ΜΙΚΡΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ

  Η ΚΑΚΙΑ ΝΕΡΑΪΔΑ

Στο Αγίασμα του Αρχάγγελου Μιχαήλ στη Χλώρακα, έτρεχε άφθονο νερό και σχημάτιζε μια ωραιότατη λίμνη που σε αυτήν μια κακιά νεράιδα έβγαινε κάθε μέρα να λουστεί, σκορπίζοντας το φόβο και τον τρόμο στους ντόπιους. Κανένας χωρικός δεν τολμούσε να πάει να γιάνει τις αρρώστειες του, ούτε κανένας να καλλιεργήσει τα γύρω χωράφια.
Όμως ο ΧατζηΤσιυρκακός Σιαμμάς ένας άφοβος βοσκός, μια μέρα της παράκατσε και όταν εμφανίστηκε, με τη μαγκούρα του τις έδωσε μερικές ξυλιές στη ράχη και η κακιά νεράιδα με μια φοβισμένη κραυγή έφυγε τρέχοντας, και από τότε κανείς δεν ξανάκουσε γι αυτήν.

Ένας λαϊκός θρύλος εξιστορεί πως η κακιά νεράιδα ήταν πριν εκατοντάδες χρόνια μια όμορφη γυναίκα σύζυγος ενός πειρατή που μια φορά τον απάτησε καθώς αυτός έλειπε καιρό στη θάλασσα, και όταν το έμαθε κατακρεούργησε με το σπαθί του το πρόσωπο της και την καταράστηκε να ζει και να υποφέρει αιώνια. Η γυναίκα από τότε περιδιαβαίνει τον κόσμο φορώντας μια μάσκα κρύβοντας το πρόσωπο της, και όποιος την βρίσκει όμορφη τον αφήνει στην υσηχία του, ενώ όποιος το αντίθετο, τον φοβίζει φανερώνοντας την ασχήμια της και τον τρομοκρατεί με τις καταρες της.

Ο ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΣ

Ο Ευτυχής, ένας νεαρός βοσκός που ζούσε με τους γονείς του και τις τρεις αγαπημένες του αδερφές σε ένα μικρό χωριό, μία μέρα καθώς βρισκόταν σε ένα μικρό ποτάμι, έσκυψε να πιεί νερό και του έπεσε το μαντήλι από το κεφάλι μέσα στο νερό. Ακολούθησε το ρέμα για να το πιάσει και μετά από αρκετή ώρα τα κατάφερε. Όμως είχε απομακρυνθεί πολύ, και παρατήρησε πως στεκόταν δίπλα σε ένα μικρό εκκλησάκι, οπότε εκλαμβάνοντας το ως σημάδι, μπήκε μέσα και προσευχήθηκε.
Πέρασε όμως η ώρα, νύχτωσε και οι αδερφές του βγήκαν να τον αναζητήσουν.
Όμως οι Τούρκοι κατακτητές εκείνη την εποχή σκότωναν τους Χριστιανούς για ασήμαντους λόγους.
Όταν πολύ αργά την νύχτα ο Ευτυχής επέστρεψε σπίτι, εκείνες δεν είχαν γυρίσει. Την άλλη μέρα τις βρήκαν κρεμασμένες. Οι γονείς του πέθαναν λίγες ημέρες αργότερα από την στενοχώρια. Η τρέλα κυρίευσε τον Ευτυχή και καταράστηκε τον εαυτό του και τα Θεία διότι αν δεν προσευχόταν στο μικρό εκκλησάκι δεν θα αργούσε, και τίποτα δεν θα είχε συμβεί.
Αφού έκαψε όλες τις εικόνες που είχε στο σπίτι και στο μικρό εκκλησάκι, πήρε την απόφαση να εκδικηθεί. Για τα επόμενα χρόνια καλούσε στο σπίτι του Τούρκους στρατιώτες και τους κέρναγε γλυκό ποτό, που μέσα όμως έβαζε στάχτη και τους μεθούσε. Ύστερα τους μετέφερε σε ένα παλιό κελάρι και ζωντανούς τους τεμάχιζε και σκόρπιζε τα κομμάτια τους στον ποταμό.
Στον καιρό όμως πιάστηκε, και όλα αποκαλύφθηκαν. Για παραδειγματισμό οι Τούρκοι τον αλυσόδεσαν και τον έκτισαν ζωντανό μέσα στους τοίχους στο ίδιο κελάρι που διέπραττε τα εγκλήματά του.

Το χωριό που όλα συνέβησαν δεν είναι γνωστό, αλλά ο Ευτυχής μένει ακόμα μέσα στο κελάρι αλυσοδεμένος και στοιχειωμένος υποφέροντας χωρίς να πεθαίνει, αφού είναι καταραμένος διότι έκαψε τις θείες εικόνες. Και από τότε περιμένει κάποιον περαστικό διαβάτη να ακούσει τις αλυσίδες μέσα στους τοίχους που είναι κτισμένος και να τον ελευθερώσει.

ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΤΑΠΑΚΟΥΔΗΣ