάσει την τύχη του.
Ένα νεαρό Τουρκάκι, γνωστό για την εξυπνάδα και την πονηριά του, αποφάσισε να τον δοκιμάσει και να αποδείξει πως οι ιστορίες που λέγονταν για τον τοκογλύφο δεν ήταν πάντα αληθινές.
Στο τουρκικό καφενείο της οδού Φελλάχογλου, όπου σύχναζε ο τοκογλύφος, τον πλησίασε ένα πρωινό και του ζήτησε μια λίρα δανεική μέχρι την επόμενη μέρα.
Η συναλλαγή ήταν μικρή. Δεν χρειάστηκαν χαρτιά ούτε εγγυήσεις, έτσι ο τοκογλύφος δέχτηκε.
Την άλλη μέρα το Τουρκάκι επέστρεψε τη λίρα, μαζί με πέντε σελίνια τόκο.
— Είναι πολλά, είπε ο τοκογλύφος.
— Πάρτα, απάντησε το Τουρκάκι. Με βοήθησες.
Και η ίδια ιστορία επαναλήφθηκε ξανά.
Ο τοκογλύφος άρχισε να χαίρεται. Εύκολο κέρδος. Μα για τα προσχήματα, έκανε πως αντιδρούσε στον τόκο.
Τότε το Τουρκάκι χαμογέλασε.
— Άκου να δεις, εγώ είμαι άνθρωπος της τιμής. Όταν θέλω, θα σε πληρώνω μόνος μου. Αν όμως μου ζητήσεις τα λεφτά, θα τα χάσεις. Συμφωνείς;
Ο τοκογλύφος συμφώνησε.
Δεν φοβόταν, ήταν σίγουρος πλέον για την τιμιότητα του απρόσμενου νέου πελάτη.
Μερικές μέρες μετά, το Τουρκάκι ζήτησε πέντε λίρες.
Και μετά… σιωπή. Μια μέρα. Δύο. Τρεις. Οι δύο τους συναντιούνταν κάθε μέρα στο καφενείο, μα κανείς δεν μιλούσε για χρήματα. Η ανησυχία άρχισε να μεγαλώνει.
Ο τοκογλύφος κατάλαβε αργά την παγίδα. Και όταν τελικά ζήτησε πίσω τις λίρες…
το Τουρκάκι απάντησε ήρεμα:
— Έχασες. Έτσι συμφωνήσαμε. Αν μου ζητήσεις τα χρήματα, τα χάνεις.
Έτσι, από μια μικρή συναλλαγή, ο τοκογλύφος βρέθηκε να χάνει περισσότερα απ’ όσα είχε λάβει.
Και για ένα διάστημα, στο χωριό έλεγαν την ιστορία με χαμόγελο.
Ήταν από εκείνες τις σπάνιες φορές που ο πονηρός βρέθηκε πιο πονηρεμένος, και οι φτωχοί ένιωθαν πως, έστω και για λίγο, η ζυγαριά έγερνε προς το μέρος τους.
Μα τέτοιες ιστορίες δεν ήταν ο κανόνας. Τις περισσότερες φορές, η ζυγαριά έμενε βαριά από την ίδια πλευρά.
Και τότε, δεν υπήρχαν γέλια.
Υπήρχαν μόνο χαμένες περιουσίες, ξεριζωμένες ζωές και άνθρωποι που δεν ξαναστάθηκαν ποτέ στα πόδια τους. Μια τέτοια ιστορία ήταν και της Αρτομησίας.

Η ΑΡΤΟΜΗΣΙΑ Τον τόπο όπου γεννήθηκε κανείς δεν τον ξεχνά ποτέ. Χαράζεται βαθιά μέσα του και γίνεται μνήμη που πονά γλυκά, σαν μαχαιριάπου δεν κλείνει. Τον κουβαλά στον ύπνο και στο ξύπνιο, μέσα στις χαρές και στις λύπες, στη φτώχεια και στους καημούς. Και υπάρχουν φορές που αυτός ο πόνος γίνεται αβάσταχτος. Κατατρώει τη σκέψη, σκοτεινιάζει τον νου και λυγίζει την ψυχή. Έτσι και στην Αρτομησία χαράχτηκε βαθιά στην ψυχή της, σαν μια πληγή ανεξίτηλη που δεν έλεγε να σβήσει… Κι ένα κρύο πρωινό, όλοι στο χωριό την είδαν να έρχεται από μακριά. Μια σκυφτή φιγούρα, αδύνατη, να περπατά αργά, σαν χαμένη. Δεν μιλούσε, δεν χαιρετούσε. Τα μάτια της γύριζαν άδεια, σαν να μην αναγνώριζε τον τόπο. Σαν να έψαχνε κάτι. Όταν έφτασε κοντά στο καφενείο της πλατείας, μπροστά από τη μικρή εκκλησία, ο Κωστής ο καφετζής αναφώνησε: — Η Αρτομησία. Πάγωσαν όλοι. Δεν έβλεπαν τη γυναίκα που θυμούνταν. Ήξεραν μια αρχοντική νοικοκυρά, όμορφη και περήφανη. Τώρα έβλεπαν μια σκιά. Ρυτιδιασμένη, αδύνατη, καμπουριασμένη… Πέρασε μπροστά τους χωρίς να σταματήσει. Σαν να μην τους γνώριζε.
Κι εκεί, για μια στιγμή, έμεινε πίσω της μόνο η σιωπή, εκείνη η παράξενη σιωπή που αφήνουν οι άνθρωποι όταν κουβαλούν περισσότερα απ’ όσα φαίνονται. Όλοι ήξεραν την ιστορία της. Η πλούσια κόρη, που τώρα είχε γίνει φτωχή, μαραζωμένη και χαμένη στον κόσμο της, περνούσε μπροστά τους σαν να μην τους γνώριζε. Ήταν η κόρη του Ττοουλουθκιού, από το σόι του Σιαμμά, από τους λίγους που είχαν πλούτο. Χωράφια, κοπάδια, χρήματα. Και τα παιδιά του μεγάλωναν με τη δουλειά, αυξάνοντας την περιουσία ακόμη περισσότερο. Όταν πάντρεψαν την αδερφή τους, της έδωσαν προίκα εκατό σκάλες γης. Η Αρτομησία καθώς μεγαλώνοντας μέσα στην αφθονία και στον σεβασμό, ήταν περήφανη, και ήξερε ποια ήταν. Παντρεύτηκε έναν πράτη, άνθρωπο εργατικό, που όμως είχε ένα ναϊπι, έπαιζε χαρτιά. Κι όταν οι καιροί άλλαξαν, η φτώχεια βάθυνε, τα χρέη πλήθυναν και οι τοκογλύφοι δυνάμωσαν. Κάποια μέρα, το όνομά της βρέθηκε σε ένα χαρτί. Εγγυήτρια. Ο δικαστής δεν δίστασε. Η απόφαση ήταν καθαρή. Ό,τι είχε χάθηκε. Χωράφια, σπίτι, βιος. Τα πήρε όλα ο τοκογλύφος… Έμεινε άκληρη. Από εκείνη τη μέρα, κάτι μέσα της έσπασε. Δεν μιλούσε. Δεν έτρωγε. Ο νους της σκοτείνιασε. Πήρε τον άντρα της και έφυγαν από το χωριό. Χάθηκαν. Και τώρα… επέστρεψε. Περπάτησε ως το παλιό της σπίτι. Στάθηκε απ’ έξω. Σήκωσε τα μάτια της και ψιθύρισε: — Γιατί με διώξαν… εμένα… Ύστερα τριγύρισε στους αγρούς. Στα χωράφια που κάποτε ήταν δικά της. Έσκυβε, άγγιζε τη γη, έκοβε έναν καρπό… και συνέχιζε. Από εκείνη τη μέρα, κάθε πρωί ερχόταν. Περπατούσε μίλια. Σαν προσκύνημα. — Γιατί με διώξαν… εμένα… Τα ίδια λόγια, κάθε φορά, χρόνια ολόκληρα. Ώσπου ένα πρωί, πριν χαράξει, ένα αυτοκίνητο τη χτύπησε στον δρόμο. Την άφησαν μισοπεθαμένη. Δεν ξαναπερπάτησε. Ξαναβυθίστηκε στο μαράζι. Δεν έτρωγε, δεν μιλούσε. Οι γιατροί είπαν πως δεν υπήρχε γιατρειά. Ήταν η ψυχή της που είχε αρρωστήσει. Και ήρθαν συγγενείς από μακριά να τη δουν. Η κόρη και ο γαμπρός της από τον Καναδά. Σκέφτηκαν να την πάρουν βόλτα, πίσω, στους τόπους της. Κι όταν η Αρτομησία τούς ξαναείδε… ζωντάνεψε. Την πήγαιναν συχνά. Μέχρι που μια μέρα, σε μια ρεματιά, είδε μια κοκκινωπή απόχρωση — κάτι θάμνους βαμμένους στο κόκκινο. Ήξερε γι’ αυτά. Τα έλεγαν «θάμνους του Θεού». Φτέρες κόκκινες, αρχέγονα φυτά· κι όταν βλασταίνουν, οι άνθρωποι λένε πως τα έσπειρε ο Θεός. Πως μένουν για πάντα, χωρίς να ξεραίνονται, χωρίς να χάνονται. Και ο τόπος γίνεται ιερός. Μόλις τα αντίκρισε, κάτι ράγισε και μαζί γλύκανε μέσα της. Σαν να καταλάγιασε ένας πόνος χρόνων. Σαν να βρήκε επιτέλους η ψυχή της τον δρόμο της. Δεν μίλησε. Δεν χρειάστηκε. Από εκείνη τη μέρα δεν ξαναζήτησε να γυρίσει πίσω. Δεν ξαναρώτησε «γιατί». Ο τόπος την είχε πληγώσει, μα στο τέλος την δέχτηκε ξανά — όχι με τα χώματα και τα σπίτια, αλλά με κάτι βαθύτερο, που δεν χάνεται. Έζησε ήσυχα τα χρόνια που της απέμειναν, σαν άνθρωπος που ξεχρέωσε με τον πόνο του. Κι όταν ήρθε η ώρα της, έφυγε αθόρυβα, όχι πια χαμένη, όχι πια πικραμένη, μα συμφιλιωμένη. Σαν να είχε επιστρέψει, επιτέλους, εκεί όπου ανήκε.
ΤΟ ΤΕΛΟΣ Τη χρονιά του 1958, λίγο πριν το τέλος του απελευθερωτικού αγώνα της ΕΟΚΑ, μια μέρα όπως έκανε κάθε μέρα, ο τοκογλύφος καβαλίκεψε τον γάιδαρό του και κίνησε στην πόλη του Κτήματος, σε ένα ταχτικό δρομολόγιο που συνήθιζε. Συνήθιζε κάθε πρωί να πηγαίνει στην οδό Φελάχογλου, την τουρκική συνοικία της πόλης, όπου καθόταν σε ένα καφενείο και, πίνοντας τον καφέ του και περνώντας την ώρα του, διεκπεραίωνε ταυτόχρονα τις χρηματικές συναλλαγές του με τους Τούρκους. Την εποχή εκείνη, ένεκα του αγώνα των Ελλήνων Χριστιανών εναντίον των Βρετανών αποικιοκρατών, μεταξύ Ρωμιών και Τούρκων υπήρχε διαμάχη, καθώς οι Τούρκοι θεωρούνταν σύμμαχοι του εχθρού. Όμως μερικοί και από τις δύο πλευρές, χωρίς να λαμβάνουν υπόψιν αυτή τη διαμάχη, συναλλάττονταν αναμεταξύ τους. Μέσα στο καφενείο εκείνο, που σήμερα ονομάζεται «Κληματαριά» και είναι σουβλατζίδικο, σύχναζαν και ορισμένοι Ρωμιοί· το ίδιο σύχναζε και εκείνος. Εκείνο το μοιραίο πρωινό, καβαλικεμένος πάνω στον γάιδαρό του ενώ πήγαινε την ίδια στράτα, ένα νεαρό Τουρκάκι του έστησε καρτέρι πίσω από το Τούρκικο νεκροταφείο. Παραφύλαξε πίσω από τον ψηλό τοίχο και, όταν κόντεψε, πετάχτηκε και, αρπάζοντας το ζώο από τα γκέμια, ανέσυρε ένα παλιό πιστόλι που ακούμπησε στο στόμα και έριξε μια πιστολιά· ύστερα έτρεξε και χάθηκε στο αντιφέγγισμα του πρωινού που ξημέρωνε εκείνη την κακιά μέρα. Ο τοκογλύφος, βαριά λαβωμένος αλλά σκληροτράχηλος καθώς ήταν, κρατήθηκε από το στρατούρι και συνέχισε να πορεύεται στον άδειο δρόμο προς την οδό Φελλάχογλου, όπου έλπιζε να βρει βοήθεια. Με πολλή δυσκολία τα κατάφερε και, φτάνοντας στο καφενείο, έγειρε και έπεσε. Οι Τούρκοι φίλοι του τον μετέφεραν αμέσως στο μικρό νοσοκομείο της πόλης, όμως οι γιατροί δεν μπόρεσαν να τον συνεφέρουν. Έχασε όλο του το αίμα κατά τη μεγάλη χρονική διάρκεια της μεταφοράς του, καθώς η αιμορραγία ήταν μεγάλη, αφού είχε πυροβοληθεί στο στόμα και η σφαίρα τρύπησε το κεφάλι του από τη μια μεριά στην άλλη. Μετά τον θάνατό του, οι συγγενείς του μαρτυρούν ότι στο δεφτέρι που κατέγραφε τα δανικά υπήρχε υπόλοιπο να παίρνει από τους Τούρκους δεκατρεισήμισι χιλιάδες λίρες, ένα τεράστιο ποσό για την εποχή εκείνη.
Επομένως ήταν φανερά τα κίνητρα της δολοφονίας του. Σκοτώθηκε από Τούρκους που εκείνους τους καιρούς λογαριάζονταν εχθροί της πατρίδας, γι’ αυτό θεωρήθηκε ήρωας και κηδεύτηκε με τιμές πεσόντος αγωνιστή υπέρ πίστεως, πατρίδας και ελευθερίας.

 ΜΕ ΤΟ ΖΟΡΙ ΠΑΝΤΡΕΙΑ

Το φλερτ στην ύπαιθρο της παλιάς Κύπρου δεν ήταν παιχνίδι, ήταν τελετουργία.
Μια διαδικασία προσεκτική, σχεδόν σιωπηλή, δεμένη με συμβολισμούς και σφιχτά δεμένη από τα ήθη του τόπου. Τίποτα δεν γινόταν τυχαία. Τίποτα δεν έμενε κρυφό για πολύ. Και όλα, μα όλα, οδηγούσαν σε έναν και μόνο σκοπό: τον γάμο.
Τις Κυριακές, μετά την εκκλησία, το χωριό ζωντάνευε αλλιώς. Στον κεντρικό δρόμο, κάτω από τα άγρυπνα μάτια των γεροντότερων, ξεκινούσε ένα άτυπο πήγαινε-έλα. Οι κοπέλες περπατούσαν σε ομάδες, με χαμηλωμένα μάτια και συγκρατημένα χαμόγελα. Οι νέοι, ακουμπισμένοι έξω από τα καφενεία ή διασταυρώνοντας τα βήματά τους μαζί τους, έριχναν κλεφτές ματιές.
Το βλέμμα είχε τον πρώτο και πιο δυνατό λόγο. Και στη βρύση του χωριού, εκεί όπου οι στάμνες γέμιζαν νερό και οι κουβέντες έσταζαν πιο δειλά, δινόταν άλλη μια ευκαιρία. Ένας νέος μπορούσε να πλησιάσει, να βοηθήσει, να πει μια λέξη. Πάντα, όμως, κάτω από το βλέμμα κάποιας θείας, κάποιας μάνας, κάποιας γειτόνισσας που δεν έχανε τίποτα.
Στα πανηγύρια, και κυρίως το Πάσχα, τα πράγματα χαλάρωναν, όσο επέτρεπε η εποχή. Και στους γάμους, ο χορός γινόταν η μόνη νόμιμη αφορμή για να πλησιάσει ο ένας τον άλλο. Ένα χέρι απλωμένο, ένα βήμα πιο κοντά, μια ανάσα που μπερδευόταν με της άλλης.
Και οι νέοι; Είχαν τους δικούς τους τρόπους. Ένα μήλο πεταμένο δήθεν τυχαία. Ένα πορτοκάλι που έφτανε στα πόδια μιας κοπέλας. Ένα δίστιχο αγάπης, τραγουδισμένο με νόημα και βλέμμα καρφωμένο στα μάτια της.
Κι αν υπήρχε εμπιστοσύνη, κάποια ανηψιά γινόταν γέφυρα: ένα σημείωμα διπλωμένο προσεκτικά, μια λέξη που ταξίδευε από στόμα σε στόμα.
Όλα, όμως, είχαν όρια. Η ντροπή και η σεμνότητα σκέπαζαν κάθε κίνηση. Η τιμή της οικογένειας στεκόταν πάνω απ’ όλα, βαριά σαν πέτρα. Αν κάτι φανερωνόταν, αν μια σχέση γινόταν αντιληπτή, έπρεπε να πάρει τον δρόμο του προξενιού. Αλλιώς, το πράγμα σκοτείνιαζε επικίνδυνα.
Γιατί τότε… ή ερχόταν ο γάμος, ή ερχόταν η ντροπή, κι ύστερα, πολλές φορές, η βεντέτα.
Μα μέσα σε εκείνον τον κόσμο, υπήρχαν και οι σκιές. Μια κοπέλα… που κανείς δεν την κοίταξε ποτέ. Τα χρόνια περνούσαν κι ωεκείνη έμενε πίσω. Σαν να την είχε ξεχάσει το χωριό. Σαν να μην την διάλεξε κανένα βλέμμα, κανένα μήλο, κανένα τραγούδι. Έμεινε στο ράφι και μαράζωνε σιωπηλά, μα όχι παραιτημένη.
Γιατί μέσα της είχε πάρει απόφαση. Θα παντρευόταν. Όπως και να ’χε. Κι αφού γαμπρός δεν βρισκόταν, θα τον έβρισκε η ίδια. Ή… θα τον έφτιαχνε.
Πονηρή δεν ήταν από τη φύση της μα η ανάγκη την έκανε. Και διάλεξε προσεκτικά. Έναν νέο ήσυχο, λίγο αγαθό, από εκείνους που δεν υποψιάζονται εύκολα το κακό.
Τον πλησίασε μια μέρα στον δρόμο. Έτσι απλά. Μια κουβέντα για τον καιρό. Μια άλλη για τα χωράφια.
Ένα χαμόγελο που κράτησε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε. Και φρόντισε να τους δουν. Το ξανάκανε. Και ξανά.
Ο νέος, από ευγένεια, δεν την απέφευγε. Της απαντούσε, στεκόταν λίγο, μιλούσε για ασήμαντα πράγματα. Δεν ήξερε, δεν μπορούσε να ξέρει, πως κάθε λέξη, κάθε στάση, γινόταν μάτι και στόμα στο χωριό.
Κι εκείνη… ήξερε πολύ καλά τι έκανε.
Κι όσο περνούσαν οι μέρες, το χωριό άρχισε να ψιθυρίζει.
«Τους είδα μαζί…»
«Πάλι μιλούσαν στον δρόμο…»
«Δεν είναι τυχαίο…»
Τα λόγια φούσκωναν σαν ζυμάρι και απλώνονταν από αυλή σε αυλή. Κι εκείνος, ανύποπτος, συνέχιζε. Ένας χαιρετισμός, μια κουβέντα, τίποτα παραπάνω. Μα στα μάτια των άλλων, είχε ήδη γίνει κάτι.
Εκείνη περίμενε. Δεν βιαζόταν. Ήξερε πως το χωριό κάνει τη μισή δουλειά.
Κι όταν ένιωσε πως είχε έρθει η ώρα, χτύπησε.
Ένα απόγευμα, με φωνή τρεμάμενη μα λόγο αποφασισμένο, τον κατηγόρησε.
Πως τη φίλησε. Ο λόγος έπεσε σαν κεραυνός. Δεν είχε σημασία αν ήταν αλήθεια ή ψέμα. Σημασία είχε πως ειπώθηκε. Οι συγγενείς ξεσηκώθηκαν. Οι άντρες αγρίεψαν. Οι γυναίκες έβαλαν τις φωνές. Η τιμή μπήκε μπροστά σαν μαχαίρι.
Ο νέος τα έχασε. Αρνήθηκε. Προσπάθησε να εξηγήσει. Μα ποιος τον άκουγε;
Το χωριό είχε ήδη αποφασίσει. Και στους καιρούς εκείνους, τέτοια πράγματα δεν έμεναν μετέωρα. Ή γάμος… ή αίμα.
Και δεν ήταν από εκείνους που σήκωναν τέτοιο βάρος. Έτσι, θέλοντας και μη, την πήρε.
Ο γάμος έγινε γρήγορα, χωρίς πολλά τραγούδια και χαρές. Περισσότερο για να σβήσει τη φωτιά, παρά για να ανάψει καινούρια.
Οι χωριανοί κουνούσαν τα κεφάλια.
«Δεν θα βγει σε καλό…»
«Τον τύλιξε…»
«Κρίμα το παλικάρι…»
Τον λυπούνταν εκείνον. Εκείνη την κατηγορούσαν.
Μα ο καιρός… έχει τον τρόπο του να ξεγυμνώνει τις αλήθειες.
Πέρασαν μήνες. Ύστερα χρόνια. Και σιγά-σιγά, κάτι άλλαξε.
Ο νέος δεν έμοιαζε δυστυχισμένος. Δεν έμοιαζε σκυθρωπός. Αντίθετα… τον έβλεπαν να γελά. Να στέκεται στο κατώφλι του σπιτιού του με ηρεμία. Να γυρίζει από τα χωράφια και να βρίσκει φωτιά αναμμένη και φαΐ έτοιμο.
Κι εκείνη; Δεν ήταν όμορφη, ποτέ δεν ήταν. Λίγο κακομούτσουνη, όπως έλεγαν. Μα είχε κάτι άλλο. Κάτι που δεν φαινόταν με την πρώτη. Ήξερε τρόπους. Ήξερε πονηριές. Ήξερε πώς να τον κρατά. Με μια κουβέντα, με ένα βλέμμα, με μια φροντίδα την κατάλληλη στιγμή. Τον τύλιξε αλλιώς τώρα, όχι με παγίδα, μα με συνήθεια, με ζεστασιά, με εκείνη τη σιωπηλή δύναμη που κάνει έναν άντρα να δένει.
Και χωρίς να το καταλάβει… τον κέρδισε.
Κι εκείνος, που όλοι τον λυπόντουσαν, έγινε τελικά καλός σύζυγος. Ήρεμος, δεμένος, άνθρωπος του σπιτιού του. Δεν του έλειψε τίποτα. Ούτε φροντίδα, ούτε συντροφιά, ούτε εκείνη η σιγουριά που κάνει τη ζωή να κυλά γλυκά.
Και τότε το χωριό σώπασε. Εκείνοι που την κατηγορούσαν, χαμήλωσαν τα μάτια. Εκείνοι που τον λυπούνταν, απόρησαν. Γιατί αλλιώς τα περίμεναν… κι αλλιώς τα βρήκαν. Γιατί η ζωή δεν λογαριάζει πάντα όπως οι άνθρωποι.
Και τότε άρχισαν να το λένε σιγά, σαν παραδοχή:
Δεν είναι όλα όπως φαίνονται. Γιατί η ομορφιά ξεθωριάζει με τα χρόνια,
τα μάγουλα χάνουν το χρώμα τους και τα μάτια τη λάμψη τους.
Μα ο χαρακτήρας… ο τρόπος… η καρδιά του ανθρώπου… αυτά μένουν. Και αυτά είναι που δένουν έναν άνθρωπο με τον άλλον.
Κι έτσι, εκεί που όλοι προέβλεπαν δυστυχία, γεννήθηκε μια ήσυχη ευτυχία.
Και έζησαν καλά. Γιατί, όπως έλεγαν οι παλιοί στο χωριό, και το πίστευαν:
Η ομορφιά περνά… μα ο χαρακτήρας διαρκεί.

Η ΤΑΒΕΡΝΑ ΤΟΥ ΠΑΦΙΟΥ

Ο Χριστόδουλος Πάφιος — ο γνωστός καραγκιοζοπαίχτης της Χλώρακας — δεν άφησε πίσω του μόνο φιγούρες και μπερντέδες. Άφησε και μια ταβέρνα, στο κέντρο του χωριού, εκεί όπου οι φωνές μπλέκονταν με το τραγούδι και το κρασί έπαιρνε πιο γρήγορα τις αποφάσεις των ανθρώπων.

Απέναντι στεκόταν η ταβέρνα του Φκωνή, πιο ήσυχη, πιο χαμηλόφωνη. Ο κόσμος μοιραζόταν όπως πάντα: άλλοι πήγαιναν εκεί που μιλούσε το γέλιο και το τραγούδι, άλλοι εκεί που μιλούσε η γλύκα του ποτού.

Ο Πάφιος, όμως, είχε τον δικό του τρόπο να μιλά. Μιλούσε με τα τραγούδια.

Δύο από τους πιο ταχτικούς του πελάτες ήταν ο Γιαννής και ο Ττοουλιάς. Μάστοροι καλοί, φίλοι καρδιακοί, άνθρωποι του γλεντιού και της στιγμής.

Ένα βράδυ, πάνω στο κρασί και στο γέλιο, μια κουβέντα άναψε σαν σπίθα.

«Να κάμουμε εταιρεία», είπε ο ένας.
«Να χτίζουμε σπίθκια», απάντησε ο άλλος.

Και εκείνο το βράδυ, όλα έμοιαζαν εύκολα μέσα στο καπνό και στο ποτό.

Στην αρχή πήγαν καλά. Δούλεψαν, έχτισαν, στάθηκαν στα πόδια τους. Μα ο καιρός άλλαξε γρήγορα. Οι παραγγελίες λιγόστεψαν, τα λεφτά άρχισαν να μη φτάνουν, και η ταβέρνα έγινε ξανά το καταφύγιό τους.

Ένα βράδυ κάθονταν σκυφτοί, πιο βαρείς απ’ το ίδιο το κρασί τους.

«Εν γίνεται έτσι», είπε ο ένας.
«Θα μείνουμε έτσι;» απάντησε ο άλλος.

Και τότε, μέσα στη σιωπή που ακολούθησε, γεννήθηκε μια ιδέα που κανείς δεν λέει καθαρά όταν είναι νηφάλιος.

Στη γειτονική τουρκική συνοικία του Μουττάλου, ο Χότζας κουβαλούσε ξύλα. Μεγάλα, γερά, καλοκομμένα. Τα έβαζε σε μια μικρή αποθήκη, μέσα στον χώρο του τουρκικού νεκροταφείου.

Οι δυο φίλοι τα είχαν προσέξει καιρό.

Ήξεραν τι ήταν.

Στις μουσουλμανικές κηδείες ο νεκρός δεν μπαίνει σε φέρετρο. Τον πλένουν με νερό και αρώματα, τον τυλίγουν σε λευκό σάβανο και τον τοποθετούν πάνω σε φαρδιές ξύλινες σανίδες. Από εκεί τον μεταφέρουν στον τάφο, απλά και σιωπηλά, όπως τονίζει η πίστη τους — χωρίς στολίδια, χωρίς βάρος.

«Γυμνός ήρθε, γυμνός φεύγει».

Και οι σανίδες μένουν πίσω, σαν να μην είχαν ποτέ πραγματικό κάτοχο.

Μια νύχτα χωρίς φεγγάρι πήραν την απόφαση να πάρουν τις σανίδες. Χωρίς ντροπή, μα με μια δικαιολογία που έμοιαζε στο μυαλό τους σαν πατριωτικό καθήκον.

Η πόρτα της αποθήκης έτριξε βαριά, σαν να αντιστεκόταν. Τα ξύλα έπεφταν το ένα πάνω στο άλλο με ήχο στεγνό, σαν να κουβαλούσαν πάνω τους κάτι ξένο.

«Γλήορα», ψιθύρισε ο ένας.
«Μεν μιλάς», απάντησε ο άλλος.

Τα φόρτωσαν βιαστικά και χάθηκαν μέσα στη νύχτα. Και σε λίγες μέρες τα πούλησαν μισοτιμής.

Πέρασε καιρός. Κανείς δεν μίλησε ξανά για τα ξύλα. Ο κόσμος συνέχισε σαν να μην είχε συμβεί τίποτα.

Ώσπου ένα βράδυ, στην ταβέρνα του Πάφιου, όλα πάγωσαν.

Στη θέση του παλιού πάγκου υπήρχε ένας καινούργιος. Καλοπλανιαρισμένος, γερός, όμορφος.

Οι δυο φίλοι μπήκαν και στάθηκαν. Δεν κάθισαν. Δεν μίλησαν. Μόνο τον κοίταζαν, και μια υποψία σαν αστραπή πέρασε ανάμεσά τους.

«Πού τον έκαμες τον πάγκο;» ρώτησε ο ένας, με φωνή που δεν έβγαινε εύκολα.

«Ο Λαούρης», απάντησε ο Πάφιος. «Είχε κάτι ξύλα φτηνά, καλής ποιότητας… καλό πράμα. Μισοτιμής τα έδωκεν».

Η φράση δεν πρόλαβε να τελειώσει όπως έπρεπε. Γιατί μέσα τους είχε ήδη τελειώσει κάτι άλλο πριν από αυτή.

Δεν παρήγγειλαν τίποτα.

«Εν να φύουμε», είπε ο ένας χαμηλά.
«Έχουμε δουλειά», πρόσθεσε ο άλλος, χωρίς να το πιστεύει.

Και βγήκαν.

Από εκείνη τη μέρα δεν ξαναμπήκαν στην ταβέρνα.

Ο Πάφιος τους έβλεπε απέναντι, στου Φκωνή, να κάθονται σκυφτοί, σαν να είχαν αφήσει κάτι μισό πίσω τους. Δεν κατάλαβε ποτέ. Και ίσως αυτό να ήταν το μόνο που έμεινε. Ότι κανείς δεν είπε ποτέ την αλήθεια δυνατά.

Υ.Γ. Η ταβέρνα στέκει ακόμη εκεί και λειτουργεί από τους απογόνους του Πάφιου, πάνω από εκατό χρόνια μετά.

ΤΟΤΕ ΠΟΥ ΕΠΑΛΙΩΝΑΝ

Στις αρχές της δεκαετίας του 1940, στη Χλώρακα, υπήρχε μία και μοναδική ταβέρνα· του Φκωνή. Ήταν μια μικρή κάμαρη, χαμηλοτάβανη, με λίγα τραπέζια και βαριά μυρωδιά κρασιού και καπνού. Εκεί σύχναζαν όλοι — και αριστεροί και δεξιοί. Μα, παρά τον φανατισμό που χώριζε τον κόσμο έξω από τους τοίχους της, μέσα δεν άναβε καβγάς. Η επιβλητική παρουσία του Φκωνή αρκούσε για να κρατά τις ισορροπίες. Δεν σήκωνε φασαρίες. Δεν άφηνε να χαλάσει η δουλειά του.

Ήταν χρόνια δύσκολα. Ο κόσμος χωρισμένος στα δύο — αριστεροί και δεξιοί — κι ο φανατισμός είχε ποτίσει μέχρι και τη διασκέδαση. Μόνο σε λίγα πράγματα έβρισκαν κοινό τόπο: στα παιχνίδια της δύναμης, στο διτσίμιν και στο πάλιωμα. Εκεί δεν μετρούσε η ιδεολογία, αλλά η αντοχή και το γινάτι.

Ένα βράδυ, μια παρέα αριστερών βγήκε από την ταβέρνα του Φκωνή μεθυσμένη και γεμάτη κέφι. Ήταν ο Νικόλας Φοαρτάς, ο Ζήνωνας Ματθαίου, ο Νέαρχος Νεάρχου, ο Νεόφυτος Καρεκλάς Μαυρέσης και ο Γιαννής του Πατσαλιού, ο Λαούρης.

Περνώντας από την πλατεία της εκκλησιάς, έξω από το οίκημα της ΠΕΚ, είδαν μέσα τον Νικόλα του Αζίνα — τον άνθρωπο που λογιζόταν αρχηγός της δεξιάς στο χωριό.

Το κρασί τους ανέβασε το θάρρος. Και τους έπιασε το τραγούδι.

— Στάλιν, το μουστάκιν σου εν μιάλον σαν του πεύκου,
τζιαι εν να κρεμάσουσιν πάνω ούλλους τους Πέκκους!

Τα γέλια τους αντήχησαν στην πλατεία.

Ο Αζίνας όμως δεν γέλασε.

Την άλλη μέρα, η αποικιακή αστυνομία τους συνέλαβε. Το τραγουδάκι τους θεωρήθηκε προσβολή. Στο δικαστήριο, η ποινή ήταν βαριά: δεκαπέντε μέρες φυλακή, χωρίς εξαγορά και χωρίς αναστολή.

Έτσι ήταν τότε. Για τους αριστερούς, η αυστηρότητα περίσσευε.

Μα ο πραγματικός ανταγωνισμός στο χωριό δεν παιζόταν μόνο στα λόγια. Παιζόταν και στο χώμα.

Στα παλιώματα.

Κάθε Πάσχα, στην πλατεία της εκκλησιάς, στήνονταν αγώνες. Όλο το χωριό μαζευόταν να δει ποιος θα ρίξει ποιον κάτω. Οι δυνατοί ξεχώριζαν, κι η φήμη τους μεγάλωνε.

Από τη δεξιά, ξεχώριζαν ο Πιστέντης Χατζηχαραλάμπους, ο επονομαζόμενος Κούμνος, και ο Αντώνης Μιχαήλ, το Κολόιδο. Από την άλλη, στους αριστερούς, ο Αντρεούιν ο Καρακούσιης — δυνατός, μα και πονηρός.

Κι αυτή η πονηριά του έδωσε νίκη.

Σε μια πάλη με το Κολόιδο, εκεί που πάλευαν μπροστά σε όλο το χωριό, του τράβηξε το βρακοζώνι. Η βράκα χαλάρωσε. Το Κολόιδο κοκκίνισε. Δεν άντεξε την ντροπή.

Γύρισε ανάσκελα.

Παραδόθηκε.

Η ήττα του δεν ξεχάστηκε ποτέ.

Ο Πιστέντης, φίλος και συναγωνιστής του, δεν τον άφηνε να το ξεχάσει.

Ήταν άντρας γεροδεμένος, με δύναμη και περηφάνια. Κάποτε είχε καλή θέση — Μεμούρης, με βούλα στο χέρι. Μα τα παράτησε όλα από γινάτι. Δεν δεχόταν να σκύψει κεφάλι. Προτίμησε τη φτώχεια από τον συμβιβασμό.

Μια μέρα, στο καφενείο του Μαχητή, τον βρήκε το Κολόιδο καθισμένο με άλλους.

Και θέλησε να τον πειράξει.

— Καλώς τον Κούμνο που του φύαν τα κανάτσια!

Το γέλιο άναψε γύρω.

Ο Πιστέντης δεν γέλασε.

Σηκώθηκε, τον άρπαξε και τον έκλεισε με κεφαλοκλείδωμα. Τα μπράτσα του σφίξαν σαν μέγγενη. Το Κολόιδο πάλευε να ανασάνει. Τα μάτια του πετάχτηκαν.

— Παράδεξου! φώναζαν γύρω.

Μα εκείνος δεν υποχωρούσε.

Το γινάτι τον κρατούσε.

Και τον έπνιγε.

Τότε εμφανίστηκε η Παναγιωτού, γυναίκα του Αχιλλέα του Βλόκκου. Αντρογυναίκα, με δύναμη στα χέρια. Χώθηκε ανάμεσά τους και άρπαξε τα μπράτσα του Πιστέντη.

— Άφηστον! εν να τον σκοτώσεις!

Και τον ανάγκασε να λύσει τη λαβή.

Η ένταση κόπασε.

Και σαν να μην έγινε τίποτα, κάθισαν πάλι όλοι μαζί.

Δεν πέρασε ώρα και φάνηκε κι ο Πάπουτσος — ο παππούς του Γιώρκου του Όψιμου. Γυρόφερνε τις παρέες, έλεγε αστεία και πάντα κατάφερνε να βρει μια θέση στο τραπέζι.

Σηκώθηκε πρόθυμα να τους φέρει καρέκλες.

Ο Πιστέντης τον κοίταξε πονηρά.

— Ρε Πάπουτσε, πετάσσεσαι πάνω στη βραχτή να πεις της Αναστασιάς να φέρει καμιάν πατάτα;

Ο Πάπουτσος έτρεξε.

Μα γύρισε με άδεια χέρια. Οι γυναίκες τον έστειλαν πίσω.

Ο Πιστέντης θύμωσε.

Χωρίς πολλά, άρπαξε ένα στελίφι και πήγε να τις βρει. Οι φωνές ακούστηκαν ως κάτω.

Ο Πάπουτσος, από πίσω, άλλα έλεγε στον δρόμο:
— Ένεν καλά που έκαμεν! Εν τέλεια πελλός!

Μα σαν κατάλαβε πως τον άκουσε ο Πιστέντης και τον περίμενε, άλλαξε τροπάρι:

— Καλά τους έκαμε! Έπρεπε να τους δώσει τζιαι άλλες!

Ο Πιστέντης ξέσπασε σε γέλια.

— Άτε ρε Πάπουτσε… πάμε να πιούμεν καμιάν πινιάν.

Έτσι ήταν τότε τα πράγματα στη Χλώρακα.

Με γινάτια, με πείσματα, με γέλια και καβγάδες.

Και στα παλιώματα, όπως και στη ζωή, δεν κέρδιζε πάντα ο πιο δυνατός.

Αλλά εκείνος που δεν λύγιζε. 

ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΤΟΥ ΧΟΥΛΟΥΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗ

Στα τελευταία χρόνια της Αγγλοκρατίας, και που η φτώχεια βάραινε τον τόπο και οι άνθρωποι πάλευαν για τα στοιχειώδη, η δικαιοσύνη δεν ήταν πάντα αυτό που διακήρυττε. Στις μικρές επαρχιακές πόλεις, όπως η Πάφος, τα δικαστήρια δεν λειτουργούσαν μόνο ως χώροι απονομής δικαίου, αλλά και ως καθρέφτης της ίδιας της κοινωνίας, με τις αδυναμίες, τις σχέσεις και τις σιωπηλές εξαρτήσεις της.

Οι δικαστές κατείχαν εξουσία μεγάλη, σχεδόν ανεξέλεγκτη. Οι αποφάσεις τους δεν στηρίζονταν πάντοτε αποκλειστικά στα στοιχεία. Συχνά επηρεάζονταν από γνωριμίες, συμπάθειες και μικρές ή μεγάλες υποχρεώσεις. Σε έναν τόπο όπου όλοι γνώριζαν όλους, η δικαιοσύνη γινόταν πολλές φορές προσωπική υπόθεση.

Ήταν εποχές δύσκολες. Η ανέχεια οδηγούσε πολλούς σε πράξεις που ο νόμος χαρακτήριζε παράνομες, μα η ανάγκη τις έκανε σχεδόν αναπόφευκτες. Κι έτσι, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια του δικαίου δεν ήταν πάντα ξεκάθαρη. Άλλοτε λύγιζε, άλλοτε προσαρμοζόταν, κι άλλοτε απλώς παραμεριζόταν.

«Ανάμεσα στους δικαστές εκείνης της περιόδου, ξεχώριζε μια μορφή που έμελλε να μείνει ζωντανή στη μνήμη του κόσμου: ο Χουλουσής, Τουρκοκύπριος δικαστής, που μιλούσε τα ελληνικά με τη δική του, χαρακτηριστική προφορά και τρόπο. Ήταν άνθρωπος που δεν δίκαζε πάντα με βάση τον νόμο, αλλά με βάση τη δική του κρίση, μια κρίση που συχνά μπλεκόταν με φιλίες, γνωριμίες και προσωπικές εκτιμήσεις.

Κι αν θέλει κανείς να καταλάβει πώς λειτουργούσε εκείνη η δικαιοσύνη, δεν έχει παρά να ακούσει μερικά από τα περιστατικά που έμειναν ζωντανά στη μνήμη του κόσμου.

Στα χρόνια εκείνα, ένας από τους πιο γνωστούς παράνομους ψαράδες της Πάφου ήταν ο Χαράλαμπος Λεωνίδα Σιαμμάς, ο επονομαζόμενος Χαμπής ο Μαύρος. Δεν ψάρευε με δίχτυα ούτε με αγκίστρια, ψάρευε με δυναμίτη.

Καπάτσος και επιδέξιος, γνώριζε καλά όχι μόνο τη θάλασσα, αλλά και τους ανθρώπους. Στα νερά του Κοτσιά και του Ακάμα, παραμόνευε τα κοπάδια των ψαριών και με μια έκρηξη γέμιζε τη βάρκα του. Μα εκείνο που τον κρατούσε πραγματικά ασφαλή δεν ήταν η τέχνη του, ήταν οι σχέσεις του. Από τα ψάρια που έβγαζε, τα καλύτερα έβρισκαν τον δρόμο τους σε συγκεκριμένα τραπέζια.

Μια μέρα όμως, η τύχη του τον πρόδωσε. Τον έπιασαν επ’ αυτοφώρω, με τον δυναμίτη στο χέρι. Τον οδήγησαν στο αστυνομικό τμήμα και από εκεί στο δικαστήριο.

Εκεί, στην έδρα, καθόταν ο Χουλουσής.

Ο εισαγγελέας παρουσίασε το τεκμήριο.
— Κύριε δικαστά, τον συλλάβαμε στην άκρη της θάλασσας να παραφυλάει με τον δυναμίτη στο χέρι.

Ο Χουλουσής κοίταξε το αντικείμενο με δυσπιστία.
— Περιπαίζεις δικαστή, πε; Με σπάγγους πιάνει ψάρι;

— Κύριε δικαστή, έχει καψούλι, φυτίλι και σπίρτο… με αυτόν ψαρεύει, απάντησε ο εισαγγελέας.

Ο δικαστής θύμωσε.
— Έξω πε! Θέλεις να ανατινάξεις το δικαστήριο;

Και χωρίς άλλη συζήτηση, γύρισε προς τον κατηγορούμενο:
— Άτε Χαμπή, πήαιννε στη δουλειά σου. Τζιαι μέν το ξανακάμεις… γιατί Χουλουσής πέψει σε φυλακή.

Η υπόθεση έκλεισε εκεί.

Μα δεν ήταν η μόνη φορά που η απόφαση είχε παρθεί πριν ακόμη ακουστούν όλα.

Το 1945, σε μια εποχή που η φτώχεια λύγιζε τους ανθρώπους, τρεις νεαροί από τη Χλώρακα, ο Χαμπής ο Μαύρος, ο Κωστής του Οξεία και ο Ττοουλιάς του Κολόιδου, αποφάσισαν να κλέψουν τσίγκους από τις αποθήκες του αγγλικού στρατοπέδου στα Πετρίθκια.

Δεν το έκαναν για πλούτο. Ήθελαν να φτιάξουν κάους για το αλακάτι, για να βγάζουν νερό από το πηγάδι. Μα η ανάγκη δεν αναιρούσε τον νόμο.

Δύο έφιπποι αστυνομικοί τους έπιασαν στα πράσα.

Η υπόθεση οδηγήθηκε στο δικαστήριο. Μα πριν από τη δίκη, ένας από τους γονιούς των κατηγορουμένων, βρήκε τον Χουλουσή. Κάτω από τις αρτυματιές, έξω από το παλιό νοσοκομείο της Πάφου, του μίλησε. Του εξήγησε. Του ζήτησε επιείκεια.

Και ο Χουλουσής άκουσε.

Έτσι μέσα στο δικαστήριο, αφού άκουσε τις κατηγορίες, χαμογέλασε ελαφρά.
— Τι έκαμαν πε τα κοπελλούθκια; Έκλεψαν τσίγγους να κάμουν κάους; Εγώ ξέρω με τσίγγους κάμνουσιν σπίθκια, όι κάους του αλακαθκιού!

Κούνησε το κεφάλι του, σαν να μην τον έπειθε τίποτα.

— Άτε κοπελλούθκια, παένετε σπίθκια σας. Τζιαι μέν εξανακάμετε… γιατί Χουλουσής πέψει σας φυλακή.

Και έτσι, άλλη μια υπόθεση έκλεισε.

Έτσι λειτουργούσε η δικαιοσύνη εκείνα τα χρόνια. Όχι πάντα άδικη, μα ούτε και αμερόληπτη. Ήταν μια δικαιοσύνη ανθρώπινη, με όλα τα βάρη και τις αδυναμίες της.

Και ο Χουλουσής; Ήταν η ζωντανή της απόδειξη. Για κάποιους, ευεργέτης. Για άλλους, σύμβολο αυθαιρεσίας. Για όλους όμως, μια μορφή που έμεινε, όχι στα χαρτιά των δικαστηρίων, αλλά στις ιστορίες που συνέχισαν να λέγονται από στόμα σε στόμα.

Ο ΟΙΚΟΣ ΤΩΝ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗ

Λένε πως κάθε όνομα κουβαλά μέσα του μια ιστορία. Και το όνομα Ταπακούδης δεν ήταν από εκείνα που γεννήθηκαν τυχαία. Είχε τη μυρωδιά του καπνού, τη γεύση της γης και το βάρος μιας εποχής που άλλαζε ανθρώπους και τόπους.
Ο ταμπάκος — έτσι τον έλεγαν παλιά — δεν ήταν απλώς ένα φυτό. Ήταν φύλλα ποτισμένα με νικοτίνη, μια ουσία πικρή και ύπουλη, που γοήτευε και ταυτόχρονα έφθειρε. Από παλιά βιβλία γιατρών ακουγόταν η προειδοποίηση: πως ο καπνός δεν ωφελεί, μα βλάπτει, πως ταράζει τον νου και βαραίνει το σώμα. Κι όμως, οι άνθρωποι τον αναζητούσαν. Τον ποθούσαν.
Μέσα σε εκείνους τους καιρούς, πολύ πριν το 1850, ζούσε ένας άνθρωπος που έμελλε να δώσει το όνομά του σε μια γενιά.
Ήταν πραματευτής καπνού. Γύριζε την Κύπρο με τα πόδια και με τα καράβια. Από την Πάφο ως το Καρπάσι αγόραζε φύλλα καπνού, τα φόρτωνε και τα κατέβαζε στα λιμάνια της Λάρνακας και της Αμμοχώστου. Εκεί τα πουλούσε σε εμπόρους και καπεταναίους που τα έστελναν σε μακρινές χώρες. Με τα κέρδη του αγόραζε έτοιμο ταμπάκο και τον πουλούσε στα καφενεία, στους πασάδες, στους τσιφλικάδες — σε όλους όσοι κρατούσαν ναργιλέ και ζητούσαν τον καπνό σαν παρηγοριά.
Με τα χρόνια, το όνομά του έγινε γνωστό. Όλοι μιλούσαν για την ποιότητα του καπνού του, για την τιμιότητά του, για την τέχνη του στο εμπόριο. Κι έτσι, σιγά-σιγά, το επάγγελμα έγινε επίθετο: Ταμπάκος. Τταπάκκης. Ταπακούδης.
Μα η μοίρα δεν αφήνει κανέναν να στεριώσει για πάντα στην ευημερία.
Ήρθε μια ανομβρία μεγάλη. Ο ουρανός έκλεισε, τα σύννεφα χάθηκαν, και η γη άρχισε να σκάει από τη δίψα. Οι βρύσες στέρεψαν, τα χωράφια μαράθηκαν, τα ζώα έπεφταν νεκρά. Πείνα απλώθηκε παντού, και οι άνθρωποι ξεριζώνονταν, ψάχνοντας νερό σαν να έψαχναν ζωή.
Ο Τταπάκκης δεν ξέφυγε από το κακό. Έχασε τα πάντα, όπως τόσοι άλλοι.
Μάζεψε ό,τι του είχε απομείνει και πήρε τον δρόμο για την Πάφο. Εκεί, σε έναν τόπο που θυμόταν από παλιά — έναν κάμπο χλοερό κάποτε — αποφάσισε να σταθεί.
Ο τόπος ήταν έρημος. Στα ριζά ενός ψηλού γκρεμού, εκεί που οι πέτρες έμοιαζαν να κρατούν ακόμη τη ζέστη του ήλιου, υπήρχε μια στενή σπηλιά. Από μέσα της ανέβλυζε λίγο νερό — τόσο λίγο που χανόταν αμέσως μέσα στη γη, σαν να ντρεπόταν να φανερωθεί. Κανείς δεν το ήξερε. Κανείς δεν περνούσε από εκεί. Μόνο εκείνος.
Ο Τταπάκκης δεν ήταν απλός άνθρωπος. Ήξερε γράμματα, μιλούσε τουρκικά, είχε φωνή καθαρή και γνώριζε τους ήχους της εκκλησίας. Όταν ήρθε ο καιρός που η Μητρόπολη Πάφου άρχισε να ιδρύει σχολεία, τον κάλεσαν να γίνει δάσκαλος.
Κι έτσι, ο πραματευτής έγινε δάσκαλος. Έχτισε τη ζωή του από την αρχή. Δίδασκε στο σχολείο της Έμπας, έψαλλε στην εκκλησία, και τα απογεύματα γύριζε στο μικρό του κομμάτι γης. Εκεί, με τα πόδια γυμνά και τα μανίκια σηκωμένα, έσκαβε τη γη, άνοιγε αυλάκια και οδηγούσε το λιγοστό νερό σε μια μικρή λίμνη που ο ίδιος είχε φτιάξει.
Έβλεπε το νερό να κυλά, να γεμίζει τις αυλακιές, να ποτίζει τα φυτά. Και μέσα σε εκείνη τη σιωπή, ένιωθε χαρά. Ήταν μια χαρά απλή, γήινη — σαν να ξαναγεννιόταν μαζί με τα φυτά που φρόντιζε.
Και το θαύμα δεν άργησε να φανερωθεί. Για χρόνια υπέφερε από πληγές στο δέρμα. Εκζέματα που δεν έβρισκαν γιατρειά. Όμως, καθώς δούλευε στο νερό και στη λάσπη εκείνης της γης, κάτι άλλαξε. Το δέρμα του άρχισε να καθαρίζει. Οι πληγές έκλειναν. Και μια μέρα, χωρίς να το καταλάβει, είχε θεραπευτεί εντελώς.
Η είδηση απλώθηκε.
Άνθρωποι άρχισαν να έρχονται από παντού. Άρρωστοι, ταλαιπωρημένοι, γεμάτοι πληγές. Έπαιρναν νερό από τη σπηλιά, άλειφαν το σώμα τους με τη λάσπη, και περίμεναν. Και πολλοί γίνονταν καλά.
Έτσι, ο τόπος απέκτησε όνομα. Τον είπαν σπηλιά του Άη Λιμπρού — του Αγίου που γιατρεύει τη λέπρα. Και το νερό έγινε αγίασμα. Όχι απλώς νερό, μα ελπίδα.
Κι ο άνθρωπος που κάποτε εμπορευόταν καπνό, βρέθηκε να ζει δίπλα σε ένα θαύμα.
Ο οίκος του Ταπακούδη δεν χτίστηκε με πέτρες. Χτίστηκε με δρόμους, με στερήσεις, με γνώση, με πίστη και με γη. Από έναν πραματευτή που έγινε δάσκαλος, κι από έναν τόπο ξερό που έγινε πηγή ζωής.
Και από εκεί, οι γενιές πλήθυναν. Παιδιά, εγγόνια, δισέγγονα. Ονόματα που σκορπίστηκαν στον χρόνο, μα κράτησαν το ίδιο επίθετο — σαν μια αόρατη κλωστή που τους ένωνε με εκείνον τον πρώτο άνθρωπο.
Τον άνθρωπο του καπνού. Τον άνθρωπο της γης. Τον πρώτο Ταπακούδη.
Κι από εκείνον τον πρώτο άνθρωπο, που γύριζε τον τόπο με τον καπνό στην πλάτη και τη μοίρα στα χέρια, η ρίζα δεν χάθηκε.
Άπλωσε μέσα στον χρόνο. Έγινε παιδιά και εγγόνια, φωνές και πρόσωπα, χαρές και βάσανα. Ονόματα που άλλαξαν, ενώθηκαν, σκορπίστηκαν σε χωριά και πόλεις — μα κράτησαν βαθιά μέσα τους την ίδια αρχή.
Τη γη που πότισε με τα χέρια του. Το νερό που ανάβλυσε από τα σπλάχνα της. Και το όνομα που γεννήθηκε από τον καπνό, μα ρίζωσε στην ιστορία:.


ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ, ο οποίος έγέννησεν τους ΓΙΩΡΚΗΝ ΚΟΜΠΟΝ, ΣΤΥΛΙΑΝΟΝ, ΜΗΧΑΛΗΝ ΜΑΠΠΑΝ, ΑΝΑΣΤΑΣΙΑΝ, ΑΛΕΞΗΝ, ΒΑΡΒΑΡΟΥΝ και οι οποίοι εγέννησαν τους:

ΓΙΩΡΚΗΣ ΚΟΜΠΟΣ:
Κώστας: Χαράλαμπος, Δέσποινα, Ρεβεκκού, Στέλλα, Βάσος, Κόκος, Μαρούλλα, Νικολής
Θεορής: Στασού, Ανδρέας, Μαρούλλα
Κυριακού: Ανδρέας, Μαρούλλα
Μυροφόρα: Παναής, Νίκη, Μάρω, Λάλλα
Ξενού: Ττοουλής, Κατίνα, Ελένη
Κατερίνα: Στασού του Κανταρή

ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ:
Χριστόφορος: Στέλιος, Βαθθού, Κίκη, Τούλλα, Κωστακης
Χίτλερ: Ρίκκος
Νεόφυτος: Ελευθερία, Αλικη, Ανδρεας
Στέλλα: Αυγή, Λυγια, Αντρικός, Νίκη, Σταυρης, Αγγέλα, Πανικός, Παρης.

ΜΗΧΑΛΗΣ ΜΑΠΠΑΣ:
Ανδρέας:Μαρια, Μιχαλης, Ελευθερια, Γιωργος
Ελεγγού: Μαρια, Παμπος, Ανδρουλλα, Ανδρεας, Γιωργος
Αννού: Γεωργια, Μαρια, Κουλλα
Πραξού: Χαραλαμπος, Μιχαλης, Νικος
Χριστόδουλος: Φρειδερικη, Ελλη
Ιφιγένεια: Σταυρουλλα, Γιωργος, Μιχαλης, Νακης, Παπα Νικοςν Ανδρεας,

ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ:
Μαρίτσα: : Ελλού, Λουλλού, Τάκης
Χριστόδουλος: Μιχαλάκης, Ελπίδα, Τασούλλα, Ανδρέας
Μιχαλάκης: Τασούλλα, Ανδρέας
Γιώρκος: Μάριος, Κυριάκος, Ερασμία

ΑΛΕΞΗΣ ΜΑΠΠΑΣ ΤΑΠΑΚΗΣ:
Μυριάνθη Ξυλοφόρου: Μαρούλλα, Κυριάκος, Γιώρκος, Μιχαλάκης, Κύπρος, Αντώνης, Κατίνα, Δέσποινα, Βαρβάρα:
Ελεγγού:
Σοφιανού:
Ευτυχού: Αλέξης

ΒΑΡΒΑΡΟΥ:
Ελένη: Ανδρέας, Δημήτρης
Φκωνού: Ανδρέας, Τάκης, Νίκη, Αντώνης, Μιχαλάκης, Μάρω, Άκης

Και αυτοί έκαναν παιδιά και εγγόνια. Κι εκείνα με τη σειρά τους άλλα παιδιά, κι άλλα εγγόνια.
Κι έτσι, σιγά-σιγά, η ρίζα μεγάλωσε και πλήθυνε. Έγινε κόσμος πολύς. Σκορπίστηκαν σε χωριά και πόλεις, σε γειτονιές και τόπους μακρινούς, μα κράτησαν το ίδιο όνομα — και μαζί του τη μνήμη.
Και από έναν άνθρωπο, γεννήθηκε ένας ολόκληρος οίκος. Ένας μεγάλος πληθυσμός, απλωμένος σε όλη την Κύπρο.

 

 

 

 

 

 

Κείμενο οπισθόφυλλου

Η Χλώρακα, ένα παλιό χωριό της Πάφου χτισμένο ανάμεσα στη γη και τη θάλασσα, κουβαλά μέσα στον χρόνο μνήμες, ιστορίες και θρύλους που μεταδόθηκαν από γενιά σε γενιά.

Στα χωράφια, στα μονοπάτια και στις αυλές του χωριού, οι παλαιότεροι μιλούσαν για ανεράδες και αερικά, για παράξενους ξένους που πέρασαν από τον τόπο, για χαμένους θησαυρούς και ανεξήγητα μυστήρια που τροφοδότησαν τη λαϊκή φαντασία.

Πλάι στους θρύλους συνυπάρχουν οι πραγματικές ιστορίες των ανθρώπων της Χλώρακας: οι αγώνες της καθημερινότητας, οι δυσκολίες, οι χαρές και οι τραγωδίες μιας εποχής που σημάδεψε βαθιά την Κύπρο.

Το βιβλίο αυτό συγκεντρώνει αφηγήσεις που αντλούν υλικό από την προφορική παράδοση, τις διηγήσεις των παλαιότερων και τη ζωντανή μνήμη του τόπου. Άλλες ιστορίες στηρίζονται σε πραγματικά γεγονότα και άλλες ανήκουν στον κόσμο του θρύλου και της λαϊκής φαντασίας, όπως διαμορφώθηκε μέσα στον χρόνο.

Όλες, όμως, αποτελούν κομμάτι της ψυχής ενός τόπου.

Ένα ταξίδι σε μια Κύπρο που αλλάζει, αλλά εξακολουθεί να ζει μέσα από τις μνήμες και τις αφηγήσεις των ανθρώπων της.